Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφία’

Τα σήμαντρα και οι καμπάνες


 

Κάθε χριστιανική εκκλησία έχει το καμπαναριό και την καμπάνα της. Απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Ναός χωρίς καμπάνα είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ακόμα και κάποια απομακρυσμένα εξωκλήσια έρημα και εγκαταλελειμμένα στις κορυφές των βουνών έχουν μια μικρή καμπάνα, που χτυπάει πότε – πότε, ακόμα και από τον αέρα. Η εισαγωγή της καμπάνας στη χριστιανική ζωή και λατρεία δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Αργολίδας. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Οι Χριστιανοί στα πρώτα χρόνια της νέας θρησκείας δεν είχαν ναούς και βωμούς.  Η διάδοση και η δράση του Χριστιανισμού γινόταν με μυστικούς τρόπους και πολλές φορές οδηγούσε σε διωγμούς τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Ρωμαίους ως τις αρχές του 4ου αιώνα, που ο χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι πρώτοι χριστιανοί στους  χρόνους των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία τους από τους ονομαζόμενους «θεοδρόμους» ή «λαοσυνάκτες», οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καμιά φορά και με κίνδυνο της ζωής τους, και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας τους. Άλλες φορές ο ίδιος ο ιερουργός στο τέλος μιας σύναξης ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή τους.

 

Τα σήμαντρα

 

Μετά τους διωγμούς, άγνωστο πότε ακριβώς, μπήκαν σε χρήση σε ναούς και μοναστήρια τα σήμαντρα. Από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα πολλοί χριστιανοί, διωγμένοι από τους εχθρούς του χριστιανισμού, έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν και έστηναν καλύβες στην έρημο, μακριά από τον κόσμο, και ζούσαν αυστηρή ζωή αφιερωμένη στο Θεό μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί. Ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρέψουν το Θεό από κοινού με κάτι ξύλα, που τα χτυπούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. θέσπισε την ανεξιθρησκία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σταμάτησαν οι διωγμοί των χριστιανών. Με  το τέλος των διωγμών οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ειδοποιούνται με επισημότητα. Ο πρώτος τρόπος  ειδοποίησης ήταν τα σήμαντρα, που είχαν καθιερώσει οι πρώτοι μοναχοί.

Μοναχός με φορητό ξύλινο σήμαντρο.

Τα σήμαντρα είναι ιδιόφωνα μουσικά όργανα, που ανήκουν στην κατηγορία των κρουστών,  που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές και διαδόθηκαν σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Τα πρώτα που παρουσιάσθηκαν στα μοναστήρια ήταν ξύλινα ή σιδερένια και ονομάζονταν «αγιοσίδερα». Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου με τις ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. Το ξύλινο σήμαντρο ονομάζεται και τάλαντο. Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο είναι μια ελαφριά μακρόστενη καλά πλανισμένη σανίδα με μήκος περί τα 2- 3μ., πλάτος περί τα 10 εκ., και πάχος 5 εκ., που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρεις οπές συμβολίζουν τον τριαδικό θεό, ενώ οι πέντε οπές σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Το μικρό ξύλινο χειροσήμαντρο ήταν φορητό. Το κρατούσαν οι περιφερόμενοι μοναχοί στο ένα χέρι και το χτυπούσαν ρυθμικά με ξύλινο σφυρί, τον κόπανο, με το άλλο χέρι. Συνήθως τα κατασκεύαζαν από ξύλο φλαμουριάς, καρυδιάς και κυρίως από σφεντάμι ή οξιά, γιατί τα ξύλα αυτά δίνουν καλύτερο ήχο. Σύμφωνα με την παράδοση το «τάλαντο» το χρησιμοποίησε πρώτος ο Νώε, για να μαζέψει τα ζώα και τα πτηνά στην Κιβωτό λίγο πριν από τον κατακλυσμό. Έτσι σήμερα η κρούση του συμβολίζει το κάλεσμα των πιστών στην «κιβωτό της σωτηρίας», που είναι η Εκκλησία, για να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Το μεγασήμαντρο είναι μεγαλύτερο σήμαντρο που φτάνει σε μήκος και τα τέσσερα μέτρα και ονομάζεται «κόπανος». Είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρεις ή πέντε οπές, που συμβολίζουν αντίστοιχα τον τριαδικό θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Το χτυπούσαν με αυξομειούμενη δύναμη με έναν κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ώστε να παράγει διαφορετικούς ήχους με κάποιο είδος ρυθμού. Ο ήχος συμβολίζει την παρουσία του θεού στη γη και το κήρυγμα της παραβολής του τάλαντου, που έδωσε ο θεός και πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος. Το μεγασήμαντρο και το τάλαντο με την πάροδο των χρόνων αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις μονές του Αγίου Όρους. Χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη σύναξη των μοναχών, αλλά και για να προμηνύσουν τη χαρά ή τη λύπη μέσα στο κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης της ιερής πολιτείας.

 

Μεγασήμαντρο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μεγασήμαντρο ή κόπανος εδώ και αιώνες κρούεται ρυθμικά για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. Ο ήχος του συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.

 

Το αγιοσίδερο είναι  ένα τεμάχιο από σίδερο και σπανιότερα από ορείχαλκο, συνήθως σε αρκετά μικρότερο μέγεθος από το ξύλινο, που το χτυπούσαν ρυθμικά με μια σφύρα ή κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό. Με τον ήχο του, που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της καμπάνας, συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του αγγέλου, που θα ακουστεί στη δευτέρα παρουσία και τη φωνή του θεού, που θα αποδώσει τη δίκαιη κρίση σε κάθε άνθρωπο. Το μεγασήμαντρο και το αγιοσίδερο τα κρεμούσαν οριζόντια με δυο σχοινιά ή αλυσίδες από κάποιο δένδρο ή δίπλα στην είσοδο του ναού και τα χτυπούσαν σε διάφορα σημεία, για να παράγουν αρμονικούς ήχους. Στα μοναστήρια συνήθως το ξύλινο σήμαντρο χτυπά για την ακολουθία του όρθρου και το μεταλλικό για την ακολουθία της θείας λειτουργίας.

 

Μεγάλο ξύλινο σήμαντρο

 

Τα σήμαντρα παραμένουν και σήμερα σε χρήση μαζί με τις καμπάνες και χτυπούν σε ορισμένο χρόνο, όπως ορίζει η τάξη κάθε μοναστηριού. Η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους καθορίζονται από το χτύπημα αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας. Εδώ και αιώνες χτυπούν ρυθμικά με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί σε πολλά μοναστήρια και χρησιμοποιούνται για να αφυπνίσουν τους μοναχούς ή να τους συνάξουν για την τέλεση των ιερών καθηκόντων τους. Η εικόνα ενός μοναχού, που χτυπάει το σήμαντρο και καλεί τους πιστούς στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά καθήκοντα, εκφράζει έναν από τους πιο απλούς και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Για πολλούς τα σήμαντρα αποτέλεσαν τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση τους περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.

Καμπάνες στην ορθόδοξη ανατολή δεν υπήρχαν, είναι όμως γνωστές από την αρχαιότητα. Οι πρώτες αναφορές στη χρήση της καμπάνας έρχονται από την Κίνα, όπου ήταν γνωστή πολύ πριν από το 1.000 π.Χ. Υπάρχουν στοιχεία για χρήση καμπανών στην αρχαία Βαβυλωνία και Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και συνεχίσουν να παίζουν στον ινδικό πολιτισμό.

 

Ασιατική καμπάνα.

 

Οι Εβραίοι στα ενδύματα των αρχιερέων τους είχαν χρυσά κουδουνάκια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός  δίνει εντολή στο Μωυσή να κατασκευάσει στολή με καμπανάκια για τον αρχιερέα Ααρών, για να ιερουργήσει στη σκηνή του Μαρτυρίου:  «Με την ίδια μορφή θα κατασκευάσεις χρυσά ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς και ανάμεσά τους κωδωνίσκους χρυσούς κυκλικά στον υποδύτη. Σε κάθε χρυσό ομοίωμα καρπού και άνθους ροδιάς στο κάτω τμήμα και ολόγυρα στον υποδύτη θα αντιστοιχεί και ένας χρυσούς κώδων. Και θα ακούγεται ο ήχος των κωδώνων, όταν ο Ααρών εισέρχεται, για να λειτουργήσει στον άγιο χώρο ενώπιον του Κυρίου, και όταν εξέρχεται».  [τὸ αὐτὸ εἶδος ροΐσκους χρυσοῦς καὶ κώδωνας ἀναμέσον τούτων περικύκλῳ· παρὰ ροΐσκον χρυσοῦν κώδωνα καὶ ἄνθινον ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ. καὶ ἔσται Ἀαρὼν ἐν τῷ λειτουργεῖν ἀκουστὴ ἡ φωνὴ αὐτοῦ, εἰσιόντι εἰς τὸ ἅγιον ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιόντι.] [Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» κεφ. 28]. Στους λαούς της Μεσογείου από την αρχαία εποχή αναφέρεται η χρήση τεμαχίων μετάλλου, δηλαδή τα γνωστά σήμαντρα, τα οποία χτυπούσαν με μεταλλική ή ξύλινη ράβδο στις διάφορες τελετές και συναθροίσεις με σκοπό τη συγκέντρωση του λαού.

 

Οι καμπάνες στη Δύση

 

Η λέξη «καμπάνα» προέρχεται από την Καμπανία, περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας, όπου υπήρχε παραγωγή ονομαστού χαλκού από τον οποίο κατασκευάσθηκαν οι πρώτες καμπάνες. Είναι κρουστό ηχητικό όργανο με σχήμα αναποδογυρισμένου κυπέλλου φτιαγμένο συνήθως από μπρούτζο. Ένα κοίλο ακουστικό αντηχείο που κατατάσσεται στα ιδιόφωνα μουσικά όργανα. Ο ήχος του προέρχεται από το χτύπημα της εξωτερικής ή της εσωτερικής επιφάνειάς του. Το αντικείμενο που χρησιμεύει για το  χτύπημα μπορεί να είναι το γλωσσίδι, που κρέμεται μέσα στην καμπάνα, ένα σφαιρίδιο έγκλειστο στο εσωτερικό του σώματος σε μικρές καμπάνες ή μια ξεχωριστή σφύρα ή σφυρί, που χτυπάει την εξωτερική επιφάνεια της καμπάνας.

Οι πιο παλιές καμπάνες ήταν χονδροειδείς κατασκευές από μεταλλικές πλάκες συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι σημερινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο). Η αναλογία των μετάλλων και το πάχος της καμπάνας καθορίζουν τον ήχο της, ο οποίος είναι πάντα σε βυζαντινές νότες. Η άποψη ότι ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους και ότι ειδικά με την προσθήκη αργύρου η καμπάνα αποκτά καλύτερο ήχο, δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ίσως με τον τρόπο αυτό οι χύτες εκμεταλλεύονταν τους πιστούς, οι οποίοι προσέφεραν αργυρά σκεύη και κοσμήματα για την κατασκευή τους. Οι νεότερες καμπάνες κατασκευάζονται με τη μέθοδο της μεταλλοχύτευσης και υπάρχουν διάφορα μεγέθη, από μικρές διακοσμητικές καμπάνες έως καμπάνες με 5 μέτρα ύψος, οι οποίες ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Το μέταλλο πρέπει να ριχτεί στο καλούπι όσο είναι ακόμα ρευστό σε θερμοκρασία 1.200 βαθμών κελσίου. Θα χρειαστεί να μείνει μία ημέρα στο καλούπι, για να στεγνώσει, και στη συνέχεια να τροχιστεί και να γυαλιστεί ώστε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία. Αν στο τέλος δοκιμαστεί και δεν έχει τον σωστό τόνο και τη σωστή νότα, καταστρέφεται και ξαναφτιάχνεται από την αρχή.

Η δημόσια χρήση της καμπάνας χρονολογείται από το μεσαίωνα, ενώ η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της για την πρόσκληση του λαού στη δημόσια λατρεία εμφανίζεται στη δύση τον 5 αιώνα μ. Χ. Συγκεκριμένα το 409 μ.Χ. ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν επίσκοπος Ρώμης στις αρχές του 7ου αιώνα, καθιέρωσε τη χρήση της καμπάνας και εκτός Καμπανίας και οι καμπάνες διαδόθηκαν σε όλες τις εκκλησίες της δύσης. Το 15ο αιώνα κάποιοι μοναχοί της καθολικής εκκλησίας από το τάγμα των Καπουτσίνων εισήγαγαν το λεγόμενο «βάπτισμα των κωδώνων» πριν τις ανεβάσουν στο κωδωνοστάσιο για την αποτροπή κάθε βασκανίας. Από τότε επικράτησε η συνήθεια οι Λατίνοι ιερείς να βαπτίζουν τις καμπάνες με αγιασμένο νερό, έλαιο και άλας, να δίνουν σε καθεμιά όνομα αγίου και να τις στολίζουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

 

Η καμπάνα στην ορθόδοξη εκκλησία

 

Στην ορθόδοξη εκκλησία οι καμπάνες εισάγονται από τη Δύση τον 9ο αιώνα. Το 824 μ.Χ. οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, που αποτελούσε «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και στα μέσα του 9ου μ. Χ. αι. απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός επιτέθηκε κατά των Αράβων, τους νίκησε και κατάφερε να απαλλάξει τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των επιδρομών τους. Όπως αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ ο Πορφυρογέννητος, περιχαρής για την κατατρόπωση των Αράβων στη Δαλματία από τους Ενετούς και τον δούκα της Βενετίας Ούρσο, απένειμε στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ο Ούρσος τότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης χάρισε στον αυτοκράτορα δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες οι βυζαντινοί έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι καμπάνες αυτές κρεμάστηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον νάρθηκα του ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ., πολύ μετά το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας. Αγαπήθηκαν μάλιστα τόσο πολύ από το λαό, ώστε γρήγορα η χρήση τους γενικεύθηκε, εξαπλώθηκαν προοδευτικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην ανατολική εκκλησία και στην ορθόδοξη  Ρωσία και από τον 9ο αιώνα συγκαταλέγονται στα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

Οι καμπάνες αυτές της Αγίας Σοφίας χτυπούσαν για 600 περίπου χρόνια. Όταν όμως το 1453 μ.Χ. η Πόλη έπεσε, σταμάτησαν να χτυπούν και οι καμπάνες. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλιωσε και τις έκανε κανόνια και βόλια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η χρήση της καμπάνας απαγορεύθηκε, διότι κατά τους θεολόγους του Κορανίου η καμπάνα «είναι το μυστικό όργανο του διαβόλου»  και ο ήχος της ταράζει τον ύπνο των νεκρών μουσουλμάνων! Στα φοβερά εκείνα χρόνια οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν πάλι με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν ξανά οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες», και τις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας έτρεχαν με κίνδυνο της ζωής τους να ειδοποιήσουν τους χριστιανούς του σκλαβωμένου γένους των Ελλήνων, για να εκκλησιαστούν και να μάθουν γράμματα. Στους ενοριακούς ναούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας επανήλθε το σήμαντρο, λόγω της ανάγκης των πιστών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται χωρίς κωδωνοκρουσίες.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε με τις καμπάνες στο γνωστό ιστορικό δημοτικό τραγούδι «της Αγιά-Σοφιάς», που αποτελεί  έναν  από τους πιο διαδεδομένους και συγκλονιστικούς θρήνους:

 

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος».

 

Οι Τούρκοι κατακτητές απαγόρευσαν τις καμπάνες σε όλα τα χριστιανικά μέρη κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, εκτός από το Άγιο Όρος, μερικά νησιά και τα Ιωάννινα, όπου ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ παραχώρησε προνόμια στους κατοίκους των 46 χωριών του Ζαγορίου της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων ήταν η αυτοδιοίκηση και η λειτουργία μερικών εκκλησιών. Τα προνόμια αυτά έγιναν σεβαστά και κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Ιωαννίνων από τον Αλή Πασά. Οι εκκλησίες αυτές διατηρούσαν και καμπαναριά και τα χρησιμοποιούσαν ελεύθερα. Η αυτονομία αυτή ήταν που προστάτεψε και διατήρησε τις μοναδικής αρχιτεκτονικής εκκλησίες και τα υπέροχα μοναστήρια της περιόδου εκείνης μέχρι τις μέρες μας.

 

H σημασία των χτυπημάτων

 

Όταν ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, οι καμπάνες επανήλθαν στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών, άρχισαν να χτυπούν ξανά θριαμβευτικά και κυριάρχησαν στις πολυπληθείς πλέον πόλεις ως το δυνατότερο σε εμβέλεια μέσο πρόσκλησης των πιστών στους ιερούς ναούς. Στα χωριά ήταν το κύριο μέσο ειδοποίησης όχι μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και για κάθε σημαντικό γεγονός που απασχολούσε την τοπική κοινότητα.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χρησιμοποιούνται κυρίως για εκκλησιαστικούς λόγους, για να σημάνουν την έναρξη κάποιας τακτικής ιερής ακολουθίας, όπως ο εσπερινός, ο όρθρος, η ιερά αγρυπνία κ.λ.π. Την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν, όταν εορτάζει ο άγιος της ενορίας, όταν ψάλλεται η δοξολογία ή όταν επισκέπτεται την ενορία ο Επίσκοπος, για να χοροστατήσει στη λειτουργία.

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Στη διάρκεια της θείας λειτουργίας έχουμε τρεις κωδωνοκρουσίες. Μία στην αρχή του όρθρου, μία στο μέσον του όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη δοξολογία. Υπάρχουν και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία. Έτσι, όταν γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να γίνει θεία λειτουργία ή τα πρωινά που ψάλλεται ο όρθρος χωρίς θεία λειτουργία, χτυπά μόνο η μία από τις καμπάνες, το λεγόμενο «μονοκάμπανο». Όταν όμως γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει γιορτή και θα γίνει θεία λειτουργία, χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, το λεγόμενο «διπλοκάμπανο», σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει». Ανήμερα του Πάσχα επιτρεπόταν να χτυπήσει όποιος και όποτε θέλει τις καμπάνες λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος. Αυτή την ημέρα τα παιδιά μπορούσαν να δοκιμάσουν να μιμηθούν το χτύπημα της καμπάνας από τους μεγάλους. Το ίδιο επιτρεπόταν και τα Χριστούγεννα, αλλά το κρύο της εποχής συνήθως αποθάρρυνε τους επίδοξους κωδωνοκρούστες. Το χτύπημα της καμπάνας πάντως απαγορεύεται σε ώρες κοινής ησυχίας.

Οι καμπάνες όμως σημαίνουν και για κοσμικά γεγονότα, όπως για να εορταστούν εθνικές επέτειοι ή για τη σύγκληση κοινοτικών αρχών, για έκτακτα περιστατικά, όπως η φωτιά, η αναγγελία ενός θανάτου, οι φυσικές καταστροφές, ο ερχομός κάποιου σημαντικού προσώπου στην περιοχή, η επίτευξη της ειρήνης μετά από έναν πόλεμο κ.λ.π. Διαφορετικά χτυπούσαν στις χαρές και διαφορετικά στις λύπες. Όταν η καμπάνα χτυπούσε λίγες φορές, σήμαινε χαρούμενες ειδήσεις στο χωριό. Τα δυο χτυπήματα σήμαιναν τη γέννηση κοριτσιού. Όταν η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές, είχε γεννηθεί αγόρι. Συνήθως τότε ο πατέρας του νεογέννητου – ειδικά αν ήταν το πρώτο του παιδί – ανέβαινε στο δώμα του σπιτιού του και έριχνε τρεις τουφεκιές, γιατί πίστευε ότι ο ήχος της καμπάνας δεν ήταν τόσο δυνατός για να ακουστεί η χαρά του.

Όταν η καμπάνα χτυπούσε πολλές φορές, οι ειδήσεις δεν ήταν για καλό. Το μονότονο, αργό και λυπητερό νταν…νταν… νταν…, που επαναλαμβάνεται πέντε ή έξι φορές, ήταν για να αναγγείλει κάποιο θάνατο σε ολόκληρο το χωριό και καλούσε τους πιστούς σε συμμετοχή και συμπαράσταση. Ο συνεχής πένθιμος ήχος έφθανε στις γύρω λαγκαδιές και στα καταράχια, για να μεταφέρει σε όλους το λυπητερό γεγονός. Όλοι οι ενορίτες ξαφνιασμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και στις αυλές, παρατούσαν τα χωράφια τους και έτρεχαν σε εκείνον που χτύπησε την καμπάνα, για να μάθουν τι έγινε. Λίγα  λεπτά αργότερα ολόκληρο το χωριό, με πρώτες τις γυναίκες, βρίσκονταν στο πλευρό εκείνου που έχασε τον άνθρωπό του. Χτυπούσαν όμως και για το σχολείο, για το κατηχητικό, για έκτακτες περιπτώσεις, για να καλέσουν τους κατοίκους σε συγκέντρωση, όταν  γινόταν κάποια κηδεία κ.α. Γενικότερα οι καμπάνες από την εμφάνισή τους είναι άρρηκτα δεμένες με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.

 

Ιστορικές καμπάνες

 

Τεράστιες καμπάνες κατασκευάζονταν στη Ρωσία μέχρι το 1917, οπότε με την επικράτηση της οκτωβριανής επανάστασης όλες οι καμπάνες των ναών αφαιρέθηκαν και μεταβλήθηκαν σε μέταλλα. Χαρακτηριστική του μεγέθους και της ποιότητας κατασκευής είναι η «Καμπάνα του Τσάρου», που βρίσκεται στο Κρεμλίνο της Μόσχας («Κρέμλιν» στη ρωσική γλώσσα σημαίνει κάστρο). Ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο που είχε ονομασθεί «Βασιλεύς των κωδώνων» και  η χύτευσή της  διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Άρχισε το έτος 1733, ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1735 και τοποθετήθηκε στο καμπαναριό αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν τα ανάγλυφά της. Έχει ύψος 6,14 μέτρων, διάμετρο 6,60 μέτρα και βάρος πάνω από 200 τόνους. Δύο χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Κρεμλίνο, η καμπάνα έσπασε καθώς κρύωσε απότομα από το πολύ νερό της κατάσβεσης και έτσι δεν ήχησε ποτέ. Το κομμάτι που έσπασε διασώζεται μέχρι σήμερα και ζυγίζει 11,5 τόνους. Το 1836 η «Καμπάνα του Τσάρου» τοποθετήθηκε σε ανάβαθρο κοντά στο καμπαναριό «Ιωάννης ο Μέγας» στην πλατεία Ιβανόφσκαγια, όπου δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο του 1600 με ύψος 81 μέτρα, και εκτίθεται μέχρι σήμερα ως τουριστικό αξιοθέατο.

 

Η Καμπάνα του Τσάρου, φωτογραφία του 1860. Μόσχα.

 

Η Καμπάνα του Αγίου Πέτρου του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Κατασκευάστηκε το έτος 1923 από τον Χάινριχ Ούλριχ στα Χυτήρια Κωδώνων της Απόλντα και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσίδιο που ζυγίζει 600 κιλά. Είναι η παγκοσμίως μεγαλύτερη καμπάνα του είδους της.

 

Η καμπάνα της Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος στον, Άθω είναι γνωστότερη ως Ρωσικό Μοναστήρι. Φωτ. Κώστας Ασίμης.

 

Μεγαλύτερη των Βαλκανίων θεωρείται η καμπάνα του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του καμπαναριού πάνω από την Τράπεζα. Το βάρος της είναι 13 τόνοι, η διάμετρος της 2,70 μ., η περιφέρειά της 8.71 μ., απαιτούνται δύο μοναχοί για να την κτυπήσουν και ακούγεται σε όλη τη νοτιοδυτική ακτή του Αγίου Όρους και στη γειτονική χερσόνησο της Σιθωνίας. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμα καμπάνες βάρους 3 τόνων η κάθε μία. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν αρκετές καμπάνες μικρότερες συνδεδεμένες με το ρολόι του καμπαναριού και οι ρυθμικές κωδωνοκρουσίες τους δημιουργούν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρμονία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σήμερα βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας. Οι Κολωνέζοι την αποκαλούν Ντίκερ Πίτερ (Dicker Pitter), δηλαδή «Χοντρός Πέτρος» στα ελληνικά. Κατασκευάστηκε το 1923 και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου της Κολωνίας. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσσίδι που ζυγίζει 600 κιλά.

 

Τα καμπαναριά στον ελλαδικό χώρο

 

Από την εποχή των σημάντρων και μετέπειτα των πρώτων καμπανών προέκυψε η ανάγκη μόνιμης  σταθερής κατασκευής, όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν. Τα παλαιότερα σήμαντρα κρέμονταν σε οποιοδήποτε σημείο περιμετρικά του ναού. Η   ανάγκη όμως να ακούγεται ο ήχος τους μακριά οδήγησε στη σκέψη να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες πλησιέστερους στους ναούς πύργους ή να κατασκευάσουν ειδικά ψηλά οικοδομήματα. Έτσι δημιουργήθηκε το καμπαναριό (< καμπάνα + αίρω = σηκώνω) ή κωδωνοτάσιο (<κώδων + ίστημι = στέκομαι), ένας μικρός πύργος, στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη μία ή περισσότερες καμπάνες. Σιγά – σιγά το οικοδόμημα που στηρίζει της καμπάνες έγινε απαραίτητο στοιχείο της ναοδομίας. Αρχικά το καμπαναριό αποτέλεσε συνέχεια των αμυντικών ρωμαϊκών πύργων. Με την πάροδο των αιώνων όμως απέκτησε διαφορετική λειτουργική και καλλιτεχνική σημασία. Οι κομψές οξυκόρυφες απολήξεις του έγιναν το αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού και προσέθεσαν ένα στοιχείο με έντονο θριαμβικό και συμβολικό χαρακτήρα.

 

Το ιστορικό καμπαναριό του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Φωτεινής. Το καμπαναριό έχει κτισθεί μπροστά από το Ναό Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης και είναι αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης στα παράλια της Μικράς Ασίας. Φωτογραφία: π. Αναστάσιος Σαλπάτας.

 

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων – κωδωνοστασίων αρχίζει στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατών στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από την ορθόδοξη εκκλησία του καμπαναριού ως απαραίτητου στοιχείου του ναού. Πριν από τη φραγκική κατάκτηση οι πύργοι κατασκευάζονταν στις διάφορες μονές για άμυνα και παρατήρηση. Το στοιχείο που μετέφεραν οι Φράγκοι στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτό από την εκκλησία είναι η καμπάνα, η οποία αντικατέστησε τα παραδοσιακά ξύλινα ή μεταλλικά σήμαντρα που χρησιμοποιούνταν ως τότε.

Η μακρόχρονη παραμονή των Φράγκων στην Ελλάδα συντέλεσε στη γενίκευση της χρήσης του καμπαναριού και στη γέννηση μορφών επηρεασμένων από τη Δύση. Η επίσημη και η λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, με τη φαντασία και την άμιλλα των αρχιτεκτόνων δημιούργησαν πλήθος πρωτότυπων και αξιόλογων καμπαναριών με ποικιλία σχεδίων και συνδυασμών.

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους, με το παλιό καμπαναριό. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν στην πρόσοψη του ναού τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η πληροφορία προέρχεται από την ανακοίνωση του Αρχιμανδρίτη Καλλινίκου Κορομπόκη, σημερινού Μητροπολίτη Άρτης, στο Ά Συνεδρίο Αργειακών Σπουδών, το Νοέμβριο του 2004, με τίτλο «Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση».

 

Το καμπαναριό ή κωδωνοστάσιο είναι μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε σχήμα πύργου. Συγκεκριμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων σε σχέση με το ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Η  συνήθης θέση πάντως του καμπαναριού είναι στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Άλλοτε είναι ενσωματωμένο στο ναό και άλλοτε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από σίδηρο.  Τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι διαλεγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίζει με τον γενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του κτιρίου, στο οποίο υπάγεται, αλλά και να ενισχύει τον ήχο της καμπάνας και να τον μεταφέρει όσο το δυνατό μακρύτερα. Η μορφή του ποικίλει ανάλογα με την κουλτούρα του αρχιτέκτονα και των κατασκευαστών και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (πέτρινο, ξύλινο, μαρμάρινο, σιδερένιο ή τσιμεντένιο).

Τα καμπαναριά διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα πυργοειδή ή πυργωτά, που τα ονομάζουν και βενετσιάνικα, και τα απλά καμπαναριά, που ονομάζονται φράγκικα. Σε σχέση με το ναό μπορούν να διακριθούν σε ανεξάρτητα ή συνεχόμενα με αυτόν κτίσματα. Τα πυργωτά είναι μεμονωμένα τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από το ναό, κοντά στο ιερό βήμα, στο μέσον του προστώου του ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του ναού, αλλά σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Έχουν βαριά όψη με χοντρούς τοίχους και συνήθως τρεις ή τέσσερεις ορόφους. Σε κάθε όροφο ανοίγονται μικρά παράθυρα για το φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Τα απλά καμπαναριά συνδέονται άμεσα με το ναό και στηρίζονται στη στέγη του, πάνω στο προστώο ή στο νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου του ναού. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο περίγραμμα της εκκλησίας,  έχουν διάτρητα τοιχώματα και αποτελούν έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας.

Τα πιο αξιόλογα καμπαναριά στην Ελλάδα είναι εκείνα των ναών του Μιστρά, ιδιαίτερα του Αφεντικού και της Παντάνασσας με τρεις ορόφους καθέτως, κεραμοπλαστικά κοσμήματα στις όψεις τους και επάλληλα παράθυρα. Αξιόλογες μορφές βυζαντινών καμπαναριών συναντώνται στις μονές Βατοπεδίου και Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ επηρέασαν περισσότερο τις ελληνικές περιοχές που είχαν άμεση εξάρτηση από τη Δύση, όπως τα Επτάνησα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Η επίδραση των δυτικών μορφών στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση είναι φανερή στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά, στα Κύθηρα και στην Κέρκυρα. Ανάλογα πυργοειδή καμπαναριά συναντώνται και σε άλλες ελληνικές περιοχές, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες, η Τήνος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη.

 

Το καμπαναριό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Άργους, περίπου το 1949. Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα καμπαναριά του Άργους. Κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου.

 

Τα ψηλότερα καμπαναριά της Ελλάδος βρίσκονται στην Ζάκυνθο, στον ιερό ναό του Αγίου Διονυσίου με ύψος 40 περίπου μέτρων και με πυραμοειδή κορυφή, στην Αίγινα στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου με ύψος 42 μέτρα, στην Κατερίνη στον ιερό ναό της Αγίας Άννας, και το επιβλητικό καμπαναριό στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Άργος που είναι και ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα, αφού κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου, και αποτελείται από ένα κατώτερο κτιστό τμήμα, που χρησίμευε ως βάση για το ανώτερο μαρμάρινο τμήμα των τριών ορόφων κατασκευασμένο με λαξευτά μαρμάρινα αρθρωτά μέλη.

 

Πηγές


 

  • Αραβαντινός Σπ. Π., «Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2004.
  • Καντιώτου Αυγουστίνου, «Ορθόδοξος Ναός», Αθήνα 1992.
  • Κουρής Σπυρίδων, «Σεισμική Συμπεριφορά Πυργωτών Κατασκευών στην Κέρκυρα», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2010.
  • Λοΐζα Μολέσκη, «Τα Ιερά Σκεύη και Άμφια και οι Λειτουργικοί Συμβολισμοί τους», διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Μπάρλα Χαρίκλεια, «Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων», Αθήναι 1959.
  • Πολίτης Νικόλαος, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», εκδ. Εκάτη, 2005.
  • «Συμβουλή τριών επισκόπων προς τον πάπα Ιούλιον τον Τρίτον», εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1836.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Γυναικεία στοιχειά στους μύθους και τις παραδόσεις της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Τα γεγονότα κάθε εποχής τα αφηγείται η ιστορία. Η «ατμόσφαιρα» όμως, οι δοξασίες, οι αφηρημένες ιδέες, τα άυλα πνεύματα και οι θεσμοί αποτυπώνονται σε σύμβολα. Συχνά πίσω τους κρύβονται συναρπαστικές ιστορίες και μυθοπλασίες, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και παγιώνονται από γενιά σε γενιά. Γίνονται λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά έργα, κάθε λογής εικαστική δημιουργία προξενώντας ξεχωριστό ενδιαφέρον. Με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ή να αποσιωπήσει τη σημασία των συμβόλων, καθώς η μελέτη τους φέρνει στο φως τα κρυμμένα μυστικά τους.

Προσεγγίσαμε δύο τέτοια ερμιονίτικα σύμβολα – στοιχειά κάνοντας ένα ταξίδι ανακάλυψής τους στην άβυσσο των χρόνων. Ιχνηλατώντας μυθικές παραδόσεις, όπου συνδέονται πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προϊόντα υποκειμενικής σκέψης και κοινωνικών αντιλήψεων, συναντήσαμε τη Βιτόρα και τη Ζώρα. [1] Δύο αόρατες γυναικείες υπάρξεις που στοίχειωσαν μέσω της προφορικής παράδοσης σε ωραίους τοπικούς μύθους και επηρέαζαν σημαντικά τη ζωή των Ερμιονιτών.

 

Η Βιτόρα ή Βιτόριζα

 

Για άγνωστους λόγους τη φανταστική της ιστορία [2] οι παλιοί ναυτικοί του τόπου μας τη συνέδεαν με μια «ερμιονίτικη παραλλαγή» γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου.

Εκεί στη… μακρινή Κρήτη «με τα θελκτικά, τερπνά και πολυφίλητα όρη» ο πατέρας των θεών Δίας και η όμορφη νύμφη Κάρμη απέκτησαν μια πανέμορφη θυγατέρα, τη Βριτόμαρτη, που το όνομά της θα πει «γλυκιά παρθένα». Στη Βριτόμαρτη άρεσε να διατρέχει στεριές και θάλασσες, να κυνηγάει και να ψαρεύει με τα δίχτυα που η ίδια είχε εφεύρει, γι’ αυτό, συμβολικά, την ονόμαζαν και Δίχτυνα (Δίκτυννα). [3]

Κάποτε ο παντοδύναμος βασιλιάς της Κρήτης, ο γνωστός Μίνωας, θαμπωμένος από τα κάλλη της Βριτόμαρτης θέλησε να την απαγάγει και γυναίκα του να την κάνει. Εκείνη όμως γρήγορα αντιλήφθηκε τα πονηρά του σχέδια και μη θέλοντας να πέσει στα χέρια του, καταδιωκόμενη απ’ αυτόν, βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς κολυμπούσε τρομαγμένη, μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιου – για φανταστείτε, ερμιονίτικου καϊκιού. Την ώρα που οι ψαράδες ανέβαζαν τα δίχτυα τους, έκπληκτοι διαπίστωσαν πως ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν και μια πανέμορφη γυναίκα. Αμέσως την ελευθέρωσαν κι εκείνη ανακουφισμένη τους ευχαρίστησε, γνωρίζοντας, βέβαια, πως τη σωτηρία της την όφειλε  στη θεά Άρτεμη. [4]

Στη συνέχεια η Βριτόμαρτη τούς διηγήθηκε την ιστορία της και οι ψαράδες προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν, να φτάσει στην Αθήνα. Όμως τον λόγο τους δεν τον τήρησαν. Θαμπωμένοι από τα κάλλη της ονειρεύονταν… θεϊκές απολαύσεις. Το πάθος και ο πόθος τους γίνηκαν πέλαγος απέραντο σαν κι αυτό που ταξιδεύαν… Εκείνη αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και για να γλιτώσει, έπεσε ξανά στη θάλασσα και βρέθηκε στην Αίγινα! Εκεί, με τη βοήθεια του πατέρα της του Δία, χάθηκαν τα ίχνη της. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά σε πευκοφυτεμένο δάσος [5] κι έτσι γλίτωσε. Οι Αιγινήτες την θεοποίησαν και την ονόμασαν Αφαία, επειδή έγινε άφαντη.

 

The Drowning of Britomartis, probably design by Jean Cousin the Elder, tapestry. This tapestry is from a set depicting scenes from the story of Diana probably made for the château of Anet, about forty miles west of Paris, which was the chief residence of Henry II's mistress, Diane de Poitiers. She herself, born in 1499, was named after the goddess, a sign that the Renaissance, with its emulation of classical antiquity, had come to France. The inscription in French verse on the upper border of the tapestry tells the story depicted: Britomartis, pursued by Minos, who wished to take her by force in the woods, greatly preferred to end her life in the sea rather than submit to his outrageous will. Accordingly, wishing to give her fame for her death, Phoebe [Diana] invested fishnets and snares, with which the body was brought to a holy place, and since then the Greeks have called her Dictynna ["fishnet"]. O holy death, that gave such a valuable thing to the world by means of such a misfortune! Diana stands in the center of the tapestry, a crescent on a support above her forehead. To the right, the drowning Britomartis raises one hand above the water. In the middle distance, Minos, king of Crete, stands looking into the water with his arms raised in astonishment, while Britomartis' body is being fished out of the water to the right. In the left background we see Minos pursuing Britomartis, and farther back, to the right, Diana hands a net to two men. The version of the story shown here is not precisely that found in the writings of any classical author, and the invention of the net by Diana does not seem to be a classical idea at all. It is here in order to glorify Diane de Poitiers, who is portrayed in the guise of the goddess. The borders of the tapestry are marked by the Greek character delta and other symbols of Diane. (The Metropolitan Museum of Art)

Σκηνή από την ιστορία της Βριτόμαρτης. Έργο πιθανότατα σχεδιασμένο από το Γάλλο Jean Cousin the Elder (1490 – 1560;). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Με τον ερχομό και την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο και φυσικά στον τόπο μας από τα τέλη του 14ου αιώνα και μετά, ένα στοιχειό με γυναικεία μορφή, αρβανίτικη καταγωγή και …ελληνική ιθαγένεια, έρχεται να ταράξει για τα καλά τη ζωή των Ερμιονιτών και να ξυπνήσει μνήμες αλγεινές.

Είναι η Βιτόρα, που λίγο από το φόβο μιας παλιάς χρωστούμενης εκδίκησης, λίγο από τη φωνητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, συνδέθηκε με τη μυθική Βριτόμαρτη. Η ιστορία της φαίνεται πως δεν είχε ξεχαστεί. Διατηρήθηκε ζωντανή στη μνήμη των προγόνων μας και στις δύσκολες στιγμές ή στα αναπάντεχα γεγονότα της ζωής τους, ερχόταν στο προσκήνιο. Έχοντας ριζωμένο τον φόβο μέσα τους για όσα θέλησαν να κάνουν κάποτε στη Βριτόμαρτη, περίμεναν πως θα επιστρέψει και θα πληρώσουν ακριβά για την προσβλητική τους σκέψη. Η Βιτώ, όπως την αποκαλούσαν κάποιοι παλαιοί Ερμιονίτες, θα πάρει αργά ή γρήγορα την εκδίκησή της…

Για να καλοπιάσουν το ξωτικό, να το εξευμενίσουν ή και να το κολακέψουν το προσφωνούν με το χαϊδευτικό του, Βιτόριζα [6] το λένε! Θέλουν να δηλώσουν – μετανιωμένοι για όσα οι πρόγονοί τους επιχείρησαν να κάνουν, ότι το αγαπούν και το θεωρούν κομμάτι της ζωής τους.

Τέτοιες όμως γαλιφιές στη Βιτόριζα δεν περνάνε! Η προσβολή ήταν μεγάλη! Κι αν ακόμη η ίδια είχε σκοπό να τους συγχωρήσει, η θεά Άρτεμη δεν θα το επέτρεπε. Έτσι η παρουσιάζεται, τώρα, σαν μια γυναίκα μοχθηρή, σκληρή και εκδικητική, πνιγμένη στον θυμό της. Μια γυναίκα στοιχειό, ψιλόλιγνη και σκελετωμένη, αναμαλλιασμένη, με λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που φτάνουν σχεδόν ίσαμε τα πόδια της. Με όψη φρικιαστική και πρόσωπο ολημερίς αγριεμένο. Με μακάβριο χαμόγελο και δόντια σουβλερά που διακρίνονται κατάμαυρα στο μισάνοιχτο στόμα της. Με μάτια βαθουλωμένα και βλέμμα ανέκφραστο και παγερό. Με φωνή πνιχτή και βραχνή που με δυσκολία βγαίνει από τα σωθικά της. Με χέρια μακριά, κάτισχνα και νύχια γαμψά και ακάθαρτα, έτοιμα να ξεσκίσουν σάρκες!

Έτσι ακριβώς την είχε απεικονίσει ένας παλαιός ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος στον τοίχο της ταβέρνας/μπαρμπέρικου του Μαρουλά ζωντανεύοντας το μύθο, όπως τον άκουγε στις διηγήσεις ηλικιωμένων Ερμιονιτών, που τον μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Έτσι τη σκέφτονταν τα παιδιά «βλέποντας από την κλειδαρότρυπα τη ζωγραφιά και την καρδιά τους έσφιγγε ο φόβος σαν τη μέγγενη» και τα δόλια έτρεμαν σύγκορμα! Η Βιτόριζα! έλεγαν τρομαγμένα και το αίμα τους πάγωνε. [7]

Το ξωτικό μας, λοιπόν, έμενε σε μια απόμερη σπηλιά στην άκρη του Μπιστιού, όπου βασίλευε νεκρική σιωπή. Την αμφιθεατρική είσοδό της κατάφατσα στην Ανατολή, την έκρυβαν πελώρια βράχια. [8]  Το εσωτερικό της βαθύ, θεοσκότεινο και δαιδαλώδες. Κανείς, ποτέ του δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί πώς θα ήταν εκεί μέσα! Γνώριζε πως αν επιχειρούσε να πλησιάσει, εκείνη θα πεταγόταν αγριεμένη από τα απόκρημνα βράχια, όπου παραφύλαγε τις νύχτες, θα τον άρπαζε, θα τον βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα τον …«μαρμάρωνε».

Σ’ αυτή τη σπηλιά το στοιχειό έπαιρνε τρομερές αποφάσεις, που νους ανθρώπου δεν χωρούσε. Μόνο συμφορές προξενούσαν στους Ερμιονίτες και τη ζωή τους όριζαν κάνοντάς την κόλαση!

Διηγούνται οι παλαιότεροι, κυρίως οι ναυτικοί που τα πίστευαν κιόλας, πολλά τέτοια συμβάντα που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της πόλης μας. Ισχυρίζονται πως εξαιτίας της μανίας του στοιχειού καταστράφηκαν περιουσίες, ερημώθηκαν σπίτια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές χάθηκαν.

Ο Σπύρος Λάμπρου στην κριτική του για το έργο του Νικ. Πολίτη «Μελέται περί του βίου και της γλώσσας του ελληνικού λαού. Παραδόσεις», σημειώνει: «Εν Ερμιόνη ήκουσα το 1879 παράτινος λεμβούχου την παράδοσιν ότι κατά την βραχώδη άκραν την υπερκειμένην εκ των βορειοανατολικών του σημερινού Καστρίου του επέχοντος την θέσιν της αρχαίας πόλεως υπάρχει σπήλαιον βαθύ, εις το οποίον οι παλαιοί είδον πολλάκις πολλούς μαρμαρωμένους ανθρώπους. Από του σπηλαίου δ’ εκείνου εξήρχεντο από καιρού εις καιρόν υψηλή γυνή ονομαζόμενη Βιτόριζα». [9]

 

– Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε τέτοια πράγματα; Όλα αυτά ψέματα είναι! Στους θρύλους και τα παραμύθια τα ξωτικά και οι μάγισσες «μαρμαρώνουν» ανθρώπους και προστατεύουν θησαυρούς. Κάτι άλλο κρύβεται πίσω τους, σχολίαζαν οι πιο θαρραλέοι και οι πιο γνωστικοί.

– Κι αυτοί οι μαρμαρωμένοι άνθρωποι που «είχαν δει» οι παλαιοί Ερμιονίτες στη σπηλιά της, ψέματα είναι; αναρωτιόνταν άλλοι.

– Αγάλματα ήσαν, που τα είχαν μεταφέρει εκεί, για να τα προστατεύει το …στοιχειό! κορόιδευαν οι πρώτοι.

 

Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν βρει τον καλύτερο τρόπο να «φοβερίζουν» τα παιδιά, για να είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Στα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στον ουρανό, προέτρεπαν τους «ζωηρούς» να αναγνωρίσουν τη μορφή της Βιτόριζας. Και καθώς εκείνη έτρεχε στους αιθέρες κυνηγημένη από τον δυνατό άνεμο, τα …απειλούσαν πως έρχεται να τα …φάει, στο δρόμο σαν τα βρει!

Αλλά και κάποιοι άλλοι παλαιοί Ερμιονίτες έκαναν με το στοιχειό χρυσές δουλειές! Βλέπετε το λαθρεμπόριο, η λαθραλιεία και όλα τα σχετικά δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας! Υπήρχαν από παλιά και έφερναν στους ανθρώπους παράνομα κέρδη από απαγορευμένες διακινήσεις και συναλλαγές. Ποιος να ξέρει τι γινόταν τότε, μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει!

Οι περισσότεροι Ερμιονίτες θεωρούμε πως πίστευαν στην ύπαρξη του μυθικού γυναικείου στοιχειού και της σπηλιάς του, όχι γιατί ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες, αλλά γιατί είχαν ανάγκη, σαν στήριγμα ζωής, την πεποίθησή τους αυτή.

 

Βιτόριζα, πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου. Η κ. Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου.

 

Η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον γνωστό πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου. Η άλλη όψη της Βιτόριζας, ως γυναίκας σκληρής και εκδικητικής, ενισχύθηκε, καθώς μας είπε, και από τα εξής γεγονότα: [10]

«Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πατέρας των οπλαρχηγών του ΄21 Γιάννη και Σταμάτη Μήτσα, αποφάσισε να σηκώσει Μύλο (ανεμόμυλο) στο Μπίστι, για να αλέθει τα γεννήματά του. Για να κρατήσει μακριά από τις παράνομες δουλειές του τους «περίεργους» Ερμιονίτες, ανέσυρε, σκόπιμα και καθόλου τυχαία, τον μύθο της μοχθηρής Βιτόρας». [11]

Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πανέξυπνος, αλλά και παμπόνηρος άνθρωπος καταγόμενος από τη Χειμάρα, ασφαλώς γνώριζε τη Βιτόρα, όπως όλοι οι Αρβανίτες, και από την καλή και από την ανάποδη. Για τους δικούς του λόγους, λοιπόν, βρήκε την ευκαιρία να τη «χρησιμοποιήσει» και να συνεργαστεί μαζί της!

Το συσχετισμό, ωστόσο, του αρχαιοελληνικού μύθου της Βριτόμαρτης με το θρύλο της Βιτόρας, τον συναντήσαμε στην Ερμιόνη. Στο θέμα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε…

 

Η Ζώρα

 

Στο πλούσιο αποκριάτικό τραπέζι που στρωνόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής με τα μακαρόνια, τα κρέατα, τα τυριά, το γιαούρτι και τα πιπέκια θυμάμαι τη μητέρα μου, να λέει:

-Φάτε ό,τι φάτε σήμερα, γιατί από αύριο νηστεύουμε! Ό,τι μείνει θα το μαζέψουμε, να το πάρει η Ζώρα!

Πράγματι τα περισσέματα από τα φαγητά τα μάζευε προσεχτικά και τα έβαζε ξεχωριστά, διπλωμένα σε μια εφημερίδα, πλάι στα σκουπίδια. Άλλες νοικοκυρές τα άφηναν σε μια άκρη στο παραγώνι. Ήθελαν να τα βρει η Ζώρα ή «Σώρα», [12] το απαίσιο φάντασμα με τη γυναικεία όψη, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα κατέβαινε στα κρυφά, χωρίς κανείς να την αντιληφθεί, από την καμινάδα. Έπρεπε κάτι να βρει να φάει και ευχαριστημένη, φεύγοντας, τα πεθαμένα του σπιτιού να «συγχωρέσει», μια και οι ψυχές «γύριζαν έξω» εκείνες τις μέρες της Σαρακοστής. Στην περίπτωση που η νοικοκυρά την ξεχνούσε και δεν της άφηνε φαγητό, μικροαναποδιές και μικροπροβλήματα έφερνε στο σπίτι.

 

Ζώρα. Η λαϊκή μας ζωγράφος Ανθούλα Λαζαρίδου παρουσιάζει ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

 

Αυτή η Ζώρα πολύ με είχε «μπερδέψει». Συσχέτιζα το όνομά της με τα εντόσθια των ζώων και κυρίως των ψαριών, που στον τόπο μας τα λέμε «ζώρες», λέξη, πιθανόν, αρβανίτικη. «Του βγήκανε οι ζώρες έξω!», λέγαμε βλέποντας την  εικόνα ξαντεριασμένων ψαριών.

-Σου βγήκαν οι ζώρες έξω! Βάλτες μέσα! Μάς έλεγαν, επίσης, όταν είμαστε παιδιά και έβγαιναν τα ρούχα μας από το παντελόνι.

Αλλά και τα ανδρικά «ολόσωμα» εσώρουχα, φερμένα από την Αμερική, που φορούσαν τα ηλικιωμένα άτομα, «ζώρες» τα έλεγαν, καθώς μας είπε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω «δανείζονται» το όνομά τους από το ξωτικό, τη Ζώρα, πιθανότατα, επειδή συνδέονται με την ασχήμια του. Η λαϊκή μας ζωγράφος κ. Ανθούλα παρουσίασε ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

Στην εθνολογία η Ζώρα συναντάται ως «Ζέρα», φάντασμα, δηλαδή, αντίστοιχο με τη νεράιδα. Άσχημη, όμως, στη μορφή και δύστροπη στον χαρακτήρα, δηλώνεται, συχνά, και με τον αρβανίτικο όρο «τε πρεγιάσμ» που θα πει «ξωτικό». Θεωρείται πνεύμα του κακού, όπως λέμε «διαβόλισσα» και «εξαποδώ». Ζέρες και πρεγιάσμες συναντώνται και στους Αρβανίτες.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η Ζώρα κάνει την εμφάνισή της! οι Ερμιονίτες την καλοδέχονται και δεν παραλείπουν να αφήσουν το πεσκέσι της στο παραγώνι! Έτσι πιστεύουν πως τα πεθαμένα τους θα συγχωρέσει και οι μέρες τους θα κυλήσουν ήσυχα, χωρίς προβλήματα κι αναποδιές.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Άλλα στοιχειά στις λαϊκές μας παραδόσεις είναι οι: Αραήδες, Νεράιδες, Ανερούσες, Μοίρες, Στρίγγλες, Λάμιες.

[2] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[3] «Δίχτυνα» ήταν ένα από τα πολλά επίθετα της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού. Η Βριτόμαρτη, ως αγνή κόρη, πάντοτε συνόδευε τη θεά στους χορούς και στο κυνήγι και της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

[4] Η θεά Άρτεμη πάντοτε προστάτευε τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους που είχαν την ανάγκη της και τιμωρούσε αυστηρά, όσους αψηφούσαν τη δύναμή της. Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια και τους αγνούς νέους. Εξάλλου και η ίδια, παιδί όταν ήταν, «γύρεψε και πήρε από τον Δία την άδεια να μείνει για πάντα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου».

[5] Η Δικτύνα επέλεγε πάντα πευκόφυτους τόπους κατοικίας, καθώς το πεύκο ήταν το ιερό της δέντρο. Γι’ αυτό και στις γιορτές που γίνονταν προς τιμή της, στεφάνωναν τους αθλητές με στεφάνια από κλαδιά πεύκου, καθώς σημειώνει ο Ν. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.

[6] Η κατάληξη (ζε) ή (σε), μπαίνει στις αρβανίτικες λέξεις, για να δείξει κάτι το μικρό, το αγαπητό και ταυτόχρονα πολύ δικό μας. Βιτόριζα: η δικιά μας Βιτόρα.

[7] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[8] Ακόμα και σήμερα στην Ερμιόνη όταν βλέπουν γυναίκα απεριποίητη, αναμαλλιασμένη, με ματιά που προξενεί φόβο, λένε: Τι είσαι μωρή έτσι σαν τη Βιτόριζα!

[9] Σήμερα, μετά τις ανασκαφές που έγιναν, γνωρίζουμε πως πρόκειται για τάφο, πιθανόν κάποιου άρχοντα του τόπου, καθώς πρόκειται για μοναδικό κτίσμα με μεγαλοπρεπή κατασκευή (Β. Γκάτσος).

[10] Σπύρος Π. Λάμπρου, περιοδ. «Νέος Ελληνομνήμων», τομ. 1ος (1904), σ. 505.

[11] Πρβλ. Β. Γκάτσος, «Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας», σελ. 158-159.

[12] «Σώρα» την ονομάζει ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, στο βιβλίο του «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης». Θεωρούμε πιο σωστό το όνομα «Ζώρα», γιατί στην εθνολογία τα φαντάσματα αυτά αναφέρονται ως «Ζέρες».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Read Full Post »

Τα δρώμενα της αποκριάς και οι ρίζες τους


 

Οι Απόκριες είναι μια γιορτινή περίοδος με μεγάλη ιστορία. Απόκριες ονομάζονται οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρά Δευτέρα, οπότε και αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή, και ταυτίζονται με την περίοδο του Τριωδίου, μια κινητή περίοδο στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής. Τα δρώμενα της αποκριάς έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα και στη λατρεία του Διονύσου και σήμερα αποτελούν ένα ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας με ήθη και έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, κατά την οποία οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και εξωτερικεύουν τα πάθη τους με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.

Αποκριά σημαίνει την αποχή από το κρέας (από + κρέας), που προετοιμάζει τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά για την περίοδο του Πάσχα και την Ανάσταση. Στα λατινικά λέξη αντίστοιχη είναι το καρναβάλι, που προέρχεται το ιταλικό carnevale (<carnem: το κρέας και levare: αίρω, σηκώνω, αφαιρώ) και σχετίζεται σημασιολογικά με την αντίστοιχη ελληνική «αποκριά», καθώς και οι δύο σηματοδοτούν την αποχή από την κατανάλωση κρέατος. Άλλη εκδοχή θέλει τη λέξη καρναβάλι να προέρχεται από τις λέξεις carne (<κρέας) και vale (<γειά σου) και παραπέμπει στον αποχαιρετισμό του κρέατος από τις διατροφικές μας συνήθειες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και η αγγλική λέξη «carnival» προέρχεται από το λατινικό «carnem levare» ή «carnis levamen», που σημαίνει τη διακοπή της  κρεοφαγίας.

Κάποιοι συσχετίζουν τη λέξη «καρναβάλι» με τα Κάρνεια, γιορτή που γινόταν στην αρχαία Ελλάδα τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο για το θεό Απόλλωνα τον Κάρνειο. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή καρναβάλι είναι ο βαλλισμός των κάρνων. Βαλλισμός είναι το χοροπήδημα  και κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι το βόσκημα, το πρόβατον. Επομένως καρναβάλι είναι ο χορός των Σάτυρων που βαλλίζουν, δηλαδή χοροπηδάνε, μεταμφιεσμένοι σε βοσκήματα – τράγους.

 

Ιστορική  αναδρομή 

 

Την έννοια της αποκριάς την συναντάμε για πρώτη φορά στις πομπές που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο των Ελευσινίων Μυστηρίων η θεά Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει ο Πλούτων, θεός του κάτω κόσμου, έφτασε στην περιοχή της Ελευσίνας και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Κελεό. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία η Δήμητρα, που συνδεόταν με τις καλλιέργειες και τη γονιμότητα της γης ως θεά της γεωργίας, δίδαξε και στους κατοίκους της Ελευσίνας την καλλιέργεια του σιταριού, διέταξε το βασιλιά να τη λατρεύουν στην Ελευσίνα και καθόρισε το χαρακτήρα των μυστηριακών τελετών προς τιμήν της με σεμνά όργια, που οδηγούσαν τους ανθρώπους σε ηθική ανύψωση, ευημερία και μακαριότητα. Τα Ελευσίνια μυστήρια από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή, την κλασική εποχή απέκτησαν πανελλήνιο και στα ρωμαϊκά χρόνια παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξ’ αιτίας της αυστηρής μυστικότητας δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν κατά τη διάρκεια των τελετών, καθώς κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, αλλά οι ελευσίνιες τελετές μπορούν να θεωρηθούν  πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού.

Τα δρώμενα των αποκριών και του καρναβαλιού συνδέονται περισσότερο με τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας. Στην αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη γίνονταν προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές. Οι οπαδοί του Διονύσου τις ημέρες των τελετουργιών  μεταμφιέζονταν φορώντας δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία (κατακάθι του κρασιού) ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με διάφορες μάσκες, για να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους, στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου, και προσπαθούσαν να έχουν τη μορφή Σατύρων, που έμοιαζαν με τράγους. Στη διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αρχαίων αγγείων, ξεχύνονταν στους δρόμους και επιδίδονταν στο χορό και στο ποτό με προκλητικές πράξεις και έντονη βωμολοχία. Τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», χόρευαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τελετουργιών ήταν η «προκλητική» συμπεριφορά με τους συμμετέχοντες να επιδίδονται σε τολμηρές πράξεις και να εκφράζονται με βωμολοχίες. Οι «σάτυροι» έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις μάσκες και εξέφραζαν ελεύθερα τις κρυφές ερωτικές τους σκέψεις, όπως κάνουν και οι σημερινοί μασκαράδες τις αποκριές.

 

Ο Διόνυσος μεθυσμένος ανάμεσα στους Σάτυρους και της Μαινάδες, 150-200 π.Χ. – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νάπολη.

 

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα με βακχική παράσταση. Ο θεός Διόνυσος εικονίζεται μεθυσμένος και υποβασταζόμενος από Σάτυρο. Δεξιά και αριστερά πλαισιώνεται από άμπελο, φυτό προσφιλές στον θεό, και τρεις ερωτιδείς: ένας παίζει δίαυλο, ένας κόβει σταφύλια και ένας κάθεται σε αιλουροειδές. Αποθετήριο Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων.

 

Ο μεθυσμένος Διόνυσος υποβασταζόμενος από τους Σάτυρους, 1620, όπως τον φαντάστηκε και τον αποτύπωσε στον καμβά ο Φλαμανδός ζωγραφος, Anthony van Dyck (Άντονι φαν Ντάικ, 1591-1641), Τhe National Gallery, Λονδίνο.

 

Οι Ρωμαίοι μετέφεραν από τους Έλληνες τις γιορτές του καρναβαλιού στα «Σατουρνάλια», σημαντική γιορτή αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους (Saturnus), που αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο, γινόταν την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου και κρατούσε μια βδομάδα (17 – 23 Δεκεμβρίου). Οι εορταστικές εκδηλώσεις των Σατουρναλίων ξεκινούσαν με θυσία μπροστά στο ναό του θεού Κρόνου, που για τους Ρωμαίους ήταν προστάτης της σποράς, ακολουθούσε κοινό γεύμα για όλους τους πολίτες με δημόσια δαπάνη και περιλάμβανε διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων και υπαίθριες αγορές. Το φαγοπότι και οι αμφιέσεις κυριαρχούσαν. Τις ημέρες της γιορτής επιτρέπονταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους, που δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν και αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες αντιστρέφονταν, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστιανισμός ταύτισε τα «σατουρνάλια» με τα «όργια».

Κύριο στοιχείο των εορτών του Διόνυσου και των Σατουρναλίων είναι οι μεταμφιέσεις, ο χορός και τα χτυπήματα της γης με τα πόδια. Σκοπός των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων ήταν να εξευμενίσουν τα βλαπτικά πνεύματα και να βοηθήσουν τη γη να βλαστήσει. Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης. Ήταν πράξεις της θρησκείας των πρωτόγονων γεωργών, οι οποίοι ζητούσαν με τρόπους μαγείας να ενισχύσουν τη βλάστηση και την καρποφορία της γης, που όλο τον χειμώνα βρίσκεται σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταίνεται, μια και ανοίγει ο καιρός. Οι άνθρωποι χαίρονταν που έφευγε ο χειμώνας και καλωσόριζαν την Άνοιξη με χορούς και τραγούδια. Φορούσαν μάσκες από φλούδες δέντρων, δέρματα ζώων και κουδούνια, για να βοηθήσουν τη γη να ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη και να βγάλει καρπούς. Οι εορταστές που ντύνονταν με τραγοτόμαρα μιμούνταν τους τράγους, τις κατσίκες και τα πρόβατα. Τα ζώα αυτά ασκούσαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, η αμφίεση σε ζώα- τράγους με κουδούνια και κυπριά αποτελούσε επίσημη πανηγυρική φορεσιά και οι πανηγυριστές παρίσταναν τον τράγο ως στοιχείο γονιμότητας και ευφορίας.

Οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές και τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου οι αποκριές γιορτάζονταν στον Ιππόδρομο  και στις εκδηλώσεις που γίνονταν έπαιρναν μέρος οι πλούσιοι, αλλά και ο απλός λαός. Σ’ αυτό βοήθησε και η ανεξιθρησκία, που κατοχύρωσε ο Μ. Κωνσταντίνος με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) και η διάδοση των αρχαίων ειδωλολατρικών εθίμων με διατάγματα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ειδωλολατρίας. Αργότερα όμως ο Θεοδόσιος και κυρίως ο Ιουστινιανός με σκληρά μέτρα και διατάγματα προσπάθησαν να καταπνίξουν τα ειδωλολατρικά έθιμα για την εδραίωση της ορθοδοξίας. Πολλά έργα τέχνης του αρχαίου πολιτισμού καταστράφηκαν και έκλεισε η ακαδημία του Πλάτωνα που λειτούργησε για 1.000 περίπου χρόνια.

 

Το Καρναβάλι στον Μεσαίωνα.

 

Στη μεσαιωνική Ευρώπη η μορφή που έχει σήμερα το καρναβάλι διαμορφώθηκε κατά τον μεσαίωνα, όπου οι γιορτές της αποκριάς και το καρναβάλι απέκτησαν ιδιότυπο χρώμα και εμπλουτίστηκαν από τοπικά έθιμα και παραδόσεις με κυρίαρχο γνώρισμα το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου και τους χορούς των μεταμφιεσμένων. Αυτή η παράδοση εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου µέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και διαμορφώθηκε το καρναβάλι δυτικού τύπου με σερπαντίνες, παλιάτσους, τυποποιημένες μεταμφιέσεις, χορούς, πομπές με άρματα και άλλες παραστάσεις. Κατά τους νεότερους χρόνους τα έθιμα αυτά πέρασαν στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και της Βενετία, που φημίζεται για το καρναβάλι της.  Οι άνθρωποι ασπάστηκαν το χριστιανισμό και σταμάτησαν να λατρεύουν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, αλλά οι συνήθειες και οι παγανιστικές πρακτικές έμειναν βαθιά ριζωμένες στο αίμα τους και δεν καταργήθηκαν τελείως. Έτσι η Αποκριά πήρε πάνδημο χαρακτήρα σε όλη την Ευρώπη και σε άλλους λαούς και μέχρι σήμερα οι άνθρωποι εξακολουθούν να μεταμφιέζονται και να ξεχύνονται μασκαρεμένοι στο δρόμο σε μια υπερεθνική γιορτή με κοινή καταγωγή και αφετηρία ανεξάρτητα από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται από τόπο σε τόπο.

 

Το καρναβάλι της Βενετίας φημίζεται για τις χαρακτηριστικές μάσκες του.

 

Οι αποκριές στον Χριστιανισμό

  

Οι αποκριάτικες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις δεν έχουν καμιά σχέση με το χριστιανικό πνεύμα και το χριστιανικό εορτολόγιο. Η χριστιανική εκκλησία μάλιστα καταπολέμησε αυτά τα έθιμα ως «ειδωλολατρικά» κατάλοιπα, όπως χαρακτηρίζει κάθε προχριστιανική σκέψη. Όμως, παρ’ όλες τις διώξεις και απαγορεύσεις, ο χριστιανισμός δεν μπόρεσε να εξαλείψει και να καταργήσει τις λαϊκές αυτές εκδηλώσεις με τις πανάρχαιες ρίζες  και τελικά τις ανέχτηκε και τις προσάρμοσε στο εορτολόγιό του. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις βλέπουμε πως τα αρχαιοπρεπή αυτά έθιμα έχουν περάσει μέσα στο χριστιανικό ναό και παίρνουν την ευλογία του ιερέα για την έναρξη της τέλεσής τους.

Οι «Απόκριες» στη γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζονται «Τριώδιο» και πήραν την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους της Εκκλησίας, που έχουν εννέα ωδές. Ωδές είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινά την πρώτη Κυριακή με το Ευαγγέλιο του «Τελώνη και Φαρισαίου», που προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης, και όχι υπερήφανοι, όπως ο Φαρισαίος. Τη δεύτερη Κυριακή γίνεται αναφορά στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού», που διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχώρεσης. Η τρίτη Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και στη χριστιανική αγάπη και είναι η τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Το Ευαγγέλιο της τέταρτης Κυριακής, της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο και παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο.

Στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία αποκριές ονομάζονται οι τρεις τελευταίες εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή. Από το 19ο αιώνα το καρναβάλι ξεκινά κάθε χρόνο την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου και λήγει την Κυριακή της Τυροφάγου. Η περίοδος αυτή χρονικά συμπίπτει με τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν αφιερωμένες στο θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού και του γλεντιού. Οι Απόκριες αποτελούν ουσιαστικά την εισαγωγή στην περίοδο της νηστείας και προετοιμασία για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή ο χριστιανός, που θα προετοιμαστεί και θα νηστεύει για την κορυφαία γιορτή της Ορθοδοξίας, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει με κάθε είδους τρέλα. Το τέλος της Αποκριάς είναι η Καθαρά Δευτέρα, η πρώτη μέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ονομάζεται Τεσσαρακοστή, γιατί μιμείται την 40ήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη, για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.

Η πρώτη εβδομάδα της αποκριάς λέγεται «προφωνή», επειδή τα παλιά χρόνια κάποιος ανέβαινε σ’ ένα ψηλό μέρος και προφωνούσε, διαλαλούσε δηλαδή ότι αρχίζουν οι Απόκριες και κάθε οικογένεια έπρεπε να φροντίσει για τις προμήθειές της. Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται κρεατινή, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται «Τυρινή ή της Τυροφάγου», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα, για να προετοιμαστούν σιγά σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέμπτη. Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των τριών εβδομάδων του  Καρναβαλιού, είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Την ημέρα αυτή ο κόσμος έψηνε κρέας στα κάρβουνα και από τον καπνό που λέγεται «τσίκνα» πήρε το όνομά της αυτή η Πέμπτη και λέγεται Τσικνοπέμπτη.  Έψηναν όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι ή καθένας χωριστά στο δικό του και έπειτα μαζεύονταν με τα ψητά στα ταψιά στον τόπο της διασκέδασης. Ακόμα και ο πιο φτωχός «τσίκνιζε τη γωνιά του» και η τσίκνα του κρέατος που ψηνόταν μοσχοβολούσε στην ατμόσφαιρα «για το καλό». Στη Γορτυνία ο τελάλης φώναζε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι, ν’ αγοράσει», ενώ στη Νάξο η σύσταση ήταν πιο τολμηρή «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!»

Το Σάββατο της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα). Σύμφωνα με την παράδοση οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα. Πώς συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με το γενικό εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Η ημέρα των ψυχών συνδέεται με τη γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης, αφού την άνοιξη (αρχές Μαρτίου), που γιορτάζεται η αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της, οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή όψη, αφού ήταν γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς, αλλά και γιορτή των νεκρών και των ψυχών. Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι νεκροί έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.

Την εβδομάδα της «Τυρινής» ο κόσμος αποκρεύει, σταματά δηλαδή να τρώει κρέας. Το έθιμο σχετίζεται με τις συνθήκες ζωής στις παραδοσιακές κοινωνίες. Μέχρι την τσικνοπέμπτη το κρέας που έτρωγαν ήταν από τα τελευταία χοιρινά, που τα είχαν αναθρέψει με τα αποφάγια και τα φρούτα του καλοκαιριού. Το Πάσχα θα έτρωγαν τα αρνιά, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο και θα ήταν κρίμα να τα σφάξουν σε εποχή που αυξάνονταν σε βάρος. Αντίθετα το έθιμο για όλη την περίοδο της σαρακοστής έχει σε ημερήσια διάταξη τη χορτόπιτα για το πρώτο Σάββατο της σαρακοστής (των Αγίων Θεοδώρων), τη σαραντόπιτα των Αγίων Σαράντα και φαγητά «από σαράντα είδη χόρτων και όσπρια». Όσο πλησιάζει η άνοιξη, τα χιόνια λιώνουν, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβαίνει, τα φυτά αυξάνονται και υπάρχει μεγάλη αφθονία χόρτων στη φύση, που μπορούν και πρέπει οι άνθρωποι να τα καταναλώνουν.

Η Καθαρή Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, γι’ αυτό λέγεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα και «αρχιδευτέρα». Λέγεται Καθαρή, επειδή από το πρωί της ημέρας αυτής σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας κάθε νοικοκυρά  καθάριζε με ζεστό σταχτόνερο τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς μέχρι ν’ αστράψουν και έβαφε άσπρα τα πεζοδρόμια. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας την Καθαρά Δευτέρα «καθάριζαν» ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς. Οι χριστιανοί ονόμασαν την μέρα αυτή «Καθαρά Δευτέρα», γιατί με την έναρξη της νηστείας θεωρούσαν ότι ξεκινούσε η «κάθαρση» του σώματος και του πνεύματος.  Οι μεγάλες Απόκριες συνδέονται με την τελευταία περίοδο κρεατοφαγίας και διασκέδασης, προτού αρχίσει η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στο διάστημα αυτό και για επτά ολόκληρες εβδομάδες δε γίνονται ούτε γάμοι ούτε γλέντια, ούτε πανηγύρια. Έτσι οι Απόκριες είναι η ευχάριστη παρένθεση ανάμεσα στο Δωδεκαήμερο και τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η ψυχική και σωματική προετοιμασία για το Πάσχα. Είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής και ξεκινάει η νηστεία, που διαρκεί 40 ημέρες.

 

Δρώμενα της ελληνικής αποκριάς

  

Στην ιστορία του καρναβαλιού καταγράφονται δεκάδες εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών με την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Κύριο χαρακτηριστικό των αρχαίων γιορτών ήταν η μεταμφίεση και η διασκέδαση. Η Εκκλησία μας προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων και καθιέρωσε την Αποκριά ως μια γιορτή προς το τέλος του χειμώνα με αποχή από το κρέας, που προετοιμάζει για τη νηστεία της Λαμπρής. Όμως αν και πέρασαν αιώνες, η Αποκριά κράτησε τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της. Παλιότερα για τους κατοίκους των χωριών ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη, χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή και σήμαινε ατέλειωτο γλέντι, πολυφαγία, οινοποσία, μασκάρεμα, αστεία, αθυροστομία και γενικά κέφι και σάτιρα.

 

Αποκριά στην Αθήνα, 1878. Νικόλαος Γύζης.

 

«Το Καρναβάλι στην Αθήνα», 1892. Άλλο ένα έργο με θέμα της απόκριες του σημαντικού έλληνα ζωγράφου από το Σκλαβοχώρι της Τήνου, Νικολάου Γύζη (1842-1901).
Ο πίνακας εκτίθεται «Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». Ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης αναφέρει: «Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892… Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου Νικολάου Γύζη».
Το «Καρναβάλι» αγοράστηκε από την Κυβέρνηση της Βαυαρίας προς 12.000 μάρκα, ως δώρο για τη νέα Πινακοθήκη.

 

Στο αποκορύφωμα του γλεντιού και της κρασοκατάνυξης ξεκινούσε ο χορός και το «άσεμνο» τραγούδι. Κι έπειτα ντύνονταν όλοι μασκαράδες και ξεχύνονταν στους δρόμους. Μασκαράς ονομάζεται ο μεταμφιεσμένος κατά τις Απόκριες. Η λέξη προέρχεται απ’ την Ιταλική λέξη maska [μασκαράς < μάσκα] και σημαίνει προσωπιδοφόρος. Σήμερα τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τους μεταμφιεσμένους είτε έχουν καλυμμένο το πρόσωπό τους με μάσκα είτε όχι. Η έννοια μασκαράς όλο τον άλλο χρόνο θεωρείται υποτιμητική και εκλαμβάνεται σαν βρισιά, αλλά  τις μέρες της αποκριάς θεωρείται κάτι το φυσιολογικό, το οποίο όλοι οφείλουμε να συμμεριστούμε. Το πνεύμα των ημερών επιβάλλει τα μασκαρέματα, το ξεφάντωμα και την κραιπάλη σε ένα είδος διονυσιακής ατμόσφαιρας, όπου τα κρασιά και το φαγοπότι είναι άφθονα για όλους. Οι μασκαράδες κυκλοφορούν στο δρόμο, μπαίνουν στα κέντρα, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν. Ο άνθρωπος φορώντας τη μάσκα και την αποκριάτικη  στολή αισθάνεται ότι παραμερίζει την προσωπικότητά του, την εικόνα του απέναντι στους άλλους ανθρώπους και το ρόλο του στην κοινωνία και νιώθει ότι έχει την ευκαιρία να αφήσει ελεύθερα κάποια ένστικτα και συμπεριφορές που δίσταζε υπό κανονικές συνθήκες να εκδηλώσει.

Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες. Τους έλεγαν κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλες, καρνάβαλους κ.ά. Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα, που θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί, όταν έπαιξαν κωμωδίες και σατυρικά δράματα προς τιμήν του θεού Διονύσου. Οι μάσκες εκείνες ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους. Αργότερα οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας. Πολλούς αιώνες αργότερα στη βόρεια Ιταλία αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα, με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές με μορφές πουλιών.

 

Κομέντια ντελ άρτε είναι η ονομασία της λαϊκής ιταλικής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας η οποία ήταν δημοφιλής μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα και έγινε σύντομα αγαπητή και έξω από τα σύνορα της Ιταλίας.

 

Η παραδοσιακή μάσκα ήταν από προβιά με τρύπα για τα μάτια και το στόμα ή από χοντρό μαύρο πανί ή από χαρτόνι. Άλλες φορές χρησιμοποιούσαν νεροκολόκυθο με κόκκινη πιπεριά για μύτη. Κάποτε αντικαθιστούσαν τη μάσκα με το μαύρισμα του προσώπου με φούμο και πρόσθεταν μια μεγάλη ψεύτικη γενειάδα και μουστάκι ζωγραφισμένο. Σήμερα οι μεταμφιέσεις διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία, είναι τυποποιημένες και εμπορευματοποιημένες και οι μάσκες είναι συνήθως πλαστικές και πολλές φορές εικονίζουν πρόσωπα της επικαιρότητας, πολιτικούς ή πρόσωπα που απασχόλησαν με αρνητικό συνήθως τρόπο την κοινωνία στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Οι μασκαράδες σήμερα φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονται και νιώθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δε θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα. Έτσι ευθυμούν και διασκεδάζουν ξεχνώντας για λίγο τις έγνοιες και τα προβλήματά τους. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου – στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη – οι άνθρωποι προσπαθούσαν πίσω από τις μάσκες να αμφισβητήσουν τις αξίες και ιεραρχίες.

Στο παραδοσιακό καρναβάλι υπήρχαν συγκεκριμένες μεταμφιέσεις με τα διαθέσιμα μέσα και με πολλούς αυτοσχεδιασμούς: γαμπρός – νύφη – συμπεθεριό, γιατρός – νοσοκόμα – άρρωστος, παπάς, τσιγγάνα, αράπης. Οι μεταμφιέσεις είχαν να κάνουν με την αναπαράσταση παρωδίας γάμου που κατέληγε σε κηδεία με τον νεκρό γαμπρό την καίρια στιγμή ν’ ανασταίνεται. Ανάλογα με τον τόπο ή με το «σενάριο», τη νύφη και τον γαμπρό πλαισίωναν η γριά προξενήτρα, ο γέρο νουνός, ο γιατρός, ο τσιγγάνος, ο Εβραίος, ο Αρβανίτης, ο αράπης, ο διάβολος κ.λ.π. Μέσα στον χαμό κάποιοι «χωροφύλακες» έπιαναν έναν φυγόδικο και τον έσερναν στον δικαστή με την κατηγορία ότι «σκότωσε το γουρούνι του». Καταδικαζόταν σε θάνατο αλλά, λίγο πριν από την κρεμάλα, κατέφθανε η «βασιλική χάρη». Αλλού θέμα ήταν η κηδεία του τσιγκούνη, ο γύφτικος γάμος, η ληστεία του λόρδου ή το εργοστάσιο, όπου έμπαινες γέρος και έβγαινες νέος. Κοινό εργαλείο παντού ήταν ένα ομοίωμα φαλλού και κοινή κατάληξη όλων των παραλλαγών στα αποκριάτικα δρώμενα ήταν ο θάνατος και η ανάσταση του πρωταγωνιστή.

 

Απόκριες στο Άργος (1936) – Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη.

 

Ο Ελληνικός λαός αποκρεύει, δηλαδή παύει να τρώει κρέας, μετά το φαγητό της Κυριακής της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Αλλά η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου. Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εντείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι μεταμφιέσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και τα πλούσια φαγοπότια, που είναι ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως τονίζει ο λαογράφος Λουκάτος.  Όταν αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες των χωριών ή στα σταυροδρόμια των πόλεων φωτιές, για να κάψουν τον καρνάβαλο. Οι άνθρωποι, νέοι και γέροι, τραγουδούν και χορεύουν πηδώντας πάνω απ’ τις φωτιές «για το καλό», όπως λένε, αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα. Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά και απ’ αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια.

Μια μορφή χορού είναι και το «γαϊτανάκι», ένα παραδοσιακό παιχνίδι για παιδιά με έναν ψηλό στύλο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων. Κάθε παιδί πιάνεται από μια λωρίδα και γυρνούν γύρω-γύρω από το στύλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη ζωή στο θάνατο και το αντίθετο. Σε πολλές περιπτώσεις οι καρναβαλιστές χωρίζονταν σε δύο στρατόπεδα και συγκρούονταν μεταξύ τους, για να μην αφήσουν τόπο στους άλλους να περάσουν, αν το δρομάκι ήταν στενό και έπρεπε κάποια από τις ομάδες να παραμερίσει. Οι πέτρες με τα όπλα που μεταχειρίζονταν στις συγκρούσεις αυτές, αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας με τον ακίνδυνο χαρτοπόλεμο που γίνεται με σερπαντίνες και κομφετί, ως ανάμνηση κι αναπαράσταση των τρομερών μαχών που γίνονταν  παλαιότερα στις γειτονιές.

 

Το ιδιαίτερο Βενετσιάνικο καρναβάλι στο Ναύπλιο. Φώτο: Μπουγιώτης Ευάγγελος.

 

Καρναβάλι 2017, Δήμος Άργους-Μυκηνών. Φώτο: Ταμπούρης.

 

Αργείτικο καρναβάλι, 2017. Η βασίλισσα του Αργείτικου καρναβαλιού,
η γνωστή χορεύτρια Αναστασία Γιούσεφ η οποία υποδέχτηκε τους καρναβαλιστές με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.

 

Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει την Καθαρά Δευτέρα με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού. Με τον όρο «κούλουμα» εννοούμε την μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας στη φύση. Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική από το «cumulus», που έχει τη σημασία του σωρού, αλλά σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρα, και τον επίλογο. Η γιορτή, λοιπόν, της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα στη φύση είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.

Κανένας κανόνας όμως δεν απαγορεύει το κρασί την Καθαρά Δευτέρα, που με λίγες ελιές, ταραμά και φρέσκα κρεμμυδάκια και με το απόθεμα της ευτυχίας που διατηρείται από την προηγούμενη μέρα, αρκεί ώστε και η μέρα αυτή να μην υστερεί σε κέφι από τις άλλες ημέρες της Αποκριάς. Με τη διαφορά ότι αλλάζει η σκηνή και όλοι, οι μεγάλοι με τα νηστίσιμα φαγητά που έχουν ετοιμάσει και οι μικροί με τους χαρταετούς, πηγαίνουν στην εξοχή για να κάνουν τα κούλουμα. Την Καθαρά Δευτέρα τα προσωπεία αποσύρονται, για να δώσουν τη δυνατότητα για την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας και την εύρεση του προσώπου μέσα στο στάδιο της Σαρακοστής. Ένα στάδιο πνευματικής άσκησης που λήγει την Κυριακή των Βαΐων, για να ανοίξει η Μεγάλη Εβδομάδα που θα μας οδηγήσει στη Μεγάλη Πασχαλιά και την Ανάσταση.

 

Συμπεράσματα 

 

Το καρναβάλι σαν έθιμο και σαν εκδήλωση είναι ειδωλολατρικό, αλλά διατηρείται σήμερα σαν θεσμός και στις χριστιανικές χώρες και γιορτάζεται πανηγυρικά. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: Πολιτιστικούς, με σκοπό την αναβίωση και τη διάσωση των τοπικών παραδόσεων και την διατήρηση της φυσιογνωμίας και της ταυτότητας κάθε τόπου.  Διαφημιστικούς και οικονομικούς με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού, την προσέλκυση του κόσμου, την προβολή και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής. Ψυχαγωγικούς με στόχο την αποφυγή της ρουτίνας, τη διασκέδαση και την εκτόνωση των πολυάσχολων ανθρώπων. Σε αρκετούς νομούς και γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας σώζονται έθιμα και παραδόσεις που μεταφέρονται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας. Από την Κρήτη μέχρι τις Σέρρες, από τη Λέρο μέχρι την Ξάνθη και από την Κέρκυρα μέχρι την Λάρισα γνωστά ή άγνωστα αποκριάτικά έθιμα αναβιώνουν μέχρι σήμερα κρατώντας ζωντανή την ελληνική παράδοση. Τα αποκριάτικα έθιμα ανά την Ελλάδα, διονυσιακού χαρακτήρα και αρχαιοελληνικής προέλευσης με παγανιστικές επιρροές, έντονα σκωπτικά και με σατυρική διάθεση τις περισσότερες φορές, συνδέονται άλλοτε με την ιστορία και τους θρύλους κάθε περιοχής και άλλοτε αποτελούν απλώς μια αφορμή διαφυγής από την καθημερινότητα.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες να αναβιώσουν τα παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Πολύ γνωστό σε όλους είναι το περιβόητο πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, της Πλάκας στην Αθήνα, της Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο», της Κοζάνης με τους  φανούς της και τα υπαίθρια γλέντια γύρω από φωτιές σε διάφορες γειτονιές, αλλά και της Ξάνθης, της Καστοριάς, όπως επίσης και της Νάουσας με τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες. Με την ίδια διάθεση γιορτάζεται σήμερα το καρναβάλι σε πολλά μέρη του κόσμου. Φημισμένα είναι το πολύ θεαματικό του Ρίου Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, το αριστοτεχνικό καρναβάλι της Βενετίας, της Νίκαιας και πολλά άλλα. Τα καρναβάλια παντού γίνονται με μασκαράδες, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος και αποτελούν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα.

 

Πηγές


 

  • Λουκάτος Σ. Δημήτρης, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985.
  • Μάργαρης Σ. Νικόλαος, Λαογραφική οικολογία, εκδ. Φιλιππότη, 1991.
  • Μέγας Α. Γεώργιος, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, εκδ. Εστία, 2012.
  • Flaceliere Robert, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η ιστορία του θεσμού της προίκας


 

Ένας θεσμός με πανάρχαιες ρίζες, που διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα, ήταν ο θεσμός της προίκας. Προίκα ονόμαζαν «όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, που έδινε η οικογένεια της νύφης ή και η ίδια η νύφη στο γαμπρό κατά το γάμο» (Μπαμπινιώτης). Κατά τον Αστικό Κώδικα προίκα ήταν «η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παρεχομένη εις τον άνδρα περιουσία προς ανακούφισιν των βαρών του γάμου». Η λέξη «προίκα» ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «προίξ» (<πρό + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι<ἵκω = έρχομαι), και σημαίνει αυτό που έρχεται εκ των προτέρων, με την έννοια του δώρου που δινόταν πριν από το γάμο. Αλλού συναντάμε τη λέξη  «φερνή» για την περιουσία της νύφης που δινόταν στον γαμπρό με τον γάμο και αποτελούσε ανέκαθεν μια συνεισφορά στη δημιουργία του νέου σπιτικού.

Το θεσμό της προίκας τον συναντάμε στα ομηρικά έπη. Στην ομηρική εποχή γάμοι μεταξύ ευγενών γίνονται είτε με εξαγορά της νύφης (προσφορά δώρων, προίκα), είτε με αγώνες ανάμεσα σε ευγενείς με έπαθλο τη νύφη (αγώνες για την Ωραία Ελένη), είτε με αρπαγή γυναικών (ωραία Ελένη – Πάρης). Ο Όμηρος αναφέρει την προίκα ως «το κατά τους γάμους διδόμενον μερίδιον, προίξ ή φερνή» (lidell-Scott). Στα ομηρικά χρόνια όμως ο άνδρας συνήθως ήταν εκείνος που έδινε προίκα και σπανιότερα η γυναίκα κάποιες φορές. Στο Ι της Ιλιάδας ο Αγαμέμνονας τάζει στον Αχιλλέα μια από τις κόρες του για γυναίκα και μεγάλη προίκα, για να γυρίσει στη μάχη. Τονίζει μάλιστα ότι δε θέλει από τον Αχιλλέα τίποτε σαν προίκα (αδώρητος).

«Στο στερεό μου μέγαρο τρεις έχω θυγατέρες.

Από τις τρεις αδώρητα στο σπίτι του Πηλέως

ας φέρ’ ή την Χρυσόθεμιν ή και την Λαοδίκην

ή και την Ιφιάνασσαν και θα της δώσω δώρα

όσα κανείς στην κόρη του δεν έδωσε πατέρας».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ι, 144-148)

Στο Ζ της Ιλιάδας τονίζεται πως η γυναίκα εκτός από την ομορφιά της ήταν περιζήτητη νύφη, όταν είχε προίκα – «φερνή» και η Ανδρομάχη είναι «πολύφερνη» συμβία του Έκτορα.

«με ορμή εμπρός του πρόβαλε η ασύγκριτη Ανδρομάχη,

πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου Αετίωνος».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ 394-395)

Η Ιλιάδα αναφέρεται στην ηρωική εποχή του 12ου π.Χ. αιώνα. Τότε, για να θεωρηθεί ένα αρσενικό παιδί ότι ανδρώθηκε, έπρεπε να διακριθεί ως άνδρας ή ήρωας. Άνδρες ή ήρωες ήταν οι Ηρακλείδες, οι Αργοναύτες και οι πολεμιστές του Τρωικού πολέμου. Τρόποι για να δείξει επινοητικότητα και δύναμη και να διακριθεί ήταν το κυνήγι, το άθλημα, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η τέχνη, η ανδρεία. Μετά τη διάκρισή τους τα αρσενικά παιδιά μπορούσαν να πάρουν μέρος στη δημόσια ζωή, να αποκτήσουν περιουσία, να δημιουργήσουν οικογένεια και να πολεμήσουν. Με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτούσαν μπορούσαν να προσφέρουν δώρα στον πατέρα της νύφης (χρυσάφι, βόδια, πρόβατα, κτήματα, σκλάβες), ως απόδειξη της ανδρείας και της προκοπής τους. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση οι γαμπροί που πήγαν στον Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης, να ζητήσουν σε γάμο την κόρη του Ελένη, του υποσχέθηκαν πολλά και πολύτιμα δώρα, «χρυσάφι, αγγεία και σκεύη, σκλάβες, βόδια, πρόβατα, κτήματα» κι εκείνος επέλεξε για σύζυγο της Ελένης τον Μενέλαο, που είχε διακριθεί ως ήρωας και είχε προσφέρει τα περισσότερα δώρα.

Στην Οδύσσεια, που αναφέρεται σε μεταγενέστερη εποχή από εκείνη της Ιλιάδας, βρίσκουμε δύο απόψεις για την προίκα, δηλαδή και προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη, «Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος, που βγει στα δώρα νικητής και ταίρι του σε πάρει.» (Ομήρου, Οδύσσεια, ζ, 158-159) και προσφορά της νύφης προς το γαμπρό, «κι εκείνοι θα γνοιαστούν το γάμο της, θα φτιάξουν τα προικιά της  αρίφνητα, στη θυγατέρα τους την ακριβή ως ταιριάζει», (Ομήρου, Οδύσσεια, α, 277-278).

Βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο που η προίκα με τη μορφή δώρων για την εξαγορά της νύφης μετατρέπεται σε αποζημίωση του συζύγου, που αναλαμβάνει τα βάρη της νέας οικογένειας, ενώ ελαφρύνει την οικογένεια της κόρης κατά ένα μέλος. Η υλική και πνευματική πρόοδος, που άρχισε από το τέλος της αρχαϊκής εποχής και κορυφώθηκε στις κοινωνίες της κλασσικής εποχής, οδήγησε σε κοινωνικές αλλαγές και στην νομοθετική καθιέρωση νέων οικογενειακών θεσμών. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η θεσμοθέτηση της προίκας, που αρχίζει την εποχή του Σόλωνα. Ο νομοθέτης Σόλων τον 6οαιώνα π. Χ. με τη «Σεισάχθεια» όρισε ότι «η γυναίκα που παντρεύεται δεν παίρνει τίποτα άλλο μαζί της, παρά μόνο τρία φορέματα και μερικά οικιακά σκεύη». Έτσι κατάργησε το θεσμό των πλουσίων δώρων στους γάμους, γιατί προκαλούσε τον ανταγωνισμό και λειτουργούσε ως μηχανισμός μεταβίβασης και συγκέντρωσης περιουσίας και πλούτου στις πλούσιες οικογένειες.

Ο νομοθέτης πάντως έκρινε πως η γυναίκα έπρεπε να έχει ως προίκα τα απαραίτητα («ιμάτια τρία και σκεύη μικρού νομίσματος αξία»), για να μπορεί να έχει ελευθερία λόγου στο σπίτι της. «Νύφη άπροικος ούκ έχει παρρησίαν», [Menander, Comic., Sententiae e codicibus Byzantinis Γρ. 517] που σημαίνει νύφη χωρίς προίκα δεν έχει ελευθερία λόγου, επισημαίνει ο Μένανδρος, ενώ ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη λέει «ταῦτα δωρεῖται πατὴρ πολλοῖς σὺν ἕδνοις, ὥστ᾽ ἐλευθεροστομεῖν», δηλαδή αυτά μου χαρίζει ο πατέρας μαζί με πολλά άλλα γαμήλια δώρα, ώστε να μπορώ να μιλάω. (Ευριπίδη, Ανδρομάχη στ. 152-153). Στην Αρχαία Αθήνα και Σπάρτη ο γάμος επικυρωνόταν με τη συμφωνία του πατέρα της νύφης και του γαμπρού ενώπιον μαρτύρων. Η συμφωνία αυτή ονομαζόταν«εγγύη» και επρόκειτο για μια πολύ σημαντική νομική πράξη παρά το γεγονός ότι ήταν προφορική, αφού με την εγγύη οριζόταν η προίκα και παράλληλα η κυριότητα της κοπέλας περνούσε από τον πατέρα στον μνηστήρα.

Κατά την κλασσική εποχή (χρυσούς αιώνας) η προίκα περιλάμβανε ρουχισμό, οικιακά σκεύη, έπιπλα και χρήματα, τα οποία προσφέρονταν ως προίκα από τον πατέρα της νύφης στον γαμπρό. Δεν είχαν την έννοια των δώρων, αλλά την εκπλήρωση υποχρέωσης για συμμετοχή και συνεισφορά της νύφης και της οικογένειάς της στην αντιμετώπιση των βαρών της καινούριας οικογένειας. Στην πορεία του χρόνου η προίκα δέχτηκε πολλές κριτικές και αμφισβητήσεις, αλλά τηρήθηκε και από τους αμφισβητίες της, όταν ήρθε η ώρα. Ο Αριστοτέλης την χαρακτήρισε βαρβαρικό έθιμο, ενώ ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» είναι πολέμιος της προίκας και τη θεωρεί αντιδημοκρατική, γιατί συμβάλλει στην ένωση δύο μεγάλων περιουσιών και στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων.

Στη Ρωμαϊκή εποχή η προίκα απέβλεπε στην ανακούφιση των βαρών του γάμου και αντιστοιχούσε στο κληρονομικό μερίδιο της γυναίκας στην πατρική περιουσία.  Όταν η γυναίκα έφευγε από την οικογένειά της και περνούσε στην οικογένεια του συζύγου της, έχανε τα κληρονομικά της δικαιώματα πάνω στη οικογενειακή περιουσία. Ως αντιστάθμισμα ο πατέρας της νύφης είχε υποχρέωση να δίνει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία στον άνδρα της ως αποζημίωση. Στα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια η προίκα ήταν απλώς ηθική υποχρέωση του γονιού ως αποζημίωση προς το γαμπρό που γίνεται ο κύριος της κόρης. Το 1Ο  μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αύγουστος με νόμο υποχρέωνε τον πατέρα να προικίζει την κόρη του. Οι αυτοκράτορες Σεβήρος και Αντώνιος επέκτειναν την ισχύ του νόμου και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Από τον 2ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει να διαδίδεται και η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για την προίκα. Αυτή η υποχρεωτική προίκιση των γυναικών ίσχυσε και αργότερα στις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν το ρωμαϊκό δίκαιο.

Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια (5ος αι. µ.Χ.) συντάσσονταν και προικώα έγγραφα για τη σύσταση της προίκας, που ονομάζονταν προικοσύμφωνα (προικοχάρτια, αρραβωνοχάρτια). Στο Βυζάντιο η σύνταξη συμβολαίου για την προίκα της γυναίκας ήταν υποχρεωτική για την ανώτερη κοινωνική τάξη, τους εμπόρους, τους αξιωματούχους κλπ. Στα μεταβυζαντινά χρόνια η προίκα έγινε ένας θεσμός του άγραφου και εθιμικού δικαίου που ρίζωσε στους ανθρώπους.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το έθιμο αποτελούσε κορυφαίο τμήμα της διαδικασίας του γάμου, αφού το μέγεθος και η ποιότητα της προίκας καθόριζε σε απόλυτο βαθμό τον «καλό γαμπρό». Από την περίοδο της τουρκοκρατίας, γύρω στα 1500 μ.Χ., μαρτυρούνται τα πρώτα συμβόλαια προίκας, τα λεγόμενα «προικοσύμφωνα», στα οποία μπορούμε να δούμε όλες τις κοινωνικές τάξεις και διαφορές. Τα πιο πλούσια προικοσύμφωνα περιέχουν σπίτια, χωράφια, ζώα κλπ., ενώ στα πιο φτωχικά αναφέρεται μόνο ρουχισμός, οικοσκευές, ίσως και καμιά… κότα! Τα έγγραφα αυτά συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Έλληνες. Η σύνταξή τους γινόταν πάντα µε παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο.

 

Επιλέγοντας την προίκα. Έργο του Ρώσου Ζωγράφου Nikolay Bekryashev (1874 – 1939). Δημοσιεύεται στο ρωσικό εικονογραφημένο περιοδικό «Niva », τεύχος 10, 1911.

 

Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο και η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη. Περιλάμβανε είδη ρουχισμού , έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια), νομίσματα, αλλά και ακίνητα (σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιοκτήματα κ.τ.λ.), που περιγράφονταν µε κάθε λεπτομέρεια (θέση, έκταση, γείτονες κ.τ.λ.). Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και µόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος, που είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της. Δεν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή να παραχωρήσει µε οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.

 

Η πρώτη σελίδα του προικοσυμφώνου του Δημήτριου Δεσμίνη και της Μαριώγκας Νυσταζοπούλου, περίπου το 1868. Είχε συνταχτεί στο Άργος, στο συμβολαιογραφείο του Δ. Κιτσόπουλου.

 

Ο θεσμός της προίκας με το πέρασμα των χρόνων καθιερώθηκε στα ελληνικά ήθη και έθιμα, διατηρήθηκε μέχρι και τον περασμένο αιώνα και αποτελούσε το άγος όλων των οικογενειών, που είχαν κορίτσια για γάμο. Παντρειά, χωρίς την καταβολή προίκας και μάλιστα προκαταβολικά σπανίως συνέβαινε και όση περισσότερη προίκα είχε μία κοπέλα τόσο πιο περιζήτητη νύφη ήταν. Πρακτικά ήταν αδύνατο μια φτωχή – ακόμα και όμορφη – κοπέλα να παντρευτεί το γιο του προύχοντα της περιοχής. Τις ελάχιστες φορές που συνέβαινε γάμος από έρωτα και χωρίς προίκα, η κοινωνία θεωρούσε δεδομένο ότι η νύφη «τύλιξε» τον γαμπρό. Συχνό ήταν και το φαινόμενο μια άσχημη ή μεγάλη για την εποχή γυναίκα με καλή προίκα να γίνει περιζήτητη νύφη και τότε ακουγόταν το κλασικό «τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά». Το έθιμο της προίκας ουσιαστικά κάλυπτε μια κοινωνική αναγκαιότητα των παλαιότερων χρόνων, αφού η γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι δεν αποτελούσε μέρος του εργατικού δυναμικού και δεν εισέφερε στο οικογενειακό εισόδημα.

Η προίκα της κόρης ήταν το κυριότερο μέλημά κάθε οικογένειας από την πιο πτωχή μέχρι και την πιο πλούσια. Ήταν μεγάλο θέμα για την οικογένεια του κοριτσιού και οι γονείς μοχθούσαν και στερούνταν τα πάντα, για να εξασφαλίσουν την προίκα της κόρης τους. Η ίδια η κοπέλα προσπαθούσε από την παιδική της ηλικία μέχρι τη στιγμή που θα τη ζητούσε κάποιος να συγκεντρώσει όση περισσότερη προίκα μπορούσε για να παντρευτεί. Κεντούσε τα χειροποίητα κεντήματα, έπλεκε, έραβε τα προικιά της και ύφαινε τα χαλιά που θα έπαιρνε μαζί της.  Η προίκα άλλωστε είχε και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς με αυτή η γυναίκα έδειχνε τις ικανότητές της και την αξία της ως νοικοκυρά. Μία εβδομάδα πριν το γάμο οι φίλες της νύφης έπλεναν και σιδέρωναν την προίκα της, την άπλωναν στα δωμάτια του πατρικού της σπιτιού σε κοινή θέα, για να φανεί τι είχε ετοιμάσει η νύφη και γινόταν ο σχολιασμός από τις γυναίκες. Πόσα κεντήματα, πόσα σεντόνια, πόσες μαξιλαροθήκες, πόσα χαλιά είχε. Η προίκα κάθε κοπέλας γινόταν το επίκεντρο του θαυμασμού, ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες, και όσο μεγαλύτερη ήταν, τόσο περιζήτητη ήταν η νύφη.

Η προίκα έπρεπε να είναι ανάλογη με την περιουσία και την κοινωνική θέση του πατέρα της νύφης. Για τις φτωχές οικογένειες ήταν φορτίο δυσβάσταχτο, γι’ αυτό και η γέννηση του κοριτσιού συχνά θεωρούνταν συμφορά. Σε περιόδους φτώχειας οι γονείς έκαναν θυσίες και παραμελούσαν ακόμα και την υγεία τους, για να συγκεντρώσουν την προίκα και να παντρέψουν την κόρη τους. Στην  προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την προίκα της κοπέλας, κάποιοι φτωχοί γονείς επινοούσαν και ιδιαίτερα ευρηματικούς τρόπους. Με τη γέννηση ενός κοριτσιού φύτευαν σ’ ένα χωράφι τους ορθόκλαδα δέντρα, που τα προόριζαν για προίκα της κόρης. Στη νότια Ελλάδα φύτευαν κυπαρίσσια, ενώ στη βόρεια Ελλάδα λεύκες. Οι κορμοί των δέντρων αυτών ήταν απαραίτητοι για τις στέγες των σπιτιών, για έπιπλα και άλλες χρήσεις και πουλιούνταν περίπου 1 λίρα ο ένας. Όταν το κορίτσι γινόταν 20 χρονών, τα δέντρα ήταν έτοιμα για υλοτόμηση. Έτσι, αν ένας πατέρας είχε φυτέψει 1.000 λεύκες, εξασφάλιζε 1.000 λίρες για την προίκα της κόρης του!

 

Μεταφορά της προίκας. Λιθογραφία από το γερμανικό περιοδικό Die Gartenlaube, 1876.

 

Στη δημιουργία της προίκας πάντως συμμετείχε όλη η οικογένεια. Τα αγόρια της οικογένειας έμπαιναν από νωρίς στον αγώνα της ζωής και δεν παντρεύονταν, αν δεν εξασφάλιζαν την προίκα της αδελφής τους και δεν την πάντρευαν. Στη νεοελληνική οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας, αλλά οι θυγατέρες προηγούνταν και ακολουθούσαν τα αγόρια με σειρά ηλικίας. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη. Αν δεν «αποκαθιστούσαν» τις αδελφές τους, δεν μπορούσαν να κάνουν τη δική τους οικογένεια. Κάποιες φορές πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους που έπρεπε να παντρέψουν και να προικίσουν. Έτσι ο άντρας συχνά γινόταν θύμα της προίκας, όταν έμενε ανύπαντρος μέχρι να παντρέψει τις αδελφές του, όταν έπρεπε να δουλεύει σκυλίσια για να προικίσει μια αδελφή ή όταν η σύζυγος με τη μεγάλη προίκα του φερόταν υποτιμητικά και δεν καταδεχόταν να εργαστεί.

Η προίκα με τον καιρό εξελίχθηκε σε καρκίνωμα στους κόλπους της ελληνικής οικογένειας. Οι πλούσιοι γινόντουσαν πλουσιότεροι, καθώς προτιμούσαν να παντρεύονται μεταξύ τους για να μεγαλώνουν τις φατρίες τους. Γίνονταν γάμοι από οικονομικό συμφέρον, «παζάρια» και εκβιασμοί για το ύψος της προίκας, «αγορά» γαμπρού, ματαιώσεις γάμων, επειδή η προίκα ήταν μικρότερη από τα υπεσχημένα, διαζύγια, αν η οικογένεια της νύφης δεν έδινε αρκετά μετά το γάμο και κάποιες φτωχές κοπέλες έμεναν στο ράφι, γιατί δεν είχαν προίκα. Η οικογένεια δεινοπαθούσε για να ικανοποιήσει την ακόρεστη επιθυμία του γαμπρού για πλούτο. Συχνά οι απαιτήσεις πολλών γαμπρών για προίκα ήταν παράλογες και πιεστικές και πολλές φορές εκβίαζαν για να εισπράξουν το ποσό που ήθελαν. Ο γαμπρός έθετε τους όρους και, εάν ήταν συμφέρουσα η πρόταση, γινόταν δεκτή η συμφωνία του γάμου. Φυσικά, σε μειονεκτική θέση βρίσκονταν οι φτωχότερες οικογένειες που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην κόρη τους ή τις κόρες τους μια μεγάλη προίκα για να τις αποκαταστήσουν με κίνδυνο τα κορίτσια να μείνουν …στο ράφι. Για αιώνες αμέτρητους δεν είχαν αξία τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.), αλλά το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.

Οι καταστάσεις αυτές είχαν την απήχησή τους στην ελληνική λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία «Η τιμή της αγάπης» της Τόνιας Μαρκετάκη βασισμένη στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα»: Ο γαμπρός κλέβει και διακορεύει την κοπέλα που είναι ερωτευμένη μαζί του, για να εκβιάσει τη μητέρα της να του δώσει σαν προίκα ό,τι έχει και δεν έχει. Εκείνη, φτωχή γυναίκα, αναγκάζεται να ενδώσει, αλλά η κοπέλα βρίσκει τη δύναμη να αρνηθεί αυτό τον αισχρό συμβιβασμό, κρατάει το παιδί που γεννήθηκε και πηγαίνει να δουλέψει σαν εργάτρια και ανύπαντρη μοναχική μητέρα. Πολλές υποθέσεις απασχόλησαν κατά καιρούς τον τύπο με επίδοξους γαμπρούς – απατεώνες και με φονικά λόγω μη διασφάλισης της προίκας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αθηναίος Αρσέν Λουπέν –  ήρωας από το μυθιστόρημα «Αριστοκράτης Λωποδύτης» – που ροκάνιζε τις προίκες των κοριτσιών και μετά… «έστριβε δια του αρραβώνος». Εμφανιζόταν σε αγγελίες συνοικεσίων ως γαμπρός – λαχείο με πολλά πτυχία, καλή θέση σε μια μεγάλη εταιρεία και ακριβό αυτοκίνητο και έτσι κέρδιζε των ενδιαφέρον των επίδοξων θυμάτων του. Σε άλλα δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων αναφέρονται περιστατικά φονικού σε ζευγάρια με τον άντρα να σκοτώνει τη γυναίκα του, επειδή η οικογένειά της δεν του έδωσε την προίκα που του είχαν υποσχεθεί.

Τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα μετά το 1950, ο θεσμός της προίκας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και έγινε σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Οι απελευθερωτικοί πόλεμοι (Βαλκανικοί πόλεμοι, εκστρατεία στη Μικρά Ασία), η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στη χώρα, έφεραν μεγάλη δυστυχία και πολλές στερήσεις στις οικογένειες, που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την προίκα των κοριτσιών τους και άρχισαν να διαμαρτύρονται για το θεσμό της προίκας. Η επανάσταση κατά της προίκας όμως ξεκίνησε το 1955 από 17 κοινότητες της Ρούμελης, με πρωτοστάτη έναν ασπρομάλλη αγρότη, τον Κώστα Κίτσο, κοινοτάρχη στο χωριό Άγιος Γεώργιος – Νεοχωράκι Φθιώτιδας, που έστειλαν ένα υπόμνημα προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη ικετεύοντάς την να αναλάβει πρωτοβουλία για την κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού «της προικός». Η ιδέα του υπομνήματος προήλθε από μια συζήτηση που είχε ο Κώστας Κίτσος με έναν συμπατριώτη του, πατέρα τριών κοριτσιών,  από το χωριό Λευκάδα. Είχε πάει στον κοινοτάρχη να τον συναντήσει για να ζητήσει τη βοήθειά του. «Άκου Κώστα. Ήρθε κάποιος για το κορίτσι μου και μου ζητάει προίκα και δεν έχω να του δώσω. Και από πάνω είναι και ξεβράκωτος, δεν αξίζει να του την δώσω. Και η κόρη μου είπε, πατέρα δεν με σκοτώνεις καλύτερα από το να πάρω αυτόν για άντρα μου; Τι να κάνω Κώστα μου;». Στον αγωνιώντα για την τύχη του κοριτσιού του αγρότη ο Κώστας Κίτσος είπε αυστηρά και ρητά  «πρέπει να τον διώξεις», οπότε και έλαβε από τον αγρότη την αποστομωτική απάντηση, «μια κουβέντα είναι αυτή, Κώστα….».

Το περιστατικό και οι κουβέντες του αγρότη συγκλόνισαν τον δραστήριο κοινοτάρχη Κώστα Κίτσο, που πήρε την πρωτοβουλία μαζί με άλλους 17 κοινοτάρχες της Δυτικής Φθιώτιδας να ζητήσει την απαλλαγή των οικογενειών από το δυσβάσταχτο βάρος της προίκας. Οι κοινοτάρχες των 17 χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και ο κοινοτάρχης του Δικάστρου Παναγιώτης Χαμπέρης, συνέταξαν, υπέγραψαν και απέστειλαν στη Βασίλισσα Φρειδερίκη ένα υπόμνημα, στο οποίο έγραφαν:

«Το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα εις την Ελλάδα είναι το της προικός των κοριτσιών. Το πρόβλημα δε αυτό, κατά την μεταπολεμική ιδίως περίοδο, εμφανίζεται υπό την οξυτέρα αυτού μορφήν. Η προιξ με νομισματική πλέον μονάδα την αγγλική λίραν, κατάντησε ο μεγαλύτερος εφιάλτης των εχουσών κορίτσια οικογενειών. Ως επί το πλείστον δεν λαμβάνεται υπόψιν η προσωπική αξία ενός κοριτσιού, αλλά το ποσόν των λιρών που διαθέτει και ο νέος θα ρωτήσει πρώτον τι χρηματικό ποσόν διαθέτει η κόρη και έπειτα θα ρωτήσει δια την κόρην. Δια τούτο πολλά κορίτσια αξιών μένουν στο περιθώριο της ζωής και γίνονται γεροντοκόρες και πεθαίνουν από μαρασμό, οι δε γονείς αυτών καταλαμβάνονται από απογοήτευση και απελπισία». Στο τέλος του υπομνήματος ικέτευαν τη βασίλισσα «να αναλάβει πρωτοβουλίες, για την κατάργησιν της προικός, θραύουσα ούτω τα δεσμά, των αλυσοδεμένων εκ ταύτης οικογενειών και μεταδίδουσα την χαράν, την ευτυχίαν και την ελπίδα εις αυτάς».

Οι κάτοικοι των χωριών της Ρούμελης ήταν πάμπτωχοι και κατήγγειλαν την αδιαφορία της πολιτείας που με τη στάση της ζημίωνε τους αδύναμους οικονομικά και βοηθούσε τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι. Φυσικά αυτή η καταγγελία προκάλεσε το ενδιαφέρον των εφημερίδων που κάλυψαν το γεγονός και έστειλαν απεσταλμένους στα συγκεκριμένα χωριά για να συναντήσουν τους εξεγερμένους χωρικούς.

 

Δημοσίευμα για την κατάργηση της προίκας.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» έστειλε στην Δυτική Φθιώτιδα δύο Δημοσιογράφους, τον Π. Καμβύση και τον K. Τριανταφυλλίδη, για να αναδείξουν την διαμαρτυρία. Η προίκα όμως εξακολούθησε να αποτελεί θεσμό και μάλιστα με οξύτερη μορφή, καθώς οι γαμπροί άρχισαν να ζητούν πλέον ως προίκα όχι ακίνητα (χωράφια ή σπίτια), αλλά χρήματα ή λίρες χρυσές Αγγλίας. Έτσι, πολλά κορίτσια, άξιες νοικοκυρές, που δεν είχαν προίκα, δεν είχαν χρήματα ή λίρες, έμεναν στο περιθώριο της ζωής, ως γεροντοκόρες, απελπισμένες και απογοητευμένες και πέθαναν από μαρασμό.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»

 

Παρά τις δημοσιογραφικές διαστάσεις που πήρε η διαμαρτυρία των κοινοταρχών, δεν είχε άμεσα αποτελέσματα. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, αντί να μεριμνήσει για την κατάργηση της προίκας, έκανε επισκέψεις ανά την επικράτεια και μοίραζε «βιβλιάρια των απόρων κορασίδων» με συμβολική κατάθεση 1.000 δρχ., που θα έπαιρνε κάθε άπορη κοπέλα με την ενηλικίωσή της ως προικοδότηση.  Και ετοιμαζόταν για το γάμο της κόρης της πριγκίπισσας Σοφίας με το διάδοχο του ισπανικού θρόνου Χουάν Κάρλος.

Πράγματι στις 14 Μαΐου του 1962 η Αθήνα σημαιοστολισμένη ήταν έτοιμη γι’ αυτό τον παραμυθένιο γάμο. Μεταξύ των επίσημων καλεσμένων, που είδαν τη Σοφία να λάμπει μέσα στο νυφικό – «δαντελένιο όνειρο», ήταν 32 εν ενεργεία βασιλιάδες και πρίγκιπες και 109 έκπτωτοι εστεμμένοι ή πρίγκιπες. Η βασίλισσα Φρειδερίκη άσκησε φορτικές πιέσεις στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθορίσει μεγάλο ποσό από τον δημόσιο προϋπολογισμό για προίκα της κόρης της. Και στις 19 Φεβρουαρίου ο υπουργός Οικονομικών Σπυρίδων Θεοτόκης καταθέτει στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο δίνεται προίκα στη Σοφία ύψους 9 εκατομμυρίων δρχ. (300.000 δολάρια) με απαλλαγή από κάθε φορολογία και με δυνατότητα να μετατραπεί σε συνάλλαγμα. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε δια βοής στις 16 Μαρτίου 1962, ενώ δαπανήθηκαν και 2.800.000 δραχμές για το «γάμο του αιώνα». Οι φοιτητές ζητούσαν αύξηση των κονδυλίων για ην παιδεία και διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Προίκα στην παιδεία όχι στη Σοφία», αλλά ποιος τους άκουγε;

Σιγά-σιγά όμως όλη η Ελλάδα ξεσηκωνόταν κατά της προίκας. Τα πρώτα ουσιαστικά βήματα για την κατάργηση της προίκας έγιναν τον Ιούλιο του 1978 με τη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής Αθηνών Α. Γαζή, με σκοπό την κατάργηση των νόμων 1403-1404 του Αστικού Δικαίου, που αφορούσαν στην προίκα και αντιτίθεντο στις αρχές του Συντάγματος περί ίσων δικαιωμάτων των δύο φύλων. Η επιτροπή είπε «όχι στην προίκα» και ζήτησε την κατάργηση του θεσμού, αναφέροντας ότι οι γονείς δεν πρέπει να υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους  -αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους.

Μετά από πολύχρονες διαβουλεύσεις και συζητήσεις, το 1983 ψηφίστηκε η οριστική κατάργηση της προίκας με το νόμο 1329/83 που όριζε ότι και οι δύο σύζυγοι υποχρεώνονται να συμβάλλουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας στο πλαίσιο της ισότητας καταργώντας τη προίκα και εκσυγχρονίζοντας έτσι το οικογενειακό δίκαιο.

Συγκεκριμένα ο νόμος 1329/1983 ορίζει ότι: (i) «οι γονείς δεν υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους – αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους», (ii) «οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και (iii) «η συνεισφορά γίνεται με προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους», στα πλαίσια της ισότητας, κοινωνικής και επαγγελματικής, των δύο φύλων. Με την νομοθετική κατάργηση του θεσμού της Προίκας και την χειραφέτηση της γυναίκας (ισότητα των φύλων) ανέτειλε για τις οικογένειες και τα παιδιά τους ένα αισιόδοξο μέλλον, καθώς τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια) μπορούν, ισόνομα, ισότιμα και ισάξια, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους, να εργαστούν, να αποκτήσουν περιουσία, να παντρευτούν, «Οικεία βουλήσει» και «να συνεισφέρουν από κοινού, το καθένα, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των βαρών της οικογενείας τους».

Μετά την κατάργηση της προίκας οι γονείς μπορούν, αν έχουν τη δυνατότητα, να στηρίζουν το νέο ζευγάρι στο ξεκίνημά του χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικό. Σήμερα αντί για προίκα έχει θεσμοθετηθεί η γονική παροχή στο τέκνο (άρρεν ή θήλυ) από οποιονδήποτε γονέα, για να ενισχυθούν οι νέοι στο ξεκίνημα και στη διατήρηση της οικογενειακής τους ζωής ή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Προβλέπεται μάλιστα μειωμένη φορολογία (το 50% του φόρου) για περιουσιακές παροχές γονιών προς τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, μέχρι ένα ποσό που σήμερα είναι 90.000 ευρώ, αυτοτελώς για κάθε γονέα, όπως ορίζεται με το νόμο 1329 ΦΕΚ 25/18- 2-83, άρθρο 1509 του Αστικού Κώδικα.

Στην εποχή μας στις περισσότερες χώρες ο θεσμός της προίκας θεωρείται ότι είναι αναχρονιστικός και υποβαθμίζει τη γυναίκα. Η γυναίκα έχει εξισωθεί πλήρως με τον άνδρα και συνεισφέρουν από κοινού στο νέο σπιτικό που ανοίγουν με το γάμο. Ο θεσμός της προίκας για τις περισσότερες χώρες αποτελεί μια παρωχημένη αντίληψη, η οποία απλώς υπενθυμίζει τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μια άλλης εποχής. Στο Δυτικό κόσμο οι γάμοι τελούνται με πρωτοβουλία των ίδιων των ανθρώπων, χωρίς την παρέμβαση των γονέων τους. Η γυναίκα παλιότερα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως λιγότερο δυναμικό και αυτόνομο και ήταν υποχρεωμένη να παραμένει στο σπίτι και να μην εργάζεται, αλλά να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών και με «τα του σπιτιού». Οι προσωπικές της ανάγκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Ο άντρας ήταν αυτός που είχε τη μεγαλύτερη ισχύ από οικονομική άποψη. Σήμερα η γυναίκα έχει εξισωθεί κοινωνικά με τον άνδρα, αντιμετωπίζεται ως ίση και έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα. Είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας και ενεργεί ως ένα αυτόνομο άτομο με δική του βούληση, το οποίο δεν είναι υπόλογο σε κανέναν. Η ίδια με τις αποφάσεις και τις πράξεις της διαμορφώνει τη ζωή της χωρίς να επεμβαίνουν σε αυτή παράγοντες, όπως οι γονείς της ή οι κοινωνικές αντιλήψεις.

Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Κάθε άτομο με την ένταξη του στην κοινωνία απογαλακτίζεται σταδιακά και μεριμνά μόνο του για την επιβίωση του από σχετικά νεαρή ηλικία. Αποκτά  εργασία, γίνεται οικονομικά ανεξάρτητο και δεν χρειάζεται τη συνεισφορά άλλων στο νέο ξεκίνημα της ζωής του, όταν παντρεύεται. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην κατάργηση της προίκας, αφού σκοπός της ήταν να ενισχύσει οικονομικά τη νέα οικογένεια που θα δημιουργούνταν. Ως θεσμός η προίκα ήταν καταδικασμένος να εκλείψει, επειδή ο άνδρας έπαψε να αντιμετωπίζει με φόβο και δυσπιστία τον γάμο, γιατί δε σηκώνει μόνος του τα βάρη του οικογενειακού βίου.

Τα τελευταία χρόνια ο τύπος της άεργης γυναίκας, που δικαίωνε τη διατήρηση του αναχρονιστικού θεσμού της προίκας, έχει αλλάξει. Η γυναίκα πλέον εργάζεται, βγάζει τα δικά της χρήματα, παντρεύεται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία και δεν διστάζει να διεκδικήσει όσα θέλει. Προτεραιότητά της δεν αποτελεί πάντα η οικογένεια, αλλά η επαγγελματική καταξίωση και η οικονομική ανεξαρτησία. Το πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας είναι ότι καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς ρόλους, όπως αυτόν της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης γυναίκας και της καλής νοικοκυράς. Στην προσπάθειά της να είναι «σωστή» σε όλα, όπως προστάζει η κοινωνία, συχνά πιέζεται, αγχώνεται, εξαντλείται και είναι ανάγκη να κρατάει τις λεπτές ισορροπίες που απαιτούνται ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ως μητέρας και νοικοκυράς από τη μία και ως εργαζόμενης από την άλλη.

Αλέξης Τότσικας

 Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Η Μουσικοχορευτική Παράδοση της Ερμιόνης – Βιβή Σκούρτη


 

Ένα νέο βιβλίο της Βιβής Σκούρτη, το τρίτο στη σειρά, έρχεται να επιβεβαιώσει και να σφραγίσει τη μεγάλη αγάπη της συγγραφέως για την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Ερμιόνη, γράφει σε σημείωμά του στο βιβλίο, ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γιάννης Σπετσιώτης από την Ερμιόνη.

Και συνεχίζει:

Το περιεχόμενό του νοσταλγικό, χαρούμενο, ζωντανό, ξεχωριστό. Γεμάτο μουσικές, τραγούδια και χορούς, που πλημμύριζαν τους δρόμους, τις πλατείες, τις ταβέρνες και τα σπίτια της πόλης μας.

Δημοτικά, καντάδες και ρεμπέτικα, αλλά και συρτά με ονόματα παράξενα. Το καλαφάτικο και το συρτοπολίτικο, ο συλιβριανός και τα μιλλεούνια, όπως τα ονομάτιζαν αλλά και τα έπαιζαν, οι μακαρίτες οργανοπαίχτες Λεωνίδας και μπαρμπα- Λιάς (οι Νακαίοι), μια ζυγιά, Παναγιώτης και μαστρο-Γιάννης, (οι Φασιλήδες), η άλλη. Κοντά και οι μπάλοι, τα χασαποσέρβικα και οι καρσιλαμάδες έδιναν τον δικό τους ιδιαίτερο τόνο στις ολονύχτιες διασκεδάσεις του τόπου μας.

Καλλίφωνοι, ζωγράφοι… της πίστας και δεξιοτέχνες των ήχων και της πενιάς, όλοι τους μερακλήδες, έδιναν το παρών, στις συνάξεις του γλεντιού, λες κι ο ένας «μυριζόταν» πού ήταν ο άλλος, ανεβάζοντας το θερμόμετρο του κεφιού στα ύψη! «Ας πάει και το παλιάμπελο!», «έξω η φτώχεια και τα βάσανα!», φώναζαν οι … «έξω καρδιά» της παρέας βλέποντας τον μπαρμπα-Λιά να παίζει με το λα(γ)ούτο στην πλάτη και τον Παναγιώτη έτοιμο να «πετάξει», καθώς έσερνε τις δοξαριές καθισμένος στην άκρη της καρέκλας, σχεδόν πάνω στο ποδάρι της, ενώ η «χαρτούρα» έπεφτε βροχή!

Εμείς, μικροί τότε, με τεντωμένα αυτιά και γουρλωμένα μάτια απολαμβάναμε εκείνες τις …περίεργες αλλά ζυγισμένες εικόνες και καθώς μεγαλώναμε τις αναζητούσαμε όλο και περισσότερο μέχρι που γίναμε κι οι ίδιοι πρωταγωνιστές! Όλα αυτά τα αλησμόνητα κομμάτια της ερμιονίτικης μουσικοχορευτικής παράδοσης, που σιγά- σιγά χάνονται και ξεχνιούνται, θέλησε η Βιβή με γνώση, τρυφερότητα και ωριμότητα να τα συγκεντρώσει και με τον δροσερό βιβλιογραφικό της λόγο να μας τα παρουσιάσει, ταξιδεύοντάς μας σε πρόσωπα, κουβέντες και γεγονότα, που η «αθανασία της μνήμης» τα κρατά ακόμα ζωντανά.

Πηγές, τα προσωπικά της βιώματα, οι αφηγήσεις της κυρα- Θωμαΐτσας, της μητέρας της, οι αναμνήσεις φίλων και συγγενών που συχνά έλεγαν: «Τα γλέντια που κάναμε τότε, δεν γίνονται σήμερα ούτε κατά διάνοια!». Αλλά και οι προηγούμενες καταγραφές, έρευνες και μελέτες σχετικά με τη Μουσική Ιστορία της Ερμιόνης.

Στα προτερήματα του βιβλίου και το φωτογραφικό του υλικό! Φωτογραφίες πολλές, επιλεγμένες από το τεράστιο προσωπικό της αρχείο, του λόγου τεκμήρια και της μνήμης επένδυση, επιβάλλεται να αξιολογηθούν με έμφαση και προσοχή.

Έτσι, ώστε όλα όσα είδε, άκουσε, ένιωσε και έμαθε η συγγραφέας ταιριασμένα και αναλλοίωτα να παραδοθούν στις επόμενες γενιές.

 

Η Μουσικοχορευτική Παράδοση της Ερμιόνης

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

 

Θα ήταν ακατόρθωτο να χωρέσει η «ζωή» μέσα σε μερικές σελίδες. Κι όμως! Το τραγούδι και ο χορός είναι συνυφασμένα με την ίδια τη ζωή, γι’ αυτό και μπορούν να δώσουν ένα μικρό δείγμα της, που προσφέρεται για νέες προσεγγίσεις. Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, μία διεξοδική λαογραφική έρευνα και καταγραφή της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Ερμιόνης, που περιγράφεται πολύ καθαρά, με βάση πρωτογενείς πηγές, καθώς παρατίθενται μαρτυρίες και συνοδεύεται από σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Περιέχει προφορικό πολιτισμό, νοσταλγικά λησμονημένα τραγούδια, σημαντικές βιωματικές αφηγηματικές καταθέσεις και χαριτωμένα περιστατικά του παρελθόντος, καθώς στην καρδιά της Ερμιόνης υπήρχε κάθε είδους ταβέρνα, όπου λάμβαναν χώρα ολονύχτια γλέντια με λιτά γεύματα και κρασί χύμα από τ’ αμπέλια της ερμιονίτικης γης.

Όλα τούτα τα στοιχεία, πολύτιμα λαογραφικά ντοκουμέντα, συγκεντρώθηκαν με αγάπη, σεβασμό, υπομονή, και συνέπεια, με σκοπό οι αναγνώστες να ξαναζήσουν τις αλησμόνητες εκείνες στιγμές και να μεταλαμπαδεύσουν τις αξίες και το ήθος του παραδοσιακού μουσικού και χορευτικού μας πολιτισμού.

Στην πραγματικότητα τούτες οι αλησμόνητες στιγμές των ανθρώπων είναι κοινές σε κάθε τόπο της πατρίδας μας και συνδέονται άμεσα με τη μουσικοχορευτική του παράδοση. Προβάλλουν ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πια. Γιατί η παράδοση ενός τόπου αποτελεί για εμάς μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο, αλλά εξίσου σπουδαίο και σημαντικό αποτελεί και η μεταβίβαση τούτου του πλούτου της πατρίδας μας από γενιά σε γενιά, με τις λιγότερες εύλογες απώλειες και αλλοιώσεις.

 

ΣυγγραφέαςΣκούρτη, Βιβή

Eκδότης Άρτεον

ISBN  978 6188 348851

Έτος κυκλοφορίας 2019

Σελίδες 90

 

Read Full Post »

Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια».

 

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα, συνεχίζεται με την πρωτοχρονιά, εορτή του αγίου Βασιλείου και ολοκληρώνεται με το «τριήμερο των Φώτων», που περιλαμβάνει την παραμονή των Θεοφανίων (5 Ιανουαρίου), την ημέρα των Θεοφανίων (6 Ιανουαρίου) και τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου). Στο  τριήμερο αυτό στην εκκλησία μας γίνονται διάφορες τελετές, που δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας.

Σύμφωνα με τις γραφές ο Ιησούς βαπτίστηκε όταν έγινε 30 ετών στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο. Τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς». Από τη φωνή του Θεού που ακούστηκε στη γη και επιβεβαίωσε τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, την τριαδική θεότητα, (η φωνή του Θεού, το Πνεύμα εν είδη περιστεράς και ο βαπτιζόμενος Υιός του Θεού) προήλθε το όνομα των Θεοφανίων. Είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στη γη και την έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. (Ματθαίος Γ’:13-17 – Μάρκος Α’:9-11, και  Λουκάς Γ΄:21,22).

 

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.

 

Ο εορτασμός των Θεοφανίων ξεκίνησε νωρίς στη πρώτη εκκλησία των Χριστιανών, δεν είναι βέβαιο όμως πότε καθιερώθηκε. Τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια γινόταν μαζί με τα Χριστούγεννα και οι δύο γιορτές συμβόλιζαν τη γέννηση και την αναγέννηση του ανθρώπου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι από τις αρχές του Β΄ αιώνα κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί, γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού «προδιανυκτερεύοντες» στις 6 Ιανουαρίου ή στις 10 Ιανουαρίου (Στρωματείς, βιβλ. α΄).  Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια και υποστηρίζει ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί.

Κατά τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος». Ο ξεχωριστός εορτασμός των Θεοφανίων και των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομο. Τον τέταρτο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας. Τα Θεοφάνια όμως λέγονται και Επιφάνια ή Φώτα (εορτή των Φώτων), καθώς ο Χριστός ήλθε για να φωτίσει τον κόσμο, όπως λέει στο τέλος το απολυτίκιο της εορτής (Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν κόσμον φωτίσας, δόξα σοι).

 

Η επιφάνεια των αρχαίων

 

Η εορτή των Θεοφανείων περικλείει εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. H χρήση της λέξης Επιφάνεια καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά η πίστη στην εμφάνιση του Θείου στους ανθρώπους με σκοπό να τους βοηθήσει ή να τους νουθετήσει ανάγεται στη νεολιθική περίοδο. Το πρώτο παράδειγμα Επιφάνειας απαντάται στη μινωική Κρήτη και απεικονίζεται στο ολόχρυσο «δακτυλίδι του Μίνωα», που βρέθηκε το 1928 σε αγρό κοντά στο βασιλικό τάφο-ιερό της Κνωσού, στο λόφο Γυψάδες, θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής του 15ου π.Χ. και κοσμεί σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. Αποτελεί το μεγαλύτερο σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε ποτέ με βάρος 32 γραμμάρια από ατόφιο χρυσάφι και θέμα του είναι τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Το δακτυλίδι του «Μίνωα» με θέμα τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Ο καλλιτέχνης – δημιουργός του εμφανίζει τη μινωική Μητέρα – Θεά να έρχεται από τη θάλασσα πάνω σε καράβι, σύμβολο της θαλασσοκρατορίας των μινωιτών, που έχει τη μορφή ιππόκαμπου. Στη σύνθεση ξεχωρίζουν και δύο δένδρα, ένα στοιχείο δενδρολατρείας, εξέλιξη του οποίου αποτελεί, πιθανότατα, και το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Το ένα δένδρο είναι πάνω αριστερά και το τραβάει προς τα κάτω μια γυναικεία μορφή και το άλλο πάνω σε βωμό στο κέντρο και το τραβάει μια ανδρική μορφή. Στο δεξί άκρο της εικόνας μια μορφή κάθεται πάνω σε μια κατασκευή και μπροστά της μια γυναικεία μορφή μικρού μεγέθους φαίνεται να κατεβαίνει από τον ουρανό.

Στο μυκηναϊκό πολιτισμό μια αντίστοιχη τελετουργική σκηνή σώθηκε στο περίφημο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας, ένα αριστούργημα της μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας, που ανακαλύφθηκε βορειοανατολικά της μυκηναϊκής ακρόπολης της Τίρυνθας το 1915. Φέρει έγγλυφη παράσταση και ανάγλυφη διακόσμηση σε τρεις σειρές. Στο αριστερό άκρο εμφανίζεται μια  γυναικεία θεότητα με μακρύ ιερατικό ένδυμα και κάλυμμα στο κεφάλι, που κάθεται σε θρόνο, ακουμπάει σε υποπόδιο και με το δεξί της χέρι υψώνει ένα κωνικό κύπελλο προς τέσσερις λεοντοκέφαλους δαίμονες, που κατευθύνονται σ’ αυτήν ο ένας πίσω από τον άλλο κρατώντας σπονδικές πρόχους. Γύρω από τη γυναικεία μορφή απεικονίζονται διάφορα στοιχεία που τονίζουν το θρησκευτικό χαρακτήρα της παράστασης: πίσω της ένα πουλί, πιθανότατα αετός, μπροστά της κιονίσκος με θυμιατήριο και ψηλά, επάνω από τις μορφές, ο ουρανός με τον τροχό του ήλιου και τη σελήνη.

 

Σφραγιστικό δακτυλίδι από το «θησαυρό της Τίρυνθας».

 

Θέμα  πολλών αμφορέων και κυλίκων είναι n εμφάνιση της Δήμητρας, θέας της γεωργίας, στον Τριπτόλεμο, τον ηγεμόνα της Ελευσίνας, στον οποίο δίνει τους σπόρους και του αποκαλύπτει τα μυστικό της καλλιέργειας της γης ως δώρο για τη φιλοξενία που της προσέφερε ο πατέρας του, όταν n θεά αναζητούσε την Περσεφόνη. Σ’ ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, που ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα το 1859 και εκτίθεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, παρουσιάζονται τρεις μορφές, δύο γυναίκες και ένας έφηβος. Στα αριστερά η θεά Δήμητρα, στα δεξιά η κόρη της Περσεφόνη και στη μέση ο νεαρός Τριπτόλεμος, που παραλαμβάνει τα στάχυα, για να διαδώσει στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σίτου.

 

Οι θεές της Ελευσίνας Δήμητρα και Περσεφόνη εικονίζονται σε μυστηριακή τελετή. Η Δήμητρα αριστερά παραδίδει στον νέο Τριπτόλεμο στάχυα για να διαδώσει την καλλιέργειά τους στον κόσμο. Δεξιά η Περσεφόνη. Ανάγλυφο. Γύρω στα 440 – 430 π. Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι θεοί εμφανίζονται στους ήρωες και στους ανθρώπους συνήθως με τη μορφή ανθρώπου χωρίς να γίνεται αντιληπτή η θεϊκή τους ιδιότητα (ενανθρώπιση), όπως η θεά  Ίρις που με τη μορφή της θνητής Λαοδίκης ειδοποιεί την Ελένη ότι ο Πάρης και ο Μενέλαος θα μονομαχήσουν (Ιλιάδα Γ  στιχ. 121-140).  Κάποιες φορές όμως η εμφάνιση των θεών γίνεται με τη θεϊκή τους ιδιότητα, οπότε μιλάμε για επιφάνεια των θεών, όπως η εμφάνιση της θεάς Αθηνάς στον Αχιλλέα, για να του προτείνει να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα:

«Κατέβηκα απ’ τον ουρανό να παύσω την οργή σου,

εάν μ’ ακούσεις. Μ’ έστειλε η λευκοχέρα Ήρα,

που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο.

(Ιλιάδα, Α 207-209)

Συγκλονιστική είναι η επιφάνεια στο Ω της Ιλιάδας, όταν ο Δίας στέλνει την Ίριδα στον Πρίαμο με το μήνυμα να πάει στον Αχιλλέα και να ζητήσει το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Πετάξου από τον Όλυμπο, ανεμοπόδαρη Ίρις,

μέσα στο Ίλιο να πεις του σεβαστού Πριάμου

να κατεβεί στις πρύμνες του με δώρα στον Πηλείδη,

να τον πραΰνει, το ακριβό παιδί του να του δώσσει».

(Ιλιάδα, Ω 144-147)

Αργότερα στέλνει και τον  Ερμή να οδηγήσει τον γέρο Πρίαμο στην σκηνή του Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να ζητήσει γονυπετής το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Ερμή, που τόσο αγαπάς τη συντροφιά του ανθρώπου
όσο κανείς άλλος θεός και ακούεις όποιον θέλεις,
κατέβα και τον Πρίαμο στων Αχαιών τα πλοία
οδήγα τον να μην τον ιδεί κανείς ή τον νοήσει
από τους άλλους Δαναούς, πριν φθάσει στον Πηλείδη».

(Ιλιάδα, Ω 334-338)

Φαίνεται ότι οι ρίζες των εορτών των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο και αποτελούν εξέλιξη πανάρχαιων εορτών σε μία εποχή του χρόνου που αρχίζει να φαίνεται η καιρική αλλαγή με το μεγάλωμα της ημέρας. Σκοπός όλων των θρησκευτικών τελετών είναι η δημόσια ευχαριστία του θεού με προσφορές και η επίκληση της βοήθειάς του, για να διατηρηθεί η ευημερία της κοινότητας. Έτσι εξηγούνται οι χριστιανικές ικεσίες και οι πολυάριθμες θρησκευτικές παραστάσεις, όπου θεοί με ανθρώπινες μορφές δέχονται δώρα από λατρευτές.

 

Ο αγιασμός των υδάτων

 

Το τριήμερο των Θεοφανείων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Στις  εκκλησίες ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν γίνεται σε δύο φάσεις ο «αγιασμός των υδάτων» κατά μίμηση της βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην Ελλάδα ο πρώτος αγιασμός γίνεται την παραμονή των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου και λέγεται «μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση. Οι πιστοί θα πάρουν αγιασμό και το αντίδωρο στην εκκλησία και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.

Μετά τη πρωτάγιαση ο ιερέας με το βοηθό του γυρίζει όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της  ενορίας με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό και «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών, για να φύγει μακριά κάθε κακό. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα σ’ ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Μόλις ο ιερέας τελειώσει τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στο βοηθό του. Παλιά τα χρήματα αυτά ήταν μεταλλικά κέρματα, τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο σκεύος με τον αγιασμό, ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν.

Οι λαϊκές δοξασίες συνδέουν τον φωτισμό των σπιτιών και με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν με την έλευση του ιερέα να φεύγουν περίτρομοι κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!» και να χώνονται στα έγκατα της γης  μέσα στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Οι γνωστοί σε όλους μας  καλικάντζαροι, τα αερικά, τα ξωτικά, τα παγανά, τα φοβερά δαιμόνια, που επιβουλεύονται το μέλλον του κόσμου και κάθε χρόνο προσπαθούν να πριονίσουν το δένδρο της ζωής, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο «μαράζι» τους να κόβουν το δέντρο που κρατάει τον κόσμο, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους. Οι  μοχθηροί, επίβουλοι, ασχημομούρηδες και βρωμεροί καλικάντζαροι επιβίωσαν στη λαϊκή παράδοση ως δαίμονες του Δωδεκαημέρου και είναι κληρονομιά των προϊστορικών δαιμόνων που απεικονίζονται στους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους.

 Μετά τον αγιασμό των χώρων του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Μαζεύουν το βράδυ τη στάχτη από την παραστιά και το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, τη ρίχνουν γύρω από το σπίτι και στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, στους στάβλους και στα χωράφια, επειδή  πιστεύουν ότι η στάχτη του Δωδεκαημέρου έχει αποτρεπτική δύναμη και προφυλάσσει το σπίτι από τα κακά. Πολλοί γεωργοί φυλάνε τη στάχτη και την ανακατεύουν με το σπόρο, για να έχουν καλή σπορά. Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάνουν και την ευχή τους, έρχεται η ώρα να πέσουν για ύπνο, γιατί ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια και πρωί – πρωί θα πάνε στην εκκλησία.

Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Στις πόλεις και στα χωριά, όπου δεν υπάρχει θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή κατάλληλη δεξαμενή, η κατάδυση και ο αγιασμός γίνεται στην εκκλησία μέσα σ’ ένα μεγάλο χάλκινο σκεύος γεμάτο νερό, ένα είδος κολυμβήθρας, τοποθετημένο πάνω σε ειδική στολισμένη εξέδρα. Ο  παπάς ψάλλει την ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών», όπως και την προηγουμένη, και ρίχνει το Σταυρό στο νερό, για να γίνει ο «Αγιασμός των Υδάτων». Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε», ενώ λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό. Όσοι βρίσκονται στην εκκλησία θα πάρουν απαραιτήτως αγιασμό και θα πιούν μερικές γουλιές. Πολλοί μάλιστα πίνουν το μεγάλο Αγιασμό νηστικοί, πριν πάρουν και αντίδωρο, έθιμο που φανερώνει την πίστη το λαού στην αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Όσοι παρέμειναν στο σπίτι πίνουν αγιασμό μόλις γυρίσει από την εκκλησία κάποιος δικός τους με τον αγιασμό. Όλοι οι πιστοί πίνουν συμβολικά και με ευλάβεια τρεις γουλιές από τον αγιασμό και ραντίζουν μ’ αυτόν τα σπίτια, τα εικονίσματα, τα δέντρα, τα χωράφια και τα ζώα τους.

Το νερό ως μέσο καθαρμού και εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών Θρησκειών και η τελετουργία των υδάτων με τους αρχέγονους συμβολισμούς της αποτελούσε βασικό μέσο κάθαρσης. Το  νερό άλλωστε θεωρείται συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου από πολλούς φιλοσόφους στην αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Θαλή η φυσική αρχή και αιτία των όντων είναι το ύδωρ (παν συνίσταται εξ ύδατος) και όλα τα φυσικά όντα αποτελούν μετατροπές του αρχέγονου αυτού στοιχείου με πύκνωση ή αραίωση. Το ύδωρ διαστελλόμενο με την εξάτμιση δημιουργεί τον αέρα, ενώ με τη συστολή και τη συμπύκνωσή του παράγει τη γη, πράγμα που επιβεβαιώνεται, όπως λέει, με την εμφάνιση των προσχώσεων στους ποταμούς. Η  διδασκαλία του Εμπεδοκλή ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερα «ριζώματα», δηλαδή τη γη, το νερό, τη φωτιά και τον αέρα. Ο Πλάτωνας στον διάλογο «Τίμαιος» αναφέρει ότι ο δημιουργός έπλασε το σύμπαν από την ολότητα τεσσάρων στοιχείων, από τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και τη γη, «τῶν δὲ δὴ τεττάρων ἓν ὅλον ἕκαστον εἴληφεν ἡ τοῦ κόσμου σύστασις. ἐκ γὰρ πυρὸς παντὸς ὕδατός τε καὶ ἀέρος καὶ γῆς συνέστησεν αὐτὸν ὁ συνιστάς » (Πλάτων, Τίμαιος 32 c 5-7).

Ο αγιασμός στη χώρα μας έχει την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, και την απαλλαγή τους από την επήρεια των δαιμονίων. Η έννοια αυτή δεν είναι αυστηρά χριστιανική και έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στην αρχαιότητα το νερό αξιοποιήθηκε ως μέσο καθαρμού και μύησης στα διάφορα μυστήρια και συνδέθηκε με τις τρεις σημαντικές στιγμές στη ζωή του ανθρώπου: τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο. Στην Ιλιάδα κύρια θέση κατέχουν οι αναφορές στο λουτρό των νεκρών και τον καθαρμό των πολεμιστών, πριν από διάφορες τελετουργικές ή λατρευτικές πράξεις. O καθαρμός κατά τη γέννηση αποτελούσε αναπαράσταση του μύθου, ότι μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάσθηκε σε Λούσιο. Το λουτρό αυτό του νεογέννητου ανθρώπου συνιστά και τον πρώτο θρησκευτικό καθαρμό του. Και εδώ οι ομοιότητες με τη χριστιανική βάπτιση, κατά τη διάρκεια της οποίας δίδεται n άφεση του προπατορικού αμαρτήματος, είναι εμφανείς.

 

Οι «βουτηχτάδες» των Φώτων

 

Σε πολλές περιοχές η κατάδυση του Σταυρού γίνεται στη Θάλασσα, σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη και στην ανάγκη σε κάποια δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Ο Ιερέας και οι πιστοί βγαίνουν από το ναό και κατευθύνονται στη θάλασσα, σε κάποιο λιμάνι ή ποτάμι, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Μεγάλη πομπή σχηματίζεται με τα εξαπτέρυγα μπροστά, πίσω τους παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα τις αρχές κάθε περιοχής και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με μουσική μπάντα και στρατιωτική παράταξη. Ο πληθυσμός των παραλιακών πόλεων κατεβαίνει στη θάλασσα για να παρακολουθήσει την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού. Με τους τελευταίους τόνους του τροπαρίου «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε» ο σταυρός υψώνεται στον αέρα από τον ιερέα, διαγράφει μία καμπύλη και βυθίζεται στα νερά, ενώ ο τόπος σείεται από τους αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους και οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα μαζί με τις σειρήνες των πλοίων στη θάλασσα. Όταν ακούγεται «και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς», λευκά περιστέρια αφήνονται και πετούν πάνω από τη θάλασσα και τον οικισμό.

 

Αγιασμός. Φωτογραφία Κοσμάς Καραγιάννης, ΙΜΒΗΚ.

 

Η ανέλκυση (το «πιάσιμο»)  του Σταυρού γίνεται από κολυμβητές, τους λεγόμενους «βουτηχτάδες». Νεαροί, κυρίως, άνδρες γυμνοί, οι «βουτηχτάδες», βουτάνε στα παγωμένα χειμωνιάτικα νερά και αγωνίζονται να πιάσουν το Σταυρό. Τα παλληκάρια ορμούν προς το σημείο της κατάδυσης του Σταυρού και ακολουθεί σκληρός αγώνας μεταξύ τους. Ο σταυρός κάποιες φορές αλλάζει διαδοχικά χέρια, μέχρι που ο πιο δυνατός ή ο πιο επιτήδειος κατορθώσει να διαφύγει από τον κλοιό των υπολοίπων και να φτάσει στην παραλία, όπου με τις ευχές και τους επαίνους του κόσμου παραδίδει το ιερό έπαθλο στον ιερέα, αφού φιλήσει πρώτα ευλαβικά το σταυρό και το χέρι του παπά. Ο νικητής του αγώνα είναι ο άξιος και ο δακτυλοδεικτούμενος της ημέρας, δέχεται τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών του, είναι το καμάρι των κοριτσιών και έχει το δικαίωμα να συνοδεύσει τους ιερείς στην περιφορά του Σταυρού στα σπίτια για το καθιερωμένο προσκύνημα.

Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και όποιος βρει και πιάσει το σταυρό θεωρείται τυχερός και ευλογημένος. Όσοι πέφτουν στο ποτάμι για το έθιμο, το θεωρούν μεγάλη τιμή και νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση να ανασύρουν το Σταυρό, να τον προσκυνήσουν και να τον παραδώσουν στον παπά. Είναι μεγάλη ευλογία να πιάσει κάποιος το σταυρό και τα παλιότερα χρόνια αυτός που τον έβρισκε είχε το δικαίωμα να τον περιφέρει στα σπίτια της ενορίας και να δεχθεί φιλοδωρήματα, που τα κρατούσε για τον εαυτό του ή τα έδινε στους φτωχούς. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας ο νέος που θα πιάσει τον σταυρό, τον κρατάει στο σπίτι του για ευλογία όλο το χρόνο και τον επιστρέφει την παραμονή των Θεοφανίων στην εκκλησία. Μετά την ανέλκυση του σταυρού η πομπή με την ίδια επιβλητική σύνθεση επιστρέφει στην εκκλησία μαζί με το νικητή, που έχει αποκτήσει φήμη ήρωα για ένα έτος, ώσπου να τον επισκιάσει κάποιος άλλος την επόμενη χρονιά.

Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς και τις ενορίες της χώρας, αλλά η καρδιά των εορταστικών εκδηλώσεων των Θεοφανίων χτυπά στον Πειραιά. Η επίσημη κατάδυση του σταυρού στην πρωτεύουσα ορίστηκε από το 1900 να γίνεται στον Πειραιά απέναντι από την παλαιά βασιλική της αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου. Αργότερα  αποφασίσθηκε η κατάδυση να γίνεται στη θάλασσα μπροστά από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Λίγο πριν τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από μια θανατηφόρα συμπλοκή  μεταξύ κολυμβητών για το ποιος θα πιάσει και θα ανασύρει το Σταυρό, απαγορεύτηκε η ανέλκυση του από βουτηχτές. Για αυτό μέχρι σήμερα ρίχνεται στη θάλασσα δεμένος με μια κορδέλα και στη συνέχεια ανασύρεται από τον Επίσκοπο. Το έθιμο της ανάδυσης του Σταυρού από βουτηχτάδες καταργήθηκε και σε πολλά παραθαλάσσια μέρη τα τελευταία χρόνια, γιατί πολλοί κληρικοί ρίχνουν το Σταυρό στα νερά δεμένο με μια κορδέλα και τον ανασύρουν οι ίδιοι. Η κατάδυση του Σταυρού δίνει, κατά τη λαϊκή πίστη, στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες.

 

Η εορτή των «πλυντηρίων» στην αρχαία Αθήνα

 

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει πολλές εκδηλώσεις, που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Πολλοί λαογράφοι υποστηρίζουν ότι η τελετή του αγιασμού των υδάτων στη θάλασσα την ημέρα των Θεοφανίων έχει τις ρίζες της στην εορτή των «Πλυντηρίων», που γινόταν μία φορά το χρόνο στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και είχε καθαρτήριο χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Αθηναίοι στην εορτή των «Πλυντηρίων» μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς και το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από τον «προσιζάνοντα ρύπον» των κακών πράξεων των ανθρώπων και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του.

Οι τελετές αυτές  γίνονταν, κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τις επιγραφές, ως εξής: Αρχικά καθάριζαν και εξάγνιζαν το ναό της Παλλάδος  Αθηνάς στην Ακρόπολη. Στο  χρονικό αυτό διάστημα το Ιερό δένονταν με σχοινιά (μία πρακτική που τηρείται ακόμα και σήμερα σε Χριστιανικούς ναούς). Οι ιέρειες του ναού που ήταν επιφορτισμένες  με τον καθαρισμό ήταν παρθένες και ονομάζονταν «λουτρίδες» ή «πλυντρίδες». Μία ακόμη ιέρεια, η οποία λεγόταν  «κατανίπτης», ήταν ειδικά επιφορτισμένη να επιμελείται του αγάλματος της θεάς. Η προπαρασκευαστική αυτή εργασία αποτελούσε την εορτή των Καλλυντηρίων.

Έπειτα άρχιζε η μεγάλη ήμερα των Πλυντηρίων. Σε αυτή κύριο ρόλο είχαν οι λεγόμενες «Πραξιεργίδες», ιέρειες  που ήταν  υπεύθυνες  να ετοιμάζουν το άγαλμα για το λουτρό. Έβγαζαν από το ξόανο τα ενδύματα και τα κοσμήματα, το κάλυπταν με  πέπλα και άρχιζε η πομπή με την εποπτεία των «νομοφυλάκων». Το άγαλμα της θεάς  μεταφερόταν επισήμως στον όρμο του Φαλήρου, βαπτίζονταν μέσα στη θάλασσα και παρέμενε εκεί όλη την ημέρα. Η ημέρα αυτή θεωρείτο στην Αθήνα ως αποφράδα,  γιατί η πόλη κατά το χρονικό αυτό διάστημα στερούνταν την προστασία της πολιούχου θεάς. Για αυτό  έπαυε κάθε  εργασία και ήταν επιβεβλημένη και επίσημη αργία. Το βράδυ το άγαλμα της Θεάς  επανέρχονταν στην Αθήνα συνοδευόμενο από τις  «Πραξιεργίδες» και εφήβους που κρατούσαν δάδες αναμμένες.  Στόλιζαν το άγαλμα όπως πριν και καθαρισμένο μετά το λουτρό το τοποθετούσαν και πάλι επισήμως στο ναό.

Οι τελετές αυτές γίνονταν το μήνα Θαργηλιώνα (Μάιο), είναι αόριστο όμως  ποια προηγείτο της άλλης. Κατά το λεξικογράφο Φώτιο τα Καλλυντήρια τελούνταν την 19η του μηνός Θαργηλιώνος και τα Πλυντήρια την 29η του ίδιου μήνα.  Η ετυμολογική έννοια των δύο λέξεων όμως θέτει σε αμφισβήτηση τις ημερομηνίες αυτές, καθώς λογικό είναι το πλύσιμο να προηγείται του καλλωπισμού.  Κάποιοι μελετητές συμφωνούν με το Φώτιο και υποστηρίζουν ότι τα Καλλυντήρια ήταν προπαρασκευαστική εορτή καθαρισμού του ιερού της Αθηνάς στην Ακρόπολη και προηγούνταν, ενώ τα Πλυντήρια ήταν η τελετή του λουτρού του ξόανου της θεάς και ακολουθούσε.

Ανάλογη με την πεποίθηση των αρχαίων ότι το θαλασσινό νερό καθάριζε το άγαλμα της πολιούχου θεάς τους, είναι  και η λαϊκή πίστη ότι η κατάδυση του Σταυρού δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Δεν είναι λίγες οι περιοχές στην Ελλάδα, όπου μετά την κατάδυση του σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων οι κάτοικοι τρέχουν και πλένουν σε θάλασσες και ποτάμια τα αγροτικά τους εργαλεία και τα εικονίσματα,  γιατί κατά τη λαϊκή δοξασία με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους και την αποκτούν εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Στη Μυτιλήνη, οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα με το λεγόμενο «άλαλο νερό», γιατί κατά την ιερή αυτή διαδικασία δεν μιλούν. Σε πολλά μέρη η νοικοκυρά χύνει το βράδυ της παραμονής το νερό από τις κανάτες, για να πάρει το πρωί καινούργιο, αγιασμένο νερό.

Τις τελευταίες ημέρες του Δωδεκαημέρου και συγκεκριμένα το διήμερο (παραμονή και ανήμερα) των Θεοφανίων και στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και άλλα πανάρχαια έθιμα με παγανιστικές διαστάσεις αναβιώνουν μέχρι τις μέρες μας διατηρώντας αναλλοίωτες παραδόσεις αιώνων και κρατώντας ζωντανούς συμβολισμούς, που σχετίζονται με την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων, τη γονιμότητα του ανθρώπου και την ευφορία της γης.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εορτασμός των Θεοφανίων στη Δράμα με πληθώρα εκδηλώσεων και δρώμενων, σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της καλοχρονιάς, δηλαδή η καλή υγεία και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Με μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες, κουδούνια και θορύβους, σταχτώματα και χορούς, αναπαράσταση οργώματος και σποράς, πλούσιο φαγοπότι και ευχές επιδιώκουν να επενεργήσουν στην καρποφορία της φύσης. Στο Μοναστηράκι, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη της Δράμας, και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος, αλλά και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνει το έθιμο των Αράπηδων, ένα δρώμενο με έντονη την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στο οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική θρησκεία και στις διονυσιακές τελετές, ενώ έχει δεχτεί και χριστιανικές επιρροές.

Άλλο γνωστό έθιμο των Θεοφανίων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό. Στην Ερμιόνη της Αργολίδας αναβιώνει πάνω από 50 χρόνια το «γιάλα – γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές, μυρτιές και χρωματιστές γιορτινές σημαίες και τις δένουν στο λιμάνι. Τα ξημερώματα των Φώτων τα αγόρια, που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το τοπικό τραγούδι   «γιάλα – γιάλα» με στιχάκια για την ξενιτιά, τον έρωτα και τη θάλασσα πριν την καθιερωμένη βουτιά για το σταυρό. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα.

 

Θεοφάνεια στην Ερμιόνη

 

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Πριν την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού ρίχνουν στη θάλασσα πολλά πορτοκάλια. Έπειτα οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο και τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία. Ένα από αυτά το αφήνουν για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Παρόμοιες τελετές και έθιμα αναβιώνουν σε όλους τους νομούς της χώρας. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της δυτικής Μακεδονίας αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί». Η έκφραση του λαού «κάθε Φώτα και Λαμπρή» είναι ενδεικτική της σπουδαιότητας της γιορτής αυτής.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το ρόδι στην αρχαιότητα και στη λαϊκή παράδοση


 

Ροδιές συναντά κανείς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ένα μικρό φυλλοβόλο δένδρο με γυαλιστερά φύλλα και πορτοκαλοκίτρινα λουλούδια, που πολλές φορές μοιάζει με θάμνο. Το μισό χρόνο που ρίχνει τα φύλλα της περνάει εντελώς απαρατήρητη, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μαγνητίζει τα βλέμματα με το χρώμα και την ομορφιά των ανθών και των καρπών με τις άφθονες κόκκινες ρόγες τους. Τα φρούτα της είναι στρογγυλά, κόκκινα ή κίτρινα, όταν ωριμάσουν, και γεμάτα με σπόρους. Είναι φυτό ανθεκτικό στη ζέστη, στην ξηρασία και στην έλλειψη φροντίδας και προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικά εδάφη. Το ρόδι δεν είναι από τα φρούτα που ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, ούτε το έφεραν από τον νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα είναι εδώ από πολύ παλιά, πολύ πριν από τους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς.

 

Ροδιά. Πίνακας ζωγραφικής με υπογραφή, Χαραυγή.

 

Η ροδιά φαίνεται πως δεν είναι ιθαγενής στην Ελλάδα, αλλά εισήχθη τα πολύ παλιά χρόνια από την Περσία ή την Κεντρική Ασία. Λέγεται ότι προέρχεται από την περιοχή ανάμεσα στο Ιράν (Περσία) και τη βόρεια Ινδία. Αργότερα καλλιεργήθηκε στην υπόλοιπη Ασία, την Αφρική και στη Μεσόγειο, όπου μεταφέρθηκε από Φοίνικες και  Άραβες εμπόρους. Οι Ρωμαίοι την πήραν από την Καρχηδόνα και την ονόμασαν malus Punica (καρχηδονιακή μηλιά) και το ρόδι malum Punicum, δηλαδή «μήλο της Καρχηδόνας». Το ρόδι το λέγανε όμως και granatum (malum granatum ή pomum granatum). Η βοτανική ονομασία του ροδιού είναι Punica granatum. Granum στα λατινικά είναι ο κόκκος και granatus είναι ο πολύκοκκος. Από αυτόν έχουμε λέξεις όπως γρανάζι, γρανίτης και γρανίτα. Granada στα ισπανικά είναι το ρόδι και η χειροβομβίδα με τα πολλά σφαιρίδια που θυμίζει ρόδι. Ο στρατιώτης ο εκπαιδευμένος στη χρήση χειροβομβίδων ονομάστηκε γρεναδιέρος (grenadier). Λένε μάλιστα ότι η πόλη Γρανάδα της Ισπανίας πήρε πιθανότατα το όνομά της από τις πολλές ροδιές που καλλιεργούνται στη περιοχή. Η ροδιά στην ισπανική ονομάζεται «γκρανάδα» και τα ρόδια είναι το πιο συνηθισμένο έμβλημα της πόλης και των κατοίκων της.

Στην ελληνική γλώσσα η λέξη ροδιά ετυμολογικά προέρχεται από το ρόδι και τα λεξικά συνδέουν τη λέξη με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού. Η ροδιά στην αρχαία Ελλάδα αναφέρεται με πολλά ονόματα στις διάφορες περιοχές. Οι αρχαίοι το δέντρο το έλεγαν «Ροιά», «Ροά» και το ρόδι ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι και ρόιδο και σήμερα ρόδι. Από το ρόδι ονομάστηκε το δέντρο ροδιά. Φαίνεται ότι η ονομασία «ροϊδιά», «ρόιδο» και «ρόιδι» ήταν παλαιότερα οι επικρατέστερες. Έτσι  διασώζεται στο δημοτικό τραγούδι και σε άφθονες άλλες πηγές (πάει το μήλο να χαθεί, το ρόιδο να μυρίσει).Το Μακεδονικό τραγούδι «μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο…», καθώς και η γνωστή έκφραση «τα ‘κανα ρόϊδο», δηλαδή τα θαλάσσωσα, τα’ κανα μούσκεμα, το επιβεβαιώνουν».

Η ονομασία «Ροιά», φαίνεται ότι καθιερώθηκε από τον Όμηρο και γίνεται ευρεία χρήση της στη μυθολογία. Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα ανέκδοτο για μια εποχή που Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε!

 

Η ροδιά στη μυθολογία

 

Θα παρακολουθήσουμε πρώτα την ιστορική διαδρομή του δένδρου της ροδιάς στη χώρα μας στηριζόμενοι σε ιστορικά και μυθολογικά δεδομένα. Οι μύθοι γύρω από τη ροδιά είναι ατελείωτοι, καθώς το δένδρο και οι καρποί του ήταν αφιερωμένα στην Αφροδίτη, στην Περσεφόνη, στη Δήμητρα, στην Αθηνά και στην Ήρα. Ο πιο παλαιός μύθος είναι ίσως αυτός που συνδέει την ροδιά με τον Ωρίωνα. Ο Ωρίων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους αστερισμούς, ένας πελώριος γίγας, γιος της Γης και ξακουστός για την ομορφιά του. Ήταν μάλιστα άξιος κυνηγός και σκότωνε τ’ αγρίμια με χάλκινο ρόπαλο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ωρίων παντρεύτηκε τη Σίδη, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, καθώς η Σίδη παινεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από την Ήρα και για τιμωρία η θεά την έστειλε στον κάτω κόσμο, όπου μεταμορφώθηκε σε Ροδιά.

Ο πιο φημισμένος μύθος που σχετίζεται με το ρόδι, είναι αυτός της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, θεό του Άδη. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Πλούτων άρπαξε την πανέμορφη Περσεφόνη και την πήρε μαζί του στον κάτω κόσμο. Η απελπισμένη μητέρα θεά Δήμητρα εκδήλωσε το θυμό της με τρομερές συνέπειες σε βάρος των θνητών. Αποσύρθηκε αποφεύγοντας κάθε σχέση με τον κόσμο και ως θεά της γεωργίας δεν άφηνε κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Μάταια οι άνθρωποι καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ήρθε μία εποχή ξηρασίας και λοιμοί μάστιζαν τους ανθρώπους. Η γη έπαψε να βλασταίνει, κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε τους πρόσφεραν οι άνθρωποι.

 

Περσεφόνη. Ο Άδης της δίνει να φάει σπόρους ροδιού ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Έργο του Dante Gabriel Rossetti (1828-1882), Tate Britain, Λονδίνο.

 

Ο Δίας στέλνει τον ένα μετά τον άλλο τους Ολύμπιους να παρακαλέσουν τη Δήμητρα να αλλάξει τη γνώμη της, μα εκείνη ανένδοτη λέει ότι θα πεισθεί, αν πάρει πίσω την αρπαγμένη κόρης της. Μπροστά στην απειλούμενη καταστροφή οι θεοί κατέληξαν πως το αίτημα της Δήμητρας ήταν δίκαιο και ο Δίας στέλνει τον Ερμή στον Άδη, για να πείσει τον θεό του Άδη να αφήσει την Περσεφόνη. Ο Άδης υπακούει στις διαταγές του Δία, αλλά πριν αφήσει την Περσεφόνη να ανέβει στη γη, της δίνει να φάει σπόρους ροδιού («ροιής κόκκον έδωκε φαγείν μελιηδέα λάθρη» Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α, 5,3), ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Η Δήμητρα  πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε φάει ρόδι, κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της και έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει ο Δίας πρότεινε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στον Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και άφησε πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν.

Η απαγωγή της Περσεφόνης  είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης και η διαμονή της στον Άδη συμβολίζει την εξαφάνιση των ανθέων και των καρπών, τη σκυθρωπή όψη του εδάφους το καλοκαίρι. Τους καλοκαιρινούς μήνες η «Κόρη» βρίσκεται στο βασίλειο του Άδη, όπως το σιτάρι στα σιλό και τα πιθάρια. Η επιστροφή της από τον Άδη συνδέεται με τη σπορά του φθινοπώρου, με τη βλάστηση των σπόρων και την άνθιση των φυτών την άνοιξη. Έτσι, όταν ζούσε στον πάνω κόσμο με την μητέρα της, αναγεννιόταν η φύση, ενώ όταν απομακρυνόταν στον κάτω κόσμο, ερχόταν ο θάνατος της φύσης.

Το ρόδι έγινε σύμβολο του ερχομού της Άνοιξης μετά τον κρύο χειμώνα και στα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια. Ήταν ένα από τα 7 αντικείμενα που έδειχνε ο Ιεροφάντης σε αυτούς που επρόκειτο να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια και οι Ιερείς της Δήμητρας στην Ελευσίνα, οι Ιεροφάντες, ήταν στεφανωμένοι με κλαδιά ροδιάς κατά τη διάρκεια των μεγάλων μυστηρίων. Στη διάρκεια των εορτών της Δήμητρας, τα «Θεσμοφόρια», οι Αθηναίες έτρωγαν τα μικροσκοπικά λαμπερά σπόρια για να αποκτήσουν γονιμότητα και ευημερία.

 

 Η ροδιά στους αρχαίους συγγραφείς

 

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ροδιάς είναι αρχαιότερη από εκείνη της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και της συκιάς. Ο  Όμηρος αναφέρει τη ροδιά, όταν περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους κήπους του Βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου:

«Έξω απ᾿ την πόρτα, στην αυλή, τρανό περβόλι έχει

τέσσερα στρέμματα έκταση με φράχτη γύρω γύρω

και μέσα ολόχλωρα ψηλά δέντρα φυτρώνουν πλήθος,

μηλιές, ροδιές χρυσόκαρπες, αχλαδιές φυλλομανούνε,

συκιές  γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες».

 (Οδύσσεια, η 112-116).

Ο «περικεχαραγμένος αγρός», που αποτυπώνεται πάνω σε πολλά αργυρά Κερκυραϊκά νομίσματα, είναι πιθανότατα με συμβολική παράσταση των κήπων του Αλκίνοου.

Η ροδιά (ροιά) μνημονεύεται και στο μύθο του Ταντάλου ως ένα από τα δένδρα που οι καρποί τους του προκαλούσαν την επιθυμία να τους φάει, αλλά καταδικασμένος από τους θεούς δεν το κατόρθωνε:

«Κι είδα εκεί τον Τάνταλο βαριά τυραννισμένο

ως το πηγούνι στέκονταν μες τα νερά της λίμνης,

διψούσε, αλλά μια σταλιά να πάρει δε μπορούσε·

……………………………………………………………………

Δένδρα ψηλά από πάνω του κρεμούσαν τον καρπό τους

ροδιές, αφράτες απιδιές, μηλιές γεμάτες μήλα,

συκιές γλυκύκαρπες κι ελιές επάνω στον καρπό τους,

και όταν ο γέρος έκανε τα χέρια του να απλώσει,

μες τα σκιερά τα σύννεφα τα ψήλωνε ο αέρας.

(Ομήρου Οδύσσεια, λ 582-592).

Ο Παυσανίας μιλώντας για τον τάφο του Μενοικέα λέει πως μια ροδιά φύτρωσε πάνω από το μνήμα του και κάνει ρόδια που μέσα τους ρέει το αίμα του: «Πολύ κοντά στις πύλες της Θήβας υπάρχει μνήμα του Μενοικέα, γιου του Κρέοντα, που τον σκότωσε ο πατέρας του μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών (ότι θα σωθεί η πόλη), όταν ο Πολυνείκης με το στρατό του έφτασε στη Θήβα από το Άργος. Πάνω στο μνήμα του Μενοικέα φύτρωσε μια ροδιά. Όταν σπάσεις το περίβλημα του ώριμου καρπού της, θα βρεις στο εσωτερικό του να τρέχει αίμα. Αυτό το θαλερό δέντρο είναι η ροδιά.» (Παυσανίας βοιωτικά, ΧΧV, 1).

Η Ήρα, η μητέρα των Θεών και προστάτιδα του γάμου και της γονιμότητας, κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ρόδι. Ο Παυσανίας περιγράφοντας το άγαλμα της Ήρας στο ναό του Άργους αναφέρει ότι: «η Θεά καθόταν σε θρόνο από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Στο διάδημά της ήταν χαραγμένες οι Χάριτες και οι Ώρες, στο ένα της χέρι κρατάει το σκήπτρο και στο άλλο ένα ρόδι». (Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις,  Κορινθιακά, xvii,4)

Ο Φιλόστρατος μιλάει για μια ροδιά που φύτεψαν οι Ερινύες πάνω στον τάφο των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη: «Ο νεαρός βλαστός της ροδιάς είναι αυτοφυής, παιδί μου, και λένε ότι τον φύτεψαν οι Ερινύες στον τάφο τους. Και αν σπάσεις τον καρπό της, τρέχει αίμα ακόμα και σήμερα».  (Φιλόστρατος, Εικόνες Α΄/Βιβλίον β/κθ)

Στην Κύπρο τη ροδιά φύτεψε η θεά Αφροδίτη, προστάτιδα του νησιού (…αυτά είναι ροδιές…. Αυτό το μοναδικό δέντρο λένε ότι στην Κύπρο το φύτεψε η Αφροδίτη) (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), 27).

Κατά τον Ησίοδο η πρώτη ροδιά φύτρωσε από το αίμα του Διονύσου Ζαγρέα, όταν κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες. Συναφής με αυτή την παράδοση είναι και η δοξασία για δένδρα που φυτρώνουν πάνω στους τάφους και υποτίθεται ότι περικλείουν την ψυχή του θαμμένου νεκρού.

Στην αρχαία Ελλάδα, κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών που σχετίζονταν με την γονιμότητα, μαγείρευαν τα «πολυσπόρια», γνωστά ως «σπερνά», που περιείχαν βρασμένο στάρι με ξηρούς καρπούς, ζάχαρη και ρόδι. Τα προετοίμαζαν οι νοικοκυρές και τα προσέφεραν σε συγγενείς και φίλους, όταν η οικογένεια έχει χαρές (γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές εορτές, κ.λ.π.). Συνήθιζαν επίσης να κρεμούν ένα ρόδι στις πόρτες των σπιτιών, για να φέρει ευημερία, μια συνήθεια που επιβιώνει μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας.

Το  ρόδι κάνει την εμφάνισή του και στην αρχαία θρησκεία. Αυτό το ιδιαίτερο φρούτο με το λαμπερό χρώμα και την γλυκόστυφη γεύση, φαίνεται να έχει περάσει από τα χέρια κάθε θεότητας και να έχει διακοσμήσει κάθε ναό και ιερατικό ένδυμα. Η Παλαιά Διαθήκη περιγράφοντας το φημισμένο ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ αναφέρει: «Και έκανε τους στύλους και δύο σειρές από ρόδια ολόγυρα επάνω σ’ ένα δίχτυ, για να σκεπάσει τα επιθέματα πάνω στις κορυφές των στύλων… Και τα επιθέματα πάνω σε δύο στύλους είχαν ρόδια… και τα ρόδια ήταν 200 στη σειρά ολόγυρα, επάνω σε κάθε  επίθεμα» (Α’ Βασ. 7:18-20).

Στο βιβλίο της Εξόδου δίνονται οδηγίες για το πώς θα στολιστούν με ρόδια τα ιερατικά ενδύματα των Εβραίων: «θα κάνεις επάνω στα κράσπεδά του ρόδια από βαθυγάλαζο ύφασμα, πορφυρό και κόκκινο ολόγυρα. Και χρυσά κουδούνια ανάμεσά τους ολόγυρα. Ένα  χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι». (Έξοδος, 28:33-34) Αναφορές στο ρόδι και τη ροδιά γίνονται επίσης στο Α’ Σαμουήλ, στο Β’ Χρονικών, στον Ιερεμία και στο Άσμα Ασμάτων.

Στο χριστιανικό πολιτισμό το κόκκινο χρώμα του ροδιού παραπέμπει στην αιδημοσύνη και το κάλλος της εκκλησίας και κυρίως στο αίμα και τα πάθη του Χριστού. Το πλήθος των σπόρων του ροδιού, που συγκρατείται μέσα σε ένα φλοιό, συμβολίζει την εικόνα της Εκκλησίας και την ενότητα της πίστης. Το αόρατο και εύγεστο εσωτερικό συμβολίζει την μη ορατότητα του Θεού και τον κρυμμένο θησαυρό της ελπίδας μελλοντικών χαρών. Τα παραπάνω σημεία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα, διότι δείχνουν ότι από τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες η εκκλησία ενσωμάτωσε τη συμβολική σημασία του ροδιού σε χριστιανικό περιεχόμενο.

 

Η Παρθένος του ροδιού, (Madonna della Melagrana), έργο του Ιταλού ζωγράφου Σάντρο Μποττιτσέλλι το 1487, εκτίθεται στην Πινακοθήκη Ουφίτσι. Ο τίτλος του πίνακα εξηγείται από το ρόδι στο χέρι της Μαρίας. Αυτό πρέπει να νοηθεί ως συμβολισμός του πλούτου των σπόρων που δείχνουν την πληρότητα του Χριστού.

 

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση

 

Η αρχαία αντίληψη ότι το ρόδι είναι σύμβολο καλοτυχίας και ευημερίας συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Μέχρι σήμερα ο καρπός της ροδιάς συμβολίζει τον ευτυχισμένο γάμο, την αφθονία, λόγω της πλειάδας των κόκκινων σπόρων του, και το πάθος ως ιερός καρπός της Αφροδίτης. Πολλοί από τους κεντρικούς συμβολισμούς του ροδιού, που ίσχυσαν στις προηγούμενες περιόδους, θα επιβιώσουν και τους επόμενους αιώνες μέχρι τις μέρες μας. Το ρόδι συμβολίζει την αφθονία σ’ ένα σπιτικό. Η φράση «το σπίτι του είναι γεμάτο σαν το ρόδι» είναι έπαινος σε νοικοκύρη που έχει όλα τα απαραίτητα. Στην ελληνική παράδοση το ρόδι είναι σύμβολο γονιμότητας και αιωνιότητας,  γι’ αυτό σε γάμους και την πρωτοχρονιά σπάμε ρόδια, αλλά συνδέεται και με το θάνατο.

Στη λαογραφία μας το ρόδι παίζει καίριο ρόλο. Αρκεί να θυμηθούμε το ρόδι που σπάνε οι νιόπαντροι στο κατώφλι του σπιτιού τους. Όλα ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία με τις προστάτιδες θεές της ροδιάς, την Ήρα και την Αφροδίτη. Η Ήρα ήταν θεά του γάμου και η Αφροδίτη θεά του πάθους. Επομένως το ρόδι βοηθούσε στην οικογενειακή ευτυχία και τον έρωτα. Το ρόδι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο σε πολλά τελετουργικά που προηγούνται του γάμου, όπως για παράδειγμα στο στολισμό της «νυμφικής παστάδας». Το σπάσιμο του ροδιού από τους νεόνυμφους στην είσοδο και στα κατώφλια των σπιτιών έχει στόχο την ευγονία. Υπάρχει όμως και μια αρνητική παροιμιακή φράση για το ρόδι, όταν λέμε «η νύφη τα έκανε ρόιδο», που σημαίνει τα έκανε θάλασσα. Η αρχή της φράσης μάλλον βρίσκεται στο έθιμο που θέλει τη νύφη να ρίχνει στο πάτωμα το ρόδι, όταν μπαίνει στο σπίτι του γαμπρού, και να πατάει τους σκορπισμένους καρπούς, κάτι που και η πιο καλοπροαίρετη πεθερά το έβλεπε με φρίκη.

 

Το Ρόδι σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης!

 

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτεί το νέο χρόνο. Στην επιστροφή ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει στην τσέπη του ένα λειτουργημένο ρόδι, που στην Μικρά Ασία το φιλούσαν στα εικονίσματα από τις 14 Σεπτέμβρη, την ημέρα του Σταυρού. Είναι αυτός που κάνει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι. Πρέπει θα χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν. Δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι είναι ο πρώτος που μπαίνει στο σπίτι για να κάνει το ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνει μέσα με το δεξί, το «καλό» πόδι, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα για να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Άλλη ευχή που συνηθίζεται να λέγεται κατά το σπάσιμο του ροδιού είναι: «Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!». Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Στην Αράχωβα μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «ξαστρίζουν» αποβραδίς, δηλαδή τ’ αφήνουν τη νύχτα κάτω από τα άστρα. Μαζί με το ρόδι πετούν και το λιθάρι και κάνουν την ευχή: «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι». Απόηχος αυτού του εθίμου είναι μάλλον η φράση «έσπασε το ρόδι», που τη λέμε όταν σημειώσουμε μια επιτυχία ύστερα από σειρά ατυχιών. Η φράση χρησιμοποιείται κατά κόρο στην αθλητική δημοσιογραφία και λέγεται, όταν μια ομάδα καταφέρει την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα ύστερα από κάμποσα ανεπιτυχή αποτελέσματα ή όταν ένας παίκτης μπορέσει επιτέλους να σκοράρει.

Το ρόδι αποτελεί βασικό συστατικό και έχει τη δική του συμβολική αξία και στα «κόλλυβα», που προσφέρουν στα μνημόσυνα οι οικείοι σε όλα τα συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, ενώ μαρτυρείται και η παρουσία ολόκληρων ροδιών στους τάφους. Η σύνδεση του ροδιού με το θάνατο στη σύγχρονη Ελλάδα σχετίζεται με τη μετά θάνατον αναγέννηση του ατόμου και με την ιδέα της ανανέωσης της ζωής. Ο θεσμός αυτός κρατά από τα αρχαία ακόμα χρόνια, όταν οι πρόγονοί μας τελούσαν θυσίες κι έκαναν προσφορές στους θεούς ζητώντας απ’ αυτούς να συγχωρήσουν τ’ αμαρτήματα των προσφιλών πεθαμένων τους. Πιθανότατα συνδέεται με τα «πολυσπόρια» που προσφέρονταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών και σχετίζονταν με την γονιμότητα.

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση συνδέεται και με τα όνειρα. Αν δει κάποιος ρόδι ή ροδιά στον ύπνο του, είναι καλό σημάδι. Αρκεί το φρούτο να εμφανίζεται καλό και το δέντρο εύρωστο. Σε αντίθετη περίπτωση το σημάδι δεν είναι και τόσο καλό. Ιδιαίτερα  ευοίωνο είναι, εάν δούμε να φυτεύουμε ροδιά γεμάτη άνθη ή καρπούς, να κόβουμε ρόδι από τη ροδιά, να μας προσφέρουν ρόδι, να τρώμε ρόδι ή να σπάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν ευημερία, καλοτυχία, ευχάριστα νέα ή καλή ψυχολογική κατάσταση. Δυσοίωνο είναι να δούμε ξεραμένη ροδιά, χαλασμένο ρόδι, να ξεριζώνουμε ροδιά ή να πετάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν αποτυχίες και στεναχώριες.

Το ρόδι, τέλος, είναι ένα από τα γούρια που συνδέονται με την καλή τύχη και θεωρείται ότι ξορκίζει την κακοδαιμονία και φέρνει ευημερία και αφθονία. Ένα μεταλλικό διακοσμητικό ρόδι με κόκκινη κορδελίτσα ή από φυσητό γυαλί σε όμορφους χρωματισμούς αποτελεί  συνηθισμένο δώρο προς τους οικοδεσπότες νέων σπιτιών ή στα εγκαίνια νέων καταστημάτων, για να φέρει γούρι στους ανθρώπους και «καλές δουλειές» στις επιχειρήσεις.

 

Επίλογος

 

Η ροδιά, ένα δέντρο δυνατό και διάσημο στην αρχαία Ελλάδα, είχε περάσει στο περιθώριο, αλλά δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον. Ύστερα από μακρά περίοδο λήθαργου άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια με φυτείες ροδιάς που φέρνουν στις μνήμες μας προϊστορικές εποχές, όταν η θεά Αφροδίτη φύτεψε στην Κύπρο την πρώτη ροδιά του νησιού, τη ροιά που στόλιζε τους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, τη ροδιά που μερικοί κόκκοι του καρπού της καθόρισαν την τύχη της Περσεφόνης, της κόρης της θεάς Δήμητρας, και μαζί με άλλα δένδρα συμμετείχε στο μαρτύριο του Ταντάλου.

Το ρόδι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και βιταμίνες και πασίγνωστος καρπός από την αρχαιότητα για τις εκπληκτικές ιατρικές ιδιότητες που διαθέτει. Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει και συνηγορεί με τους αρχαίους Έλληνες γιατρούς, που το θεωρούσαν θαυματουργό καρπό και είχε ιδιαίτερη εκτίμηση και χρησιμότητα σε διάφορους πολιτισμούς. Ο χυμός από φρέσκο ρόδι βελτιώνει την παραγωγή αίματος, ανακουφίζει από τον πυρετό και μειώνει την καρδιακή επιβάρυνση. Είναι ιδανικός για μικρά παιδιά, ειδικά εάν είναι κρυολογημένα και παρουσιάζουν βήχα και πυρετό. Το εκχύλισμα του ροδιού έχει αποδειχθεί από μελέτες πως έχει θετική δραστηριότητα κατά του καρκίνου του προστάτη, ενώ η κατανάλωση χυμού ροδιού από τις εγκύους γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κακώσεων στα μωρά. Οι σπόροι του διώχνουν τις τοξίνες από τον οργανισμό και εξοντώνουν τα μικρόβια από την κύστη, το αίμα και τα νεφρά. Το αφέψημα από τα άνθη της ροδιάς συμβάλλει στην ενίσχυση των ούλων και απαλύνει τον πονόλαιμο.

Σήμερα φυτείες ροδιάς δημιουργούνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τη στιγμή που οι γιατροί και οι διατροφολόγοι βρίσκουν θαυματουργές ιδιότητες στο πανάρχαιο αυτό φρούτο. Η χώρα μας άλλωστε ευνοεί την καλλιέργεια της ροδιάς, η οποία αναπτύσσεται σε υποτροπικό κλίμα με παρατεταμένο ξηρό και θερμό καλοκαίρι και αντέχει τα κρύα  και τις κακουχίες. Έτσι η ροδιά από ένα αυτοφυές φυτό, που φυτρώνει τυχαία σε φράχτες, σε ρέματα και όπου βρει πρόσφορο έδαφος ο σπόρος της, μετατρέπεται σε δέντρο που καλλιεργείται συστηματικά και οργανωμένα και συμβάλλει στο εισόδημα των καλλιεργητών της και στην εθνική οικονομία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Older Posts »