Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαιδευτικός’

Η εκπαίδευση στο Άργος το 19ο αιώνα. Οργάνωση και Προσανατολισμοί. Τότσικας Αλέξης, Φιλόλογος – Συγγραφέας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ο συγκεκριμένος χρόνος της εισήγησης περιορίζει την έρευνα του θέματος στην αρχή και στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε ελπίζουμε να φανεί η εξέλιξη της οργάνωσης και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στο Άργος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ουσιαστικά η εκπαίδευση περιορίζεται στη μαθητεία κάποιων παιδιών κοντά σε έναν κληρικό, αφού η χριστιανική κατήχηση ταυτίζεται με την παιδεία, καθώς η γλώσσα του τελετουργικού και της διοίκησης της ορθόδοξης εκκλησίας είναι τα ελληνικά [1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα του 16ου αι. δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη σχολείου στην Πελοπόννησο. Σε κάποια κέντρα πάντως, όπως το Ναύπλιο και ως ένα σημείο το Άργος, η εκπαίδευση διατήρησε κατά περιόδους κάποιο επίπεδο.

Στα μέσα του 18ου αι. λειτουργεί στο Άργος Σχολή καλά οργανωμένη με σχολάρχη των Ι. Ζυγομαλά. Το 1790 ή 1798 ιδρύεται Σχολή από τον προεστό Ι. Περρούκα με δάσκαλο το Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο. Αργότερα δίδαξαν ο Ησαΐας Καλαράς, ο Νικηφόρος Παμπούκης και άλλοι. Έδρα της είχε τη μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης, οι μοναχοί της οποίας, Ιερεμίας και Ραφαήλ, δίδασκαν πριν την Επανάσταση τα παιδιά των γύρω χωριών.

Στο μοναστήρι μάλιστα βρέθηκε μια πλούσια βιβλιοθήκη, η ύπαρξη της οποίας, σε συνδυασμό με τις περιπέτειες του τόπου κατά την παλιγγενεσία, ενισχύει την άποψη εκείνων, που υποστηρίζουν ότι οι Οθωμανοί κατακτητές δεν εμπόδισαν ουσιαστικά τη λειτουργία των σχολείων για τους υπόδουλους, εφόσον αυτά περιορίζονταν στα απλά γράμματα και δεν απειλούσαν την κυριαρχία τους. Από τη στιγμή άλλωστε, που επέτρεπαν τη λειτουργία της χριστιανικής εκκλησίας, ήταν φυσικό να γνωρίζουν ότι στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελιά των μοναστηριών κάποιοι υπόδουλοι θα μάθαιναν τα γράμματα, που θα τους επέτρεπαν να διαβάζουν και να επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα [2].

Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι αρχές προσπάθησαν να εισάγουν νέες αξίες στην ελληνική παιδεία στα πρότυπα του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος στο «Σύνταγμά» του διακηρύσσει ότι «όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα και η πατρίς έχει χρέος να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωριά δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά» [3]. Η προσδοκία είναι καθαρή: το έθνος μόνο με την εκπαίδευση θα αποβάλλει τα ελαττώματα που του προσέδωσε η περίοδος της δουλείας και θα αποκτήσει εθνική συνείδηση [4].

Στη διάρκεια βέβαια του αγώνα η λειτουργία των σχολείων ήταν φυσικό να σταματήσει ουσιαστικά. Το θέμα όμως της  οργάνωσής της εκπαίδευσης απασχολεί όλα τα επίσημα κείμενα και τις καταστατικές αρχές, που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Η Πελοποννησιακή Γερουσία σχεδίασε σχολεία «αρρένων τε και θηλέων» και μάλιστα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο [5]. Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία στο τέλος του 18ου αι. από τον A. Bell και τον J. Lancaster, καθιερώθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία 1820-1830 από το Sarazin, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με έναν διασκευασμένο «οδηγό» του Ιω. Κοκκώνη, για να καλύψει το πρόβλημα της έλλειψης δασκάλων, και ίσχυσε ως το 1880, που την διαδέχτηκε η συνδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας [6].

Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, στο σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης που υπέβαλλε, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση Κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, που θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για τους δασκάλους κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο [7].

Από το διδασκαλείο του Άργους αποφοίτησε σημαντικός αριθμός δασκάλων, οι οποίοι «ανέλαβαν να συντελέσουν εις την γενίκευσιν των φώτων». Στην κεντρική σχολή της αλληλοδιδακτικής του Άργους στέλνονταν από κάθε επαρχία δύο ως τρεις νέοι, αρκετά προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα για να εκπαιδευτούν στη νέα μέθοδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι χρήματα για την πληρωμή των δασκάλων και τα άλλα έξοδα των σχολείων δεν υπήρχαν, αφού η κυβέρνηση δεν είχε τα κατάλληλα μέσα ούτε για τη διεξαγωγή του αγώνα. Τα πάντα γίνονταν με τις αυθόρμητες συνδρομές των κατοίκων και των μοναστηριών [8].

Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς στις αρχές του 1825 στην έκθεσή του για την δημόσια εκπαίδευση αναφέρει ότι η σχολή βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν». Η εύρυθμη λειτουργία της πάντως δεν είναι σίγουρη, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι στις 19 Απριλίου 1825 οι επιστάτες του σχολείου Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωσαν την παραίτησή τους μετά τον σφετερισμό των εθνικών κτημάτων, που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων των σχολείων [9].

Το 1824 ο εθνικός ευεργέτης Ιω. Βαρβάκης διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για την ίδρυση Λυκείου στο Άργος, το οποίο όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Επίσης  τον ίδιο χρόνο η κυβέρνηση ψήφισε την ίδρυση πανεπιστημίου στο Άργος και αγόρασε το οικόπεδο, στο οποίο αργότερα ο Καποδίστριας έχτισε τους στρατώνες ιππικού. Παράλληλα, όπως προκύπτει από έγγραφο που εκδόθηκε στις 10 Απριλίου 1824 στο Άργος, κατέβαλλαν προσπάθειες για την ίδρυση και Ανώτερης Ακαδημίας στο Άργος [10] προς προαγωγήν των επιστημών και καλών τεχνών με την ονομασία «Πρυτανείον ή Διατακτήριον», η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. [11]

Γεννάδιος Γεώργιος

Σύμφωνα με την έκθεση Γρηγ. Κωνσταντά του 1825 μεταξύ των  δέκα σχολείων της Πελοποννήσου ήταν και αυτό του Άργους.  Στο σχολείο φοιτούσαν διακόσια αγόρια και κορίτσια χωριστά. Με έξοδα λοιπόν μιας κυρίας από τη Χίο κτίστηκε ιδιαίτερο για τα κορίτσια με καταλληλότερο πρόγραμμα. Στο Άργος ιδρύθηκε  το 1824 και το Κεντρικό σχολείο, στο οποίο δέχτηκε να διδάξει ο Γ. Γεννάδιος.  Το 1825 το αλληλοδιδακτικό του σχολείο είχε πάνω από 150 μαθητές με  δάσκαλο το Δημήτριο Πλατανίτη, τον οποίο επαινεί εφημερίδα της εποχής. Οι μαθητές του σε έξι μήνες είχαν μάθει να διαβάζουν, να γράφουν  και να λογαριάζουν [12].

Ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης από τη αρχή γνωρίζει τις τραγικές συνθήκες της χώρας, αλλά όπως αποκαλύπτει στο μεγάλο φιλέλληνα Εϋνάρδο «είμαι αποφασισμένος να στηρίξω την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δυο μεγάλας βάσεις, την εργασία και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν [13]».

Ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης φαίνεται να αλλάζει ριζικά, όπως ριζικά άλλαξε η μορφή του πολιτεύματος [14]. Είναι ορατός ο πρακτικός του προσανατολισμός και η προσπάθεια σύνδεσης της χειρωνακτικής εργασίας με την πνευματική [15]. Η εκπαίδευση παίρνει ένα χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό [16], και γίνεται προσπάθεια να εγκαταλειφθούν οι παλαιές αρχές, που είχαν αποδειχθεί άξιες θρήνου και αγανακτήσεως, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νεόφυτος Βάμβας:      

 

Εξοδεύουν τα δυστυχή και αθώα παιδία δυο και τρείς χρόνους, χωρίς να μάθωσιν άλλο, παρά μηχανικώς να αναγιγνώσκωσι, και τούτο στραβά και διεστραμμένα. Και από τοιούτους πολυχρονίους και ακάρπους κόπους ο νους ταπεινώνεται, συνηθίζει εις την ακρισίαν, και το φοβερότερο ακόμη, λαμβάνει μίσος και απέχθεια εις την μάθησιν…

Η δε μέθοδος των πλειοτέρων παιδαγωγών είναι τωόντι αξία θρήνου και αγανακτήσεως. Αντί να φέρωνται εις τα αθώα παιδία με τρόπον γλυκύν και σεμνόν, διά να σύρωσιν ενταυτώ την εύνοιαν και το σέβας των, μεταχειρίζονται και βλέμμα, και φωνήν, και χείρας τυραννικάς. Αντί να τρέφωσι την φυσική περιέργειαν και φιλομάθειάν των με ιστορίας και περιγραφάς ζώων, φυτών, και άλλων τοιούτων, περνούν όλη την ημέρα εις ξηρούς και ατάκτους συλλαβισμούς και εις αναγνώσεις παρακαίρους. Από τοιούτον ηθικόν και διδακτικόν τρόπον παιδαγωγίας, τι άλλο ημπορεί να προέλθει παρά εκείνο, το οποίον και βλέπουμε τωόντι; Τα  πνεύματα των παιδίων ταπεινώνονται, εξευτελίζονται, και συλλαμβάνουν δικαίως απέχθειαν εις την μάθησιν και άσπονδον μίσος κατά των τυράννων της αθώας ηλικίας των.

 

Στο Άργος την εποχή αυτή λειτούργησαν ένα δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο, ένα ιδιαίτερο παρθεναγωγείο, ένα ιδιαίτερο ελληνικό σχολείο και μερικά ακόμα  σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος ιδρύθηκε το 1828 και σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. [17]

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν».

Στο σχολείο δίδαξε ο Νικόλαος Φανδρίδης, 21 ετών, κρητικός, με  μηνιαίο μισθό 250 γρόσια (100 φοίνικες), τον οποίο μέχρι το 1830 (Αύγουστος) κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, και το υπόλοιπο ο Καποδίστριας αρχικά και ο τοποτηρητής του Άργους κατόπιν.

Στις 21 Ιουνίου 1830 είχε 156 μαθητές, και στις 6 του Οκτώβρη του ίδιου έτους 128 μαθητές. Ο τοποτηρητής του Άργους Ιω. Δ. Βρατσάνος στις 21-6-1830 σε αναφορά του βεβαιώνει «την  άκραν επιμέλειαν την οποίαν ο διδάσκαλος  έχει…».  Την αναφορά συνοδεύει και ονομαστικός κατάλογος των μαθητών.

Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε άξιος δάσκαλος σύμφωνα και με έκθεση του Ι. Κοκκώνη (1830), παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε (στενότητα χώρου, έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, ελλιπής φοίτηση μαθητών, έλλειψη εποπτικού υλικού κλπ) [18].

Ο επιθεωρητής πήγε στο Άργος στις 4 το απόγεμα της 6ης Οκτωβρίου του 1830 και επισκέφτηκε αμέσως το αλληλοδιδακτικό σχολείο. Παρουσιάστηκε στο δάσκαλο ως ξένος περιηγητής, που ήθελε να γνωρίσει το σχολείο. Αφού συζήτησαν, έφυγε και την επομένη  πήγε με το γραμματέα του τοποτηρητή, πριν αρχίσει το μάθημα. Παρέμεινε σ’ όλη την παράδοση και εξέτασε πολλούς. Αναφέρει μάλιστα τους ευδοκιμήσαντες. Έλειπαν όμως και 33,  γεγονός το οποίο  σχολίασε και τιμώρησε με το δικό του τρόπο. Δεν ανέφερε δηλαδή τα ονόματα κάποιων προχωρημένων, επειδή δεν ήταν τακτικοί στα  μαθήματα. Είπε μάλιστα σ’ όλους  να μεταφέρουν στους γονείς τους, πως η Κυβέρνηση βραβεύει και βοηθά για παραπέρα  σπουδές μόνο τους επιμελείς, αν είναι και τακτικοί στο σχολείο.

Ο δάσκαλος του φάνηκε  «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του, επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του». Παρατήρησε όμως πως δεν εργαζόταν  ακριβώς, όπως προέβλεπε ο οδηγός και τον συμβούλεψε, όπου έκρινε απαραίτητο. Είπε ότι θα τον επισκεπτόταν και άλλη φορά για πληρέστερη συνεργασία. Το υλικό του  σχολείου και των μαθητών το χαρακτήρισε άθλιο και ελλιπές, ενώ δεν του άρεσε το νέο κτίριο. Το θεώρησε πολυδάπανο και δύσχρηστο. Οι ντόπιοι πάντως φαίνονταν να είναι ευχαριστημένοι  από το δάσκαλο. [19]

Παράλληλα στα σχολεία των «κοινών γραμμάτων» αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι, καλόγεροι και παπάδες δίδασκαν από την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» και πληρώνονταν από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου, αφού δυσφημούσαν το διδακτικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Μετά τη υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφευγαν σε συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου. Το 1830 γίνεται προσπάθεια «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδο των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας εις αιώνιον αμάθειαν».

Η έκθεση αναφέρει τους δασκάλους, των κοινών γραμμάτων, που είχαν ιδιαίτερα σχολεία και τους μαθητές τους. Αυτοί ήταν οι: Αναγνώστης Μοζατζόπουλος με 35 μαθητές, ο Αναγνώστης Κρητικός με 10, ο Κωνστ. Σαμαρτζής με 20, ο Κωνστ.  Λαλουκίτης με 10, ο Αναγνώστης Λελιώτης με 15, ο Γεώργιος Μικροδημήτρης με 15 και ο Σπυρίδων Κούρος με 6 μαθητές. Συνολικά δηλ. 111 μαθητές από τους 297, που φοιτούσαν σε όλα τα σχολεία του Άργους.

Στο παρθεναγωγείο που ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια δίδασκε η Μαρία Παπαχατζή και στις 17-10-1829 είχε 20 μαθήτριες από 6 ως 13 ετών, που κατάγονταν από σχετικά ευκατάστατες οικογένειες. Ο μικρός αριθμός των μαθητριών είναι χαρακτηριστικός για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Σε έκθεση του έκτακτου επίτροπου Αργολίδας Κωντ. Ράδου [29-11-1829] αναφέρεται και ένα ελληνικό σχολείο με 55 μαθητές και δάσκαλο τον Π. Κορδία,17 ο οποίος πληρωνόταν από τους μαθητές. Ο Κοκκώνης το 1830 επιθεώρησε και το ελληνικό σχολείο, που δίδασκε ο Κορδίας και τότε είχε 40 μαθητές, ορισμένοι από τους οποίους ήταν πάνω από 20 ετών. Εξέτασε τρεις και τους βρήκε «ικανώς προχωρημένους».

Τον Ιούνιο του 1831 έγιναν, παρουσία του Καποδίστρια, τα εγκαίνια του νέου  κτιρίου, το οποίο διατηρείται και σήμερα και στεγάζει το 1ο δημοτικό σχολείο Άργους. Αρχιτέκτονες ήταν ο De Vaud  και ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ εργολάβος ο Χαρίτων Κάππος.  Κοντά στο κτίριο οικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δάσκαλου. [20]

 

Καποδιστριακό σχολείο

 

Με αφορμή τα εγκαίνια η Γενική Εφημερίς και η Αιγιναία παραθέτουν και στοιχεία για τους μαθητές που είχαν φοιτήσει ως τότε. Οι μαθητές ήταν 1017, από τους οποίους οι 145 πήγαιναν στο νέο κτίριο. Από τους  874 που είχαν αποφοιτήσει, τουλάχιστο 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων εις τα ελληνικά σχολεία, εις το κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα». Μεταξύ εκείνων που φοίτησαν ήταν και 184 υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί του τακτικού ιππικού. Η πρόοδος τόσων μαθητών αποδίδεται στον πόθο των γονέων, τη φιλομάθεια των ιδίων, το ζήλο του δασκάλου και την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στο Άργος λειτούργησαν τακτικά σχολεία αγοριών και κοριτσιών με δασκάλους το Ν. Φανδρίδη και την Ε. Φανδρίδη, οι οποίοι δίδασκαν 118 και 65 μαθητές αντίστοιχα. Λειτουργούσαν επίσης 10 σχολεία κοινών  γραμμάτων με ανεξέταστους δασκάλους και 220 μαθητές. Ο Ζεγκίνης αναφέρει [21] πως το 1836 ιδρύθηκε στο Άργος ελληνικό σχολείο με ελληνοδιδάσκαλο τον Παναγιώτη Αγαθοκλή από τη Θράκη, ο οποίος παρέμεινε ως το 1856.

Το β’ μισό του 19ου αι. δεν έγινε καμία σημαντική αλλαγή στο χώρο της εκπαίδευσης. Με διάταγμα 30/11/1880 εισάγεται η συνδιδακτική μέθοδος, που δίνει βάρος στον έλεγχο και την εποπτεία του μαθητή από τον διδάσκοντα [22].

Τα στοιχεία που έχουμε για την κατάσταση της εκπαίδευσης στο Άργος το 1891 προέρχονται από Ημερολόγια της εποχής. Σύμφωνα με αυτά η επαρχία Άργους είχε 20 σχολεία με 726 αγόρια, 100 κορίτσια, 18 δασκάλους και 4 γραμματοδιδασκάλους. Μέσα στο Άργος υπάρχουν 4 σχολεία με 315 αγόρια, 100 κορίτσια και 6 δημοδιδασκάλους και 2 γραμματοδιδασκάλους (στα υπόλοιπα σχολεία της επαρχίας Άργους δεν υπάρχουν κορίτσια).

Δημοσιεύματα εφημερίδων αναφερόμενα στις εξετάσεις των σχολείων της πόλης μας δίνουν ταυτόχρονα και την κατάσταση της παιδείας στο Άργος στις αρχές του αιώνα μας, όπου φαίνονται να λειτουργούν τα ακόλουθα σχολεία:

  • Πλήρες δημοτικό σχολείο αρρένων Άργους, όπου το 1901 φοίτησαν 297 μαθητές (α τάξη 130, β 98, γ 85, δ 53, ε 21, στ 11). Η πτωτική τάση του αριθμού των μαθητών κατά τάξη είναι δηλωτική αφενός της αυστηρότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και αφετέρου των οικονομικών και άλλων δυσχερειών των μαθητών. Διευθυντής ο Αναστάσιος Τρίκας, ο οποίος υπήρξε και πρώτος διευθυντής της σχολής απόρων παίδων του Δαναού, και διδάσκαλοι οι Β. Μποτόπουλος, Δ. Αρβανίτης, Πέτρος Ράπτης και Π. Γεωργαντόπουλος.
  • Κοινή δημοτική σχολή αρρένων Άργους. Πρόκειται για το γνωστό σχολείο Σμυρνιωτάκη. Διδάσκαλοι οι Κ. Γαλάνης, Εμ. Παπαβασιλείου, και Γ. Σαραντόπουλος.
  • Πλήρες δημοτικό σχολείο θηλέων Άργους: Διδασκάλισσες οι Ευσταθία Φώσκη, Σοφία Μπούμη και Βασιλική Αθανασίου ή Αθανασοπούλου.
  • Κοινή δημοτική σχολή θηλέων Άργους: διδασκάλισσα η Ασπασία Αναγνωστοπούλου.

Στα 1891 μετά από πιεστικά αιτήματα παραγόντων της πόλης ιδρύθηκε διτάξιο γυμνάσιο στο Άργος, το οποίο προήχθη σε τριτάξιο στο 1901 μετά από ενέργειες του «θορυβούντος πολιτευτού» Κ. Πλατούτσα.

Αναλύοντας τα στοιχεία αυτά διαπιστώνουμε ότι η επαρχία Άργους παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό μαθητών (3,4%) σε σχέση με τον πληθυσμό της, καθώς και την χαμηλότερη αναλογία μεταξύ αρρένων και θηλέων μαθητών (12,1%).  Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στη διαπίστωση ότι ο πληθυσμός της πόλης στη συντριπτική του πλειοψηφία υπήρξε άκρως συντηρητικός. Ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης οι αντιλήψεις, ακόμα και των διανοουμένων, ήταν ακραία συντηρητικές. Για τους αργείτες ως το τέλος του 19ου αιώνα η μόρφωση των γυναικών εγκυμονούσε κινδύνους για την οικογένεια.  Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΔΑΝΑΟΣ (αρ. φ. 27/17-7-1908) [23] «η γυνή προώρισται δια την οικίαν, ο ανήρ δια την κοινωνίαν… και η των θηλέων εκπαίδευσις… όχι ωφέλιμος δεν είναι, αλλά και επιβλαβής ως επί το πλύ. Τα σχολεία ίσως εν αγνοία συνηθίζωσι ενωρίς τα κοριτσάκια εις την κενοδοξίαν, την ματαιοδοξίαν, την επίδειξιν, την επιπολαιότητα και το πάντων φρικτόν την αεργίαν. Τα καθιστούν φλύαρα, υπεροπτικά και πανούργα. Τα έργα των χειρών, η εργασία έχει εξοβελιστεί εκ των σχολείων χάριν των γραμματικών κανόνων και των μαθηματικών…».

H κατάσταση γενικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης στο Άργος παραμένει θλιβερή. Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας Αγαμέμνων (φ. 53/1892), όπου διαβάζουμε:

 

«… θλιβερόν είναι αληθώς το σημείον, εις ο περιήλθεν η στοιχειώδης εκπαίδευσις εν τη πόλει ημών. Κληρικοί, λαϊκοί, γυναίκες και κοράσια επαγγέλλονται άνευ ουδεμιάς αδείας τον διδάσκαλον. Εν υπογείοις και κρύπταις καθύγροις, αφωτίστοις, ανηλίοις συρρέουσιν αναμίξ αθώα πλάσματα. Χρηματισταί τινές, ίνα περώσι τον καιρόν τους χωρίς να έχωσι ουδέν κοινόν προς το διδασκαλικόν επάγγελμα..»[24].

 

Το 1895 είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ελληνική Εκπαίδευση, γιατί ψηφίστηκε ο νόμος  ΒΤΜΘ΄, που έβαλε αρκετή τάξη στην Παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν εξάλειψε όλες τις αδυναμίες, αφού άφησε στη διάκριση των δημοτικών αρχόντων και των εποπτικών συμβουλίων  τους δασκάλους.

Με το νόμο ΒΤΜΘ΄ διορίστηκε ως Επιθεωρητής Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων  Αργολιδοκορινθίας ο Ιωάννης Μεγαρεύς, καθηγητής του Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ο οποίος ανέλαβε στις 22-1-1896. Από την αλληλογραφία του φαίνεται η πολύ καλή κατάρτισή του, το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση και η διάθεσή του για συνεργασία με τις τοπικές αρχές.

Η εφημερίδα Δαναός στο φύλλο 116/22-2-1901 δημοσιεύει πληροφορίες για τους δασκάλους, τους μαθητές και τα σχολεία της Αργολίδας. Τις είχε δώσει πολύ πρόθυμα ο Μεγαρεύς, μετά από σχετικό αίτημά της.

 

Καθ’ όλον τον Νομόν Αργολίδος κατά το έτος 1896, δηλαδή οπόταν ήρχισεν η εφαρμογή του Νόμου ΒΤΜΘ΄ , εφοίτων μαθηταί εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις 4.599, διδασκόμενοι υπό 97 διδασκάλων, ανελόγουν δε οι μαθηταί προς τους κατοίκους 5,65:100 προς δε τους διδασκάλους 47:1. Κατά δε το ενεστώς έτος 1901, δηλαδή μετά πενταετή εφαρμογήν του Νόμου, φοιτώσιν εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις του Νομού 7050 μαθηταί διδασκόμενοι υπό 129 διδασκάλων. Αναλογούσι δε οι μαθηταί  προς τους κατοίκους 8,73:100 προς δε τους διδασκάλους 55:1. Η αναλογία 8,73 ισχύει δια τους άρρενας  μαθητάς, διότι η εκπαίδευσις των θηλέων υστερεί ένεκεν οικονομικών λόγων. Αλλά και η φοίτησις αυτών εβελτιώθη και θα βελτιωθή σημαντικώς, διότι  κατά το παρελθόν έτος δέκα [10] σχολεία των θηλέων συνεστάθησαν…. Εκ της αναλογίας δε ταύτης 8,73 δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι σήμερον η εκπαίδευσις εν τη πατρίδι ημών είναι εν ίση μοίρα με την των μάλλον πεπολιτισμένων κρατών της Ευρώπης  και ουδείς ή ελάχιστοι μένουσι αγράμματοι.  Η βελτίωσις δεν περιορίζεται εις την αύξησιν του αριθμού των φοιτώντων, αλλά και εις το ποιόν της εκπαιδεύσεως, προς δε και εις το ποιόν των διδακτηρίων, διότι τα μόνον δια σταύλους χρήσιμα προ του Νόμου αντικατεστάθησαν διά λαμπροτάτων διδακτηρίων και δια καταλλήλων οργάνων εμπλουτίσθησαν, ων τελείως εστερούντο πρότερον».  Και η εφημερίδα καταλήγει πως καθένας πείθεται, από όσα παραπάνω εκτέθηκαν,  πως ο νόμος υπήρξε ωφελιμότατος και σωτηριωδέστατος εν τη εκπαιδεύσει της πατρίδος μας [25].

  

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στις 15/10/1900 ιδρύεται στο Άργος η σχολή απόρων παίδων του συλλόγου «Δαναός», που λειτούργησε μέχρι το 1973, με νόμο του 1924 αναγνωρίστηκε ισότιμη με τα δημόσια δημοτικά σχολεία και 2.473 έλληνες πολίτες φοίτησαν σε αυτήν. [26] Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν θρησκευτικά, ανάγνωση, αριθμητική, γεωγραφία, ελληνική Ιστορία, ανθρωπολογία. Δάσκαλοι από το Άργος και από τα γύρω χωριά αναλάμβαναν να διδάξουν αμισθί.

Σε ολόκληρο τον αιώνα που εξετάσαμε η οργάνωση της εκπαίδευσης ήταν αυστηρά συγκεντρωτική. Όλα καθορίζονταν και επιτηρούνταν από την κεντρική διοίκηση. Ο χαρακτήρας των σπουδών ήταν μονοδιάστατα θεωρητικός και κλασικιστικός από την εποχή της Βαυαροκρατίας. Επιβλήθηκε η αρχαιομάθεια και η αρχαΐζουσα γλώσσα. Το χαρακτηριστικό της διδασκαλίας ήταν ο δογματισμός και ο παπαγαλισμός. Η εσωτερική ζωή του σχολείου ήταν αυταρχικά οργανωμένη [27].

Το δημοτικό σχολείο παρείχε στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) και η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, ενώ τα ελληνικά προετοίμαζαν τους μαθητές για το γυμνάσιο κατόπιν εξετάσεων. Οι απόφοιτοι των γυμνασίων εισάγονταν στα πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.

Η εκπαίδευση ήταν δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες εκτός από την πρωτοβάθμια, όπου υπήρχαν δίδακτρα. Για την ίδρυση και συντήρηση των δημοτικών σχολείων κατά των δασκάλων υπεύθυνοι ήταν οι δήμοι και οι κοινότητες, γι’ αυτό και τα σχολεία αυτά ονομάστηκαν δημοτικά και οι δάσκαλοί τους δημοδιδάσκαλοι.

Παρά τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα όμως η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν ήταν προσπελάσιμη από όλα τα κοινωνικά στρώματα και το πέρασμα από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη δεν ήταν εύκολο. Τα ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια βρίσκονταν μόνο στα αστικά κέντρα. Η πρόσβαση των παιδιών του αγροτικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευε την περίοδο 1840 – 1860 πάνω από το 75% του συνολικού πληθυσμού, ήταν δύσκολη. Ακόμα χειρότερα βέβαια ήταν τα πράγματα στην εκπαίδευση των γυναικών. Το 1854 η σχέση ανδρικής και γυναικείας φοίτησης ήταν 1 κορίτσι προς 6,5 αγόρια.

Χαρακτηριστικό της αγωγής, που παρέχουν τα σχολεία της εποχής είναι η χρήση του πίνακα τιμής και του μαυροπίνακα, που βρίσκονται μόνιμα αναρτημένοι πίσω από την έδρα του δάσκαλου. [28] Ο πίνακας τιμής χωρισμένος σε στήλες κατατάσσει κάθε μαθητή σε κατηγορίες: φρόνιμος, επιμελής, εύτακτος, φιλαλήθης, ευπειθής…. Κάθε μήνα σε αυτόν αναγράφονται τα ονόματα όσων διακρίθηκαν για την επιμέλεια ή την συμπεριφορά τους. Δίπλα του βρίσκεται «ο μαύρος πίναξ της ατιμώσεως». Εδώ σημειώνονται όσοι ύστερα από συνεχείς παρατηρήσεις παραμένουν «αδιόρθωτοι». Οι χαρακτηρισμοί είναι εύγλωττοι του συστήματος έπαινος-τιμωρία: φλύαρος, ρυπαρός, παρήκοος, οκνηρός ή αμελής, φιλοπαίκτης, ψεύστης, διεστραμμένος…

Πρόκειται ασφαλώς για μεθόδους και νοοτροπίες, που σε γενικές γραμμές εφαρμόστηκαν και τον επόμενο αιώνα στην ελληνική εκπαίδευση, και μόνο μετά τη μεταπολίτευση παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους σε μεθόδους, που ταιριάζουν σ’ ένα σύγχρονο και δημοκρατικό σύστημα εκπαίδευσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κάτσικα Χρ., Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, σελ. 19.

[2] Αγγέλου Άλκης,  ΙΕΕ, τόμος Ι, σελ 367.

[3] Κάτσικα Χρ. όπ.π. σελ. 22.

[4] Δημαρά Αλ. Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, α’ τόμος, σελ κγ΄.

[5] Δημαρά Αλ. όπ.π., σελ κδ΄.

[6] Καλαφάτη Ελ., Τα σχολικά κτίρια της Α/θμιας εκπαίδευσης. Αθήνα, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιά, 1988.

[7] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, Ελλέβορος, τ. 11, σελ. 81. (1994).

[8] Ι. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σελ. 588.

[9] Κορδατζή – Πρασσά Α.ό.π. σελ. 82.

[10] Ι. Ε. Ε. ΙΒ΄, σελ. 588.

[11] Ι. Ζεγκίνη,  Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σελ. 342.

[12] Φασατάκη Ν. Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, ανέκδοτη εργασία.

[13] Ι. Ε. Ε. τ. ΙΒ΄, σελ. 589.

[14] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. κζ΄.

[15] Κάτσικα Χρ. ο.π. σελ. 29.

[16] Δημαρά Αλ. ο. π. σελ. κζ΄

[17] Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65.

[18]  Κορδατζη – Πρασσά Α. ο.π. σελ 83.

[19] Φασατάκη Ν. ό.π.

[20] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 11, σελ. 86.

[21] Ι. Ζεγκίνη, ο.π. σελ 343.

[22] Κάτσικα Χρ. ο.π., σελ.70.

[23] Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τεύχος 340 (1996)

[24]  Δανούση Κ., Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τευχ. 340 (1996)

[25] Φασατάκη Ν. ο.π.

[26] Μαλτέζου Δ.  Η σχολή απόρων παίδων του ΔΑΝΑΟΥ, Δαναός ΑΡΓΟΣ 1995, σελ. 89 κ.ε.

[27] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. λ΄.

[28] Καλαφάτη Ε. ο.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αναγέννηση, εφημερίδα φ. 340 , Άργος, 1996.
  • Δαναός, αφιέρωμα,  Άργος, 1995.
  • Δημαράς Αλ., «Η  Μεταρρύθμιση που δεν έγινε», τ. 1ος, εκδ. Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1988.
  • Ελλέβορος, περιοδικό τ. 11/12, Άργος, 1994.
  • Ι. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων», 1948.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. ΙΓ΄ , ΙΔ΄
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης», εκδ. Γ.Γ. Νέας Γεννιάς, Αθήνα, 1988.
  • Χρ. Κάτσικας, «Ιστορία της Νεοελληνικής εκπαίδευσης», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2004.
  • Νίκος Φασατάκης, Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, αδημοσίευτη εργασία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862) – Τάσος Χατζηαναστασίου, έκδοση Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας, Ναύπλιο, 2017.


 

[…] Με το διάταγμα της Αντιβασιλείας της 21.11./3.12.33 ιδρύθηκε στο Ναύπλιο «Ελληνικόν Σχολείον» και Γυμνάσιον. Το Ελ­ληνικόν Σχολείον θα λειτουργούσε αρχικά, όπως αναφέρεται στο διάταγμα με «τρείς ή τέσσερις κλάσεις», στο δε Γυμνάσιον θα λειτουργούσαν «πρός τόν παρόν τουλάχιστον δύο τάξεις». Όπως ήταν φυσικό, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Βαυαροκρατίας, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε απευθείας μεταφορά του αντίστοιχου της Βαυαρίας. Οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου εισάγονταν με εξετάσεις στο Γυμνάσιον από το οποίο μπορούσαν, εφόσον ολοκλήρωναν σπουδές τετραετούς φοίτησης, να εισα­χθούν στο Πανεπιστήμιο.

Σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της πειθαρχίας και των ποινών, νομική βάση του συστήματος επιβολής ποινών αποτέλεσαν για δύο τουλάχιστον δεκαετίες τα άρθρα 53-55 του «Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καί Γυμνασίων» της 31ης Δεκεμβρίου του 1836.

«Εφέρθησαν ακόσμως»

Σύμφωνα με το πρώτο από τα άρθρα αυτά: «Κάθε διδάσκαλος εἶναι ὑπεύθυνος διά τήν πειθαρχίαν ἤ εὐταξίαν τῆς τάξεώς του, καί χρεωστεῖ νά ἐπαγρυπνεῖ εἰς τήν ἐπιμέλειαν καί διαγωγήν τῶν μαθητών∙ ἔχει ἐπομένως τό δικαίωμα νά διανέμει καταλλήλους ἀμοιβάς, νά δίδη πατρικάς συμβουλάς καί νά ἐπιβάλλη ποινάς διά κρατήσεως ἐντός τοῦ σχολείου εἰς ὡρισμένον τινά καιρόν ἤ καί ὁλοκλήρους ἡμέρας, νά δίδη εἴδησιν εἰς τούς γονεῖς ἤ ἐπιτρό­πους περί τῶν πταισμάτων τῶν μαθητῶν καί νά ζητῆ ἀπό αὐτούς πληροφορίας περί τῆς διαγωγῆς των» (άρθρο 53). Το άρθρο 54 προέβλεπε την ποινή της αποβολής από το Ἑλληνικόν Σχολεῖον «μέ μόνην τήν συγκατάθεσιν τοῦ Σχολάρχου. Ἀπομακρύνεται τοῦ διδακτικοῦ καταστήματος χωρίς νά ἀπολαύση τό δικαίωμα νά γίνη δεκτός εἰς ἕτερον πρός δοκιμήν ἐπιβλεπόμενος αὐστηρῶς τουλάχιστον εἰς διάστημα μίας ἐξαμηνίας». Η μέγιστη τιμωρία ήταν ο αποκλεισμός από όλα τα Ελληνικά Σχολεία «διά βαρύτερα ἐγκλήματα».

Η αυστηρότητα των ποινών αντισταθμιζόταν κατά κάποιον τρόπο από το δικαίωμα των γονέων και των επιτρόπων να απο­τείνονται στην σχολική εφορεία «ζητοῦντες ἐξέτασιν τῆς ὑποθέ­σεως ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἔγεινεν ἀδικία εἰς τόν ἀποβληθέντα». Δινόταν δηλαδή μία ευκαιρία επανεξέτασης μιας υπόθεσης (άρ­θρο 55).

Βάσει του άρθρου 109 του ίδιου Κανονισμού: «ὁ γυμνασιάρ­χης συνεννοούμενος μετά τῶν λοιπῶν καθηγητῶν θέλει συνάπτει κανονισμούς ἀναλόγους μέ τάς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν καί τάς σχέσεις τοῦ τόπου ἤ καί τοῦ καταστήματος ὑποχρεούσας τούς μαθητάς εἰς τήρησιν τακτικοῦ τρόπου ζωῆς καί θέλει τούς ἐφαρ­μόζει λαβών τήν ἔγκρισιν τῆς ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικών Γραμμα­τείας». Ο «Γενικός Κανονισμός τῶν χρεῶν τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Ναυπλίου» συντάχθηκε στις 29 Απριλίου 1841 όταν χρέη γυμνασιάρχη εκτελούσε ο Αδόλφος Ανσέλμος. Ο Δεμοί­ρος θεωρεί τον κανονισμό «μνημειώδη ως προς τα νοήματα και την έκφρασιν». Στον Γυμνασιάρχη του ίδιου σχολείου στην εκατονταετηρίδα από την ίδρυσή του, έκανε εντύπωση η διάταξη του άρθρου 13 που προέτρεπε τους μαθητές να υποβάλουν «εὐσχημόνως ἐρωτήσεις, ἐάν ἔχωσιν ἀπορίαν τινά ἀναφερομέ­νην πρός τό παραδιδόμενον μάθημα» καθώς τη θεωρεί «προο­δευτική δια την εποχήν εκείνην». Με βάση τον ίδιο κανονισμό (άρθρο 18) οι μαθητές ελέγχονταν για τη συμπεριφορά τους, για την οποία ίσχυαν πολύ αυστηροί περιορισμοί και ποικίλες απαγορεύσεις, στο πλαίσιο της τότε επικρατούσας ηθικής και εκτός σχολείου ενώ εάν καταδικάζονταν για οποιαδήποτε παράβαση του νόμου αποβάλλονταν από το σχολείο (άρθρο 20).

Φαίνεται όμως ότι δεν συμμορφώθηκαν όλα τα Γυμνάσια της χώρας με την απαίτηση του άρθρου 109 του Κανονισμού του 1836 να συντάξουν κανονισμούς, οπότε παρουσιάστηκε η ανάγκη να συνταχθούν τέτοιοι από το κράτος «ἵνα οἱ κανονισμοί οὗτοι οὐ μόνον ὦσι σύμφωνοι πρός τάς ἐν ἰσχύι διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος κειμένου, ἀλλά καί στηρίζωνται ἐπί τῶν αὐτῶν παιδαγωγικῶν αρχῶν». Το υπάρχον επομένως νομοθετικό πλαίσιο, ούτως ή άλλως ανεπαρκές και ξεπερασμένο, συμπληρώθηκε από τον «Ἐσωτερικόν Κανονισμόν Γυμνασίων και Ἑλληνικῶν Σχολείων» του 1857.

Ο Κανονισμός του 1857 καθόριζε με σαφήνεια τα πειθαρχικά παραπτώματα των μαθητών και προέβλεπε μία ποικιλία ποινών που ξεκινούσαν από την επίπληξη και έφταναν μέχρι τον αποκλεισμό από όλα τα σχολεία της επικράτειας. Αν περιοριστούμε στα άρθρα που διαφέρουν από την αντίστοιχη σύγχρονη θεωρία και πρακτική, οι παλιότεροι θα αναγνωρίσουν την σχολική πραγματικότητα ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 16: «ἐντός τοῦ δωματίου τῆς παραδόσεως ὁ μαθητής μένει πάντοτε ἀσκεπής, ἐκτός ἄν, πά­σχων, λάβη τήν ἄδειαν τοῦ διδασκάλου νά φέρη ἐπί τῆς κεφαλῆς τό κάλυμμα. Καθήμενος δ’ ἐπί τῶν θρανίων, ὀφείλει νά κρατῆ τάς χεῖρας ἐπί τῆς ἄκρας τῶν τραπεζῶν καί νά διατηρῆ ἀκατα­παύστως εὐσχήμονα στάσιν». Επίσης, οικείο οπωσδήποτε είναι και το άρθρο 21: «εἰσερχομένου διδασκάλου ἤ ξένου τινός ἐν τῷ δωματίῳ τῆς παραδόσεως, οἱ μαθηταί ἀνίστανται, ἡσύχως, κλί­νουσι πρός τόν εἰσερχόμενον ἐλαφρῶς τήν κεφαλήν καί πάλινκάθηνται» ενώ σύμφωνα με το άρθρο 28: «ἀπαγορεύεται ἡ μετα­ξύ μαθητῶν συνεννόησις πρός σχηματισμόν φατρίας ἐφ’ οἱῳδή­ποτε σκοπῷ».

Τέλος, οι καθηγητές οφείλουν να ελέγχουν τους μαθητές και εκτός του σχολείου, με έμφαση στον τακτικό εκκλησιασμό, που είναι υποχρεωτικός, και την απαγόρευση εισόδου στα καφενεία.

[…] Ωστόσο, γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως εκτός από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, ιδιαίτερα οι δάσκαλοι, αλλά και ορισμένοι καθηγητές, εφάρμοζαν επίσης συστηματικά τον άγραφο σωφρονιστικό κώδικα των σωματικών ποινών και άλλων εξευτελισμών προκειμένου να συνετίσουν τους απείθαρχους μαθητές. Εξάλλου, το ξύλο στα παιδιά ως μέτρο σωφρονισμού εφαρμοζόταν ευρύτατα έως σχετικά πρόσφατα και ήταν απολύτως αποδεκτό κοινωνικά. Η δημώδης και λόγια λογοτεχνική μας παράδοση έχει αποδώσει θαυμάσια αυτή την εμπειρία.

Δεν περιορίζονται ωστόσο μόνο στη λογοτεχνία τα τεκμήρια για τη χρήση του ξυλοδαρμού στη σχολική εκπαίδευση. Το μαρτυρούν τα εκατομμύρια των μαθητών και μαθητριών και σημερινών ενηλίκων, που είχαν αυτή την ομολογουμένως αξέχαστη εμπειρία, αλλά και οι σχετικές υπουργικές εγκύκλιοι που επισημαίνουν το φαινόμενο και επιχειρούν να το εξαλείψουν. Η πρώτη τέτοια εγκύκλιος που απεστάλη από το Υπουργείο στους γυμνασιάρχες έχει ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1848. Στην εγκύκλιο αυτή η χρή­σις της «ράβδου» χαρακτηρίζεται «ὅλως βάρβαρος καί κατάλλη­λος μᾶλλον εἰς άπομώρανσιν παρά εἰς ἐξημέρωσιν τῆς καρδίας καί ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας τῆς νεολαίας». Στην ίδια εγκύκλιο γίνεται αναφορά στις ποινές που προβλέπονται από τα άρθρα 53-55 του Κανονισμού περί Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων «αὐστηρᾶς μέν ἐπί πλέον ἤ ἔλαττον καταλλήλους δέ εἰς λογικά καί ἐλεύθερα ὄντα». Παρόμοιες εγκύκλιοι θα εκδοθούν και τα επόμενα χρόνια ως το 1884 οπότε εκδίδεται ειδική υπουργική εγκύκλιος (2081/22/3/1884) «περί ἀπαγορεύσεως τῶν ραβδισμῶν καί ἄλλων αἰκισμῶν τῶν παίδων», στην οποία τονίζεται με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος η πρόθεση του υπουργείου να μην ανεχτεί παρόμοια φαινόμενα. Η έκδοση της συγκεκριμένης εγκυκλίου 36 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης που έχουμε στη διάθεσή μας, φανερώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πως η ράβδος ουδέποτε έπαψε να πίπτει πλουσιοπάροχα επί δικαίων και αδίκων μαθητών και μάλιστα έως την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής Δημοτικού και Γυμνασίου, δηλαδή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Κι ενώ το νομοθετικό πλαίσιο απαγόρευε ρητά τις σωματικές ποινές, ελάχιστες είναι οι διαθέσιμες πληροφορίες για την τιμωρία διδάσκοντος στη Μέση Εκπαίδευση για σχετικό παράπτωμα. Παρόλα αυτά στο τέλος της ίδιας χρονιάς (1884) μία νέα εγκύκλιος (20580/30.12.1884) μάς πληροφορεί για την απόλυση διδάσκοντος από τη Μέση Εκπαίδευση ύστερα από καταγγελία του διευθυντή του σχολείου του, του Ελληνικού Σχολείου Πειραιώς, ο οποίος «ἐπέβαλε τρισί τῶν μαθητῶν τῆς τάξεως… τήν ποινήν τοῦ ἐμπτυσμοῦ ὑπό τῶν συμμαθητῶν» ενώ τιμώρησε και έναν μαθητή που αρνήθηκε να υπακούσει στην προσταγή του.

Εκτός από τον ξυλοδαρμό, εφαρμοζόταν και η περίφημη «νηστεία», η υποχρεωτική κράτηση δηλαδή των μαθητών στο σχολείο τις ώρες της μεσημεριανής διακοπής των μαθημάτων. Έτσι οι τιμωρημένοι μαθητές παρακολουθούσαν τα απογευματινά μαθήματα νηστικοί αφού τους είχε απαγορευτεί να μεταβούν στο σπίτι τους για φαγητό. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ειρωνείες και τις προσβολές που οι διδάσκοντες μεταχειρίζονταν, συχνά με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα και πρωτοτυπία, αντλώντας πρότυπα κατά προτίμηση από το ζωικό βασίλειο, προκειμένου να τηρούν την πειθαρχία στην τάξη.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τους δασκάλους, φαίνεται πως η βαναυσότητα των μεθόδων που μεταχειρίζονταν, έβρισκε συχνά άξιο συναγωνιστή τη σκληρότητα ορισμένων μαθητών, που απειλούσαν και επιτίθονταν εναντίον δασκάλων και καθηγητών εξασφαλίζοντας μάλιστα συχνά πλήρη ασυλία. Σύμφωνα με του π. Αρ. 7849 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας της 2 Οκτωβρίου 1872: «εἰς διάφορα τοῦ Κράτους παιδευτήρια μαθηταί θρασεῖς και αὐθάδεις ἀπειλήσαντες καί δι’ ὅπλων βαλόντες διδασκάλους καί καθηγητάς αὐτῶν, διότι ἐνόμισαν ἑαυτούς ἤ ἀδίκως τιμωρη­θέντας ἤ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς δῆθεν ἀδικηθέντας ἔμειναν ἀτιμώ­ρητοι καί ἀκατανίκητοι». Φόβος του Υπουργείου ήταν μήπως «τά ἐνδεικτικά καί ἀπολυτήρια γίνωνται ὕποπτα ὡς προϊόντα ἐκβια­σμοῦ καί φόβου».

Όπως και να έχει, αναφερόμαστε οπωσδήποτε σε μία εποχή κατά την οποία η βία γενικότερα κατείχε άλλη θέση απ’ ό,τι σήμερα στο κοινωνικό σύστημα αξιών και η άσκησή της στον χώρο του σχολείο έμοιαζε μάλλον αναπόφευκτη. Αυτό που έχει ωστόσο ενδιαφέρον να εξετάσουμε είναι το πώς εφαρμόστηκε στην πράξη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθώς η απόλυτη τήρηση του κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Στις επόμενες σελίδες λοιπόν θα απασχοληθούμε με την «μικροϊστορία» της σχολικής παραβατικότητας και της αντιμετώπισής της εκ μέρους της Διεύθυνσης του Γυμνασίου Ναυπλίου…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862).

 

 

Read Full Post »

Το Σχολείο Συγγρού Ερμιόνης – © Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Ανδρέας Συγγρός (1828 – 1899)

1896: Χρονιά σημαδιακή για το ελληνικό κράτος: Τρία χρόνια μετά την πτώχευση πεθαίνει στη Γαλλία αυτοεξόριστος ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ στην Αθήνα τελούνται οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τη χρονιά αυτή ο εθνικός ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός, συντάσσει τη διαθήκη του με την οποία αφήνει στο ελληνικό κράτος το ποσό των 750.000 δραχμών με προορισμό την κατασκευή δημοτικών σχολείων σε όλη τη χώρα, εκτός από την πρωτεύουσα. Με δαπάνες αυτού του κληροδοτήματος, κυρίως, κατασκευάζονται ως το 1911 περίπου 400 καλαίσθητα σχολεία ενιαίου τύπου, όλα με νεοκλασικά χαρακτηριστικά.

 

Δημήτριος Καλλίας (1859-1939)

Κατά ευτυχή συγκυρία ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη και με Υπουργό Παιδείας τον Δημήτριο Πετρίδη εκδίδεται ο νόμος Β.Τ.Μ.Θ. «Περί στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως», που αποτελεί σταθμό στην εκπαίδευση για πολλές καινοτομίες του, καθώς για πρώτη φορά καθορίζονται προδιαγραφές και δίνεται αρχιτεκτονική μορφή στα υπό ίδρυση σχολεία. Το διάταγμα βασίζεται στην εργασία του μηχανικού ταυ Υπουργείου Εσωτερικών Δημήτριο Καλλία.

Ο Δημήτριος Καλλίας, καταγόμενος από τη Χαλκίδα, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας συνεχίζει τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος έντονα από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε 4 τύπους σχολείων: για μονοτάξιο, 2/τάξιο, 4/τάξιο και 6/τάξιο, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών κάθε πόλης.

Η αρχιτεκτονική μορφή του σχολικού κτηρίου έχει εμφανή τα νεοκλασικά στοιχεία: Επίμηκες ισόγειο, με άξονα συμμετρίας που διέρχεται από την κεντρική είσοδο. Η δικλινής στέγη διακοσμημένη με ακροκέραμα. Τα παράθυρα μεγάλα, ξύλινα, στενόμακρα, ενοποιούνται με ενιαία κορνίζα. Το μεγάλο ύψος και π υπερύψωσή τους από το έδαφος προσδίδουν στο σχολείο βαρύτητα και μεγαλοπρέπεια. Κύριο διακοσμητικό στοιχείο η είσοδος, επιβλητική, με παραστάδες εκατέρωθεν, επιστεγάζεται με τα χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα, που παραπέμπει στο κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο συμβολισμός είναι προφανής:

«…προκρίνεται ως απάντηση στο αίτημα να είναι το δημόσιο σχολείο το λαμπρότερον οικοδόμημα και το περικαλλέστερον… ως παράσταση, της δημόσιας εικόνας, ως αρχτεκτονική έκφραση της κοινωνικής αρμονίας… ως ένα μέσο πολιτικής διαπαιδαγώγησης αγροτικών πληθυσμών… Αυτά τα μικρά πανεπιστήμια, ακριβή αντίγραφα του ίδιου προτύπου, διασκορπισμένα σε ολόκληρη τη χώρα, σε έντονη αντίθεση με το αρχιτεκτονικό τους περιβάλλον, αφού ο νόμος εφαρμόστη­κε και τα σχολεία αυτά κατασκευάστηκαν κατά προτεραιότητα σε αγροτικούς οικισμούς,- έγιναν για μια ολόκληρη εποχή η ίδια η εικόνα του σχολείου, έτσι ώστε 30 χρόνια αργότερα και ακόμη και σήμερα, κάθε νεοκλασικό σχολείο, όποια κι αν είναι η ημερομηνία κατασκευής του, να χαρακτηρίζεται σχολείο «τύπου Καλλία» ή «Σχολείο Συγγρού».

Βέβαια δεν κτίσθηκαν όλα με το κληροδότημα του Συγγρού, δεδομένου ότι η δαπάνη κατασκευής ενός διτάξιου σχολείου τότε υπολογίζεται σε 20.000 δρχ.[1] Όσα από αυτά τα σχολεία διασώθπκαν σήμερα έχουν χα­ρακτηριστεί διατηρητέα, αναπαλαιώθηκαν, επισκευάσθη­καν, στεγάζουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και αποτελούν κόσμημα για τσ χωριό ή την πόλη τους.

 

Το δικό μας σχολείο

 

Η γενέθλια πράξη του, ο αριθμός των πρώτων μαθητριών και οι δασκάλες τους εντοπίστηκαν από τους Γιάννη Σπε­τσιώτη και Τζένη Ντεστάκου κατά την έρευνά τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Είναι το Β.Δ. 331/28-10-1900 «Περί κατασκευής Δημοτικού Σχολείου εις το χωρίον Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδος».

Η θέση του στην τοπογραφία της Ερμιόνης ήταν εξαιρετική. Σε αντίθεση με το Καποδιστριακό σχολείο, που ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσα στα σπίτια στην πολυσύχναστη πλατεία στην καρδιά του παλιού χωριού, το νέο διδακτήριο κτίσθηκε στη βορειοανατολική άκρη του, σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της πόλης, σε υπερυψωμένο χώρο, εκεί που το αρχαίο τείχος της κλασικής Ερμιόνης άφηνε τη θάλασσα και ανηφόριζε να περικλείσει την πόλη.

Καθώς τα αρχαία τείχη είχαν πλέον καταπέσει, ξερολιθιές συγκρατούσαν το χώμα και ανάμεσα στα ερείπια και στα μικρά πλατώματα είχαν φυτευτεί μυγδαλιές. Όλος ο χώρος ήταν ένας πανέμορφος κήπος, γι αυτό οι παλιοί ονόμαζαν την περιοχή «γκάρντι» (από το garden: κήπος). [2] Με προσανατολισμό ανατολικό είχε θέα στο λιμάνι της Ερμιόνης και ορίζοντα ως πέρα την Ύδρα και τα Τσελεβίνια.

Κτίστηκε, λοιπόν, με όλες τις προδιαγραφές του σχεδίου Καλλία: Στη νεοκλασική κύρια όψη του προβάλλει η μεγάλη πέτρινη σκάλα της εισόδου υπερυψωμένη με έξι βαθμίδες και τη μεγάλη πόρτα, με δυο παραστάδες εκατέρωθεν με κορινθιακά κιονόκρανα και άνωθέν της το χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα με 3 ακροκέραμα. Δεξιά και αριστερά 4 παράθυρα με κορνίζες ανάμεσα, μεγάλα, υπακούοντας, θαρρείς, στην προσταγή ταυ ποιητή:

«…και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων

περίσσια ανοίχτε, να έρχεται ο κυρ Ήλιος

διαφεντευτής να χύνεται, να φεύγει,

ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας το φεγγάρι…»[3]

Ένας διάδρομος στον κεντρικά άξονα χώριζε τις δυο μεγάλες αίθουσες, και προς την πλευρά της μη ορατής αυλής, δυτικά, μια ακόμα αίθουσα, προορισμένη για γραφείο των δασκάλων. Γράφει ο Mιx. Παπαβασιλείου (ο οποίος λανθασμένα ορίζει το 1896, ως χρονολογία έναρξης της λειτουργίας του) στο βιβλίο του «θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης» (σελ 280):

«Οι αίθουσες διδασκαλίας υψώνονταν μεγαλόπρεπες καθώς και όλοι οι άλλοι χώροι, οι οποίοι μαζί με τις αίθουσες, πληρώνανε όλους τους απαραίτητους όρους που πρέπει να έχει ένα σχολείο για να θεωρείται και από υγιεινής πλευράς τέλειο. Ωραιότατο και μεγάλο προαύλιο με υπόστεγο, στο οποίο παίζανε τα παιδιά στα διαλείμματα όταν έβρεχε. Γυμναστήριο όπου γυμναζόντουσαν. Τέσσερα αποχωρητήρια κα. χωριστό καλλιεργήσιμο κήπο, φυτεμένο με καρποφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά, στον οποίο ανέβαινες με τέσσερα σκαλιά».

Το διδακτήριο, τύπου διτάξιου σχολείου, είχε προορισμό να στεγάσει το σχολείο θηλέων. Μέχρι τότε, στην Ερμιόνη όσα κορίτσια φοιτούσαν, περίπου από το 1866, συστεγάζονταν στο Καποδιστριακό με τα αγόρια και κατόπιν από το 1877 σε νοικιασμένο κτήριο [4].

Στο νέο διδακτήριο λοιπόν μεταφέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το διτάξιο σχολείο θηλέων με 135 γραμμένες μαθήτριες και τις δασκάλες τους Μαρία Νικολέτου και Αικατερίνη Φρούτα. Η θεία Μαρία Φραγκούλη, ετών 99 σήμερα που φοίτησε εκεί τη δεύτερη δεκαετία, θυμάται να βρίσκεται αριστερά η Α’ και η Β’ τάξη, δεξιά η Γ’ και η Δ’ και στο γραφείο, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τους δασκάλους η Ε’ και η ΣΤ’ (είχε γίνει εν τω μεταξύ τριτάξιο), θυμάται φραγκοσυκιές να περιβάλλουν τη χωματένια αυλή και στα διαλείμματα να τρέχουν οι μαθήτριες, για να περιεργαστούν τις μεγάλες χελώνες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους! (Τι εικόνες και τι αναμνήσεις κρατούσε το παιδικό μυαλό!).

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Εργαστήριο ταπητουργίας

 

Με το διάταγμα του 1929 θεσμοθετείται η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών, αλλά, έως ότου να συστεγαστούν όλοι στο υπό ίδρυση νέο διδακτήριο στο Μπίστι, έγινε μια προσωρινή συστέγασή τους για τρία χρόνια στο Καποδιστριακό, το Συγγρού και τους Στρατώνες. Σ’ αυτή την εποχή λοιπόν, που μετά τη μικρασιατική τραγωδία σι πρόσφυγες προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα, το σχολείο Συγγρού φιλοξένησε και μια προσπάθεια βιοτεχνίας χαλιών. Την πληροφορία μας δίνει ο δάσκαλος Mιx. Παπαβασιλείου στο ίδιο βιβλίο, σελ.280. «Από τότε στο σχολειό του Συγγρού στεγάστηκε το ταπητουργικό εργαστήρι στο οποίο Μικρασιάτες πρόσφυγες, άριστοι τεχνίτες, διδάσκανε πολλές κοπελιές του τόπου μας, από χέρια των οποίων βγήκανε έργα αξιοθαύμαστα. Κρίμα που δεν κράτησε περισσότερα χρόνια».

Μοναδική ανάμνηση από την εποχή αυτή έχει η κα Ανθούλα Λαζαρίδου- Δουρούκου: θυμάται πως επισκέφθηκε το εργαστήριο με τη μητέρα της, στα μέσα της 10ετίας του ΄30 και την εντυπωσίασαν οι όρθιοι στημένοι στον τοίχο μεγάλοι αργαλειοί που ύφαιναν τάπητες, διαφορετικοί από τους καθιστούς που ύφαιναν κουβέρτες και υφάσματα οι γυναίκες της Ερμιόνης.[5] (Αν διασώθηκαν σε ερμιονίτικα σπίτια τάπητες κατασκευασμένοι σ’ αυτό το εργαστήρι, δεν μπόρεσα να εντοπίσω).

 

Σχολείο πολλαπλών δραστηριοτήτων

 

Το καλοχτισμένο, λοιπόν, νέο 4/θέσιο δημοτικό σχολείο στο Μπίστι, από το 1931 – 32 λειτουργεί ως μικτό σχολείο, αλλά και πάλι οι αίθουσές του δεν επαρκούν, για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των πολύτεκνων, τότε, ερμιονίτικων οικογενειών. Έτσι το σχολείο Συγγρού θα χρησιμοποιηθεί εφεδρικά, στεγάζοντας ανά μία τάξη κάθε χρόνο, εξοπλισμένο με τα υπόλοιπα παλιών θρανίων, τα μεγάλα εκείνα ξύλινα, άβαφα, που χωρούσαν ως και έξι μαθητές. Ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό. Γιατί, όταν επεβλήθη η γερμανοϊταλική κατοχή στην Ελλάδα και στο Δημοτικό σχολείο στεγάστηκε η «Καζάρμα», το Διοικητήριο των Ιταλών, τα πεινασμένα αδύνατα Ερμιονιτάκια ξεχνούσαν την πείνα τους παίρνοντας ένα φτωχό συσσίτιο, μαζί με τα πρώτα γράμματα και το όραμα της λευτεριάς στο μοναδικό κτήριο Συγγρού.

Στις επόμενες μεταπολεμικές δεκαετίες, του ’40 και του ’50, το Σχολείο θα γνωρίσει μια περίοδο ακμής και αυτό χάρη στην ακούραστη και πολυσχιδή δραστηριότητα του διευθυντού του Μιχαήλ Παπαβασιλείου. Αξιοποιείται το μεγάλο του προαύλιο, ως σχολικός κήπος. Εκεί άλλωστε παρασκευάζεται και διανέμεται σ’ όλους τους μαθητές το πρωινό γάλα με το νόστιμο σταφιδόψωμο από τον φούρνο του Παντελή Κομμά.

Η ιδιαίτερη αδυναμία του Δασκάλου μας για το θέατρο δημιούργησε την ανάγκη να δημιουργηθεί στη βόρεια στενή πλευρά του κτίσματος μια υπερυψωμένη σκηνή. Πόσες παραστάσεις παίχθηκαν πάνω στα σανίδια της! Όλοι οι μαθητές της γενιάς μου γίναμε μικροί ηθοποιοί και δεχτήκαμε χειροκροτήματα, ενώ ο Δάσκαλος δημοσίευσε αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Βιώματα» τα αυτοσχέδια θεατρικά του έργα.

Όλο το κτήριο επισκευάσθηκε τότε. (Αδιάψευστη μαρτυρία η φωτογραφία που δημοσιεύει ο δάσκαλος στο βιβλίο του, σελ. 282). Είναι αλήθεια ότι μια από τις ικανότητές του ήταν να εμπνέει και να δραστηριοποιεί τους μεγαλύτερους μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξης που στην πραγματικότητα ήσαν πάνω από 12 χρονών, καθότι στην κατοχική περίοδο είχαν χάσει πολλές σχολικές χρονιές. Επί πλέον μας είχε οργανώσει σε «ομάδα ερυθροσταυριτών», και όλες αυτές τις δραστηριότητες (έρανοι, υιοθεσία ανταρτόπληκτων χωριών, επισκέψεις στο Μπίστι και καθαρισμός από τις κάμπιες, κλπ.) μαζί με τις θεατρικές παραστάσεις τις ενέτασσε στο έργο της ομάδας και έτσι τις δημοσιοποιούσε. Η ομάδα των ναυτοπροσκόπων που, επίσης, τότε δημιούργησε, είχε σαν έδρα της το ίδιο το σχολείο Συγγρού.

 

«ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» – Δεκαετία του 1950

 

Την επιμόρφωση των Νεοελλήνων μαζί με την ψυχαγωγία τους έχει αναλάβει ένας άλλος θεσμός. Είναι ο κινηματογράφος με τις πρώτες ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες του. Η μόνη πλέον αξιοπρεπής (!) αίθουσα που υπάρχει στο μικρό μας χωριό είναι αυτή του παλιού σχολείου. Συγχρόνως ήταν και μια ενίσχυση για το σχολικό ταμείο το ενοίκιο που πλήρωνε ο Λευτέρης Γκάτσος με μηχανικό το Ν. Σαλα­μούρη, για να το μετατρέψει σε κινηματογραφική αίθουσα με το επιβλητικό όνομα «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ», που γράφτηκε με κεφαλαία μεγάλα γράμματα στην πρόσοψή του. Ο Στέφος Αλεξανδρίδης συνέχισε τη λειτουργία του ως το 1960.

 

Γυμνάσιο Ερμιόνης

 

Μετά τη μεταφορά του κινηματογράφου στην αίθουσα Πάλλη, και για δυο 10ετίες περίπου, το κτήριο έμεινε εγκαταλελειμμένο και ακατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση. Οι ενέργειες για την επισκευή του συμπίπτουν με το αίτημα ιδρύσεως Γυμνασίου στην Ερμιόνη. Διαβάζουμε στην εφη­μερίδα «Ερμιονική Ηχώ» (φ.35, Δεκ. 1978) τον απολογισμό του έργου του Ερμιονικού Συνδέσμου… «…ενήργησε από το 1976 για την έγγραφη του κτιρίου του Σχολείου Συγγρού στο πρόγραμμα σχολικών κτιρίων, στην ανακήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου και στη διάθεση από το Υπουργείο Παιδείας πιστώσεως ενός εκατομμυρίου για την επισκευή του».

Πράγματι από το 1978 άρχισαν οι εργασίες ανακαίνισης του, ενώ συγχρόνως, το 1979 εγκρίνεται η ίδρυση του Γυμνασίου Ερμιόνης που θα στεγασθεί στο σχολείο Συγγρού. Ο νεοσύστατος Σύλλογος Γονέων με πρόεδρο τον Γιάννη Κυρίτση θα διενεργήσει έρανο και θα συγκεντρώσει 450.000 δρχ. για τις πρώτες ανάγκες του Σχολείου. Αναφέρει η εφημερίδα «Ερμιονίδα», αρ. 46, Σεπτέμβριος του 1979:

«Περίπου 90 μαθητές υπολογίζεται να έχει το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Έχουν ήδη εγγραφεί 122 και οι εγγραφές συνεχίζονται…Τα θρανία του Γυμνασίου διέθεσε κυρίως το γυμνάσιο Κρανιδίου και τα Γυμνάσια Ναυπλίου και Άργους. Η διαμόρφωση του χώρου έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων της Ερμιόνης. Ξυλουργοί, χτίστες, μητέρες παιδιών, εργάτες, πρόσφεραν με ευχαρίστηση κάθε αναγκαία βοήθεια. Το ενδιαφέρον που έδειξε όλος ο λαός της Ερμιόνης με πρωτοστάτη τον Πρόεδρο κ. Απ. Σπετσιώτη και τα Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν συγκινητικό και ενθαρρυντικό για το μέλλον».

Στις 25 Σεπτέμβρη του 1979 έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε η λειτουργία του με διευθύντρια τπ Σοφία Μερεμέτη. Η αποκατάσταση όμως της πρόσοψης, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Δ. Καλλία, θα γίνει τον επόμενο χρόνο. Οι ανακοινώσεις του Ερμιονικού Συνδέσμου είναι πολύτιμη πηγή για την έρευνά μας («Ερμιονική Ηχώ», αρ. 58, Νοέμβριος 1980). «Ο Ε. Σ. είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει ότι ύστερα από διάβημά του ο υπουργός Παιδείας κ. Αθ. Ταλιαδούρος ενέκρινε πίστωση 250.000δρχ. για την ολοκλήρωση της επισκευής ταυ Σχολείου Συγγρού, που μετά την πρόσφατη ανακαίνισή του στεγάζει τώρα το νεοσύστατο Γυμνάσιο Ερμιόνης. Με τη συμπληρωματική πίστωση θα γίνουν οι εργασίες αποκαταστάσεως της προσόψεως του σχολείου, για τις οποίες δεν είχε επαρκέσει το αρχικό ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων το 1978. Τη σχετική μελέτη ετοίμασε και πάλι η υπηρεσία αναστηλώσεως Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού» [6].

Εδώ θα φοιτήσουν οι γυμνασιόπαιδες ως το 1990, οπότε θα μεταφερθούν στο νέο διδακτήριο για το Γυμνάσιο στα «Αλώνια», και το κτήριο πάλι θα χρησιμοποιηθεί να στεγάσει, συμπληρωματικά, μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.

 

Σύγχρονο Πνευματικό Κέντρο

 

Για 100 χρόνια το όμορφο κτήριο έχει ζήσει όλες τις περιπέτειες του πολύπαθου 20ου αιώνα. Τα κτήρια όμως, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, συνεχίζουν τη ζωή τους, αν έχουν τη φροντίδα και την αγάπη μας. Ο Δήμος Ερμιόνης του τη χάρισε απλόχερα. Το 2004 (Δήμαρχος Ανάργυρος Λεμπέσης) προχώρησε σε μια γενική ανακαίνιση κτηρίου και προαυλίου αναδεικνύοντας όλη την ομορφιά του και το 2007 ονομάσθηκε Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης. Το 2014 ο πρώτος δήμαρχος του Δήμου Ερμιονίδας Δημήτρης Καμιζής ανακαίνισε με καλαισθησία τους εσωτερικούς χώρους. Έτσι όλες οι εκδηλώσεις του Νέου Δήμου, των Συλλόγων, των Σχολείων, αλλά και τα μαθήματα και οι πρόβες της Χορωδίας βρήκαν επί τέλους τη μόνιμη και αξιοπρεπή στέγη τους.

 

Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Η νεοκλασική όψη του απόλυτα εναρμονισμένη με την ιστορικότητα της πόλης.

 

Το Σχολείο Συγγρού, αληθινό κόσμημα του χωριού μας, είναι σήμερα η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων όλης της Ερμιονίδας. Για πάνω από έναν αιώνα οι Ερμιονίτες, σαν παιδιά και ενήλικες, μόνο όμορφες στιγμές πνευματικής απόλαυσης νιώσαμε στην ευρύχωρη αίθουσά του και συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε. Εκείνο που μας λείπει πλέον είναι η υπέροχη θέα του, εικόνα που μας στέρησαν τα νεόκτιστα σπίτια γύρω του.

Θυμάστε, καθώς το καράβι έμπαινε στο λιμάνι της Ερμιόνης, πώς το αντικρίζαμε και το χαιρόμαστε από μακριά, πάνω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής να ξεχωρίζει ανάμεσα στα μικρά σπίτια του οικισμού, με το χαρακτηριστικό νεοκλασικό σχήμα του και τις ευθείες γραμμές του, σαν τον ορίζοντα της θάλασσάς μας και το λιτό του αέτωμα, σαν τις απαλές κορυφές των βουνών μας;

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Καλαφάτη: «Τα σχολικά κτήρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης», σελ. 178 και 199.

[2] Βασιλ. Γκάτσου «Η των Ερμιονέων πόλις»: Σελ. 88.

[3] Κωστής Παλαμάς: «Τα σχολεία χτίστε!».

[4] Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκσυ: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακό και Οθωνική περίοδο», σελ. 55 και εξής.

[5] Στη λειτουργία του εργαστηρίου αναφέρθηκε και ο Γιώργος Φασιλής στην ομιλία του για την παρουσία των Μικρασιατών στην Ερμιόνη, το καλοκαίρι του 2013.

[6] Ύστερα από 40 χρόνια αξίζει πράγματι να επαινέσουμε και να υπενθυμίσουμε στους νεότερους το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του Ερμιονικού Συνδέσμου για τα ιστορικά κτήρια της Ερμιόνης (ακολούθησε το Καποδιστριακό και η οικία Οικονόμου – Ι.Λ.Μ.Ε.), που με την έγκαιρη παρέμβασή απέτρεψε την κατάρρευσή τους.

 

Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Βελιζιώτη Α. Μαρία


 

Μαρία Βελιζιώτη

Μαρία Βελιζιώτη

Η Μαρία Α. Βελιζιώτη γεννήθηκε το 1965 στο Άργος. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και παράλληλα αποφοίτησε από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατέχει πιστοποιημένη εξειδίκευση του Πανεπιστημίου Αθηνών στη θεματική: «Μαθησιακές Δυσκολίες, Δυσλεξία, Συμβουλευτική».

Υπηρετεί από το 1993 σε δημόσια Γυμνάσια και Λύκεια. Δίνει ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργική σκέψη και γραφή  και για το σκοπό αυτό έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει τρία ετήσια προγράμματα με τους μαθητές της: Ασκήσεις Ποίησης (2010-11), Δημιουργική Ανάγνωση της Ποίησης του Κ. Π. Καβάφη (2011-12), Οι Λέξεις είναι τα Κλειδιά (2015-16). Δημιουργίες των μαθητών της, μάλιστα, στα παραπάνω προγράμματα έχουν αποσπάσει Πανελλήνια Βραβεία Ποίησης.

Επίσης, έχει επιμεληθεί τρεις ερευνητικές εργασίες Τοπικής Ιστορίας που βασίζονται σε προσωπικές αυθεντικές μαρτυρίες κατοίκων της ευρύτερης περιοχής του Άργους: Αφηγήσεις Πολέμου 1941-44 (2012-13), Η Εξωτερική Μετανάστευση των Αργείων τον 20ο Αιώνα (2013-14), Ο Θεσμός του Γάμου και της Οικογενείας στην Ευρύτερη Περιοχή του Άργους τον 20ο Αιώνα (2014-15).

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • Λάμδα (2008), έκδοση του Δήμου Άργους-Μυκηνών
  • Η άνοιξη εκεί που τελείωνε ο δρόμος (2009), εκδόσεις Πάραλος.
  • Στο Ελάχιστο Μόλις (2017), έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Είναι παντρεμένη με τον δάσκαλο Δημήτρη Κώνστα και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά.

Read Full Post »

Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861[1]


 

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά εισαγωγικά στοιχεία σχε­τικά με το εκπαιδευτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και την εκπαίδευση στο δήμο Κορίνθου.

Αυτό οργανώθηκε σε τρεις βαθμίδες: Στοιχειώδη, Μέση και Ανωτάτη Εκπαίδευση.

  • Η Στοιχειώδης οργανώθηκε με το Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834. Στο άρθρο 4 καθόριζε, ότι κάθε δήμος είχε υποχρέωση ναιδρύει και να συντηρεί με δικά του έξοδα Δημοτικά Σχολεία γιατη μόρφωση του λαού. Από την υποχρέωση αυτή των δήμων προέκυψε και η ονομασία αυτού του σχολείου «Δημοτικό Σχολείο». Σύμφωνα με το άρθρο 6 η φοί­τηση ήταν επτάχρονη και υποχρεωτική. «Όλοι οι εις δήμον, έχοντα δημοτικόν σχολείον, ανήκοντες παίδες από του 5ου συμπληρωμένου μέχρι του 12ου  συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας των χρεωστούν να φοιτώσιν εις το σχολείον». Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και κατά την Οθωνική περίοδο η φοίτηση ήταν κυρίως τετραετής. Ο Νόμος προέβλεπε ίδρυ­ση σχολείων μόνο για κορίτσια, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Και σ’ αυτά δί­δασκαν μόνο δασκάλες.
  • Τη Μέση εκπαίδευση που οργανώθηκε με το Νόμο 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837 «Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων» και προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για αγόρια. Ήταν οργανωμένη σε δύο κύκλους:

α) Το Τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο, στο οποίο εισάγονταν στην αρχή χωρίς εξετάσεις και αργότερα με εξετάσεις (Διάταγμα 26.8.1867), όσοι είχαν τελειώσει τουλάχιστον την τετάρτη τάξη του Δημοτικού), συνήθως ηλικίας από 8-9 έως 11-12 ετών. Τη διοίκηση του σχολείου αυτού την είχε αναλάβει ο Σχολάρχης (διευθυντής) και ο σύλλογος των Ελληνοδιδασκάλων. Από το όνομα του Διευθυντή (Σχολάρχη) το «Ελληνικό» σχολείο ονομάστηκε και Σχολαρχείο. Τα πρώτα χρόνια οι Ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να είναι απόφοιτοι Γυ­μνασίου. Μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου 1837 αυτοί και οι Κα­θηγητές Γυμνασίων έπρεπε να έχουν τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Για την ίδρυση και συντήρηση των Ελληνικών σχολείων υπεύθυνο ήταν το Κράτος, σε αντίθεση με τα Δημοτικά, τα οποία τα είχε αναθέσει στους δήμους.

β) Το Τετρατάξιο Γυμνάσιο στο οποίο εισάγονταν με εξετάσεις οι από­φοιτοι του Ελληνικού Σχολείου.

  • Την Ανωτάτη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών που ιδρύθηκε με το Νόμο της 14.4.1837, με τέσσερις σχολές (Θεολογίας, Νο­μικής, Ιατρικής και της Φιλολογίας και άλλης Εγκυκλίου Παιδείας) διάρ­κειας 3 – 4 χρόνων, στο οποίο εισάγονταν ελεύθερα οι απόφοιτοι του Γυ­μνασίου και από το οποίο εξέρχονταν με εξετάσεις.

Στην Κόρινθο προεπαναστατικά λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με Σχολάρχη τον Ιερομόναχο Ιωασάφ τον Βυζάντιο από το έτος 1815 έως 1819. Το έτος 1822 λειτουργούσε σχολείο για τα κοινά γράμματα. Κατά το τρίμηνο Μαΐου – Ιουλίου 1829 άρχισε η λειτουργία της αλληλοδιδακτικής σχολής Κορίνθου μέχρι τον Ιούλιο του 1830 με δάσκαλο τον Γεώργιο Κοντοπούλη. Στα μέσα του 1830 συστάθηκε Ελληνικό Σχολείο, το οποίο μάλλον λειτούργησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1831. Τα παραπάνω στοιχεία πήραμε από το βιβλίο του αειμνήστου Αδάμ Γ. Αθουσάκη με τίτλο «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832)».

Σύμφωνα με το Νόμο για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση του 1834 ιδρύθηκε Δημοτικό Σχολείο αρρένων στην Κόρινθο με διδάσκαλο τον Ξάνθη Ιωάννη, ο οποίος μετατέθηκε από το Δημοτικό  Σχολείο Μεγάρων με μηνιαίο μισθό 90 δρχ. (40 δρχ. από το Εκκλ. Ταμείο μέχρι το τέλος του έτους 1839 και 50 από το δημοτικό Ταμείο). Άρχισε να λειτουργεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 1837.

Στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ήταν Διοικητής Κορινθίας ο Αναγνώστης Κονδάκης. Στις 15.5.1835 απαιτούντο για την τελειοποίηση του Σχολείου 5-6000 δρχ. Σ’ αυτό υπηρέτησαν εκτός του Ξάνθη Ιωάννη, και οι Βελτίων Γεώργιος, Πανταζίδης Δημήτριος και άλλοι.

Στις 20.1.1842 ιδρύθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Δήμο Κορίνθου με έδρα το Τρανό Ζευγολατειό και Διδάσκαλο τον Αναστάσιο Αργυρό­πουλο. Υπηρέτησαν και οι Στάμου Ιωάννης, Παππαδάκης Εμμανουήλ, Φραγκόπουλος Κωνσταντίνος, Θεοδοσιάδης Γεώργιος και άλλοι.

Στις 26 Απριλίου 1842 ιδρύθηκε το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Βόχας με διδάσκαλο το Στάμου Ιωάννη με έδρα το Κοκκώνι, μετέπειτα το Ιμπραΐμπεη (Κρήνες) και Χατζή Μουσταφά (Ευαγγελίστρια). Υπηρέτησαν σ’ αυτό και οι Πύρρου Δ. Αθανάσιος, Χρυσοχόου Νι­κόλαος, Χαρ. Δημητριάδης και το Σχολικό έτος 1865-66 οι Κωνσταντίνος Δαμα­σκηνός και Ιωάννης Σαρίδης και έδρα το Βέλλο.

Το Σχολικό έτος 1864-65 λειτουργούσε στη Νέα Κόρινθο και Δημοτικό Σχολείο Κορασιών με δασκάλα την Κυριακούλα Αρακτάκη.

 

Ίδρυση Ελληνικού Σχολείου Κορίνθου

 

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Το Σεπτέμβριο του έτους 1836 ο Χαράλαμπος Παμπούκης έλαβε από το υπουργείο απεριόριστη άδεια από το Σχολαρχείο Πατρών και ήρθε στην Κόρινθο για οικιακές του υποθέσεις. Στις 10 Νοεμβρίου 1836 συμφώνησε με την τριμελή ιδιωτική Επιτροπή από τους πολίτες της Κορίνθου Σταύρο Καμπερόπουλο, Ευθύμιο Κανελλόπουλο και Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο να σχολαρχήση στη για πρώτη φορά συνιστώμενη ελληνική Σχολή Κορίν­θου με ετήσιο μισθό 3.600 δρχ. και παραχώρηση οικήματος.

Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο Κορίνθου, Σταυρός Καμπερόπουλος Δήμαρχος, Δημήτριος Ορφανός Πρόεδρος, Γεώργιος Γιαννόπουλος πρωτοκολλιστής, Γεώργιος Νοταράς, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Μήτρος Ηλιόπουλος και Γεώργιος Λύκος μέλη, με την 75/14.12.1836 πράξη του επιφόρτιζε τον Πρόεδρο «να μεταβή εις την καθέδραν και εξαιτήση όθεν ανήκει εν ονόματι της Κοινότητος του Δήμου Κορίνθου ένα ανάλογον ετήσιον πόρον υπέρ της διατηρήσεως της αυτής Σχολής».

Με το από 8/20 Ιανουαρίου 1837 Β.Δ. εγκρίθηκε να χορηγείται από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο εν Κορίνθιο δημοσυντήρητο Ελληνικό Σχο­λείο, μηνιαία βοήθεια 150 δρχ.

Σ’ αυτό φοίτησαν πολλοί μαθητές και μάλιστα ξένοι από γειτονικές περιοχές και προόδευσε πάρα πολύ. Πράγματι στις εξετάσεις που διενερ­γήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1837 εξετάστηκαν συνολικά και στις τρεις τάξεις 44 μαθητές (7 Γ’, 18 Β’ και 19 Α’). Απ’ αυτούς 25 ήταν Κορίνθι­οι. Η Σχολή αυτή κινδύνευσε να διαλυθεί, γιατί οι δημότες ήταν λίγοι και άποροι και δεν ήσαν σε θέση να συνεισφέρουν τις υπόλοιπες 150 δραχμές κατά μήνα, που είχαν συμφωνήσει. Γι’ αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο Κωνσταντίνος Δημητριάδης Δήμαρχος, Γεώργιος Νοταράς Πρόεδρος και μέλη Σταύρος Νικολάου, Σταύρος Καμπερόπουλος, Ν. Αρβανιτάκης, Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλος και ο πρωτοκολλιστής Αναγνώστης Κοκορώπης με την 36/11.9.1838 πράξη του ομόφωνα αποφάσισε α) να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στο βασιλιά, ότι μπόρεσε να συνδράμει την Ελληνική Σχολή με 150 δρχ. κατά μήνα, β) να συμπεριλάβει και τη σχολή αυτή, που ήταν σχολή όλης της Επαρχίας στις διατηρηθησόμενες με δαπάνη της Κυ­βερνήσεως και γ) να συνεισφέρει «του λοιπού ως μέχρι σήμερον τας 150 δραχμάς κατά μήνα, να ευαρεστηθή να συμπληρώση και τα ελλείποντα εις την διατήρησιν αυτής κατά τον περί Ελληνικών Σχολείων εκδοθησόμενον οργανισμόν».

Επίσης οι επίτροποι της Σχολής Αριστείδης Ρένδης και Σταύρος Νι­κολάου με το από 3 Ιουλίου 1839 έγγραφό τους ζήτησαν από το Υπουρ­γείο την εξ ολοκλήρου, 300 δρχ. μηνιαίως, πληρωμή του μισθού του «κατά πάντα λόγον αξιέπαινου Σχολάρχη Χαράλ. Παμπούκη» γιατί διαφορετικά θα διαλυθεί η σχολή, επειδή οι δημότες ήσαν λίγοι και οι γονείς των μα­θητών αδυνατούσαν να πληρώσουν τις υπόλοιπες 150 δρχ. κατά μήνα.

Σημειώνουμε, ότι από το έτος 1834 έως το 1840 ο δήμος Κορίνθου αποτελείτο από την Κόρινθο, Εξαμίλια, το Περιγιάλι και τις Κεχρεές. Είχε συνολικά 216 οικογένειες και 825 κατοίκους. Την περίοδο αυτή είχαν συσταθεί και οι δήμοι: α) Αιγιαλείας με πρωτεύουσα το Τρανό Ζευγολατειό και περιελάμβανε τα χωριά Κυπαρίσσι, Χασάναγα (Βοχαϊκό), Χατζή Μου­σταφά (Ευαγγελίστρια), Ιμπραΐμπεη (Κρήναι), Βέλλον και Πουλίτσα. Είχε 199 οικογένειες και 811 κατοίκους και β) Απίας με πρωτεύουσα τα Βραχατέϊκα. Περιελάμβανε και τα χωριά Άσσο, Μπόσνα και Αζίζι, Βαλίδι και Βαρελλά, Κοκκώνι και Νεράντζα με 152 οικογένειες και 579 κατοίκους.

Οι τρεις αυτοί δήμοι το 1840 συγχωνεύτηκαν σε ένα, στο δήμο Κο­ρίνθου Β’ τάξεως. Μέχρι το 1912 περιελάμβανε τα χωριά που ανήκουν σή­μερα στους τέσσερις δήμους α) Κορίνθου, β) Άσσου – Λεχαίου, γ) Βόχας και δ) Ζευγολατειού, εκτός από το χωριό Στιμάγκα που ανήκε στο δήμο Νεμέας.

Ο Σχολάρχης Χαρ. Παμπούκης με την από 9 Ιουλίου 1839 αναφο­ρά του παρακαλούσε το Υπουργείο «να ευαρεστηθή ν’ αναγνώριση την σχολή ταύτην, ως σχολήν όλης της επαρχίας, και να την μισθοδοτή ολο­σχερώς εκ του Δημοσίου, τουλάχιστον ως ώριζε την ιδική μου μόνον μισθοδοσίαν, διότι άλλως είναι αδύνατον, ως πολλάκις ερρέθη, να διατηρηθή η Σχολή αυτή».

Ο Παμπούκης υπηρέτησε στο Σχολαρχείο Κορίνθου από 17.12.1836 μέχρι το 4/16 Σεπτεμβρίου του 1841, οπότε μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας.

Επειδή υπήρξε φιλόπονος και ενθουσιώδης Εκπαιδευτικός και δια­κρινόταν για την ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική του μόρφωση, τις ευγενείς ιδέες, τα υψηλά φρονήματα, τον αγνό πατριωτισμό του και την με­γάλη αφοσίωση στην αποστολή την οποία είχε αναλάβει να μορφώσει την σπουδάζουσα νεολαία, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά βιογρα­φικά στοιχεία.

Γεννήθηκε το 1805 στην Κωμόπολη Χαλκιάνικα του δήμου Νωνάκριδος της Επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν αδελφός του Ιερομόναχου Νικηφό­ρου Παμπούκη, γνωστού Διδασκάλου, φιλικού και αγωνιστή κατά τον Εθνικό αγώνα του 1821.

Μαθήτευσε κατ’ αρχάς σε διάφορα Σχολεία της Ελλάδος υπό την επί­βλεψη του αδελφού Νικηφόρου (το 1815 στο Σχολείο Άργους, και από το 1815-19 ιδιωτικώς στην Ύδρα). Το Νοέμβριο του 1819 καταδιωκόμενοι αυτός και ο αδελφός του Νικηφόρος από τους Τούρκους κατέφυγαν στην Πίζα της Ιταλίας. Στο εκεί Πανεπιστήμιο, σπούδασε φιλοσοφία και κλασ­σική φιλολογία μέχρι τον Ιούλιο του 1824.

Εκεί γνωρίστηκε δια μέσου του αδελφού του με τους φιλικούς Τσα­κάλωφ και Αναγνωστόπουλο. Αγωνίστηκε με την πολυάριθμο οικογένεια των αδελφών του και άλλων συγγενών τον κοινόν υπέρ πατρίδος αγώνα. Για την δράση του τι­μήθηκε με το «αργυρούν νομισματόσημον» στις 20 Μαΐου 1843 (ΓΑΚ Αρι­στεία Φ 181).

Διετέλεσε Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων Αίγινας 1827-29, Άμφισ­σας 1829-31, Καλαβρύτων 1832-35, Πατρών 1835-1837, Κορίνθου 1837 έως Σεπτέμβριο 1841.

Μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας και δίδαξε μέχρι το 1844, οπότε προήχθη σε Γυμνασιάρχη του ιδίου Γυμνασίου, το οποίο διεύθυνε 18 χρό­νια μέχρι το Σεπτέμβριο του 1862, οπότε παραιτήθηκε της υπηρεσίας.

Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ των οποίων Γραμματική και το περί Ρητορικής και Ρητορείας περισπούδαστο βιβλίο του. Διεκρίνετο για τη δεινή ευγλωττία του, όπως ο αδελφός του Νικηφόρος. Ήταν δημότης του δήμου Σικυώνος και η οικογένειά του διέμεινε στο Κιάτο. Απεβίωσε στο Ναύπλιο το 1878.

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου μετά τον Χαρ. Παμπούκη και μέχρι το Σχολικό έτος 1857-58 υπηρέτησαν οι Ελληνοδιδάσκαλοι: Οικονομίδης Ιωάννης, Ολύμπιος Χαράλαμπος, Μυρτίλος I. Στέφανος, που μετατέθηκε από το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων, Δημητρίου Ιωάννης, Αντωνιάδης Αντώνιος και από το Σχολικό έτος 1852-53 μέχρι και το Σχολικό έτος 1857-58 ο Αποστολίδης Γεώργιος.

 

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1857-58

 

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των δημοσίων εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο του 1858 αναγράφονται ότι:

α) Διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου ήταν ο Γ. Αποστολίδης.

β) Γράφτηκαν 53 μαθητές ηλικίας 10-19 ετών. Απ’ αυτούς οι 38 ήταν ηλικίας 13-16 ετών.

γ) Κατάγονταν από την Κόρινθο 22 και 5 από τα χωριά του δήμου (3 Ζευγολατειό και 2 από το Χασάναγα (Βοχαϊκό). Οι υπόλοιποι κα­τάγονταν από τους άλλους δήμους της Κορινθίας.

δ) Οι γονείς των μαθητών ασκούσαν κυρίως το επάγγελμα του κτηματία και γεωργού, 4 ήσαν παιδιά ιερέων.

ε) Από τους 53 μαθητές ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν οι 21.

Απουσίαζαν οι 32 (3 λόγω ασθένειας και 29 μαθητές είχαν διακόψει από της 9 Φεβρουαρίου 1858 που έγινε ο καταστρεπτικός σεισμός και είχαν πάει στα χωριά τους. Από τους 21 προήχθησαν από τάξη σε τάξη 15 και έλαβαν απολυτή­ρια 2 με βαθμό προόδου 3 κάλλιστα, 4 λίαν καλώς και 10 καλώς.

Στην έκθεσή του ο Γ. Αποστολίδης Σχολάρχης ανέφερε ότι παρέδωσε την παρελθούσα θερινή εξαμηνία ακόμη και 4 μαθήματα: (Γενική Ιστορία και Γαλλικά στην Γ’ τάξη, Νέα Διαθήκη στην Β’ και Ιερά Ιστορία στην Α’, τα οποία λόγω των περιστάσεων του σεισμού είχαν παραλειφθεί από το πρόγραμμα πού είχε υποβάλει στις 14 Απριλίου).

Επίσης ανέφερε ότι λόγω της καλοκαιρίας παρέδωσε τα μαθήματα στον Πρόναο (Χαγιάτι) της Εκκλησίας και ότι δεν είναι δυνατόν να συνε­χιστή η παράδοση των μαθημάτων στο ύπαιθρο. Παρακαλούσε να ληφθεί πρόνοια για κατάστημα και για το υλικό του Σχολείου.

Στην έκθεσή του το ένα μέλος της Εφορείας του Σχολείου Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος στο Υπουργείο ανέφερε ότι:

α) Λόγω τού σεισμού οι παραδόσεις των μαθημάτων έγιναν έξωθεν του Καθολικού Ναού της Πόλεως, στο ύπαιθρο.

β) Λόγω ελλείψεως υλικού μερικά μαθήματα παρεδόθηκαν ατάκτως.

γ) Οι περισσότεροι μαθητές 29 ανεχώρησαν από της ημέρας του σεισμού και ως εκ τούτου δεν παραβρέθηκαν στις εξετάσεις.

δ) Είναι ανάγκη να ανεγερθεί κατάστημα στην Νέα πόλη, για να μη μεί­νουν αδίδακτοι οι μαθητές το επόμενο σχολικό έτος.

ε) Είναι απολύτως αναγκαίο να συσταθεί Τακτικό (Κανονικό) σχολαρχείο στην Νέα Πόλη, καθόσον με αυτό θα προοδεύση και ο Συνοικι­σμός της Νέας Πόλεως.

Το Ελληνικό Σχολείο λόγω του σεισμού και της δημιουργίας του Συ­νοικισμού στη Νέα Κόρινθο δεν λειτούργησε από τον Ιούλιο του 1858 μέ­χρι το τέλος Νοεμβρίου 1859, επί 16 μήνες. Επαναλειτούργησε στην Νέα Κόρινθο το Δεκέμβριο του 1859 με σχο­λάρχη τον Αργύριο Γραμματά.

Ο Έπαρχος το Φεβρουάριο του 1860 ανέφερε στο Νομάρχη, ότι πα­ραβρέθηκε στις εξετάσεις της πρώτης εξαμηνίας και το αποτέλεσμα ήταν ευάρεστον, γιατί οι μαθητές αν και πριν δύο μήνες είχαν αρχίσει τα μαθή­ματα έδειξαν αρκετή πρόοδο.

Στην έκθεσή του που υπέβαλε τον Ιούλιο 1860 για το σχολικό έτος 1859 – 60 ο Αργύριος Γραμματάς ανέφερε ότι:

α) Τα μαθήματα άρχισαν το Δεκέμβριο του 1860 και η πρόοδος των μα­θητών ήταν «ου μικρά».

β) Φοίτησαν 15 μαθητές

γ) Το κατάστημα του Σχολείου ήταν άθλιο γιατί στεγαζόταν σε εργα­στήριο επίμηκες, απάτωτο, ανοικτό σε κάθε άνεμο και το χειμώνα ήταν αδύνατο να εργαστεί κάποιος σ’ αυτό. Υπέβαλε μαζί με τον κατάλογο των 15 φοιτησάντων μαθητών και το πρόγραμμα των μαθημάτων της χειμερινής εξαμηνίας του σχολικού έτους 1860 -61.

Ο Σχολάρχης Αργύριος Γραμματάς δίδασκε 21 ώρες στην Α’ τάξη τα μαθήματα.

α) Ελληνικά από τον Α’ τόμο Χρηστομάθειας Ραγκαβή και Στράβω­νος Γεωγραφικά 6 ώρες.

β) Γραμματική Γενναδίου 6 ώρες

γ) Αριθμητική Γεράκη 3 ώρες,

δ) Ιστορία Παλαιάς Διαθήκης Γενναδίου 3 ώρες και

ε) Γεωγραφία Ελλάδος και Τουρκίας I. Κοκκώνη 3 ώρες.

Και 24 ώρες τη Β’ τάξη τα μαθήματα:

α) Ελληνικά 6 ώρες,

β) Γραμματική 6 ώρες,

γ) Αριθμητική 3 ώρες,

δ) Ιστορία Νέας Διαθήκης 3 ώρες,

ε) Γεωγραφία Ευρώπης 3 ώρες και

στ) Ιστορία αρχαία (ιδίως της Ελλάδος) 3 ώρες.

Τις 45 ώρες την εβδομάδα θα δίδασκε ο Σχολάρχης από Δευτέρα ως και Σάββατο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1860-61

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των γενικών εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο 1861 τον οποίο υπέγραψαν ο Ελληνοδιδάσκαλος Γραμματάς και τα μέλη της Εφορείας Σταύρος Καμπερόπουλος Δήμαρχος, ο Σωτήριος Κόντης ιερέας και ο Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος αναγράφονται ότι:

α) Γράφτηκαν 39 μαθητές ηλικίας 11-16 ετών. Απ’ αυτούς οι 30 είχαν ηλικία 12-14 ετών.

β) Κατάγονταν από την Κόρινθο 20 και 6 από τα χωριά του δήμου (Ζευγολατειό 3, Ιμπραΐμπεη 2, Εξαμίλια 1 και οι άλλοι από τους πλη­σιέστερους δήμους).

γ) Από τους 39 ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν 33 προήχθησαν από τά­ξη σε τάξη 26 με βαθμό προόδου 7 κάλλιστα, 11 Λίαν καλώς και 8 Καλώς.

Η Εφορευτική Επιτροπή ανέφερε στο Υπουργείο ότι:

α) Ο Σχολάρχης παρέδωσε ακόμη έκτος από τα κανονισμένα μαθήματα στη Β’ τάξη και συντακτικό.

β) Λόγω της επιμέλειας και του ευμέθοδου τρόπου διδασκαλίας του προέκυψε αποτέλεσμα που ευχαρίστησε τους δημότες, οι οποίοι εξέ­φρασαν την ευαρέσκειά τους.

γ) θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να συσταθεί τακτικό Σχολαρχείο ή τουλάχιστον να διοριστεί, βοηθός, γιατί ο υπάρχων ελληνοδιδάσκα­λος δεν μπορεί να επαρκέσει για τη διδασκαλία 2 και 3 τάξεων, κα­θόσον ο αριθμός των μαθητών αυξάνει συνεχώς. Η σύσταση θα συν­τέλεση στην ανάπτυξη κα πρόοδο της Νέας Κορίνθου, για την οποία πάντοτε μεριμνά η Κυβέρνηση,

δ) Το κατάστημα του Σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο, γιατί ούτε τα απαιτούμενα δωμάτια των παραδόσεων έχει, ούτε την ανάλογη ευρυ­χωρία, γι’ αυτό είναι ανάγκη να μεταστεγαστεί. Τέλος παρακαλεί το Υπουργείο να παραχώρηση τα αναγκαία βιβλία, γιατί στερείται τοιούτων.

Τα ίδια περίπου ανέφερε και ο Έπαρχος και ζητούσε και αυτός να συσταθεί Κανονικό Σχολαρχείο με τις 3 τάξεις και τρεις Ελληνοδιδάσκα­λους γιατί στην επαρχία υπήρχαν δύο άλλα Ελληνικά Σχολεία (Τρικάλων και Ζάχολης) τα οποία κάθε χρόνο θά χορηγούν ικανό αριθμό μαθητών. Σ’ αυτό θα φοιτήσουν και μαθητές από τις γειτονικές επαρχίες ένεκα της ευκολίας της συγκοινωνίας.

Σημειώνουμε ότι το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων συστάθηκε το έτος 1840 και ήταν Διδάσκαλος ο Στέφανος I. Μυρτίλος που το 1844 μετατέθηκε στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου. Το 1846 υπηρετούσε ο Π. Γεωργιάδης και το Σχολικό έτος 1860-61 οι Γ. Στυμφαλιάδης και Σπ. Μαράτος.

Το Σχολικό έτος 1860-61 υπηρετούσε στο Ελληνικό Σχολείο Ζάχολης ο Ελληνοδιδάσκαλος Γεώργιος Σταμπόλης.

Πραγματικά συστάθηκε κανονικά Ελληνικό Σχολείο στην Νέα Κόριν­θο και το Σχολικό έτος 1863-64 υπηρετούσαν οι Κ. Λεόντιος Σχολάρχης και οι Ελληνοδιδάσκαλοι Αργ. Γραμματάς και Π. Παπαζυμούρης.

Το Σχολικό έτος 1865-66 δίδασκαν στην Γ’ τάξη ο Σχολάρχης Αργ. Γραμματάς 31 ώρες, ο Ιερώνυμος Οικονόμου στη Β’ και ο Αλ. Γεωργιά­δης, στην Α’ τάξη, από 29 ώρες. Είχε σφραγίδα με γύρωθεν τις λέξεις «ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ».

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου φοιτούσαν μαθητές που είχαν τε­λειώσει την Δ’ τάξη των δημοτικών που λειτουργούσαν στην επαρχία Κορινθίας. Το 1861 λειτουργούσαν 33 σχολεία αρρένων στους 11 δήμους και 4 κορασιών στα οποία υπηρετούσαν αντίστοιχα 33 δάσκαλοι και 4 δασκάλες. Φοιτούσαν 1641 μαθητές και 151 μαθήτριες.

Οι μαθητές που τελείωναν το Ελληνικό Σχολείο φοιτούσαν ύστερα από εξετάσεις ως επί το πλείστον στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στα Γυμνά­σια Αθηνών και Πατρών μέχρι το έτος 1873 που άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1872 και εγκαινιάστηκε παρουσία του τότε Κορίνθιου Υπουργού Εκκλ. και Δημοσίου Εκπ/σεως Ανδρέα Νοταρά.

Το Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου λειτούργησε από το Δεκέμβριο του 1836 μέχρι Ιούλιο 1858 στην Παλαιά Κόρινθο και από το Δεκέμβριο 1859 μέχρι τα τέλη του Σχολικού έτους 1927-28 στη Νέα Κόρινθο, οπότε καταρ­γήθηκε, γιατί λειτούργησε το εξαετές Γυμνάσιο. Στα 90 χρόνια της λει­τουργίας του προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην σπουδάζουσα Νεολαία της Επαρχίας Κορινθίας.

Υποσημείωση


[1] Η παρούσα ανακοίνωση είναι μέρος ολοκληρωμένης εργασίας της κόρης μου Ζωής Ξεν. Ηλία και δικής μου που έχει τίτλο «Η Εκπαίδευση στην επαρχία Κορινθίας την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και η οποία θα δημοσιευθεί μελλοντικά ολόκληρη, όπου θα αναφερθούν λεπτομερώς και οι πηγές.

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας

Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος  Α/θμιας Εκπαιδεύσεως

 «Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861»

Πρακτικά Η’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπο, Αθήναι, 2010

 

Read Full Post »

Σκουτερόπουλος Ιωάννης (1883-1975)


 

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος, δάσκαλος, παιδαγωγός, συγγραφέας και πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, γεννήθηκε στα Φίχτια Αργολίδας και φοίτησε στα Γυμνάσια Άργους και Ναυπλίου και στο διδασκαλείο Τρίπολης. Σπούδασε δάσκαλος στην Αθήνα και φιλολογία στο πανεπιστήμιο επίσης της Αθήνας. Αργότερα κέρδισε μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου σπούδασε φιλοσοφία και παιδαγωγικά.

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Διορίστηκε δάσκαλος στο Ναύπλιο και δίδαξε σαν δάσκαλος και καθηγητής αργότερα σε διάφορα σχολεία της χώρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος του πανελληνίου συλλόγου διδασκάλων (1906), διετέλεσε διευθυντής στο διδασκαλείο Λαμίας, έγινε καθηγητής παιδαγωγικών και κατόπιν διευθυντής του Διδασκαλείου Δημοτικής Εκπαίδευσης και Εκπαιδευτικός Σύμβουλος. Επίσης, έγινε μέλος και μετά πρόεδρος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (1928- 1950), διετέλεσε επανειλημμένα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και εκπροσώπησε τη χώρα μας σε συνέδριο της Ουνέσκο στη Γενεύη το 1959.

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος διακρινόταν για το ήθος του και την εργατικότητά του. Είχε συνηθίσει να κοιμάται ελάχιστα και να εργάζεται ατέλειωτες ώρες. Είχε αποκτήσει βαθιά μόρφωση και είχε άριστη παιδαγωγική κατάρτιση. Γνώριζε λατινικά, γερμανικά και γαλλικά.

Έγραψε πολλές εργασίες και βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου.

Έργα του είναι:

  • «Ο σκοπός της αγωγής των Ελληνοπαίδων», 1936.
  • «Τα σχολεία, ήτοι έννοια σκοπός και οργάνωσις αυτών», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1947.
  • «Η πολιτεία του Πλάτωνος και η νεωτέρα παιδαγωγική», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1948.
  • «Συμβολή εις τον χαρακτηρισμόν, την αξιολόγησιν και την ιστορίαν της μαθητικής αυτοδιοικήσεως: εναίσιμος επί διδακτορεία διατριβή εγκριθείσα υπό της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών», Εν Αθήναις: τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1949.
  • «Η σχολική οργάνωσις: ομιλία γενομένη εν τη Η’ Συνεδρεία του Xριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου του 1957-1958», Εν Αθήναις: Εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Σιδέρη, 1958.
  • «Η Διδακτική του γλωσσικού μαθήματος: θεμελίωσις, αι λεκτικαί ασκήσεις, η ανάγνωσις καθόλου, η πρώτη ανάγνωσις, η κυρίως ανάγνωσις, τα ποιήματα, η γραφή, η ορθογραφία, η γραμματική, αι μαθητικαί συγγραφαί», Εν Αθήναις, 1959.
  • «Η ιστορία και η διδακτική αυτής», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1965.
  • «Αναμνήσεις, μνημόσυνα, πόνοι, εξομολογήσεις», Εν Αθήναις: [χ.ο.], 1969.
  • «Ανασκοπήσεις τινές: φιλοσοφικαί παιδαγωγικαί εθνικαί σχετικά τινά συμπεράσματα και στοχασμοί», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1972.

Ο εκλεκτός παιδαγωγός είχε την ατυχία να χάσει το φως του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Εντούτοις, και παρά την προχωρημένη ηλικία του, εξακολουθούσε να εργάζεται και να γράφει. Από τα παραπάνω βιβλία του τα δύο τελευταία τα έγραψε με υπαγόρευση προς τον παλιό του μαθητή και κατόπιν δάσκαλο Γεώργιο Παπαφωτίου.

Πέθανε πλήρης ημερών στις 19 Ιουλίου 1975 στην Αγία Παρασκευή, όπου έμενε. Η σορός του διακομίστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, και ενταφιάστηκε στη γενέτειρα γη, τα Φίχτια. Ήταν παντρεμένος με τη Σοφία Λάμψα, αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Γι’ αυτό και υιοθέτησε την ανιψιά του Ελένη Σκουτεροπούλου, την οποία παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος Βασιλάκης, Διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης.

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον εκλεκτό επιστήμονα, έδωσε το όνομά του σε τμήμα της οδού Διομήδους, από το εργοστάσιο Ρασιά έως την ταβέρνα του Μαρίνου.

 

Πηγή


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος».

 

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής και  παρακολουθεί τις πολιτικές μεταβολές και τις εναλλαγές συντηρητικών και φιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα μας. Το σχολικό βιβλίο στη νεότερη Ελλάδα διαμορφώνεται ανάλογα με την επικρατούσα κυβέρνηση και αποτελεί τον καθρέφτη των κοινωνικοπολιτικών τάσεων, που επικρατούν κάθε φορά.

Τα διδακτικά εγχειρίδια αποτελούν εργαλεία μεταβίβασης της γνώσης, αλλά συνήθως γίνονται φορείς ιδεολογίας και μεταδίδουν ιδέες αποδεκτές σε μία συγκεκριμένη εποχή από μία κοινωνία, ενώ παράλληλα προτείνουν πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς στη νεολαία και συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοσμοαντιλήψεων, νοοτροπιών και στάσεων. Ανταγωνιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που επιδιώκουν να ορίσουν τις διαδικασίες και τα πρότυπα κοινωνικοποίησης των νέων γενιών και το μέλλον της χώρας, προσπαθούν να ελέγχουν το σχολείο και τις διαδικασίες παραγωγής και διάδοσης των διδακτικών εγχειριδίων. Η δύναμη και η επιρροή, που αποδίδεται στα σχολικά βιβλία, καθιστούν τη σχετική νομοθεσία έναν τομέα άξιο μελέτης στην προσπάθεια να διερευνηθούν οι συγκρούσεις γύρω από την εκπαίδευση και τη γνώση.

 

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ.. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ..
Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

Τα σχολικά βιβλία είναι δημιουργήματα των τελευταίων αιώνων. Στα σχολεία της αρχαιότητας χρησιμοποιούνταν αυτούσια τα έργα κλασικών, ποιητών και πεζογράφων – κυρίως τα Ομηρικά έπη-, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές. Τα σχολικά χρόνια ήταν περίπου δέκα συνολικά, αλλά η παιδεία των αρχαίων υπήρξε προνόμιο των εύπορων τάξεων, κάτι που συμβαίνει ως την εποχή μας με συγκαλυμμένο ή απροκάλυπτο τρόπο. Επειδή η διδασκαλία ήταν ιδιωτική, μόνο οι εύποροι είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν μετά τη βασική εκπαίδευση των τριών ή τεσσάρων ετών. Όποιος νέος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να παρακολουθήσει την ανώτερη εκπαίδευση σε δημόσια γυμνάσια και ρητορικές ή φιλοσοφικές σχολές (Ακαδημία Πλάτωνα, Περίπατος Αριστοτέλη, ρητορική σχολή Ισοκράτη και άλλες), που άρχισαν να ιδρύονται από τον 5ο π.Χ. Τις ανάγκες για ανώτατη μόρφωση στην κλασική Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις κάλυπταν και οι σοφιστές, οι οποίοι δίδασκαν με αμοιβή όλα τα γνωστικά αντικείμενα: γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, ιατρική, τέχνες, ρητορική και φιλοσοφία. Για τον Έλληνα η λέξη εκπαίδευση σήμαινε εκπαίδευση του χαρακτήρα, αρμονική ανάπτυξη του σώματος, του νου και της φαντασίας. Κάθε είδους τεχνική εκπαίδευση αποκλειόταν από τα ελληνικά σχολεία ως βάναυσος και θεωρούσαν τον έμπορο ή τον τεχνίτη ακατάλληλο ως ενεργό πολίτη. (Πλάτων, Νόμοι, 846 D).

 

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

 

Ρωμαϊκή εποχή

 

Στη ρωμαϊκή εποχή δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία και τα αγόρια διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, συνήθως ελληνικής καταγωγής, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί», ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Η εκπαίδευση και στη ρωμαϊκή εποχή ήταν ιδιωτική υπόθεση και τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή με ασκήσεις επί μικρών φράσεων με ηθικά αξιώματα και αριθμητική. Ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η στοιχειώδης εκπαίδευση μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή και τα μαθήματα γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο με έμφαση στην άθληση του σώματος.

Στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης διδάσκονταν το ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και τον Έλληνα Όμηρο, τη γραμματική της γλώσσας, την κλίση των ονομάτων, ποίηση και γεωγραφία. Στην ανώτερη εκπαίδευση κύρια μαθήματα είναι η ρητορική τέχνη, οι νόμοι και η φιλοσοφία. Ορισμένοι μαθητές φοιτούσαν σε σχολές ρητορικής με δάσκαλο σχεδόν πάντα Έλληνα, που προετοίμαζε τους νέους για νομική καριέρα και απαιτούσε από τους διδασκομένους να αποστηθίζουν τους ρωμαϊκούς νόμους. Από το 2ο π.Χ αιώνα ήταν απαραίτητη για κάθε Ρωμαίο νέο η εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Πολλοί Ρωμαίοι νέοι μεταβαίνουν στην Αθήνα, για να μάθουν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική φιλοσοφία, ενώ πολλές πλούσιες οικογένειες Ρωμαίων είχαν τροφούς Ελληνίδες ή Έλληνες δούλους, οι οποίοι βοηθούσαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Ο Κικέρων και ο Πλίνιος γνώριζαν πάρα πολύ καλά ανάγνωση και γραφή της Ελληνικής. Από τον 3ο π.Χ αιώνα υπάρχουν κάποια δίγλωσσα εγχειρίδια, που ονομάζονται Hermeneumata – Pseudodositheana και δείχνουν πόσο είχε επηρεαστεί η ρωμαϊκή παιδεία από την Ελληνική. Είναι μοναδικό το ιστορικό φαινόμενο ενός λαού, που πολιτικά κατακτημένος και στρατιωτικά εξουθενωμένος κατορθώνει με τη δημιουργική δύναμη του πολιτισμού του να κατακτήσει και να εκπολιτίσει τον κατακτητή του, όπως αναγνώρισε και ο Λατίνος ποιητής Οράτιος με την πασίγνωστη φράση του «Graecia capta ferrum victorem cepit et artes intulit agresti Latio» , δηλ. «Η κατακτημένη Ελλάς κατέκτησε τον σκληρό κατακτητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο». Μια χώρα ουσιαστικά υπόδουλη διδάσκει τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τα γράμματά της στον κατακτητή της και μέσω αυτού στην ανθρωπότητα και προσφέρει τη γλώσσα της, για να διατυπωθεί και να διαδοθεί μέσω αυτής η διδασκαλία του Χριστιανισμού.

 

Βυζάντιο

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Οι Βυζαντινοί έδωσαν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, αν και η παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική ή κρατική και αφορούσε κυρίως παιδιά μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Στα βυζαντινά χρόνια τα σχολεία ήταν εκκλησιαστικά ή ιδιωτικά, στεγάζονταν σε εκκλησιαστικούς χώρους, σε μοναστήρια ή σε ιδιωτικούς χώρους και απευθυνόταν κυρίως σε αγόρια, των οποίων οι οικογένειες μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα. Το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα είχε δύο κύκλους σπουδών. Στον πρώτο κύκλο φοιτούσαν παιδιά από την ηλικία των έξι χρονών και στο δεύτερο από την ηλικία των δώδεκα. Το βασικό σχολείο ήταν τετραετούς φοίτησης και οι μαθητές μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στις μικρές τάξεις, ενώ στις μεγαλύτερες διδάσκονταν ορθογραφία, γραμματική και αριθμητική. Κατόπιν υπήρχε σχολείο με εξαετή ή οκταετή φοίτηση, όπου οι μαθητές μάθαιναν τη Βίβλο, ψαλμούς, ύμνους, Όμηρο και κλασσικούς αρχαίους συγγραφείς, ρητορική και απαγγελία. Στα δημοτικά σχολεία χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστικά τα ιερά βιβλία. Σκοπός τους ήταν διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα να εκπαιδεύσουν τους μαθητές, ώστε να γίνουν μέλη της εκκλησίας και να ακολουθούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και επέμεναν πολύ σε ζητήματα αποστήθισης στίχων από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα και από τη Βίβλο. Η Πολιτεία ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη «δευτεροβάθμια» εκπαίδευση, απ’ όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη, για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Μορφωμένος θεωρούνταν εκείνος που είχε τελειώσει τα δύο αυτά σχολεία στην ηλικία 15-17 χρονών.

Ως γραφική ύλη στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ο πάπυρος. Πάπυρος είναι ένα φυτό, που φυτρώνει μόνο του, μοιάζει με το καλάμι και σκεπάζει μεγάλες εκτάσεις στις όχθες του Νείλου και άλλων ποταμών της Αφρικής και της Συρίας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έκοβαν το φλοιό του κορμού σε λεπτές λωρίδες, τις ένωναν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια εύκαμπτη και επίπεδη επιφάνεια, που τη στέγνωναν και τη βερνίκωναν. Οι λωρίδες τοποθετούνταν κάθετα η μια πλάι στην άλλη και σχημάτιζαν ένα πρώτο στρώμα, πάνω στο οποίο έμπαινε δεύτερο στρώμα από οριζόντιες λωρίδες. Τα φύλλα, που σχηματίζονταν με αυτόν τον τρόπο, συνδέονταν το ένα με το άλλο και σχημάτιζαν ταινίες μήκους πολλών μέτρων, οι οποίες τυλίγονταν σ’ ένα ξύλινο κοντάρι. Πάνω σ’ αυτό έγραφαν οι αρχαίοι κατά στήλες τους λογαριασμούς τους, τις προσευχές τους, τις ιστορίες τους με ένα μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι. Συνήθως έγραφαν μόνο από τη μια όψη (πάπυροι ανοπισθόγραφοι), σπανιότερα και στις δύο όψεις (πάπυροι οπισθόγραφοι). Το να διαβάσει όμως κάποιος από πάπυρο τυλιγμένο σε σχήμα κυλίνδρου δεν ήταν απλό. Έπρεπε με το ένα χέρι να τον ξετυλίγει και με το άλλο να τον τυλίγει. Γι’ αυτό από το 2ο μ.Χ. αιώνα επινοήθηκε ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης των γραπτών παπύρων, που θα οδηγούσε στη γέννηση της λέξης Τετράδιο. Οι συγγραφείς συγκέντρωναν κάποια κομμάτια από πάπυρο, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν και δημιουργούσαν ένα τεύχος. Έτσι, τα τέσσερα φύλλα παπύρου διπλωμένα και ραμμένα δημιουργούσαν ένα τεύχος με 8 φύλλα. Το τεύχος αυτό με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκε τετράδιο (τετράς διά δύο).

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης. Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης.
Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο πάπυρος ως υλικό γραφής διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσογείου και στην Ελλάδα, με την Αίγυπτο να έχει το μονοπώλιο της παραγωγής και της διακίνησής του, και διατηρήθηκε ως τον 7ο μ. Χ. αιώνα. Ήταν όμως εύθραυστο υλικό και η συχνή χρήση του προκαλούσε βλάβες, ακόμη και την καταστροφή του. Η διατήρησή του ήταν δύσκολη υπόθεση, όταν ήταν εκτεθειμένος στην υγρασία. Ένα ρολό από πάπυρο μπορούσε να διατηρηθεί μέχρι και 300 χρόνια, μόνο αν προφυλαγόταν καλά. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή, για να σωθούν από την καταστροφή. Τα περισσότερα δείγματα παπύρων βρέθηκαν σε ξηρές περιοχές, χωρίς υγρασία. Πολλοί πάπυροι βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση, γιατί προστατεύτηκαν από το ξηρό κλίμα και την άμμο της Αιγύπτου. Άλλοι βρέθηκαν μέσα σε περιτυλίγματα για μούμιες ή κλεισμένοι μέσα σε τάφους. Το μεγαλύτερο μέρος των παπύρων που έχουν βρεθεί είναι γραμμένοι στα ελληνικά, λίγοι στα λατινικά και αρκετοί στην κοπτική, στην αραμαϊκή και στην αραβική. Ο πάπυρος όμως άφησε το όνομά του και στο χαρτί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αφού στην αγγλική το χαρτί ονομάστηκε paper, στα γαλλικά papier, στα γερμανικά das Papier, και με παρόμοιες λέξεις στα δανέζικα και στη Σουηδία σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Τα κείμενα των αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά εκπαιδευμένοι γραφείς, οι βιβλιογράφοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε ειδικά   βιβλιογραφικά εργαστήρια για πολλές ημέρες, ώσπου να τελειώσουν ένα βιβλίο. Το 2ο π.Χ. αιώνα η Αλεξάνδρεια είχε δημιουργήσει την εκπληκτική βιβλιοθήκη της με χιλιάδες παπύρους. Μοναδικός ανταγωνιστής της ήταν η βιβλιοθήκη της Περγάμου με εντυπωσιακό αριθμό χειρογράφων σε πάπυρο. Αλλά ο πάπυρος εισαγόταν από την Αίγυπτο και οι Αλεξανδρινοί στη λογική του ανταγωνισμού πήραν την απόφαση να μην προμηθεύουν την Πέργαμο με την αναγκαία πρώτη ύλη γραφής. Τότε οι γραφείς της Μικράς Ασίας επινόησαν την περγαμηνή, που πήρε την ονομασία της από την Πέργαμο, που ήταν το κέντρο παραγωγής και εμπορίας της από τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Η περγαμηνή (στα ελληνικά διφθέρα και στα λατινικά membrana ) είναι κατασκευασμένη από δέρματα ζώων, κυρίως μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η κατασκευή της ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη το Β΄(197-158 π.χ.). Ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιο ακριβή, γιατί έπρεπε να σφάξουν πολλά πρόβατα, για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, όταν από κάθε δέρμα δημιουργούσαν το πολύ τέσσερα φύλλα. Η εμφάνισή της οδήγησε και στην αντικατάσταση της καλαμένιας γραφίδας από το φτερό χήνας μετά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία ΧΙΙΙ 11).

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Στο Βυζάντιο συναντούμε δύο τύπους βιβλίων, το ειλητάριο και τον κώδικα. Το ειλητάριο ήταν μία μακρόστενη λωρίδα παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού τυλιγμένη γύρω από ένα στρογγυλό ξύλο, τον κοντό (γι’ αυτό ονομαζόταν και κοντάκιο). Ο αναγνώστης ξετύλιγε λίγο – λίγο με το αριστερό χέρι και το ξανατύλιγε με το δεξί. Από τα ρήματα ειλείν και ανελίσσειν, που δηλώνουν αυτή την κίνηση, ο τύπος αυτός του βιβλίου ονομάστηκε ειλητάριο ή ειλητό.

Τα ειλητάρια χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τον 11ο έως τον 15o αι. Στις δύο όψεις τους γράφονταν το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, αλλά και διοικητικά έγγραφα και γράμματα. Δεν ήταν όμως κατάλληλα για τη συγγραφή μεγάλων και πολλών κειμένων και οι Βυζαντινοί από τον 3ο αι. μ. Χ. κατασκεύασαν τον κώδικα, έναν τύπο βιβλίου, στο οποίο έγραφαν μεγάλα κείμενα, όπως τη Βίβλο. Ο κώδικας αποτελείται από μεγάλα κομμάτια χαρτιού ή περγαμηνής, διπλωμένα δύο φορές στα δύο. Πολλά τετράδια ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα. Κώδικας δηλαδή σήμαινε χειρόγραφο βιβλίο με φύλλα.

Το χαρτί εφευρέθηκε από τους Κινέζους και έφτασε στον ελλαδικό χώρο επί Ειρήνης Κομνηνής τον 11ο αιώνα. Το παλαιότερο βυζαντινό έγγραφο από χαρτί θεωρείται το χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας και χρονολογείται το 1052. Το βιβλίο ήταν χειροποίητο και προϊόν κοπιώδους εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους και δύσκολα το αντικαθιστούσαν, αν τύχαινε να φθαρεί.

Συστηματική χρήση των βιβλίων έχουμε μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας το 15ο αιώνα. Η εφεύρεση του επίπεδου πιεστηρίου έγινε στη Μαγεντία (Μάιντς) της Γερμανίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, ο οποίος κατασκεύασε και τα πρώτα κινητά τυπογραφικά στοιχεία και το 1455 τύπωσε το πρώτο βιβλίο, που ήταν η Βίβλος σε λατινική μετάφραση (Βουλγάτα) με 1280 περίπου σελίδες βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους και 42 στίχους στις περισσότερες σελίδες. Η ευκολία με την οποία μπορούσαν να παραχθούν βιβλία επέτρεψε να τυπωθούν συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, που έως τότε αναπαράγονταν μόνο από αντιγραφείς σε μοναστήρια, και σηματοδότησε τη στροφή στην κλασική αρχαιότητα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα σε 10 εκατομμύρια αντίτυπα, καθώς ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Η τυπογραφία ευνόησε τη ραγδαία μετάδοση της γνώσης, την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και πληροφοριών και τη διεύρυνση της πνευματικής καλλιέργειας, που μέχρι τότε ήταν προνόμιο του κλήρου και των αριστοκρατών. Η τυπογραφία βοήθησε πολύ κόσμο να μάθει γραφή και ανάγνωση, γιατί το βιβλίο έγινε φθηνό και προσιτό, και οδήγησε στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης.

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Τα πρώτα ελληνικά βιβλία τυπώθηκαν στην Ιταλία με τη βοήθεια ελλήνων λογίων, που διέφυγαν στη Δύση, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το πρώτο χρονολογημένο ελληνικό έντυπο βιβλίο ήταν η «Επιτομὴ των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρι, που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476. Το 16ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα αλφαβητάρια στην ελληνική γλώσσα, που τυπώνονται στις ελληνικές παροικίες (Βιέννη, Βενετία, Βούδα, Πέστη, Βουκουρέστι) με χρηματοδότες ευκατάστατους Έλληνες των ελληνικών παροικιών. Ως αλφαβητάρια χρησιμοποιούνταν ακόμα το Ψαλτήρι και η Οκτώηχος. Κυρίαρχο αλφαβητάριο της Τουρκοκρατίας ήταν ένα έντυπο με τον τίτλο «Χρήσιμος παιδαγωγία», που κυκλοφόρησε τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας (17ο έως 19ο αιώνα).

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 - 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 – 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στη Βενετία το 1641 από το Νικόλαο Γλυκύ και είναι ένα δεκαεξασέλιδο, που είχε ευρεία διάδοση και πραγματοποίησε πολλές εκδόσεις. Τα προεπαναστατικά αλφαβητάρια χρησιμοποιούνται για την εκμάθηση της ανάγνωσης, πριν από την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι, και χωρίζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούνταν από γλωσσικά στοιχεία και το δεύτερο από ποικίλα αναγνώσματα (προσευχές, γνωμικά, παιδικές διηγήσεις, κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου κ.ά.). Τα αλφαβητάρια αυτά έχουν έντονη την εκκλησιαστική παράδοση και αποσκοπούν στη θρησκευτική – ηθική διάπλαση των νέων, αφού η παιδεία στην Τουρκοκρατία ήταν υπό την προστασία και την καθοδήγηση της εκκλησίας. Την περίοδο αυτή κυκλοφορούν και τα πρώτα «μαθητάρια», που ήταν χειρόγραφα αναγνωστικά.

 

Πότε «γεννήθηκαν» τα αναγνωστικά;

 

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Όσοι πιστεύουν ότι όλα άρχισαν με το «Λόλα να ένα μήλο», αγνοούν ότι όλα ξεκίνησαν με το «Αλφαβητάριον εν ώ περιέχονται τα εικοσιτέσσερα γράμματα» του Μιχαήλ παπα-Γεωργίου του Σιατιστέως, ένα τετράδιο φτιαγμένο από φτηνά φύλλα χαρτιού και ραμμένο στην εξωτερική του πλευρά με κλωστή και βελόνα, που ήταν τυπωμένο «εν Βιέννη της Αυστρίας» το 1771, για να φτάσουμε μέχρι τη σημερινή «Γλώσσα μας» και τα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια. Το σχολικό βιβλίο έχει πορεία περίπου 4 αιώνων και στην ιστορία του αποτυπώνονται όλες οι περιπέτειες του εκπαιδευτικού προσανατολισμού της χώρας μας. Μετά την απελευθέρωση έγινε προσπάθεια για την οργάνωση των σχολείων και τον έλεγχο των σχολικών βιβλίων. Με την είσοδο του 19ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα εικονογραφημένα αλφαβητάρια με λιθογραφίες παρμένες από γαλλικά βιβλία της εποχής και σταδιακά η θεματολογία αλλάζει. Το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων περνάει από τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας σε πρόσωπα ήρωες ή θρύλους μιας μακρινής εποχής, όπως ο Οδυσσέας, ο Ροβινσώνας και ο Γεροστάθης.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μέχρι το 1937, που ιδρύθηκε ο ΟΕΣΒ (Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων) από τον Ιωάννη Μεταξά, συγκρούονται δύο πολιτικές για το σχολικό βιβλίο: του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με την έλευση του Όθωνα διατυπώνονται τα πρώτα μέτρα για την εκπαίδευση. Με το διάταγμα της 1ης Απριλίου 1836 «περί βιβλιοπωλείου εν τη βασιλική τυπογραφία» ορίζεται ότι «δια να εισαχθή τρόπος ομοιόμορφος εις την διδασκαλίαν του λαού και να ευρίσκη ο καθείς στοιχειώδη βιβλία καλά …..» τα βιβλία θα εκδίδονται και θα πωλούνται από τη βασιλική τυπογραφία ύστερα από γνωμάτευση διορισμένης συντακτικής επιτροπής. Στα σχολεία χρησιμοποιούνται μόνο αυτά τα βιβλία και καθορίζεται με αυστηρότητα το περιεχόμενό τους , για «να μην εμπεριέχουν διδασκαλίας ή γνώμας επιβλαβείς δια την θρησκείαν ή την ηθικήν και πνευματικήν του ανθρώπου ανάπτυξιν και εκπαίδευσιν». Στο νομοθέτημα αυτό διαγράφεται σαφώς ο ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής πολιτικής και γίνεται φανερή η προσπάθεια άσκησης ελέγχου στο εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια. Η προσπάθεια αυτή του κράτους να ασκήσει μονοπωλιακή πολιτική στο σχολικό βιβλίο δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διχογνωμίες. Το Διάταγμα αυτό δεν υλοποιήθηκε και δυο χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης 1838, με το οποίο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταργήσει το βασιλικό βιβλιοπωλείο και άρχισε η φάση του ελεύθερου ανταγωνισμού με δύο εκδοτικούς οίκους (Κορομηλά και Βλαστού)», που κράτησε μέχρι το 1882.

 

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

 

Με Βασιλικό Διάταγμα του 1859 (1/9/1859) «περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφορωτέρων βιβλίων δια τα δημοτικά σχολεία» προκηρύσσεται από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ειδικός διαγωνισμός κάθε φορά για τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων. Αλλά και ο νόμος αυτός σύντομα έπεσε σε αδράνεια. Το 1867 με το νόμο ΣΜΘ'(24 11 1867) προβλέπεται σύσταση επιτροπής για την κρίση των σχολικών βιβλίων, που και αυτός αδρανοποιείται. Τη δεκαετία 1870-1880 με πρόταση του βουλευτή Κυνουρίας Γ.Α. Βακαλόπουλου «πάντα τα μαθήματα θέλουσι διδάσκεσθαι κατά βιβλία κεκριμένα υπό των εποπτών ως κατάλληλα προς διδασκαλίαν και εγκεκριμένα υπό του Υπουργείου». Ο νόμος του Γ.Α. Βακαλόπουλου ζητά να καταργηθούν και να επανακριθούν όλα τα βιβλία για κάθε διδασκόμενο μάθημα, ακόμα και οι ιστορικοί και γεωγραφικοί πίνακες, οι ιχνογραφίες και οι καλλιγραφίες, και προβλέπει αυστηρές ποινές για τους εκπαιδευτικούς, που θα χρησιμοποιούσαν μη εγκεκριμένα ή κλεψίτυπα βιβλία. Ο εκπαιδευτικός «καταδικάζεται ποινικώς, τιμωρείται με παύσιν και ουδέποτε επανέρχεται εις υπηρεσίαν». Το Υπουργείο «ουδέποτε δύναται να αναστείλη σύστασιν κεκριμένου υπό των εποπτών διδακτικού βιβλίου… αποκλειομένων ανυπερθέτως του λοιπού πάντων των άλλων». Με τη διάταξη αυτή ενισχύεται ο κρατικός έλεγχος των βιβλίων με το ρόλο των εποπτών, που έκαναν τις κρίσεις των βιβλίων, αφού οι επόπτες διορίζονται από το Υπουργείο. Τα «εγκεκριμένα» βιβλία συμπεριλαμβάνονται σ’ έναν κατάλογο, που αποστέλλεται στα σχολεία στην αρχή κάθε σχολικού έτους.

 

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 - 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Μετά το 1880 ο κρατικός έλεγχος των διδακτικών βιβλίων έγινε πιο έντονος με πρωτεργάτες τις κυβερνήσεις του Τρικούπη και του Θεοτόκη, που επέβαλαν πολιτική αυστηρού ελέγχου με τη χρήση ομοιόμορφων εγχειριδίων και έλεγχο του περιεχομένου τους, ενώ θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική χρήση εγκεκριμένων βιβλίων από ειδικές κριτικές επιτροπές. Η κυβέρνηση Τρικούπη καταργεί την πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού και προκηρύσσει διαγωνισμό συγγραφής σχολικών βιβλίων κάθε τέσσερα χρόνια. Οι κριτικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων καθορίζονται άμεσα από τον υπουργό, εγκρίνουν ένα μόνο βιβλίο για κάθε μάθημα για μια τετραετία, ενώ από το 1893 η διάρκεια της έγκρισης γίνεται τριετία. Εξαίρεση αποτέλεσε ο νόμος του 1895 του δεληγιαννικού κόμματος, που επέτρεψε την ελεύθερη χρήση οποιουδήποτε εγχειριδίου στο γυμνάσιο και την έγκριση πολλών παράλληλα βιβλίων στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ενώ όρισε τη διάρκεια της έγκρισης για μια πενταετία. Η πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού διαρκεί μέχρι το 1907, οπότε με το νόμο ΓΣΑ’ επανέρχεται ο κρατικός παρεμβατισμός, που ίσχυε πριν το 1895, με το σύστημα έγκρισης ενός μόνο βιβλίου, το οποίο επιλέγεται ανάμεσα από τρία βραβευμένα. Η επιτροπή όμως διατηρεί το δικαίωμα να μεταρρυθμίσει και να συμπληρώσει το εγκρινόμενο βιβλίο από τα άλλα δύο. Με το νόμο αυτό κυκλοφορούν τα πρώτα κρατικά αναγνωστικά και εμφανίζεται το βιβλιόσημο. Ο πρώτος νόμος περί διδακτικών βιβλίων του 20ου αιώνα αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κρατικό έλεγχο.

Σταθμό στα εκπαιδευτικά ζητήματα αποτελεί η μεταρρύθμιση του 1917, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου ζήτησε από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο να συνεργαστεί μαζί της για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ήταν ένα σωματείο, που ιδρύθηκε το 1910 στην Αθήνα από λογοτέχνες, εκπαιδευτικούς και πολιτευόμενους με σκοπό την προσπάθεια αναμόρφωσης της ελληνικής εκπαίδευσης και από το 1911 εξέδιδαν μερικά διδακτικά και εκπαιδευτικά βιβλία. Πίστευαν ότι η εκπαίδευση θα βελτιωνόταν με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη διδασκαλία και την καταπολέμηση του σχολαστικισμού. Οι προσπάθειές τους στηρίχθηκαν στις εργασίες του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Αλέξανδρου Δελμούζου και του Δημήτριου Γληνού, που ήταν ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ο Δημ. Γληνός ανέλαβε γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας με επόπτες δημοτικής εκπαίδευσης το Δελμούζο και τον Τριανταφυλλίδη.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Η βασική αλλαγή που θεσμοθετήθηκε τότε αφορούσε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο και «γέννησε» το γλωσσικό ζήτημα. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα στο δημοτικό σχολείο με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στην Ε’ και Στ΄ Δημοτικού. Οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων έχουν απόλυτη ελευθερία και μόνο τις γενικές οδηγίες του Υπουργείου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν. Η κρίση των βιβλίων γίνεται κάθε χρόνο από μόνιμο εκπαιδευτικό συμβούλιο, όχι από επιτροπές διορισμένες από τον υπουργό, και ισχύει επ’ αόριστον, ενώ ο αριθμός των εγκεκριμένων βιβλίων είναι απεριόριστος. Τα εγχειρίδια δεν εγκρίνονται βάσει διαγωνισμού, αλλά το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες και γενικές υποδείξεις για τη σύνταξη τους. Το ίδιο Συμβούλιο, αφού ελέγξει αν το εγχειρίδιο είναι σύμφωνο με τα όσα ορίζει ο νόμος, αποφασίζει κατά πλειοψηφία την παροχή της έγκρισης και μία φορά το χρόνο συντάσσει κατάλογο των εγκεκριμένων βιβλίων, τον οποίο δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στέλνει στα σχολεία. Ο σύλλογος των διδασκόντων κάθε σχολείου, προς το τέλος κάθε χρονιάς ορίζει κατά πλειοψηφία, μετά από εισήγηση του καθηγητή που πρόκειται να διδάξει το σχετικό μάθημα, ποια από τα εγκεκριμένα βιβλία θα εισαχθούν στις τάξεις κατά το επόμενο σχολικό έτος. Από τη στιγμή, που ένα βιβλίο εισάγεται σε μία τάξη, απαγορεύεται να αντικατασταθεί πριν την πάροδο διετίας. Εισάγεται έτσι ένα φιλελεύθερο πνεύμα στο χώρο της νομοθεσίας περί διδακτικών βιβλίων, δίνονται μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας στους συγγραφείς, δεν επιβάλλεται η χρήση ενός βιβλίου στα σχολεία και μειώνεται η παρέμβαση του Υπουργείου Παιδείας στη διαδικασία παραγωγής και διάδοσης τους.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Ανάμεσα στα νέα αναγνωστικά, που γράφτηκαν και εγκρίθηκαν με βάση αυτό το νόμο, ήταν το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» και τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Άλλοι γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες, όπως οι Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παύλος Νιρβάνας κ.α., συνδέουν το όνομά τους στο διάστημα αυτό με τη συγγραφή αναγνωστικών και δοκιμάζουν με την πένα τους να διαπλάσουν τις παιδικές αντιλήψεις.

Το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» (ονομασία που του έδωσαν οι μικροί μαθητές) θεωρείται σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη των αλφαβηταρίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα δεκατρία αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1920 επί κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου. Ήταν δημιούργημα συντακτικής επιτροπής με μέλη τους Α. Δελμούζο, Μ. Τριανταφυλλίδη, Π. Νιρβάνα και Ζ. Παπαντωνίου με εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Μαλέα. Είναι προϊόν ελεύθερης δημιουργίας στη δημοτική γλώσσα µε στόχο να διαπλάσει την ψυχή των µμαθητών και να τους εμφυσήσει την αγάπη για τη φύση. Οι εικόνες του είχαν σκοπό «να είναι τα πολυτιμότερα μέσα για να μορφώσουν την παρατηρητικότητα και την καλαισθησία του παιδιού». Τα αλφαβητάρια που εκδόθηκαν από τότε, σχεδόν στο σύνολό τους, έχουν αυτό ως πρότυπο. Τα «Ψηλά Βουνά» με εικόνες του Ρούμπου και σκίτσα του Παπαντωνίου μεταφέρουν ένα νέο πνεύμα αισθητικής αγωγής.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ' δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ’ δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ύστερα από δύο βαλκανικούς πολέμους και έναν παγκόσμιο, έναν εσωτερικό διχασμό και μια επαναστατική κυβέρνηση, ωριμάζει η ιδέα της οριστικής αναμόρφωσης της Παιδείας. Η χρυσή εποχή του σχολικού βιβλίου ξεκινά. Τα σχολικά εγχειρίδια εγκαταλείπουν σταδιακά τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία, ο ακαδημαϊσμός υποχωρεί και στρέφονται προς την επιστημονική γνώση και την κριτική σκέψη με στόχο την παίδευση ολόπλευρα καλλιεργημένων ατόμων. Τα νέα βιβλία είναι απαλλαγμένα από το στόμφο και το διδακτισμό των προηγούμενων, ενώ η δημοτική γλώσσα μιλάει στις καρδιές των παιδιών. Στο περιεχόμενό τους πάντως εξακολουθεί να επικρατεί ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας και η κύρια θεματολογία τους ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια».

Η πολιτική αλλαγή το Νοέμβριο του 1920 μετά την ήττα του Βενιζέλου ανέκοψε τη φιλελεύθερη πολιτική για το σχολικό βιβλίο. Οι αντίπαλοι του δημοτικισμού καταπολεμούν τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης. Η νέα κυβέρνηση ανέθεσε σε επιτροπή τον έλεγχό τους και τα μέλη της επιτροπής Σακελλαρόπουλος, Σκιάς, Εξαρχόπουλος, Μιχαλόπουλος και Μεγαρεύς αποφάσισαν πως θα έπρεπε να «εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι τα υπάρχοντα αναγνωστικά ως έργο ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Η μεταρρύθμιση τερματίστηκε με το νόμο 2678 του 1921, που δεν εφαρμόστηκε όμως, γιατί μεσολάβησε η επανάσταση του 1922, που επανέφερε σε εφαρμογή τους νόμους του 1917-18. Ο νόμος 3180 του 1924 τροποποίησε το σύστημα έγκρισης των σχολικών βιβλίων και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Η δικτατορία του Πάγκαλου με διάταγμα του 1926 άλλαξε πάλι το σύστημα έγκρισης και όρισε ότι τα βιβλία δεν πρέπει να περιέχουν ύλη αντίθετη με τη θρησκεία, την πατρίδα, το πολίτευμα και τα χρηστά ήθη, ενώ δεν επιτρέπεται η έγκριση πέραν των δύο αναγνωστικών για κάθε τάξη. Νέος νόμος, ο 3438 του 1927, ορίζει ότι μπορούν να εγκριθούν μέχρι τρία διδακτικά βιβλία για κάθε μάθημα και τάξη και η έγκριση ισχύει για τα βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τρία χρόνια και για της μέσης για μία πενταετία. Οι σύλλογοι των διδασκόντων αποφασίζουν για την εισαγωγή των βιβλίων στα σχολεία επιλέγοντας μεταξύ των εγκεκριμένων.

Η πολιτική αυτή ανατρέπεται με τη δημοσίευση νέου νόμου, που ψηφίζεται στα πλαίσια της δεύτερης μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929. Με τη «μεταρρύθμιση του 1929» τα σχολικά βιβλία διαιρούνται ανάλογα με το σκοπό και τη χρήση τους σε τρεις κατηγορίες:

α) στα διδακτικά βιβλία,

β) στα βοηθήματα και

γ) στα ελεύθερα αναγνώσματα.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες βιβλίων εισάγονται στα σχολεία μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τα ελεύθερα αναγνώσματα αρκεί απλή σύστασή τους. Τα διδακτικά βιβλία με τη σειρά τους διαιρούνται σε αναγνωστικά και εγχειρίδια. Τα αναγνωστικά συντελούν στη γλωσσική και λογοτεχνική μόρφωση, στη θρησκευτική, ηθική και εθνική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και πρέπει με τη μορφή και το περιεχόμενο τους να κινούν την αγάπη για το βιβλίο γενικά. Τα εγχειρίδια «αποτελούντα συστηματικάς και εύληπτους συνόψεις των συμπερασμάτων των οικείων επιστημών, χρησιμεύουν ως στήριγμα των μαθητών κατά την εισαγωγήν των εις την ύλην των διαφόρων μαθημάτων και ως βάσις δια την ευμέθοδον καθοδήγησίν των προς περαιτέρω μελέτην και ευρυτέραν έρευναν αυτής». Τα βοηθήματα αποτελούν σημαντικότατα εργαλεία για την πληρέστερη μελέτη της διδασκόμενης ύλης και την αυτενεργό έρευνα των μαθητών, ενώ διευκολύνουν παράλληλα και το έργο των διδασκόντων. Η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής τείνει προς την ιδέα του πολλαπλού βιβλίου.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26 Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26
Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες
στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο νόμος 5045 «περί σχολικών βιβλίων» του 1931, με εισήγηση του τότε υπουργού παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, είναι μοναδικός στην ελληνική εκπαιδευτική ιστορία για τη στάση του απέναντι στη γνώση, στο διδακτικό βιβλίο και στη διαδικασία της μάθησης. Με το νόμο αυτό τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο μαθητής ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν και άλλα διδακτικά και βοηθητικά βιβλία, παράλληλα με το εγχειρίδιο, που συμβουλεύονται καθημερινά. Με τον τρόπο αυτό τους δίνεται η ευκαιρία να διακρίνουν και να σχολιάσουν διάφορες απόψεις πάνω στο ίδιο θέμα, απομυθοποιείται ο τυπωμένος λόγος και βιώνεται το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα μπορεί να υπάρχουν πολλές και πιθανόν αντικρουόμενες αντιλήψεις. Καταδικάζεται η παθητική αποδοχή και ενθαρρύνεται η ενεργητική και κριτική στάση δασκάλων και μαθητών, που παροτρύνονται να ερευνούν, ώστε να σχηματίζουν δική τους αντίληψη. Αναιρείται έτσι η αυθεντία των διδακτικών βιβλίων και παρέχεται η δυνατότητα κριτικής της παρεχόμενης γνώσης. Το εγχειρίδιο δεν αντιμετωπίζεται ως μοναδική και αλάνθαστη πηγή γνώσης προς απομνημόνευση, αλλά ως όργανο των μαθητών για την περαιτέρω έρευνα και μελέτη τους. Σε κάθε σχολείο δημιουργείται και σχολική βιβλιοθήκη για την οποία αγοράζονται δύο τουλάχιστον αντίτυπα όλων των εγκεκριμένων βιβλίων και κάθε είδους βοηθήματα.

Ο νόμος 5911 του 1937, που θεσμοθετείται από κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος, επαναφέρει το θεσμό της προκήρυξης διαγωνισμού για τη συγγραφή των διδακτικών βιβλίων. Οι προκηρύξεις ορίζουν την ποσότητα και την οικονομία της ύλης και συντάσσονται από κριτικές επιτροπές τις οποίες ορίζει ο υπουργός. Η υποβολή και κρίση των διδακτικών βιβλίων γίνεται ανά διετία και η έγκριση ισχύει επί μία τετραετία. Τα εγχειρίδια που εισάγονται στα σχολεία επιλέγονται βάσει του καταλόγου των εγκεκριμένων βιβλίων, που συντάσσει το Υπουργείο Παιδείας και καταργούνται οι διατάξεις για την αγορά διδακτικών βιβλίων και βοηθημάτων για τις σχολικές βιβλιοθήκες. Επαναφέρει δηλαδή τη συγκεντρωτική πολιτική και αυξάνει τον έλεγχο του υπουργού παιδείας στη διαδικασία συγγραφής και έγκρισης των εγχειριδίων.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Ο νόμος 5911 ίσχυσε ως τη δημοσίευση του αναγκαστικού νόμου 952 του 1937, με τον οποίο ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ), που υπάγεται στην εποπτεία του υπουργού παιδείας και έχει σκοπό την έγκριση και διάθεση βιβλίων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τα αναγνωστικά του δημοτικού μέχρι και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το Υπουργείο Παιδείας μετά από πρόταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως δημοσιεύει προκήρυξη για τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων, στην οποία ορίζεται το είδος του βιβλίου, η τάξη για την οποία προορίζεται, η ποσότητα και η οικονομία της ύλης, η προθεσμία της υποβολής προς κρίση και το βραβείο που θα απονεμηθεί για κάθε είδος βιβλίου. Τα εγκεκριμένα βιβλία περιέρχονται στην κυριότητα του κράτους, ενώ από το σχολικό έτος 1938-1939 δεν επιτρέπεται η χρήση διδακτικών βιβλίων, που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το νέο νόμο.

Μετά από έναν αιώνα συγκρούσεων και εναλλαγής του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού ο αναγκαστικός νόμος 952 αποτελεί μια ακραία προσπάθεια ιδεολογικού ελέγχου της εκπαίδευσης από το κράτος. Εκφράζει τη διάθεση της κυβέρνησης Μεταξά να ελέγξει απόλυτα το περιεχόμενο των βιβλίων που φτάνουν στα χέρια των μαθητών και να τα προσαρμόσει στις δικές της αντιλήψεις περί αγωγής. Πολιτική του Οργανισμού ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων. Την προηγούμενη εικοσαετία υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας εγχειρίδια. Από δω και πέρα θα υπήρχε ένα σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία, πολιτική που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Το κράτος διασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο του σχολικού βιβλίου και ακύρωνε το κατοχυρωμένο από το 1917 δικαίωμα των εκπαιδευτικών να επιλέγουν το ανθολόγιο που θα χρησιμοποιήσουν, επαναφέροντας το ένα και μόνο «υποχρεωτικό βιβλίο».

 

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

 

Τα πρώτα «Αναγνώσματα» που εκδόθηκαν από τον ΟΕΣΒ (1938-1939) χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1950. Το 1954 ο Οργανισμός θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και θα συνεχίσει τη λειτουργία του μέχρι το 2012, οπότε καταργήθηκε μαζί με πολλούς άλλους δημόσιους φορείς. Μετά την κατάργηση του Οργανισμού το συντονισμό της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», που λειτουργεί με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Υπολογίζεται ότι ο ΟΕΔΒ εκτύπωσε περίπου 3 δισεκατομμύρια αντίτυπα σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και έγινε ένα από τα πλέον γνώριμα λογότυπα σε όσους παρακολούθησαν μαθήματα στα ελληνικά σχολεία από το 1937. Το 1954 εκδίδονται νέα αναγνωστικά, τα μακροβιότερα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1964.

 

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1964 με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας το Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και Γενικό Γραμματέα τον Ε.Π. Παπανούτσο, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 4379 «Περί Oργανώσεως και Διοικήσεως της Γενικής Στοιχειώδους και Mέσης Eκπαιδεύσεως», που έμεινε στην ιστορία ως «νόμος της Μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου». Η μεταρρύθμιση αυτή κατοχύρωσε τη «δωρεάν Παιδεία», μείωσε το σχολαστικισμό και την τυπολατρία με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και νέα μαθήματα και βιβλία, όπως η Κοινωνιολογία και τα Στοιχεία της Οικονομικής Επιστήμης, τη διδασκαλία αρχαίων Ελληνικών κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο και την ενίσχυση μαθηματικών και φυσικών. Επίσης καταργήθηκαν οι εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η Παιδεία έγινε εννεαετής υποχρεωτική, η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση χωρίστηκε σε Γυμνάσιο – Λύκειο, ίσχυσε το σύστημα του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς όμως να καταργηθούν οι εισαγωγικές εξετάσεις, και καθιερώθηκαν οι τεχνικό-επαγγελματικές σχολές με στόχο τη δημιουργία εργατικού δυναμικού άξιου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής. Οι βελτιώσεις και αλλαγές της μεταρρύθμισης αυτής ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή με κύριο στόχο τη μόρφωση των παιδιών όλων των κοινωνικών τάξεων και την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

 

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου. Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.
Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.

 

 

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων. Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων.
Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η δικτατορία του 1967-1974 θα ακυρώσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 και θα πάρει πολλά αντί-μεταρρυθμιστικά μέτρα, που καταργούσαν εκπαιδευτικές αλλαγές δρομολογημένες από το 1964. Η χούντα των συνταγματαρχών ταυτίστηκε με τη λέξη «λογοκρισία». Απαγόρευσε πολλά βιβλία και συνέταξε μαύρες λίστες συγγραφέων. «Επικίνδυνα» για το καθεστώς βιβλιοπωλεία υποχρεώθηκαν να κλείσουν. Όσα βιβλία ελέγχονταν και λογοκρίνονταν, έφεραν και την αντίστοιχη σφραγίδα «Έχει λογοκριθεί», που πρακτικά μεταφραζόταν σε «εγκρίνεται με όποιες αλλαγές θεωρήσει αναγκαίες ο λογοκριτής».

Μεταξύ των βιβλίων που απαγορεύτηκαν εκείνη την περίοδο ήταν η «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ υπήρξε ρητή διαταγή να μη διδαχθεί ο «Επιτάφιος» του Περικλή στα σχολεία, για να μην τον εκλάβουν οι μαθητές ως έμμεση αποδοκιμασία των μηχανισμών του κράτους. Το σχολικό βιβλίο κακοποιήθηκε. Έγιναν προσθαφαιρέσεις σε βιβλία ιστορίας, καταργήθηκε το μάθημα και το βιβλίο της Αγωγής του Πολίτη κ.ά. Με τον αναγκαστικό νόμο 129/1967 αποσύρονται και αχρηστεύονται όλα τα βιβλία, που είχαν τυπωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Ο Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι (…), «συνεστήθησαν επιτροπαί και θα αποφανθώμεν εάν τα βιβλία που εξετυπώθηκαν το 1964 προς χρήσιν των μαθητών θα χρησιμοποιηθούν ή θα αποσταλούν προς πολτοποίησιν». Η κακοποίηση του σχολικού βιβλίου αλλάζει μορφή, από την καύση περνάει στην πολτοποίηση. Ξανατυπώνονται και κυκλοφορούν τα βιβλία, που είχαν εκδοθεί πριν από το 1963, με αποτέλεσμα τα παιδιά να πέσουν σε φοβερή γλωσσική σύγχυση και αμηχανία. Σ’ όλη τη διδακτέα ύλη διαχέονται οι εθνικοί σκοποί και οι εθνικιστικές ιδέες, γεγονός που μετατρέπει όλο το αναλυτικό πρόγραμμα σ’ ένα πρόγραμμα «πατριδογνωσίας».

Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν μέχρι το 1974 προετοίμασαν το έδαφος για τις επόμενες. Το Σύνταγμα του 1975 ενσωματώνει σημαντικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, ελευθερία έρευνας, δημοτική γλώσσα κ.λπ. Στην τριετία 1976-1978 θα επιχειρηθεί η πιο συγκροτημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της συντηρητικής παράταξης τον 20ο αιώνα με τους Ν. 309/76, 576/77 και 815/78. Ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει και τυπικά το γλωσσικό ζήτημα με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας, που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία. Στα  θετικά  της  μεταρρύθμισης  του  1976  περιλαμβάνονται  η  εννιάχρονη  υποχρεωτική  εκπαίδευση,  η  εισαγωγή  της  διδασκαλίας  μεταφρασμένων  κειμένων  της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η καθιέρωση μαθημάτων επιλογής.

Την  περίοδο  1981‐1985 καθιερώνεται  το μονοτονικό σύστημα  (Π.Δ. 297/1982),   συντάσσονται  νέα  αναλυτικά  προγράμματα  πρωτοβάθμιας  και  δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  και  γράφονται  νέα βιβλία για το δάσκαλο και το μαθητή. Το 1982 το αλφαβητάρι αντικαταστάθηκε από το πρώτο τεύχος της σειράς «Η Γλώσσα μου» και τυπώνεται για πρώτη φορά Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας για τους μαθητές, μια επιτομή της Γραμματικής του Μ. Τριανταφυλλίδη.  Ανάμεσα στα νέα βιβλία που εκδόθηκαν για τα σχολεία ήταν τα νέα βιβλία ιστορίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και τα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», που αντικατέστησαν τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» και περιείχαν αποσπάσματα από σύγχρονους νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους. Το 2003  προκηρύσσονται  και  συγγράφονται νέα  βιβλία (βιβλίο  μαθητή,  τετράδιο  εργασιών,  βιβλίο  εκπαιδευτικού)  για  το  Νηπιαγωγείο,  το Δημοτικό  και το Γυμνάσιο, τα οποία διανεμήθηκαν στα σχολεία και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα.

 

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

 

Το σχολικό βιβλίο είναι ένα από τα µέσα διδασκαλίας, το κυριότερο ίσως, και υλοποιεί το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας. Τα σχολικά εγχειρίδια περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά κυρίως, εκφράζουν µε τρόπο έµµεσο αλλά ισχυρό τον ιδεολογικό προσανατολισµό, που είναι επιθυμητός για τους µαθητές και τις μαθήτριες, διαπλάθουν το χαρακτήρα τους και ενδεχομένως δημιουργούν µια ιδεατή πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα, που αντιλαμβάνεται και βιώνει κάθε μαθητής στην καθημερινή του ζωή. Το σχολικό βιβλίο όμως πρέπει να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα των µαθητών και να τα διευρύνει. Τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία δεν μπορούν να επιλυθούν µε τη συγγραφή ενός «καλού» σχολικού βιβλίου. Αντίθετα, μπορούν να θεραπευτούν µε τη συγγραφή πολλών εναλλακτικών σχολικών βιβλίων και εκπαιδευτικών υλικών, που θα προσφέρουν ποικίλη ύλη και θα δίνεται τη δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να επιλέξουν.

Οι νόμοι περί διδακτικών βιβλίων, όπως είδαμε, αλλάζουν σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει κυβερνητική αλλαγή με διατάξεις, που αποκαλύπτουν πολύ συχνά πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Η ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) από τη Μεταξική δικτατορία αποτέλεσε την αφετηρία, για να συγκροτούνται επιτροπές «κρατικών δήμιων» του σχολικού βιβλίου. Ο ρόλος που αποδίδεται στα εγχειρίδια και η ιδεολογική τους λειτουργία οδηγεί τις εκάστοτε κυβερνήσεις να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για τον τρόπο συγγραφής, έγκρισης και εισαγωγής τους στα σχολεία. Κάθε φορά που το περιεχόμενό τους εκσυγχρονίζεται ή γίνεται πιο φιλελεύθερο και προοδευτικό, οι συντηρητικές δυνάμεις το υποβάλλουν σε μαρτύρια και βασανιστήρια, γιατί θέλουν το βιβλίο υποταγμένο στην κυρίαρχη ιδεολογία και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων. Το σχολικό βιβλίο είναι το τελικό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής, που απεικονίζεται στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα. Το περιεχόμενό του δεν απεικονίζει αναγκαστικά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να τη διαμορφώσει, μέσα από τους νέους πολίτες που διαπλάθει. Αυτή η διαχρονική «Διάπλασις των παίδων» αποτελεί εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας, που επιθυμεί να αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας και να εδραιώσει το δικό της μοντέλο διακυβέρνησης. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου μάλιστα φρόντιζε να φαίνονται και τα σύμβολά της σε όλα τα σχολικά βιβλία. Αλλά τα φανερά σύμβολα είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματικά από τα ιδεολογήματα, που, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο φανερά, είναι ενσωματωμένα στα σχολικά βιβλία. Έτσι το βιβλίο γίνεται όργανο ενός κυρίαρχου ιδεολογήματος και μέσο «μετακένωσης» της κυρίαρχης ιδεολογίας με ευρύτατο δίκτυο διανομής.

 

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

 

Το σχολείο σήμερα μοιάζει συχνά με χώρο καταναγκαστικού έργου, όπου λείπει η χαρά της μάθησης, της έρευνας, της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Ο δάσκαλος περιορίζεται στο ρόλο του απλού διεκπεραιωτή εκπαιδευτικών εντολών και κατευθύνσεων και τρέχει να καλύψει την ύλη του ενός και μοναδικού βιβλίου, που σε πολλές περιπτώσεις δεν το θεωρεί ικανοποιητικό. Δεν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό, μέσα και νέες τεχνολογίες, δεν έχει επαρκή παιδαγωγική και επιστημονική καθοδήγηση και επιμόρφωση και βιώνει ένα επαγγελματικό περιβάλλον γεμάτο άγχος και αίσθημα απαξίωσης. Στη σημερινή εποχή, που τα σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα ευαγγελίζονται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του εκπαιδευτικού μέσα από πολλές και εναλλακτικές μεθόδους, τα βιβλία, ως εκφραστές ενός αυστηρά καθορισμένου αναλυτικού προγράμματος λειτουργούν περιοριστικά στην ελευθερία αυτή.

 

Τι κάνουν με τα βιβλία οι μαθητές στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς;

 

Το υπερφορτωμένο πρόγραμμα και το εξαντλητικό ωράριο περιορίζουν το δημιουργικό και ελεύθερο χρόνο του μαθητή. Η τυπική διαδικασία «διδασκαλίας» και μελέτης του βιβλίου είναι η μηχανική απομνημόνευση και παθητική αποστήθιση, αποκομμένη από οποιαδήποτε άλλη αναλυτική και συνθετική δεξιότητα. Απουσιάζει η κριτική παρέμβαση και η διερευνητική στάση. Αν ξεφυλλίσουμε ένα σχολικό βιβλίο μαθητή στο τέλος της σχολικής χρονιάς, δε θα βρούμε κανένα κριτικό σχόλιο στα περιθώρια. Μόνο υπογραμμίσεις με «φωσφορίζοντα» μαρκαδόρο της «σημαντικής» γνώσης, ημερομηνίες των μαθημάτων, «αξιοποίηση καλλιτεχνικών» δεξιοτήτων των μαθητών στην εικονογράφηση ή στα περιθώριά του, s.o.s.., sosara, sosaci, σταυρούς (+), διαγραφές σελίδων ή παραγράφων και πολλές φορές εντελώς σκισμένες τις «εκτός ύλης» σελίδες. Και στο τέλος της σχολικής χρονιάς οι μαθητές ρίχνουν τα βιβλία στην πυρά!

Τα σχολικά βιβλία κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς χρησιμοποιούνται χωρίς πολλές δυνατότητες ή προϋποθέσεις κριτικής παρέμβασης, για να παραδοθούν από τους μαθητές αβασάνιστα στις «φλόγες της κάθαρσης». Γιατί οι μαθητές καίνε τα βιβλία στο τέλος της σχολικής χρονιάς; Είναι «έθιμο», εκδίκηση, αγανάκτηση, τα καίνε για πλάκα, από συνήθεια, είναι «άγραφος νόμος» ή μήπως τα έχουν «κάψει» νωρίτερα στη συνείδησή τους και η «κάθαρση στις φλόγες» είναι απλώς μια αντιαισθητική τελετουργική επισφράγιση; Ποιοι μαθητές καίνε τα βιβλία; Ποια βιβλία καίνε; Σε ποια σχολεία; Τι μπορούν να τα κάνουν, αν δεν τα κάψουν; Να τα ξαναδιαβάσουν; Να τα επιστρέψουν στο Υπουργείο μια και το κόστος είναι τεράστιο; Τι; Πολύπλοκο το ζήτημα, πολλά τα ερωτήματα.

Τις απαντήσεις, που δε δόθηκαν σε αυτά και παρόμοια ερωτήματα, φαίνεται ότι θα δώσει η τεχνολογία της εποχής μας. Σε παλαιότερες εποχές, που η μέθοδος της διάλεξης ήταν η πιο συνηθισμένη, τα βιβλία ήταν κατάλληλα να ανταποκριθούν στο ρόλο της άκριτης μάθησης. Πριν από εβδομήντα χρόνια το σχολικό βιβλίο ήταν στα χέρια του παιδιού κάτι πρωτόγνωρο, καθώς ελάχιστα ήταν τα βιβλία και οι πηγές γνώσης, που μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Τώρα το τάμπλετ και το έξυπνο κινητό με τις τεχνικές τους δυνατότητες δεν κάνουν το βιβλίο τόσο ελκυστικό στα μάτια των παιδιών. Έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή, που το σχολικό βιβλίο αποτελούσε τη μοναδική πηγή πληροφόρησης των μαθητών. Η γενίκευση της χρήσης της τεχνολογίας και η χρήση του διαδικτύου αλλάζουν δραστικά το ρόλο του βιβλίου ως μοναδικής πηγής πληροφόρησης. Σήμερα, άλλωστε, τα σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ηλεκτρονική μορφή, σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλουτισμένα και με επιπλέον ηλεκτρονικό υλικό, ενώ δεν είναι μακριά η εποχή που το βιβλίο θα συνοδεύεται ή θα είναι το ίδιο ένα πολυμέσο, όπου λόγος, εικόνα, ήχος, σύνδεσμοι προς εξωτερικές πηγές και διαδραστικές εφαρμογές θα εμπλουτίζουν το ρόλο του ως μαθησιακού εργαλείου. Σήμερα το κείμενο του βιβλίου οφείλει να είναι αφετηρία για τη γνώση και όχι η ίδια η γνώση για το μαθητή. Το βιβλίο οφείλει να απελευθερώνει τη σκέψη, και όχι να την περιορίζει.

Είναι ίσως καιρός να δυναμώσει η συζήτηση για την κατάργηση του μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου και ο εκπαιδευτικός να έχει μεγαλύτερη ευελιξία να προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της συγκεκριμένης τάξης. Το μοντέλο του αυστηρού κεντρικού ελέγχου των βιβλίων έχει δημιουργήσει ένα σύστημα «οργανωμένο» γύρω από το ίδιο το σχολικό βιβλίο, ένα σύστημα άγονο, καθώς τα σχολικά βοηθήματα που κυκλοφορούν είναι προσανατολισμένα στο ένα και μοναδικό βιβλίο. Μια τεράστια βιομηχανία έχει στηθεί με βάση το ένα και μοναδικό βιβλίο, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για εναλλακτικές προτάσεις στο ίδιο διδακτικό αντικείμενο. Η γνώση δεν έχει σύνορα και μπορεί να μεταδοθεί με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία είναι, άλλωστε, εργαλεία για τη γνώση. Το ποια μορφή θα έχουν τα βιβλία λίγη σημασία έχει. Αν θα μοιάζουν με εκείνα τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία, που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια, ή αν θα τα ξεφυλλίζουμε σε μια ηλεκτρονική συσκευή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το βιβλίο με οποιαδήποτε μορφή πρέπει να είναι απλά το κλειδί για μια πόρτα στη γνώση. Αν πράγματι επιθυμούμε το σχολείο να είναι παράγοντας αλλαγής της κοινωνίας, ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερη αναγκαιότητα να αποδεσμευτούμε πλέον από το ένα και μοναδικό διδακτικό βιβλίο και να δώσουμε περισσότερη ελευθερία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μόνο έτσι οι εκπαιδευτικοί, που επηρεάζουν και καθορίζουν τη ζωή των μαθητών τους, θα γίνουν πρότυπα μάθησης, παράδειγμα προς μίμηση, φορείς πολιτισμού και θετικών κοινωνικών σχέσεων.

Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με φόβο, ανησυχία και αντίδραση ότι νέο έκανε την εμφάνισή του. Από το έντυπο εγχειρίδιο περάσαμε στο διαδίκτυο και την οθόνη του υπολογιστή. Η ανάπτυξη των ΤΠΕ και η ευρεία διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και συσκευών μικροηλεκτρονικής (tablets, smartphones κ.τ.λ.) δίνουν την ευκαιρία στο ηλεκτρονικό βιβλίο να διεκδικεί μία σημαντική πλέον θέση στη ζωή μας. Η πρόσβαση του μαθητή και του εκπαιδευτικού σε πολλαπλές πηγές μάθησης μπορούν να καταστήσουν το ηλεκτρονικό βιβλίο ποιοτικό εργαλείο για την άντληση πληροφοριών, την κατάκτηση και τη σύνθεση της νέας γνώσης. Σε πρώτη φάση το «ηλεκτρονικό βιβλίο» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτικά και παράλληλα με το παραδοσιακό έντυπο βιβλίο τόσο στη σχολική τάξη όσο και στο σπίτι και να δώσει μεγαλύτερη αξία στο παραδοσιακό βιβλίο ενσωματώνοντας διαδραστικά πολυμέσα.

Ανάμεσα στα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί για τη χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου έως σήμερα αναφέρονται η βελτίωση της επίδοσης και η τόνωση του ενδιαφέροντος των μαθητών για συμμετοχή σε ομαδικές δράσεις με διαδραστική λειτουργία. Συγκριτικό πλεονέκτημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο συνιστά επίσης η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά του σε ποικίλες μαθησιακές ανάγκες, καθώς κάθε μαθητής έχει πρόσβαση σε αυτό ανεξάρτητα από το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον, από τις εμπειρίες του, τα ενδιαφέροντά του, τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες του. Ειδικότερα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες η δυνατότητα ακρόασης κειμένου θα επιδράσει θετικά στην κατάκτηση της γνώσης. Το παραδοσιακό βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε δυσλεξικούς μαθητές και σε μαθητές με προβλήματα όρασης, ενώ το ηλεκτρονικό βιβλίο καθιστά την πληροφορία ευκολότερα προσβάσιμη στους μαθητές με αναπηρίες.  Είναι απαραίτητο σήμερα να εκμεταλλευτούμε κάθε τρόπο και να αξιοποιούμε κάθε μέσον, για να προάγουμε την κριτική και δημιουργική σκέψη και να ενισχύουμε τις κοινωνικές και πολιτισμικές δεξιότητες, που θα καταστήσουν τους μαθητές ενεργούς πολίτες στην κοινωνία της διά βίου μάθησης.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βεντούρα Λίνα, Η νομοθεσία περί διδακτικών βιβλίων. Μία εστία συγκρούσεων Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού και αντιμεταρρυθμιστών (1907-1937), Μνήμων 14, 1992.
  • Γληνός Δ., Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925.
  • Δημαρά, Α., Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α και Β, Α’ ανατύπωση, Εκδο­τική Ερμής, Αθήνα (1983).
  • Flaceliere Robert, «Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων». Παπαδήμας 1985.
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Ένα Ταξίδι στην Ιστορία: Τρεις Αιώνες Σχολικά Βιβλία, www. ekedisy.gr
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Μια Σύντομη Ιστορία των Σχολικών μας Βιβλίων, www. ekedisy.gr
  • Κάτσικας Χρ. – Θεριανός Κων., Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, Σαββάλας, 2004.
  • Marrou Henri, «Ιστορία της εκπαίδευσης κατά την αρχαιότητα», εκδ. Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009.
  • Μπουζάκη Σήφη, Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (1974 – 2000) σε Ευρωπαϊκό Πλαίσιο. Συγκλίσεις, Αποκλίσεις, προοπτικές, Gutenberg, 2002.
  • Ράνσιμαν Στήβεν, Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Ερμείας, 1978.
  • Τζουμελέας Σ.Γ. – Παναγόπουλος Π.Δ., Η εκπαίδευση μας στα τελευταία εκατό χρόνια. Αθήνα 1933.
  • Τσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922). Εκδ. θεμέλιο, Αθήνα.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »