Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ζωγράφος Κωνσταντίνος  (1796 – 1856)

 


  

Γιατρός, πολιτικός και διπλωμάτης, γιος του αγιογράφου Μαυρονικόλα Ζωγράφου, γεννημένος στους Σολούς Καλαβρύτων – από τους βασικούς πολιτικούς πρωταγωνιστές της 3ης Σεπτέμβρη, μαζί με τον Ανδρέα Μεταξά και τον Ανδρέα Λόντο. Σπούδασε ιατρική στην Πίζα και συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1822 και αρχικώς εργάστηκε ως γιατρός στα Καλάβρυτα. Αναμίχθηκε στην πολιτική, με την παράταξη των Ζαΐμη και Λόντου. Πληρεξούσιος Καλαβρύτων το 1832, υπουργός Στρατιωτικών το 1833 και νομάρχης Αρκαδίας το ίδιο έτος.

Διορίστηκε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη το 1834, αλλά τον Δεκέμβριο του 1837 ανακλήθηκε και έγινε υπουργός Εξωτερικών. Οπαδός του Ρωσικού Κόμματος, ο Ζωγράφος αντιτάχθηκε στον Όθωνα, απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση και συνεργάστηκε με την αντιβαυαρική αντιπολίτευση.

Μαζί με τους Λόντο και Μεταξά αποτέλεσαν την πολιτική τριανδρία του κινήματος του 1843. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος Καλαβρύτων στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Αθήνας, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του χρημάτισε πρέσβης της Ελλάδας στην Πετρούπολη.

Πέθανε στο Μπελβί της Γαλλίας, σε ηλικία 60 ετών.

  

Διπλωματικές σχέσεις με την Πύλη

 


Στις 24 Αυγούστου του 1833 διορίζεται «πληρεξούσιος παρά τη Oθωμανική Πύλη» και το Mάρτιο του επόμενου έτους αναχωρεί από το Ναύπλιο για την Πόλη, όπου στις 6 Mαρτίου τον υποδέχτηκε ο Σιμάν-μπέης ως εκπρόσωπος του σουλτάνου. H Πύλη κωλυσιεργούσε να αποδεχτεί τα διεπιστευτήριά του και η πρεσβεία ξεκίνησε να λειτουργεί άτυπα.

ζωγραφος αποδοκιμασιαO Ζωγράφος υπέβαλε στην Αθήνα σχέδια για την αναβάθμιση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με το σουλτάνο και για τη σύναψη συνθήκης φιλίας και εμπορίου. Η Πύλη όμως αναγνώρισε στις αρχές του Ιουλίου του 1834 μόνο το εμπορικό γραφείο και όχι την πρεσβεία ή τον πρεσβευτή, πράξη που υποβάθμιζε τη διπλωματική παρουσία της Ελλάδας. H πρώτη ανεπίσημη υποδοχή του Zωγράφου από το σουλτάνο έγινε, αποτέλεσμα της πίεσης των πρεσβευτών των Δυνάμεων, στους γάμους της κόρης του Σαλιέ, ενώ η επίσημη υποδοχή και αναγνώρισή του δεν ήρθε ποτέ κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρεσβευτή. Το 1837 ο Zωγράφος διορίστηκε υπουργός των Eξωτερικών και εγκατέλειψε την Πόλη.

Το 1839, μετά το θάνατο του Mαχμούτ, ο Zωγράφος αποστέλλεται στην Πύλη μεταφέροντας τη συγχαρητήρια επιστολή του Όθωνα στο νέο σουλτάνο Aβδούλ Mετζήτ. O νεαρός σουλτάνος τον δέχτηκε στις 7 Δεκεμβρίου στα ανάκτορα, όπου του απένειμε ανώτερο οθωμανικό παράσημο. Οι επίπονες διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν τότε ευοδώθηκαν με την υπογραφή στις 3/15 Mαρτίου του 1840 συνθήκης φιλίας και εμπορίου από το Zωγράφο και το Pεσίτ-πασά. H συνθήκη ρύθμιζε οικονομικές και ιδιαίτερα εμπορικές εκκρεμότητες ετών και δημιουργούσε ελπίδες για πρόοδο των ελληνικών εμπορικών συμφερόντων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Mε την επιστροφή του Zωγράφου στην Aθήνα εκδηλώθηκαν αντιδράσεις εναντίον της συνθήκης και του ίδιου του Zωγράφου, ο οποίος λοιδορήθηκε ως φιλότουρκος. H συνθήκη απορρίφτηκε από το υπουργικό συμβούλιο στις 11 Mαΐου ως εθνικά επιζήμια, ενώ και το Συμβούλιο της Επικρατείας αρνήθηκε να την επικυρώσει. O Zωγράφος παραιτήθηκε από υπουργός στις 16 Mαΐου υφιστάμενος μια πολιτική καταστροφή.
H αντίδραση του φιλοαγγλικού και φιλογαλλικού Τύπου εναντίον του ρωσόφιλου Zωγράφου και τα θερμά αλυτρωτικά και αντιτουρκικά αισθήματα της κοινής γνώμης οδήγησαν στη ματαίωση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής για σύναψη καλών σχέσεων με την Aυτοκρατορία.
Παρόλα αυτά, η πολιτική του Zωγράφου για την προσέγγιση με την Πύλη αναβάθμισε διπλωματικά τις σχέσεις των δύο χωρών. H έστω και ανεπιτυχής σύναψη της συνθήκης οδήγησε στο διορισμό του Kωστάκη Mουσούρου ως πρεσβευτή της Πύλης στην Aθήνα το 1840, σε μια εποχή που σπάνιζαν οι μόνιμες διπλωματικές αντιπροσωπείες της Πύλης.

O Kωνσταντίνος Zωγράφος πέρασε για αρκετά χρόνια στην αντιπολίτευση, χρημάτισε πρέσβης στην Πετρούπολη και πέθανε το 1856, ένα χρόνο μετά τη σύναψη της βασικής για τις σχέσεις των δύο κρατών συνθήκης περί εμπορίας και ναυτιλίας στον Kανλιτζά το 1855.

 

Πηγές

 


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

Read Full Post »

Μεταξάς Π. Ανδρέας (1790–1860)


 

 Αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός, (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844).

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Κεφαλλονίτης αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων.* Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, πέρασε στην Πελοπόννησο με δύναμη 400 ανδρών από την Κεφαλονιά.** Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του Εκτελεστικού με την οποία ο Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα εκλέχθηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας.

Το 1827 ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε για την εκλογή του Καποδίστρια στη θέση του κυβερνήτη και υπήρξε μέλος του Γενικού Φροντιστηρίου, από το 1828 έως το 1831. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ’ όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Το 1833 συνελήφθη – ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του – μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε στη Σύρο, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Μασσαλία.

Το 1839, μετά την ανάκληση της δίωξής του, επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας και κατόπιν υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1841.

Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ο Ανδρέας Μεταξάς έγινε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος και μαζί με τον Ανδρέα Λόντο τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Μετά την επικράτηση του κινήματος, σχημάτισε κυβέρνηση και ήταν ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια χρημάτισε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, για να παραιτηθεί το 1845, ύστερα από απόπειρα του τελευταίου για ανατροπή του Συντάγματος.

Το 1850 και ενώ ο Όθωνας είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Ρωσία, ο Μεταξάς εκλέχθηκε γερουσιαστής και Βουλευτής. Το 1850 προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο  και αργότερα διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 56) παραιτήθηκε από τη θέση του και οργάνωσε ένοπλα τμήματα, προκειμένου να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Μετά την καταστολή της τελευταίας, ο Ανδρέας Μεταξάς αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, παρά την πρόταση του Όθωνα να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία. 

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

 

Υποσημειώσεις


* Με το όνομα Μεταξάς  φέρεται μεγάλη ιστορική βυζαντινή οικογένεια της οποίας πρώτη ιστορική αναφορά έγινε το 1081. Αρχηγός της οικογένειας στη πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Μεταξάς ο οποίος συμπολεμιστής του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διασωθείς την αποφράδα ημέρα κατέφυγε με τους δύο αδελφούς του στη Χίο, μετά στη Κρήτη, όπου παρέμεινε λίγο καιρό και στη συνέχεια στη Κεφαλονιά όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη περιοχή Φραντζάτα που έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Μεταξάτα. Από τη πολυμελή αυτή οικογένεια πολλά μέλη διακρίθηκαν στο στρατό, στο κλήρο, καθώς και στα γράμματα και τις επιστήμες.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

** Η καταστροφή των Λαλαίων (13-6-1821). Το Λάλα είναι κωμόπολη του νομού Ηλείας, χτισμένο πάνω σε οροπέδιο συνεχόμενο με το όρος Φολόη, σε υψόμετρο 620 μέτρων. Είχε χτιστεί από Τουρκαλβανούς, που είχαν αναλάβει την είσπραξη των φόρων της Πελοποννήσου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί επιφανείς Τούρκοι και ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ηλεία.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ήσαν οι περίφημοι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι, γενναίοι πολεμιστές, και οι περισσότεροι πλούσιοι από αρπαγές και λεηλασίες που έκαναν. Καύχημά τους ήταν ότι δεν είχαν νικηθεί ποτέ σε μάχη. Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ενώ οι άλλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου φοβήθηκαν και κλείστηκαν στα φρούρια, οι Λαλαίοι έμειναν στο χωριό τους και ενεργούσαν επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσαν τα πάντα. Γι’ αυτό, το συνέδριο των προκρίτων, που συνήλθε στο Αίγιο, αποφάσισε να σταλεί εκεί εκστρατευτικό σώμα, για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνονται: Ηλείοι, με αρχηγούς το Σισίνη και το Βιλαέτη. Καλαβρυτινοί, με τους Φωτήλα και Λεχουρίτη. Τριφύλιοι (από την επ. Ολυμπίας) με το Χριστόπουλο. Γορτύνιοι, με τους Πλαπουταίους. Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες, με τους Ανδρέα και Κώστα Μεταξά και Ανδρέα Πανά. Όλοι αυτοί, 2.500 περίπου, με δύο κανόνια που είχαν οι Κεφαλλήνες, συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στη θέση Πούσι, μια ώρα μακριά από το Λάλα. Οι πολεμιστές Λαλαίοι ήταν περίπου 1.000.

Στις πρώτες μικροσυμπλοκές που έγιναν νικήθηκαν οι Ολύμπιοι και οι Γορτύνιοι και υποχώρησαν. Σημειώθηκε τότε λιποψυχία στο στρατόπεδο και άρχισαν και λιποταξίες. Τότε ρίχτηκε η ιδέα να λυθεί η πολιορκία. Την κατάσταση έσωσε ο Ανδρέας Μεταξάς και οι άλλοι αρχηγοί των Επτανησίων, που δήλωσαν ότι, και αν ακόμη όλοι οι άλλοι έφευγαν, αυτοί θα έμεναν στις θέσεις τους και θα πολεμούσαν.

Στο μεταξύ και οι Λαλαίοι καταλάβαιναν ότι ήταν δύσκολη η θέση τους και ζήτησαν βοήθεια από το Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Εκείνος έστειλε 500 Τούρκους και όλοι μαζί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στις 13 Ιουνίου 1821. Ακολούθησε σφοδρότατη μάχη, στην αρχή της οποίας νικούσαν οι Τούρκοι, αλλά στη συνέχεια έπαθαν μεγάλη φθορά από τα δύο κανόνια των Επτανησίων και υποχώρησαν. Ξαναγύρισαν πάλι στο χωριό καταντροπιασμένοι, γιατί πρώτη φορά δε νικούσαν σε μάχη. Δεν έμειναν όμως ούτε στιγμή στο χωριό οι Λαλαίοι. Καταλάβαιναν ότι η θέση τους θα γινόταν όλο και πιο δύσκολη με τον καιρό και την ίδια νύχτα το εγκατέλειψαν και έφυγαν με τα γυναικόπαιδα για την Πάτρα.  Φεύγοντας  έκαψαν το χωριό, αλλά αργότερα οι Έλληνες το ξανάχτισαν. Η νίκη στο Λάλα, εκτός του ότι απάλλαξε την περιοχή από τους τρομερούς Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αναπτέρωσε και το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων της Πελοποννήσου.  

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • K. N. Σάθας, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», Aθήνα 1868.
  • Μακρής Γεράσιμος, «Η μάχη του Λάλα»», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣ,  επανέκδοση της «Μονογραφίας της εν Λάλα μάχης», πρώτη έκδοση, 1921.

 

 

Read Full Post »

Άργος (Οι ρίζες)


 

«Υπὲρ τῆς Ἀργείων πόλεως πολλὰ μὲν ἄν τις εἰπεῖν ἔχοι,

σεμνύνειν αὐτὴν ἐθέλων, παλαιὰ καὶ νέα πράγματα»

——————-

 «Αν ήθελε κανείς να τιμήσει την πόλη των Αργείων,

θα μπορούσε να αναφέρει πολλά, παλαιά και καινούρια γεγονότα…»[1]

 

Δυτικά της αργολικής πεδιάδας κτισμένο κάτω από τα τείχη της Λάρισας και της Δειράδας και κοντά στις πολύχρυσες Μυκήνες, βρίσκεται το αρχαίο και δοξασμένο Άργος της ηρωικής εποχής, το όνομα του οποίου στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ένδοξα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του Ελλαδικού και Αιγαιακού κόσμου.

Ανάμεσα στις πόλεις που πρωταγωνίστησαν κατά την αρχαιότητα στην εθνική μας πορεία, το κλυτόν και πολυθρύλητον  Άργος κατέχει κορυφαία θέση. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είναι η αρχαιότερη όλων των ελληνικών πόλεων, και η έδρα των πρώτων θεογενών βασιλέων, γιατί εκεί πρωτοεγκαθίδρυσαν τους θρόνους τους.

Φρονούσαν  ακόμη  οι  Αργείοι ότι  από  αυτούς έλκει τις ρίζες του το ελληνικό γένος: «Εντεύθεν Άργος παλαιόν ονομάζεται και οι Αργείοι παλαιότατοι των Ελλήνων αξιούσι και πρωτογενείς αντιποιούνται είναι».[2]

Ο δε Ευριπίδης αρχίζει την τραγωδία του Ηλέκτρα με τον χαιρετισμό, «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί».

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του Άργους συνυφασμένη με τους τοπικούς θρύλους φτάνει σε τόσο βάθος χρόνου που, όπως είδαμε στον Ίναχο, αγγίζει τις απαρχές της μυθολογικής εθνοφυλετικής μας Γενέσεως.

Όπως όλες οι αρχαίες πόλεις, έτσι και το Άργος έχει τον ιστορικό του μύθο, δηλαδή την ιστορία του καταγεγραμμένη κατά μυθικό τρόπο. Καμιά όμως ιστορία άλλης πόλης δεν συνοδεύεται με τόσες παραδόσεις, τόσους σαγηνευτικούς μύθους, που μορφώνουν, διδάσκουν, και ψυχαγωγούν αλλά και μας βοηθούν ερμηνεύοντας τις ωραίες αυτές παραδόσεις, κάτω από τις οποίες κρύβεται ο πυρήνας των ιστορικών γεγονότων, να βρούμε τα ίχνη και το φως της ιστορικής αλήθειας. Και οι ηρωικοί μύθοι που σχετίζονται με την πόλη του Άργους είναι τόσοι πολλοί και έχουν τύχει καθολικής αποδοχής από τον κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας, αφού υπήρξαν αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως για τους μεγάλους μας ποιητές της αρχαιότητας.

Από την ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος, η λαϊκή Μούσα.

Η ηρωική αργεία μυθολογία μας πείθει για το ρόλο που έπαιξε η πόλη από τα πανάρχαια χρόνια, ενώ λίγες Ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους πολλούς επαίνους από τα αρχαιότατα χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια (=πλατύδρομη) Μυκήνη».[3] 

Ακόμη το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις μάρναντο σοφήν διά ρίζαν Ομήρου Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι».[4]  

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη αυτή, του Δαναού και των αγλαοθρόνων θυγατέρων του, την θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 

«Υμνείστε ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

Και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα,

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρις

στα επιτεύγματα των πάντολμων τέκνων του».[5]

 

Η μεταγενέστερη ονομασία Άργος που πήρε η πόλη από τον ομώνυμο βασιλιά, εγγονό του Φορωνέα, το θεοπρεπές δώμα της Ήρας κατά τον Πίνδαρο, συνοδεύεται από τα πανάρχαια χρόνια από πλήθος ακόμη επιθέτων:

 

Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πλούσιο σε σιτάρι), ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

 

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια το Άργος είχε την αγαθή τύχη να κυβερνηθεί από ονομαστούς και φημισμένους βασιλείς όπως ο Ίναχος, ο Φορωνεύς, ο Πελασγός, ο Δαναός, οι Ηρακλείδες, με πιο φημισμένο τον Τήμενο, (πρόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Φείδων, ο Διομήδης και άλλοι ακόμη, που ο καθένας τους ξεχωριστά είχε πολύτιμη προσφορά στην μεγαλειώδη ιστορική πορεία του Αργείου κράτους. Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,1), από την παλαιότατη εποχή, σε όλο τον ελληνικό χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα, το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων: «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη»

Το Άργος θεωρείται η κοιτίδα των Πελασγών, των αυτοχθόνων Πρωτοελλήνων, που ξεκινώντας από εκεί δημιούργησαν στα πέρατα της γης, πελασγικά βασίλεια, και σκόρπισαν τα πρώτα φεγγοβολήματα του πελασγικού πολιτισμού: «Ήν γάρ δή και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν, εκ Πελοποννήσου το αρχαίον». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς, Ιστοριών, 17) 

Με υπερηφάνεια για την πανάρχαιη πελασγική καταγωγή του αποκρίνεται ο βασιλιάς του Άργους στις κόρες του Δαναού:

 

«Γιατί του ντόπιου Παλαίχθονα ο γιος

ο Πελασγός εγώ είμαι αυτής της χώρας ο άρχοντας

και που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι

οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη».[6]

 

Υπάρχει δε και μια παράδοση, ότι ο ίδιος ο Όμηρος ήρθε στο Άργος και θέλοντας να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων που τον ενέπνευσαν στα έπη του, ραψωδούσε στίχους της Ηλιάδος:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, κι όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα[7] των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού ο Σθένελος και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, τ’ αγγόνι

του Ταλαού κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει» [8]

 

Οι Αργείοι άρχοντες ακούγοντας το γένος τους από τον πιο δοξασμένο ποιητή, τόσο ενθουσιάστηκαν, ώστε τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

 

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος

ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα

όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε.

Ιδιαίτερα δε τους Αργείους,

που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν

ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη

για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος

του έστησε αυτόν (τον ανδριάντα)

και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει».[9]

(ελεύθερη απόδοση)

 

Υπήρχε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αργείους για το ποια πόλη έχει τα πρωτεία της αρχαιότητας και την μεγαλύτερη εύνοια των θεών. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, «πρώτοι γάρ Αθηναίοι τα άστη και τάς πόλεις ευρείν ιστορούνται», κατά δε τον Παυσανία: «Από τους Έλληνες, εκείνοι που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς, είναι οι Αργείοι».[10]

Η από τα πανάρχαια χρόνια ονομασία της πόλεως Άργος προέρχεται από τη ρίζα αργ -που για τους αρχαίους σήμαινε φωτεινός, λευκός, λαμπρός, ταχύς, ευκίνητος.

Οι παραδόσεις που μας μεταφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς σχετικά με τον Πελασγό διαφέρουν. Την καταγωγή του διεκδικούν από τους Αργείους οι Αρκάδες.

Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση ο Πελασγός ήταν γιος του Ινάχου, που ίδρυσε μεταξύ Πηνειού και Ολύμπου την Πελασγιώτιδα. Κατά τον Ησίοδο, ο πρώτος βασιλιάς υπήρξε ο Αρκάς στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αυτόχθων και γενάρχης του αρχαιότερου ελληνικού γένους, των Πελασγών.

Και ο Παυσανίας μεταφέροντας την Αρκαδική παράδοση, θέλει τον Πελασγό πρώτο κάτοικο και βασιλιά της Αρκαδίας: «Οι Αρκάδες λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας τους ήταν ο Πελασγός. Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς, ότι ο Πελασγός δεν ήρθε μόνος, αλλά με άλλους μαζί…»

Ο ποιητής Άσιος λέει γι’ αυτόν: «Το ισόθεο Πελασγικό έθνος στα ψηλόκορφα όρη Η μαύρη γη γέννησε, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος».[11]

Επίσης και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θεωρεί προσέληνους και τους αποκαλεί «βαλανηφάγους»:

 

«Προτού ακόμα υπάρξουν όλα τ’ αστέρια

που τριγυρίζουν στον ουρανό

κι ούτε ακόμα θα μπορούσε κανείς, ακόμα κι αν ρώταγε

ν’ ακούσει για το ιερό γένος των Δαναών,

υπήρχαν μόνοι οι Αρκάδες οι Απιδανοί,

οι Αρκάδες που, κατά την παράδοση,

ζούσαν πριν κι από την σελήνη,

κι έτρωγαν βελανίδια στα βουνά.

Ούτε η γη των Πελασγών είχε ακόμα την εποχή εκείνη,

άρχοντες, τους δοξασμένους γιους του Δευκαλίωνα».[12]

 

Άλλες όμως μυθολογικές παραδόσεις αναφέρουν ότι τον πρώτο Αρκαδικό οικισμό ίδρυσαν Αργείοι άποικοι. Κατά τον Απολλόδωρο επίσης (Γ΄, 96) οι βασιλείς της Αρκαδίας Λυκάων, Νύκτιμος – στα χρόνια του οποίου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος – και Αρκάς, ήταν απόγονοι του Πελασγού, που γεννήθηκε από τον Δία και την κόρη του Φορωνέως Νιόβη. Επίσης σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο Λυκάων που θεωρείται ο ιδρυτής της Λυκόσουρας – της πρώτης πόλης που αντίκρισε ο ήλιος κατά τον Παυσανία, έζησε πέντε γενιές μετά τον Φορωνέα. (Fragm. Χρον. Α, CI, CII, τ.20, σελ.170).

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη.

[2] Ιωάν. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος.

[3] Ιλιάς, Δ, 51

[4] Ελληνική Ανθολογία, 3

[5] Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1, μετ. εκδ. Β. Λαζανά.

«Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 250 – 254, Μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. «Εστία».

 «Του γηγενούς γάρ είμ’ εγώ Παλαίχθονος  ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

  εμού δε άνακτος ευλόγως επώνυμον  γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα».

[7] Οι Ηιόνες και Μάσητες ήταν κάτοικοι της Ακτής. Ακτή ονόμαζαν οι αρχαίοι την χερσόνησο      που σχηματίζεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου (Επιδαυρία, Ερμιονίδα, Τροιζηνία).

[8] Ιλιάς Β’ 559-564 Μταφρ. Πάικου Νικολαΐδη.

[9] Ι. Κοφινιώτη,Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’

«Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν  εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη,

έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙

ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων»

[10] Παυσαν. 1,14,2 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη.

«Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι»

[11] Παυσανίου Αρκαδικά, 1, 4-5 Εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη

«Φασί δε Αρκάδες ως Πελασγός γένοιτο εν της γης ταύτης πρώτος. Εικός δε έχει του λόγου και άλλους ομού του Πελασγού, μηδέ αυτού τω Πελασγώ γενέσθαι μόνον….

πεποίηται δε και Ασίω τοιάδε εις αυτόν. Αντίθεον δε Πελασγικόν εν υψικόμοισιν όρεσι

Γαία μέλαιν’ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη.

[12] Απολλων. Ροδίου Αργοναυτικά, Δ, 264, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.

«ούπω τείρεα πάντα τα τ’ ουρανώ, ειλίσσονται, ουδέ τι πω Δαναών ιερόν γένος ήεν ακούσαι

πευθομένοις˙ ּοίοι δ’ έσαν Αρκάδες Απιδονήες, Αρκάδες, οί και πρόσθε σεληναίης υδέονται

ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν, ουδέ Πελασγίς χθών τότε κυδαλίμοισιν ανάσσετο Δευκαλίδησιν».

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Read Full Post »

Όθωνας (Όττο φον Βίττελσμπαχ – Otto von Wittelsbach) 1815-1867


 

Όθωνας (1815-1867)

Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας (1833-1862). Δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’, βασιλιά της Βαυαρίας και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάζεν Άλτενμπουργκ. Γεννήθηκε την 20η Μαΐου (1 Ιουνίου) του 1815 στο Σάλσμπουργκ της Βαυαρίας. Επελέγη βασιλιάς της Ελλάδας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που υπέγραψαν το βασιλικό πρωτόκολλο του Λονδίνου 1/13 Φεβρουαρίου 1832 και έφθασε στο Ναύπλιο την 18η Ιανουαρίου 1833. Ο Όθωνας αποδέχθηκε το στέμμα σε ηλικία 17 ετών και έφθασε σε ηλικία 18 ετών στη νέα του πατρίδα, ανάμεσα σε πολυπληθές στρατιωτικό και πολιτικό επιτελείο Βαυαρών, υπό την επίδραση των οποίων αποφάσιζε τα πρώτα έτη της βασιλείας του.

Μέτριας διανοητικότητας, κληρονόμος γονιδίων ψυχικών νοσημάτων, με αργή αντίληψη των πραγμάτων και δύσκαμπτη σκέψη, διστακτικός στη λήψη αποφάσεων, χωρίς την ικανότητα να παίρνει πρωτοβουλίες, δεν είχε την προσωπική δύναμη να διαχειριστεί το υψηλό αξίωμα που του δόθηκε στη νέα του πατρίδα, παρά την εξαιρετική του χρηστότητα, την ευθύτητα και το καλοκάγαθο του χαρακτήρα του, τις πολλές προσωπικές του αρετές και την ειλικρινή αγάπη που είχε για την Ελλάδα.

Η βασιλεία του Όθωνα διαιρείται σε τρεις περιόδους: της αντιβασιλείας, της απόλυτης μοναρχίας και της συνταγματικής βασιλείας.

  

Αντιβασιλεία


 

Η περίοδος της αντιβασιλείας, η συντομότερη όλων (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), δεν υπήρξε ούτε διαφωτιστική ούτε καθοδηγητική για τον Όθωνα και το πώς θα έπρεπε να επιτελέσει το τεράστιο έργο, το οποίο είχε να φέρει εις πέρας πρώτος, αυτό της αναγέννησης της ελληνικής φυλής. Αντιθέτως υπήρξε περίοδος σφαλμάτων με σημαντική επίδραση στη Β’ περίοδο.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Όθωνας έφτασε στην Ελλάδα ακολουθούμενος από βαυαρικό στρατό τριών πεζικών συνταγμάτων, δύο λόχους ιππέων και μίας πυροβολαρχίας (3.850 ανδρών) με τη συντήρηση των οποίων επιβαρύνθηκε ο κάτισχνος ελληνικός προϋπολογισμός, ενώ παράλληλα με δυσκολία επιβίωναν οι οπλαρχηγοί του αγώνα, λιμοκτονούσαν οι κατώτεροι βαθμοφόροι και οπλίτες και δεινοπαθούσε ο ελληνικός λαός. Κατά την περίοδο εκείνη η χώρα κυβερνήθηκε από την αντιβασιλεία, που είχε συγκροτηθεί από πέντε Βαυαρούς, τονΆρμανσμπεργκ ως πρόεδρο, τον Μάουρερ, τον Έιδεκ, τον Γραίνερ και τον Άδελ.

 

Απόλυτη Μοναρχία


Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

 

Ο Όθωνας δεν είχε καμία συμμετοχή στις ραδιουργίες και τα σφάλματα της αντιβασιλείας, αλλά μετά την ενηλικίωσή του ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Άρμανσμπεργκ τον οποίο και έχρισε αρχικαγγελάριο ανάμεσα στο στέμμα και τους άλλους υπουργούς των οποίων η γνώμη δεν είχε κανένα κύρος και δεν τους επιτρεπόταν καμία αυτόβουλη ενέργεια, ούτε καν στο στενό κύκλο των υπηρεσιών των υπουργείων τους.  Αυτό το σφάλμα του επανόρθωσε τον επόμενο χρόνο ο Όθωνας, απομακρύνοντας τον Άρμανσμπεργκ και αντικαθιστώντας τον με τον Ρούδχαρτ. Κατά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας ο Όθωνας έκανε το σφάλμα να παραδώσει τις σπουδαιότερες κρατικές αρχές στα χέρια των Βαυαρών, αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των τόσων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών που είχαν καταστραφεί από τον μακροχρόνιο αγώνα, ενώ πολλές φορές ερχόταν σε αντίθεση στις τοπικές επιρροές τους. Ενθάρρυνε ακούσια τις εξωτερικές αντιθέσεις στις τάξεις δυσαρεστημένων, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η συνωμοσία του Ιουλίου του 1843 και η βίαιη ανατροπή της απόλυτης μοναρχίας κατά τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Συνταγματική Μοναρχία


Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

 

Ο Όθωνας δεν αποδέχθηκε την πρόταση συνταγματικού πολιτεύματος, αναγκάσθηκε όμως κατά την νύχτα της στάσης να αποδεχθεί την απαίτηση των στασιαστών, αφού πείσθηκε πως δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενά αλλού γιατί ο μεν στρατός της πρωτεύουσας τάχθηκε με τους στασιαστές, ο δε λαός παρέμενε αδιάφορος.

Η Ελλάδα απαλλάχθηκε από τους Βαυαρούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τις στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις, ενώ στο λαό και το κράτος παραδόθηκαν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, γεγονός που δεν ήταν δυνατό να έχει τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα λόγω της μη προετοιμασίας κατανόησης της εφαρμογής τους. Η εναντίωση του Όθωνα στην εφαρμογή φιλελεύθερου πολιτεύματος αποδείχτηκε δίκαιη. Η πολιτική διαμάχη, η οποία λάμβανε τις διαστάσεις εμφύλιου σπαραγμού σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, είτε βουλευτική είτε δημοτική, είχε ως αποτέλεσμα την κακοδαιμονία της χώρας.

Ο Όθωνας επενέβαινε πάντα στις εκλογές για την ανάδειξη στα αιρετά αξιώματα των ηθικότερων ατόμων. Αυτή η συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλης δυσαρέσκειας και προκάλεσε εχθρότητα και μίση εναντίον του. Οι αντίπαλοί του από τις πολιτικές και στρατιωτικές τάξεις τον συκοφαντούσαν στο λαό ως απολυταρχικό και βίαιο και εργαζόμενο για την επαναφορά της απόλυτης μοναρχίας και των Βαυαρών, με τη βοήθεια των οποίων θα υποδούλωνε την Ελλάδα. Αργότερα οι συκοφαντίες έλαβαν χαρακτήρα προδοσίας και χρηματισμού.

 

Ο Βασιλιάς Όθωνας και η Βασίλισσα Αμαλία έφιπποι στην Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα, 25 Μαρτίου 1854, ακουαρέλα και μελάνι. Έργο του Γάλλου ζωγράφου και εικονογράφου για βρετανικές και γαλλικές εφημερίδες, ανταποκριτή του Κριμαϊκού Πολέμου, Constantin Guys, (1802-1892).

 

Ολόσωμο πορτραίτο του Βασιλιά Όθωνα με φουστανέλα. Έργο του Νικηφόρου Λύτρα.

Ο  Όθωνας μη διαθέτοντας πολιτικό νου και άμοιρος διπλωματικής δεξιοτεχνίας, απέτυχε και στον τομέα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής. Στα εσωτερικά εξέφραζε ευθέως και άμεσα την αντίθεσή του στους τοπάρχες του Μοριά και της Ρούμελης, οι οποίοι αντλούσαν την επιρροή τους από τους προεπαναστατικούς ακόμα καιρούς και ασκούσαν μεγάλη επιβλητικότητα στον άμαθο και δεισιδαίμονα λαό. Ακόμα επιζητούσαν να διατηρήσουν την ισχύ τους σαν αληθινοί ηγεμονίσκοι, που τυραννούσαν και καταδυνάστευαν τον λαό, φορολογώντας το λαό αμείλικτα χωρίς να φορολογούνται ποτέ οι ίδιοι, υπέρτεροι πάντων και των αρχών και των νόμων του κράτους. Οι συνεχείς και αδιάλειπτες στάσεις και επαναστάσεις πήγαζαν από αυτά τα άτομα, τα οποία επιπλέον εκμεταλλεύονταν οι ξένες επιρροές και τα συμφέροντα των αντίζηλων προστάτιδων δυνάμεων κατά του στέμματος.

Ο Όθωνας εξάλλου, δεν είχε συγγένεια με καμία εκ των βασιλικών οικογενειών αυτών των δυνάμεων, ούτε ήταν σε θέση να λάβει βοήθεια από την Αυλή του Μονάχου, επηρεαζόταν πάρα πολύ από την ορμητική και φιλόδοξη σύζυγό του και λόγω της αγάπης και πίστης που έτρεφε προς τα εθνικά ιδεώδη υπερέβη τις δυνάμεις του κράτους και της φυλής, αντιτέθηκε στα ζωτικά συμφέροντα των δύο δυτικών Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και αφενός μεν έβαλε τα ελληνικά συμφέροντα σε μεγάλο κίνδυνο, αφετέρου δε υπονόμευσε ο ίδιος το θρόνο του.

Λόγω της ευθύτητας του χαρακτήρα του και της ειλικρίνειάς του δέχθηκε πολλές και μεγάλες ραδιουργίες από τα «ξένα» κόμματα, όπως ήταν γνωστά τα τρία μεγάλα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαίρεσαν και καταδυνάστευσαν την Ελλάδα κατά την περίοδο της Α’ Δυναστείας. Οποιαδήποτε προτίμηση του Όθωνα σε ένα από τα τρία είχε ως αποτέλεσμα τα άλλα δύο να στρέφονται εναντίον του τρίτου. Οι αρχηγοί και οι ιθύνοντες των κομμάτων εμπνέονταν και δέχονταν οδηγίες από τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα που είχαν την εντύπωση πως υπηρετούν τα συμφέροντα της πατρίδας τους. Έτσι ο Όθωνας βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα στις συμπληγάδες των ξένων και των τοπικών επιρροών καθ’ όλη τη διάρκεια της ταραχώδους βασιλείας του.

Πιεζόμενος σκληρά από την Αγγλία, δεχόμενος απειλές από τη Γαλλία και παρασυρόμενος από τη Ρωσία, βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να εξαρτάται από εξαιρετικά τραγικούς όρους κατά την περίοδο της πρώτης κρίσεως του Ανατολικού ζητήματος (1854).

Ο Όθωνας θέλησε να οδηγήσει το κράτος σε πόλεμο και το λαό σε εξέγερση, παρά τις ρητές απαγορεύσεις των δύο Δυτικών Δυνάμεων, των οποίων οι πρεσβευτές στην Αθήνα απείλησαν έως και σε προσωπικό βαθμό το βασιλικό ζεύγος. Αποτέλεσμα της εθνικής μεν αλλά άστοχης πολιτικής του Όθωνα υπήρξε η ξένη κατοχή του Πειραιά και της Αθήνας και η απόφαση της Γαλλίας για εκθρόνισή του, η οποία και τελικά δεν έγινε πράξη λόγω δυσχερειών που προέκυψαν ως προς την αναπλήρωση του θρόνου αφενός και το βαθμό της δυσαρέσκειας του Ναπολέοντα Γ’ για τη Βαυαρία, την οποία και θεωρούσε σύμμαχο του ενάντια στον Πρωσικό κίνδυνο. Γι’ αυτό και μόνο ανατράπηκαν οι ενέργειες ορισμένων Ελλήνων τόσο στην Αθήνα όσο και στο Παρίσι για την εκθρόνιση του Όθωνα.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθωνας και σε αυτή την περίπτωση απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι δεν μπορούσε να πάρει ορθές πολιτικές αποφάσεις, γιατί παρασυρόταν συναισθηματικά από το πλήθος και τη θέληση να γίνουν πράξη τα εθνικά ιδεώδη που βρίσκονταν στις καρδιές των γενναίων ψυχών. Οι προετοιμασίες των κρατικών δυνάμεων για ένοπλη αντίσταση κατά της απειλής των Άγγλων και των Γάλλων και η εισβολή του βασιλικού ζεύγους στη Θεσσαλία που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή με την τολμηρή επέμβαση του Α. Μεταξά, είναι γεγονότα που πρέπει να κριθούν ψύχραιμα από την Ιστορία και δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως εκδηλώσεις ασυγχώρητης πολιτικής εγκατάλειψης.

Μετά τη λήξη της Ανατολικής κρίσης (1856) και τη Συνθήκη των Παρισίων, η αντιπολίτευση κατά του Όθωνα, που ενθαρρυνόταν από την Αθήνα, άρχισε και στις πρωτεύουσες των νομών.

Η αχαλίνωτη ελευθερία του τύπου και η κάθοδος νέων και τολμηρών ανδρών στην πολιτική και δημοσιογραφική παλαίστρα έφθειραν το γόητρο της Δυναστείας και ενίσχυαν το στρατόπεδο των αντιδυναστικών. Ο Όθωνας ξεκίνησε τον εσωτερικό αγώνα, απέφευγε ωστόσο τις εκλογές, σχεδόν κατήργησε το πολίτευμα και διόριζε πρωθυπουργούς και υπουργούς της προτίμησής του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη συνένωση των αντιπολιτευτικών δυνάμεων κατά του στέμματος.

Όσο εξελισσόταν η πάλη δημιουργήθηκαν οι κύκλοι των «αφοσιωμένων» μέσω των οποίων αυξήθηκε η αντίθεση και η φθορά, η δε ενεργός ανάμειξη της βασίλισσας και οι επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης, η επίδραση που ασκούσε στις αποφάσεις του στέμματος και της κυβέρνησης, ενθάρρυναν αυτομάτως τους αντιδυναστικούς.

Εκτός από το ζήτημα των πολιτικών επεμβάσεων προστέθηκαν και δύο ακόμα κατά τα τελευταία χρόνια της Α’ Δυναστείας για την ενίσχυση των αντιδυναστικών: η διαδοχή του θρόνου και η ίδρυση εθνοφυλακής. Τόσο ο Όθωνας όσο και η Αμαλία αστόχησαν σε όλες τις προσπάθειες τους για τη διαδοχή. Όσον δε αφορά την εθνοφυλακή, τη σύσταση της οποίας επεδίωκαν οι πολιτικοί αρχηγοί, ο Όθωνας ήταν ανένδοτος προς τη δημιουργία σώματος ένοπλων πολιτών, λόγω των μεγάλων αντιθέσεων και των συγκρούσεων που επικρατούσαν στη χώρα.

  

Επανάσταση και έξωση του Όθωνα 


Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Κατά τα δύο τελευταία έτη της βασιλείας του ο Όθωνας υιοθέτησε και πάλι τη φιλοπόλεμο πολιτική, εξαιτίας της ιταλικής εξεγέρσεως και του δόγματος περί δικαίου των εθνοτήτων που είχε υψωθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο προέβη σε μυστικές συνεννοήσεις με ικανούς Ιταλούς πατριώτες και Αλβανούς φυλάρχους, δαπανώντας από το ταμείο του εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα. Αυτές οι συνεννοήσεις  χαρακτηρίστηκαν από τους Άγγλους πολιτικούς ως φιλοτάραχες και κατά τα δύο τελευταία έτη (1860-1862) αντιμετώπισε τρεις αιματηρές στάσεις και επαναστάσεις, με κυριότερη τη Ναυπλιακή Επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862.   Το αίμα που χύθηκε προς εμπέδωση της τάξεως, έκανε ακόμα πιο αποφασιστικό το λαό και τη νεολαία, την οποία και έριξε στην πολιτική διαπάλη ο ορμητικός και δημαγωγός πολιτικός Επαμ. Δεληγιώργης.

Από τη στιγμή δε που προστέθηκαν στις ενέργειες κατά του στέμματος πρόσωπα σαν τον πυρπολητή Κ. Κανάρη και μυήθηκαν οι σωματάρχες της φρουράς της πρωτεύουσας, εξασφαλίστηκε η επιτυχία της ανατροπής.

Ο Όθωνας γνώριζε για τις συνομωτικές ενέργειες κατά του προσώπου του, αλλά δεν είχε υποπτευθεί την έκταση και το μέγεθός τους. Δημιούργησε το Υπουργείο της Αυλής, το οποίο και ήταν το τελευταίο της βασιλείας του, επιπλέον απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα, όπως τον συμβούλεψε η κυβέρνησή του, για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών. Με αυτόν τον τρόπο άφησε την πρωτεύουσα στα χέρια των επαναστατών, με μία κυβέρνηση νωθρή και άβουλη, γεγονός που επίσπευσε την έκρηξη της επανάστασης και την ανατροπή του θρόνου (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862).

Ο Όθωνας έφτασε εσπευσμένως την επόμενη ημέρα στον Πειραιά με την ατμοφρεγάτα «Αμαλία» και βρήκε την πρωτεύουσα και τον Πειραιά σε εξέγερση, όμως δεν κατέφυγε σε βίαια μέτρα, ούτε δημιούργησε εμφύλιο πόλεμο για την αποκατάστασή του στο θρόνο αν και μπορούσε να στηριχθεί στις επαρχίες του κράτους. Ακολούθησε τις συμβουλές των Άγγλων και Γάλλων πρεσβευτών και εγκατέλειψε την Ελλάδα με το αγγλικό ατμόπλοιο «Σκύλλα».

 

Η αναχώρηση του Όθωνα. Λαϊκή λιθογραφία, Μουσείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας.

 

Μετά την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα, ο Όθωνας εγκαταστάθηκε με τη βασίλισσα Αμαλία στο Μόναχο όπου παρέμεινε για ένα οκτάμηνο και αργότερα στη Βαμβέργη όπου και πέθανε στις 14/26 Ιουλίου 1867 σε ηλικία 52 ετών από ερυσίπελα.* Σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του θάφτηκε στην εκκλησία Τεατίνερ-Κίρχε του Μονάχου με την ελληνική ενδυμασία. Η αγάπη του για την Ελλάδα παρέμεινε αδιάσειστη μέχρι και το θάνατό του. Στο Μόναχο, όπου έμεινε κατά τους πρώτους μήνες της εξορίας του είχε ελληνική Αυλή, αλλά και στη μικρή πάλι Βαμβέργη, όπου περιορίστηκε από τον άστοργο αδελφό του, δεχόταν πάντα με χαρά τους Έλληνες που ήθελαν να τον χαιρετίσουν και  συζητούσε  μαζί τους για θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα.

Ανώτερος χρημάτων, φιλεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος, έφυγε από την Ελλάδα φτωχός και μέχρι το θάνατό του επιβίωνε με 100 χιλιάδες φράγκα ετήσια επιχορήγηση του Στέμματος του Μονάχου. Η άδολη αγάπη του προς την Ελλάδα και τους αγώνες της εκδηλώθηκε ένα μήνα πριν το θάνατό του με μυστική δωρεά ολόκληρης της ετήσιας επιχορήγησής του υπέρ του Κρητικού αγώνα (Μάιος 1867), την οποία παρέλαβε ο Σ. Καραϊσκάκης, απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης με σκοπό μυστικό έρανο στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπήρξε ο μεγαλύτερος δωρητής σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και διδακτήρια, χωρίς δε την προσωπική του δωρεά, της τάξεως των 40 χιλιάδων  φράγκων, ήταν αδύνατο να ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο.**

   

Υποσημειώσεις


* Ερυσίπελας. Σοβαρή λοίμωξη του δέρματος και των υποδόριων ιστών από στρεπτόκοκκο που προκαλεί ερυθρό εξάνθημα, κυρίως στο πρόσωπο.

** Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε στις 3 Μαΐου 1837 από τον τότε Βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα και ονομάσθηκε προς τιμή του Οθώνειον Πανεπιστήμιον. Αποτελούσε το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα τόσο στο νέο Ελληνικό Κράτος όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Το πρώτο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το νεοσύστατο ίδρυμα συναποτελούσαν οι σχολές Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (στο γνωστικό πεδίο της οποίας συγκαταλέγονταν οι Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά). Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του, το ίδρυμα στελέχωναν 33 καθηγητές, ενώ μαθήματα παρακολουθούσαν 52 φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένοι ακροατές. Το πανεπιστήμιο στεγάσθηκε αρχικά στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στην Πλάκα που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο του ιδρύματος. Το Νοέμβριο του 1841 το ίδρυμα μεταστεγάσθηκε στο Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένα κτήριο σχεδιασμένο από το Δανό αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν και διακοσμημένο από το ζωγράφο Karl Rahl, αποτελώντας την περίφημη «αρχιτεκτονική τριλογία της Αθήνας», μαζί με τα κτίρια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και εκείνο της Ακαδημίας Αθηνών.

Το Πανεπιστήμιο διατήρησε την ονομασία Οθώνειο μέχρι το 1862, χρονιά κατά την οποία ο Όθων αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Στις 20 Οκτωβρίου 1862 το ίδρυμα μετονομάσθηκε σε Εθνικόν Πανεπιστήμιον.

Το σημερινό του όνομα το Πανεπιστήμιο της ελληνικής πρωτεύουσας έλαβε το 1911 χάρη στον Ηπειρώτη ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη (1769-1850), ο οποίος ήταν ένας πλούσιος έμπορος που ζούσε στη Ρωσία. Διαπνεόμενος από την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία τότε είχε απήχηση στους Έλληνες, διέθεσε όλη του την περιουσία στο ελληνικό Δημόσιο για να ιδρυθεί μετά από 50 χρόνια πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, με τον όρο πως το νέο ίδρυμα θα ονομαζόταν Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, προς τιμή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελούσε ελπίδα του Δόμπολη ότι κατά την εκτέλεση της διαθήκης πρωτεύουσα της Ελλάδας θα είχε πια γίνει η Κωνσταντινούπολη. Το 1911, το Πανεπιστήμιο της Αθήνας (που παρά τους διακαείς πόθους του Δόμπολη παρέμενε πρωτεύουσα της χώρας), για να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του Δόμπολη, διχοτομήθηκε σε δύο τύπους ανεξάρτητες νομικά οντότητες, το Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θεωρητικές σχολές) και το Εθνικόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θετικές σχολές). Τα δύο νομικά πρόσωπα συγχωνεύθηκαν ξανά με τον οργανισμό του 1932 και το ίδρυμα μετονομάστηκε σε Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, ονομασία που διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και σήμερα.

Το 1904 η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο επιμέρους Σχολές: τη Σχολή Τεχνών και αυτή των Επιστημών. Στη Σχολή Επιστημών συμπεριλαμβάνονταν αρχικά οι Σχολές Μαθηματικών, Φαρμακευτικής και Φυσικής, ενώ το 1911 προστέθηκε σε αυτές και η Σχολή Οδοντιατρικής. Το 1919 συστάθηκε το τμήμα Χημείας και τρία χρόνια αργότερα, το 1922, η Σχολή Φαρμακευτικής μετέπεσε σε αυτόνομο τμήμα.

Κατά τη δεκαετία του 1960 έγιναν οι πρώτες ενέργειες με σκοπό την μετεγκατάσταση του πανεπιστημίου και τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων του σε ενιαίο χώρο (Πανεπιστημιούπολη) στην περιοχή Ζωγράφου. Σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη βρίσκεται η Φιλοσοφική και Θεολογική Σχολή, η Σχολή Θετικών Επιστημών και μία από τις Φοιτητικές Εστίες.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα, 1930.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος 7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.
  • Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Read Full Post »

Καρίγιαννης Αθανάσιος (Οπλαρχηγός)


 

Μανιάτης οπλαρχηγός που διακρίθηκε για τον ηρωισμό του κατά την επανάσταση του 1821. Όταν τον Ιούλιο του 1822 τα πρώτα τμήματα της στρατιάς του Μαχμούτ πασσά Δράμαλη επιτέθηκαν στο αργολικό πεδίο, το οποίο και είχαν εκκενώσει οι Έλληνες, ο Καρίγιαννης, ο οποίος βρισκόταν στο Άργος εκείνες τις ημέρες της φυγής και του τρόμου, πήρε δέκα οπλίτες και ανέβηκε άφοβα στο φρούριο του Άργους υψώνοντας την σημαία του σ’ αυτό.

Όταν μετά από λίγες ημέρες είδε 50 Τούρκους ιππείς να εισέρχονται στο Άργος, τους επιτέθηκε σκοτώνοντας κάποιους από αυτούς και τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή. Το παράδειγμα του γενναίου Καρίγιαννη βρήκε μετά από λίγες μέρες και άλλους γενναίους μιμητές.

Οι οπλαρχηγοί Μπαρμπιτσιώτης, Κατσάκος, Κουμουστιώτης και Ζαχαρόπουλος ανέβηκαν με 200 οπλίτες στο φρούριο, το οποίο και αργότερα ενισχύθηκε από άλλους 500 με τους Δημήτριο Υψηλάντη, Γεώργιο και Ιωάννη Μαυρομιχάλη και Πάνο Κολοκοτρώνη.

 

 

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

 

 

Μετά την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη στο αργολικό πεδίο και τον αποκλεισμό του φρουρίου του Άργους από τον πολυάριθμο στρατό του εχθρού, οι Έλληνες με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και των Αντ. Μαυρομιχάλη προσπάθησαν, πλησιάζοντας τον τουρκικό στρατό, να βοηθήσουν την έξοδο των Ελλήνων από το φρούριο.

Οι Έλληνες, επωφελούμενοι το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους, κατάφεραν να βγουν από το φρούριο όλοι σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον Καρίγιαννη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε κάποια γωνιά. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος ανάμεσα στον εχθρό, που εκείνη την ώρα συγκέντρωνε λάφυρα, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Καλύπτοντας το κεφάλι του με μία κατσαρόλα και έχοντας στα χέρια του το όπλο του και άλλα ασήμαντα σκεύη, πέρασε τραγουδώντας και χορεύοντας ανάμεσα στους Τούρκους που τον θεώρησαν συμπατριώτη τους που μετέφερε τα λάφυρά του. Έτσι ο Καρίγιαννης ενώθηκε και πάλι με τους συντρόφους του χωρίς καν να τραυματιστεί.  

 

Ο Τρικούπης γράφει:

«Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα εν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν ΄Αργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του ΄Αργους και ύψωσε σημαίαν”.

 

Στον Άγγλο Φίνλεϋ διαβάζουμε:

» Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ΄Αργος, είχε περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί σχεδόν από αυτούς είτανε ιππείς. Ενώ οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι καπετανέοι της Ελλάδας τα σκάγανε στα πλοία που είτανε αγκυροβολημένα στη Λέρνα και οι οπαδοί λεηλατούσαν την πόλη, ένα σώμα εθελοντών έπιασε το ερειπωμένο κάστρο της Λάρισας, όπου βρισκότανε η αρχαία Ακρόπολη του Άργους. Η πατριωτική στάση αυτών των ανδρών μέσα στο γενικό πανικό, είναι τόσο αξιέπαινη, ώστε θα έπρεπε το όνομα του καθενός να παραδοθεί στην ευγνωμοσύνη της Ελλάδας. Ένας Μανιάτης αξιωματικός ο Αθανάσιος Καρίγιαννης, υπερηφανευόταν ότι είταν ο πρώτος που μπήκε στη θέση και ο τελευταίος που την εγκατέλειψε”.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.
  • Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, «Ιστορία της Μάνης», Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996.

 

 

Read Full Post »

Λυσίππη και Ιφιάνασσα (μυθολογία)


 

Κόρες του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας και της Άντειας, εγγονές του Άβαντα, δισέγγονες του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Τις τρέλανε ο Διόνυσος ή η Ήρα επειδή δεν τιμούσαν την λατρεία τους.

Κάτω απ’ την μανία τους περιφέρονταν μισόγυμνες στην Πελοπόννησο. Ο Προίτος κάλεσε τον μάντη και γιατρό Μελάμποδα, γιο του Αμυθάονα* να τις γιατρέψει, αλλά αυτός ζήτησε αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Ο Προίτος οργίστηκε και τον έδιωξε. Τον ξανακάλεσε όμως όταν είδε πως η αρρώστια απλωνόταν και σ’ άλλες γυναίκες του βασιλείου.

Ο Μελάμπους** όμως, αυτή την φορά ζήτησε άλλο ένα τρίτο του βασιλείου για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος υπέκυψε. Ο Μελάμπους θεράπευσε  τις νέες. Παντρεύτηκε τότε την Ιφιάνασσα ενώ ο Βίας πήρε την Λυσίππη.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Γιος του Κρηθέα και της Τυρούς (αδελφός του Αίσωνα και του Φέρη – ιδρυτή των Φερών) πατέρας του Βίαντα, μυθολογικού ιδρυτή της Πύλου.

** Οι Προιτίδες, Λυσίππη και Ιφιάνασσα, θυγατέρες του Προίτου χάνουν τα λογικά τους και τρέχουν εδώ κι εκεί στην εξοχή μουγκανίζοντας σαν αγελάδες. Η τρέλα τους γίνεται μεταδοτική και όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολουθούν στις περιπλανήσεις τους. Έντρομος ο Προίτος απευθύνεται στο μάντη Μελάμποδα που δέχεται να γιατρέψει τις τρελές, αν του παραχωρήσει ο πατέρας τους το ένα τρίτο από το βασίλειό του. Η απαίτηση αυτή εκνευρίζει τον Προίτο, μα ο Μελάμποδας δεν κάνει την παραμικρότερη παραχώρηση, κι απεναντίας, σ’ ένα δεύτερο διάβημα του Προίτου, αυξάνει τις απαιτήσεις του. Κι ο δύστυχος πατέρας αναγκάζεται να δεχτεί. Και τότε ο μάντης αρχίζει να κυνηγά τις άτυχες νεαρές κοπέλες με τη συνοδεία νέων που μπήγουν κάθε τόσο άγριες κραυγές. Μόνο κοντά στη Σικυώνα καταφέρνει ο Μελάμποδας να φτάσει τη Λυσίππη και την Ιφιάνασσα. Τις υποβάλλει σε καθαρμό και παίρνει γυναίκα του τη μια, ενώ η άλλη παντρεύεται τον αδελφό του Βίαντα.

*** Η τρέλα των Προιτίδων θυμίζει εκείνη της Αγάνης, της μητέρας του Πενθέα των Θηβών, γιου του Εχίωνα και  εγγονού του Κάδμου και των Θηβαίων γυναικών. Βλ. Ευριπίδη «Βάκχαι».  

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

 

Read Full Post »

Δανάη (μυθολογία)


 

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Κόρη του Ακρίσιου βασιλιά του Άργους, αδελφού του Προίτου και της Ευρυδίκης, κόρης του Λακεδαίμονα,  ξαδέλφη της Λυσίππης και Ιφιάνασσας, εγγονή του Άβαντα, δισέγγονη του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας και μητέρα του ημίθεου ήρωα Περσέα. Ο Ακρίσιος δεν είχε διάδοχο, το μαντείο που ρώτησε του είπε πως θα τον διαδεχτεί ο εγγονός του και πως θα κάνει ένδοξο το βασίλειο, με την διαφορά πως θα τον σκοτώσει. Για να μην επαληθευτεί ο χρησμός, όμοια όπως έκανε ο Λάιος με τον Οιδίποδα, «υπό γην θάλαμον κατασκευάσας χάλκεον» έκλεισε (ο Λάιος απέρριψε τον Οιδίποδα) σ’ αυτόν την Δανάη, για να μη γίνει μητέρα.

Ο Δίας όμως μαγεμένος από τα θέλγητρα της Δανάης μπήκε απ’ την οροφή ως χρυσή βροχή και η Δανάη συνέλαβε και γέννησε τον Περσέα. Ο Ακρίσιος πήρε τότε ένα κιβώτιο, έκλεισε σ΄ αυτό  μητέρα και παιδί, και το πέταξε στη θάλασσα. Τα κύματα όμως, έφεραν το κιβώτιο στη Σέριφο, όπου βασίλευε ο Πολυδέκτης. Το βρήκε ο αδελφός του Δίκτυς που εργαζόταν ως ψαράς. Ο Πολυδέκτης ερωτεύτηκε την Δανάη, αλλά από φόβο προς τον Περσέα που ανδρώνονταν μέρα με την μέρα σκέφτηκε ένα σατανικό τρόπο για να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Ανήγγειλε πως θα παντρευτεί την Ιπποδάμεια του Οινόμαου και ζήτησε τα καθιερωμένα δώρα του γάμου απ’ τους υπηκόους του.

 

«Δανάη», Αγνώστου, κύκλος Jean-Baptiste Regnault, τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα, λάδι σε καμβά.

 

Τότε ο Περσέας του έταξε ως δώρο το κεφάλι της Γοργόνας. Ο Πολυδέκτης γνωρίζοντας πως ο Περσέας οδεύει προς τον θάνατο δέχτηκε. Από δω αρχίζουν τα θαυμάσια κλέα του ήρωα που τα περιγράφουν η «Θεογονία», η «Ασπίς Ηρακλέους», ο Απολλόδωρος και άλλοι.

Όταν γύρισε, βρήκε την Δανάη και τον Δίκτυ ικέτες μπρος στους βωμούς των θεών, γιατί  τους απειλούσε ο Πολυδέκτης, πιστεύοντας πως ο Περσέας δε θα γυρίσει. Τότε ο Περσεύς μπήκε στα ανάκτορα και δείχνοντας στον διώκτη το κεφάλι της Γοργόνας τον απολίθωσε. Ανέβασε στο θρόνο τον Δίκτυ και μαζί με τη Δανάη και τη γυναίκα του Ανδρομέδα πήρε το δρόμο για το Άργος. Το έμαθε ο Ακρίσιος και κατέφυγε στους Πελασγούς της Θεσσαλίας.

Τότε όμως έτυχε ο βασιλέας της Λάρισσας να τελεί επικήδειους αγώνες προς τιμή του πατέρα του. Σ’ αυτούς πήρε μέρος κι’ ο Περσεύς και στον αγώνα του πένταθλου, ρίχνοντας τον δίσκο σκότωσε άθελά του τον Ακρίσιο που ήταν εκεί θεατής.

Όταν γύρισε στο Άργος δεν κράτησε τον θρόνο αλλά τον αντάλλαξε με εκείνον του Μεγαπένθη, γιου του Προίτου, πρωτοξάδελφου της Δανάης και βασιλεύοντας σ’ αυτόν, έγινε πρόγονος των Περσιδών απ’ όπου κατάγεται κι’ ο Ηρακλής.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.

Read Full Post »

Αμυμώνη (μυθολογία)


 

Αμυμώνη  του Félix-Henri Giacomotti

Αμυμώνη του Félix-Henri Giacomotti

Μια απ’ τις πενήντα Δαναΐδες, κόρη του Δαναού. Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της. Όταν έφτασε μαζί με τον πατέρα και τις αδελφές της στο Άργος, βγήκε όπως και οι άλλες, με διαταγή του τελευταίου να αναζητήσει νερό.

Αποκομμένη κάποια στιγμή δέχτηκε επίθεση Σατύρου. Κάλεσε σε βοήθεια τον Ποσειδώνα, που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος.

Στη θέση που την έκανε δική του ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος με την τρίαινά του κι’ ανέβλυσε πηγή, η γνωστή, ως τις μέρες μας, πηγή της Αμυμώνης.

   

Πηγές


  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »