Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γαληνός’

Γάλα και χρήμα: η ιστορία του θετού θηλασμού – Κώστας Μαντάς, Δρ Αρχαίας Ιστορίας Πανεπιστημίου Bristol. Περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 105, Δεκέμβριος 2007.


 

O όρος «θετός» θηλασμός ίσως ξενίζει τον αναγνώστη, σημαίνει όμως κάτι απλό: στις προβιομηχανικές κοινωνίες, προτού ανακαλυφθούν ασφαλείς τρόποι τεχνητού θηλασμού, όταν η μητέρα ενός βρέφους πέθαινε ή δεν μπορούσε να παράγει γάλα ή επαρκή ποσότητα γάλακτος για να θρέψει το νεογέννητο, το τελευταίο, για να επιβιώσει, έπρεπε να παραδοθεί σε κάποια άλλη γυναίκα που είχε τεκνοποιήσει πρόσφατα, για να το θηλάσει.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να ανιχνευθούν τα κοινωνικά αίτια του φαινομένου του «θετού» θηλασμού στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα, αλλά και στις αρχές της νεότερης εποχής, καθώς πλήθος πληροφοριών από διαφορετικές ιστορικές πηγές (επιγραφές, τόσο επιτύμβιες όσο και απελευθερωτικές, ηθικολογικά δοκίμια, ιατρικά βιβλία) αποκαλύπτουν ότι σε πλατιά κοινωνικά στρώματα (τα ανώτερα στην αρχαιότητα, τα αριστοκρατικά στον Mεσαίωνα, και τα μικρομεσαία επαγγελματικά στον 18ο αιώνα στη Γαλλία) ο «θετός» θηλασμός είχε γίνει η συνήθης πρακτική, κι όχι για λόγους αναγκαιότητας.

 

Στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο, από τον 5ο αιώνα π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα, στις εύπορες, αριστοκρατικές οικογένειες, είχε υιοθετηθεί η πρακτική της πρόσληψης μιας τροφού, μιας γυναίκας χαμηλής κοινωνικής τάξης (δούλης, μετοίκου ή, σπανιότερα, φτωχής «αστής»), που θα αναλάμβανε το επίπονο έργο του θηλασμού των βρεφών αλλά και όλες τις κοπιαστικές δουλειές που συνεπάγεται η ανατροφή ενός βρέφους: το άλλαγμα των πανιών με τα οποία φάσκιωναν τα βρέφη, την τακτοποίηση των κλινοσκεπασμάτων του, το νανούρισμά του για να κοιμηθεί. Μολονότι από την πλευρά των γιατρών ασκήθηκε συχνά κριτική ενάντια στον «θετό» θηλασμό, η δημοτικότητα του τελευταίου ανάμεσα στα μέλη της αριστοκρατίας δεν μειώθηκε.

Ιστορικοί και κοινωνικοί ανθρωπολόγοι δεν έχουν συμφωνήσει ακόμα για τις αιτίες του φαινομένου: μια άποψη υποστηρίζει ότι οι αριστοκράτες θεωρούσαν ανεπίτρεπτο για τις γυναίκες της τάξης τους να επιδίδονται σε μια τόσο «ζωώδη» ασχολία, καταστρέφοντας το σώμα τους. Κάτι τέτοιο, συνοδευόμενο από την απαρέσκεια [δυσαρέσκεια] των γυναικών της κοινωνικής «ελίτ» για το άχθος [βάρος] της μητρότητας, μπορεί να ίσχυε ως ένα βαθμό για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή, δεν φαίνεται όμως να είχε θέση στην αθηναϊκή κοινωνία του 5ου αιώνα π.Χ., όπου η άποψη των γυναικών δεν λαμβανόταν υπόψη και οι άνδρες δεν φαίνεται να ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το αν η νόμιμη σύζυγος διατηρούσε σε καλή κατάσταση το σώμα της.

 

Εβραία τροφός με βρέφος στη Θεσσαλονίκη (Jewish nurse and «chicatico», Salonica), 1864. Έκδοση: Walker, Mary Adelaide. Through Macedonia to the Albanian Lakes, Λονδίνο, Chapman and Hall, 1864.

 

Μια άλλη, ακραία άποψη, που εκφράστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 από ψυχολόγους και ιστορικούς της παιδικής ηλικίας, είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξη: στη διαδεδομένη συνήθεια του «θετού» θηλασμού οι ερευνητές αυτοί διέκριναν μία ακόμη έκφραση της απέχθειας προς το παιδί, με άλλα λόγια ερμήνευσαν το θεσμό της τροφού ως «εγκατάλειψη» του παιδιού από τους γονείς του. Έτσι ο Λ. Ντεμώζ εξέφρασε αυτή την απαισιόδοξη άποψη στο συλλογικό έργο που επιμελήθηκε με τίτλο Η ιστορία της παιδικής ηλικίας. [1]

Το λάθος όμως του Nτεμώζ αλλά και όσων ασπάζονταν απόλυτα τη θέση του έγκειται στην παρερμηνεία των ιστορικών δεδομένων, λάθος που γίνεται συχνά όταν δεν υπάρχει διεπιστημονική συνεργασία των επιστημόνων: στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ψυχολόγοι δεν φαίνεται να συνεργάστηκαν αρμονικά με τους ιστορικούς, αν και τέσσερις από τους συνεργάτες του Ντεμώζ ήταν καθηγητές Ιστορίας σε αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια.

Η άποψη του γάλλου καθηγητή της Ψυχοϊστορίας δεν είναι πειστική γιατί συγχέει τις δύο μορφές «θετού» θηλασμού κατά την αρχαιότητα (για τη μεσαιωνική περίοδο η θέση του φαίνεται να είναι πιο ισχυρή): οι έλληνες και οι ρωμαίοι αριστοκράτες δεν συνήθιζαν να στέλνουν τα νεογέννητα παιδιά τους σε φτωχές τροφούς στην εξοχή, αλλά ανέθεταν το έργο του θηλασμού σε μια δούλη από το προσωπικό τους ή σε μια φτωχή γυναίκα, που ασκούσε το έργο της στον οίκο τους. Με αυτόν τον τρόπο η τροφός βρισκόταν υπό επίβλεψη και αποφεύγονταν οι συνήθεις κίνδυνοι της παραμέλησης ή κακομεταχείρισης του μωρού.

Εξάλλου, η επιλογή της τροφού ήταν ένα σημαντικό μέλημα των πλούσιων γονέων. Tα κριτήρια που τηρούσαν ήταν αυστηρά. Στην Αθήνα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., οι φιλολογικές αλλά και οι επιγραφικές πηγές υποδηλώνουν μια προτίμηση για δύο συγκεκριμένες «εθνότητες» που θεωρούνταν ότι μπορούσαν να παράγουν κατάλληλες τροφούς: τη λακωνική και τη θρακική. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν και δύο άρθρα διαφορετικού ύφους: το συνοπτικό και εκλαϊκευμένο «Επίσημα επαγγέλματα-λειτουργήματα της γυναίκας στην αρχαία Αθήνα», της Αναστασίας  -Φλωρεντίας Αντωνίου, [2] και το επιστημονικό «Working women: Female professionals on classical Attic tombstones» της A. Kοσμοπούλου.

Oι δύο ερευνήτριες αποδίδουν την προτίμηση για τις σπαρτιάτισσες τροφούς στα φιλολακωνίζοντα αισθήματα και τις ιδέες των αθηναίων αριστοκρατών του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν αντικείμενα θαυμασμού στην κλασική αρχαιότητα για την αυστηρή πειθαρχία τους και για τα καλογυμνασμένα τους σώματα. Έτσι, οι αθηναίοι αριστοκράτες πίστευαν ότι αυτές οι αρετές θα μεταβιβάζονταν στα παιδιά τους μέσω του γάλακτος της τροφού. Η επιλογή τροφών από την πρώτη «εθνοτική» ομάδα μπορεί να ερμηνευθεί εύκολα, όμως ποιες αρετές θα μπορούσε να μεταβιβάσει στα βρέφη των αριστοκρατικών αθηναϊκών οικογενειών το γάλα μιας θρακιώτισσας δούλης;

Η ερμηνεία που δίνει η A. Κοσμοπούλου φαίνεται να είναι η πιο πειστική: Σε σχέση με άλλες βάρβαρες δούλες, οι Θρακιώτισσες υπερτερούσαν σε προσόντα για την ιδιότητα της τροφού, γιατί πολλές γνώριζαν την ελληνική γλώσσα καθώς η περιοχή καταγωγής τους βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον ελληνικό κόσμο λόγω των πολυάριθμων ελληνικών αποικιών στα παράλια του Εύξεινου Πόντου.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι υπήρχαν ιδεολογικοί λόγοι που καθόριζαν την επιλογή της τροφού, παράλληλα βέβαια με τους βιολογικούς, τους οποίους αναπτύσσουν με κάθε λεπτομέρεια οι συγγραφείς ιατρικών συγγραμμάτων των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων.

Επομένως, άνθρωποι που ακολουθούσαν αυτή τη διαδικασία επιλογής της τροφού δεν μπορεί να ήταν τόσο αδιάφοροι για την επιβίωση αλλά και για τη σωστή ανατροφή των παιδιών τους.

 

Ψυχομάνα, ελαιογραφία σε μουσαμά του Νικολάου Γύζη που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1882 και 1883. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη.
Μέσα σε ένα απλό σπίτι, με την εικόνα της Παναγιάς στον τοίχο, κάθεται μια καλοσυνάτη νέα γυναίκα και θηλάζει ένα ορφανό παιδί, ενώ το δικό της έχει ανέβει σε ένα καρεκλάκι και επιχειρεί να τη φτάσει…

 

Η στάση των μελών της ρωμαϊκής και ελληνορωμαϊκής ελίτ απέναντι στον «θετό» θηλασμό

 

Tο θέμα του «θετού» θηλασμού στη ρωμαϊκή περίοδο μπορεί να μελετηθεί διεξοδικότερα καθώς όχι μόνο εξαπλώνεται πάρα πολύ η συνήθεια να ανεγείρονται τάφοι και επιτύμβιες επιγραφές δούλων, σημαντικό μέρος των οποίων αποτελούτα ιατρικά έργα του Γαληνού και του Σωρανού, που δίνουν πλήθος πληροφορίες για τα κριτήρια επιλογής της σωστής τροφού. Αλλά και οι πληροφορίες που αλιεύονται διάσπαρτες στο έργο των λογοτεχνών της εποχής είναι χρήσιμες για να σχηματιστεί μια εικόνα για το ρόλο της τροφού στην οικογενειακή ζωή της εποχής.

Η μελέτη των επιγραφών της περιόδου παρουσιάζει την τροφό ως τακτική μορφή στην οικογένεια της εποχής, όχι μόνο στα ανώτερα αλλά και στα μεσαία κοινωνικά στρώματα: μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία στο πλαίσιο της ιστορίας της ρωμαϊκής οικογένειας αφορά την επεξεργασία 58 λατινικών επιγραφών, από τις οποίες 31 προέρχονται από την ιταλική χερσόνησο ενώ οι υπόλοιπες από τις επαρχίες. [3] Στην εργασία αυτή επισημαίνεται ότι πρέπει να γίνεται προσεκτική ανάλυση των όρων γιατί μπορούν να παραπλανήσουν τον βιαστικό ερευνητή: έτσι η λέξη nutrix, που σημαίνει συνήθως τροφός, σε κάποιες επιγραφές έχει μεταφορική σημασία・ π.χ., η Cantria Paulla ήταν μια γυναίκα ελεύθερης καταγωγής και κάποιας οικονομικής επιφάνειας (γιατί διετέλεσε ιέρεια της αυτοκρατορικής λατρείας), επομένως δεν θα μπορούσε να είχε εργασθεί ως τροφός, απασχόληση προορισμένη για γυναίκες πολύ χαμηλής κοινωνικής κλίμακας. Απλά, για τη συγκεκριμένη γυναίκα χρησιμοποιήθηκαν στην επιγραφή οι λέξεις nutrix et mater, δηλαδή τονίστηκε ότι υπήρξε και τροφός των παιδιών της, γεγονός που υποδηλώνει πόσο σπάνιος ήταν αυτός ο συνδυασμός για γυναίκες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάλογοι χαρακτηρισμοί για μια γιαγιά και μια θεία προβληματίζουν: Για τον ερευνητή οι γυναίκες αυτές πρέπει μάλλον να ανέλαβαν το έργο της ανατροφής των συγγενικών παιδιών και όχι το άχθος του θηλασμού.

 

Τα εμπορικά συμβόλαια με τροφούς

 

Είναι αλήθεια ότι σε μια σειρά αιγυπτιακών παπύρων της ρωμαϊκής περιόδου καθώς και σε μια διάταξη του Digest, του βασικού corpus του ρωμαϊκού δικαίου, αναφέρονται συμβόλαια με τροφούς. Ωστόσο, οι άνθρωποι που νοίκιαζαν τις υπηρεσίες των τροφών δεν παρέδιδαν σε αυτές τα παιδιά τους αλλά παιδιά-δούλους που τους ανήκαν. [4]

Σε σπανιότερες περιπτώσεις, όπως μαρτυρούν λατινικές ως επί το πλείστον επιγραφές, κάποιοι ιδιοκτήτες δούλων, για να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των γυναικών – δούλων τους, νοίκιαζαν τις υπηρεσίες τροφών. Φυσικά, αυτές οι ενέργειες είχαν να κάνουν με την καλύτερη χρήση της μόνης διαθέσιμης εργατικής δύναμης στην αρχαιότητα, εκείνης των δούλων, και της αναπαραγωγής της, κι όχι με τις σχέσεις μέσα στις οικογένειες των ελεύθερων κατοίκων του ελληνορωμαϊκού κόσμου.

 

Η ιδανική τροφός των ιατρικών κειμένων

 

Το πόσο απασχολούσε τα μέλη της ελληνορωμαϊκής ελίτ η σωστή επιλογή τροφού και επομένως το πόσο ζωτικός ήταν ο ρόλος της στην οικογένεια της τότε ελίτ φαίνεται από την έκταση που αφιερώνεται στην περιγραφή (αναλυτική) των φυσικών και ηθικών προσόντων της ιδανικής τροφού στα κείμενα δύο από τους γνωστότερους γιατρούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου: του Γαληνού και του Σωρανού.

Ειδικά ο τελευταίος δίνει μια αναλυτική περιγραφή της ιδανικής τροφού: α) ηλικία, ανάμεσα στα είκοσι και στα σαράντα (οι πολύ νέες θεωρούνται ανίδεες, ενώ οι άνω των σαράντα «έχουν νερουλό γάλα»), β) αριθμό τοκετών: δύο ως τρεις, γιατί όσες έχουν γεννήσει μόνο μια φορά θεωρούνται άπειρες, ενώ οι πολύτοκες θεωρούνται εξασθενημένες, γ) φυσική κατάσταση – υγεία, δ) σωστό μέγεθος των μαστών και των θηλών, δ) ψυχικά και ηθικά προσόντα: να απέχει από τη μέθη, τη λαγνεία και την ακολασία, γιατί η φθορά της υγείας που προκαλούν αυτές οι καταχρήσεις βλάπτει την ποιότητα του γάλακτος και κάνει την τροφό απρόσεκτη. [5] O Σωρανός αναφέρει ακόμα και τη ρύθμιση της δίαιτας που πρέπει να ακολουθεί η τροφός καθώς και το πρόγραμμα γυμναστικών ασκήσεων για να διατηρείται σε καλή κατάσταση η ίδια και το γάλα της: περιλαμβάνονται παιχνίδια με κενή σφαίρα, άρση ελαφρών αλτήρων, κωπηλασία, άντληση νερού και δουλειές οικιακές. [6] Ακόμα και οι κενώσεις της τροφού έπρεπε να βρίσκονται υπό έλεγχο, όπως και η ακύρωση της σεξουαλικής της ζωής, καθώς πίστευαν ότι η συνουσία βλάπτει την ποιότητα του γάλακτος και κάνει τη γυναίκα να αδιαφορεί για το παιδί που θηλάζει.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι εκφράζεται ο φόβος πως μια γυναίκα από χαμηλή κοινωνική τάξη μπορεί να «μολύνει» με το γάλα της το παιδί αριστοκρατών γονέων. Γι’ αυτό ο Σωρανός, όπως και ο Πλούταρχος, θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση η τροφός να είναι Ελληνίδα, για να συνηθίσει το παιδί «στην άριστη διάλεκτο». [7] Το πόσο εφικτό ήταν στην τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα να προσλαμβάνονται μόνο Ελληνίδες ως τροφοί είναι μια διαφορετική ιστορία: είναι σίγουρο ότι πολλοί γονείς θα ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν τροφούς κάθε εθνικότητας, καθώς η πραγματικότητα είναι πάντα πιο καθοριστική από την ιδεολογία.

 

Συναισθηματικές σχέσεις τροφού και παιδιών

 

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή κοινωνία καθώς και σε νεότερες δουλοκτητικές κοινωνίες, οι τροφοί, που ήταν συνήθως δούλες, μετά τον απογαλακτισμό του παιδιού, ο οποίος σύμφωνα με τον Γαληνό συνέβαινε μεταξύ του 12ου και του 24ου μήνα, γίνονταν παραμάνες, εξακολουθούσαν δηλαδή να φροντίζουν τα παιδιά ως το 12ο έτος της ηλικίας τους, συχνά, μάλιστα, στη ρωμαϊκή εποχή αναλάμβαναν και ρόλο ανάλογο με αυτόν του παιδαγωγού, του δούλου που συνόδευε στο σχολείο τους μικρούς Αθηναίους, κι αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να στέλνουν στο σχολείο και τις κόρες τους ως το 12ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, η απελεύθερη Caesia αναφέρεται σε μια επιγραφή από τη Βερόνα ως η educatrix των τεσσάρων γιων κάποιας Romana, ενώ κάποια Cornelia Fortunata αναφέρεται ως paedagoga σε μια αφρικανική επιγραφή. [8]

Επομένως, η τροφός διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη ρωμαϊκή και την ελληνορωμαϊκή οικογένεια, υποκαθιστώντας σε αρκετά από τα καθήκοντά της τη μητέρα, που στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα είχε να επιτελέσει τον αναβαθμισμένο κοινωνικό ρόλο της «οικοδέσποινας», ρόλος που περιλάμβανε πολύ ευρύτερα καθήκοντα από εκείνα της αθηναίας νοικοκυράς του 5ου αιώνα π.Χ.

Η εγγύτητα της τροφού προς τα παιδιά που ανέτρεφε κατοχυρωνόταν στη ρωμαϊκή εποχή και νομικά: μετά τη μητέρα, τη γιαγιά και την αδελφή, η τροφός ήταν η μόνη γυναίκα που μπορούσε να κινήσει νομική δράση ενάντια στον κηδεμόνα ενός παιδιού που θεωρούνταν ύποπτος για κακή διαχείριση της περιουσίας του παιδιού. [9]

Εξάλλου, οι τροφοί μαζί με τους παιδαγωγούς ήταν οι μόνες κατηγορίες δούλων που απελευθερώνονταν χωρίς να χρειαστεί να πληρώσουν για την απόκτηση της ελευθερίας τους, όπως φαίνεται π.χ. στις επιγραφές της Καλύμνου της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής: [10] σε τρεις απελευθερωτικές επιγραφές που αφορούν την απελευθέρωση μιας τροφού, η οποία στις καλυμνιακές επιγραφές αποκαλείται αμμά, δεν απαιτείται αντάλλαγμα (στην Κάλυμνο, οι δούλοι και των δύο φύλων ήταν υποχρεωμένοι να παραδώσουν στον απελευθερωτή τους ένα ως δύο αρσενικά παιδιά τους). [11]

Το ίδιο ίσχυε και στα υψηλά κοινωνικά στρώματα της ρωμαϊκής κοινωνίας, ακόμα και στην αυτοκρατορική οικογένεια: Έτσι σε μια επιτύμβια επιγραφή του 1ου αιώνα μ.Χ. αναγράφηκε το όνομα της Πρίμας, απελεύθερης του αυτοκράτορα Τιβέριου και της μητέρας του Λιβίας, που διετέλεσε τροφός της κόρης του πρίγκιπα Γερμανικού, γιου της Λιβίας και αδελφού του Τιβέριου: [12] προφανώς η τροφός απελευθερώθηκε από την αυτοκρατορική οικογένεια σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες της προς την πριγκίπισσα (η τροφός που ασκούσε το έργο της στο περιβάλλον βασιλικών οικογενειών έχει μακρά ιστορία, με πρώτη χρονικά την Ευρύκλεια, την τροφό του Oδυσσέα).

Γενικότερα, οι τροφοί είναι η κατηγορία των δούλων που δείχνει τη μεγαλύτερη αφοσίωση, όπως μαρτυρούν όχι μόνο οι ανάλογοι χαρακτήρες των σωζόμενων τραγωδιών αλλά και οι λόγοι των αθηναίων ρητόρων του 4ου αιώνα π.Χ.: σε ένα λόγο του Δημοσθένη, μια ηλικιωμένη τροφός προτιμά να υποστεί φριχτά βασανιστήρια παρά να παραδώσει ένα πολύτιμο κύπελλο σε κάποιους ανθρώπους που εισέβαλαν στο σπίτι του κυρίου της κατά την απουσία του τελευταίου. [13]

Βέβαια, αυτή η εγγύτητα μπορούσε να έχει και την αρνητική πλευρά της: η τροφός τόσο της Φαίδρας όσο και της Μήδειας, από ιδιαίτερη αφοσίωση στην κυρία τους, όχι μόνο δεν τις αποτρέπουν από τις ανόσιες πράξεις που σχεδιάζουν αλλά και τις βοηθούν τελικά στην υλοποίησή τους. [14]

Ωστόσο και οι μαρτυρίες τόσο των (μεταγενέστερων) φιλολογικών πηγών, που είναι λιγότερο αξιόπιστες, όσο και των πολύ πιο κοντινών στην πραγματικότητα νομικών κειμένων, παρουσιάζουν κάποιες τροφούς ως συνεργάτιδες σεξουαλικών διαφθορέων: στον 7ο ή Ευβοϊκό λόγο του, ένα κατεξοχήν ηθικολογικό κείμενο του Δίωνα Χρυσοστόμου, ενός από τους βασικούς εκπροσώπους της Δεύτερης Σοφιστικής, οι τροφοί, μαζί με τους παιδαγωγούς αλλά και τις ίδιες τις μητέρες, παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα επιρρεπείς στη δωροδοκία. [15]

Ακόμα και αν κάποιος θεωρήσει ως ηθικολογικές κοινοτοπίες τα λεγόμενα του Δίωνα, ένας ιδιαίτερα σκληρός νόμος του Μ. Κωνσταντίνου ορίζει ως ποινή για τις ανήθικες τροφούς, που δωροδοκούμενες από διαφθορείς επέτρεπαν την αποπλάνηση των παιδιών που φρόντιζαν, το κλείσιμο του στόματός τους με λιωμένο μολύβι. [16]

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι τροφοί, παρά την προνομιακή τους μεταχείριση, δεν απέφευγαν την εκμετάλλευση: όπως κάθε άνιση σχέση, έτσι και η σχέση της τροφού με το παιδί του κυρίου της δεν ήταν ιδανική. Η τροφός έπρεπε να παραμελήσει τα δικά της παιδιά, ακόμα και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή τους για να έχει άφθονο γάλα το παιδί του κυρίου της: δεν είναι τυχαίο ότι η παραμέληση πολλών παιδιών των λαϊκών στρωμάτων και κυρίως η άθλια διατροφή τους (τα τάιζαν λιωμένα δημητριακά) οφειλόταν στο ότι οι μητέρες τους συχνά εργάζονταν ως τροφοί σε πλούσιες οικογένειες. Αυτός φαίνεται πως ήταν ένας από τους λόγους που υπήρχαν τόσοι άνθρωποι με στραβά πόδια στη Ρώμη. [17] Έπρεπε ακόμα να υπομείνει τα βάσανα του θηλασμού και της φροντίδας ενός ξένου παιδιού, για να μην κακοπάθει το σώμα και η υγεία μιας άλλης γυναίκας που ανήκε σε ανώτερη κοινωνική τάξη.

Πολλές, ίσως οι περισσότερες, φαίνεται να έπαιξαν επαρκώς το ρόλο τους, είναι όμως αδύνατο να μάθουμε τι συνέβαινε στην ψυχή και στο μυαλό τους: οι πηγές της αρχαίας ιστορίας παραμένουν σιωπηλές σε ό,τι αφορά τόσο τις γυναίκες όσο και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

 

Το φαινόμενο του θετού θηλασμού κατά τον Μεσαίωνα

 

Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, οι πληροφορίες που μας παρέχονται από τις πηγές επιβεβαιώνουν τη συνέχιση του θεσμού του θετού θηλασμού στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα: στις Εξομολογήσεις του ο άγιος Αυγουστίνος (4ος αι. μ.Χ.) αναφέρει ότι το θηλασμό του τον είχαν αναλάβει από κοινού η μητέρα του και μια τροφός. O άγιος Γρηγόριος της Νύσσης, που έζησε περίπου την ίδια εποχή με τον Αυγουστίνο αλλά στο ανατολικό τμήμα της Βυζαντινής Aυτοκρατορίας, στη σύντομη βιογραφία της αδελφής του, της οσίας Μακρίνας, αναφέρει ότι η τελευταία ανατράφηκε με το γάλα μιας τιθήνης (τροφού), γιατί η πολύτεκνη μητέρα τους, η Εμμέλεια, έπρεπε να αναθρέψει τα μεγαλύτερα παιδιά της. [18] Αλλά και το τελευταίο παιδί των γονέων του Γρηγορίου (και του Μ. Βασιλείου), ο Πέτρος, ανατράφηκε με το γάλα μιας τροφού. [19]

Εδώ πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι ο θηλασμός λειτουργεί ως αντισυλληπτικό μέσο και έτσι η συνήθεια να δίνονται για θηλασμό σε τροφό τα παιδιά των πλουσίων οδηγούσε σε αύξηση των γεννήσεων στις πλούσιες οικογένειες: δεν είναι τυχαίο ότι η Εμμέλεια απέκτησε εκτός από τον Γρηγόριο, τον Μ. Βασίλειο, τη Μακρίνα και τον Πέτρο, άλλα πέντε παιδιά και ίσως να αποκτούσε κι άλλα αν δεν χήρευε όταν ήταν έγκυος στον Πέτρο.

Στη μεσαιωνική Δύση, οι γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων θήλαζαν οι ίδιες τα παιδιά τους, καθώς δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να προσλάβουν τροφό αλλά και γιατί οι οικιακές και οι αγροτικές εργασίες που εκτελούσαν μπορούσαν να συνδυαστούν με το θηλασμό. Αντίθετα, οι αριστοκράτισσες εξακολουθούσαν να προσλαμβάνουν τροφούς: απλά δεν έδιναν τα παιδιά να ανατραφούν έξω από τον οίκο τους, αλλά έφερναν σε αυτόν τις τροφούς. Η συνήθεια του «θετού» θηλασμού ήταν τόσο διαδεδομένη στους μεσαιωνικούς αριστοκρατικούς κύκλους ώστε οι εξαιρέσεις προκαλούσαν τη γενική κατάπληξη και, ίσως, το θαυμασμό: η κόμησσα Αΐντα της Βουλώνης, που αποκλήθηκε η Ευλογημένη, αρνήθηκε σθεναρά να αφήσει άλλη γυναίκα να θηλάσει τα παιδιά της. [20]

Πάντως, όσες γυναίκες ήταν φτωχές και δεν μπορούσαν να θηλάσουν για κάποιο λόγο, αντιμετώπιζαν τεράστιο πρόβλημα. Η V. Fields αναφέρει ότι στον Mεσαίωνα ο θετός θηλασμός γινόταν «επί πληρωμή» και ότι οι περιπτώσεις φιλανθρωπίας και σε αυτόν τον τομέα ήταν σπάνιες. Περιστασιακά μπορεί κάποια γυναίκα να δεχόταν να θηλάσει το παιδί μιας γειτόνισσας, αλλά οι σύζυγοι δεν αποδέχονταν εύκολα κάτι τέτοιο. H Fields αναφέρει το παράδειγμα ενός ζηλόφθονου συζύγου που δολοφόνησε τη γυναίκα του, επειδή περνούσε πολύ χρόνο στο σπίτι ενός γείτονα θηλάζοντας το γιο του (1300 μ.Χ.). [21]

 

Aγαλματίδιο του 6ου αι. π.X., το οποίο απεικονίζει την Ίσιδα έτοιμη να θηλάσει το γιο της Ώρο. H μορφή της θηλάζουσας Ίσιδας εικάζεται ότι λειτούργησε ως πρότυπο για τη μορφή της θηλάζουσας Παναγίας της κοπτικής αλλά και της αναγεννησιακής τέχνης.

 

Πάντως στη μεσαιωνική Ευρώπη είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια επανεκτίμηση του ρόλου του μητρικού θηλασμού, κι αυτό γίνεται ορατό μέσα από τις εικαστικές τέχνες: η «Θηλάζουσα Παναγία» αλλά και η «Θηλάζουσα Εύα», που απεικονίζονται σε εκκλησίες αλλά και σε δημόσιους χώρους υποδηλώνουν αυτόν το σεβασμό προς αυτήν την πλευρά της μητρότητας. [22] Η μεσαιωνική τέχνη απλά αναπαρήγαγε ένα αρχαίο μοντέλο, εκείνο της «θηλάζουσας Ίσιδας», καθώς και το αντίστοιχο της Παναγίας στην κοπτική τέχνη.

 

Παναγία Γαλακτοτροφούσα, 1784, έργο αγνώστου, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

 

Η εξέλιξη του θεσμού κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα

 

Στην Αγγλία ο μητρικός θηλασμός, κάτω από την επίδραση των θρησκευτικών πουριτανικών ιδεών, αρχίζει να επιβάλλεται στις αριστοκρατικές οικογένειες κατά τον 17ο αιώνα. Επιγραφές στους τάφους των γυναικών αριστοκρατικών οικογενειών τονίζουν ότι η κόμησσα ή η λαίδη έθρεψε τα παιδιά της με τους δικούς της μαστούς. [23]

Δημιουργούνται μάλιστα και αναπάντεχες συνέπειες: ένας δικηγόρος στο Έσσεξ του 17ου αιώνα άφησε διπλάσια κληρονομιά στη μία από τις κόρες του γιατί τη συγκεκριμένη τη θήλασε η μητέρα της και όχι κάποια τροφός. [24]

Αντίθετα, στη Γαλλία συνεχίστηκε ως τον 18ο αιώνα η πρακτική του «θετού θηλασμού», κι όχι μόνο στα αριστοκρατικά νοικοκυριά. O E. Le Roy Ladure, στο έξοχο δοκίμιο του «Ένα φαινόμενο βιο-κοινωνικό και πολιτισμικό: ο θηλασμός επί πληρωμή στη Γαλλία τον 18ο αιώνα», ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους ο θετός θηλασμός διαδόθηκε σε πλατιά κοινωνικά στρώματα: στα αστικά, σε εκείνα των τεχνιτών και των βιοτεχνών. [25] Μόνο οι μεροκαματιάρηδες δεν κατέφευγαν στο θεσμό αυτό, προφανώς γιατί δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν κάτι τέτοιο.

Τα αίτια ήταν διαφορετικά για κάθε κοινωνική τάξη: για τους αστούς, όπου οι γυναίκες ήταν οικονομικά ανενεργές, ο θηλασμός των παιδιών από τροφό αποσκοπούσε στη διατήρηση του γυναικείου σώματος σε καλή κατάσταση γιατί για την αστική τάξη η γυναίκα είχε γίνει το σύμβολο της ευμάρειας και του πλούτου του συζύγου.

Αντίθετα για τους εμπόρους και τους βιοτέχνες η εργασία των γυναικών τους τους είχε γίνει απαραίτητη, κι έτσι η εργαζόμενη σύζυγος δεν μπορούσε να χάσει, θηλάζοντας, πολύτιμο χρόνο εργασίας. Τα μωρά στέλνονταν σε μακρινές εξοχές σε τροφούς που συχνά δεν είχαν γάλα. Ακόμα και χήρες αναλάμβαναν το έργο αυτό: τάιζαν τα βρέφη χυλούς και γάλα από ζώα. Μέσα σε άθλιες συνθήκες υγιεινής και στην αδιαφορία πολλά βρέφη πέθαιναν. Ακόμα χειρότερη τύχη είχαν τα νόθα παιδιά που τα ιδρύματα τα έστελναν στις φθηνότερες, δηλαδή στις χειρότερες τροφούς.

Το φαινόμενο του θετού θηλασμού στη Γαλλία του 18ου αιώνα είχε πάρει διαστάσεις αληθινής παιδοκτονίας, με εξαίρεση τα παιδιά των πλουσίων που οι γονείς τους είχαν την οικονομική ευχέρεια να διαλέγουν ακριβές τροφούς που ζούσαν σε κοντινή απόσταση και μπορούσαν να ελεγχθούν για την ποιότητα του έργου τους.

 

Oι οικονομικές διαστάσεις του φαινομένου

 

Αφήνοντας κατά μέρος τις δούλες, οι τροφοί της αρχαιότητας πληρώνονταν, αν και οι μισθοί τους, όπως άλλωστε οι μισθοί όλων των εργαζόμενων γυναικών της εποχής, με εξαίρεση τις γυναίκες γιατρούς, ήταν χαμηλοί.

 

Απουλική ερυθρόμορφη αρυβαλλοειδής λήκυθος με παράσταση Αφροδίτης που θηλάζει τον Έρωτα. Αποδίδεται στο εργαστήριο του Ζωγράφου του Θηλασμού, 360–340 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο του Τάραντα.

 

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή όμως οι γυναίκες αυτές είχαν οργανωθεί. Συγκεντρώνονταν σε μια κολόνα της αγοράς που ονομαζόταν γι’ αυτό το λόγο colona lactaria. [26] Εξάλλου έχουν διασωθεί σε παπύρους αποδείξεις πληρωμής, όπως θα λέγαμε σήμερα, τροφείων και αμοιβής από τροφούς σε γονείς (στη ρωμαϊκή Αίγυπτο): π.χ. κάποια τροφός, μετά το πέρας των δύο χρόνων της συμφωνίας που είχε κάνει με τη μητέρα ενός κοριτσιού, επικύρωσε την επιστροφή της κόρης στη μητέρα της, καθώς και την αμοιβή των 400 αργυρών δραχμών αυτοκρατορικής κοπής που έλαβε με εντολή της εργοδότριάς της, ως κάλυψη εξόδων αλλά και ως αμοιβή για το έργο της τροφού. [27] Το προαναφερθέν ποσό σίγουρα δεν θα έκανε πλούσια την τροφό αλλά ήταν ένα ζωτικό συμπλήρωμα στο εισόδημά της.

Τον Mεσαίωνα οι τροφοί πληρώνονταν πολύ καλύτερα από τις υπηρέτριες: η οικότροφη τροφός πληρωνόταν 50 σελίνια το χρόνο και τα έξοδα διατροφής της ήταν καλυμμένα, ενώ εκείνη που έπαιρνε το μωρό στο σπίτι της κέρδιζε 100 σελίνια, προφανώς γιατί έπρεπε να καλύψει και τα έξοδα του μωρού. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά του μισθού ανάμεσα στην τροφό και στις άλλες υπηρέτριες, αρκεί να αναφερθεί ότι μια καμαριέρα την ίδια εποχή κέρδιζε μόλις 30 σελίνια το χρόνο. [28]

Τον 18ο αιώνα στη Γαλλία, οι γυναίκες που εργάζονταν ως τροφοί αποκτούσαν οι ίδιες αλλά και οι οικογένειές τους ένα καλοδεχούμενο συμπληρωματικό εισόδημα (ανήκαν όλες στην αγροτική τάξη). Mια χήρα που ανέθρεψε (με γάλα ζώων) δεκατέσσερα βρέφη από το βρεφοκομείο της Λυών, κέρδισε 996 λίβρες σε επτά χρόνια, ποσό αξιοσέβαστο για την εποχή. [29]

O «θετός» θηλασμός είχε γίνει επικερδής επιχείρηση για πολλές αγροτικές οικογένειες της Γαλλίας: «Δεν αποκλείεται, με άλλα λόγια, μια γυναίκα που τρέφει ένα μωρό από τη Λυών και κερδίζει κάποιο εισόδημα, να στέλνει κι αυτή το βλαστάρι της σε ένα γειτονικό χωριό, σε πιο φτηνή τροφό, και να έχει κέρδος. Χρήμα αντί για γάλα. Η πλημμύρα αυτή χρήματος συμβάλλει στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου της υπαίθρου. Είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες της αναντίρρητης οικονομικής άνθησης του αγροτικού 18ου αιώνα…». [30]

Βλέπουμε δηλαδή ότι στη Γαλλία του 18ου αιώνα αυτός ο ιδιόμορφος θεσμός έπαιξε τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό ρόλο.

 

Υποσημειώσεις


[1] Λ. Ντεμώζ (επιμ.), Η ιστορία της παιδικής ηλικίας, μτφρ. Δ. Κωστελένιος, Αθήνα 1977, σ. 66.

[2] Βλ. Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 23-25 και The Annual of the British School at Athens 96 (2001), σ. 281-319.

[3] Βλ. K. Bradley, Discovering the Roman Family, Oxford 1991, σ. 18-19.

[4] K. Bradley, «Sexual regulations in wet-nursing contracts from Egypt», Clio 62 (1980), σ. 321-327.

[5] Σωρανός, Γυναικεία Β.XII.

[6] Στο ίδιο.

[7] Στο ίδιο.

[8] Bradley, Discovering…, ό.π., σ. 27.

[9] Πανδέκτης, κεφ. 26.10.1-7.

[10] Βλ. Κ. Μantas, «Aspects of Slavery in Dio Chrysostom’s Discourses», MA, Bristol 1991.

[11] Βλ. Γ.Ν. Κουκουλής, Η Κάλυμνα των επιγραφών, Αθήνα 1980, σ. 367 και 379.

[12] V. Fields, Breasts, Bottles and Babies, Edinburgh 1986, σ. 30.

[13] Βλ. K. Synodinou, On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977, σ. 66-67.

[14] Στο ίδιο.

[15] Δίων Χρυσόστομος, Ευβοϊκός, 144.

[16] Θεοδοσιανός κώδικας 9.24.1.1.

[17] Βλ. A. Rousselle, Porneia: On Desire and the Body in Antiquity, Oxford 1988, σ. 56-57.

[18] Γρηγόριος της Νύσσης, Επιστολή εις τον βίον της οσίας Μακρίνης.

[19] Στο ίδιο.

[20] Ντεμώζ, ό.π., σ. 161-162.

[21] Fields, ό.π., σ. 52.

[22] Ντεμώζ, ό.π., σ. 161-162.

[23] Fields, ό.π., σ. 100.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο συλλογικό έργο Ιστορία της διατροφής: Προσεγγίσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, Αθήνα 1998, σ. 63-74, σε επιμέλεια και μετάφραση της Άννας Ματθαίου

[26] Fields, ό.π., σ. 30.

[27] Στο ίδιο.

[28] Στο ίδιο, σ. 48-49.

[29] E. Le Roy Ladure, σ. 71.

[30] Στο ίδιο.

 

 

Βιβλιογραφία


 

 Πηγές

  • Γαληνός, Υγιεινών.
  • Γρηγόριος ο Νύσσης, Επιστολή εις τον βίον της οσίας Μακρίνας.
  • Δίων Χρυσόστομος, Eυβοϊκός.
  • Σωρανός, Γυναικεία.

 

Mελέτες

  •  BRADLEY K., Discovering the Roman Family, Oxford 1991.
  • FIELDS V., Breasts, Bottles and Babies, Edinburgh 1986.
  • MANTAS K., «Aspects of Slavery in Dio Chrysostom’s Discourses», MA, Bristol 1991.
  • MATΘAIOY Α. (επιμ.), Ιστορία της διατροφής, Αθήνα 1998.
  • NTEMΩZ Λ. (επιμ.), Η ιστορία της παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1977.
  • ROUSSELLE A., Porneia: On Desire and the Body in Antiquity, Oxford 1988.
  • SYNODINOU K., On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977.

Κώστας Μαντάς,

Δρ Αρχαίας Ιστορίας Πανεπιστημίου Bristol

 Περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 105, Δεκέμβριος 2007.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη: Η μορφή της τροφού στις «μεταμορφώσεις», στο «ciris» και στον Σένεκα – Οι ιστορίες της Μύρρας, της Σκύλλας και της Φαίδρας.

 

Read Full Post »

Αρχαία Ιατρική


 

 «Ιητρική δε πάντα πάλαι υπάρχει…»

Ιπποκράτης, Περί αρχαίης ιητρικής

  

Υγεία

Η ιατρική των αρχαίων Ελλήνων μπορεί αδρά να διακριθεί στην πριν και τη μετά τον Ιπποκράτη πε­ρίοδο. Η πρώτη, που καλείται αρχαία ιατρική α­κόμη και από τον ίδιο τον Ιπποκράτη, είναι «ανοι­χτή» ως προς το απώτερο όριό της, ενώ το εγγύς χρονικό της όριο φθάνει ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Εί­ναι φυσικό για την περίοδο αυτή να σπανίζουν οι άμεσες πηγές πληροφοριών. Έτσι τις γνώσεις και τις πληροφορίες για την περίοδο αυτή προσποριζόμαστε από πηγές έμμεσες: ερείπια ναών, επιγρα­φές, αναθήματα, μη ιατρικά συγγράμματα κ.λπ. [1] Κι ακόμη από μύθους παλαιότερων εποχών που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς, είτε ως στοι­χείο της τότε παράδοσης είτε ως πίστη των ανθρώ­πων της εποχής τους.

Έμμεσες λ.χ. είναι οι πηγές για την ιατρική του αιγαιακού χώρου και ιδιαιτέρως της Κρήτης κατά τη μεσομινωική (2000-1700 π.Χ.), ακόμη και την υστερομινωική περίοδο (1700-1100 π.Χ.). Όπως συ­νάγεται από τα έμμεσα στοιχεία, υπήρχαν γνώσεις υγιεινής, καθώς έχουν βρεθεί κλειστά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Από διάφορα α­γαλματίδια συμπεραίνεται η ύπαρξη ιαματικών θεοτήτων, ορισμένες α­πό τις οποίες κρατούν στα χέρια όφεις (θυμίζουμε και τον όφι που συ­νόδευε αλλά και συμβόλιζε, εν μέρει, τον Ασκληπιό).

Διέθεταν επίσης και βοτανολογικές γνώσεις. Είναι καλά γνωστή η γυναικεία θεότητα που είναι στεφανωμένη με κωδίες της μήκωνος της υπνοφόρου, της παπαρούνας από την οποία βγαίνει το όπιο. Εκχύλισμα ή αφέ­ψημα κωδιών ήταν σε ευρεία χρήση από τα πανάρ­χαια χρόνια ως τα μέσα, σχεδόν, του 20ού αιώνα, τό­σο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση και άλλων φαρμακευτικών φυτών, όπως συμπεραίνεται από παραστάσεις σε δακτυλίδια ή από αναφορές σε πα­πύρους. Όσο για τα νοσήματα που επιπόλαζαν στους μινωικούς Κρήτες, γίνονται υποθέσεις με βάση απεικονίσεις σε αφιερώματα προς τις ιαματι­κές θεότητες από ανθρώπους που είχαν θεραπευ­θεί. [2] Σε μινωικό ιερό στην περιοχή Πετσοφά, ανά­μεσα στα άλλα ευρήματα ανακαλύφθηκαν και πή­λινα αφιερώματα που παριστάνουν ανθρώπινα μέ­λη. [3] Τα αφιερώματα αυτά υπενθυμίζουν τα ανάλο­γα μεταγενέστερα αναθήματα των Ασκληπιείων, καθώς και τα σύγχρονα τάματα σε ναούς και εικό­νες που θεωρούνται θαυματουργές.

Ιπποκράτης

Για την προφύ­λαξη από διάφορους κινδύνους και νοσήματα, ε­κτός από τα όποια φυσικά μέσα, υπήρχαν και αντι­κείμενα με «μαγικές» δυνάμεις. Ο Πουρναρόπουλος [4] αναφέρεται σε περίαπτο που βρέθηκε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, διαστάσεως περίπου 1 εκατοστομέτρου, που παρίστανε ανθρώπινη καρδιά. Πάνω σ’ αυτήν ήταν αριστοτεχνικά χαραγμένα δυο φίδια (όφεις), ένας σκορπιός, μια αράχνη και ένα χέρι. θεωρείται δε ότι το φυλακτό αυτό προφύλασσε από τη βασκανία, το τσίμπημα αράχνης και σκορπιού και από το δάγκωμα φιδιού. Είναι πιθανό ότι τα μυ­θολογικά    στοιχεία που   διαθέτουμε για την απώτερη εποχή αποτελούν το διαστρεβλωμένο απόηχο ή τη μακρινή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων.

Από τα αναφερόμενα λ.χ. στον Κένταυρο Χείρωνα, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη διπλή σωματική του υπόσταση, θα αρκούσε να κατανοηθεί ως μέλος μιας φυλής ή μιας ομάδας που μετακινείται έφιπ­πη. Είναι όμως εύκολο να θεωρηθεί ως ένας άρι­στος γνώστης της πλούσιας χλωρίδας της περιοχής του, με δυνατότητα να εφαρμόζει, να συστήνει και να διδάσκει τη θεραπευτική δύναμη των φυτών.

Στο σκοτάδι του μύθου κινείται και ο ιατρομάντης Μελάμπους από το Άργος, που η παράδοση τον θέλει να έχει θεραπεύσει από τη μανία (ή άλλο ψυχοδιεγερτικό σύνδρομο) τις κόρες του βασιλιά Προίτου και άλλες Αργείες γυναίκες. Αναφέρεται επίσης ως θεραπευτής του Αλκάθου, βασιλιά των Μεγάρων, και του αργοναύτη Ιφίκλου, τον οποίο γιάτρεψε α­πό ανικανότητα. [5]

Ο Μελάμπους, που ορισμένοι πι­θανολογούν ότι έζησε δυο αιώνες πριν από τον Ασκληπιό, αποτελούσε το γενάρχη και άλλων ιατρομάντεων όπως ο Αμφιάραος που λατρευόταν στον Ωρωπό. Το ιερό του Αμφιάραου (Αμφιαράειο) μας παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες γε­νικά για τη δόμηση και τη λειτουργία ανάλογων θε­ραπευτικών κέντρων της αρχαιότητας. [6]

Ο θεραπευ­τής Αντικυρεύς, από την Αντίκυρα, θεωρείται ότι εισήγαγε στη θεραπευτική τον ελλέβορο, με τον ο­ποίο θεράπευσε και τον ήρωα Ηρακλή από τη μα­νία από την οποία είχε προσβληθεί. [7] Τέτοια ονόμα­τα, με ευρύτερη ή πιο περιορισμένη προβολή, ανα­φέρονται κι άλλα στη μυθολογική παράδοση της πριν από τον Ασκληπιό ιατρικής.

 «Ει και προ του Ιπποκράτους ιατροί τε και ιατρι­κά συγγράμματα υπήρχον ως βέβαιοι ο Σωκράτης, εν τούτοις ελάχιστα γνωρίζομεν περί της ιατρικής των χρόνων εκείνων, διότι ταύτα πάντα απωλέσθησαν. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούμεν εκ των εμμέσων πηγών, των ομηρικών μεν επών δια την α’ χιλιετηρίδα προ Χριστού, των συγγραμμάτων δε των αρχαίων ιστορικών, λυρικών και δραματικών κ.τ.λ. συγγραφέων δια την μετά ταύτα περίοδον μέ­χρι των ιπποκρατικών χρόνων», γράφει ο Κούζης στα 1929.

Η αναζήτηση των ιατρικών πληροφοριών στα ομηρικά έπη αποτέλεσε θέμα προσφιλές σε γιατρούς, ιστορικούς και φιλολόγους και η υπάρ­χουσα βιβλιογραφία, ελληνική και διεθνής, είναι πολύ πλούσια. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι στα δυο ομηρικά έπη ανευρίσκονται γνώσεις αναφερόμενες στην ανατομία, την υγιεινή, την παθολογία, την ψυχιατρική, τη νευρολογία, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, τη φαρμακολογία κ.λπ. [8] Ακόμη υπάρ­χουν πληροφορίες και γνώσεις αναφερόμενες στην καθημερινή ζωή, τη διατροφή, τις συνθήκες ατομι­κής και ομαδικής διαβίωσης, τους λοιμούς, τις νε­κρικές τελετές. Σημαντικός είναι και ο γλωσσικός πλούτος που εκφράζει όργανα και λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, παθήσεις, θεραπείες και άλ­λα, ενώ επισημαίνεται πλήθος λέξεων που εξακο­λουθούν να δίνουν ως σήμερα όρους της ιατρικής και της βιολογίας. [9] Συχνές είναι οι αναφορές σε φυτά με θεραπευτι­κό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ορισμένα με δράση αιμοστατική, επουλωτική, παυσίπονη. Βότανα για εξωτερική τοποθέτηση ή για εσωτερική λήψη. Άλλα που διώχνουν τη θλίψη κι άλλα που προκα­λούν παραισθήσεις. Φαρμακευτικά φυτά ορισμένα των οποίων είναι ίσως ακόμη σε χρήση κι άλλα που υπάρχουν μόνο μέσα σε μύθους και θρύλους.

Εκτός από τους γιατρούς, τα βότανα γνωρίζουν και άλλοι που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη θεραπευτική. Αναφέρονται ακόμη και κάποιες γυναίκες που έχουν γνώση των βοτάνων. Η θεά Ήβη, η μάγισσα Κίρκη και από τις θνητές η Αγαμήδη, κόρη του Αυγείου, η Τρωάδα Πολυδάμνα που τα δίδαξε και στη σύζυγο του Μενέλαου, Ελένη, η δούλη του Νέστορα, Εκαμήδη.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των ιατρικών πληρο­φοριών των ομηρικών επών αναφέρεται στις πολε­μικές κακώσεις. Υπάρχει ήδη από το 1879 η κλασι­κή μελέτη του Φρέλιχ (Frohlich) που υπομονετικά καταμέτρησε 147 διαφορετικά είδη τραυμάτων, σε ποικίλα μέρη του σώματος και με διάφορα όπλα της εποχής. Ο ίδιος υπολόγισε τη συχνότητα εντοπίσε­ων στα διάφορα μέρη του σώματος, τη θνησιμότητα και άλλες παραμέτρους. Εκτός από τα ίδια τα τραύ­ματα στα ομηρικά έπη γίνονται αναφορές για τρό­πους απομάκρυνσης των τραυματιών από το πεδίο της μάχης, για την περιποίηση των τραυμάτων, για τη χρήση αναλγητικών και αιμοστατικών κ.λπ.[10]

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στις θεραπευτικές γνώσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα είχαν χαθεί αν δεν διασώ­ζονταν μέσα στα μνημειώδη έπη του Ομήρου. Παράλληλα προς την ιατρική των Ασκληπιεί­ων, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και ως τα όρια της ιπποκρατικής ιατρικής, έχουμε την α­νάπτυξη βιοϊατρικών κοσμοθεωριών, αλλά και θε­ραπευτικής κάποτε πράξης, από διαφόρους φιλο­σόφους, περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς.

Ανά­μεσα σ’ εκείνους που ανέπτυξαν θεωρητικές προ­σεγγίσεις των Βιολογικών προβλημάτων είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος (7ος αι. π.Χ.) και ο μαθητής του Αναξιμένης (7ος-6ος αι. π.Χ.), ο Ιππων από το Ρήγιο (6ος αι. π.Χ.) και ο Κρητικός Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Σημαντική ροπή έδωσαν στην ιατρική σκέψη ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αι. π.Χ.) και οι μαθητές και οπαδοί του, οι λε­γόμενοι Πυθαγόρειοι, όπως ο Φιλόλαος (5ος αι. π.Χ.) και ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης (5ος αι. π.Χ.) που είναι ίσως ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανατομική και τη φυσιολογία. Κι ακόμη ενδιαφέ­ρον έχουν οι γνώσεις και οι θεωρίες του Ξενοφάνη από τον Κολοφώνα (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Παρ­μενίδη (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Ηράκλειτου (6ος-5ος αι. π.Χ) και του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.).

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Γαληνός αποκαλεί εντριβέστατον περί την ιατρικήν τε και την φιλοσοφίαν, έγραψε ειδικό βιβλίο για την προφύλαξη από διάφορες νόσους. Αναλόγως του τόπου που α­ναπτύχθηκαν οι αντιλήψεις αυτές, συνήθως γύρω από κάποια κυρίαρχη προσωπικότητα, οι ειδικοί διακρίνουν τη σχολή της Κυρήνης, του Κρότωνος, της Ρόδου, της Ελέας, της Κνίδου και τέλος τη σχολή της Κω, από την οποία προέρχεται και ο ασκληπιάδης Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της επι­στημονικής ιατρικής.[11]

 

Η ιατρική των Ασκληπιείων

 

Ασκληπιός

Στα επιμέρους άρθρα για τα διάφορα φημισμένα Ασκληπιεία γίνεται και η περιγραφή της χωροτα­ξικής τους τοποθέτησης, αλλά και η οικοδομική σύσταση των αρχαίων θεραπευτηρίων. θα αναφερ­θούμε βραχύτατα στη σύνθεση του προσωπικού, γιατί και από αυτή διαφαίνεται η πολλαπλότητα των θεραπευτικών μέσων και των θεραπευτικών ρόλων.

Πρωτεύοντα ρόλο είχαν βεβαίως οι ιερείς- ιατροί και μεταξύ αυτών ο πρωθιερεύς, που εφάρ­μοζε το κύριο μέρος της θεραπείας και δίδασκε την τέχνη στους μυημένους. Τον συνόδευαν οι πυρφό­ροι, που αντιστοιχούσαν ιερατικά σε διακόνους. Οι ιερομνήμονες κατέγραφαν τις θεραπείες κατά περίπτωση ασθενείας, ενώ οι θεράποντες ασκούσαν διάφορες θεραπευτικές πράξεις. Την ευταξία του θεραπευτηρίου τηρούσαν κυρίως γυναίκες, οι νακόροι (νεωκόροι) ή ζακόροι.

Στις υπηρεσίες των ιερέων-ιατρών και των Ασκληπιείων γενικότερα, υπήρχαν επίσης «ιερά» φίδια και «ιεροί» σκύλοι, εκπαιδευ­μένοι για συγκεκριμένη συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες (γλείψιμο πληγών, πάσχοντος μέλους κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μικτή θρησκευτική και ιατρική διοργάνωση, κατά κανόνα πολυάνθρωπη, ώστε να καλύπτει τη μεγάλη προσέλευση πιστών και τις ανάγκες διαμονής τους, διατροφής, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.

Οι παθήσεις για τις οποίες οι πιστοί προσέρχονταν στα Ασκληπιεία δεν ήταν βαριές σωματικές παθήσεις. Αλλιώς δεν θα άντεχαν το ταξίδι ως το ναό ούτε τις εκεί εφαρμοζόμενες θεραπείες. Έπασχαν συνήθως από νοσήματα ψυχικά ή ψυχονευ­ρωτικά, από οφθαλμικές παθήσεις, από δερματο­πάθειες, από ρευματικά νοσήματα, από ελαφρά χειρουργικά νοσήματα, από στομαχικές ή εντερι­κές διαταραχές.

Στο ναό προσέφευγαν επίσης γυ­ναίκες με προβλήματα γονιμότητας, αλλά όχι για τοκετούς. Οι εφαρμοζόμενες θεραπείες ήταν ποικίλες και εξαρτιόνταν όχι μόνο από τη φύση του νοσήματος, αλλά και από το χαρακτήρα και την προσωπικότη­τα του αρρώστου. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των Ασκληπιείων περιλαμβάνονταν:

α) Η θεραπευτική δύναμη της πίστης.

β) Η ψυχική ευφροσύνη από την παραμονή σε ευχάριστο περιβάλλον.

γ) Η χρήση λουτρών καθαριότητας ή / και θερα­πευτικών ή / και θαλάσσιων.

δ) Η κατάλληλη διαιτητική φροντίδα.

ε) Η χρήση διαφόρων παρασκευασμάτων από βό­τανα για τοπική ή συστηματική χρήση (εκχυλί­σματα, αφεψήματα, επιθέματα, υπόθετα, αλοιφές, κολλύρια κ.λπ.)

στ) Χειρουργικές μικροεπεμβάσεις σε εξωτερι­κές βλάβες (συλλογές ποικίλων χειρουργικών εργαλείων έχουν βρεθεί σε διάφορα Ασκληπιεία).

ζ) Χειροπρακτικές τεχνικές, μαλάξεις, κινησιο­θεραπεία κ.λπ.

η) Χρησιμοποίηση ζώων για εφαρμογή της «διά του λείχειν θεραπείας» (γλείψιμο εξέλκωσης ή πάσχουσας περιοχής).

θ) Η χρήση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, όπως η υποβοήθηση ή η πρόκληση ύπνου σε ειδικό χώ­ρο (εγκοίμησις), συχνά με τη χρήση κατάλληλων φυτικών παρασκευασμάτων. Τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου στον ειδικό χώρο του Ασκλη­πιείου ερμηνεύονταν προς την κατεύθυνση της ε­πιδιωκόμενης θεραπείας. Επίσης κατά τη διάρκεια της εγκοίμησης μπορούσε να δοθούν συμβουλές, να γίνουν μικροεπεμβάσεις ή άλλων τύπων θερα­πευτικές ενέργειες.

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

Για την επίτευξη θεραπείας γίνονταν, γενικά, συνδυασμοί των διαφόρων μεθόδων. Μετά τις κα­θαρτήριες και ψυχοστηρικτικές τελετές εισερχό­ταν ο ασθενής στον προσδιορισμένο χώρο. Όταν ήταν αναγκαίο, γινόταν μεταφορά του αρρώστου με φορείο. Ακολουθούσε η χορήγηση κατασταλτικών υπνωτικών παρασκευασμάτων και η εφαρμο­γή της θεραπείας. Η εγκοίμηση δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των αρρώστων, αλλά μόνο σ’ εκείνους που είχαν μεγα­λύτερη πίστη και σεβασμό προς τα δρώμενα, ήταν δε ευκολότερα υποβολιμαίοι. Αρκετοί ασθενείς δεν κρίνονταν κατάλληλοι για εγκοίμηση και αντιμε­τωπίζονταν με άλλα μέσα.

Θυμίζουμε και την απομυθοποιητική των «δρωμένων» στα Ασκληπιεία σάτιρα του Αριστοφάνη, ο οποίος στον «Πλούτο» βάζει το δούλο του Χρεμύλου Καρίωνα να διακω­μωδεί τη νυχτερινή επίσκεψη του πρωθιερέα με την εντυπωσιακή ακολουθία του, ανάμεσα στους κατακείμενους προσκυνητές- ασθενείς. [12]Για τα θεραπευόμενα νοσήματα, τους ασθενείς και για τις εφαρμοζόμενες θεραπείες παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες από τα ιάματα, τις εγγραφές των περιστατικών σε πλάκες που υπήρχαν σε ειδικές θέσεις στα Ασκληπιεία. Ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας βρήκε στο Ασκληπιείο Επιδαύρου δυο από τις στήλες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ. και οι οποίες περιγράφουν 43 περιπτώ­σεις θεραπευθέντων. [13]

Η μεγάλη προσέλευση ασθενών στα Ασκληπι­εία, η αυξανόμενη με τα χρόνια εμπειρία, η καταγραφή των περιστατικών, συνέβαλαν στην πρό­σκτηση σημαντικών ιατρικών γνώσεων. Όμως η ια­τρική των Ασκληπιείων παρέμεινε ουσιαστικά κα­θηλωμένη από τη θρησκευτική φύση της. Όλα έ­πρεπε να αποδοθούν στο θεό, η θεραπεία ή η θε­ραπευτική αστοχία έπρεπε να περιβληθεί με διδακτικό χαρακτήρα, η γνώση δεν περνούσε από κρι­τική και η αμφισβήτηση ήταν απαγορευμένη. Ενδεικτικό είναι αυτό που γράφει ο Κοραής για τον Αλέξανδρο, πρωθιερέα του Ασκληπιείου του Πόντου: «…οσάκις ήθελε να ιερουργήσει τας τελετάς του Ασκληπιού, επρόστασσε με φωνήν κήρυκος να εκβαίνωσιν από τον ναόν οι άθεοι, οι επικούρειοι και οι χριστιανοί. Τους αθέους και τους ε­πικούρειους […] εφοβείτο ο πλάνος ως ολότελα ά­πιστους εις τας τερατουργίας του, και τους χριστια­νούς ως διδαγμένους […] να διακρίνωσι τα ψευδή από τ’ αληθινά θαύματα».[14]  Κι όμως, η αμφισβήτηση ήρθε από μέσα από τους ασκληπιάδες.

Πάλι κατά τον Κο­ραή, «ο μέγιστος αυτών εχθρός έμελλε να γεννηθεί από του Ασκληπιού τους απο­γόνους, και τα θανασιμώτερα κατά των ιε­ρέων βέλη έμελλαν να τοξευθώσιν από αυτό σχε­δόν το ιερόν του θεού των».[15]

Ο Ιπποκράτης, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες, την εχθρότητα και την πολεμική που δέχτηκε από το ιερατείο, έ­μελλε να οργανώσει την ιατρική εμπειρία με φιλο­σοφικό γνώμονα και να την ανεβάσει στην τάξη των επιστημών.

 

Γεράσιμος Α. Ρηγάτος

Επ. καθηγητής  Ιατρικής – Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


[1] Κούζης Αρ. Π., Ιστορία της ιατρικής. Τύποις «Πυρσού». Αθήναι 1929.

[2] Σακελλαράκης I.A., Μουσείο Ηρακλείου. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.

[3] Μαρινάτος Σπ., Η ιατρική κατά την αρχαίαν εποχήν. Αθήναι 1932.

[4] Πουρναρόπουλος Γ., Εισαγωγή εις τον Ιπποκράτη. Αθήναι 1967.

[5] Τσουκαντάς Γ., Η επίδρασις της διονυσιακής λατρείας στις Προιτίδες και ο Μελάμπους, (Αναδημοσίευση), Κασταλία, τεύχος 123-124, Ιαν. – Ιούν. 1996, σελ. 40-45.

[6] Πετράκος Β., Το Αμφιαράειο του Ωρωπού. Εκδ. Κλειώ, Αθήνα 1992.

[7] Ρηγάτος Γ., Τα βότανα στον πολιτισμό των Ελλήνων. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.

[8] Μαμαλάκης Μ., Συμβολή στην ιατρική των ραψωδιών του Ομήρου. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1977.

[9] Ρηγάτος Γ., Ομηρικές λέξεις στη σύγχρονη ιατρική. Κάκτος, Αθήνα 1996.

[10] Ρηγάτος Γ., Οι πολεμικές κακώσεις στην Ιλιάδα. [Εισαγωγικό κεφάλαιο στο βιβλίο] Ομήρου Ιλιάδα. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, σελ. κε’- υγ’.

[11] Κούζης Αρ. Π., ό.π., Πουρναρόπουλος Γ., ό.π.

[12] Αριστοφάνης, Πλούτος. Εις: Aristophanis Comoedias. Edidit. Th. Berg. Vol. III. In Aedibus Teubueri, Lipsiai 1882, σελ. 227-326.

[13] Καββαδίας Π., To ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία ασθενών. Αθήναι 1900.

[14] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα. Εις: Ιπποκράτους το περί αέρων, υδάτων, τόπων κ.λπ. Εκ της τυπογραφίας Εβεράρτου. Εν Παρισίοις 1816. Βλέπε και: Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Τόμος Β’, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988.

[15] Ο.π.

 

 Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »