Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur’

Κουσκούρη Πολυτίμη (1820-1854) – Βιογραφία & Εργογραφία


 

 

Η δασκάλα Πολυτίμη Κουσκούρη γεννήθηκε στο Μυστρά, τον Νοέμβριο του 1820 και γαλουχήθηκε μέσα σε μια οικογένεια πατριωτών. Πατέρας ήταν ο Ηλίας Κουσκούρης, ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και μητέρα της η Φλωρεντία Κουσκούρη. Ο καθαρισμός των όπλων του πατέρας της και η ανάγνωση  βιβλίων [1] στα «κρυφά», ήταν οι κύριες ενασχολήσεις της νεαρής Πολυτίμης.         

Αν και η Πολυτίμη Κουσκούρη δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστριών του ’21, εργάστηκε με ζήλο και ενθουσιασμό μετά την εθνική ανεξαρτησία. Έτσι, το 1834 γράφτηκε στο Πρότυπο Σχολείο Κορασίων Ναυπλίου. Ήταν μία από τις 134 μαθήτριες που παρακολούθησαν μαθήματα και η αγαπημένη μαθήτρια της διευθύντριας της Σχολής και δασκάλας τότε Πιτταδάκη Ελένης.          

Σε ηλικία δεκαέξι ετών η Πολυτίμη παρουσιάστηκε στην Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Ναυπλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις [2] για την απόκτηση του διδασκαλικού πτυχίου. Από τη στιγμή που διορίστηκε, στις 3 Μαΐου 1837 στο Παρθεναγωγείο στο Ναύπλιο, στήριζε την οικογένειά της οικονομικά. Μάλιστα, για να καταφέρει να καλύψει όλες τις οικογενειακές ανάγκες, αφού ολοκλήρωνε τις υποχρεώσεις της στο Παρθεναγωγείο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

Το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Κουσκούρη λειτούργησε τέλεια και χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματικό. Το γεγονός επιβεβαιώνει η επίσκεψη της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία έμεινε έκπληκτη από την άριστη λειτουργία του και χάρισε στην Πολυτίμη μία «μικράν πόρπην ην έφερεν πάντοτε επί του στήθους της» ως ένδειξη της ευαρέσκειάς της προς τη νεαρή δασκάλα. Επιπλέον, έδωσε εντολή στο Υπουργείο να προαγάγει την Πολυτίμη σε διδασκάλισσα Β΄ βαθμού [3], αφού πρώτα όμως έδωσε εξετάσεις ενώπιον των διευθυντών των δημοτικών σχολείων και των καθηγητών του Γυμνασίου το 1837. 

Στις 10 Απριλίου 1840 βραβεύτηκε από τον διευθυντή των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του Αρσακείου. Τον Ιούνιο του 1843, η μισθοδοσία της Κουσκούρη μεταβιβάστηκε από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο Δημοτικό Ταμείο Ναυπλίου. Από τότε η διδασκάλισσα σταμάτησε να πληρώνεται, παρ’ όλα τα παρακλητικά έγγραφα που απεύθυνε προς τη Γραμματεία για να λαμβάνει τακτικά το μισθό της. Οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό και λόγω ότι βρισκόταν πλέον σε άθλια οικονομική κατάσταση, ζήτησε τη μετάθεση της από το σχολείο. Η αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, αλλά τελικά στις 3 Οκτωβρίου μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο κορασίων του Πειραιά, όπου ανέλαβε τη διεύθυνσή του.

Η Κουσκούρη έφυγε από το Ναύπλιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους πολίτες αλλά και στις αρχές του τόπου. Ο ίδιος ο Δήμαρχος Ναυπλίου έστειλε επιστολή, στην οποία εξέφραζε την απώλεια από την απουσία της Κουσκούρη και τη βαθειά ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της για το πολύτιμο έργο που είχε πράξει.

Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος. Υπό Πολυτίμης Κούσκουρη, 1854.

Συνέχισε την διδασκαλική της καριέρα στον Πειραιά. Τέσσερα χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1849 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και ο Διευθυντής των δημοτικών σχολείων εξέφρασαν δημοσίως την ικανοποίησή τους για το έργο της Κουσκούρη και την προβίβασαν στο βαθμό της Επαρχιακής δασκάλας. Δυο χρόνια μετά προσκλήθηκε από το Υπουργείο για να διοργανώσει το πρώτο σχολείο κορασίων που ίδρυσε ο δήμος στην Αθήνα κατά την Οθωνική περίοδο. Την 1η Οκτωβρίου του 1851, ημέρα έναρξης της λειτουργίας της εν λόγω σχολής, ο Υπουργός Παιδείας εξέφρασε δημοσίως την ευχαρίστηση-ικανοποίηση του για το έργο της Κουσκούρη και την προήγαγε στον ανώτερο βαθμό που μπορούσε να πάρει εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος ή μία δασκάλα, δηλαδή σε Α΄ τάξης Νομαρχιακή Δασκάλα. 

Η διεύθυνση της σχολής υπό την Κουσκούρη φαίνεται πως ξεπέρασε τις προσδοκίες των αρχών και των πολιτών. Η νεαρή αλλά έμπειρη πια δασκάλα προσέλαβε ικανές και ικανούς δασκάλες/ους και βοηθούμενη από την υποδιευθύντρια Μαριέτα Ανδριέτου, δημιούργησε Νηπιαγωγείο, Αλληλοδιδακτικό και με το πέρας του χρόνου Συνδιδακτικό και τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου, από το οποίο έβγαιναν πτυχιούχες μαθήτριες. Επιπρόσθετα, εισήγαγε τα μαθήματα της μουσικής, της ζωγραφικής, του χορού και της γυμναστικής (Ασημάκη, 2007: 55-56, Φουντουκλή, 1890: 2-3).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1852, στις πρώτες θερινές εξετάσεις [4] των κοριτσιών, η βασίλισσα Αμαλία βρέθηκε εκεί και εξέφρασε στην Πολυτίμη ξανά την «ευαρέσκειά της για την απόδοση του σχολείου». Επίσης, η Δημοτική Αρχή έστειλε εγγράφως τα συγχαρητήρια στην Πολυτίμη συνοδευόμενο από ένα σπουδαίο χρηματικό ποσό.

Το 1854 η Πολυτίμη αποφάσισε να δεχτεί την υποτροφία της βασίλισσας Αμαλίας για τη μετεκπαίδευσή της σε «εκπαιδευτικά καταστήματα» της Γερμανίας. Ενώ, όμως ετοιμαζόταν για το ταξίδι της, αρρώστησε από την επιδημία της χολέρας και πέθανε σε ηλικία 34 χρονών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, τόσο η οικογένειά της όσο και το έθνος [5] θρήνησε για το χαμό της Πολυτίμης, που υπηρέτησε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια την εκπαίδευση (Ασημάκη, 2007: 57, Φουντουκλή, 1890: 4).

Από τον επικήδειο λόγο που συντάχθηκε από τον Κ. Δ. Ιωαννόπουλο, συνάδελφου της Πολυτίμης και εκφωνήθηκε στην κηδεία της από τον ίδιο, πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για τις αρετές, τα χαρίσματα και τον χαρακτήρα της Σπαρτιάτισσας. Όπως αναφέρει ο συνάδελφος και φίλος Ιωαννόπουλος, η Πολυτίμη ήταν μια ενάρετη γυναίκα, καταγόμενη από μια έντιμη οικογένεια που είχε μοχθήσει πολύ στο αγώνα κατά την Επανάσταση. Ο συνάδελφός της αναγνώριζε στην Πολυτίμη την έφεση που είχε στη διδασκαλία και παράλληλα στην διοίκηση του σχολείου. Πολλές από τις μαθήτριές της ακολούθησαν το παράδειγμά της και διορίστηκαν δασκάλες.

Η Πολυτίμη Κουσκούρη όπως αναφέρει ο Ιωαννόπουλος είχε συνεχή επαφή με τη νέα γνώση και δεν περιόριζε τη διδασκαλία της στην απλή διάλεξη. Για τον συντάκτη της Νεκρολογίας, η Πολυτίμη, αποτέλεσε άριστη συνάδελφος και ειλικρινής φίλη. Επιπλέον, η Πολυτίμη χαρακτηρίζεται για την χρηστότητα των ηθών της και την πιστή εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τέλος, ο ομιλητής θεωρεί ότι το συγγραφικό και διδασκαλικό της έργο ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο και τίμησε τη ελληνική γυναικεία ευφυΐα (Ιωαννόπουλος, 1855: 436-437).

Η Πολυτίμη γνώριζε Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά. Έγραψε πολλά πρωτότυπα άρθρα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν στα περιοδικά της εποχής Ευτέρπη (Περί προκαταρκτικής παιδείας, Αθήναι, 1854), Νέα Πανδώρα (Περί της των κορασίων ανατροφής, 1853, Περί της των Αρχαίων Φιλοσοφίας και των διαφόρων αιρέσεων αυτής, 1854, Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου, 1853), Χρυσσαλίς και στην Εφημερίς των Μαθητών.

Συγχρόνως, έγραψε και δημοσίευσε πολλά εκπαιδευτικά βιβλία όπως: Περί αλληλοδιδακτικής μεθόδου, 1854 Ο Κυνηγός και Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος [6], 1854. Το τελευταίο φαίνεται πώς είναι το σημαντικότερο έργο που έγραψε η Κουσκούρη, το οποίο αφιέρωσε στη βασίλισσα Αμαλία και αντίτυπα αυτού δώρισε επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αρσάκειο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Ασημάκη, 2007: 56, 59, Ριζάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 4). 

Πέρα από την επίδοσή της στα γράμματα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τη μουσική και τη ραπτική. Μεγάλη αγάπη έτρεφε η Πολυτίμη για τη φύση και λάτρευε τα άνθη. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, το μικρό της δωμάτιο κοιτούσε πάντα σε ένα μικρό κήπο, τον οποίο επισκεπτόταν πριν κοιμηθεί. Λέγεται ακόμα ότι έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε και υμνούσε το Θεό (Φουντουκλή, 1890: 3).

Την Πολυτίμη Κουσκούρη θαύμαζαν [7] οι φιλόλογοι Φίλιππος Ιωάννου και  Σκαρλάτος Βυζάντιος. Επίσης, η συγγραφέας της εποχής Dora dIstria στο σύγγραμμά της Η περιήγησίς μου στην Ανατολή σχολιάζει θετικά το βιβλίο της Κουσκούρη ‘Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος’, χαρακτηρίζοντάς το ως «άριστα καταρτισμένον» (Φουντουκλή, 1890: 4).          

Το έργο της Πολυτίμης Κουσκούρη αποτελεί ωδή προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εμπλουτισμένη με διαφωτιστικές επιρροές, όπου σε συνδυασμό με τη σπουδή της φύσης και της αρετής, βοηθά τον άνθρωπο να εξευγενίσει την ψυχή του και μέσω της αλήθειας και της ορθής σκέψης να οδηγηθεί σταδιακά στην ευδαιμονία (Κουσκούρη, 1854: 238-239, 94-96).                

 

Μπούμπουρα Μαρία

Δασκάλα – Ηράκλειο, Κρήτης. 

 

 Υποσημειώσεις


[1] Η Πολυτίμη προμηθευόταν βιβλία και διάβαζε στα κρυφά, παρ’ όλες τις επιπλήξεις της μητέρας της για την εγκατάλειψη της ραπτικής και την παραμέληση των άλλων οικιακών εργασιών. Την εποχή εκείνη η ενασχόληση των γυναικών με τα γράμματα θεωρούταν επιβλαβής και τρόπον τινά πολυτέλεια. Ωστόσο, η διαφωνία της μητέρας δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην φιλομαθέστατη κόρη, η οποία είχε άριστη επίδοση στο σχολείο και περνούσε ώρες ατέλειωτες παρέα με τα βιβλία της   (Ασημάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 2).    

[2] «Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έδωσε εξετάσεις στην τότε εκπαιδευτική επιτροπή, προκείμενου να αποκτήσει δίπλωμα διδασκάλισσας» (Ασημάκη, 2007: 56).

[3] «Ο νόμος του 1834 διαιρούσε το διδακτικό προσωπικό σύμφωνα με τις γνώσεις του σε τρεις κατηγορίες-τάξεις: α) σε διδασκάλους πρωτευουσών, νομών και επαρχιών, β) σε διδασκάλους δήμων Α’ τάξης και γ) σε διδασκάλους δήμων Β’ και Γ’ τάξης. Ανάλογος με το βαθμό ήταν και ο μισθός: 100 δραχμές Α’ τάξης διδάσκαλοι, 80 Β΄ τάξης, 50 Γ’ τάξης» (Κλάδος, 1860: 533).

[4] «Την Κυριακήν εγένετο έναρξις των ενιαυσίων εξετάσεων των μαθητριών του δαπάνη του δήμου Αθηνών συντηρούμενου εκπαιδευτηρίου των κορασίων, διευθυνομένου παρά της Κυρίας Πολυτίμης Κουσκούρη, παρήσαν εν αυταίς αι αρμόδιαι Κυβερνητικαί και Δημοτικαί αρχαί, η εφορευτική και εξεταστική επιτροπή και άλλοι φιλόμουσοι πολίται. Προ των εξετάσεων εξεφώνησεν η Κ. διευθύντρια λόγο, αρμόδιον εις την περίστασιν ταύτην, ευαρεστον εντύπωσιν εις το εκλεπτόν ακροατήριον εμποιήσαντα. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τούτων θέλομεν δημοσιεύσει μετά το πέρας αυτών και την δήλωσιν της περί αυτών κρίσεως της Εξεταστικής Επιτροπής, συγκροτουμένης εκ λογίων και ευϋπόληπτων ανδρών. Και ο ζήλος των διδασκουσών εν τω διδακτηρίω τούτω, και η επιμέλεια των εις τούτο φοιτώντων κορασίων πιστεύομεν ότι θέλει να αποδείξει καρπόν ανάλογον προς τας ευχάς της Σεβ. Κυβερνήσεως και τας προσδοκίας του δήμου και των φιλοτίμως τα αυτού διεπόντων δημοτικών αρχών. Την προσεχή Κυριακήν 13 περαιουμένων των ανωτέρων εξετάσεων διανέμονται τα βραβεία» (Κουσκούρη, 1853: 184).

[5] Μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών έστειλε συλλυπητήριο έγγραφο στον πατέρας της, υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Π. Αργυρόπουλο, με το οποίο επευφημούσε την Πολυτίμη ως την πιο ικανή και πρόθυμη δασκάλα. Επιπλέον, χορήγησε 200 δραχμές στην μικρότερη αδελφή της ως βοήθεια για τις σπουδές της πιθανότατα στη ζωγραφική (Φουντουκλή, 1890: 5).       

[6] Η Γεωγραφία της Π. Κουσκούρη εκδόθηκε το 1854 και είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Πρόκειται για γεωγραφία της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό έχει να διδάξει τη νεολαία, να αυξήσει το ζήλο για αγώνες έτσι ώστε να ξαναζήσει η Ελλάδα το αρχαίο μεγαλείο. Το βιβλίο διαιρείται σε πέντε μέρη, αναφέρεται αρχικά στην καταγωγή των Ελλήνων και το γεωγραφικό χώρο που ονομαζόταν Ελλάδα, συνεχίζει με τα γεωγραφικά διαμερίσματα ξεκινώντας από την Πελοπόννησο (Πατριδογνωσία). Η Κουσκούρη στον πρόλογο του έργου δε χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την αγωγή των παιδιών, η οποία είναι και αποτέλεσμα της επιρροής που δέχονται οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να δημιουργηθεί ένας ανώτερος πολίτης, σ’αυτό συντελούν παράγοντες όπως: οι νόμοι του κράτους όταν οδηγούν στην ευημερία και στην ευτυχία, η οικογένεια, το εύκρατο κλίμα και η θρησκεία (Κουσκούρη, 1854: ε΄- ή).

[7] Από τους συνδρομητές του βιβλίου της «Γεωγραφίας της αρχαίας Ελλάδος» (περίπου τετρακόσιοι τριάντα στον αριθμό), συμπεραίνουμε ότι μια μεγάλη μερίδα πολιτών γνώριζε την Πολυτίμη Κουσκούρη και θαύμαζε το έργο της. Μάλιστα μέσα στον ονομαστικό κατάλογο των συνδρομητών βρίσκουμε τη Μαρία Κόρκ, τον Σκαρλάτο Βυζάντιο και τον Ιωάννη Κοκκώνη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι τον ίδιο χρόνο (1854) ο Ιάκωβος Ραγκαβής εκδίδει και εκείνος τρίτομο εγχειρίδιο γεωγραφίας «Τα Ελληνικά», ενώ ο Ιωάννης Κοκκώνης είχε εκδώσει βιβλίο γεωγραφίας «Γεωγραφία στοιχειώδης παλαιά και νεοτέρα» από το 1839, τα οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας μας ως πηγές του πονήματός της. Επιπλέον πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω εγχειριδίου ήταν το λεξικό του Σκαρλάτου, η γεωγραφία του Κούμα και τα έργα των: Στράβων, Παυσανία, Πολύβιου, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Thurot  και  Heeren  (Κοκκώνης, 1839, Ραγκαβή, 1854).       

 

Πηγή


  • Γυναικεία Εκπαίδευση, «Η Παιδαγωγός Πολυτίμη Κουσκούρη», Μαρία Μπούμπουρα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 2011.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Ναυπλιακή επανάσταση – 1η Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862


 

Το Ιωβηλαίο της 150ετίας

 

Συμπληρώθηκαν φέτος 150 χρόνια από την ένοπλη επανάσταση που ξέσπασε στο Ναύπλιο εναντίον του Όθωνα και του «Συστήματος» την 1η Φεβρουαρίου και  έληξε την 8η Απριλίου 1862. Η Ναυπλιακή επανάσταση, όπως καταγράφηκε  στην ιστορία, είναι η στάση της στρατιωτικής φρουράς του Ναυπλίου και η εξέγερση των κατοίκων της ιστορικής πόλης εναντίον του «υπουργείου του αίματος»του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και της βασιλικής καμαρίλλας που καταδυνάστευαν το λαό. Είναι η κορυφαία έκφραση της προσπάθειας που κατέβαλλαν τα φιλελεύθερα και υπό διαμόρφωση αστικά στρώματα της Ελλάδας να επιβάλουν συνταγματικό βίο, να εκσυγχρονίσουν τους θεσμούς και να εκδημοκρατίσουν το νεαρό κράτος.

Η πόλη μας, το Ναύπλιο, γιορτάζει την επέτειο και τιμά τη μνήμη όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και όλων όσοι ξεσηκώθηκαν να γκρεμίσουν το «Σύστημα» και τη φαυλοκρατία που είχε εκθρέψει η Οθωμανική διακυβέρνηση επί τρεις σχεδόν δεκαετίες.

  

Οι εθνικοπολιτικές και κοινωνικές συνθήκες

 

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Οι Βαυαροί αντιβασιλείς αρχικά και ο βασιλιάς Όθων Βίττελσμπαχ στη συνέχεια, επιδίωξαν να καταστήσουν την Ελλάδα ένα κράτος ευρωπαϊκού τύπου, μεταφυτεύοντας εδώ θεσμούς και διοίκηση που δεν είχαν καμιά σχέση με τα ήθη και την παράδοση των Ελλήνων (πνεύμα και βίωμα κοινοτήτων) και πάνω απ’ όλα ήταν ξένα με τη νοοτροπία τους. Γι’ αυτό οι Έλληνες δεν ένιωσαν ποτέ το κράτος δικό τους. Τη διοίκηση τη στελέχωσαν κυρίως Βαυαροί  και «ετερόχθονες» και παραγκωνίστηκαν οι «αυτόχθονες» και οι αγωνιστές του ’21.

Οι τελευταίοι πρωτοστατούσαν στις περιοδικές εξεγέρσεις που σημειώνονταν σε όλη την ελληνική επικράτεια, όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, τροφοδοτώντας και αυξάνοντας τον αντιοθωνισμό των Ελλήνων. Πολύ περισσότερο που παρέμεναν άλυτα τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και δεν προωθούνταν οι εθνικές επιδιώξεις.

Με λίγα λόγια τα περίφημα εθνικά κτήματα (πρώην τουρκικές ιδιοκτησίες) δεν αποδίδονταν στους καλλιεργητές τους, που ήταν  οι φυσικοί ιδιοκτήτες τους, αλλά τα νέμονταν μεγαλοτσιφλικάδες και το κράτος. Έτσι η αγροτική παραγωγή ήταν περιορισμένη και ο λαός φτωχός και αδικαίωτος.

Τα πολιτικά κόμματα  της Ελλάδας ήταν τότε ξενοκίνητα και εκπροσωπούσαν, κυρίως, τα συμφέροντα των τριών μεγάλων δυνάμεων: της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ήταν προσωποπαγή, χωρίς πολιτικές αρχές και χωρίς κοινωνικό προσανατολισμό. Αδυνατούσαν  να χαράξουν εθνική στρατηγική και να λειτουργήσουν δημοκρατικά, βάζοντας αναχώματα στον αυταρχισμό του παλατιού.

Το εθνικό θέμα που πυρπολούσε τις καρδιές των Ελλήνων ήταν η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ηπειροθεσαλλίας, της Μακεδονίας, και της Κρήτης. Χρόνια την ανέμεναν, όντας ώριμη, αλλά δεν τελεσφορούσε. Κι όταν τα παλάτι διάλεξε τη στιγμή (το 1854 κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου) να υποκινήσει πόλεμο εναντίον των  Οθωμανών (κατάλληλα υποδαυλισμένο από τους Ρώσους) αποδείχθηκε απρόσφορη στιγμή, γιατί οι σύμμαχοι της Τουρκίας Άγγλοι και Γάλλοι επέβαλαν στην Ελλάδα ωμή κατοχή που κράτησε τρία χρόνια. Ο θρόνος ταπεινώθηκε και εγκατέλειψε τους μεγαλοϊδεατισμούς. Έγινε βέβαια πιο συμπαθής στο λαό για κάποιο διάστημα, αφού ο θρόνος συμβόλιζε την ενότητα του έθνους, αλλά ο Όθων έπεσε ακόμα πιο χαμηλά στη συνείδηση του Ελληνικού λαού.

Και καθώς οι δοτές κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη αδυνατώντας να λύσουν τα προβλήματα, στην Αθήνα κάνουν την εμφάνισή τους οι περίφημοι «Σύλλογοι» που αποτελούν τη μαχητική αντιπολιτευτική πρωτοπορία, ενώ γύρω από την εφημερίδα «Το μέλλον της πατρίδας» συγκεντρώθηκε όλη η ηγεσία της νεολαίας.

 

Ο διεθνής  περίγυρος

 

Μετά την Παρισσινή επανάσταση του 1848 που καθαίρεσε το βασιλιά της Γαλλίας, ένα κύμα αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων στην Ευρώπη έφερε οριστικά  στην εξουσία, την αστική τάξη. Η απολυταρχική κρατική δομή της Ευρώπης παρέμενε η Αυστρία του Μέτερνιχ και ακολουθούσαν τα γερμανικά βασίλεια και η τσαρική Ρωσία. Από τις απολυταρχίες καμία δεν ευνοούσε δημοκρατικές εξελίξεις  στην Ελλάδα και όλες διεκδικούσαν την πρόσδεσή της Ελλάδας στο άρμα των συμφερόντων τους.

Μεγαλύτερη επιρροή ασκούσε στον Όθωνα η Ρωσία, γι’ αυτό καθ’ όλο το διάστημα της βασιλείας του η Αγγλία υπήρξε η πιο απηνής διώκτις του. Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται στον επαναστατικό πυρετό που είχε καταλάβει αυτή την περίοδο τα βασίλεια της Ιταλικής χερσονήσου και που σιγά –σιγά θα οδηγούσε στη Ιταλική Ένωση. Την περίοδο αυτή  η Ελλάδα εισήγαγε από την Ιταλία επαναστατικά νέα, επαναστατικές ιδέες και ενίοτε επαναστάτες, είτε Ιταλούς, είτε αλλοεθνείς εξ Ιταλίας. Στα Βαλκάνια στήνονταν μυστικές εταιρείες και επαναστατικές συνωμοσίες, γιατί οι λαοί συγκροτούσαν την εθνική ιδεολογία τους και ετοιμάζονταν για την αποτίναξη της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας και την κατάκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας.

  

Το Ναύπλιο και η Παπαλεξοπούλου

 

Το Ναύπλιο ήταν από τα λίγα  αναπτυγμένα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Η απογραφή του 1861 αποτυπώνει προχωρημένη αστικοποίηση και αξιόλογη βιοτεχνική  παραγωγή και εμπορική κίνηση. Ο πληθυσμός της εντός των τειχών πόλεως ήταν 6.000 περίπου  αλλά αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η αίγλη που απέκτησε ως η πόλη εγκέφαλος της εθνικής ανεξαρτησίας και στη συνέχεια ως η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Ήταν ασφαλώς  η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας με  την Ακροναυπλία να αποτελεί  το ερεισίνωτο της πόλης , την καστρονησίδα Μπούρτζι να ελέγχει την είσοδο του λιμανιού και το Παλαμήδι να φρουρεί αφ’ υψηλού το τειχισμένο Ναύπλιο. Ήταν, λοιπόν, σπουδαίο στρατιωτικό κέντρο και φιλοξενούσε το Οπλοστάσιο της Ελλάδας.

Μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της βασίλισσας Αμαλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου 1861,  οι φυλακές του Παλαμηδίου γέμισαν από πολιτικούς κρατούμενους  και η πόλη του Ναυπλίου από εκτοπισμένους πολιτικούς αντιπάλους του Όθωνα. Το Ναύπλιο, αναπόφευκτα, δυσαρεστημένο από την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα  με απόφαση του Όθωνα, ζυμωνόταν τώρα με οξύτερα αντιοθωνικά αισθήματα από τους εξόριστους αξιωματικούς, υπαλλήλους,  φοιτητές, δημοσιογράφους κ.λ.π. Ενεργό ρόλο στις πολιτικές ζυμώσεις έπαιζε ο δραστήριος δικηγορικός σύλλογος και ορισμένοι μαχητικοί Πρωτοδίκες και Εφέτες.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Ασφαλώς, όμως, ξεχωριστό τόνο έδινε ο Σύλλογος της Νεολαίας Ναυπλίου και η γυναίκα θρύλος του Ναυπλίου, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Χήρα του πρώτου δημάρχου του Ναυπλίου Σπύρου Παπαλεξοπούλου, με αξιοσημείωτη για την εποχή της μόρφωση και ενημερωμένη βιβλιοθήκη, είχε φιλελεύθερη πολιτική συγκρότηση, ευαίσθητη κοινωνική συνείδηση και μαχητικό πνεύμα.

Το σαλόνι της από το 1828 έως το 1834 που μεταφέρθηκε η «καθέδρα» του κράτους στην Αθήνα ήταν το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Από κει πέρασαν «όλοι». Από τον Καποδίστρια έως τους αντιβασιλείς και τον Όθωνα, και από τους πρέσβεις των ξένων κρατών έως και τους επίσημους επισκέπτες και τους επιφανείς περιηγητές της Ελλάδας. Τα πατριωτικά και φιλελεύθερα ιδεώδη της την έφεραν όμως νωρίς σε σύγκρουση και με το συγκεντρωτισμό του πρώτου κυβερνήτη και με τον απολυταρχισμό των βαυαρών.

Όμως από το 1861 το σπίτι της στην πλατεία Συντάγματος του Ναυπλίου είχε γίνει τόπος συνάντησης  των εξόριστων αξιωματικών και των φλογερών πολιτών που ζητούσαν την «έκπτωσιν του συστήματος». Οι δημοκρατικές απόψεις, η συνωμοτική προετοιμασία και ο επαναστατικός ερεθισμός διευθύνονταν επιδέξια από την Παπαλεξοπούλου που ξαναζούσε μέρες υψηλής πολιτικής έντασης.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Το Ναύπλιο είχε καταστεί το πιο προωθημένο αντιδυναστικό κέντρο και δε χρειαζόταν παρά μια σπίθα για να εκραγεί η εύφλεκτη πολιτική του ύλη. Εξάλλου σε όλη την επικράτεια του ελληνικού βασιλείου εκδηλώνονταν σποραδικά εξεγέρσεις που καταπνίγονταν με τα όπλα. Η σπίθα βρέθηκε και ήταν η δημόσια προσβολή του Όθωνα προς τον ένδοξο ναύαρχο Κων. Κανάρη. Η προσβολή είχε ιδιαίτερα δυσμενή απήχηση στο Ναύπλιο, όπου ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης  ήταν πολύ λαοφιλής. Μετά απ’ αυτό και σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση της Αθήνας ελήφθη η απόφαση της ένοπλης εξέγερσης για την «κατάπτωσιν του Συστήματος»

Την οργάνωση  και την ηγεσία της στρατιωτικής συνωμοσίας ανέλαβαν δύο εμπειροπόλεμοι και σοβαροί αξιωματικοί. Ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, διοικητής του Β΄ τάγματος πεζικού στην Ακροναυπλία και ο  αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, φυλακισμένος στην Ακροναυπλία. Συνεπικουρούνταν  φυσικά από άλλους μυημένους αξιωματικούς και ήταν σ’ επαφή με συνωμοτικά κινήματα πολλών ελληνικών πόλεων και φυσικά με την ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Αθήνα. Ο στόχος ήταν μια ταυτόχρονη πανελλήνια εξέγερση ξημερώματα της 4ης Φεβρουαρίου 1862.

 

Η επανάσταση

 

Πάνος Κορωναίος

Επειδή βρέθηκαν στα χέρια της αστυνομίας επιστολές συνωμοτικού περιεχομένου, που διακινούσε με το διπλωματικό σάκο ο υποπρόξενος του Βελγίου και δραστήριο μέλος του Ναυπλιώτικου δικτύου, αναγκάστηκαν οι συνωμότες να επισπεύσουν την έναρξη της επανάστασης. Έτσι τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου 1862 συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος (τότε Πλατάνου), όπου και το σπίτι της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, στρατός και λαός ενωμένοι. Εκεί κήρυξαν επίσημα την έναρξη της Επανάστασης, κατέλυσαν τις αρχές, κατέλαβαν το Παλαμήδι και ανέλαβαν τη διοίκηση της πόλης.

Ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο συντάχθηκαν με τους επαναστάτες και συγκροτήθηκαν στην πόλη εθελοντικές μονάδες πολιτών για να συνδράμουν τις στρατιωτικές δυνάμεις της Επανάστασης. Στρατιωτικός αρχηγός της Επανάστασης ορίστηκε ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, αρχηγός του επιτελείου ο αντισυνταγματάρχης Πάν. Κορωναίος, φρούραρχος Ναυπλίου ο ταγματάρχης Δ. Βότσαρης, φρούραρχος Παλαμηδίου ο ταγματάρχης  Ζυμβρακάκης και στρατιωτικός αστυνόμος Ναυπλίας ο υπολοχαγός Δημητράκης Γρίβας (γιος του οπλαρχηγού της Ακαρνανίας Θεοδωράκης Γρίβα), ο πιο μαχητικός από τους ηγέτες του Ναυπλιακού κινήματος και ανυπότακτος μέχρι τέλους.

Από τη δεύτερη μέρα, όμως, μετά από ψηφοφορία λαού και στρατού αναδείχθηκε μια «Κυβερνητική Επιτροπή» αποτελούμενη μόνο από πολίτες, αφού ο Μίχου επέμενε ότι οι στρατιωτικοί πρέπει να περιοριστούν στα «καθαρώς στρατιωτικά έργα» και πως «ο στρατός δεν πρέπει να πολιτεύεται». Την επιτροπή αυτή στελέχωσαν επιφανή μέλη της Ναυπλιώτικης κοινωνίας. Ο δήμαρχος Πολ. Ζαρειφόπουλος, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Μιχ. Ιατρός, ο πρώην βουλευτής Γ. Ι. Ιατρός, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο δημοτικός σύμβουλος Β. Κόκκινος και τέσσερις δικηγόροι: ο Κ. Γ. Αντωνόπουλος, ο Γρ. Δημητριάδης, ο Κ. Πετσάλης και Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος. Γενικός Γραμματέας της επιτροπής ορίστηκε ο Γ. Δ. Ποσειδών.

Η επιτροπή απεύθυνε προς το ελληνικό έθνος Διακήρυξη όπου εξηγούσε τα αίτια και καθόριζε τους τρείς βασικούς σκοπούς του κινήματος που ήταν:

1. Η κατάπτωση του συστήματος

2. Η διάλυση της βουλής.

3. Η συγκρότηση εθνοσυνέλευσης που θα υποσχόταν:

            α. Την ανάκτηση των χαμένων ελευθεριών και

            β. την εκπλήρωση των εθνικών πόθων

 

Είναι  φανερό πως ο αντιοθωνισμός της διακήρυξης είναι μόνο έμμεσος, από πολιτική πρόνοια να μην έρθουν οι επαναστάτες  σε αντίθεση με τις Προστάτιδες Δυνάμεις που είχαν επιβάλει και εγγυηθεί το θρόνο της Ελλάδας με τη συνθήκη της 25/4/1832. Έτσι η επίθεση γίνεται ανοιχτά εναντίον του «Συστήματος».

Άλλο μέλημα της Επιτροπής ήταν η οργάνωση της νέας κατάστασης και η εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας στο λαό. Και στα δύο αυτά  τα αποτελέσματα ήταν άριστα. Αξιομνημόνευτος είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο ενέταξαν στις ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις του ποινικούς κρατούμενους του Παλαμηδίου, μετά από έντονα εκφρασθείσα δική τους επιθυμία.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Έτσι λαός, στρατός, πρώην κρατούμενοι και σώματα εθελοντών από τις γύρω περιοχές, το Άργος, την Τρίπολη κ.λπ. συγκρότησαν μια αξιόλογη πολεμική δύναμη. Στο δίλημμα αν θα έπρεπε να βαδίσουν κατά της Αθήνας, ώστε να ξεσηκώσουν τους πάντες στο διάβα τους ή να παραμείνουν στο Ναύπλιο αναμένοντας την επανάσταση των άλλων πόλεων, όπως ήταν η συμφωνία, στο δίλημμα αυτό δόθηκε η απάντηση: παραμονή στο οχυρό Ναύπλιο, για να μη διακινδυνευτεί η σύγκρουση με τον κυβερνητικό στρατό σε ανοιχτό πεδίο και τα θύματα είναι πολλά.

Η απόφαση αυτή έδωσε χρόνο στο Παλάτι και την άνεση να δράσει ψύχραιμα και μεθοδικά. Ενεργοποίησε αποτελεσματικά τους μηχανισμούς καταστολής και προπαγάνδας  και στην Αθήνα και στις υπόλοιπες πόλεις, όπου υπήρχαν πληροφορίες για συνωμοτικές κινήσεις, και τις εξάρθρωσε ή τις κατέστειλε αμέσως μόλις ξέσπασαν.

Στη συνέχεια ο Όθων συγκάλεσε στην Κόρινθο όλες τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις (φαίνεται πως ήταν 3.000- 4.000) και ανέθεσε την αρχιστρατηγία στον απόστρατο στρατηγό γερμανοελβετικής καταγωγής Εμμαν. Χαν. Παράλληλα ο βασιλικός στρατός ενισχύθηκε με στρατολογηθέντες άτακτους μισθοφόρους. Ταυτόχρονα βουλευτές και αξιωματούχοι του συστήματος που είχαν κύρος στάλθηκαν στις επαρχίες για να αποτρέψουν νέες εξεγέρσεις. Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του Γενναίου Κολοκοτρώνη που κατάπαυσε την επανάσταση στην Αρκαδία και στο Άργος και επιβραβεύτηκε αργότερα από τον  Όθωνα με την ανάθεση σ’ αυτόν  της  Πρωθυπουργίας. Ο στρατός αυτός σύστησε στρατόπεδο στ’ ανοιχτά του Ναυπλίου (κοντά στις σημερινές φυλακές της Τίρυνθας)  και άρχισε την προετοιμασία.

 

Το χρονικό των μαχών

 

Εμμανουήλ Χαν

Την 8η Φεβρουαρίου 1862 και χωρίς να προηγηθούν διαπραγματεύσεις ο κυβερνητικός στρατός εξαπέλυσε ταυτόχρονη επίθεση σε τρία μέτωπα που είχαν καταλάβει και οχυρώσει οι επαναστάτες του Ναυπλίου: στο χωριό Άρια, στο λόφο του προφήτη Ηλία και στους Μύλους του Ταμπακόπουλου που βρίσκονταν Ν.Δ. του προφήτη Ηλία. Οι μάχες ήταν πεισματικές και με μεγάλες απώλειες. Περίπου 70 οι νεκροί και από τις δύο πλευρές και περισσότεροι οι τραυματίες. Η νίκη στεφάνωσε τα όπλα των επαναστατών αλλά με εντολή του Μίχου δεν έγινε καταδίωξη των ηττημένων, για να μη χυθεί άλλο αδερφικό αίμα και γιατί ανέμενε να αυτομολήσουν προς το στρατό του πολλοί αξιωματικοί του Χαν.

Εν τω μεταξύ οι κυβερνητικοί σφίγγουν την πολιορκία και οι επαναστάτες συναισθάνονται την απομόνωση. Δεν χάνουν, όμως, τις ελπίδες τους ότι σύντομα θα επαναστατήσουν και άλλες πόλεις. Το ηθικό φροντίζει να το κρατά ακμαίο η εφημερίδα αρχών της επανάστασης «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ» που εξέδιδε ο ταλαντούχος δημοσιογράφος Θ. Φλογαΐτης  καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Ο Φεβρουάριος πέρασε με αψιμαχίες και μάχες  κυρίως στα χωριά Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι), Δρέπανο (Χαϊδάρι), Τολό (Μινώα), Ασίνη (Τζεφέραγα). Θύματα ήταν κυρίως οι άμαχοι τους οποίους πλιατσικολογούσαν άγρια οι άτακτοι μισθοφόροι του βασιλικού στρατού. Στο τέλος του Φλεβάρη άρχισαν  να υποφέρουν οι πολιορκημένοι από ελλείψεις, κυρίως κρέατος, και να νιώθουν στενοχωρία από τη συρροή προσφύγων. Παρέμεναν όμως ακλόνητοι στις πεποιθήσεις τους.

Την 1η Μαρτίου έχουμε τις σφοδρότερες συγκρούσεις σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Ο βασιλικός στρατός, υπέρτερος αριθμητικά, επιτέθηκε στην Άρια που την υπερασπιζόταν ο ανθυπολοχαγός Δυοβουνιώτης. Οι υπερασπιστές δεν άντεξαν κι ο Δυοβουνιώτης έπεσε νεκρός. Ένα τμήμα των νικητών εισβάλλει στο ατείχιστο προάστιο του Ναυπλίου, την Πρόνοια, τη λεηλατούν και την πυρπολούν. Ένα άλλο τμήμα σπεύδει να ενισχύσει τους επιτιθέμενους εναντίον του προφήτη Ηλία που τον υπερασπίζεται ο υπολοχαγός Δ. Γρίβας και ένα άλλο βοηθά τους επιτιθέμενους  στους Μύλους Ταμπακόπουλου που τους υπερασπίζεται ο ανθυπολοχαγός Πραΐδης. Οι Μύλοι του Ταμπακόπουλου δεν άντεξαν και στο τέλος πυρπολήθηκαν από τους κυβερνητικούς. Η μάχη στον Προφήτη Ηλία κράτησε μέχρι τις 9 το βράδυ και οι άνδρες του Γρίβα κατάφεραν να βγουν από τον ασφυκτικό κλοιό με τέχνασμα και να σωθούν μπαίνοντας στα τείχη της πόλης. Για τις εκατέρωθεν απώλειες οι μαρτυρίες  είναι πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες. Είναι σαφές όμως ότι οι δυνάμεις των επαναστατών ηττήθηκαν  σε όλα τα μέτωπα και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι περίπου 90 επαναστάτες, ανάμεσα στους οποίους και ο αρχηγός του επιτελείου των Ναυπλιωτών Πάνος Κορωναίος.

Την επόμενη μέρα ο Χαν ζητά με έγγραφο από τον Μίχου την παράδοση της πόλης εντός 24 ωρών χωρίς όρους. Στο Ναύπλιο τότε δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις: Αυτοί που με αρχηγό τον Μίχου ζητούσαν γενική αμνηστία και με αυτόν τον όρο δέχονταν να παραδοθούν (γιατί δεν έβλεπαν  συνδρομή από αλλού κι είχαν χάσει τις ελπίδες τους) και οι αδιάλλακτοι με αρχηγό τον Δ. Γρίβα που πρότειναν την παράταση του αγώνα.

 

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

 

Οι περισσότεροι τάχθηκαν με την άποψη του Μίχου και υπέγραψαν  έγγραφο με το οποίο ζητούσαν Γενική αμνηστία. Οι διαφωνούντες κατέλαβαν το Παλαμήδι και προετοιμάζονταν να συνεχίσουν ακόμα και μόνοι  τον Αγώνα, όταν έφτασε η είδηση της Επανάστασης στις Κυκλάδες. Τότε αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των πολιορκημένων και εύχονταν να απαντήσει αρνητικά ο Όθων. Η επανάσταση των Κυκλάδων όμως, πνίγηκε στο αίμα, γεμίζοντας θλίψη τους Ναυπλιείς και συγκλονίζοντας το πανελλήνιο με τη σκληρότητα των κυβερνητικών και την απάνθρωπη συμπεριφορά προς τους νεκρούς Ν. Λεωτσάκο (ήρωα της Θεσσαλικής Επανάστασης), ανθυπολοχαγό Περ. Μωραϊτίνη και το φοιτητή Σκαρβέλη.

Σιγά –σιγά όμως κύριος της κατάστασης στο Ναύπλιο έγινε ο Δ. Γρίβας και οι ομοϊδεάτες τους και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, λαού πήρε το μέρος του. Κι όταν ο Χαν μετά από παρελκυστική τακτική αρκετών ημερών ανακοίνωσε στις 16 Μαρτίου ότι το «υπουργείον δεν ενδίδει» και δεν δίνει αμνηστία οι αντιμαχόμενες παρατάξεις Μίχου – Γρίβα συμφιλιώθηκαν και με νέα ορμή ρίχτηκαν και πάλι μαζί  στον αγώνα, βομβαρδίζοντας τους πολιορκητές στις 18 και 19 Μαρτίου και δεχόμενοι το σφοδρό Κανονιοβολισμό του Χαν.

 

Ο Επίλογος

 

Η κατάσταση στην πόλη γίνεται μέρα με τη μέρα δραματικότερη αφού, εκτός των άλλων, υπήρχε και η έλλειψη πόσιμου νερού μετά την κατάληψη της Άριας και των πηγών της από τους πολιορκητές (το Ναύπλιο υδρευόταν τότε από την Άρια). Αυτό ανάγκασε τους πολιορκημένους να ζητήσουν ανακωχή και με νοικιασμένες βάρκες μεταφέρθηκαν, όσες οικογένειες δέχτηκαν, στους Μύλους κι από ‘κει με απίστευτες δυσκολίες και ταλαιπωρίες, στο Άργος.

 

Ναυπλιακή Επανάσταση - Κατάληψη του Ναυπλίου από τα κυβερνητικά στρατεύματα, 1862.

 

Στις 24 Μαρτίου έφτασε στο Ναύπλιο το διάταγμα της αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας. Το διάταγμα εξαιρούσε από την αμνηστία 12 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς ως πρωταίτιους της επανάστασης. Επιπλέον είχε ημερομηνία 8 Μαρτίου 1862, άρα ο Χαν το είχε κρατήσει μυστικό, αφού οι Ναυπλιείς ζητούσαν Γενική Αμνηστία και δεν θα το δέχονταν. Προσδοκούσε ότι ο χρόνος δούλευε εις βάρος τους και πως αργότερα θα το δέχονταν. Κι όμως το απέρριψαν διατρανώνοντας την απόφασή τους για αγώνα μέχρι εσχάτων. Αλλά για πόσο ακόμα;  Για πρώτη φορά, κατά τα τέλη Μαρτίου, παρατηρήθηκαν αυτομολήσεις από τους Ναυπλιείς προς το στρατόπεδο των πολιορκητών. Αυτό ήταν το σήμα για τον Μίχου να έρθει σε συνεννόηση με τους πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας να διαθέσουν πλοία, ώστε να αναχωρήσουν για το εξωτερικό οι 19 μη αμνηστευμένοι πρωταίτιοι της επανάστασης Οι πρέσβεις δέχθηκαν και το πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 6 Απριλίου 1862 απ’ όλους, πλην του Δ. Γρίβα ο οποίος υπέγραψε τη δήλωση:

«Εγκαταλειφθείς παρά πάντων των συναδέλφων μου αναγκάζομαι να καταδικάσω εμαυτόν εις αειφυγίαν και, αισχυνόμενος του λοιπού να αποκαλώμαι Έλλην, από τούδε παραιτούμαι της ελληνικής εθνικότητας».

Οι μη αμνηστευμένοι μέσα σε ανείπωτη συγκίνηση μπήκαν στα δυο καράβια, ένα Αγγλικό κι ένα Γαλλικό, ανήμερα το Πάσχα, 8 Απριλίου 1862, αφού χαιρέτησαν τη Φρουρά, τους πολίτες και την Κ. Παπαλεξοπούλου που προφητικά τους εγκαρδίωνε  πως σύντομα θα ξανανταμωθούν. Μαζί τους έφυγαν για το εξωτερικό κι άλλοι 250-300 επαναστάτες που δεν δέχτηκαν να παραμείνουν και να παραδώσουν την πόλη στους νικητές αντιπάλους.

Μετά την αναχώρηση των πλοίων ο εντεταλμένος ταγματάρχης Ι. Μανολάκης παρέδωσε την πόλη και τα κάστρα στο Χαν και ο βασιλικός στρατός έμπαινε στην πόλη με τους εναπομείναντες κατοίκους κλεισμένους στα σπίτια τους. Κατέβηκαν οι επαναστατικές σημαίες, αποκαταστάθηκαν οι Οθωνικές αρχές και επέστρεψαν οι οικογένειες που το είχαν εγκαταλείψει. Η ζωή έβρισκε σιγά –σιγά το δρόμο της και η πίκρα τη θέση της στις καρδιές των Ναυπλιωτών.

 

Μικρή αποτίμηση

 

Η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε διάρκεια 67 ημερών. Ξεκίνησε με ενθουσιασμό των επαναστατών, πίστη στο δίκαιο των επιδιώξεών τους και ελπίδες για την επίτευξη των στόχων τους. Έληξε με στρατιωτική ήττα αλλά ταυτόχρονα με ηθική και πολιτική επικράτησή τους.

Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από τις εξελίξεις:

1)  Ο Όθων  αναγκάστηκε να αλλάξει την κυβέρνηση με την οποία ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση οι επαναστάτες

2)  Ανέλαβε πρωτοβουλίες για επανάσταση εναντίον  των οθωμανών στα μικρασιατικά παράλια  για να υλοποιήσει μέρος έστω τη Μεγάλης Ιδέας και

3)  Μέσα σε έξι μήνες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το θρόνο και να αποχωρήσει από την Ελλάδα, δικαιώνοντας αναδρομικά την Ναυπλιακή Επανάσταση.

Πολιτειακό ζήτημα δεν είχε τεθεί και, όπως ήταν φυσικό για την εποχή εκείνη, αναζητήθηκε νέος βασιλιάς. Οι «Προστάτιδες» Δυνάμεις επέλεξαν μετά από συμβιβασμούς το Δανό Γεώργιο Γκλυξμπουργκ ως βασιλέα της Ελλάδας.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

Φιλόλογος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο


 

Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

 

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».

Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.

Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».

Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

 

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου

Ιστορικός

  

Βιβλιογραφία


Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:

1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].

2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η Αργολίδα στα όπλα – Η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου 17-5-44


 

 Το κείμενο που παραθέτουμε, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φείδων» στο φύλλο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου του 1984. Ο Κ. Κυριαζόπουλος περιγράφει με γλαφυρότητα όσα ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης – ένας από τους πρωταγωνιστές  της συγκεκριμένης μάχης – του αφηγήθηκε.

 

Το 1944 είναι ο χρόνος των παθών για την Χιτλερική Γερμανία. Τα συμμαχικά στρατεύ­ματα προελαύνουν σε ό­λα τα μέτωπα και οι α­ντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη με καθημερινές πράξεις σαμποτάζ, με ενέδρες και φονικές μάχες καθιστούν τη θέση των στρατευμά­των κατοχής απελπιστι­κή. Εκείνο όμως που ιδιαίτε­ρα απασχολεί τη Γερμανική διοίκηση στην Ελλά­δα είναι η με πάση θυσία διατήρηση ανοιχτής της οδού διαφυγής των Γερμανικών στρατευμά­των απ’ το Μωριά προκειμένου έτσι ν’ αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους από τις προελαύνουσες προς νότο Ρωσικές στρατιές. Για τον λόγο αυτόν οι Γερμανικές αρχές θα εξαπολύσουν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ’ ολόκληρο το Μωριά την άνοιξη του ’44 με στόχο βασικό να κάμψουν το ηθικό του μαχόμενου για την ελευθερία του Ελληνικού λαού, και να αποδυναμώσουν έτσι την πολεμική δραστηριότητα των πατριωτικών δυνάμεων.

Έλληνες στρατιώτες.

Στο αιματηρό αυτό όργιο κατά του Ελληνικού λα­ού θα τους συμπαραστα­θούν ολόψυχα και οι Έλληνες συνεργάτες τους ά­τομα αυστηρά επιλεγμέ­να από το βούρκο του υ­ποκόσμου με ανεπάρκεια πνευματική και ανύπαρ­κτη εθνική συνείδηση. Αποκαλυπτική της απόγνωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι δυνάμεις κα­τοχής στο Μωριά είναι και η πιο κάτω έκθεση απ’ τα μυστικά αρχεία του Γ. Ράϊχ της 25-5- 44 η οποία λέει: Έκθεσις της Γερμανι­κής υπηρεσίας πληροφοριών της αντικατασκοπείας Αϊνς Τσέ, εξ’ Ελλάδος της 25-5-44. Η κατάστασις εις Πελοπόννησον κατέ­στη τόσον σοβαρά από πολυπληθείς πράξεις σαμποτάζ στις μεταφορές μας, και επιθέσεις στρατηγι­κών θέσεων, ώστε απέβη αναγκαίον να χαρακτηρισθή ολόκληρος η περιο­χή ως πεδίον επιχειρήσεων.

Η ίδια αυτή Γερμανική υπηρεσία σε άλλη της έκ­θεση αναφέρει: Εις Πελοπόννησον η παρουσία του Αρχηγού των Ελλήνων ανταρτών Άρη Βελουχιώτη οδηγεί εις περαιτέρω έντασιν της δρα­στηριότητος των   ανταρτών… Υπό την καθοδήγησίν του οργανώθησαν επιθέσεις που εστοίχισαν πολλάς απώλειας εις τους αντάρτας… Συνεχείς ανα­τινάξεις επί των σιδηροδρομικών γραμμών και αιματηραί συμπλοκαί μεταξύ των ημετέρων κομάντος και Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα πιο πάνω κείμενα βλέπει κανείς την έκταση  του ψυχολογικού αδιέξοδου στο  οποίο έ­χουν περιέλθει οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες   τους… Κι ακόμα την παραδοχή των αρχών κατοχής ότι (η κατάστασις στην Πελοπόννησο κατέστη τόσο σοβαρά από την πολεμική δραστη­ριότητα των Ελλήνων ώ­στε απέβη αναγκαίο να χαρακτηρισθεί ολόκληρη η περιοχή της Πελοποννήσου ως πεδίον επιχειρήσεων). Και την εφιαλτική αυτή κατάσταση της δραστηριότητας των Ελλή­νων ανταρτών θα την ζήσουν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι την πλήρη απο­χώρησή τους από την Ελλάδα.

Μέσα λοιπόν σ’ αυ­τό το γενικό περίγραμμα της πολεμικής δραστηριότητας των Ελλήνων αντα­ρτών συγκαταλέγεται και η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου της 17-5-44 που σε γενικές  γραμμές και με πολύ συγκίνηση μου αφηγήθηκε πριν λί­γες μέρες ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης από τους πρωταγωνιστές της μά­χης εκείνης.

Τον τελευταίο καιρό στην ορεινή ιδιαίτερα Αργολίδα, οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοχεύοντες στην καθυπόταξη του πληθυσμού της υπαίθρου είχαν επιδο­θεί σ’ ένα χωρίς προηγούμενο αιματηρό όργιο. Η οργάνωση του ΕΑΜ Άργους σ’ αυτήν την οργανωμένη αιματηρή επι­χείρηση αντιδρά με την είσοδο αντάρτικων ομά­δων κρούσης μέσα στην πόλη του Άργους, που τα χαράματα της 15ης Μαΐου συλλαμβάνουν έ­ναν Αργίτη συνεργάτη του εχθρού, και την επο­μένη πυροβολούν και τραυματίζουν έναν άλλον σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Οι Γερμανικές αρχές μπροστά στην παράτολμη αυτή ενέργεια των ανταρτών καταλαμβάνονται α­πό πανικό και επιβάλλουν περιορισμό της κυκλοφορίας του πληθυσμού της πόλης από της 6ης απο­γευματινής μέχρι της 6ης πρωινής. Δεν έφτανε όμως η τιμω­ρία των συνεργατών του εχθρού. Έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες αυτού του αιματηρού οργίου κατά του λαού της υπαί­θρου, και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Την αποστολή αυ­τή η οργάνωση του Άργους ανέθεσε στη διοίκη­ση του 6ου Συντάγματος.

Η Οργάνωση του ΕΑΜ της Τρίπολης πληροφορεί το Σύνταγμα ότι μεταξύ της 16ης και 20ης Μαΐου (χωρίς ν’ αναφέρεται η ώρα) θα κινηθεί από Τρίπολη προς Άργος φάλαγγα Γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων με 100 περίπου εφέδρους αξιωματικούς του πυροβολικού της 117 μεραρχίας (άλ­λες πληροφορίες έλεγαν ότι επρόκειτο για υπαξιωματικούς της τοπογραφι­κής υπηρεσίας).

Η εντολή για την εκτέλεση της επιχείρησης ανετέθη στο διοικητή του 6ου λόχου του 6 τάγματος μόνιμο υ­πολοχαγό Τούτουνα Τά­σο και στον επίσης μόνι­μο Ανθυπολοχαγό Άρχον Στέφανον, οι οποίοι δια προσωπικής αναγνώρισης και με την βοήθεια Εφεδροελασιτών των γύρω χωριών που γνώριζαν σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, καθόρισαν απ’ την παραμονή τις λε­πτομέρειες της μάχης που είχε επιλεγεί η θέση ΧΑ­ΝΙ και πιο συγκεκριμένα η θέση Ντούλια, μια τοποθεσία στο δημόσιο δρόμο Άργους – Τρίπολης και σε απόσταση 4 περίπου χιλιόμετρα από τον Αχλαδόκαμπο προς την πλευ­ρά του Άργους.

Ο λόχος που βρισκόταν στο χωριό Λαύκα, ξεκίνησε από κει στις 15 Μαΐου και πεζοπορώντας μέσω Καρυάς – Κρυάβρυσης φτάνει τη νύχτα στη θέση εκείνη που από την ιστο­ρία είχε επιλεγεί για να γραφτεί εκεί μια σελίδα ηρωισμού και δόξας για τα Ελληνικά όπλα. Η κύρια δύναμη του λόχου α­πό 80 περίπου άνδρες, ή­ταν πλαισιωμένη και από 8 – 10 Ιταλούς στρατιώ­τες από κείνους που προσχώρησαν στο αντάρτικο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβρη του ’43. Ακόμα ο λόχος ενισχύ­θηκε και με καμιά τριανταριά εφεδροελασίτες της περιοχής που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες με τον ηρωισμό τους.

Εκτός από τον ατομικό τους οπλισμό οι Έλληνες πολεμιστές διέθεταν επτά οπλοπολυβόλα και αρκετές επιθετικές χειρο­βομβίδες. Το σχέδιο διά­ταξης της δύναμης, προέβλεπε την κάλυψη απ’ το μεγαλύτερο μέρος της, μιας έκτασης 200 περί­που μέτρων επί του δημο­σίου δρόμου και στην βορεινή πλευρά του. Δυο άλλες μικρές ομάδες από 10 περίπου άνδρες η κάθε μια θα ‘παιρναν  θέσεις, η μια προς την πλευρά της Τρίπολης και σε απόστα­ση500 μέτρων απ’ την ε­νέδρα, και η άλλη το ίδιο προς της πλευρά του Άργους. Αυτές οι δυο μικρές δυνάμεις ανέλαβαν τα καθή­κοντα του παρατηρητή και ακόμα την παρεμπό­διση γερμανικών ενισχύ­σεων στη διάρκεια της μάχης.

Η διοίκηση του λόχου από 15 άνδρες και 4 Ιτα­λούς τραυματιοφορείς με καθήκοντα εφεδρικής δύ­ναμης θα ‘παιρνε θέση 50 -60 μέτρα μακριά από την ενέδρα. Στους άνδρες του λόχου δίνονται οι τελευταίες λε­πτομέρειες δράσης, και στο κάθε τμήμα χωριστά γίνεται η κατανομή των αποστολών τους. Αυστηρή εντολή… Απόλυ­τη σιωπή… Καμιά μετα­κίνηση… Ένα με το χώ­μα… Το σύνθημα της επί­θεσης θα δινόταν αποκλειστικά και μόνο από τον διοικητή του λόχου με έ­ναν πυροβολισμό και η α­ποχώρηση με μια πράσι­νη φωτοβολίδα,.. και οι ώρες μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα περνά­νε γεμάτες αγωνία και νευρικότητα… Παντού βασιλεύει μια απέραντη σιωπή… Μια σιωπή τόσο μο­νότονη, τόσο κουραστική, που τσακίζει τα νεύρα ό­λων εκείνων που ώρες τώρα ακίνητοι στις θέσεις τους και που έχουν γίνει ένα με το χώμα, καρτεράνε να ‘ρθη εκείνη η μεγάλη στιγμή…

Αχλαδόκαμπος

Η στιγμή εκείνη που οι κλαγγές των όπλων θα στείλουν στους αετούς του Ολύμπου για ν’ ακουστούν στα πέρατα της γης χαιρετισμό περήφανο απ’ τους αντρειωμένους του Μωριά. Παντού σιωπή… Το ίδιο σιωπηλή και η θά­λασσα εκεί κάτω στον Αργολικό έτσι όπως φαίνε­ται από ψηλά σαν ένα τε­ράστιο απλωμένο σεντόνι κεντημένο από χιλιάδες κίτρινα φαναράκια πού ‘ναι τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού… Παντού σιωπή… Κάπου- κάπου ένα τριζόνι τα­ράζει την ησυχία της νύ­χτας και την  ακοή  των παλικαριών, που κάνει την προσοχή τους σαν αφηνιασμένο άλογο, αχαλί­νωτη να καλπάζει σε κιν­δύνους φανταστικούς, και την ματιά τους να ψαχου­λεύει τον εχθρό μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτά­δια του μακρινού τοπίου.  Άλλοτε πάλι η σκιά ε­νός αγγελιοφόρου που γλιστράει μέσα στη νύ­χτα για να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ τη διοίκηση, αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει τα νεύρα των ανδρών του αποσπάσματος απ’ την υπερένταση.

Και περνάνε οι ώρες και περνάνε οι στιγμές πού ‘ναι τόσο άδειες, τόσο ατέλειωτες και βασανιστι­κές…Και κάποτε θα ‘ρθει η χαραυγή… Ένα χρυσοκόκκινο φως εκεί προς την ανατολή… Μήνυμα πως σε λίγο θα φέξει… Σε λίγο.. Και το ξημέρωμα θα φέρει μαζί του εκείνο το παγωμένο ανοιξιάτικο αγιάζι, που θα κάνει τα κορμιά των ανδρών να τρέμουν από το κρύο… Και τα πουλιά από θάμνο σε θάμνο πετώντας παρακολουθούν σαστισμένα ε­κείνες τις περίεργες σι­λουέτες που ώρες τώρα στέκουν ακίνητες και σιωπηλές, και που έχουν γί­νει ένα με το χώμα…

Ώρα 6η πρωινή. Ο βόμ­βος μιας μηχανής ταρά­ζει την πρωινή ησυχία και κάνει τις ματιές όλων σαν φωτεινοί προβολείς ν’ ανιχνεύουν το θαμπό ορίζοντα. Ένα μαύρο πουλί που όσο πλησιάζει παίρνει τεράστιες διαστάσεις έτσι όπως περνάει ξυστά πάνω απ’ τους γύ­ρω λόφους και χάνεται πίσω τους, εκεί προς την πλευρά της Τρίπολης. Είναι ένα ανιχνευτικό αεροπλάνο που πριν από λίγο απογειώθηκε από τ’ αεροδρόμιο του Άργους για κάποια ποιος ξέρει απο­στολή. Ώρα 8.30 πρωινή. Απ’ τη πλευρά του Άργους έρ­χεται ένα γερμανικό αυτοκίνητο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Σε λίγο έ­να άλλο αυτοκίνητο από Τρίπολη αυτή τη φορά προς Άργος. Και στις δυο περιπτώσεις τ’ αυτοκίνητα πέρασαν ανενόχλητα. Ώρα 9η πρωινή. Το παρατηρητήριο απ’ την πλευρά της Τρίπολης επι­σημαίνει φάλαγγα γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων που προηγούνται, μια μοτοσικλέτα και ένα μι­κρό κλειστό αυτοκίνητο. Η είδηση σαν αστραπή μεταφέρεται στους άνδρες του λόχου. Έτοιμοι σε θέση μάχης. Αγωνία και νευρικότητα…

Όλων οι ματιές είναι στραμμένες εκεί ψηλά στην τελευταία στροφή του δρόμου που σε λίγο θα φανεί η φάλαγγα των αυτοκινήτων. Έτοιμοι όλοι με το χέρι στη σκανδάλη. Και να τώρα, η μοτοσικλέτα που προηγείται της φάλαγγας κάνει την εμφάνισή της και πί­σω της μια κλειστή κούρ­σα που την ακολουθούν σ’ απόσταση σαράντα πε­ρίπου μέτρων τ’ άλλα αυτοκίνητα. Στρίβουν αριστερά στη στροφή, και πάλι δεξιά στην άλλη στροφή. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωράει ασυνήθιστα αργά. Τι να συμβαίνει άραγε… Μπορεί μήπως τ’ αεροπλάνο, ή κάποιο απ’ τ’ αυτοκίνητα που πέρασαν πριν από λίγο να διέκριναν κάτι το ύποπτο και να ειδοποίη­σαν τη φάλαγγα, ή μήπως πάλι αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια μη­χανική βλάβη ενός αυτοκινήτου, ή μήπως αυτό είναι δημιούργημα της ταραγμένης τους φαντασίας από κάποιο συναίσθημα φόβου και πανικού. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;.

Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σ’ αυτούς τους άν­δρες που ματωμένοι και νηστικοί, πήραν τα όπλα και διάβηκαν βουνοκορ­φές και λαγκάδια, κι ανέβασαν ψηλά στους ουρα­νούς τ’ όραμα της λευτε­ριάς και που για χάρη της στερήθηκαν τα πά­ντα, και που ποτέ δε ζή­τησαν γι’ αυτό ούτε δό­ξες ούτε τιμές. Είναι δυ­νατόν αυτοί οι σταυραε­τοί να δείλιασαν μπρο­στά στην ιδέα του θανά­του, αυτοί που χιλιάδες φορές έσφιξαν στις χού­φτες τους τ’ αστροπελέ­κια της καταιγίδας   και που χιλιάδες νύχτες ξά­πλωσαν κάτω στο χώμα να κοιμηθούν αγκαλιά με το θάνατο… Μπορεί να δείλιασαν οι αντρειωμένοι, που ο λαός σ’ αυτούς έ­χει εναποθέσει τις ελπίδες του για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… Ή μή­πως πάλι ο φόβος της αποτυχίας στην αποστολή τους. Τα δευτερόλεπτα περ­νάνε τόσο αργά που οι λεπτοδείχτες των ρολογιών μοιάζουν να είναι καρφωμένοι στις θέσεις τους… Ακόμα και οι αναπνοές είναι σταματημένες σαν να υπάρχει κίνδυνος ν’ ακουστούν απ’ τον εχθρό…

Μονάχα οι καρδιές των παλικαριών χτυπάνε τόσο δυνατά λες και εί­ναι ξεκολλημένες απ’ τη θέση τους… Και οι ματιές ορθάνοιχτες παρακολου­θούν εκεί πάνω τον κινούμενο στόχο τους και που τις κάνει να δακρύζουν απ’ τον πόνο και τα δά­κρυα να γίνονται ένα με τον ιδρώτα που τρέχει στα φλογισμένα απ’ την αγωνία πρόσωπά τους. Και τεντωμένη η ακοή τους μήπως και χαθεί μέσα στον θόρυβο των αυ­τοκινήτων εκείνος ο πυροβολισμός πού ‘ναι το σύν­θημα για την επίθεση… Τώρα ολόκληρη η φάλα­γγα των αυτοκινήτων βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο των ντουφεκιών… Σε λίγες στιγμές… Σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα.. Κι αυτές τις μεγάλες στιγμές της ανείπωτης αγωνίας, της νευρικότητας και της υπέρτατης από πατριωτικό παλμό ψυχι­κής ανάτασης, δυο ανύποπτοι χωρικοί της περιο­χής με φορτωμένα τα ζώ­α τους από ξύλα θα μπούνε μέσα στον κλοιό της ε­νέδρας. Ανάθεμά τους… Βλαστήμιες και κατάρες, ακούγονται… Να πάρει η ορ­γή… Τώρα τι θα γίνει.. Είναι δυνατόν να ματαιωθεί η επιχείρηση… Η φά­λαγγα προχωράει αργά, και να που τώρα η μοτοσικλέτα βγαίνει από την ενέδρα… Τώρα βγαίνει α­πό την ενέδρα και η κούρσα… Δεν απομένουν παρά μονάχα δέκα μέτρα για να βγει και ολόκληρη η φάλαγγα των αυτοκινή­των… Δέκα μέτρα μονάχα… εν­νέα… οχτώ.. επτά.. έξι.. πέντε… τέσσερα…

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Ένας ξερός πυροβολι­σμός ακούγεται, κι αμέ­σως μετά ομοβροντίες ό­πλων και πολυβόλων συγκλονίζουν τα βουνά και τις χαράδρες της περιο­χής και σηκώνουν σύννε­φα μαύρου καπνού που φτάνουν στους ουρανούς και φλόγες φωτιάς που ξεπηδάνε απ’ τα αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέ­ρα από τις εκρήξεις των πυρομαχικών. Τ’ αυτοκίνητα αμέσως με τους πρώτους πυροβολι­σμούς ακινητοποιούνται και οι Έλληνες μα­χητές κατευθύνουν τώρα τα πυρά τους επί ακινή­του στόχου.

Οι Γερμανοί πανικόβλη­τοι από τον αιφνιδιασμό, παίρνουν θέσεις άμυνας κάτω απ’ τα καιόμενα αυ­τοκίνητα ή στην άκρη του δρόμου πλάι στα βράχια. Η μάχη διεξάγεται με τρομερό πείσμα και απίθανη γενναιότητα και απ’ τις δυο πλευρές. Χαρακτηριστική είναι και η περί­πτωση ενός Γερμανού που μάχεται ηρωικά με το ένα χέρι γιατί το άλλο κρέμεται φρικτά ακρωτηριασμένο από χειροβομβίδα… Και τη στιγμή που η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ένα πολυβό­λο των Ελλήνων θα υπο­στεί εμπλοκή. Ο εχθρός εκμεταλλευόμενος αυτό το κενό θα εξαπολύσει σφοδρή αντεπίθεση.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες λόγω της υπεροχής πυρός του εχθρού, και οι Έλληνες κάτω από το βάρος αυτής της υπεροχής αρχίζουν να κάμπτονται. Η διοίκηση μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής, ρίχνεται και αυτή στις φλόγες και η σάλπιγγα δίνει το σύν­θημα δια της εφ’ όπλου λόγχης επίθεσης. Οι Έλληνες αφού πρώτα χρησιμοποιούν επιθετι­κές χειροβομβίδες μ’ α­στραφτερά σπαθιά που αυλακώνουν τον άνεμο σαν γίγαντες φτερωτοί ορμά­νε στις φλόγες κι έρχο­νται στα χέρια με τον εχθρό. Τώρα η μάχη διεξά­γεται σώμα με σώμα και η αγριότητά της παίρνει απίθανες διαστάσεις σφαγής που κάνει το αίμα να βάφει κόκκινη την άσφαλτο και να τρέχει ποτάμι κάτω στη χαράδρα… Τι φρίκη… Τι παραφροσύνη… Τι όργιο αίματος…Τι απαίσιο πράγμα ο πόλεμος… Το θέαμα είναι τόσο φρικιαστικό, τό­σο απάνθρωπο, που κα­μιά ανθρώπινη δύναμη δε θ’ άντεχε για να το περι­γράψει…

Μέσα σ’ αυτήν την τιτανομαχία, μέσα σ’ αυτό το όργιο της σφα­γής, τραυματίζεται βαριά ο ανθυπολοχαγός Α­γγελίδης και μεταφέρε­ται αιμόφυρτος από Ιτα­λούς τραυματιοφορείς μακριά απ’ αυτήν την κόλαση. Μια και πλέον ώρα κράτησε αυτή η ιστορική μάχη της 17ης Μαΐου του ’44 στο Χάνι Αχλαδοκάμπου.

Οι απώλειες του εχθρού ήσαν βαρύτατες… 67 νεκροί και τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι. Λάφυρα, 4 μυδραλιοβόλα, 2 τη­λέφωνα, 2 ασύρματοι, 1 διόπτρα, 56 τουφέκια μάουζερ, 2 βαρείς όλμοι, 18 πιστόλια, 52 φωτοβολί­δες, 13 προσωπίδες και 5000 φυσίγγια. Οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν 4 νεκροί και 9 τραυματίες. Έτσι τέλειωσε η ιστορική μάχη εκείνη, για να προστεθεί ακόμα μια σελίδα άφθαστου ηρωι­σμού, μεγαλείου και δό­ξας στους αιματοβαμμένους τόμους της Ελληνικής ι­στορίας. Μια μάχη γιγάντων… Μια μάχη υπεράν­θρωπη σε αγωνιστικότη­τα και δυναμισμό, το ίδιο μεγάλη, το ίδιο γενναία όπως και κάποια άλλη σε κάποιο άλλο χάνι, σε κάποιες άλλες εποχές, ε­κεί πάνω στη Γραβιά… Και που το τέλος αυτών των συντελεστών της νί­κης, αυτών των γενναίων παλικαριών και στις δυο αυτές περιπτώσεις ήταν (τι σύμπτωση) το ίδιο τραγικό, από τους ίδιους (τι σύμπτωση) άκαπνους προσκυνημένους δήθεν (ε­θνικόφρονες) …

Ο πατριωτισμός και η τιμιότητα εχάθησαν κι όποιος τα έχει  αυτά, τον κιντυνεύουν. Κι όθεν  προδότης, κλέ­φτης και κατεργάρης εκείνος έχει την τύχη του». Στρατηγός Μακρυγιάννης.

  

Κ. Κυριαζόπουλος

Εφημερίδα, «Φείδων», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1984.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου,  «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς»


 

Παρουσίαση του βιβλίου,  «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», πρακτικά του Συμποσίου  που πραγματοποιήθηκε 01-04/06/2006 στο Άργος. Επιμέλεια: Σταύρος Περεντίδης (Καθηγητής Ιστορίας των θεσμών στο Πάντειο Παν/μιο), Γιώργος Στείρης (Φιλόσοφος – Μεσαιωνολόγος, Λέκτορας Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων & της Αναγέννησης στο Παν/μιο Αθηνών).  Αίθουσα εκδηλώσεων Επιμελητηρίου Αργολίδας,  Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010  και  ώρα 20:00. Διοργάνωση:  Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους.

 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:

  • Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος Κορομπόκης.
  • Νίκος Καραπιδάκης,  Καθ. Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Παν/μιο, τ. Δ/ντής Γ.Α.Κ.
  • Βασίλης Καρδάσης,   Καθ. Οικονομικής Ιστορίας στο Παν/μιο Κρήτης, Επισκέπτης Καθ. στο Παν/μιο Κύπρου.
  • Χρήστος Καρδαράς, Αναπληρωτής Καθ. Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Παν/μιο Πελ/σου.
  • Απόστολος Διαμαντής, Διδάκτορας Ιστορίας, διδάσκων στο Παν/μιο Πελ/σου, Δημοσιογράφος.

Το ομώνυμο  Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο, είχε πραγματοποιηθεί από το Δήμο Άργους, τη ΔΕΠΟΑΡ & το Παν/μίο Πελ/σου το 2006 στην αρχική κοιτίδα της οικογένειας Ζυγομαλά, το Άργος. Την Ακαδημαϊκή & επιστημονική ευθύνη της διοργάνωσης είχαν από κοινού ο Καθηγητής κ. Σταύρος Περεντίδης και ο Λέκτορας κ. Γεώργιος Στείρης.

Στόχος του Συμποσίου ήταν να συμβάλλει, με διεπιστημονικές προσεγγίσεις: στην καλύτερη γνώση μας για τους δύο λογίους, για τις σχέσεις τους με τους πρώτους Γερμανούς Φιλέλληνες, τις ανταλλαγές που μεσολάβησαν μεταξύ των μεν και των δε. Επίσης, εξετάστηκαν και διάφορες επί μέρους πτυχές της κοινωνίας του 16ου αιώνα, με βάση τις πληροφορίες που προκύπτουν από το έργο των Ζυγαμαλάδων και άλλων συγχρόνων τους.

Συμμετείχαν με ανακοινώσεις τους Έλληνες & ξένοι ειδικοί, Καθ. Παν/μίων & καταξιωμένοι ερευνητές:

– Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών.

– Ο γνωστός Νεοελληνιστής Καθ. Hans Eideneier όπως και ο Καθ. Ε. Gamillscheg, Δ/ντής του Τμ. Χειρογράφων, αυτογράφων & καταλοίπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης.

– Οι Καθηγητές Φ. Δημητρακόπουλς, Αθ. Καραθανάσης, Β. Κατσαρός, Κ. Γ. Πιτσάκης, Νεοκλής Σαρρής, Ανδρόνικος Φάλαγκας.

– Οι Διευθυντές Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Μ. Παΐζη – Αποστολοπούλου και Δ. Γ. Αποστολόπουλος.

– Η Δρ D. E. Solti  και ο Υφηγητής  A. Rhoby, Ερευνητές της Ακαδημίας Επιστημών της Αυστρίας. 

– O Δρ Νότης Τουφεξής, Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009)


Κυκλοφόρησε ο 7ος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Η Συντακτική Επιτροπή των Ναυπλιακών Αναλέκτων του Ιδρύματος “Ιωάννης Καποδίστριας” του Δήμου Ναυπλίου ενημερώνει τους δημότες και τους φίλους του Ναυπλίου ότι τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009, εκτυπώθηκαν πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση.

Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται πρωτότυπες σημαντικές εργασίες και δημιουργίες που αναφέρονται σε ιστορικά, αρχιτεκτονικά, σύγχρονα και λογοτεχνικά θέματα.

Για την επέτειο συμπλήρωσης 180 χρόνων το έτος 2008 από την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1828, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού Κράτους, δημοσιεύεται σημαντικός αριθμός μελετών που αναφέρονται στον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο νεοεκδοθείς τόμος με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτελείται από 431 σελίδες και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μελέτες και δημιουργίες:

 

  • Κ. Κακαρίκος, Ναύπλιο- Ανάπλι: Επανεξέταση των θεωριών για την ετυμολογία του τοπωνυμίου.
  • Π. Λιαλιάτσης, Η άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.
  • Β. Δωροβίνης, Από τα τελευταία χρόνια του Στάϊκου Σταϊκόπουλου.
  • Τ. Σαλκιτζόγλου, Μια άγνωστη αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη.
  • Β. Α. Χαραμής, Οι παρακαταθήκες της πόλης του Ναυπλίου στο Νεοελληνικό Κράτος.
  • Αλ. Στούρτζας, Λόγος Επιτάφιος εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστρια.
  • Λ. Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Παράρτημα Ναυπλίου.
  • Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων “Ιωάννης Καποδίστριας”.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη.
  • Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
  • Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο, 1834/35.
  • Χ. Πιτερός, Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, φυλακή του Κολοκοτρώνη.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Το Ενετικό κτίριο και το πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως. Χ. Πιτερός, Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού.
  • +Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου Α΄ ημίσεως ΙΘ΄ αιώνα.
  • Ηλ. Μηναίος, Από την πιθανολογούμενη Επισκοπή Ασίνης, στην Επισκοπή Ορόβης Ασίνης και επέκεινα.
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Δύο επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη στον επίσκοπο Σύρου Αλούσιο M. Blancis.
  • Ι. Κοτίτσας, Αναμνήσεις μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού- με Άγγλους και Γερμανούς (27-4-1941).
  • Π. Κομιανός, Ιστορικό ανεγέρσεως Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Ναυπλίου.
  • Δ. Φιλιππίδης, Ακροναυπλία: Η κορώνα του Ναυπλίου.
  • Ευάγγ. Μαστέλλος, Ακροναυπλία, Γενική προσέγγιση θεμάτων ανάδειξης και προβολής της ως τμήμα και κορωνίδα του Ναυπλίου.
  • Κ. Γκόνης, Μελέτη-Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου.
  • Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο “κτίριο Άρμανσμπεργκ” στο Ναύπλιο.
  • Δ. Δερζέκος, Ιστορικό Κέντρο Ναυπλίου.
  • Θ. Φωτίου, Μ. Μαντουβάλου, Ε. Μαΐστρου, Συγκρότημα κατοικιών και επαγγελματικών Χώρων στο οικόπεδο  του Κύκνου στο Ναύπλιο.
  • Ι. Πετρόπουλος, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) Πανεπιστήμιο Harvard.
  • Σωκρ. Διδασκάλου, Αφουγκράσματα. Ελ. Κοβαντζή Στόϊκοβιτς, Ανθή Γκοκόρη. Γ. Ρούβαλης, Βέτο στην Ελβετία. Γ. Φίλης, Ωδές. Γ. Μουσταΐρας, Στη σκιά του “Μιλτιάδη”. Ελ. Κοβαντζή-Στόϊκοβιτς,Θάλασσα.
  • Δ. Δουλιγέρη-Σαλεσιώτη, 100 χρόνια από την γέννηση του αρχιμουσικού Βασίλειου Κ. Χαραμή.
  • Π. Λιαλιάτσης, Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934-Αθήνα 2005).
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος Μηλιδώνης, Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27-9-1934, 4-8-2005).
  • Χρ. Αποστολοπούλου-Σταυρουλάκη, Μνήμη Ελένης Κούκου-Καθηγήτριας Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών.
  • Β. Α. Χαραμής, Το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΝΠΔΔ “Ιωάννης Καποδίστριας” Δήμου Ναυπλίου.

 

Οι παραπάνω πρωτότυπες μελέτες δεν αναφέρονται απλώς σε ιστορικά μόνο θέματα αλλά και σε σύγχρονα θέματα με έντονο προβληματισμό γύρω από την πόλη του Ναυπλίου, η προστασία της οποίας είναι υπόθεση όλων των κατοίκων και φίλων της πόλης, και δίνουν το στίγμα της χρονικής στιγμής έκδοσης του περιοδικού.

Οι δημοσιευμένες μελέτες με αντικειμενικά κριτήρια κρίνονται σημαντικές και συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη και προβολή της πόλης του Ναυπλίου.

Η Επιτροπή Σύνταξης του περιοδικού ευχαριστεί εκ βάθους καρδίας όλους τους μελετητές και τους δημιουργούς, οι οποίοι με κόπο και παντελώς αφιλοκερδώς κατέθεσαν “εκ περιουσίας” το τάλαντό τους ή τον οβολόν τους, και αισθάνεται βαθειά ικανοποίηση για το αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας.

Τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009 διατίθενται στους ενδιαφερόμενους από το Δήμο Ναυπλίου.

Read Full Post »

Older Posts »