Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναυμάχοι’

Πάνου Γεώργιος (1770- 1863)


 

Γεώργιος Πάνου (από το αρχείο Ανδρέα Κουμπή, Σπέτσες)

Ο Γεώργιος Πάνου, πλοιοκτήτης, φιλικός, αγωνιστής και πολιτικός της επανάστασης του 1821,  γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1770 και ήταν γιος του προεστού Νικολάου Πάνου. Από την παιδική του ηλικία έλαβε ναυτική εκπαίδευση και πραγματοποίησε διάφορα ταξίδια στο πλευρό πρώτα του πατέρα και μετά του θείου του. Το καράβι τον έφερε μακριά από τα σπετσιώτικα νερά, σε νέους κόσμους, νέους ανθρώπους, νέες συνήθειες. Έξυπνος, δραστήριος, εργατικός, αποκτά εκτίμηση και εμπιστοσύνη και με τη ναυτική του αξία αρχίζει να επιβάλλεται.

Ο Γεώργιος Πάνου ταξιδεύει με σπετσιώτικα καράβια ως τους μεγάλους ωκεανούς. Βγαίνει στην Ευρώπη, από την Ιταλία ως την Ισπανία και την Πορτογαλία και μαθαίνει ότι σκλαβωμένος λαός δεν είναι μόνο ο δικός του και πως η ελευθερία θέλει θυσίες και αίμα. Ύστερα από σκληρή δουλειά και μεγάλη θέληση, κατόρθωσε να αποκτήσει δικό του καράβι το «Σόλων» το 1813, ο Πάνου ήταν πια ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, ένας έμπειρος ναυτικός, που δεν άργησε να αποκτήσει την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τις ικανότητές του αυτές και την ασύγκριτη τιμιότητά του.

Είχε εξοπλίσει το καράβι του «Σόλων» με πυροβόλα τέλεια και όταν κάποτε πειρατές του επιτέθηκαν στο πέλαγος αιφνιδιαστικά και παρόλο που ήταν ασύγκριτα ανώτεροι σε αριθμό και πυροβόλα, κατόρθωσε να τους τσακίσει κυριολεκτικά και να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Έτσι, μαθήτευσε στο θαλασσινό πόλεμο με τους πειρατές κι απέκτησε τέτοια φήμη, ώστε έγινε γνωστός για τα κατορθώματά του στην Οθωμανική Πύλη, που δεν άργησε, το 1814, να τον διορίσει Μπέη – Κοτζάμπαση, δηλαδή Διοικητή στις Σπέτσες. Το αξίωμα αυτό το κράτησε μέχρι το 1817, οπότε παραιτήθηκε για άγνωστους λόγους. Ίσως γιατί το χρόνο αυτό η Φιλική Εταιρεία, με ειδικό μανιφέστο μέσω του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, τον κάλεσε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πάνου ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και σύντομα βρέθηκε στην Πόλη, κοντά στον Παναγιώτη Σέκερη. Εκεί, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κατήχησε στα μυστήρια της Φιλικής Εταιρείας και τελικά τον όρκισε αφού του πρόσφερε μικρό σταυρό που σώζεται στο Ναυτικό πολεμικό Μουσείο. Διέθεσε στο ταμείο που είχε η Φιλική Εταιρεία ιδρύσει στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, σαν πρώτη εισφορά του 1000 τάλληρα ισπανικά. Με επιστολή του προς τη Μονή αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά τα προσφέρει στη μνήμη της μητέρας του για την ανακαίνιση της Αγίας Μονής, και εννοούσε την Επανάσταση.

Το 1818, ορίστηκε μαζί με τους Μπόταση και Φατζιολάτη, έφορος της Φιλικής Εταιρείας στις Σπέτσες, ενώ το 1819, φυγάδευσε από την Ερμιόνη Αργολίδας τον Τσακάλωφ μετά τη δολοφονία του Νικόλαου Γαλάτη. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη της επανάστασης, όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στις Σπέτσες τάχτηκε υπέρ των επαναστατικών κελευσμάτων του ιερωμένου.

Παίρνει μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας, επί κεφαλής μοίρας και ύστερα από τρεισήμισι μηνών πολιορκία, κάτω από τη στρατηγική διεύθυνσή του, το μεγάλο φρούριο πέφτει. Πήρε ακόμη μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε πολλές άλλες ναυτικές επιχειρήσεις και διακρίθηκε για την τόλμη και το θάρρος του. Το 1823, πηγαίνει πληρεξούσιος των Σπετσών στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ενώ το καράβι του ο «Σόλων» – κι όταν ο ίδιος είναι στη στεριά – δεν παύει να μάχεται.

Αργότερα αρρωσταίνει. Η αρρώστια του, όμως, δεν τον εμποδίζει να γίνει Λιμενάρχης, Ειρηνοδίκης και Αστυνόμος στο νησί. Το 1827  μετείχε με το άλλο καράβι του, «Θησεύς», στην αποτυχημένη επιχείρηση του Τόμας Κόχραν κατά του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Γεώργιος Πάνου, με το τέλος της Επανάστασης και όταν η νίκη είχε στέψει τα όπλα της Ελλάδας και οι θάλασσες και τα βουνά της ήταν πια ελεύθερα, αποσύρθηκε στο νησί του. Από την τεράστια περιουσία του μόνο ο «Σόλων» του είχε απομείνει. Ασχολήθηκε και πάλι με ναυτιλιακές εργασίες για να επανορθώσει τα οικονομικά του. Αλλά κατά κακή τύχη, το ένδοξο και ιστορικό καράβι ναυάγησε και ο άλλοτε προύχοντας κατάντησε φτωχός. Στα 1836 του απονεμήθηκε μία μικρή σύνταξη και μέχρι τα βαθιά του γηρατειά έζησε στις Σπέτσες κοντά στα παιδιά του με τη φωτογραφία του «Σόλωνα» και άλλα ενθυμήματα από τον αγώνα μέσα στο αρχοντικό του, που στολίζει σήμερα το νησί. Εκεί πέθανε, σε ηλικία 93 χρόνων, την 1η Ιουνίου 1863, τη μέρα ακριβώς που η Πολιτεία, για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφορε στον αγώνα, τον τίμησε με το  αργυρό παράσημο του Σωτήρος.

Ο τάφος του βρίσκεται στα κοιμητήρια των Αγίων Πάντων με την επιγραφή:

«Πρώτος ναύαρχος Σπετσών»

Γεώργιος Ν. Πάνου 1770 – 1863.

Αρχών της νήσου Σπετσών,

πολλά υπέρ της Εθνικής παλιγγενεσίας μοχθήσας και δαπανήσας».

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Ναυμαχία του Ναβαρίνου: Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού – (Πάνος Στάμου, Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών «ΚΕΡΙΕ»).


 

Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία «της μίας πλευράς» (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο [1].

Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum – του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) – του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» [2] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

 Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου»[3].

Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας» [4].

Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος», με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο [5]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό «συμπληρωματικό» άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες – Ελλάδα, Τουρκία – δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…» [6].

Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων [7], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής. Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden).

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναβαρίνο.

Sir Edward Codrington έργο του Thomas Lawrence.

Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναβαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: «…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…». Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! … αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν… Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...» [8].

 

«Genoa» at the Battle of Navarino, 20 October 1827 – George Philip Reinagle. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου «Mosquito» που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827 [9] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων «Ασία» οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο 74 πυροβόλων πλοίο «Αζώφ» ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι [10] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης, πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω…». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα «Αζώφ» έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό «Σειρήν» (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν [11] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης…».

Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «ενώ τα Αζώφ και Γκανγκούτ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…» [12].

Στην υπηρεσιακή αναφορά [13] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά…». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο» [14], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Το «Αζώφ» με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev [15] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής «Ασία» βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…» [16]. Είχε όμως το «Αζώφ» 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκρηξη των πυρομαχικών τους. Το ίδιο το «Αζώφ» όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές [17]. Τα πληρώματα των Ρωσικών πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υπεστήκανε σοβαρές βλάβες. Το «Γκογκούτ» ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

Το Ρωσικό πολεμικό «Αλέξανδρος Νιέφσκι», ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη «γραμμή μάχης» της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναβαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών [18].  Μόλις το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί [19].Το «Αλέξανδρος Νέφσκι» επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί [20].

Τα «Προβόρνιι» και «Ελένη» επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των «Armide» και «Αλέξανδρου Νέφσκι». Το «Κάστωρ» έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το «Κωνσταντίνος» υποστήριξε τα Talbot και «Κάστωρ».

 

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

 

Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία «Γκαγκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν σοβαρές βλάβες [21].

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας…. Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία «Αζώφ», «Γκογκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν καταστροφικές ζημιές…» [22].

Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το «Αζώφ» υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το «Ασία» σε μια αψιμαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο «Μωχάμετ Μπέη», το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ (Pavel Stepanovich Nakhimov 1802-1855). Μουσείο Ρωσικού Στόλου Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου «Αζώφ»: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν – οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης – που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…» [23]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά «Ναβαρίν». Με το «Ναβαρίν» ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829 [24]!

Ο ναύαρχος Ναχίμωφ [25] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το «Αζώφ» παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το «Σήμα του Αγίου Γεωργίου» [26]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο «Αζώφ» και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου [27].

 Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου υπό τον υποναύαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν [28]:

   – Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80 (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   – Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το «Κωνσταντίνος» ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

 

Το λιμάνι του Ναβαρίνου. Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία George Phillip Reinagle, 1828. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου Mosquito που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.

Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό» [29]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το 1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του» [30]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναβαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826) [31]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826 [32]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη [33] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα [34]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος [35].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (5 Δεκεμβρίου) Έκδοση «Χριστούγεννα 1970 (5 Δεκεμβρίου). Αναμνηστική έκδοση για τα Χριστούγεννα 1970. Σχεδιάστηκε από τον Γ. Βελισσαρίδη, Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. Από την ιστοσελίδα «Το Ελληνικό Γραμματόσημο».

 

Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον [36]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’ όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης [37]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια [38].

Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναβαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο» [39].

Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» [40].

Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το «Ελλάς» και το «Καρτερία»),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία [41].

Το πλήρωμα του πλοίου «Рамять Азова» (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναβαρίνο. Αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος.

Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους «τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας» [42]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων» [43].

Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας [44].

Η  Ναυμαχία του Ναβαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναβαρίνο [45]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημά του: «Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει…». [46]!

Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…» [47]!

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α’ τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 – 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.

[2] Ίδιο Ε. Κούκου.

[3] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.

[4] Ε. Κούκου ίδιο.

[5] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.

[6] Ίδιο Ε. Κούκου.

[7] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru

[8] Ίδιο Ε. Κούκου.

[9] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.

[10] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.

[11] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.

[12] Anderson, Naval wars…, p.527.

[13] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό «Περίπλους» Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.

[14] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το «Ντάρτμουθ» ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Έσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .

[15] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.

[16] Πρυάχιν  ίδιο.

[17] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.

[18] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

[19] Ίδιο.

[20] Anderson ίδιο.

[21] http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[22] Πρυάχιν ίδιο.

[23] Πρυάχιν ίδιο.

[24] Ίδιο Πρυάχιν.

[25] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.

[26] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν

[27] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.

[28] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[29] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.

[30] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ. μγ’.

[31] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.

[32] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.

[33] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.

[34] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό…., σελ. 28.

[35] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό, σελ. 193.

[36] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986, σελ. 36.

[37] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.

[38] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.

[39] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.

[40] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.

[41] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.

[42] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.

[43] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.

[44]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», Νοέμβριος 1978.

[45] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.

[46] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.

[47] Φ. Τομαή Ίδιο.

 

Πάνος Στάμου,

Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), Οκτώβριος 2007.

23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1871) – Πλοιοκτήτης, Φιλικός, Ναυτικός της Επανάστασης και αξιωματικός του Ναυτικού της οθωνικής περιόδου.


 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1870), ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξού και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Το προεπιθετικό του είναι άγνωστο. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος. Σύντομα απέκτησε ιδιόκτητο πλοίο, το βρίκι «Αχιλλεύς», που λίγο αργότερα το μετέτρεψε σε πολεμικό για τις ανάγκες της Επανάστασης και το κυβερνούσε ο ίδιος. Επίσης, είχε συμμετοχή σε δύο καράβια ως συνιδιοκτήτης με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Λόγω αυτής της συνεργασίας, του ηθικού του χαρακτήρα και της τιμιότητας που τον διέκρινε, κλήθηκε να παίξει διαιτητικό ρόλο στις οικονομικές κληρονομικές διαφορές που είχε η Μπου­μπουλίνα με τα προγόνια της Γιάννη και Παντελή, γιους του Δημητρίου Χατζηπαντελή Γιάννουζα. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ελληνικά δικαστήρια η υπόθεση έφτασε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινου­πόλεως και ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέλαβε να τη ρυθμίσει.

