Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Πολύκλειτος

 

Ο διάσημος γλύπτης της αρχαιότητας Πολύκλειτος κατέχει στην Αργεία τέχνη την ίδια θέση που κατείχε ο Φειδίας στην Αττική. Ήταν κατ’ άλλους μεν Σικυώνιος, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν κυρίως στο Άργος, κατ’ άλλους δε Αργείος. Ήκμασε γύρω στο 450 – 420 π.χ. και υπήρξε μαθητής του περίφημου Αργείου γλύπτη Αγελάδα.

Βίος

 

Το λαμπερό αυτό αστέρι της σχολής του Άργους, κατέχει στην Αργειακή τέχνη θέση παρόμοια μ΄  αυτή του Φειδία στην Αττική. Άλλοι ισχυρίζονται ότι κατάγεται  από τη Σικυώνα, αλλά ζούσε και εργαζόταν κυρίως στο Άργος· άλλοι, ισχυρίζονται πως κατάγεται από το Άργος. Από αυτό παρορμητικά μερικοί δέχθηκαν, χωρίς να αληθεύει, ότι ο Σικυώνιος και ο Αργείος Πολύκλειτος ήταν δυο εντελώς  διαφορετικά πρόσωπα. Η γνώμη αυτή αποδεικνύεται εντελώς ανυπόστατη. Ο Overbeck (gesch. der gr. plastic  τόμος 1, σελ. 386) πιστεύει ότι γεννήθηκε την 74η  ή 75η Ολυμπιάδα (περίπου το 482 – 478). Επομένως, ήταν σύγχρονος του Φειδία, αλλά νεότερός του  16-18 χρόνια.

 

Μαζί με τον Αθηναίο τεχνίτη μαθήτευσαν κοντά στον Αγελάδα. Ο πατέρας του ονομάζονταν Πάτροκλος ή Πατροκλής. Όταν μάλιστα το Άργος απόκτησε πολύ σημαντική πολιτικά θέση εξαιτίας και της σταθερής συμμαχίας του με την Αθήνα, συγκεντρώθηκε σ΄ αυτό η καλλιτεχνική δραστηριότητα του Αργειακού εργαστηρίου. Επικεφαλής του και πρώτος του τεχνίτης   αναδεικνύεται ο Πολύκλειτος. Προώθησε σε μέγιστο βαθμό  την τέχνη, όπως ο Φειδίας στην Αθήνα , με τις ιδιότητες εκείνες της γλαφυρότητας και της συμμετρίας, οι οποίες απέρρεαν από το Δωρικό χαρακτήρα. Όπως και ο Φειδίας ήταν υπεύθυνος για το γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα, έτσι και ο Πολύκλειτος αντίστοιχα γι΄ αυτόν του  Ηραίου, του οποίου οι μετόπες και η ζωφόρος παρίσταναν τη γέννηση του Δία, τη Γιγαντομαχία και τον Τρωικό πόλεμο.

Έργα

 

Ο Ερμής στη Λυσιμάχια: πρωτοβρέθηκε στη Λυσιμάχια  στη Θρακική χερσόνησο, όπου μεταφέρθηκε την 117,3 ολυμπιάδα τη χρονιά δηλαδή που χτίστηκε η πόλη, ενώ πριν η βάση του βρισκόταν στον Αίνο ή στην Καρία. Όπως μάλιστα μπορεί κανείς να συμπεράνει από τη στάση του δεξιού χεριού, ο  Ερμής που βρίσκεται μπροστά μας είναι ο λόγιος. Η στάση γενικά, η μορφή του κεφαλού και οι αναλογίες συμφωνούν μ΄ αυτές του Δορυφόρου  και του Διαδύμενου. Πολυκλείτειες μορφές δείχνει και το ωραίο χάλκινο άγαλμα του Ερμή το οποίο δημοσίευσε ο Conze. ( Jachr. d;  arch. inst. 1887 taf. 9).

 

Αφροδίτη στις Αμύκλες: αυτό αποτελούσε μέρος του αναθήματος που αφιέρωσαν οι Σπαρτιάτες για τη νίκη τους στους Αιγός ποταμούς (Ολυμπ. 93,4). Ήταν χάλκινο και στηριζόταν πάνω σε τρίποδα.

 

Ζεύς Μειλίχιος: Μαρμάρινο άγαλμα τοποθετημένο στο Άργος. Το άγαλμα αυτό όπως και το επόμενο μερικοί το αποδίδουν  στο νεότερο Πολύκλειτο.

 

Απόλλων, Λητώ, Άρτεμη: Από λευκό μάρμαρο, στο ιερό της ορθίας Αρτέμιδος, πάνω στο όρος Λυκώνη.

 

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

 

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Εκείνο όμως το έργο του Πολύκλειτου που ξεπερνά όλα τα άλλα εμπνευσμένα του έργα, είναι η Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους Όπως μάλιστα ο Φειδίας εμπνεύστηκε από τον Όμηρο την κατασκευή του αγάλματος του Ολυμπίου Διός, έτσι και ο Αργείος τεχνίτης, του ίδιου  του  Φειδία ζήλεψε τη δόξα και βάλθηκε να δημιουργήσει ένα έργο αντίστοιχο και αντάξιο σύντροφο του Παντοκράτορα Δία.

Το κολοσσιαίο τούτο χρυσελεφάντινο  άγαλμα του δαιμόνιου τεχνίτη, καθόταν πάνω σε θρόνο στο Ηραίο. Το κατασκεύασε μετά την 89,2 ολυμπιάδα (423 π.χ.), δηλαδή μετά την καταστροφή του αρχαίου ναού. Αυτό ήταν το πιο τέλειο και εκλεπτυσμένο έργο που το εκτέλεσε με δημόσια παραγγελία. Ήταν η πιο άρτια παράσταση της θεάς και το πρότυπο του αρχετύπου της Ήρας. Είναι κολοσσιαίου μεγέθους, αλλά μικρότερο από το Δία και την Αθηνά του Φειδία, γιατί έπρεπε να είναι ανάλογο με το μέγεθος του ναού. Η θεά  παριστάνεται να κάθεται πάνω σε χρυσό θρόνο, ντυμένη με πλούσιο φόρεμα, που άφηνε γυμνούς μόνο το λαιμό και τους ωραίους λευκούς ώμους. Σύμφωνα μάλιστα με το επόμενο επίγραμμα του Παρμενίωνα που γράφτηκε για το άγαλμα της Ήρας, ο τεχνίτης έδειξε από το σώμα της θεάς μόνο ό, τι επιτρέπεται να δουν θεοί και άνθρωποι, ενώ συγκάλυψε ό,  τι μόνο το μάτι του Δία έπρεπε να βλέπει. (Ελλ. Ανθολ. 2,185.5)

Ωργείος…φυλασσόμεθα.

Το κεφάλι με τα πλούσια μαλλιά, το  έζωνε χρυσό στεφάνι, πάνω στο οποίο ήταν σμιλεμένες οι ακόλουθες της θεάς, οι Ώρες και οι Χάριτες. Στ΄ αριστερό της χέρι κρατούσε σκήπτρο, πάνω στο οποίο καθόταν ένας κούκος σύμβολο του ιερού της γάμου με τον Δία και της καλότυχης γονιμότητάς της. Στο δεξί της χέρι κρατούσε  ρόδι είτε για να συμβολίζει το θρίαμβό της ενάντια στην αντίζηλό της Δήμητρα η οποία μισούσε τον καρπό αυτό που συμβόλιζε το γάμο του Πλούτωνα με την αγαπημένη της θυγατέρα Περσεφόνη, είτε σα γενικό έμβλημα του γάμου. Υπήρχε όμοια ένα κλήμα αμπελιού και δέρμα λιονταριού, πάνω στο οποίο έβαζε τα πόδια της, για να φανερώσει το μίσος της κατά των δύο άλλων παλλακίδων του Δία,  δηλαδή της Σεμέλης και της Αλκμήνης και κατά των γιών τους,  Διόνυσου και Ηρακλή, γιατί το κλήμα και το δέρμα του λιονταριού ήταν σύμβολα αυτών των θεών. Τέλος, γνωρίζουμε ότι η Ήβη, το παιδί που έκανε με το Δία η  ίδια η θεά, χρυσελεφάντινο κι αυτό, το φιλοτέχνησε ο Ναυκύδης μαθητής του Πολύκλειτου και ήταν τοποθετημένο δίπλα στο θρόνο της μητέρας του, πάνω στην ίδια βάση. Χρυσελεφάντινη την έκανε την Ήρα ο χαλκοπλάστης Πολύκλειτος, παρακινημένος βέβαια από τα έργα του ένδοξου συμμαθητή του, του  Φειδία. Ο Μάξιμος μάλιστα ο Τύριος την περιγράφει ως εξής: Ήραν έδειξεν Αργείοις…βασιλικήν (δηλαδή, καθισμένη πάνω σε χρυσό θρόνο). Και ο Μαρτιάλιος ακολούθως: «βοώπιν…μεγαλοπρέπειαν.

Αυτή, λοιπόν, τη μορφή της Ήρας δεν μπορούμε να την παραλληλίσουμε και να τη θεωρήσουμε εφάμιλλη του Ολύμπιου Δία του Φειδία, ο οποίος παράστησε έτσι το θεό όπως τον έπλασε η φαντασία όλων των Ελλήνων και ήταν ριζωμένος βαθιά στη συνείδηση ολόκληρου του Έθνους. Αυτό το πρότυπο ακολουθώντας ο Πολύκλειτος, όφειλε να παραστήσει την Ήρα σαν την ανώτατη βασίλισσα του ουρανού και έξοχη σύζυγο του παντοκράτορα Δία. Αλλά, αντί να παρακινηθεί από την ιδέα που είχε ολόκληρο το έθνος για την ιδεατή μορφή της Ήρας, βασίστηκε μόνο στη θρησκεία και τη λατρεία της Ήρας από τους Αργείους, οι οποίοι βέβαια την τιμούσαν  σα βασίλισσα του ουρανού και ευγενή σύζυγο του κοσμοκράτορα Δία, αλλά τη θεωρούσαν ιδιαίτερα σαν προστάτισσα και οδηγήτρια του ιερού δεσμού του γάμου. Γι΄ αυτό και την έκανε ένθρονη, με συστολή να στέκεται, ντυμένη αναμφίβολα με φόρεμα που φτάνει ως τα πόδια, και με πανωφόρι που είχε πτυχές βαθιές,  πάνω στο οποίο έδειχναν ακόμα λευκότερα τα χέρια της, πλασμένα από ελεφαντόδοντο. Επομένως, συγχώνευσε τη μερική αυτή ιδέα με την καθολική και αναγκαστικά παράστησε τη θεά αυστηρή φύλακα του ιερού νόμου σε αντίθεση με την ελαφρότητα και την αστάθεια και την επιρρέπεια του συζύγου της να παραβιάζει το συζυγικό του καθήκον. Μαρμάρινο κεφάλι στη Νεάπολη παριστάνει τη θεά  καχύποπτη, ν΄ αρπάζεται εύκολα και να μαλώνει με  το Δία. Μόνο η συνεχής και επανειλημμένη εξέταση της προτομής της θεάς μπορεί να μας κάνει ικανούς να κατανοήσουμε αυτή την αξιοθαύμαστη εργασία, η οποία είναι η τελειότερη αναπαράσταση της ιδέας της θεάς και είναι απαράμιλλης αισθητικής αξίας. Και είναι αναγκαία η συνεχής και επανειλημμένη εξέταση ιδιαίτερα για τούτο: γιατί η θεά είναι κλεισμένη εντελώς στον εαυτό της και δεν μας προκαταλαμβάνει όπως ο Δίας μ΄ εκείνο το γλυκύ και πράο μειδίαμα, το οποίο παίζοντας πάνω στα χείλη της προτομής μας επιτρέπει να αισθανθούμε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων σε όλη του την κυριαρχία πάνω στον κόσμο. Αλλά εδώ κυριαρχεί η αυστηρότητα και το μεγαλείο. Η προτομή της Ήρας παρουσιάζεται φοβερή. Κι όμως. Είναι αλήθεια ότι μόνο αυτή η ομορφιά υποφέρει τη μεγαλοπρέπεια του βασιλιά των θεών. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, εστιάζοντας στα μέρη της μορφής της  να αισθανθούμε αυτή την ομορφιά. Το πολύ πλατύ και ψηλό, ιδιαίτερα μάλιστα στη μέση και προς τα κάτω, ισχυρά καμαρωτό μέτωπο, προδίδει την  πολύ ισχυρή θέληση και τον αυστηρό χαρακτήρα της θεάς. Το μέτωπο το λαμπερό και νεανικό που με την ισχυρή του απόληξη ρίχνει για τα καλά  τη σκιά του στα περήφανα βαθουλωτά μάτια, αναδεικνύει το κάτω μέρος του προσώπου μέσα σε μια ουράνια καθαρότητα. Με ράχη πλατιά η ολόισια μύτη ανεβαίνει  κλιμακωτά. Το λίγο ανοιχτό στόμα προδίδει την αυστηρότητα και την τραχύτητα της θεάς. Το πηγούνι της που είναι γενικά δυνατό και προεξέχει πολύ, αλλά είναι κανονικά  στρογγυλό, φανερώνει την ανεξάντλητη ενεργητικότητά της, ενώ ο λαιμός της μας αναγκάζει να αισθανθούμε την ακατάβλητη δύναμη της θέλησης της θεάς. Το κάλλος της, λοιπόν, μοιάζει όχι με το ανοιξιάτικο μπουμπούκι, αλλά με το ρόδο που΄ ναι στην ώρα του το καλοκαίρι·όχι με την τρυφεράδα της κόρης, αλλά με την πληρότητα και της ωριμότητα της μεστωμένης γυναίκας. Αυτής όμως  που  ποτέ δεν μαραινόταν, αλλά ξανάπαιρνε πάντα πίσω τη λαμπρή της νιότη, καθώς λουζόταν  στην Κάναχο πηγή.

Αλλά παρόλο της το μεγαλείο η Ήρα  είναι η θεϊκή σύζυγος στην τελειότερή της εκδοχή. Πάνω στα λουλουδιασμένα μάγουλα περνούν οι χιλιετηρίδες χωρίς ν΄ αφήνουν τα ενοχλητικά τους ίχνη, ενώ η απαλή στρογγυλάδα της μπροστινής επιφάνειας του λαιμού, μας αφήνει το περιθώριο να μαντέψουμε τα πλούσια στήθια  της, το μαλακό μαξιλάρι που πάνω του αφήνει τις έγνοιες του ο Δίας. Με την απαλότητα της σάρκας και την περιποίηση των μαλλιών, μαλακώνει κάπως ο καλλιτέχνης την αυστηρότητα της μορφής. Πάνω απ΄ όλα η αντίθεση αυτών  των μαλλιών που πλούσια κυματίζουν ήρεμα, ενώ το φως που πέφτει χάνεται στη σκιά των αυλακιών τους κάνοντάς τα να μοιάζουν  χαλαρά, με το χάλκινο λείο μέτωπο της θεάς και τον ευθυτενή λαιμό είναι απαράμιλλη. Τα  απαλά μαλλιά είναι πολύ απέριττα τραβηγμένα προς τα πάνω, αλλ΄ όμως χτενισμένα με μεγάλη επιμέλεια και το μαργαριταρένιο στεφάνι δείχνει, ότι η Ήρα είναι αντάξια σύζυγος του βασιλιά των θεών.  Απ΄ αυτή λοιπόν την ιδεατή  παράσταση της βασίλισσας του ουρανού και της θεάς του γάμου, κατανοούμε τον απέραντο σεβασμό, που έτρεφε στο πρόσωπό της ο πιστός Αργείος, και την πεποίθηση  ότι ο γάμος είναι ιερός και η ζωή μέγα αγαθό και πρώτο. Αυτή την πεποίθηση ενέπνεε η θεά στους πιστούς της δούλους.

 

Στη σφαίρα του υπεράνθρωπου ανήκουν και τα επόμενα έργα

 

Hρακλής Ηγήτωρ παίρνοντας τα όπλα:  Σύμφωνα με τον Lowey (inschrif. griech. bild  σελ 321) βρέθηκε στη Ρώμη η εξής επιγραφή:  opus polycliti.  Η επιγραφή ααυτή ίσως αναφέρεται σ΄ αυτό το άγαλμα, διότι, όπως αναφέρει ο Πλίνιος  (34, 56) στη Ρώμη ένα έργο αναφερόταν στον Πολύκλειτο (  fecit Herculem qui Romae, hagetera arma sumentem).

 

Ηρακλής Υδροκτόνος, νικώντας την Ύδρα.

 

Δορυφόρος

 

 

Ο «Δορυφόρος», αντίγραφο του πρωτότυπου έργου. Φωτογραφία: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Ο «Δορυφόρος», αντίγραφο του πρωτότυπου έργου. Φωτογραφία: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Ο «Δορυφόρος», (αυτός που φέρει το δόρυ), είναι ένα μαρμάρινο Ρωμαϊκό αντίγραφο του χαμένου χάλκινου πρωτοτύπου Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της ώριμης κλασσικής  γλυπτικής (480-323 π. Χ) Βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Νάπολης. Φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Πολύκλειτο από το Άργος. Ο «Δορυφόρος» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Απεικονίζει έναν καλογυμνασμένο αθλητή ο οποίος φέρει βαρύ δόρυ. Το γλυπτό αυτό φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της ώριμης κλασσικής περιόδου και θεωρείται σταθμός στην γλυπτική. Ο Δορυφόρος θεωρείται εφαρμογή της αισθητικής θεωρίας του Πολύκλειτου του «κανόνα» . Ίσως ενσάρκωνε τον Αχιλλέα. Ταυτίζει την ιδέα της ανδρείας και της ομορφιάς με την ιδέα του ωραίου ήρωα. Ο Πολύκλειτος από το Άργος είχε εξειδικευτεί στην κατασκευή ανδριάντων αθλητών και απεικόνιζε στα αγάλματά του την χαλάρωση μετά τον αγώνα. Το σώμα του Δορυφόρου είναι δοσμένο με μαθηματική ακρίβεια στις αναλογίες και με στοιχεία αφαίρεσης. Επιδεικνύει το τέλος της εφηβείας. Η έμπειρη κατεργασία των μυών και το τριχωτό του ηβαίου επιτυγχάνουν την αποτύπωση της ωριμότητας του ανθρώπου (όπως και στην ώριμη κλασσική γλυπτική) της τέλειας ωριμότητας του ανθρώπου. Το ανθρώπινο ανδρικό σώμα παρουσιάζεται με ιδανικές αναλογίες χάρη σε ένα σύστημα που επινόησε ο Πολύκλειτος γνωστό ως «κανών» Ο Πολύκλειτος έγραψε και σχετική γραμματεία και κατασκεύασε το άγαλμα σύμφωνα με τον κανόνα. Φυσιοκρατία, τρισδιάστατη κάλυψη. Ιδανικό κάλλος, νηφάλιο πρόσωπο ,γυμνασμένο σώμα.

Ο νέος άνδρας παριστάνεται με το δόρυ στηριγμένο στον αριστερό του ώμο, φαίνεται σαν να στέκεται ενώ βαδίζει. Ο θεατής κοιτάζοντας το έχει την αίσθηση πως ο νέος την επόμενη στιγμή θα ξεκινήσει να κινείται πάλι. Το κορμί του είναι ρωμαλέο και αθλητικό Ζυγιάζεται πάνω στο δεξί του πόδι , ενώ το αριστερό του πόδι (χαλαρό) πατά πίσω στα ακροδάχτυλα. Το κεφάλι του είναι στραμμένο δεξιά. Χαρακτηριστικό για τα έργα του Πολύκλειτου είναι το χαμηλό ανάγλυφο των μαλλιών ,οι φαρδιοί ώμοι και το τονισμένο και ευδιάκριτο σχέδιο των μυών.

 

Μέτρο – συμμετρία

 

Το άγαλμα αυτό φανερώνει μια τέλεια δομή, με τέλειες αναλογίες (συμμετρία) οι οποίες δεν ήταν πραγματικές αλλά καθαρά θεωρητικές, υπολογισμένες με μαθηματικό τρόπο και με μεγάλη ακρίβεια με βάση ένα κοινό μέτρο αντιπροσώπευε το σύνολο των καλύτερων αναλογιών μιας σειράς αθλητών δηλ. ολυμπιονικών (ειδίκευση του Πολύκλειτου). Έχει ωραίο αθλητικό σώμα που αντανακλάται στο νηφάλιο και σεμνό του πρόσωπο με αυτό τον τρόπο εκφράζεται καλύτερα το ανθρωπιστικό ιδεώδες της καλοκαγαθίας του σωματικού και ψυχικού κάλους των πολιτών.

 

 

Διαδούμενος

 

Διαδούμενος. Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Διαδούμενος. Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. Tο άγαλμα ήταν περίφημο ήδη από την αρχαιότητα και αναφέρεται από το Pωμαίο ιστορικό Πλίνιο (nat. 34.55). Παριστάνεται νεαρός αθλητής να δένει στο κεφάλι του την ταινία της νίκης. Δίπλα στη μορφή υπάρχει κορμός δέντρου, που αποτελεί προσθήκη του αντιγραφέα. Σε αυτόν είναι ριγμένο το ένδυμα του νέου, και επάνω του στηρίζεται μια φαρέτρα, γεγονός που έχει οδηγήσει ορισμένους μελετητές στην ταύτιση της μορφής με τον θεό Aπόλλωνα. Tο άγαλμα ενσαρκώνει το αθλητικό ιδεώδες, αλλά και τις ιδανικές αναλογίες του γυμνού ανδρικού σώματος, όπως αυτές εκφράστηκαν στον “κανόνα” του Πολύκλειτου, ενός από τους κατ’ εξοχήν γλύπτες χάλκινων αγαλμάτων αθλητών της κλασικής αρχαιότητας. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι το γλυπτό έφερε επιχρύσωση.

 

 

 

 

Η Πληγωμένη Αμαζόνα

 

Αμαζόνα

Αμαζόνα

Το αυθεντικό αυτού του αγάλματος επήρε το πρώτο βραβείο κατά την διάρκεια ενός διαγωνισμού στην Έφεσο, στην οποία έλαβαν μέρος ο Πολύκλειτος, Φειδίας, Κρεσίλας, Κύδων και Φράδμων. Ο Πλίνιος μας αναφέρει τα γεγονότα: Οι κάτοικοι της Εφέσου είχαν ζητήσει  ένα άγαλμα της Αμαζόνας για τον ναό της Αρτέμιδος. Οι πιο φημισμένοι γλύπτες της Ελλάδος της εποχής ήλθαν στην Έφεσο να λάβουν μέρος με τα έργα τους. Οι αρμόδιοι τους ζήτησαν να εκτιμήσουν οι ίδιοι τα έργα τους. Όλοι φυσικά αξιολόγησαν το έργο τους ως το καλύτερο αλλά στην θέση του δεύτερου ο Πολύκλειτος έλαβε τους περισσότερους ψήφους και αναδείχθηκε ο νικητής του διαγωνισμού.

Ο Φειδίας ήλθε δεύτερος, Κρεσίλας τρίτος, Κύδων τέταρτος και ο Φράδμων πέμπτος.  Ο Πολύκλειτος χρησιμοποιεί ξανά το κόντρα πόστο. Το άγαλμα δίνει την αίσθηση της ηρεμίας και ανάπαυσις. Το προεξέχων αριστερό πόδι, το οποίο δέχεται το βάρος του σώματος, δίνει κίνηση στο αρμονικά συμπλεγμένο σώμα.

 

Ο Αποξυόμενος: Το άγαλμα αυτό παριστάνει νεαρό με ζωστήρα να καθαρίζεται από τη σκόνη της παλαίστρας.

 

Αποπτερνίζων:  Παριστάνει παγκρατιαστή πιθανώς να χρησιμοποιεί τη φτέρνα του για να πλήξει τον αντίπαλο.

 

Κανηφόροι: Τα αγάλματα αυτά ,πιθανώς, ήταν προορισμένα σαν αφιερώματα στην Ήρα. Είναι μάλιστα γνωστό ότι και στη λατρεία της θεάς του Άργους υπηρετούσαν γυναίκες  (πρβλ. arch. zeitung  σελ. 253 του έτους 1866).

 

Αστραγαλίζοντες: Δυο παιδιά, ίσως ο Έρωτας κι ο Γανυμήδης παριστάνονται σε σύμπλεγμα να παίζουν με τους αστραγάλους. Σύμφωνα με τον Πλίνιο βρίσκονταν στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Τίτου και θεωρούνταν το πιο άρτιο έργο της αρχαιότητας. (Sillig. cat. artif.  SEL. 364).  Μερικοί θεωρούν την εικόνα η οποία έχει σωθεί στο  Description ancient marbles  τόμο 2, ότι παριστάνει το ένα μόνο παιδί  να παίζει.

 

Αρτέμονας: Μηχανικός τον καιρό του Περικλή και ονομάσθηκε Περιφόρητος, αφού, επειδή ήταν κουτσός, τον πήγαιναν με φορείο στα έργα που ήταν κατεπείγοντα. Υπάρχουνε όμως και μερικοί, οι οποίοι πιστεύουν, ότι ο Αρτέμων Περιφόρητος αποτελεί παράσταση ανθρώπου θηλυπρεπή και έκλυτου, με σκουλαρίκια και παρασόλι, δηλαδή με εξολοκλήρου γυναικείες ιδιότητες σε αντίθεση με τον Ηρακλή τον Ηγήτορα, το πρότυπο αυτό του  άριστου άνδρα, του ικανού στον πόλεμο ανθρώπου. (Πλτ. Περ. 8,27. «  Έφορος δε και μηχαναίς… Περιφόρητον).

 

Το άγαλμα του αθλητή Θερσίλοχου από την Κέρκυρα ο οποίος νίκησε στην Ολυμπία και πήρε στεφάνι σε ένα παιδικό αγώνισμα.

 

Του Αριστίωνα, γιου του Θεόφιλου από την Επίδαυρο , ο οποίος νίκησε στην πυγμαχία και πήρε στεφάνι. Στην Ολυμπία βρέθηκε βάση από λευκό μάρμαρο, πάνω στην οποία είναι χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή, η οποία συμφωνεί με όσα λέει ο Παυσανίας (6,13,6)  Αριστίων Θεοφίλεος../ Πολύκλειτος εποίησε. Μερικοί αποδίδουν αυτό το έργο στο νεότερο Πολύκλειτο. (inschrif. gr. bild.  από τον  Lowey σελ. 73),

 

Το άγαλμα του Κυνίσκου πυγμάχου από τη Μαντίνεια. Βρέθηκε μάλιστα στην Ολυμπία και επιγραφή που συμφωνεί με όσα λέει ο Παυσανίας. (Παυσ. 6,4,11 inschrif. Lowey  σελ. 43).

 

Το άγαλμα του Πυθοκλή από την Ηλεία , ο οποίος νίκησε στο πένταθλο. Η βάση αυτού του αγάλματος βρέθηκε στην Ολυμπία, από μαύρο ασβεστόλιθο με εγχάρακτη επιγραφή. (Παυσ. 6,7,10 inscrip. gr. ant.  σελ. 19. 44). Και αυτό και το επόμενο αποδίδονται στο νεότερο Πολύκλειτο.

 

Το άγαλμα του Ξενοκλή του Μαιναλίου που νικά παιδιά παλαιστές (Παυσ. 6,9,2) Στην Ολυμπία βρέθηκε επιγραφή πάνω σε μαρμάρινη βάση (inschrif. Lowey σελ. 70).

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Υπουργείο Πολιτισμού.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
  • ΕΑΠ: Ελληνικός Πολιτισμός.

Read Full Post »

Βασιλείου Αναστάσιος

 

 

 

Βασιλείου Αναστάσιος

Βασιλείου Αναστάσιος

Αρχίατρος του ελληνικού στρατού, αδελφός του Ιωάννη Βασιλείου που έπεσε το 1867 κατά την Κρητική επανάσταση. Γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1827. Από νωρίς πήγε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, έχοντας ως δάσκαλο τον Γεννάδιο.* Μόλις είκοσι χρόνων τέλειωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ, ενώ παράλληλα προσελήφθη στον στρατό ως δόκιμος γιατρός, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.  Όλη του η ζωή συνοψίζεται σε τρεις απαράβατους κανόνες. Εργασία, μελέτη, καθήκον. Πέρα από τις ιατρικές του γνώσεις, ο Αναστάσιος Βασιλείου, υπήρξε άριστος φιλόλογος και γνώστης ευρύτατων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Λόγω ακριβώς αυτών των γνώσεων αλλά και λόγω της ευφράδειας που τον χαρακτήριζε, του δόθηκε το προσωνύμιο φιλόσοφος ιατρός.  

Υπήρξε ευγενής και προσηνής προς τους ασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πατρική αγάπη και φροντίδα. Ως γιατρός εργάστηκε ακούραστα και ενεργητικά. Φρόντιζε και προέβλεπε τις ανάγκες την υπηρεσίας προσφέροντας στους υφισταμένους του αγάπη και ενδιαφέρον. Οι συνεργάτες του, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολύ. Επεδίωκαν να μην εκτεθούν – επ᾽ ουδενί- απέναντί του για ολιγωρία, ανυπακοή ή κακή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πάντως, όσο καλή και ευγενική ήταν η συμπεριφορά του προς τους υφισταμένους του, τόσο αυστηρή γινόταν αν έπεφτε στην αντίληψη του κάποια παράβαση ή αδιαφορία προς τους ασθενείς.

 

Ο Αναστάσιος Βασιλείου, στα σαράντα χρόνια που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, ελάχιστο χρόνο έμεινε στην Αθήνα, γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε πλάγιες συμπεριφορές ή παρασκηνιακές κινήσεις. Αυτό το προνόμιο είχαν όσοι ήταν αρεστοί στους πολιτικούς ή διέθεταν κάποια άλλα μέσα.

 

Μολονότι, ως επιστήμων υπήρξε άριστος, ως άνθρωπος ήταν μετριοπαθής και εγκρατής. Ήταν τόση η σεμνότητα του, ώστε όταν του προτάθηκε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και όχι μία φορά- αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι « Τοιαύτα αξιώματα δέον να ώσιν εμπεπιστευμένα μόνον εις τους υπερόχους  πρυτάνεις της επιστήμης».

 

Πέρα από την επιστημοσύνη του ο Αναστ. Βασιλείου και στην ιδιωτική του ζωή, έδειξε άπειρα χαρίσματα άμεμπτης συμπεριφοράς. Υπήρξε αγαθός, δίκαιος, φιλάνθρωπος και απολύτως  έντιμος. Πέθανε στην Αθήνα το 1889 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

Υποσημειώση

 

 

* Ο Ηπειρώτης λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε το 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής. Μετά τη γέννηση του γιου της και το θάνατο του συζύγου της, η Σωσάννα επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου ο Γεννάδιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

 

Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.


Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.

Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave)


Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».
Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.


Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.


Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου.

 

Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο. Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

 

  

 

Χριστοπούλου Μαριάννα

 

 

Πηγές

 

 

  • Ετήσιον Ημερολόγιον Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελοιογραφικόν του έτους 1890. Κωνστ. Φ. Σκόκου. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1890.    
  • Χριστοπούλου Μαριάννα, «Γεώργιος Γεννάδιος», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες. Urquhart David 1830.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σκοτσέζου διπλωμάτη,  Urquhart, David, Spirit of the East. 1830: Argos, Corinth, Patras, Missolonghi, Anatolico, Prevesa, Albania, Arta, Janina, Meteora, Triccala, Larissa, Monastir, Tempe, Ambelakia, Salonica, Cassandra, Olynthus, Chalcidice, Mount Athos, ArgyroCastro, Tepedelene, Durazzo, Scodra.

 

urquhart-david1805-1877cΣτις αρχές του 1830 ήμουν στο Άργος, επιστρέφοντας στην Αγγλία από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας περάσει περίπου τρία χρόνια στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ήμουν έτοιμος να επιβιβαστώ και να αποχαιρετήσω τn γη, για τη μοίρα της οποίας ενδιαφερόμουν βαθιά – μια γη όμως που απογυμνώθηκε πια από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της και ότι ελκυστικό είχε κατατέθηκε με τιμές υπό τα προστατευτικά φτερά των τριών μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου – τη στιγμή που ένα σκάφος, ένα βασιλικό πλοίο, προσέγγισε την ακτή για να «ξεφορτώσει» ένα Πρωτόκολλο, το οποίο με μια μαγική δύναμη κινητοποίησε τους πάντες.

 

Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν, δημηγορούσε και χειρονομούσε, πώς οι φουστανέλες τινάζονταν δεξιά και αριστερά και πώς τα μουστάκια στρίβονταν. Αυτά συνέβαιναν στο Άργος.

 

 

Διάσκεψη του Λονδίνου*

 

 

Και σε άλλα μέρη όμως ήταν εξίσου εντυπωσιακές οι συνέπειες της πρόσφατης αυτής «εισαγωγής». Καθημερνά τα νέα μάς ακολουθουσών από επαρχία σε επαρχία και από πόλη σε πόλη. Παντού, όπως και στο Άργος, οποιαδήποτε άλλη σκέψη και ασχολία είχε μπει κατά μέρος. Ο κόσμος έβγαινε από τα μαγαζιά και τα σπίτια του και καθώς δεν υπήρχε αγορά για να συγκεντρωθεί, γέμιζαν οι καφενέδες και μετατρέπονταν σε πεδία ζωηρής αντιπαράθεσης, αλλά και επίδειξης των ικανοτήτων ευφραδών ρητόρων.

 

Όλα τούτα, όπως θα φαντάζεστε, είναι ιδιαίτερα ευχάριστα για τους ταξιδιώτες. Παραμένει όμως γρίφος πώς ένα κομμάτι χαρτί με τρεις υπογραφές έμελλε να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε ανα­βρασμό. Εκείνο που μας δυσκόλεψε στην προσπάθεια μας να αποτιμήσουμε τις ασυνήθιστες σκηνές που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας, ήταν ότι το έγγραφο αυτό κατέληγε με τους υπογράφοντες να συγχαίρουν αλλήλους – καθώς είχε από όλους συμφωνηθεί το Πρωτόκολλο που επρόκειτο να οδηγήσει την Ελλάδα σε μία νέα και λαμπρή τάξη πραγμάτων. Ο ορυμαγδός των όπλων θα σταματούσε, οι φωνές των φατριών θα κατευνάζονταν και ε­φεξής οι Έλληνες θα κούρδιζαν τις καρδιές και τις άρπες τους στους τόνους της τριπλής Συμμαχίας.

 

Ήταν όμως σαφές πως όλα τούτα δεν θα τελείωναν μόνο με λόγια. Δεν θα φθάναμε σε ικανοποιητική διέξοδο, διότι άνδρες ίδιας ικανότητας, που είχαν πρόσβαση στα ίδια μέσα πληροφόρησης, διαμόρφωναν αντίθετες απόψεις. Σε κάθε περίπτωση – κατ όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό – τα συγχαρητήρια για το Πρωτόκολλο ήταν πρόωρα. Το σημείο αυτό συχνά επικαλούνταν κάποιοι για να αποδείξουν το βαθμό άγνοιας της Διάσκεψης του Λονδίνου. Άγνοια η οποία, όπως ισχυρίζονταν, δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παραπληροφόρησης από την Ελλάδα.

 

Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στο Άργος όταν έφθασε η είδηση ότι οι Σουλιώτες στην Αλβανία πήραν και πάλι τα όπλα και μετά ότι και οι Αλβανοί έκαναν το ίδιο. Ορισμένοι είπαν ότι ήταν τρόπος αντίδρασης στο Πρωτόκολλο. Άλλοι πάλι ότι ετοιμάζονταν για γενικευμένη επίθεση στην Ελλάδα. Η επικρατούσα άποψη όμως ήταν ότι μια μεγάλη ομοσπονδία χριστιανών Αλβανών και μουσουλμάνων, υπό την ηγεσία του τρομερού πασά της πόλης Σκόδρα, ετοιμαζόταν να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία και τη Θράκη και να υψώσει, μιμούμενη τον Μουσταφά Μπαϊρακτάτ , την ιλλυρική σημαία στα υψίπεδα που δεσπόζουν της αυτοκρατορικής πόλης.

 

Η χρονική αυτή σύμπτωση, από τη μια δηλαδή το Πρωτόκολλο που προκάλεσε πάλι φουρτούνες στην Ελλάδα και από την άλλη η Αλβανία που απειλούσε ακόμη και αυτή την ύπαρξη της Πύλης αλλά και τον υφιστάμενο ιστό της ευρωπαϊκής εξουσίας, με έπεισαν να αναβάλω την επιστροφή μου στην Αγγλία, ώστε στο βαθμό του εφικτού αποκτήσω ιδία γνώση των πραγμάτων.

 

 

Αποφάσισα λοιπόν να επισκεφθώ την ηπειρωτική Ελλάδα τα διαφιλονικούμενα σύνορα. Αισθανόμενος εξάλλου ότι το ενδιαφέρον μου για την Ελλάδα και η γνώση μου για τη χώρα πήγαζαν από το γεγονός ότι είχα και εγώ μερίδιο στον αγώνα της, αποφάσισα να καταβάλω μια προσπάθεια να γνωρίσω και την Αλβανία με τον ίδιο τρόπο, να μπω στον πρώτο καταυλισμό που θα ρίξει μπροστά μου η τύχη και να συναντηθώ με τον αρχηγό.

 

 

Από τη Λάρισα του Άργους στον τάφο του Αγαμέμνονα

 

 

Την 7η Μαΐου ξενικήσαμε από το Άργος μαζί με τον Κ. Ρος του Μπλαντενσβούργου και φτάσαμε στις Μυκήνες.

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Σκυμμένοι καθώς ήμασταν για το προσκύνημα στους πύργους και τους τάφους (για καιρό ανενόχλητους από τα βήματα των περιπλανώμενων υπερβόρειων) των ηρώων που συγκεντρώθηκαν από μακριά και από κοντά στις ακτές της Αυλίδας και δήλωσαν υποταγή στον «Βασιλέα των Ανθρώπων», δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε παρά από τον τάφο του σπουδαίου Αγαμέμνονα, περιφερόμενοι με ευλάβεια στα γκρίζα ερείπια των Μυκηνών, – αντιπάλου της Τροίας.

Τα ερείπια αυτά βρίσκονται οε απόσταση μερικών μιλίων από το Άργος και εκεί αποφασίσαμε να καταλύσουμε το πρώτο βράδυ. Το αντίσκηνο μας, που με περηφάνια θα πρέπει να πω ότι ήταν χειροποίητο, είχε σταλεί μαζί με τους υπηρέτες και τα φορτωμένα άλογα από το πρωί.

 

Έτσι, είχαν πια απλωθεί οι ακτές του σούρουπου πάνω από την πεδιάδα όταν εγκαταλείψαμε τα δρομάκια του Άργους και αποχαιρετήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους του. Περάσαμε κάτω από τον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το παλιό οχυρό (ονομάζεται Λάρισα) κατ μετά, διασχίζοντας πεζή το ρυάκι του «Πατέρα Ίναχου», φθάσαμε στο θαυμαστό κάμπο που φέρει ακόμη το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Αφού περάσαμε την πρώτη νύχτα του ταξιδιού μας στα ερείπια των Μυκηνών, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κόρινθο. Καθώς διασχίζαμε τα Δερβενάκια, ξακουστά για την αναχαίτιση του Δράμαλη, παρατηρήσαμε με αρκετό ενδιαφέρον τα ταμπούρια (προμαχώνες) που στήθηκαν τότε, και ακούσαμε διάφορες εκδοχές για τη σύναξη και την επιτυχία των Ελλήνων. Λίγα μίλια πιο κάτω χάρηκα που ξαναντίκριζα τη μικρή πεδιάδα της Νεμέας, καθαγιασμένη από τα γραφικά της ερείπια. Όμως με λύπη μου διαπίστωσα ότι ένας ολόκληρος χρόνος δεν είχε επιφέρει καμιά βελτίωση, ούτε στις καλλιέργειες ούτε στην κατάσταση των περιπλανώμενων βλάχων (βοσκοί). Ο ίδιος μήνας τους βρήκε κατ πάλι να φτιάχνουν βούτυρο κάτω από το ίδιο δέντρο, με τα απλοϊκά εργαλεία τους κρεμασμένα στην ίδια κολόνα. Ούτε ένα φορτίο λιγότερο και, δυστυχώς, ούτε μια ανέφελη προοπτική.

 

 

Καλλιέργειες

 

 

Η παρούσα κατάσταση της χώρας απέχει πολύ από την εκπλήρωση των προσδοκιών που είχα καλλιεργήσει μετά την πρόοδο που παρατήρησα ταξιδεύοντας στα ίδια χώματα την περασμένη χρονιά. Όλες οι προτάσεις για την καλλιέργεια των εθνικών γαιών, για τη σύσταση αγροτικών και άλλων  οργανισμών, για την κατασκευή δρόμων, όλες είχαν αποθαρρυνθεί ή απορροφηθεί από την κυβέρνηση, η οποία ανέστελλε κάθε επιχείρηση καταφεύγοντας ακόμη και σε εκφοβισμό και απειλές.  Άφηνε έτσι στο σκοτάδι τους απώτερους σκοπούς της και τα μέτρα που θα ελάμβανε. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε κυβέρνηση, είχε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς δώσει ζωή σε όλη τη χώρα, το δε αποτέλεσμα ήταν απολύτως αξιοθαύμαστο.

 

Όταν όμως τέθηκε σε εφαρμογή το σύστημα που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, επήλθε η καταστολή κάθε δραστηριότητας. Και τώρα δεν είχε προστεθεί ούτε μια καλύβα, δεν είχε φυτευτεί ούτε ένα δέντρο, δεν είχε χαραχτεί ούτε ένα χωράφι, δεν είχε ανοικοδομηθεί ούτε μια γέφυρα, δεν είχε αποκατασταθεί ούτε ένας δρόμος. Και δεν ήταν μόνο αυτά.

 

Από τις δημόσιες γαίες, που περιελάμβαναν τις πιο εύφορες και ομαλές πεδιάδες, η κυβέρνηση αποσπούσε τα τρία δέκατα της παραγωγής. Οι αγρότες ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσαν χρήματα που δανείζονταν με τόκο 2,5 τοις εκατό το μήνα, ή έπαιρναν σπόρο για τον οποίο δεσμεύονταν να αποδώσουν το μισό του καθαρού κέρδους. Την εποχή της σποράς, η τιμή του σιταριού ήταν πολύ υψηλή λόγω του αποκλεισμού των Δαρδανελίων**, ενώ ο σπόρος είχε ακόμη υψηλότερη τιμή εξαιτίας της παγκόσμιας προκατάληψης ότι κανένας σπόρος δεν αποδίδει αν δεν είναι εγχώριος κι ο εγχώριος ήταν πολύ λίγος. Κατά το θερισμό, και λόγω της άρσης του αποκλεισμού, οι τιμές έπεσαν στο μισό. Αυτή ήταν αξιοσημείωτη ένδειξη της επίδρασης των Δαρδανελίων στις γύρω χώρες.

 

Το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Αγγλίας. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία είναι τραχιά και δυσκίνητα. Όλες οι μεταφορές γίνονται με μουλάρια. Η γη πρέπει να οργωθεί τρεις φορές πριν από τη σπορά. Τα άροτρά τους σπρώχνουν το χώμα χωρίς να το γυρίζουν ή να σπάνε τους σβόλους. Στο χωράφι δεν απλώνουν κοπριά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν συνήθως μόνο δύο σοδειές κάθε τρία χρόνια, ενώ για τη σπορά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σπόρου. Με όλα τούτα τα έξοδα και τα μειονεκτήματα, το ένα τρίτο της σοδειάς (συν δώδεκα τοις εκατό φόρος επί του συνόλου της παραγωγής και των προϊόντων) πηγαίνει στην κυβέρνηση και από το υπόλοιπο το μισό στον προμηθευτή των ζώων και του σπόρου. Έτσι, τελικά, ο αγρότης λαμβάνει τα τρία δέκατα του καθαρού προϊόντος για να μειώσει τον τόκο της προκαταβολής, να καλύψει τα έξοδα καλλιέργειας, να συντηρήσει την οικογένεια του και να εκπληρώσει της προσδοκίες που έτρεφε για μια καινούργια και πιο ευτυχέστερη ζωή.

 

Οι καλλιεργητές βρίσκονται παρά ταύτα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους γαιοκτήμονες. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν, παρά της αντιξοότητες της Επανάστασης, να διασώσουν κάτι και βιάστηκαν να ξεφορτωθούν ό,τι πολύτιμο είχαν και τα λεφτά που πήραν, μαζί με κάτι προκαταβολές, τα διέθεσαν για την αποκατάσταση των χωραφιών τους. Τα έσοδα τους όμως δεν ήταν αρκετά και οι προσδοκίες τους πάντοτε υπερβολικές. Αφού έχτισαν σπίτια και αγροικίες, αφού αγόρασαν κοπάδια και καθάρισαν τα χωράφια, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν δεκάρα στην τσέπη για να αγοράσουν σπόρο.

 

Τα ελαιόδεντρα και κυρίως οι μουριές, που καρποφορούν χωρίς δαπάνες ή φροντίδα και είναι οι πιο σίγουροι πόροι για μια χώρα σε αναταραχή, είχαν κατά ένα μεγάλο βαθμό κοπεί για καύσιμη ύλη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αμπέλια και η σταφίδα μπορούσαν να αποκατασταθούν μόνο με σημαντικά έξοδα και αφού είχαν χαθεί πολλές σοδειές.

 

Έτσι, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, τους υπολογισμούς διαδέχθηκε ο πανικός. Η επιβολή και κατόπιν η άρση του αποκλεισμού των Δαρδανελίων προκάλεσε καταστροφική διακύμανση στην τιμή, που μαζί με τη σπανιότητα ξένων κεφαλαίων (εξαιτίας της πολικής του Καποδίστρια)  έκανε τους γαιοκτήμονες να περιέλθουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και απόγνωσης, που δεν προοιωνίζεται τη μελλοντική ηρεμία της χώρας. Ο εκνευρισμός τους επίσης πρέπει να αποδοθεί και στην εισαγωγή νόμων αμφιβόλου χρησιμότητας, άρα αντιδημοφιλών και από τους πολλούς κατακριτέων. Για να μην αναφερθούμε στην απώλεια των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, τα οποία, υπό την παλαιή  διοίκηση, θα τους επέτρεπαν να επωφεληθούν από την ηρεμία που είχε επικρατήσει ή να αντιμετωπίσουν τα προσωρινά κακά που προέκυψαν από τις ατυχίες των εποχών και τις διακυμάνσεις του εμπορίου.

 

Η απόσταση από το Άργος στην Κόρινθο είναι μόνο οχτώ ώρες. Έτσι το πρωί της δεύτερης μέρας του ταξιδιού μας διακρίναμε τη σκηνή μας (που είχαμε στείλε από την προηγούμενη μέρα) να λάμπει ανάμεσα στα ερείπια του σαραγιού του Κιαμίλ Μπέη στην Κόρινθο.

Υποσημειώσεις

 

* Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.  Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

** Αποκλεισμός των Δαρδανελίων από το ρωσικό στόλο. Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.

 

Πηγές

 

 

  • Urquhart, David, « Spirit of the East » τόμος Ά, σελ. 2- 15, London, 1838.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙΙ», τεύχος 45, 24 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Richard Chandler (1738-1810)

 

Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής τής πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Τσάντλερ συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και το ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφθηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μ. Ασίας.

Στη συνέχεια περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Τσάντλερ απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Τσάντλερ ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους, κι αυτό συνιστά σημαντική συμβολή του Τσάντλερ στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

 

 

Πήγες

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές Ι», τεύχος 43, 10 Αυγούστου 2000.
  • «Travels in Greece», Richard Chandler
  • Wikipedia, Richard Chandler 

 

 

Read Full Post »

William Martin Leake (1777-1860) 

 

 

Ο Αντισυνταγµατάρχης William Martin Leake  (Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ), θεωρείται σήµερα από τους σηµαντικότερους περιηγητές της Ελλάδας σε αναζήτηση αρχαίων Ελληνικών Μνημείων και περιοχών.

 

Σημαντικότερα έργα του είναι:

·  Topography of Athens (1821)

·  Travels in the Morea (1830), και συμπλήρωμα, Peloponnesiaca (1846)

·  Travels in Northern Greece (1835)

·  Numismata Hellenica (1854), με συμπλήρωμα το 1859.

 

 

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Ο Leake στα ταξίδια του περιγράφει την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της Ελλάδας στο 19ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της Οθωµανικής κατοχής πριν από την επανάσταση του 1821. Ο Leake έχει κάνει γενικά συνεπείς αναφορές από την περιήγησή του και αυτό επιβεβαιώνεται συχνά από την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα. Ο Leake γεννήθηκε στο Bolton Row του Picadilly στις 14 Ιανουαρίου 1777. Στα δεκαπέντε του κατατάχθηκε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Μ. Βρετανίας όπου έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση και γνώσεις µαθηµατικών, τοπογραφίας και εξερεύνησης. Το 1796 µμετατέθηκε για 3 χρόνια στην Αντίγκουα. Τον Ιούλιο του 1798, ο Γαλλικός Στρατός εισέβαλε στην Αίγυπτο που ήταν τότε Οθωµανική Κτήση. Η Βρετανία, για να αντιδράσει, έστειλε για βοήθεια στην Τουρκία Στρατιωτική Αποστολή υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κόελερ µε τη συµµετοχή του Leake όπου παρέµεινε έως το 1803, κάνοντας περιηγήσεις στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο. Από το 1804 έως το 1807, ο Leake ήλθε στην Ελλάδα µε την εντολή να κάνει περιηγήσεις και να βοηθήσει την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση κατοχής στο να επισηµάνει αδυναµίες στην οχύρωση ώστε να αντισταθεί σε ενδεχόμενη επίθεση από το γαλλικό Στρατό. Στην διάρκεια την περιοδείας του ο Leake επισήµανε αρχαία ερείπια και έκανε συλλογή από αρχαία νοµίσµατα. Στα 1808, ο Leake ήλθε ξανά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στον Αλή Πασά, νέα όπλα και πυροµαχικά που πουλούσε ο Αγγλικός Στρατός. Από το 1809 έως το 1810, ο Leake έµεινε στο Παλάτι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, επισκεπτόμενος κατά διαστήματα την Ήπειρο και τη ΘεσσαλίαΤο 1810 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε πλέον µε τη δημοσίευση των έργων του (πάνω από 10 βιβλία και περισσότερα από 30 δημοσιεύσεις σε περιοδικά). Εκτός από νοµίσµατα ο Leake συνέλεξε µάρµαρα, µπρούτζινα αρχαία έργα και κύπελα. Τα µάρµαρα εκτίθενται στο Βρεταννικό Μουσείο και περιλαμβάνουν τµήµατα µε αρχαίες επιγραφές που του χάρισε ο Αλή Πασσάς. Τα υπόλοιπα µέρη της συλλογής του, τα δώρισε µετά θάνατον στο Πανεπιστήµιο Cambridge και βρίσκονται σήµερα στο µουσείο Fitzwilliam.

 

 

 

Ο William Martin Leake σε Άργος και Ναύπλιο

 

 

Στις 16 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής αρχίζει το δεύτερο ταξίδι του στο Μοριά : Πάτρα, Γαστούνη, Τρίπολη, Αργολίδα. Ο δρόμος του Αχλαδόκαμπου ήταν όλος στρωμένος. Στο Άργος, όταν έφτασε διαπίστωσε ότι επικρατούσε μεγάλη ανησυχία ανάμεσα στους Έλληνες προστατευόμενους των ξένων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας.

 

Ο πασάς είχε ζητήσει να καταγραφεί η περιουσία των μπερατλήδων και φερμανλήδων και πρόσταξε να μένουν μαζί με τους προξένους τους. Γενική ήταν ή αντίληψη ότι το μέτρο είχε στόχο τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες. Σ’ αυτά τα νησιά ο μισός αριθμός των πλούσιων εμπόρων και καραβοκύρηδων είχαν εξασφαλίσει ρωσική προστασία. Τα καράβια τους μετέφεραν με ρωσική σημαία στάρια στη Μεσόγειο με ανταλλαγή αποικιακών προϊόντων και κρασιών. Μια ομάδα μη προστατευομένων Ελλήνων αυτών των νησιών, διεκδικώντας τους χαμηλούς δασμούς και τα άλλα πλεονεκτήματα των προστατευομένων συμπατριωτών τους που εμπορεύονταν με τους Φράγκους, κατέφυγαν στην Πύλη και διαμαρτυρήθηκαν και για την ανισότητα και για τις προκλήσεις των ανταγωνιστών τους. Ο περιηγητής παραδίδει ότι το Βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλλαγή από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμα και πασάδες πού περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογά τους.

 

Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες. Αλλά κατά την περίοδο του ταξιδιού του Leake τα προνόμια είχαν καταργηθεί και η πολιτεία υπέφερε πολύ, καθώς βρισκόταν πάνω στην κεντρική αρτηρία που οδηγούσε από το βορρά στην Τριπολιτσά. Υπέφερε κυρίως από τους θρασύτατους και άνομους Τούρκους του Αναπλιού.

 

Το γειτονικό Ανάπλι βρισκόταν σε παρακμή. Ως το 1790 ήταν έδρα του πασά του Μοριά και συγκέντρωνε όλους τους αγάδες ενώ το Άργος συγκέντρωνε τους Έλληνες προεστούς. Έτσι τ’ Ανάπλι είχε μεταβληθεί σε τουρκική πρωτεύουσα και το Άργος σε ελληνική. Με τη μετακίνηση όμως της έδρας του πασά στην Τριπολιτσά το 1791 και μια φοβερή επιδημία που ακολούθησε άρχισε η παρακμή. Τ’ ‘Ανάπλι ερημώθηκε. Το 1806 είχαν απομείνει μερικοί αγάδες (τόμος Γ΄1, σ. 422-424).

 

 

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Ο William Martin Leake στα Μέθανα 

 

 

 

William Martin Leake

William Martin Leake

Το όνομα Μέθανα, αναφέρει ο Leake, εμφανίζεται να αποτελεί μία δωρική παραλλαγή του ονόματος Μεθώνη, την οποία χρησιμοποιεί αργότερα ο Θουκυδίδης γράφοντας σε αττική διάλεκτο. Ωστόσο, η δωρική ονομασία (ο πληθυντικός δηλαδή του ουδετέρου γένους) επικράτησε ως τις μέρες μας, ακριβώς στην ίδια μορφή που χρησιμοποιήθηκε από το Στράβωνα και τον Παυσανία.

Τα Μέθανα είναι χτισμένα σε ψηλό και ανώμαλο μέρος, συνεχίζει ο Leake, όπως ακριβώς τα γειτονικά νησιά της Αίγινας και της Καλαυρείας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγοστές και συγκεντρώνονται γύρω από τους πρόποδες του βουνού, καθώς και σε μία μικρή κοιλάδα που βλέπει στον κόλπο των αρχαίων Μεθάνων. Το 7ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οχυρώνοντας τον ισθμό που ενώνει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο και να τη μετατρέψουν σε στρατιωτικό σταθμό από τον οποίο εξαπέλυαν τις επιδρομές τους κατά βούληση στις περιφέρειες της Τροιζηνίας, της Ηλείας και της Επιδαύρου.

Σύμφωνα με Γάλλους γεωγράφους, συνεχίζει ο Leake, στη Χερσόνησο των Μεθάνων υπάρχουν δύο θειούχες πηγές. Η μία ονομάζεται Βρόμα και βρίσκεται στη βόρεια ακτή και η άλλη βρίσκεται κοντά σε ένα χωριό με το όνομα Βρομολίμνη, προς τα ανατολικά. Και οι δύο πηγές οφείλουν το όνομά τους στη δυσάρεστη οσμή από το θειάφι που βγαίνει από τα νερά. Και στα δύο μέρη, υπάρχουν ίχνη από τα αρχαία λουτρά, όπως μαρτυρούν τόσο ο Στράβωνας όσο και ο Οβίδιος. Οι τελευταίοι μάλιστα, θεωρούν τις πηγές αυτές ως απόδειξη της ηφαιστειακής έκρηξης των Μεθάνων. Η Γαλλική Αποστολή παρατήρησε τα απομεινάρια πέντε ή έξι διαφορετικών τόπων στη Χερσόνησο των Μεθάνων, μαζί με το Μεγάλο Χωριό, όπου εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη. Φαίνεται να υπήρχαν δύο οχυρωμένες πόλεις στη βόρεια πλευρά της Χερσονήσου.

Ακολούθως, αναφέρεται στο τείχος που Πελοποννησιακού πολέμου, που βρίσκεται στο Στενό, και καταλήγει ότι οι πανίσχυροι στη θάλασσα Αθηναίοι πιθανό να είχαν τη Χερσόνησο υπό τον πλήρη έλεγχό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα απομεινάρια που υπάρχουν σήμερα αποτελούν, όπως παρατηρεί, το προϊόν μιας πολύ πιο ανθεκτικής κατασκευής από εκείνη που συνήθιζαν οι Έλληνες κατά τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

 

Πηγές

 

  • William Martin Leake «Travels in the Morea», 1830.
  • Β΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αργοσαρωνικού.
  • Σύλλογος Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομίας Καλαποδίου Φθιώτιδος «Η ΕΛΑΦΗΒΟΛΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣ», Περιοδικό Καλαπόδι, Μάρτιος – Απρίλιος 2007.

 

 

 

 

Read Full Post »

Emerson James (1804-1869)

 

 

 

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson Tennent. Άγγλος που είχε στρατολογηθεί στην ταξιαρχία πυροβολικού που είχε συγκροτήσει ο λόρδος Βύρων. Μετά το θάνατο του ποιητή, ο Emerson έφυγε στην πατρίδα του για να επιστρέψει στον ελληνικό χώρο στις αρχές του 1825. Μέσω των νησιών του Ιονίου έφτασε στην Πελοπόννησο, όπου και περιηγήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 1825. Αμέσως αναγνωρίστηκε ως λοχαγός του πυροβολικού από τις ελληνικές αρχές, που εκτίμησαν προφανώς την προϋπηρεσία του Emerson στο στρατό του Βύρωνα. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου παρέμεινε, κατέγραψε τη λειτουργία του ναυτικού των νησιών, συνέλεξε πληροφορίες για τη δράση των πυρπολικών στη θάλασσα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ιστορικών μαρτυριών για το ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Στον Emerson οφείλεται επίσης η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Μιαούλη. Το Ημερολόγιο του κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1826 και αναμφισβήτητα συνέβαλε στη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε προσέθεσε πολλά στοιχεία για την οικονομία, την τοπική παραγωγή, την κοινωνία και τη ζωή των Ελλήνων. Ο Emerson φάνηκε πολύ αισιόδοξος για την προοπτική της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα διέκρινε τις αδυναμίες των Ελλήνων να οικοδομήσουν ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Έργα του για την Ελλάδα: a Picture of Greece (1826), Letters from the Aegean (1829), and a History of Modern Greece (1830).

 

Πηγές

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙ», τεύχος 44, 17 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »