Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μικρά Ασία’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Λασκαρίδης ΕυρυσθένηςΟ συγγραφέας του δίτομου έργου «Κιανά»


 

 

Ευρυσθένης Λασκαρίδης

Γιατρός Μικροβιολόγος με καταγωγή από την Κίο της Μ. Ασίας. Η οικογένειά του ήταν από τις επιφανείς της ελληνικής κοινότητας της Κίου. Ο πατέρας του, Αριστοτέλης, συντέλεσε μαζί με άλλους στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου της Κίου. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο 27° Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης που ανέλαβε τη φρούρηση του τομέα της Κίου μέχρι Παζάρ-κιοϊ και Γιάλβα. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και στην Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε και πέθανε στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν πολύ φιλάνθρωπος. Δεν έπαιρνε χρήματα από όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Δεν έκανε δική του οικογένεια. Είχε μια αδελφή που απέκτησε δύο κόρες. Η μια από αυτές παντρεύτηκε κάποιον από την οικογένεια Βελλίδη στη Θεσσαλονίκη.

Δέκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκε επιτροπή με σκοπό τη συλλογή υλικού για την έκδοση βιβλίου σχετικού με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Αν. Πινάτσης. Το έργο όμως δεν ολοκληρώθηκε από την επιτροπή αυτή λόγω των δυσμενών συνθηκών που  ακολούθησαν (β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, θάνατοι μελών κτλ). Συγκεκριμένα, όταν πέθανε και ο λογογράφος Αντ. Θεοδωρίδης έχοντας γράψει μόνο για την αρχαία πόλη, όσοι είχαν απομείνει από την επιτροπή ανέθεσαν στον Ευρυσθένη Λασκαρίδη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση  του  έργου.  Αυτός στην αρχή αρνήθηκε, αλλά τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη συγκέντρωση πληροφοριών, την προσθήκη νέων στοιχείων και την οργάνωση και καταγραφή τους σε δύο τόμους. Ο αρχικός τίτλος «Λεύκωμα της Κίου» άλλαξε σε «Κιανά».

Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην ιστορία της Κίου από την αρχαιότητα μέχρι το 1922, ενώ ο δεύτερος στο Βίο, τη Θρησκεία και τη Γλώσσα των Κιανών. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1966 με τη φροντίδα και την ευθύνη του Ευρυσθένη Λασκαρίδη. Σκοπός του έργου ήταν η γνωριμία των νεώτερων με την χαμένη πατρίδα της Κίου, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της, την ιστορία της, τη χαμένη ακμή της. Τα έσοδα σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής θα δίνονταν για ενίσχυση των φτωχών μαθητών της Νέας Κίου.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Γιάννης (1914-1972)

 


 

Χαράματα τρίτης Αυγούστου 1972, σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα έφυγε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δημιουργούς του Λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο σεμνός, τίμιος ειλικρινής άνθρωπος και καλλιτέχνης, που αποτύπωσε στα τραγούδια του τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα σκιρτήματα του ελληνικού λαού. Γιατί στη ζωή του ο Γιάννης Παπαϊωάννου έζησε όλη τη μοίρα της Ελλάδας, τον 20ο αιώνα: μικρασιατική καταστροφή, πείνα, φτώχεια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένας εμφύλιος, κατοχή, δύο δικτατορίες, ξενιτιά.

Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Κιώτης δημιουργός:

«Γεννήθηκα στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914. H καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Aττάλεια. Eίχε φύγει 22 χρόνων από κει και είχε μπαρκάρει στα καράβια κι έκανε δρομολόγια Kωνσταντινούπολις – Mουδανιά – Kίος, (αυτή τη γραμμή δούλευε από πολλά χρόνια κι έτσι γνώρισε τη μητέρα του Γιάννη Παπαϊωάννου στην Kίο, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν). H μητέρα μου λεγόταν με το πατρικό της όνομα Xρυσή, το γένος Bονομπάρτη και ο πατέρας μου Παναγιώτης. O πατέρας της μητέρας μου είχε μεγάλη περιουσία, επί το πλείστον ελαιώνες. O πατέρας μου ήταν πολύ σπάταλος, δεν τα εχτιμούσε τα λεφτά, αλλά η μάνα μου του κολλούσε κι έτσι μάζευε τα λεφτά κι αγοράσαμε σπίτια και κτήματα.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Ήμουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ― τη μάνα της μάνας μου ― φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα.  Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

Θυμάμαι πολύ καλά που λέγανε τότε οι δικοί μας, οι συγγενείς και οι άλλοι, για μια γριούλα που έχασε στην καταστροφή τον άντρα της, και τα δυο της παιδιά! Άργησαν να φύγουν φαίνεται και τους έσφαξαν οι Tούρκοι. Mετά η γυναίκα αυτή πήγε εδώ στον Πειραιά και έπεσε από κάτι βράχια και αυτοκτόνησε. Δεν μπορούσε να αντέξει, φαίνεται τόσους θανάτους. Tη γυναίκα αυτή την ήξερε κι η μάνα μου. Εκείνη μας το έλεγε και δεν μπορούσε να κρατήσει μέχρι τελευταία που το θυμόταν τα δάκρυά της.

Mετά πήγαμε στον Άγιο Διονύση, εκεί είχε πεύκα και ήταν πρώτα νεκροταφείο. Kάναμε τσαντήρια και μείναμε. Άλλα μαρτύρια. Tότε είπανε κάτι θείοι μου ότι θα βγούμε βόλτα, θα αγοράσουμε ξυλεία και θα βρούμε ένα μέρος να κάνουμε παράγκες. Kαι πράγματι έτσι έγινε. Aγοράσανε ξυλεία κι ήρθαμε στις Tζιτζιφιές. Kάναμε 8 παράγκες στη γραμμή. Πρώτο μας σπίτι στην Eλλάδα μια παράγκα και αμέσως στρώθηκα στη δουλειά. Eίχα να θρέψω τον εαυτό μου, τη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Φτώχεια, δυστυχία, κατατρεγμός, άσχημα χρόνια για τους Mικρασιάτες, που ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Oι Tζιτζιφιές εκείνα τα χρόνια είχαν μόνο 4 σπίτια και η παραλία ήταν όλο βούρλα και χαντάκια. Tέλος, είχα φτάσει τα 14 χρόνια μου. Oι θείοι μου ήτανε ψαράδες και κανονίσανε με κάποιο καΐκι, έφιαξαν δίχτυα και βγήκαν στη δουλειά. Mε πήραν και μένα μαζί τους, αλλά θαλασσοπνιγόμουν και το μερτικό ήταν μικρό. Έφυγα και πήγα σε έναν άλλο θείο μου, που ήταν μαραγκός. Έκατσα λίγο καιρό, αλλά περισσότερο ήταν το ξύλο παρά το ψωμί που έτρωγα! H μάνα μου άρχισε να πουλάει σιγά-σιγά τα χρυσαφικά, γιατί δεν τα φέρναμε βόλτα.

Mε πήρε η μάνα μου μετά και με έβαλε σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων εδώ στον Άγιο Διονύση, στο γκαράζ του Άννινου. Eκεί μέσα ήταν το συνεργείο του Γιάννη Kότσια.  Δούλεψα ένα διάστημα και όσο έπαιρνα τα έδινα στο σαπούνι για να βγάζω τη μουτζούρα από πάνω μου. Ήμουνα και ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής. Γιατί από μικρό παιδί στην Kίο έπαιζα φυσαρμόνικα.

Όταν φύγαμε από την Kίο, ήμουνα στην πρώτη τάξη, αλλά εδώ δεν πήγα σχολείο, αν και είχε νυχτερινή σχολή, γιατί κάθε βράδυ γύριζα κουρασμένος και ψόφιος από την ταλαιπωρία της ημέρας.

Bγήκα μετά στις οικοδομές. Kουβάλαγα ζεμπίλια, έκανα κάθε λογής δουλειά. Ήμουνα σκληραγωγημένος, γιατί είχα τραβήξει τόσα πολλά. Aγώνας για τη φασολάδα. Eίχα όρεξη να φάω 10 φασολάδες κι έτρωγα μία. Bλέπετε φτώχεια. Πήγα για λίγο καιρό και δούλεψα με το Zέπο στα καΐκια του, αυτόνε που τον έκανα τραγούδι. Mεγάλος αυτός ο άνθρωπος, μεγάλη ιστορία. Φίλος μου.

Συνέχισα τη δουλειά μου στις οικοδομές. Kουβάλαγα άμμο, κάθε μέρα στο γιαπί, κάθε μέρα κούραση. Mετά σιγά-σιγά πήρα και το μυστρί, άρχισα να γίνομαι μάστορας. Έτσι πέρασε λίγος καιρός κι αρχίσαμε να ανασαίνουμε με τη γριά.

Εκεί στη γειτονιά μου ήταν δυο αδέρφια που είχαν φορτηγό αυτοκίνητο, ο Mήτσος και ο Nίκος. Eίχα κι εγώ από τότε νοσταλγία με τη ρόδα. Πήγα μαζί τους. Tσούλαγε το αυτοκίνητο, τσουλάγανε και οι μέρες. Kουβαλάγαμε τσιμέντα και σίδερα στο Mαραθώνα. Στο γυρισμό κουβαλάγαμε κόσμο από το δρόμο. Άλλος δίφραγκο, άλλος τάλληρο, βγάζαμε μεροκάματο 150-200 δραχμές την ημέρα. Ήμουνα καλά. H δουλειά αυτή κράτησε κανένα χρόνο. Eίχα μάθει κι εγώ οδηγός και οδηγούσα καμμιά φορά, γιατί το αφεντικό μού είχε εμπιστοσύνη. Ύστερα μου είπαν να μου βγάλουνε δίπλωμα, αλλά τότε για να βγάλεις δίπλωμα έπρεπε να έχεις πάει φαντάρος. Φτάσαμε έτσι στο 1928.

Ήμουνα και τερματοφύλακας του «Φαληρικού». Επειδή χτύπησα άσχημα σε κάποιο παιχνίδι φώναζε η μάνα μου να σταματήσω την μπάλα. Συμφωνήσαμε να μου πάρει πρώτα ένα μαντολίνο. Μου το πήρε και αργότερα πήρα κιθάρα που την έκανα χαβάγια. Ένα μεσημέρι άκουσα τυχαία το «Μινόρε του τεκέ» του Χαλκιά. Τρέλλα. Αυτό ήταν η αιτία να πάρω το μπουζούκι και να γίνω Παπαϊωάννου. Τόχα κρυμμένο το μπουζούκι σε κάποιου φίλου το σπίτι και πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα.

Τζιτζιφιές, 1947

Τζιτζιφιές, 1947

Αυτό το όργανο με τράβαγε. Είναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο. Ένας τρελλός γέρος ζητιάνος που κατέβαινε στις Τζιτζιφιές και έπαιζε μπουζούκι ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Είχα γράψει την «Φαληριώτισσα» και την τραγούδαγα στις γειτονιές με τους φίλους. Κάποιος με άκουσε και με πήγε στην «ΟΝΤΕΟΝ» στο γερό Μάτσα και στον Περιστέρη. Όταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο ασβέστες. Έβαλα τη «Μοδιστρούλα», το «Ραντεβού σαν περιμένω» και τ’ άλλα.

Το 1935 πήγα φαντάρος. Μετά κάναμε κομπανία και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη γιατί εδώ μας κυνήγαγε η αστυνομία, εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Κερομύτης και το Ανεστάκι. Ύστερα με την ίδια κομπανία έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό. Αργότερα έγραψα το «Λόγια σου λεν», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Λουλουδάκι», «Σαλονικιά», «Απόψε έλα κοντά μου» κ.α.

Μετά τον πόλεμο εγώ και ο Μάρκος κάναμε πρώτα τις Τζιτζιφιές στέκι. Κάθε βράδυ εκεί χάλαγε ο κόσμος. Τότες έγραψα το «Άνοιξε-άνοιξε», «Ζέπος», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Πριν το χάραμα», «Λεβεντόπαιδο», «Περικλής», «Αλανιάρικο», «Σβήσε το φως», «Είμαστε φίλοι», «Παναής», «Καψούρης», «Γυναίκα του μπελά», «Άσε με άσε με», «Πέντε Έλληνες» κ.α.

Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του».  

Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διφωνία).

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.

 

Πηγές

 


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.
  • Γιάννης Παπαϊωάννου, «Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία,  επιμέλεια Χατζηδούλης Κώστας, Κάκτος, Αθήνα,1982.

Read Full Post »

Κίος 1914 – Η Γυναίκα της Κίου


  

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πολέμου 1914-1918, επειδή όλοι οι άνδρες από 19-50 ετών στρατευθέντες υπηρετούσαν στα περιώνυμα «Εργατικά Τάγματα»* (Αμελέ Ταμπούρ), τα οποία επινόησε ο μέγας διώκτης του Ελληνισμού γερμανός στρατηγός Φον Ντε Γκολτ Πασάς, για την εξόντωση του Ελληνισμού, άλλοι δε από τους άνδρες της Κίου φυγοδικούντες κρύβονταν σε κάθε είδους κρυψώνες μέσα στην πόλη, το εμπόριο και οι γεωργικές εργασίες, στην Κίο τουλάχιστον, πέρασαν στις γυναίκες.

Η Γυναίκα της ΚίουΟ πόλεμος εκείνος ο Ευρωπαϊκός έγινε αιτία να διαπιστωθεί η αντοχή των γυναικών και στις εξωτερικές εργασίες, αντοχή που θα την ζήλευαν και οι εργατικότεροι και οι πιο ακούραστοι άντρες. Η γυναίκα λοιπόν της Κίου κατά τα έτη 1914-1918 άφησε κατά μέρος το καπέλο, το δερμάτινο γάντι, τα πολυτελή φορέματα, τη μεταξωτή κάλτσα, το γοβάκι με ψηλό τακούνι, το κραγιόν, την πούδρα, τις παντόφλες που κατασκεύαζε η ίδια από σπάγκο, ακόμη και το τσαρούχι και αντικατέστησε σε όλα το στρατιωτικό ή φυγόδικο ή λιποτάκτη πατέρα, σύζυγο και αδελφό της. Τα ελαιοτόπια, οι συκομουριές, τα αμπέλια και γενικώς όλα τα κτήματα της Κίου καλλιεργούνταν από τις γυναίκες. Αυτές μάζευαν τις ελιές, αυτές μετέφεραν τα φύλλα της μουριάς για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων, αυτές πήγαιναν στην Προύσα όπου πουλούσαν τα κουκούλια. Αυτές με τα ζώα και με τα κάρα πήγαιναν στα χωριά του εσωτερικού και διενεργούσαν το εμπόριο ανταλλαγής. Δίνοντας βιομηχανικά προϊόντα ή εργόχειρα (κεντήματα κλπ.) έναντι γεωργικών προϊόντων (σιτάρι, πληγούρι κλπ.).

Αυτές καλλιεργούσαν τους λαχανόκηπους, αυτές έσπερναν, θέριζαν και μαζεύανε τα δημητριακά. Ο κάμπος της Κίου βομβούσε από τη γυναικεία εργασία. Η τσάπα, το λισγάρι, το σκαλιστήρι, το κλαδευτήρι και η ποτιστήρα δεν έλειψαν ολόκληρη την τετραετία του πολέμου από τα χέρια της Κιώτισσας γυναίκας, η οποία σαν μέλισσα εργαζότανε νύχτα και ημέρα κάτω από το δριμύ ψύχος το χειμώνα και τον καυτερό ήλιο το καλοκαίρι. Αυτές διενεργούσαν και το εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη. Αγόραζαν από την Κίο ελιές, λάδι, όσπρια, πουλερικά, μέλι, πετμέζι, άσπρα (χάσικα) ψωμιά, οπωρικά και διάφορα άλλα τρόφιμα και τα μετέφεραν στην Πόλη για να τα μεταπουλήσουν κερδίζοντας έτσι αρκετά χρήματα. Οι γυναίκες αυτές καθ’ όλο το διάστημα του πολέμου ενεργούσαν και το εμπόριο των δημητριακών, τα οποία η Κίος στερούνταν.

Η Γυναίκα της ΚίουΓι’ αυτό, επειδή το χρήμα στα χωριά του εσωτερικού δεν είχε τόση αξία όσο τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, οι γυναίκες μας πήγαιναν στην Προύσα, με τα πόδια βέβαια, ελείψει μέσων συγκοινωνίας, και αγόραζαν διάφορα αντικείμενα, όπως είδη μαγειρικής χάλκινα, διάφορα γυάλινα είδη, δοχεία από πορσελάνη, υφάσματα για τούρκικους φερετζέδες, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά, τραπεζομάντιλα, ρολόγια, κομπολόγια και παντός είδους υφάσματα.

Εφοδιασμένες με τα ανωτέρω είδη, σχημάτιζαν ομάδες από τη γειτονιά τους και ξεκινούσαν για τα σιτοπαραγωγά χωριά του Παζάρ-Κιοϊ, του Γενή-Σεχήρ, του Μπιλετζίκ και έφθαναν ως το Εσκή-Σεχήρ. Εκεί πουλούσαν το εμπόρευμά τους με ανταλλαγή σιταριού, κριθαριού, αραβοσίτου, οσπρίων, αλευριού, διαφόρων ζυμαρικών, πουλερικών και παντός είδους τροφίμων, τα οποία φορτώνονταν σε βοδάμαξες με τις οποίες τα έφερναν στην Κίο.

Τα ταξίδια αυτά γίνονταν πάντα με τα πόδια, διαρκούσαν δε περίπου 15 μέρες. Τόση δε ασφάλεια υπήρχε τότε στην ύπαιθρο, ώστε ποτέ δε σημειώθηκε κλοπή ή ληστεία σε βάρος των γυναικών αυτών, επικρατούσε δε την εποχή εκείνη τέτοια τιμιότητα και ηθική, ώστε δεν έγινε κανένα επεισόδιο σε βάρος της τιμής των γυναικών που ταξίδευαν ολομόναχες από την Κίο μέχρι το Εσκή-Σεχήρ, απόσταση μεγαλύτερη από 150 χιλιόμετρα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της Τουρκίας από 19-50 ετών ήταν στρατευμένος στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Το εμπόριο αυτό της ανταλλαγής που διεξήγαγαν οι γυναίκες της Κίου είχε τόσο αναπτυχθεί και προοδεύσει, ώστε κατά τα τελευταία έτη του πολέμου 1917-1918, είχε λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της Κίου, όπου υπήρχε άφθονο ψωμί και ότι άλλο τρόφιμο που σπάνιζε στις άλλες περιοχές της Τουρκίας. Γι’ αυτό και οι τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τον επισιτισμό της Κίου κατά τα πρώτα έτη του πολέμου, μετά παρείχαν κάθε ευκολία και υποστήριξη στις εμπορευόμενες γυναίκες της πατρίδας μας Κίου.

Η γυναίκα της Κίου κατά τον Ευρωπαϊκό εκείνο πόλεμο επιδόθηκε σε κάθε κοπιαστική, επίμοχθη, επίφοβη και επικίνδυνη εργασία, σπρωγμένη από τη σκληρή ανάγκη της ζωής για τη διατροφή της οικογένειάς της. Η κιώτικη γυναικεία αντοχή θριάμβευσε τότε.

 

Υποσημείωση    


* Την υποχρεωτική κατάταξη των αντρών στα διαβόητα «Εργατικά Τάγματα» (Αμελέ Ταμπουρού), που στην πραγματικότητα ήταν Τάγματα θανάτου. Οι επιστρατευμένοι στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας και ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από την άγρια επιτήρηση κτηνωδών τσαούσηδων, να δουλεύουν 18 ώρες το 24ωρο. Έσπαζαν πέτρες, μετέφεραν υλικά, άνοιγαν διαβάσεις, κάτω από το αφόρητο ψύχος, τη βροχή ή τον καυτό ήλιο, χωρίς επαρκή τροφή και ιατρική περίθαλψη. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από τις κακουχίες, τους ξυλοδαρμούς και τις επιδημίες.

                                                                                            

Πελοπίδας Ε. Πινάτσης

Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

Read Full Post »

Νέα Κίος

 

 

Η Νέα Κίος ήταν ένας από τους πλέον οργανωμένους δήμους του Νομού Αργολίδας. Σήμερα, μετά τον Καλλικράτειο  νόμο, έχει υπαχθεί στο Δήμο Άργους – Μυκηνών, ως δημοτικό διαμέρισμα.  Ο κύριος όγκος του πληθυσμού της είναι απόγονοι των προσφύγων από την Κίο της Μικράς Ασίας μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η Κίος της Μικράς Ασίας, πόλη ιστορική, βρισκόταν χτισμένη στην Προποντίδα, 30 ναυτικά μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Έδεσε έτσι την μοίρα της με το Βυζάντιο και την βασιλεύουσα τότε Πόλη.


Ν�α ΚίοςΗ ιστορία της ξεκινά από την μυθολογία αφού ο μύθος λέει ότι ο Αργοναύτης Ύλας κατά την επιστροφή του από την Κολχίδα ίδρυσε την όμορφη πόλη. Το δε όνομά της, προήλθε από τον Κίο τον Αργοναύτη. Κατά μία άλλη εκδοχή, ιδρύθηκε το 625 π.Χ. από τους Μιλήσιους, το δε όνομά της προήλθε από τον αρχηγό των Μιλησίων εποίκων, Κίο.


Η Κίος ήταν επίνειο της Κωνσταντινούπολης, έδρα της Μητρόπολης της Νικαίας και σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής. 
Τα σχολεία της ήταν φημισμένα και δίδαξαν σ’ αυτά σημαντικοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο πολιτισμός, τα ήθη και έθιμα και το δημιουργικό πνεύμα των Κιωτών ήταν αυτά που τους βοήθησαν στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον ξεριζωμό να επιβιώσουν και να κατορθώσουν να δημιουργήσουν ξανά.


Οι πρώτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Κίο το 1926. Η περιοχή, τους θύμιζε τη χαμένη τους πατρίδα. Όμως η Νέα Κίος ήταν τότε ένας ατέλειωτος βάλτος. Χρειάστηκε πολύς κόπος και μεγάλο κουράγιο για να καταφέρουν να φτιάξουν τη σημερινή, όμορφη Νέα Κίο.
Οι συγγραφείς: Ευρυσθένης Λασκαρίδης με το δίτομο έργο του «ΚΙΑΝΑ» και Βασίλειος Κουλιγκάς με το τρίτομο έργο του «Κίος η αλησμόνητη» περιγράφουν όλα τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία της Κίου από την ίδρυσή της μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή και την εγκατάσταση στη Νέα Κίο της Αργολίδας.


Ο Δήμος Νέας Κίου σήμερα έχει πληθυσμό 4000 περίπου κατοίκων και είναι από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κύτταρα του νομού Αργολίδας.


Παρουσιάζει διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση και βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά. Η οικονομία της Νέας Κίου είναι μικτή. Το εμπόριο, η βιοτεχνία, η βιομηχανία, ο τουρισμός, ο αγροτικός τομέας και η αλιεία, είναι οι πιο σημαντικοί τομείς δράσης των Κιωτών.        

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δημοτικού Σχολείου Νέας Κίου.

Read Full Post »

 Κίος – Ιστορική αναδρομή

 

 

Πρώιμα χρόνια 2000-1000 π.Χ.

           

Η ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας κατοικήθηκε αρχικά κατά την 2η χιλιετία π.Χ. από τους Χεταίους, οι οποίοι στην συνέχεια εκτοπίσθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. από τους Φρύγες και τους Μυσούς, ινδοευρωπαϊκές φυλές, που πέρασαν από την Ευρώπη προς την Μ. Ασία. Κατά τον 10ο αιώνα π.Χ. ένας άλλος λαός, οι Βιθυνοί, θρακικής καταγωγής επικράτησαν στην περιοχή μέχρι τον αποικισμό της από τους Μιλήσιους. Κατά την περίοδο αυτή, κτίστηκαν στα παράλια του Βοσπόρου πόλεις σπουδαιότατες, όπως Κίος, Χαλκηδών, Κύζικος, Ηράκλεια και Αστακός (αργότερα Νικομήδεια). 

 

1000 π.Χ.- Γέννηση Χριστού

 

Η αποίκιση της Κίου από τους Μιλήσιους 625 π.Χ. μέχρι 553 π.Χ. είχε συμβάλει στην πρόοδο και την ανάπτυξή της και διακρίθηκε κυρίως για το εμπόριο από τα παράλια προς την ενδοχώρα. Κατά το έτος 553 π.Χ. όλοι οι λαοί της Μ. Ασίας υποτάχθηκαν στους εμφανισθέντες Ληδούς και αργότερα στους Πέρσες. Ευτυχώς οι νέοι κατακτητές παρείχαν στους κατοίκους ελευθερία και αυτονομία με μόνη υποχρέωση την καταβολή φόρων. ΄Ετσι συνέχισαν να ευδαιμονούν μέχρι την απελευθέρωσή τους από τους Αθηναίους το 459 π.Χ. Ο αθηναίος στρατηγός Κίμων νίκησε στην Κύπρο τον περσικό στόλο και απομάκρυνε για πολύ τον κίνδυνο των Περσών, τόσο από την ξηρά όσο και την θάλασσα. Από το έτος 466 π.Χ. η Κίος με πολλές άλλες πόλεις της Μ. Ασίας συμμετείχαν στην συμμαχία της Δήλου. Ακόμη η Κίος συμμετείχε και στην Ιωνική επανάσταση. Μετά την ήττα των Αθηναίων στην Σικελία, οι Πέρσες επανέρχονται καταλαμβάνοντας και την Κίο το έτος 412 π.Χ. μέχρι το 334 π.Χ., οπότε και απελευθερώνονται από τον Μ. Αλέξανδρο.

Οι πόλεις της Μ. Ασίας, κατά την διάρκεια των διαφόρων κατοχών, ιδιαίτερα της περσικής, με τις συνεχείς εξεγέρσεις και αντιδράσεις κατάφερναν να εξασφαλίζουν καθεστώτα αυτονομίας και δεν εμποδίστηκαν να αναπτυχθούν και να διακριθούν. Από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και μετά οι πόλεις ανέρχονται στον Κολοφώνα της δόξας, προόδου και ανάπτυξης σ’ όλους τους τομείς,(το 330 π.Χ. κόβονται τα πρώτα χρυσά νομίσματα της Κίου). Το εμπόριο αναπτύχθηκε μέχρι την Αίγυπτο και την χώρα των Φοινίκων, όπου και βρέθηκαν τα χρυσά νομίσματα της Κίου. Η Κίος συμμετείχε ακόμη και στην Αιτωλική συμπολιτεία. Οι έριδες όμως , οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, οδήγησαν την Κίο και άλλες ελληνικές πόλεις σε διαδοχικές καταστροφές. Σπουδαιότατη βέβαια ήταν η εκ βάθρων καταστροφή της από τον βασιλιά  Προυσία τον Α΄ της Βιθυνίας, με την βοήθεια του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας. Οι κάτοικοι εσφάγησαν, εκδιώχθηκαν ή εκρατήθηκαν δούλοι και νέα πόλη κτίστηκε με άλλο όνομα «Προυσιάδα η παραθαλάσσια». Η καταστροφή αυτή της Κίου ξεσήκωσε διαμαρτυρίες πλήθους ελληνικών πόλεων, ιδίως των Ροδίων. Το θέμα έγινε γνωστό μέχρι την ρωμαϊκή σύγκλητο, που δυστυχώς είχαν αρχίσει να ζητούν σε βοήθεια και μεσολάβηση οι διάφορες ελληνικές πόλεις. Οι Ρόδιοι και ο ΄Ατταλος Α’, ζητώντας την βοήθεια των Ρωμαίων, αποφάσιζαν μοιραία υπέρ της δικής των καταστροφής και ολοκλήρου της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι δράττοντας την ευκαιρία αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο τον Ε΄ στην μάχη της πόλης Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας (197 π.Χ. β΄ μακεδονικός πόλεμος) όπου και νικήθηκε και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει κάθε επιβουλή και διεκδίκηση συμφερόντων στις πόλεις του Βοσπόρου. Γρήγορα πετυχαίνοντας τα σχέδια τους οι Ρωμαίοι, κατά το έτος 74 π.Χ., μετά τον θάνατο του βασιλιά Νικομήδη Γ΄, με διαθήκη κληρονόμησαν και κατέλαβαν όλη την Βιθυνία και την Κίο μαζί. 

 

  

Ρωμαϊκή εποχή- Βυζαντινή εποχή

        

Η Κίος υποταγμένη στους Ρωμαίους έτυχε καθεστώτος αυτονόμου πολιτείας με εποπτεία Ρωμαίου υπάτου. Διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα , το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα (ομοίως η Κύζικος και η Απάμεια). Η περιοχή έγινε η πιο αγαπητή για τον παραθερισμό των Ρωμαίων αρχόντων. Επιφανείς φιλόσοφοι της Κίου όπως ο Ασκληπιάδης και ο Φλάβιος Άρχιππος, με κάθε τρόπο κατόρθωναν να εξασφαλίζουν προνόμια υπέρ της Κίου και να αποκαταστήσουν το όνομα της πόλης από Προυσία σε Κίο. 

 Από τις αρχές του β’ αιώνα (112 μ.Χ.), ο χριστιανισμός γνώρισε τόση μεγάλη διάδοση στην περιοχή της Βιθυνίας (την περιοχή επισκέφθηκε και ο Απόστολος Πέτρος), ώστε ο Ρωμαίος διοικητής Πλίνιος ζήτησε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό οδηγίες για την αντιμετώπιση των άπειρων χριστιανών. Η Κίος έδωσε κι αυτή φόρο αίματος στους διωγμούς κατά των χριστιανών. Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Κίος αποκτά αρχιεπισκοπή με αρχιεπίσκοπο τον Κύριλλο που συμμετέχει στην Α’ Οικουμενική σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την παρακμή των πόλεων, το Πατριαρχείο κατήργησε την αρχιεπισκοπή Κίου, η περιοχή υπήχθη στην Μητρόπολη Νίκαιας, της οποίας η έδρα ήταν η Κίος. Ο μητροπολίτης Νικαίας απέχτησε ισχύ και πανίσχυρος έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην εκλογή του πατριάρχου και την αντιμετώπιση πολλών ζητημάτων. (Κατά την έναρξη της επανάστασης το 1821 η Κίος διέθεται πέντε ενορίες, η Νίκαια μία και δεκαέξι τα διάφορα χριστιανικά χωριά της περιοχής).

Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Κίος απέκτησε σημασία λόγω της θέσης της και αποτέλεσε το προσφιλές θέρετρο των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού ιδρύθηκε στη Κίο στρατιωτική σχολή που λειτούργησε για 37 χρόνια. Όμως πολλές φορές βρέθηκε στο θέατρο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των βυζαντινών και διαφόρων εχθρών. Δέχτηκε επιδρομές από Γότθους, Άραβες, καταστροφές και λεηλασίες από Σταυροφόρους και Σελτζούκους Τούρκους, που άρχισαν από το 1100 μ.Χ. να απειλούν την Κίο και τη γύρω περιοχή. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, λαός ηπειρωτικός και νομαδικός, κατόρθωσαν να αποκτήσουν και ναυτικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας τους ντόπιους κατοίκους ΄Έλληνες, έμπειρους ναυτικούς. Στην Κίο τότε λειτούργησε το πρώτο τούρκικο ναυπηγείο, που γρήγορα κατέστρεψε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ το 1092 μ.Χ. προσπαθώντας να διασώσει την περιοχή της Βιθυνίας από τους Τούρκους. Πολύ αργότερα, το 1789 μ.Χ. με την ολοκληρωτική επικράτηση των Οσμανιδών Τούρκων, επί σουλτάνου Σελήμ, ιδρύθηκε νέο τουρκικό ναυπηγείο πολεμικών πλοίων, που λειτούργησε μέχρι το 1860 μ.Χ.

 

Σταυροφορίες

      

Δυστυχώς, κατά την εμφάνιση των Σταυροφόρων, πολλά ήταν τα δεινά και οι ζημιές που υπέστη η Κίος. Κατά την Α’ Σταυροφορία (1096 μ.Χ.) απετέλεσε στρατιωτική βάση των ιπποτών με το όνομα Κιβωτός (Civitot). Με συνεχείς επιδρομές οι Σταυροφόροι κατάφεραν να απομακρύνουν τους Τούρκους από τα παραθαλάσσια της Βιθυνίας και να υποχωρήσουν στο εσωτερικό, γύρω από το Ικόνιο. Κατά την Δ’ Σταυροφορία, επί αυτοκράτορος Αλεξίου Γ’ και την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, η Κίος κατελήφθη από τους Φράγκους (1207 μ.Χ.) και παραχωρήθηκε στην δικαιοδοσία των ιπποτών, μέχρι την ανακατάληψή της από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο (1261 μ.Χ.). 

  

Μεσαίωνας

     

Από το 1300 μ.Χ., οι επανεμφανισθέντες Τούρκοι, λεηλατούντες όλα τα παράλια της Προποντίδας, με αρχηγό τον Οσμάν Α’, κατόρθωσαν την άλωση της Προύσας (1326 μ.Χ.) και δέκα χρόνια αργότερα, μετά από δύο χρόνια πολιορκίας, κατέλαβαν και την Κίο (1336 μ.Χ.). Η Κίος κατεστράφη ολοσχερώς, εκ θεμελίων, οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν στο Αργαθώνιο όρος, όπου ζούσαν πρόχειρα με την ελπίδα της επιστροφής. Μετά από 3 χρόνια τους επετράπη να εγκατασταθούν στην περιοχή της Κίου κάτω από τα τείχη την ονομαζόμενη «καστρινά», γύρω από τον χώρο της κατεστραμμένης εκκλησίας της Θεομάννας. Επισκεύασαν την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (Μητρόπολη) ή Παζαριώτισσα και άρχισαν τον εκκλησιασμό τους και την κοινωνική οργάνωση. Οι κάτοικοι της, κυρίως ψαράδες και αγρότες, στερήθηκαν κάθε μόρφωση και παιδεία, με επιβεβλημένη την τουρκική γλώσσα. Φτώχεια, ατιμώσεις, στερήσεις, παιδομάζωμα, ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής των. Ο ετήσιος έγγειος φόρος για τους φτωχούς κατοίκους ήταν 159000 γρόσια. Πολλοί κάτοικοι προτίμησαν να φύγουν γιατί δεν άντεχαν την τουρκική παρουσία και καταπίεση. Ακόμη και την καλλιέργεια της αμπέλου απαγόρευσαν καθώς και την κατανάλωση του κρασιού ( οι Κιώτες, όμως, αντί των αμπελιών καλλιέργησαν ροδιές και παρήγαγαν ένα είδος αναψυκτικού από τον χυμό του ροδιού που το κρύωναν με πάγο από τον Όλυμπο της Προύσας, που διατηρούσαν για το ζεστό καλοκαίρι). Επί σουλτάνου Μουράτ Δ’, 1656-1710 μ.Χ., άρχισε η χαλάρωση των αυστηρών μέτρων και συγχρόνως άρχισε να διαφαίνονται συνθήκες για ανάπτυξη και πρόοδο. Με την ίδρυση του πολεμικού ναυπηγείου αρκετοί έλληνες της Κίου και της Κυζήκου σαν έμπειροι ναυπηγοί βρήκαν δουλειά. Η Κίος αποτελούμενη από αμιγή ελληνικό πληθυσμό απέκτησε τότε το δικαίωμα να εκλέγει δικό της δήμαρχο, (τελευταίος πριν την καταστροφή ήταν ο Αναστάσιος Πινάτσης που πέθανε πρόσφυγας το 1938 στην Θεσσαλονίκη).

 

19ος αιώνας

     

Επί σουλτάνου Μαχμούτ Β’, 1823-1839 μ.Χ., άρχισαν οι πρώτες μεταρρυθμίσεις και αργότερα επί Αβδούλ Μετζίτ βελτιώθηκε η κατάσταση των χριστιανών υπηκόων. Αποκαταστάθηκε η θρησκευτική, κοινωνική, εμπορική θέση της Κίου, επανήλθε η παιδεία με αύξηση του διδακτικού προσωπικού και ιδρύθηκε Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, με έξοδα της Κοινότητας. Στα σχολεία συνέχισε πάλι να διδάσκεται το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας, χώρας κατ’ εξοχή πολιτισμού και ελευθερίας. Όλες οι θρησκευτικές εκδηλώσεις και γιορτές (Ανάσταση, Θεοφάνεια, πανηγύρεις), οι σχολικές εορτές των Τριών Ιεραρχών, οι διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις όπως γάμοι, βαπτίσεις, Αποκριές, γινόντουσαν κανονικά με πλήρη ελευθερία. Όλα ήταν τόσο αγαπητά και από τον απλό τουρκικό λαό , ώστε με τυφλή πίστη συμμετείχαν και πολλές φορές προσκυνούσαν τους εορτάζοντας θαυματουργούς αγίους της Κίου. Το εμπόριο αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο γύρω τουρκικός πληθυσμός ήταν οικονομικά εξαρτημένος από τον ελληνικό πληθυσμό της Κίου. Με την ανακήρυξη του τουρκικού συντάγματος το 1908, όλοι πανηγύριζαν για την εξαγγελλόμενη ισότητα και ελευθερία μεταξύ όλων των υπηκόων της τουρκικής επικράτειας, ασχέτως εθνικότητας και θρησκείας. Δυστυχώς η εμφάνιση των Νεότουρκων, οπαδών του φανατικού Κεμάλ, σήμανε την αρχή της καταστροφής. Άρχισε η γενική επιστράτευση των μη μουσουλμάνων και ο συστηματικός διωγμός των Ελλήνων και Αρμενίων δεν έλειψε φυσικά, ούτε οι μεμονωμένες πιέσεις, διώξεις, συλλήψεις, κατηγορίες εναντίων εντίμων κατοίκων της Κίου. Φοβερότερη ήταν η εξόντωση (εξοντώθηκαν περίπου 300.000 ‘Ελληνες μικρασιάτες) με τα τάγματα εργασίας, τα αποκαλούμενα «αμελέ ταμπουρού», αγριότερα ίσως και από τα φασιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων.  

 

20ος αιώνας

 

 

Ελ�νης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

Είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κίο 1920. (Συλλογή:Ελένης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

 Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, η Τουρκία στο πλευρό της Γερμανίας, συνέχισε τις διώξεις, σφαγές και λεηλασίες του ελληνικού στοιχείου. Οι Κιώτες οργανώθηκαν για την αυτοάμυνά τους, εξοπλίζοντας τους περίφημους «νταήδες» τους με όπλα, αγορασμένα με χρήματα συγκεντρωμένα από τα εκκλησιαστικά ταμεία και την Φιλόπτωχο αδελφότητα. Με το τέλος του πολέμου οι σύμμαχοι και η Ελλάδα εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη. Στην Κίο και στην γύρω περιοχή, επειδή δρούσαν Τούρκοι αντάρτες, τσέτες, με την βοήθεια του αγγλικού στόλου, εκδιώχθηκαν και η Κίος παρεδόθη στον ελληνικό στρατό στις 25 Ιουλίου 1920, με διοικητή τον συνταγματάρχη Δ. Σαμαρτζή. Η υποδοχή ήταν μεγαλειώδης και ενθουσιώδης, όλος ο λαός με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Νίκαιας και αργότερα Οικουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο Γ’ και τον Δήμαρχο Α. Πινάτση, υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ( δες και σχετική φωτογραφία), ψάλλοντες όλοι αντί άλλου το «Χριστός Ανέστη». Δυστυχώς ο εθνικός διχασμός και ο συμμαχικός εμπαιγμός οδήγησαν στην αποτυχία της ενδοξότατης εκστρατείας του στρατού μας στην Μ. Ασία και την εθνική συμφορά. Έγινε κάποια προσπάθεια αυτονόμησης της παραλιακής ζώνης με σκοπό να διασωθούν οι κάτοικοι και να μην ξεριζωθούν από τις εστίες τους. Η τότε Σοβιετική Ένωση προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Ελλάδα και Τουρκία, αλλά δυστυχώς η βασιλική κυβέρνηση της υποτέλειας απαξίωσε και ν’ απαντήσει στην ρωσική μεσολάβηση (καμιά ιστορία δεν αναφέρεται στην προσπάθεια των Ρώσων πλην του Γ .Κορδάτου, τόμος 5ος). ‘Άδικα ξεκίνησε η «Άμυνα» τόσο στην Σμύρνη όσο και σε κάθε πόλη της Μικρασίας. Στην Κίο έγινε μεγάλη συγκέντρωση με συμμετοχή και τούρκων κατοίκων των πέριξ χωριών που χαιρετούσαν την αυτονομία της Μικρασίας.

Τα σχέδια όμως των συμμάχων ήταν άλλα. Η μυρωδιά των πετρελαίων της Μοσούλης και της Μεσοποταμίας τους ανάγκαζαν να προχωρήσουν σε μοίρασμα των εδαφών που δεν τους ανήκαν χωρίς να λογαριάζουν το δικαίωμα τους για ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση και ακεραιότητα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1912 στην Μ. Ασία σε σύνολο 10.755.774 κατοίκων ζούσαν 2.522.151 Έλληνες. Το δικαίωμα διατήρησης της δικής τους εθνικής ζωής δεν το σεβάστηκε κανείς από τους μεγάλους που διακήρυτταν σε διεθνείς συναντήσεις, ότι τάχα προστατεύουν τα μικρά και αδύναμα έθνη. Ήδη οι ίδιοι οι Γερμανοί οργάνωσαν τα περίφημα πογκρόμ εναντίων του μικρασιατικού Ελληνισμού. Η επίθεση του Κεμάλ, ενισχυμένου τώρα από τους συμμάχους αλλά και τους μπολσεβίκους, ήταν σφοδρότατη και οργανωμένη. Μάταια ο εγκαταλειμμένος από τους συμμάχους ελληνικός στρατός πότιζε με αίμα τα «δικά μας χώματα«. Ο στρατιωτικός υποτομέας της Κίου από 22 Αυγούστου 1922 δέχτηκε επιθέσεις και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κίο στις 28 Αυγούστου 1922. Ο πληθυσμός περίπου 30.000 πρόσφυγες πια, Κιώτες και άλλοι από τις γύρω περιοχές, στοιβαγμένοι στην παραλία, άδικα περίμεναν την άφιξη πλοίων. Γαλλικά πλοία στο λιμάνι των Μουδανίων, εμπόδιζαν με τους ισχυρότερους ασυρμάτους των την επαφή του αντιτορπιλικού «Πάνθηρα» με τον «Αβέρωφ» που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά έφτασαν 11 φορτηγά πλοία και από ώρα 2 μ.μ. της 25ης Αυγούστου 1922, άρχισε η επιβίβαση των προσφύγων, αφήνοντας πίσω γλυκύτατη πατρίδα, αγώνες, θυσίες, τάφους αγαπημένων, περιουσίες ……..

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Κέδρος
Encarta 96, εγκυκλοπαίδεια, Microsoft
Έπος Μικρασίας, εκδόσεις Μορφωτικού κόσμου
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.
ΚΙΑΝΑ, Ευρυσθ. Λασκαρίδη, 1966
Κουλιγκά Βασ., ΚΙΟΣ αναμνήσεις ενός Κιώτη, εκδ. Δωδώνη,1988
Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ. Ρούσσου
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, εγκυκλοπαίδεια
Στρατηγός Ξεν., η Ελλάδα στην Μικρασία, εκδ. Μπάυρον, 1986
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια,1990

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

 

 

Read Full Post »