To 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους Νικόλαο Μπόταση, Ρήγα Κρανιδιώτη και Γιώργο Πάνου και στις 3 Απριλίου του 1821 συμμετείχε στην κήρυξη της επανάστασης στο νησί των Σπετσών μαζί με άλλους πρόκριτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά τον αγώνα πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ευόδωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε ηλικία 24 χρόνων στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και, μετά την κατάληψη του Φρουρίου το 1824, διορίστηκε, από το Εκτελεστικό Σώμα, φρούραρχος του Κάστρου της Μονεμβασιάς και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που κάλυπτε το φρούριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, διέθεσε σεβαστά χρηματικά ποσά από την περιουσία του.

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχλλεύς σε ολες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826) καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία 64 ημερών στη θάλασσα:

  • Στην καταδρομική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλωσία δύο οθωμανικών πλοίων μεταξύ Μήλου και Κιμώλου (11 Απρίλιου 1821).
  • Στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα (Σεπτέμβριος 1821).
  • Στη αμφίρροπη ναυμαχία των Παλαιών Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822) με τον στόλο του Ισμαήλ Πασά Γιβραλταρ.
  • Στις επιχειρήσεις του «τρινήσιου» στόλου υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στη Χίο (τέλη Απριλίου 1822).
  • Στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου (Ιούνιος 1822).
  • Στη ναυμαχία στο Χέλι (απέναντι από τις Σπέτσες μεταξύ του «τρινήσιου» στόλου αναντίον του Καπετάν Καρά Μεχμέτ Πασά (7 Σεπτεμβρίου 1822).
  • Στις καταδρομικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Αγίου Όρους (Αύγουστος 1823).
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία της Σάμου (5 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στις επιχειρήσεις στη Μεθώνη και Κορώνη (Μάρτιος – Ιούνιος 1825).
  • Στις επιχειρήαεις στην Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις στο Νότιο Αιγαίο (Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις των Παλαιών Πατρών (Δεκέμβριος -Ιανουάριος 1826).
  • Στις επιχειρήσεις της Σάμου (Αϋγουστος 1826).

Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων ο Θερμησιώτης συντάχθηκε όπως και οι περισσότεροι νησιώτες με την πλευρά των Κυβερνητικών της φατρίας Κουντουριώτη, η οποία άλλωστε του εμπιστεύτηκε τη φρουραρχία του κάστρου της Μονεμβασιάς. Κατά την καποδιστριακή περιόδο δεν είχε καμία δραστηριότητα ούτε ανέλαβε κάποιο ναυτικό αξίωμα. Πολιτικά συντάχθηκε με την καποδιστριακή αντιπολίτευση. Η αντιπολιτευτική στάση του έναντι του καθεστώτος είχε ως συνέπεια να του δοθεί το χαμηλό – σε σχέση με την προσφορά του – δίπλωμα του αξιωματικού της Ε’ τάξεως, αν και για την οικονομική του προσφορά του αναγνωρίστηκε οφειλή 150.000 γροσίων.

Κατά την επόμενη οθωνική περίοδο επανήλθε και έλαβε τον υψηλό βαθμό του πλοιάρχου καθώς και μία θέση στην σημαντική επιτροπή με αρμοδιότητα να αξιολογήσει « τας υπηρεσίας και την ικανότητα ενός εκάστου των ναυτικών, όσοι κατά τον ένδοξον υπέρ της ελευθερίας αγώνα έλαβον μέρος». Στην επιτροπή συμμετείχαν – πέραν του Ηλία Θερμησιώτη- ο Ανδρέας Μιαούλης, ως πρόεδρος, και οι Γ. Σαχτούρης, Γ. Ανδρούτζου, Ν.Α. Αποστόλης, Κ. Κανάρης και Α. Γ. Κριεζής. Από έγγραφα του αρχείου του διαπιστώνεται ότι ο Ηλίας Θερμησιώτης παρέμεινε καθόλη της διάρκεια της οθωνικής βασιλείας μέλος της Επιτροπής Εκδουλεύσεων παρά τις διάφορες αποχωρήσεις και τοποθετήσεις μελών της.

Τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Θερμη­σιώτη, οι δύο μικρότεροι αδελφοί του Ηλία, ο Νικόλαος και ο Πέτρος σε νεαρή ηλικία σκοτώθηκαν πολεμώντας ο πρώτος στη μάχη της Άμφισσας και ο δεύτερος στη μάχη της Βέργας. Στο δελτίο της Εθνολογικής Εταιρίας, ο Νικόλαος και ο Πέτρος Θερμησιώτης αναφέρονται ως γιοι του Ηλία. Δεν είναι όμως ακριβές τούτο, όπως άλλωστε όλοι οι παλιοί το γνωρίζουν στις Σπέτσες. Τούτο ακόμη φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν απίθανο ο Ηλίας να είχε τόσο μεγάλους γιους και να πολεμούν μάλιστα, αφού ο ίδιος ήταν την εποχή εκείνη 24 χρόνων. Ο Ηλίας Θερμησιώτης είναι γνωστό ότι είχε δύο παιδιά, τον Ανδρέα και το Γεώργιο. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1830 και χάθηκε πολύ αργότερα, νέος στη Μαύρη θάλασσα, όταν το καράβι του που καπετάνευε και ήταν ιδιοκτησία του, σ’ ένα από τα ταξίδια του Οδησσό – Ισπανία, με φορτίο σταριού, βούλιαξε αύτανδρο. Ο δεύτερος γιος του, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1833 και πέθανε το 1929 σε βαθύ γήρας. Κατατάχτηκε στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού «κατ’ επιλογή», σαν γιος ναυμάχου και έφτασε στο βαθμό του ναυάρχου πολεμώντας σ’ όλες τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις της τότε εποχής.

Η προσφορά του στην πατρίδα είναι ανυπολόγιστη. Στο Ιστορικό Μουσείο, σε μια αίθουσα, υπάρχει το πορτραίτο του μαζί με το σπαθί του, το ντουφέκι του και το καριοφίλι του.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε στις Σπέτσες, όπου και πέθανε το 1871. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πάνω στην πλάκα, που σκεπάζει το μεγάλο αγωνιστή και πατριώτη, έχουν χαραχθεί τούτα τα λόγια:

«Ο πολλά μοχθήσας και δαπανήσας

εν τω Ιερώ της Ελλάδος Αγώνα.

Γεννηθείς τω 1788 απεβίωσε τω 1870*».

* θάνατος του Ηλία Θερμησιώτη, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη αποβιώσεως (βιβλίο θανάτων Δήμου Σπετσών) επήλθε στις 10.7.1871 και όχι το 1870, όπως εκ λάθους, έχει αναγραφεί επί του τάφου του (βλ. και εφημερίδα «Αλήθεια» φ. 1427/22.7.1871 (ανακοίνωση θανάτου) και εφημερίδα «Ερμούπολις» φ. 345/24.7.1871 ( επικήδειος λόγος του Επάρχου Σπετσών Λεωνίδα Παπανικολάου).

Πηγές


  • Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας,  Παπαγεωργίου Στέφανος.
  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.
  • Ένωση Σπετσιωτών.

Read Full Post »

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Σαχτούρης Δ. Γεώργιος (1783-1841):ο αντιναύαρχος της Ύδρας


 

Γεώργιος Σαχτούρης

Διακεκριμένος ναυμάχος του Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Μαΐου 1783, γιος του Δημητρίου Πολύγκαιρου και της Μαρίας Νικολάου Γκίτζα. Η περιπετειώδης νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης του νησιού του στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και με τα τεράστια κέρδη που, λόγω του γεγονότος αυτού, συσσωρεύτηκαν στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.

Ο Γεώργιος Σαχτούρης από μικρή ηλικία υπηρέτησε σαν τζόβενο (νεαρός μούτσος), για να εξε­λιχθεί αργότερα σε πλοίαρχος. Πολύ νέος παντρεύτηκε την επίσης Υδραία Πανούργια Δημ. Γκιώνη, με την οποία απέκτησε εφτά παιδιά: Μαρία, Δη­μήτριο, Σταμάτιο, Νικόλαο, Μιλτιάδη, Κωνσταντίνο και Θεμιστοκλή.

Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα. Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη, αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου.

Γεώργιος Σαχτούρης, Pouqueville, 1840.

Η ατυχούς έκβασης ελληνική αυτή αποστολή αμαυρώθηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι κατεσφάγησαν με εντολή των δύο πλοιάρχων. Αργότερα η βέβηλη αυτή, διεθνώς κατακριτέα, πράξη θα αποδοθεί από τους υπευθύνους σε κίνηση αντεκδίκησης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και τη σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.

Το Φεβρουάριο του 1822 ο Σαχτούρης έλαβε μέρος στη ναυμαχία των Πατρών υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη και λίγο αργότερα συνετέλεσε με τη δράση του στη λύση του αποκλεισμού του Μεσολογγίου από τουρκική μοίρα η οποία αναγκάστηκε να καταφύγει στα Δαρδανέλια.

Η δράση της υδραίικης ναυτικής μοίρας την οποία διηύθυνε συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1823, με ουσιαστικότερη παρουσία του Σαχτούρη από το 1824 και εξής, όπως πλήρως τεκμηριώνεται μέσω του ημερολογίου του πλοίου του «Αθηνά», στο οποίο αναγράφονται και σχολιάζονται από τον ίδιο τα ναυτικά γεγονότα και οι ναυμαχίες εκείνων των χρό­νων.

Ο Γ. Σαχτούρης συμμετείχε στην εκστρατεία της Κάσου (Ιούνιος 1824), ενώ τον ίδιο μήνα, αμέσως μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), πήρε μέρος στην αναποτελεσματική επιχείρηση για την ανακατάληψη τους.

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

Αποφασιστική υπήρξε και η συμβολή του στη ναυμαχία της Μυκάλης (5 Αυγούστου 1824), ενώ οι πολεμικές του ικανότητες α­ναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824). Ο Σαχτούρης μαζί με τους Ν. Αποστόλη και Γ. Ανδρούτσο καταναυμαχεί στις 23 Μαΐου 1825 τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Καφηρέα και αργότερα συμμετέχει στην εκστρατεία υπέρ του Με­σολογγίου.

 

Γεώργιος Σαχτούρης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η νικηφόρα δράση του συνεχίζεται το 1826 με τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σάμου και της Μυτιλήνης, καθώς και στις άκαρπες προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων του Μεσολογγίου. Το 1827 συμμετέχει στην τολμηρή επιχείρηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό τον Κόχραν στην Αλεξάνδρεια για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου, ενώ στη συνέχεια δρα, και πάλι υπό τον Κόχραν, στις επιχειρήσεις του Βασιλαδίου, έξω από το Μεσολόγγι.

Γεώργιος Σαχτούρης, Grossi, Νέος Αριστοφάνης.

Η νικηφόρα ολοκλήρωση του ελληνικού ναυτικού Αγώνα και η έλευση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια σήμαναν τη διοικητική αναδιοργάνωση των ναυτικών πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο κυβερνήτης αναθέτει στον Σαχτούρη την αρχηγία της ναυτικής μοίρας των μεσσηνιακών παραλίων με στόχο την παρεμπόδιση ανεφοδιασμού των φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου και αργότερα τον αποκλεισμό της θαλάσσιας περιοχής από τον Αμβρακικό έως την Κρήτη.

Πιστός θεματοφύλακας της πολιτικής Καποδίστρια, ο «…ήπιος Σαχτούρης» – κατά τον Σπετσιώτη ιστορικό Α. Χατζή-Αναργύρου στα «Σπετσιωτικά» του – συγκρούστηκε επανειλημμένα με τους αντιπάλους του Κυβερνήτη. Παρ’ όλ’ αυτά, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων, έλαβε μέρος υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη στην καταστροφή του ελληνικού στόλου στον Πόρο, τον Ιούλιο του 1831.

Ο Γ. Σαχτούρης διετέλεσε μέλος της Ναυτικής Υπηρεσίας (1830) και της Επιτροπής Ναυτικών Καταλόγων (1833), μαζί με τους Γ. Ανδρούτσο και Α. Ν. Αποστόλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πήρε το βαθμό του αντιναυάρχου και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Ναυστάθμου στον Πόρο, όπου υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε στην Ύδρα στις 30 Ιανουαρίου 1841 και ενταφιάσθηκε στο ναό της Υπαπαντής.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »