Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Προσωπογραφίες Αγωνιστών

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Kolokotronis Theodoros  (1770-1843) 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με

σιταροκάραβα βατσέλα»,

 αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος, ξυλογραφία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1824.

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σχέδιο Voutier. Δημοσιεύεται στο βιβλίο P.C.H.I. Pouqueville, “Histoire de la regeneration de la Greece’’, Παρίσι 1824.

 

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Ο Κολοκοτρώνης έχων αγαθήν καρδίαν, πατριωτισμόν μέγαν, φρόνησιν μεγάλην, και δεν ηθέλησε ποτέ να εμβάψη τας χείρας του εις ανθρώπινον αίμα, αν και το εξωτερικό του ήτον άγριον και ο χαρακτήρ του ορμητικός, και όστις τον έβλεπε, τον εξελάμβανεν ως άνθρωπον άγριον και αιμοβόρον, και εντεύθεν ηπατήθησαν πολλοί.

Ήτο μεν αγράμματος, αλλ’ ευφυής, και ως επί το πλείστον ωμίλει δια παροιμιών και μύθων καταλλήλως εφαρμοζομένων εις την προκειμένην ομιλίαν. Ήτο σύννους πάντοτε, και τα στρατιωτικά σχέδιά του συνετά, ώστε ουδέποτε απέτυχον. Εγνώριζε να προφυλάττη τους στρατούς του από τους κινδύνους.

 

[ Θεόδωρος Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, «Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήνα, 1979].

 

 

 

 

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο μακαρίτης Γέρο-Κολοκοτρώνης ήτο ευαπάτητος, και τον εγελούσε το μικρόν παιδίον, ήτο δε ευπροσήγορος και πολλάκις καταδέχετο να παίζει με παιδία. Εσυνήθιζε να παίζη την κοντζίναν και την μπέλλα-δόνα με δύο ή πέντε λεπτά, αλλά και παίζων ευκόλως ηπατάτο.

Ενδιεφέρετο δε να κερδίζη πάντοτε, και τα κερδιζόμενα λεπτά διετήρει ως κειμήλια. Φιλόδωρος δεν ήτο, αλλ’ ό,τι του έπαιρνέ τις δεν το εζήτει. Ήτο δε ευσταθούς χαρακτήρος και τιμίου, και ουδέποτε ανεκάλει ό,τι υπέσχετο, διό και οι Αλβανοί Τούρκοι τον έλεγον μπεσιλή, δηλαδή ετήρει τον λόγον και τον όρκον.

 [ Θεόδωρος Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, «Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήνα, 1979].

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, έργου του Καρλ Πάβλοβιτς Μπριουλώφ (1799–1852), ενός από τους σπουδαιότερους Ρώσους ζωγράφους του 19ου αιώνα. Σε ένα ταξίδι του, περίπου το 1835,στα Ιόνια νησιά, στην ανεξάρτητη τότε Ελλάδα και στην Μικρά Ασία, ο Μπριουλώφ ζωγράφισε αρκετά έργα, τόσο με ελληνικά τοπία όσο και προσωπογραφίες. Μεταξύ αυτών είναι και το πορτραίτο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ακριβώς μετά την αποφυλάκισή του από το Παλαμήδι. [Πινακοθήκη Τρετιακώφ Μόσχα].
Τα περισσότερα σχέδιά του δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο του Νταβίντωφ «Ταξιδιωτικές σημειώσεις, που συντάχθηκαν κατά την παραμονή στα Ιόνια νησιά, στην Ελλάδα, στην Μικρά Ασία και στην Τουρκία το 1835» (Αγ. Πετρούπολη, 1839), ενώ άλλα βρίσκονται στο Πινακοθήκη Τρετιακώφ στην Μόσχα.
Οι πληροφορίες από τον ιστότοπο του κυρίου Σωτήρη Δημόπουλου, Διδάκτορα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου & Πτυχιούχο του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Κιέβου.

 

Πορτρέτο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1843) σχεδιασμένο εκ του φυσικού από τον Γάλλο ζωγράφο Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891). Υδατογραφία και μολύβι σε χαρτί, 27,5 x 20 cm.

 

Ο Κολοκοτρώνης στη νεκρική του κλίνη. Pierre Bonirote (Πιέρ Μπονιρότ), 1843.

Ο Κολοκοτρώνης στη νεκρική του κλίνη. Pierre Bonirote (Πιέρ Μπονιρότ), 1843. Ο Γάλλος Pierre Bonirote (1811-1891), ο οποίος δίδαξε ζωγραφική για τρία περίπου χρόνια στην Αθήνα μισθοδοτούμενος από τη δούκισσα της Πλακεντίας Sophie de Marbois-Lebrun, ήταν ένας από τους τρεις ζωγράφους που, σύμφωνα με την εφημερίδα «Αιών», απαθανάτισαν τον Κολοκοτρώνη στη νεκρική του κλίνη. Σύμφωνα με περιγραφή αθηναϊκής εφημερίδας: «Ὁ δὲ νεκρὸς ἦταν κεκοσμημένος μὲ τὴν στολὴν τοῦ Ἀρχιστρατήγου, ἔφερε τὸ ξίφος, τὸ ὁποῖον εἶχε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν περικεφαλαίαν εἰς τὸ πλευρὸν καὶ ἐπωμίδας τῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπηρεσίας του. Παρακείμενον δὲ τὸν θώρακα, καὶ εἰς τοὺς πόδας τζαρούχια, τὸ παλαιὸν αὐτοῦ ὑπόδημα».

 

Μια ακόμα προσωπογραφία του Θ. Κολοκοτρώνη, του Γκιαούρ πασά, όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι, προσωνύμιο που υποδηλώνει τον σεβασμό που προκαλούσε στις τάξεις του εχθρού, όπως γράφει και το Κολοκοτρωνεΐκο λεξικό.
Δημοσιεύεται στο βιβλίο του Γάλλου φιλέλληνα διπλωμάτη Κλοντ Ντενίς Ραφενέλ (C.D. RAFFENEL), «Ιστορικά Γεγονότα στην Ελλάδα» («L’Histoire Des Evenements De La Grece», τόμος 2ος), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1824.

 

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Ο Κολοκοτρώνης ορκίζει τον γιό του. Έργο του Διονυσίου Τσόκου. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη – Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου.

 

«Ο Κολοκοτρώνης προσευχόμενος». Υδατογραφία του Αποστόλου Γεραλή (1886-1983). Πολεμικό Μουσείο.

 

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Προσωπογραφίες Αγωνιστών

Κολοκοτρώνης Γενναίος – Kolokotronis Gennaios (1803 ή 1805 – 20/5/1868)

  

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν.

Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ  Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν.

Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

[ Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, 1888.]

 

 

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ξυλογραφία.

 

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση, Pouqueville, Napoli, 1841.

Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα από πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Φωτεινή Τζαβέλα, σύζυγος Γενναίου Κολοκοτρώνη, ξυλογραφία, 1891.

 

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες Αγωνιστών

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα – Boumpoulina Laskarina  (1771-1825) 

[…] Είναι ακόμη βέβαιο ότι η φήμη της ταξίδεψε γρήγορα στην Ευρώπη, αφού κυκλοφορούσαν απεικονίσεις της από το 1821· όσοι τη συνάντησαν, γνώριζαν το όνομα και τη δραστηριότητά της. Στα ευρωπαϊκά της πορτραίτα η Μπουμπουλίνα απεικονίζεται νεαρή και όμορφη, λεπτή ή μεγαλόσωμη με πλούσιο στήθος, ντυμένη άλλοτε ευρωπαϊκά, άλλοτε ανατολίτικα ή και μικτά. Ακόμη και ένα γυναικείο ένδυμα θα πάρει στο Παρίσι το όνομά της, «a la Robeline», πιθανότατα από συμφυρμό των λέξεων robe και Bobeline (Boubouline). 

«Αμαζόνα», «νέα Σαλαμινομάχο», «νέα Αρτεμισία» ή και «Σπαρτιάτισσα» την αποκαλούν επίσης πολλά από τα κείμενα της εποχής, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά μυθικών προσώπων, κυρίως όμως ανδροπρεπή εμφάνιση και συμπεριφορά […].

 Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», σελ. 41-42, Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα. Ακουαρέλα του Σπ. Προσαλέντη.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα – Pouqueville, Istoria della Grecia dal 1740 al 1824, Napoli, 1838.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα – Ρωσική χαλκογραφία. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

 

[…] O πρώσος ανθυπολοχαγός Λούντβιχ φον Μπόλλμαν (Ludwig von Bollman), την αποκαλεί σύγχρονη ηρωίδα, ηλικίας 40-45 ετών. Στο βιβλίο του γράφει ότι «η εξωτερική της εμφάνιση δεν ανταποκρίνεται στην ευγένεια των αισθημάτων της», ενώ συμπληρώνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με ακριβό σπαθί και βαρύτιμες πιστόλες. «Την είδα στο Άργος  πάνω σ’ ένα υπέροχο αράπικο άτι. Την ακολουθούσαν ένα πλήθος αρματωμένοι στρατιώτες που έτρεχαν πλάι της σαν λαγοί, βγάζοντας χαρούμενες κραυγές». 

 Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», σελ. 61, Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

 

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν». Έργο του Peter Von Hess σε κάρβουνο.

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

 

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel. Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel. Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel. Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα σε ένα από τα λαϊκά φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έγχρωμη λιθογραφία, 33,6 x 27,6 εκ., του Γαλλογερμανού λιθογράφου και χρωμολιθογράφου Γκοντεφρουά Ένγκελμαν – Godefroy Engelmann (1788-1839). Η λιθογραφία φέρει τις ενδείξεις «Dessine d’après nature» (Σχεδιασμένο εκ του φυσικού) και «Lith de Engelmann» (Λιθογραφία του Ένγκελμαν).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος Ι


 

 Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Ρήγας Φεραίος, «ο Ρήγας εξάπτει τον προς ελευθερίαν των Ελλήνων έρωτα».

Αλέξανδρος Υψηλάντης, «ο Υψηλάντης αναδέχεται την αρχιστρατηγίαν του υπερ ελευθερίας αγώνος».

 

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Αθανάσιος Διάκος, «ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτας εις την μάχην».

Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, «ο Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Γρηγόριος αποκρεμάται».

[…] Η ρητορική των στάσεων, των κινήσεων και των εκφράσεων στα πρόσωπα, η θεατρικότητα και ο εμφατικός λόγος είναι τα κατεξοχήν μέσα μετάδοσης του μηνύματος και αποτελούν τα συστατικά στοιχεία του κώδικα επικοινωνίας με τους θεατές. Η ηρωική διάσταση, προσωποποιημένη σε επώνυμους αγωνιστές, ενσαρκωμένη σε ένα συγκεκριμένο  άτομο κάθε φορά, είναι κομβικό γνώρισμα των παραστάσεων του κύκλου του αγώνα[…].   ( Αφροδίτη Κουριά. Το Ναύπλιο των περιηγητών).

 

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν».

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Αναγνωσταράς, «ο Αναγνωσταράς νικά τους Τούρκους στο Βαλτέτσι».

Ιάκωβος Τομπαζής, «ο Τομπαζής πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον».

Βιογραφικό

Read Full Post »

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

 
 

 

Μαυρογένους Μαντώ, «Blancard, Les Mavroyeni», ξυλογραφία, Paris 1909.

 

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1825.

 

Μαξίμ Ρεμπό – Μαντώ Μαυρογένους

Γύρω στα μέσα του 1821, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από την Αθήνα στο στρατόπεδο του Ναυπλίου, πριν από τη συνθηκολόγηση του Ακροκορίνθου, την αναχώρηση του Υψηλάντη για τον Χάνδακα (Ηράκλειο) και το θάνατο του φοβερού Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο συνταγματάρχης Μαξίμ Ρεμπό, στο πέρασμά του από τη Μύκονο, μας μιλάει με τα ακόλουθα λόγια για τη Μαντώ Μαυρογένους.

«Η δεσποινίς Μαντώ Μαυρογένους μας ζήτησε να περάσουμε μια βραδιά στο σπίτι της. Συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος κύκλος με τους σημαντικότερους ανθρώπους του νησιού και ήταν μια ευχάριστη βραδιά με χορό και παιχνίδια. Η δεσποινίς Μαντώ είναι προικισμένη με μεγάλη γλυκύτητα χαρακτήρα, αλλά, όταν μιλάει για την απελευθέρωση της πατρίδας της, ζωηρεύει, η φωνή της υψώνεται και τα λόγια της κυλάνε με τόσο εμπνευσμένη ευγλωττία ώστε δεν κουράζεται κανείς να τα ακούει. ’’Δεν έχει σημασία τι θ’ απογίνω εγώ, αρκεί να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Αφού δώσω όλα όσα μπορώ να διαθέσω για τον ιερό σκοπό της ελευθερίας, θα πάω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να πεθάνω αν χρειαστεί γι’ αυτήν’’.

Έτσι μιλούσε η δεσποινίς Μαντώ (νέα ακόμη, χαριτωμένη, με ιδιαίτερα προσεγμένη εμφάνιση)».

[ Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», σ. 398, δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006].

 

 
 

 

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

 

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1829.

 

Διονυσίου Τσόκου: Η Μαντώ Μαυρογένους. Σπουδή για τον πίνακα «Η Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτί, 0,33 Χ 0,21 μ. Μουσείο Μπενάκη.

 

Βιογραφίες

 

  

Read Full Post »

 Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης – Τροιζήνας


 

 Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου-5 Μαΐου 1827). Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτη της Ελλάδας» για επταετή θητεία, ψήφισε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και για το λόγο αυτό διακήρυττε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Τη ρητή αυτή διακήρυξη επαναλάμβαναν όλα τα Ελληνικά Συντάγματα μετά το 1864.

Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα. Καθιέρωνε μιαν αυστηρή διάκριση των εξουσιών αναθέτοντας στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, ονομαζόμενο Βουλή, τη νομοθετική. Ο Κυβερνήτης είχε απλώς το δικαίωμα αναβλητικού veto στα νομοσχέδια, ενώ δεν είχε και το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Ο ίδιος ήταν «απαραβίαστος», ενώ οι «Γραμματείς της Επικράτειας», δηλαδή οι Υπουργοί, αναλάμβαναν την ευθύνη για τις δημόσιες πράξεις του (και έτσι ενυπήρχαν στο Σύνταγμα του 1827 τα πρώτα ψήγματα της κοινοβουλευτικής αρχής). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εμπεριέχει την αρτιότερη και πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ των Συνταγμάτων της εποχής.

Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828.

 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των αντιπροσώπων της επαναστατημένης Ελλάδας είχε αρχί­σει τις εργασίες της στις 6 του Απρίλη του 1826 στην Επίδαυρο, αλλά σε λίγες μέρες διακό­πηκε από τους διαπληκτισμούς και τις διχόνοιες που ξέσπασαν ανάμεσα στα μέλη της. Τότε η διοικητική επιτροπή της Ελλάδας, που την αποτελούσαν ο Ανδρέας Ζαΐμης ως πρόεδρος και γενικός γραμματέας ο Χιώτης γιατρός και πολιτικός Γεώργιος Γλαράκης και μέλη οι Δ. Τσαμαδός, Π. Μαυρομιχάλης, Σ. Τρικούπης, Π. Δ. Δημητρακόπουλος, Α. Χ. Αναργύρου, Α. Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος και I. Βλάχος, πήγε στην Αίγινα και με τον ισχυρισμό ότι μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να ορίσει τον τόπο, όπου θα έπρεπε να συνεχιστούν οι εργασίες της συνέλευσης, κάλεσε τους πληρεξούσιους να πάνε εκεί.

Επίσης τούτη η επιτροπή υποστήριζε ότι είχε και το δικαίωμα να αναγνωρίζει ως νόμιμους πληρεξούσιους του έθνους μόνο αυ­τούς που απαρτίζανε την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου. Και σύμφωνα με τούτη την άποψη, η συνέλευση που θα γινόταν στην Αίγινα θα υπολογιζόταν ως συνέχεια εκείνης της Επιδαύρου, όπου και θα έπαιρναν μέρος μόνο οι πληρεξούσιοι που ήταν πριν στην Επί­δαυρο.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Αλλά μια μεγάλη ομάδα πληρεξούσιων διαφώνησε με όλα αυτά. Για τον τόπο της συνέ­χισης των εργασιών της εθνικής συνέλευσης είχε αντίρρηση και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, όμως δεν παρέλειπε να πιέζει την επιτροπή της συνέλευσης για την ανάγκη να μη χάνεται χρόνος. Από τ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1826 παρότρυνε τούτη την επιτροπή γράφοντας: «Τώρα είναι καιρός να προκηρύξετε, ως επιτροπή της Συνελεύσεως, να τελειώσωμεν την Συνέλευσιν του απερασμένου Απριλίου και θέλει χασομερίσωμε. Τώρα είναι καιρός, είναι χειμώνας και ούτε ημείς πολεμούμε, ούτε ο Ιμπραΐμης». Σε ερώτηση της επιτροπής, για το ποιον τόπο θεωρούσε σίγουρο για τη συνέλευση, αποκρίθηκε: «Απάνω στην Πελοπόννησο να γένη η Συνέλευσις, να έχωμε και έγνοια τον Ιμπραΐμη οπού να δίνωμε εις το στρατικό βοήθειαν εις κάθε ανάγκην, διότι έχομε τον εχθρόν εις την πόρτα μας». Και για σίγουρους τόπους πρότεινε: «Είναι το Λενίδι, είναι το Κρανίδι, είναι το Καστρί, είναι και η Πιάδα, από τους τέσσερους τόπους, όποιον θέλετε εκλεχτέ».

Και συνεχίζει: «Με αποκρίθηκαν: Να ρωτήσωμεν και την διοικητικήν επιτροπήν. Και ανταμώσαμεν, και ωμίλησαν τα δυο σώματα, και αποφάσισαν με δόλο, ή εις τον Πόρο, ή εις την Αίγιναν, δια να κάμουν την Συνέλευσιν κατά θέλησίν τους, όποιον πληρεξούσιον θέλουν να εμβάζουν, όποιον δεν θέλουν να μην τον δέχωνται εις το νησί. Και μου αποκρίθηκε η επιτροπή την ομιλίαν οπού έκαμε με το άλλο σώμα το Κυβερνητικό ότι να γένη η Συνέλευσις εις τον Πόρο ή εις την Αί­γινα. Και εγώ δεν το εδέχθηκα, και τους επροφασίστηκα ότι: Εγώ εις το γιαλό δεν εμπαίνω γιατί έκαμα όρκο όταν με είχαν εις την Ύδρα[i] και δεν μπαίνω πλοίο στο πέλαγο. Εάν δεν είμαι εις την Συνέλευσιν εγώ που ήμουν ένα άτομο δεν έβλαβε, όμως είχα πολλούς ψήφους, και από άρματα και από πολιτικούς, είχα και άλλους που δεν ήθελαν να πάνε».

  

Η Συνέλευση στην Ερμιόνη


 

Ύστερα από μάταιες προσπάθειες για συνεννόηση ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να πάει στην Ερμιόνη: «Και της ευθύς επήγα εις το σπίτι μου και καβάλληκα και επήρα και τον Τσώκρη[ii] με διακοσίους ανθρώπους και τον Νικολάκη Πονηρό[iii] και Αναγνωστάκο, ανήμε­ρα του Αγίου Δημητρίου, και όσο να πάγω στην Ερμιόνη εσύναξα τετρακοσίους. Και μα­θαίνοντας ότι εγώ πάγω στην Ερμιόνη, σηκώθηκαν και αι δύο επιτροπαί και επήγαν εις την Αίγινα και επροκήρυξαν την Συνέλευσιν. Και επροκήρυξα και εγώ να μαζωχτούν να κάμωμε την Συνέλευσιν στην Ερμιόνη.

Έστειλα τον Νικολάκη Πονηρό εις την Ύδρα, εις τον κυρ-Γιώργη[iv] και λοιπούς Υδραίους και ήλθον οι Υδραίοι και η Συνέλευσις η εδική μας ήτον ως ενενήντα πληρεξούσιοι και εις την Αίγινα ήτον πενήντα με ταις δυο επιτροπές».

Στην Ερμιόνη λοιπόν μαζεύτηκαν οι περισσότεροι πληρεξούσιοι, που κατά το Αρχείο Μάμουκα ήσαν 141[v], αν και ο Κολοκοτρώνης τους υπολογίζει ως 90. Εκεί παραβρέθηκαν, εκτός από τους πληρεξούσιους που είχαν πάρει μέρος στη συνέλευση της Επιδαύρου, και άλλοι από επαρχίες που είχαν αγωνιστεί ενάντια στους Τούρκους και είχαν απελευθερωθεί και που αυτοί της Αίγινας δεν ήθελαν να τους αναγνωρίσουν.

Ο Κολοκοτρώνης είχε στρατοπεδεύσει στην Ερμιόνη από τον Νοέμβρη του 1826 και επιδιδόταν σε δραστήριες ενέργειες για να συνεχιστεί η συνέλευση εκεί, ερχόμενος σε συνεν­νόηση με τους κυριότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς της επαναστατημένης Ελλάδας. Αλλά οι συγκεντρωμένοι στην Αίγινα πληρεξούσιοι επιμένανε στην άποψή τους και για τον τόπο της συνέλευσης και για την αναγνώριση των αντιπροσώπων. Όσοι πάλι μαζεύτη­καν στην Ερμιόνη παραμένανε αμετάπειστοι, υποστηρίζοντας ότι η άποψη αυτή ούτε νόμι­μη ήταν, ούτε δίκαιη, και ότι τον τόπο της συνέλευσης μόνο η πλειοψηφία των πληρεξού­σιων, με ανανεωμένη μάλιστα τη λαϊκή εντολή, μπορούσε να τον καθορίσει.

Η διαμάχη αυτή είχε συγκλονίσει το λαό και το στρατό σε όλη την επαναστατημένη χώ­ρα. Η γενική κατάσταση ήτανε κρίσιμη. Το Μεσολόγγι έπεσε. Η ακρόπολη της Αθήνας κιν­δύνευε. Ο στρατός είχε εξαντληθεί και πολεμοφόδια και τρόφιμα δεν υπήρχαν. Κι ακόμα οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη, που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των Τούρκων και των Ευρωπαίων πρεσβευτών με επικεφαλής τον Βρετανό πρέσβη, είχανε σταματήσει, αφού δεν στέλνονταν οδηγίες από την Ελλάδα. Γενική απογοήτευση επικρατούσε που κο­ρυφωνόταν από τη διαμάχη των πληρεξούσιων του Έθνους.

Η απειλή, να καταστραφεί ό,τι είχε επιτευχθεί ως τώρα για τον απελευθερωτικό αγώνα και για τη σωτηρία της πατρίδας, είτανε φανερή. Μέσα στις συνθήκες αυτές με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη προκηρύχτηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης στην Ερμιόνη. Εκλέχτηκε πρόεδρος της συνέλευ­σης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αλλά παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιατρός Γεώργιος Σισίνης με γραμματέα τον Νικόλαο Σπηλιάδη, που διέθετε εξαίρετη μόρφωση και γλωσσο­μάθεια. Βοηθοί του πρώτου γραμματέα ορίστηκαν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Γεώργιος Χρηστίδης ή Μιχαήλ Χρυσηίδης. Ο Σισίνης φιλοξενήθηκε σε σπίτι Κομμά. Βουλευτήριο έγινε το σπίτι Οικονόμου. Ο Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν γενικός αρχηγός του Στρατού, είχε εγκαταστήσει το αρχη­γείο του στο σπίτι του Γιάννη Μήτσα-Μίτζα.[vi]

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνε­δριάσεις, από 18 του Γενάρη του 1827 ως τις 10 του Φλεβάρη, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν στις 11 του Φλεβάρη και τέλειωσαν στις 17 του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Κατά τις προκαταρκτικές συνεδριάσεις εκλέχτηκε φρούραρχος της συνέλευσης ο στρα­τηγός Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς, ανεψιός του Κολοκοτρώνη, και αποφασίστη­κε όπως η φρουρά αποτελεστεί απο τετρακόσιους άντρες. Και για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα γενικά, αποφασίστηκε η πώληση των προσόδων του Κάτω Ναχαγέ.

Στη διάρκεια τούτων των συνεδριάσεων έφτασε έγγραφο από την Αίγινα με την πρότα­ση να συγκληθεί η Εθνοσυνέλευση σε τρίτον τόπο. Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση-πρόσκληση να πάνε εκεί οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, όπου με το δικαίωμα της πλειοψη­φίας είχε αποφασιστεί και οριστεί ως τόπος της συνέλευσης. Έφτασε επίσης γράμμα από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, γραμμένο στο στρατόπεδο του στο Δίστομο της Λειβαδιάς. Ο γενικός αρχηγός των στρατοπέδων της Στερεάς Ελλάδας συ­νιστούσε ομόνοια και αδελφοσύνη και πρότεινε ως τρίτον τόπο της συνέλευσης τη Σαλαμίνα.

Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση όπου αναφερόταν: «Τώρα εσχάτως ήλθον απε­σταλμένοι και εξ Αιγίνης δι’αυτήν την ιδίαν περί του τόπου υπόθεσιν και είδον ότι το δι­καίωμα των πλειόνων και ουχί άλλος τις αποφασίζει τόπον Συνελεύσεως την Ερμιόνην, ήτις και άλλως είναι τόπος κατά πάντα πρόσφορος και κατάλληλος δια τούτο και όσοι δεν κυριεύονται ειμή υπό απλούν το συμφέρον της Πατρίδος δεν έμειναν αμετάπειστοι, ούτε θ’αργήσουν να μεταβούν και εκείνοι εξ Αιγίνης εδώ και τους άλλους να παρακινήσουν να μεταβούν».[vii]

Κι ακόμη ζητούσαν από τον Καραϊσκάκη να παρακινήσει τους πληρεξούσι­ους των μερών του να πάνε στην Ερμιόνη το γρηγορότερο για να μην «αναβάλλεται η ωφέ­λεια της Πατρίδος» σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Δεύτερο έγγραφο έφτασε από την Αίγινα, που καλούσε τους πληρεξούσιους της Ερμιό­νης να πάνε εκεί και τόνιζε ότι καμιά πράξη των συγκεντρωμένων στην Ερμιόνη δεν θα αναγνωριζόταν ως νόμιμη. Σε τούτο δεν δόθηκε απάντηση.

Πριν αρχίσουν οι τακτικές συνεδριάσεις, έγινε θρησκευτική τελετή στην εκκλησιά των Ταξιαρχών και ακολούθησε ορκωμοσία των πληρεξούσιων. Στη συνέχεια άρχισαν οι εργα­σίες της πρώτης τακτικής συνεδρίασης, όπου πάρθηκε απόφαση να μη θεωρηθούν ως νόμι­μοι οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, γιατί δεν αντιπροσώπευαν το λαό. Μετά εγκρίθηκε ο κα­νονισμός των εργασιών του σώματος, οι διατάξεις δηλαδή των συνεδριάσεων και καθορί­στηκαν οι οδηγίες προς το φρούραρχο και προς τον αστυνόμο.

Κατά τις τακτικές αυτές συνεδριάσεις αποφασίστηκε να εκστρατεύσει ο Γενναίος Κο­λοκοτρώνης για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αττικής με 4.500 άντρες.[viii]

Επίσης εγκρίθηκε η πρόταση να ακολουθήσουν οι συνεδριάσεις της Ερμιόνης τον αριθ­μό των προηγούμενων συνεδριάσεων της Επιδαύρου ως συνέχειά τους. Δεύτερη πρόταση που εγκρίθηκε ήτανε να σταλεί γράμμα προς τον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Κωνσταντι­νούπολη Stratford Canning,  όπου να αναφέρεται η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους προς αυτόν και προς τους πρεσβευτές των άλλων μεγάλων δυνάμεων, για τη θερμή υποστή­ριξη των ελληνικών δικαίων κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Τούρκους για ειρήνη.

Στη διάρκεια της πέμπτης συνεδρίασης διαβάστηκε μήνυμα του αγωνιστή Αναστάση Λιδωρίκη από τη Δωρίδα, γραμμένο στη Σαλαμίνα, όπου έκανε γνωστό στη συνέλευση, ότι έρχεται στην Ερμιόνη μαζί με άλλους πληρεξούσιους από τη Στερεά Ελλάδα.

Στις συνεδριάσεις της Ερμιόνης συζητήθηκαν πολλά θέματα και πάρθηκαν αποφάσεις, όπως η απόφαση να αποζημιωθούν από τα ωφελήματα της ελληνικής επικράτειας, μετά την οποιαδήποτε αποκατάσταση του Έθνους, όσοι αγωνιστές ζημιώθηκαν και δυστύχησαν και εγκρίθηκε ανάλογο ψήφισμα. Διαβάστηκαν ακόμη αναφορές από διάφορα μέρη που ζητού­σαν βοήθεια σε πολεμοφόδια, τρόφιμα, γιδοπρόβατα, ζωοτροφές.

Από τη 13η συνεδρίαση στάλθηκε γράμμα προς το λόρδο Thomas Cochrane, που βρισκό­τανε τότε στη Μεσόγειο, με την παράκληση να έρθει στις ελληνικές θάλασσες και να βοηθή­σει στον απελευθερωτικόν αγώνα. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε όπως η βάση του ελ­ληνικού πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.

Στη 16η συνέλευση διαβάστηκε έγγραφο του Κολοκοτρώνη, όπου πρότεινε τον Άγγλο στρατηγό  Richard Church ως αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων της ξηράς και το λόρ­δο Cochrane ως αρχηγό των ναυτικών δυνάμεων. Ακόμη πρότεινε την εκλογή κυβερνήτη της Ελλάδας υποδείχνοντας τον πολιτικό και διπλωμάτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 Γράφει σχε­τικά ο Κολοκοτρώνης:

«Και ημείς τον Μάρτιον μήνα, σαν εγινήκαμε πλήρεις ενενήντα, αρχίσαμεν ταις εργασίαις μας και εβάλαμεν πρόεδρον τον Σισίνην. Τότινες έφτασε και ο Κό­χραν και τον εψηφίσαμεν αρχιθαλάσσιον εις ταις τρεις μοίραις Σπετσών, Υδραίων και Ψα­ρών. Εις τον ίδιον καιρόν ήλθε και ο Τσούρτς, διατί έλεγε η Συνέλευσις της Αιγίνης, ότι ο Κολοκοτρώνης γυρεύει πάντα να γίνη αρχιστράτηγος της Ελλάδος, κ’εγώ αποφάσισα, δια να μην ευρίσκουν αυτήν την πρόφασιν, έρηξα την φιλοτιμίαν μου κάτω δια την αγάπην της Πατρίδος, και έρηξαν κάτω την φιλοτιμίαν τους και αι τρεις νήσοι, και υπόγραψαν αρχιθαλάσσιον τον Κόχραν».

Η διαίρεση ανάμεσα στους πληρεξούσιους της Αίγινας, που ήσαν οπαδοί της κυβέρνη­σης του Αντρέα Ζαΐμη, και σε κείνους της Ερμιόνης, που ανήκαν στην αντιπολίτευση, εξα­κολουθούσε, αφού ούτε οι πρώτοι υποχωρούσαν, ούτε οι δεύτεροι: «Η διαίρεσις ακολου­θούσε τρεις μήνας. Ο Άμιλτων ευρισκότανε τον τότε καιρό εκεί, επήγαινε και εις την Αίγι­να και έρχονταν και εις ημάς να μας ενώση να κάμωμε την συνέλευσίν μας και ημείς ελέγαμε: Ας έλθουν εδώ οι Αιγινήται, που είμεθα πλειότεροι και τους δεχόμαστε. Εκείνοι έλεγαν το ίδιο. Και εφιλονικούνταν το πράγμα και έγραφαν εις τον μινίστρο Κάνιγγ ως επιτροπή και εγώ έγραφα ατομικώς. Και ελάβαιναν και εκείνοι απόκρισιν, ελάβαινα και εγώ».

Πολλές προσπάθειες καταβάλανε οι Άγγλοι για την ένωση των δυο ομάδων, αλλά η πλειοψηφία των πληρεξούσιων της Ερμιόνης ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει τη συνέλευ­ση εκεί και οι προσπάθειες δεν καρποφορούσαν: «Και ερχόμενος ο Κόχραν εις τον Πόρον, επήρα τον Μεταξά[ix] να τον ανταμώσω εις το καράβι και ωμιλήσαμεν τα όσα αποφάσισε η συνέλευσίς μας. Αυτός εζήτησε την ένωσιν και ημείς ελέγαμεν την ιδίαν ομιλίαν: Ας έλθη η συνέλευσις της Αίγινας και ημείς την δεχόμεθα.

Και είδα εις την ομιλίαν του την φαντασίαν οπού είχεν ο Κόχραν και εγώ του αποκρίθηκα, ως ‘Ελλην, φαντασμένα. Βγαίνοντας αναχωρήσαμεν και επήγαμεν πίσω στην Ερμιόνη και εκρατήσαμε και τον γκενεράλη Τσούρτς εις την Ερμιόνη. Και τότε έσμιξε ο Κόχραν με τον Τσούρτς και έγιναν μια γνώμη δια να μας συμβιβάσουν».

Μέσα στις συνθήκες αυτές έφτασε στη συνέλευση της Ερμιόνης και η έκκληση από την Αθήνα για βοήθεια: «Εκείναις ταις ώραις έγραφαν από την Αθήνα, ότι είναι στενοχωρημέ­νοι από στρατεύματα, και τότε η συνέλευσις μ’ επεφόρτισε να στείλω στρατεύματα, και διέ­ταξα τον Γενναίον και όλαις ταις επαρχίαις και σε είκοσι ημέραις έγινε με τρεις χιλιάδας, και με υποσχέθηκε η συνέλευσις ότι να τους πληρώσει, το έθνος, τους λουφέδες και έτσι εμείναμε ήσυχοι. Τότες ήλθαν οι δυο αρχηγοί της θαλάσσης και της ξηράς να μας ενώσουν, και να εύρουν ένα τρίτον τόπον, δια να τελειώσουν την συνέλευσιν, και ο τρίτος τόπος ήταν η Τροιζήνα, λεγόμενη Δαμαλά.

Όμως αποκρίθημεν των αρχηγών: «Ημείς πηγαίνομεν, όσα πρακτικά έχομεν κάμει να είναι επικυρωμένα από την συνέλευσιν, η φρουρά να μείνη η ιδία (τον Νικηταρά είχαμεν) και αν στερχθούν ερχόμεθα και ημείς εις την Τροιζήνα. Και έτσι εστέρχθησαν οι Αιγινήται. Και εσηκώθημεν και τα δύο μέρη και εσμίξαμεν εις την Τροιζήνα, και ενωμένοι εις την Τροιζήνα αρχίσαμεν τα πρακτικά (όσα είχαμεν καμωμένα ημείς έμειναν ασάλευτα) και αρχίσαμεν εμπρός».[x]

Τελικά οι προσπάθειες για ένωση έφεραν αποτέλεσμα και αφού έγινε δεχτός ο όρος των πληρεξούσιων της Ερμιόνης να αναγνωριστούν τα πρακτικά της συνέλευσής τους. Η περιπόθητη ένωση έφερε ανακούφιση και στο λαό και στο στρατό ύστερα από πολύμηνη αγωνία.

Οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στη συνέλευση της Ερμιόνης, γράφουν: «Η θέση της Ερμιό­νης ήτο τοιαύτη, και εθεωρείτο τόσον ασφαλής, λόγω της γειτονίας προς τας δύο πολεμι­κάς νήσους και το Ναύπλιον, ώστε πολλοί κατέφευγον εις αυτήν, μετά δε τους εμφυλίους πολέμους, τας διαιρέσεις και την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν δια της πτώσεως του Μεσολογγίου, προεκρίθη από τους αντιπολιτευμένους την νέαν κυβέρνησιν του Ανδρέα Ζαΐμη, ως τόπος της Εθνικής Συνελεύσεως.

Πράγματι όταν η Γ’ εν Επιδαύρω συνέλευσις ανέβαλε τας εργασίας της, εψήφισεν ότι θα συνήρχετο τον Σεπτέμβριον 1826 εις ό,τι μέρος θα συνεκαλήτο από την επιτροπήν της συνελεύσεως. Δις οι πληρεξούσιοι εκλήθησαν εις τον Πόρον και ουδείς μετέβη. Αφού δε απεφασίσθη να συγκληθή η συνέλευσις εις Αίγιναν, όπου και η κυβέρνησις, οι αντιπολιτευόμενοι έχοντες επί κεφαλής τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, εξωθούμενοι από τους Κουντουριώτας και αριθμούντες τους κρατίστους εκ των κατά ξηράν και θάλασσαν πολεμικών αρχηγών, συνεκεντρώθησαν εις Ερμιόνην και εκάλεσαν τους λοιπούς παλαιούς και νέους συναδέλφους, να συνέλθωσιν εις το Καστρί, δυνάμει του ψηφίσματος της εν Επιδαύρω Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις και μεταξύ των αντιπολιτευομένων επήλθε διαφωνία, ήτις εκλόνισε την δύναμίν των προς στιγμήν απειλήσασαν να επικράτηση. Εστάλησαν εξ Αιγίνης πρεσβείαι όπως μεταπείσουν τους εν Ερμιό­νη. Επί μακρόν και ο Άγγλος κομμοδόρος Χάμιλτων και εμμέσως ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Στράτφορδ Κάνιγγ επάσχιζον προς τούτο. Επροτείνετο τέλος να εξευρεθή ουδέτερος τόπος, ένθα, εάν δεν εφαίνετο ο καπνός των πολιορκούντων την Ακρόπολιν κα­νονίων, να ηκούετο τουλάχιστον ο κρότος αυτών. Ουδέν όμως ίσχυσε.

  

Τροιζήνα


 

Τροιζήνα

Και την 11 Φεβρου­αρίου 1827 εκηρύχθη η έναρξις της εν Ερμιόνη Εθνικής συνελεύσεως, υπό την προεδρίαν του γηραιού Σισίνη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας κατέφθασεν ο Ριχάρδος Τσουρτζ, και μετ’ αυ­τόν, κατά Μάρτιον ο λόρδος Κόχραν. Αμφότεροι συνήνεσαν εις την εκλογήν ως τόπου της συνελεύσεως την Τροιζήνα (των Δαμαλών), πικρότατα δε εμέμφθησαν τους εν Ερμιόνη επι­μένοντας. Ο Κόχραν μάλιστα απηύθυνε δριμύτατον έγγραφον, χάρις εις το οποίον οι εν Ερμιόνη επείσθησαν να μεταβώσιν εις Τροιζήνα. Και ούτω διελύθη το κέντρον τούτο της αντιπολιτευομένης τον Ζαΐμην μερίδος, χωρίς να θεωρηθή ως πραγματική η εν Ερμιόνη Εθνική συνέλευσις».[xi]

Στον Δαμαλά (Τροιζήνα) συνεχίστηκαν και τέλειωσαν οι εργασίες της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης και εκεί ψηφίστηκε η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια[xii] ως κυβερνήτη.

Παρά την ικανοποίηση που ένιωσε και ο λαός της Ερμιόνης για την ένωση των πληρε­ξούσιων, λυπήθηκε πολύ που δεν θα άκουγε πια τα «τούμπανα» που καλούσαν τα μέλη της συνέλευσης στο Βουλευτήριο και θα έλειπε από τον τόπο τους η ζωηρή κίνηση. Η μεγάλη συγκίνηση και η ιδιαίτερη ανησυχία που είχε κυριέψει λαό και πολεμιστές στο διάστημα της διαίρεσης και η αγωνία για την ένωση και τη σωτηρία του αγώνα και της πατρίδας δεν αγνοήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Οι παρακάτω στίχοι τραγουδιούνταν και στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη και σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα:

Στην Αιγίνη δε θα γίνει.

Στην Ερμιόνη δεν τελειώνει.

Στο Δαμαλά πάει καλά.

Εκεί θα τελειωθεί

και η Ελλάδα θα σωθεί.[xiii]

 

Πηγές


  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Βουλή των Ελλήνων, «Από την Επανάσταση έως την Καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας  (1821-1864)».

 

 

Υποσημειώσεις


[i] Κατά τον εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στους επαναστάτες μετά τις νίκες στα Δερβενάκια και στ’ Ανάπλι ο Κολοκοτρώνης έχασε το γιο του Πάνο και ο ίδιος φυλακίστηκε στην Ύδρα.

[ii] Είναι ο αγωνιστής Δημήτριος Τσώκρης από το Άργος.

[iii] Νικόλαος Πονηρόπουλος, νομικός που ο Κολοκοτρώνης συνήθιζε να τον λέει Πονηρό.

[iv] Πρόκειται για τον Υδραίο πολιτικό Γιώργη Κουντουριώτη.

[v] Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 14-18.

[vi] Ο άξιος Ερμιονίτης αγωνιστής Γιάννης Μήτσας-Μίτζας με την έκρηξη της επανάστασης τέθηκε επικεφαλής Ερμιονιτών και Διδυμιωτών αγωνιστών και πήρε μέρος σε μάχες στο Άργος, στα Δερβενάκια, στο Παλαμήδι και αλλού. Στη διάρκεια της εθνικής συνέλευσης διοικούσε 45 άντρες φρουρούς της Ερμιόνης. Στη συνέχεια πήγε στην Αττική και τέθηκε στις διαταγές του Καραϊσκάκη. Στην άτυχη μάχη του Νέου Φαλήρου βρήκε ένδοξο θάνα­το στο πλευρό του αρχηγού του. Ο Κολοκοτρώνης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ισάξιος του ήταν και ο αδελφός του Σταμάτης.

[vii] Μάλλωσης ο.π. σ. 23

[viii] Κατά τον Κολοκοτρώνη, ο.π. σ. 145, τρεις χιλιάδες.

[ix] Αντρέας Μεταξάς, πολιτικός και στρατιωτικός του αγώνα του 1821 από την Κεφαλονιά.

[x] Κολοκοτρώνης ο.π. α. 145-146. – Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 267.

[xi] Γ. Δ. Καψάλης – Γ. Δ. Κορομηλάς, Μεγ. Ελλ. Εγκ. τομ. 11, σ. 570, Ερμιόνη.

[xii] Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος, για επτά χρόνια. Στις σχετικές συζητήσεις παρατηρήθηκε διχογνωμία και η τελική επιλογή προκάλεσε δυσάρεστα αισθήματα σε ορισμένους προύχοντες. Εκδόθηκαν συνολικά 24 ψηφίσματα στα οποία, μεταξύ άλλων, διορίστηκε επιτροπή για τον έλεγχο των δανείων, αποκαταστάθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης στα πολιτικά του δικαιώματα, ενώ ψηφίσθηκαν ομόφωνα αρχηγοί των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας οι Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church) και ο λόρδος Cochrane αντίστοιχα.

Στην Τροιζήνα, η συνέλευση αναθεώρησε τον Νόμο της Επιδαύρου, το σύνταγμα που είχε ψηφίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1823. Η Συνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε την 1η Μαΐου 1827 το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το τρίτο κατά σειρά της ελληνικής επανάστασης και περισσότερο δημοκρατικό και φιλελεύθερο από τα προηγούμενα. Για την απονομή της δικαιοσύνης θεσμοθετήθηκαν τα ειρηνοδικεία, τα επαρχιακά και ανέκκλητα, ενώ ορίστηκε επιπλέον «ανώτατο» ή «ακυρωτικό δικαστήριο» στην έδρα της κυβέρνησης.

[xiii] Μάλλωσης ο.π. σ. 12.

 

Read Full Post »

Κασομούλης Νικόλαος (1795 – 1872)


Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1795 και πέθανε το 1872. Από τα νεανικά του χρόνια έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Πολέμησε στα Ψαρά, στην Ύδρα , στους Μύλους, στο Μεσολόγγι. Πρωτοστάτησε στη Έξοδο και περιέγραψε κατόπιν με αφηγηματική δύναμη τη γενναιότητα των πολιορκημένων. Πολέμησε επίσης στην Αττική και στην Κόρινθο.

 

Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872)

Αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων του Αγώνα, γεννημένος στην Κοζάνη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές της επανάστασης του Ολύμπου.* Μετά την αποτυχία της, κατέφυγε στην περιοχή του Ασπροπόταμου και έγινε γραμματικός του καπετάνιου Στορνάρη, τον οποίο και ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Υπήρξε συνεργάτης του Καραϊσκάκη. Το 1826 βρίσκεται μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, μαζί με τους αδερφούς του, Δημήτριο και Γεώργιο. Συνέταξε την απόφαση της εξόδου καθ’ υπαγόρευση του Επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ και επιφορτίστηκε την αποστολή να συντονίσει τις ενέργειες όλων των τμημάτων, ώστε να επιτύχει η Έξοδος. Κατά την έξοδο τραυματίστηκε θανάσιμα ο αδερφός του Δημήτριος.

Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Έγινε φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, καθώς και φρούραρχος στη Λαμία και το Μπούρτζι. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων το 1836, για την οποία δίνει πολύτιμες πληροφορίες στο Ημερολόγιο.  Έγραψε τα απομνημονεύματα του Αγώνα με τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», έργο σημαντικό για την Επανάσταση, αλλά και για την κοινωνία της εποχής.

Στο έργο του Κασομούλη, εκτός των άλλων, βρίσκουμε και πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την καθημερινότητα κατά το 19ο αιώνα, αλλά και σχετικά με τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των αγωνιστών του ΄21, τον τρόπο ενδυμασίας και γενικά τον τρόπο ζωής κατά την περίοδο αυτή. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την ανάλυση και την περιγραφή των κωδικών επικοινωνίας, τόσο των κυρίαρχων όσο και των επιμέρους περιθωριακών συμπεριφορών, οι οποίες χαρακτηρίζουν την εποχή του 19ου αιώνα στα Βαλκάνια και ειδικότερα στις ελληνικές περιοχές.

 

Υποσημείωση


  

* Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη.

Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά». Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα.

Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο.

Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιθωριακοί», τεύχος 265, 16 Δεκεμβρίου 2004.
  • Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Αρ. Τεύχους 133, Σεπτέμβριος 2007.

Read Full Post »

Η Επανάσταση του ’21 και η αναγνώριση της Ελλάδας από την Αϊτή (1822)


Η Αϊτή υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Το 1822, ο πρόεδρος της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγιέ (JeanPierre Boyer), απέστειλε στην Ελληνική Επιτροπή των Παρισίων και τα μέλη του «διευθυντηρίου» της, Αδαμάντιο Κοραή, Κ. Πολυχρονιάδη, Α. Βογορίδη και Χρ. Κλωνάρη, επιστολή, με την οποία η χώρα της Καραϊβικής αναγνώριζε τότε την ανεξάρτητη Ελλάδα.

Ζαν Πιερ Μπουαγιέ

Είχε προηγηθεί επιστολή του Κοραή και άλλων επιφανών Ελλήνων των Παρισίων προς τον Βόγιερ, με την οποία του ζητούσαν βοήθεια για την Επανάσταση, κατόπιν συστάσεων του περίφημου στρατηγού Λαφαγιέτ και του Επισκόπου Βλαισών Γρηγορίου, που είχε επισκεφθεί την περιοχή. Η Αϊτή, προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν η πρώτη χώρα που κατάργησε τη δουλεία και κυβερνήθηκε από μαύρους.

Το γράμμα προς τον Αδαμάντιο Κοραή και τους άλλους τρεις Έλληνες, διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του φιλικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος:

 

Επιστολή Μπουαγιέ προς Αδαμάντιο  Κοραή

 

Ιωάννης Πέτρου Βόγερ, πρόεδρος του Χαϊτίου (Αϊτή), προς τους πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Χρ. Κλωνάρην.

Εις τα Παρίσια

Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20ή παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας. Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται την ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ην μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε.

Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και διά των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας.

Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου, εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ων έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκη, επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ου η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος.

Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα, υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ης προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν.

Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, ας λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεικνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ην επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων.

Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας

 

Πηγές


  • Καθημερινή, αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.
  • Διονυσίου Κόκκινου «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος 2, σελίδες 444-446, και Τάσου Βουρνά, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», Αθήνα, εκδόσεις Τολίδης, σελ. 94.
  • Ελευθεροτυπία, «Το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας», Χρήστος Μιχαηλίδης, Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010.

  

 

Αϊτή – Από την επανάσταση των σκλάβων στην απόλυτη φτώχεια


Mark Danner

The New York Times

H Αϊτή είναι η αγαπημένη τραγωδία όλων. Πολύ πριν την πλήξει η καταστροφική μανία του Εγκέλαδου, ο έξω κόσμος, και ιδιαίτερα οι Αμερικανοί, μιλούσαν για την Αϊτή μόνον με όρους συνώνυμους της μιζέριας και της δυστυχίας.

Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα μυστικιστικό γύρω από τα δεινά της χώρας αυτής, ούτε καμία κατάρα που την καταδιώκει. Από την ανεξαρτησία της, αλλά και πριν από αυτή, υπεύθυνοι για τα δεινά της Αϊτής υπήρξαν άνθρωποι, όχι δαίμονες. Αν και φυσική καταστροφή, ο σεισμός οδήγησε στο θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους εξαιτίας της διαφθοράς και της αδυναμίας του κράτους της Αϊτής. Όση κι αν είναι η βοήθεια που θα λάβει η χώρα αυτή δεν θα μπορέσει να ανακάμψει αν δεν αντιμετωπισθούν τα αίτια που είναι υπεύθυνα για τα δεινά της.

 

Ένδοξη ιστορία


 

Επανάσταση στη Αϊτή

Το 1804 η ανακήρυξη της ελεύθερης Δημοκρατίας της Αϊτής αποτέλεσε ιστορικό θρίαμβο για το έθνος αυτό. Είναι δύσκολο πραγματικά να υπερβάλλει κανείς αναφερόμενος στην ένδοξη ιστορία της γέννησης αυτού του κράτους. Εκατοντάδες χιλιάδες σκλάβοι από την Αφρική είχαν δουλέψει σκληρά για να καταστήσουν το Σαντ Ντομίνγκ, όπως ήταν τότε γνωστή η Αϊτή, την πλουσιότερη αποικία της γης, ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ζαχαροκάλαμου, τον πιο ακριβό καρπό του 18ου αιώνα. Από γενιά σε γενιά, οι δευτερότοκοι γιοι των πλούσιων γαλλικών οικογενειών έφθαναν από τη Γαλλία στην άλλη άκρη του κόσμου προκειμένου να αναλάβουν τις τεράστιες φυτείες, να χαρούν όσα είχαν να προσφέρουν οι καλλίγραμμες σκλάβες από την Αφρική και να φτιάξουν τις περιουσίες τους.

Ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής εκείνης οι συνθήκες που επικρατούσαν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου ήταν άθλιες. Οι σκλάβοι πέθαιναν νέοι. Έκαναν λίγα παιδιά. Όσο αυξάνονταν οι εξαγωγές ζάχαρης και καφέ, αυξάνονταν οι εισαγωγές νεαρών Αφρικανών. Κι έτσι όταν έφτασε η ώρα της μεγάλης εξέγερσης του 1791, η πλειοψηφία των περίπου 500.000 μαύρων που ξεσηκώθηκαν είχαν γεννηθεί στην Αφρική, μιλούσαν αφρικανικές γλώσσες και λάτρευαν Αφρικανούς θεούς.

Maitland και Louverture

Στη διάρκεια μιας απίστευτα σύνθετης δεκαετούς σύγκρουσης, αυτοί οι Αφρικανοί στρατιώτες-σκλάβοι υπό την ηγεσία θρυλικών αρχηγών όπως ο Τουσέν Λουβερτούρ και ο Ζαν Ζακ Ντεσαλίνες, νίκησαν τρεις δυτικούς στρατούς, μεταξύ των οποίων την υπερδύναμη της εποχής, τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στη διάρκεια ενός πραγματικά άγριου πολέμου – «Κάψτε σπίτια, κόψτε κεφάλια», ήταν το σύνθημα του Ντεσαλίνες- οι σκλάβοι δολοφόνησαν τα λευκά αφεντικά τους και κατάφεραν να διώξουν τα υπόλοιπα από τη γη αυτή.

Την 1η Ιανουαρίου του 1804, όταν ο Ντεσαλίνες δημιούργησε τη σημαία της Αϊτής, αφαιρώντας το λευκό τμήμα από τη γαλλική σημαία, είχε πετύχει ό,τι δεν είχε πετύχει ο Σπάρτακος. Είχε οδηγήσει σε θρίαμβο τη μοναδική επιτυχημένη εξέγερση σκλάβων στην ιστορία.

Η Αϊτή έγινε η πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία του κόσμου και η δεύτερη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου. Δυστυχώς, η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την επαναστατική της διακήρυξη «όλοι οι άνθρωποι γενιούνται ίσοι», αντιμετώπισαν αυτούς τους ανθρώπους που είχαν κερδίσει μόνοι τους την ελευθερία τους με περιφρόνηση και φόβο. Η Αϊτή αποτελούσε παράδειγμα ενός αγώνα για την ελευθερία που απλώς είχε παρατραβήξει σκορπώντας τον τρόμο στους γαιοκτήμονες του αμερικανικού νότου που διατηρούσαν ακόμη σκλάβους.

 

Το εμπάργκο


 

Για το λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνταν επί έξι δεκαετίες να αναγνωρίσουν την Αϊτή, μέχρι που το έκανε ο Αβραάμ Λίνκολν το 1862. Αντιθέτως, μαζί με τις υπόλοιπες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες… αντάμειψαν την Αϊτή με ένα ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο, αναγκάζοντάς την παράλληλα να πληρώσει αποζημιώσεις στον πρώην αποικιοκρατικό της δυνάστη.

Το νέο έθνος, με τις φυτείες και τις πόλεις του κατεστραμμένες από τον πόλεμο, γονάτισε υπό το βάρος των αστρονομικών αποζημιώσεων, οι οποίες στραγγάλισαν την οικονομία της για περισσότερο από έναν αιώνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, της απομόνωσης και της περιφρόνησης, γεννήθηκε το περίεργο πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο θύμιζε κακοφορμισμένο μοντέλο της κοινωνίας των σκλάβων της εποχής της αποικιοκρατίας.

Λίγο μετά την ανεξαρτησία, οι μεγάλες φυτείες διαλύθηκαν και τμήματά τους μοιράστηκαν στους πρώην σκλάβους, γεγονός που κατέστησε την Αϊτή μια χώρα μικρών γαιοκτημόνων, η απομωνομένη ύπαιθρος της οποίος παρέμενε, σε ό,τι αφορούσε τη γλώσσα, τη θρησκεία και της συνήθειες, βασικά αφρικανική.

Ανίκανοι να αντικαταστήσουν τους λευκούς, τα μέλη της νέας αϊτινής ελίτ εγκατέλειψαν τις φυτείες και αποφάσισαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον μόνο θεσμό που μπορούσε να επιβάλλει φόρους στα προϊόντα τους: την κυβέρνηση. Όσο οι απελεύθεροι σκλάβοι δούλευαν σκληρά για να κάνουν τη γη τους να αποδώσει, η ισχυρή μειοψηφία απομυζούσε τους καρπούς των κόπων τους μέσω της φορολογίας.

Η αϊτινή ιστορία έκτοτε αποτελείται από μια μακρά σειρά συγκρούσεων για τον έλεγχο του κράτους μεταξύ φραξιών που πολλές φορές καθορίζονταν από το χρώμα του δέρματος. Η άσκηση της πολιτικής δεν ήταν παρά μια διαρκής ίντριγκα, γεμάτη συγκρούσεις, ανατροπές και δολοφονίες.

 

Η αμερικανική κατοχή και η δικτατορία Papa Doc


 

Το 1915 οι λευκοί επέστρεψαν, με την απόβαση Αμερικανών πεζοναυτών σε μια επιχείρηση που είχε στόχο τον τερματισμό μιας σύγκρουσης, η οποία υπό τη σκιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έμοιαζε να αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Στη διάρκεια της σχεδόν εικοσαετούς κυριαρχίας τους, οι Αμερικανοί έχτισαν στην Αϊτή δρόμους και γέφυρες, έστησαν τις υποδομές για τη δημιουργία της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς και έστειλαν τους Αϊτινούς στο εξωτερικό να σπουδάσουν, με την ελπίδα δημιουργίας μιας πιο σταθερής μεσαίας τάξης.

Όταν αποχώρησαν, στην πραγματικότητα λίγα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αϊτινός εθνικισμός, ο οποίος είχε πυροδοτηθεί εκ νέου με την άφιξη των Αμερικανών, οδήγησε τελικώς στην εξουσία το 1957 τον Φρανσουά Ντιβαλιέ, τον περίφημο Papa Doc έναν από τους πιο αιμοσταγείς δικτάτορες της ιστορίας.

Η εποχή Ντιβαλιέ έληξε το 1986 με την ανατροπή του γιου του Ζαν Κλοντ, γνωστού ως Baby Doc, και έδωσε τη θέση της στην τελευταία φάση της ασταθούς αϊτινής ιστορίας η οποία έχει τα τελευταία 25 χρόνια σηματοδοτηθεί από δικτατορίες και εξεγέρσεις, κάποιες σχετικά δημοκρατικές εκλογές, μια δεύτερη αμερικανική κατοχή και καμιά δωδεκαριά Αϊτινούς ηγέτες, που εναλλάσσονται στην εξουσία της πιο φτωχής χώρας του δυτικού ημισφαιρίου.

Καθημερινή, Αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.

 

Read Full Post »

Σπηλιωτόπουλου Αδελφοί


Δημητσάνα

 

Πολύ μεγάλη ιστορική αξία έχει η κωμόπολη της Γορτυνίας Δημητσάνα. Το όνομά της πρωτοσυναντάται το 963π.Χ. Άκμαζε επί Τουρκοκρατίας, κατοικούμενη από 1500 κατοίκους και έχοντας σουλτανικά προνόμια. Μεγάλη δόξα γνώρισε και από την ίδρυση της περίφημης Σχολής της το 1764, στην οποία συνέρρεε η νεολαία της Ελλάδας στο σύνολό της και η οποία λόγω της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της μετατράπηκε σε λαμπρό πνευματικό φυτώριο του υποδουλωμένου Έθνους. Υπήρξε κοιτίδα πολλών μεγάλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους και 6 πατριάρχες, 70 αρχιερείς, ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, οι Καράκαλοι, ο περίφημος μητροπολίτης Λακεδαίμονας Ανανίας Λαμπάρδης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η Δημητσάνα διευκόλυνε με έξοχο τρόπο τον Ιερό Αγώνα, αποτελώντας το πολεμικό του εργοστάσιο. Η γη της ήταν πλούσια στην παραγωγή νίτρου, από το οποίο κατασκευάζεται η πυρίτιδα. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα της χώρας αυτής είχαν εκτιμήσει οι Τούρκοι και οι Βενετοί. Οι Τούρκοι της ΙΖ’ εκατονταετηρίδας είχαν εγκαταστήσει εκεί δημόσιο πυριτιδοποιείο. Αλλά και οι ντόπιοι ασχολούνταν κατ’ οίκον με την τέχνη αυτή και βαθμιαία εξελίχθηκαν σε καλούς πυριτιδοποιούς. Ο μητροπολίτης Ανανίας έκτισε εκεί, γύρω στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, δύο πυριτιδόμυλους, τους οποίους όμως κατέστρεψαν οι Τούρκοι το 1767.

Ανάμεσα στους θαυμαστούς γόνους της Δημητσάνας συγκαταλέγονται και οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος, λαμπροί αστέρες της Επανάστασης, αγνοί και ανεκτίμητοι πατριώτες. Πριν το 1821 ήταν εγκατεστημένοι ως έμποροι στην Ύδρα. Ωστόσο, από το 1818, μετά την κατήχηση από τον Αναγνωσταρά, έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και αναδείχθηκαν σε θερμότατους επαναστάτες, στο έπακρο του σωβινισμού (υπερβολικού και αλαζονικού πατριωτισμού) και παρείχαν τεράστιες εξυπηρετήσεις και θυσίες στην πατρίδα.

Πρωτίστως είχαν την πατριωτική ιδέα να αναστήσουν το πυριτιδοποιείο της Δημητσάνας, χάριν της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και αναπτύσσοντας το κατεστραμμένο έργο του μητροπολίτη Ανανία ή, όπως λέει ο Μιχαήλ Οικονόμου, μετατρέποντας την περιουσία τους σε νίτρο και θείο. Για τον σκοπό αυτό διέλυσαν το εμπορικό κατάστημά τους στην Ύδρα και έφυγαν για τη Δημητσάνα. Με τη συνδρομή των ίδιων και άλλων Φιλικών Εταίρων ανοικοδομήθηκαν οι ερειπωμένοι πυριτιδόμυλοι του Ανανία. Με τον ίδιο τρόπο μεταποίησαν και άλλους υδρόμυλους της κωμόπολης και τους εμπλούτισαν με μεγάλη ποσότητα απαιτούμενων υλικών για την παραγωγή πυρίτιδας. Στους απορημένους δε Τούρκους δικαιολογούνταν, λέγοντας πως εργάζονται για το εμπόριο πυρίτιδας στα νησιά.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821, παραμονές της Επανάστασης, εργάζονταν δραστήρια στη Δημητσάνα πέντε πυριτιδόμυλοι, αποταμιευόταν δε πυρίτιδα σε μοναστήρια, απρόσιτα σπήλαια, απομακρυσμένους ληνούς και διάφορα υπόγεια. Η εργασία αυτή δεν ήταν εντελώς ακίνδυνη, όμως η ευφυΐα και ο πατριωτισμός των Δημητσανιτών έκαναν τα πάντα πραγματοποιήσιμα. Συνέβη να προδοθεί η εργασία αυτή στην εξουσία και να καταγγελθεί ότι κατασκευαζόταν πυρίτιδα για τον αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποσταλεί από την Τρίπολη μπουμπασίρης (ανακριτής) για εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο εκείνος επέστρεψε άπρακτος, διαψεύδοντας την καταγγελία, η οποία απέβη άγονη, διότι οι Σπηλιωτόπουλοι εξαγόρασαν αδρώς την εύνοια και σιωπή του ανακριτή και του καϊμακάμη (τοποτηρητή) του απόντα τότε βαλή του Μωρηά στην Τρίπολη.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι πυριτιδόμυλοι αυτοί αυξήθηκαν σε 14 και παρήγαγαν, με αδιάκοπη εργασία, μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, με την οποία τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα της επανάστασης. Υπολογίσθηκε δε η καθημερινή αυτή παραγωγή σε 150 οκάδες άριστης πυρίτιδας σε κάποιους και 300-500 σε άλλους. Το εργοστάσιο αυτό χορήγησε πολεμοφόδια κατά τον αγώνα σε Πελοπόννησο, Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη, Κασσάνδρα και Άθω.

Εντός του έτους 1821 οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν δωρεά στην Πελοπόννησο μόνο, ανερχόμενη σε 13.106 οκάδες πυρίτιδας, 3.510 οκάδες σφαιρών και 804.320 φυσίγγια, όπως επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί.

Οι Σπηλιωτόπουλοι εντούτοις δεν περιορίσθηκαν μόνο στην πυριτιδοποιία, αν και μόνο από αυτή θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε μεγάλους ευεργέτες του Έθνους. Αλλά αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, γύρω στα τέλη Μαρτίου, μετέβησαν σε μέρη ευρύτερης δράσης.

Πρώτος ο Νικόλαος κατευθύνθηκε στο Άργος, όπου με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συνέστησαν την επαναστατική τοπική διοίκηση υπό το όνομα Καγγελαρία και ξεκίνησαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τόσο ενθουσιώδης ήταν ο Νικόλαος ώστε εκπαίδευε κάθε μέρα τους Αργείους στα όπλα, χωρίς να έχει ο ίδιος καμία γνώση της τακτικής, όπως λέει ο Σπηλιάδης.

Από το Άργος έφυγε για την Ύδρα και συνεργάστηκε με τον φίλο του αρχιεπαναστάτη Αντώνιο Οικονόμου για την εξέγερσή της, η οποία πραγματοποιήθηκε τη 16η Απριλίου. Από εκεί επανήλθε στο Άργος και κατόπιν μετέβη στους Καλτεζούς, όπου την 26η Μαΐου συμμετείχε στην πρώτη Εθνική Συνέλευση που συγκροτήθηκε εκεί και τον Ιούνιο στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

Ο δε Σπύρος, αφού τακτοποίησε τις εργασίες του πυριτιδοποιείου, στρατολόγησε σώμα αποτελούμενο από Δημητσανίτες και θέτοντας τον εαυτό του επικεφαλής τους, έφυγε με προορισμό τον Κολοκοτρώνη, υπό τις εντολές του οποίου αγωνίστηκε έκτοτε, εκτελώντας μάλιστα την εμπιστευτική υπηρεσία του υπασπιστή του. Σύντομα προστέθηκε σε αυτή την ομάδα και ο Νικόλαος.

Την 14η Ιουνίου οι Σπηλιωτόπουλοι έγραψαν από τα Τρίκορφα στην Ύδρα προς τον προσφάτως αφιχθέντα Υψηλάντη θερμότατο γράμμα με πατριωτικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για την αίσια άφιξή του, αποκαλώντας τον άλλο Μωυσή και λαμπρότατο προστάτη του ελληνικού γένους και έγραφαν συν τοις άλλοις ότι «η Πελοπόννησος αναπνέει τώρα τον ζωογόνο αέρα της χρηστής ελπίδας και παρηγοριά της». Ο δε Υψηλάντης απάντησε με ωραία επιστολή, γράφοντας ότι είναι ευτυχής, ότι έζησε για να αγωνισθεί υπέρ της φίλτατης πατρίδας και είναι ακόμα ευτυχέστερος που βρήκε τέτοιους συναγωνιστές.

Οι Σπηλιωτόπουλοι αγωνίσθηκαν με ενθουσιασμό σε όλους τους Δραμαλικούς πολέμους. Κατά τη διάρκεια αυτών ο Σπύρος εκτελούσε χρέη υπασπιστή του Αρχηγού, διορίσθηκε όμως επισήμως τον Σεπτέμβριο του 1822 με το εξής έγγραφο:

Ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Με την παρούσα διορίζω τον κ. Σπύρο Σπηλιωτόπουλο αγιουτάντε μου και τον διατάσω να φροντίζει να καταμετρά όσα στρατεύματα καταφθάνουν ή κατευθύνονται προς το γενικό στρατόπεδο ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση να τα αναφέρει με ραπόρτο του προς τη Σεβαστή Γερουσία και προς εμένα. Ομοίως να εκτελεί και κάθε άλλη υπουργική αρμοδιότητα, που ήθελε να του αναθέτω. Όλοι οι καπεταναίοι και στρατιώτες γνωρίζοντας τον πρέπει να ακολουθείτε την καταμέτρησή του και τις οδηγίες του, γιατί κατά την καταμέτρησή του θα δίδονται τα ταΐνια.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1822 στην Τριπολιτσά

(Τ.Σ.) θεοδορίς κολοκοτρώνης

Οι πατριώτες αδελφοί, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θυσίασαν για την πατρίδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότερα από 300.000 γρόσια.

Ο δε Σπύρος σημείωσε και πολιτική δράση. Διετέλεσε πληρεξούσιος Ναυπλίου στην Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 και της Πρόνοιας του 1832.

Κατά την έλευση του Κυβερνήτη το 1828 ήταν δημογέροντας Ναυπλίου. Αλλά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1831 στο Ναύπλιο, καταδιώχθηκε με πολλούς άλλους, λόγω της αντίθεσής του προς τον Κυβερνήτη, συνελήφθη ως ύποπτος συνωμότης, φυλακίσθηκε στο φρούριο Μπούρτζι, από όπου όμως δραπέτευσε με λέμβο και κατέφυγε στην Ύδρα, την εστία των αντικαποδιστριακών.

Οι Σπηλιωτόπουλοι είχαν και αδελφή, ονόματι Ελεούσα, η οποία παντρεύτηκε τον Αργείο κτηματία Νικόλ. Παναγόπουλο.

Από τους δύο αδελφούς ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος, παντρεύτηκε στην Ύδρα, πέθανε δε κατά τα πρώτα έτη της επανάστασης ή κατ’ άλλους τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο.

Και  ο Σπύρος, στην αρχή του αγώνα, παντρεύτηκε την Κατήγκω, κόρη του προκρίτου συμπολίτη του Αθαν. Αντωνόπουλου, έχοντας παράνυμφο τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη, ύστερα όμως, αφού πέθανε η σύζυγός του, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο το 1828 με την Αλεξάνδρα, κόρη του επιφανέστατου Αργείου Θεοδωράκη Βλάσση, έχοντας παράνυμφο τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Με αυτήν απέκτησε τρία παιδιά, τον Τιμολέοντα, πρωτοδίκη και εισαγγελέα, την Αβροκόμη και την Χαρίκλεια σύζυγο του διαπρεπούς Αθηναίου Πέτρου Πανταζή, εφέτη και δικηγόρου στο Ναύπλιο. Ο Σπύρος, μετά τον νέο του γάμο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, αργότερα δε το 1841 στο Ναύπλιο, όπου απολάμβανε τη μέγιστη υπόληψή του. Δημιούργησε αρκετά μεγάλη περιουσία, ιδίως στη Σικυώνα, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου είχε δύο κατοικίες, στη μία από τις οποίες δημιουργήθηκε η πρώτη δημοτική λέσχη την 8η Απριλίου 1834, βρίσκονταν δε και οι δύο στη μεγαλύτερη οδό της πόλης, που οδηγούσε από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος και προς τον νότον, η μία στο σημερινό δημαρχείο (1913), η άλλη στην πλατεία των ανακτόρων, όπου κατόπιν ήταν το φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν.

Τέλος ο Σπύρος πέθανε την 5η Αυγούστου 1841 στο Ναύπλιο από κακοήθη πυρετό, ακριβώς την ημέρα κατά την οποία διορίσθηκε δήμαρχος Ναυπλίου, η δε σύζυγός του τον ακολούθησε κατά το έτος 1875.

  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων


  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα, είναι συνδεδεμένο με πολλά σημαντικά γεγονότα κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Στους ευρύτερους χώρους του, θόλους και υπόγεια, είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών αναγκαίων για την κατασκευή πυρίτιδας, όταν εγκαταστάθηκαν στη Δημητσάνα το 1819 χάριν του Αγώνα, μετά το κλείσιμο της μεγάλης εμπορικής επιχείρησής τους στην Ύδρα. Επίσης, σε αυτό το σπίτι αποθήκευαν και κατεργασμένη πυρίτιδα, όταν άρχισαν να επισκευάζουν τους κατεστραμμένους μπαρουτόμυλους και εκείνους που οι ίδιοι με φροντίδα τους δημιούργησαν πριν από την εξέγερση, για να τους κάνουν δεκατέσσερις μετά  το ξέσπασμα της Εθνεγερσίας.

Στην αυλή του σπιτιού τους λειτουργούσε φούρνος που παρασκεύαζε ψωμί για την τροφοδοσία των μαχόμενων Ελλήνων και στα υπόγεια του λειτουργούσε χυτήριο που μετέβαλλε τα μεταλλικά σκεύη σε βόλια.

Το σπίτι αυτό ήταν ο δέκτης μηνυμάτων για την πορεία του Αγώνα. Ακόμα ήταν ο δέκτης παραγγελιών που έστελναν οι αρχηγοί των στρατοπέδων, των μαχόμενων τμημάτων των εξεγερθέντων Ελλήνων και οι Εκπρόσωποι της Προσωρινής Κυβέρνησης για τον εφοδιασμό τους με πολεμικά εφόδια, τρόφιμα και άλλα είδη.

Ο συγγραφέας Επ. Σπηλιωτόπουλος αναφέρει ότι  σε αυτό το σπίτι οι προγονοί του Αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι «εφιλοξένησαν πολλάκις τον Κολοκοτρώνην, τον Ανδρούτσον, τον Καραϊσκάκην, τους Μαυρομιχαλαίους και τον συγγενήν των Σταϊκόπουλον κ.λπ. αγωνιστάς, αι προσωπογραφίαι των οποίων παρά διασήμου ζωγράφου εκόσμουν αίθουσάς των, διατηρηθείσαι μέχρι σήμερον (1972) εις χείρας μου και είδον ημέρας σπανιωτάτης ευκλείας και τιμής».*

  

Οι μπαρουτόμυλοι


 

Ερείπιο μπαρουτόμυλου

«Πολλοί Δημητσανίτες εφτιάνανε μπαρούτι. Στον Αγώνα του Εικοσιένα η Δημητσάνα ήτανε “μπαρουταποθήκη”. Τότε, οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, που ήσαντε Δημητσανίτες, ήρθανε από την Ύδρα κι εφτιάσανε  στη Δημητσάνα αρκετούς μπαρουτόμυλους. Μόλις άρχισε η επανάσταση, οι μύλοι εγινήκανε πιο πολλοί και, μάλιστα, λένε πως μπαρούτι εφτιάνανε και στα σπίτια τους ακόμα πολλοί Δημητσανίτες, εκτός από τους μπαρουξήδες που εδουλεύανε στους μύλους, και το κοπανάγανε στα χαβάνια που είχανε στο σπίτι.

Λένε πως τους δυο πρώτους μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα τους έφτιασε πριν από το 1770 ο μητροπολίτης Λακαιδεμόνιος Ανανίας Λαμπάρδης. Υπήρχανε πολλοί μπαρουξήδες (μπαρουτοποιοί) στη Δημητσάνα, που είχε βγει και επώνυμο Μπαρουξής.

Το υλικό για το μπαρούτι ήτανε το κάρβουνο, το νίτρο και το θειάφι. Το κάρβουνο εγινότανε από κλίματα, σπαρτά, αλλά το καλύτερο υλικό ήταν η ασφάκα (σφάκα). Το νίτρο μαζευότανε δύσκολα. Το επαίρνανε από τις ακαθαρσίες των ζώων. Το νίτρο το ονομάζανε “βοτάνι” και γι’ αυτό εκείνοι που το μαζεύανε ελεγόσαντε βοτανιαραίοι. Εμαζεύανε τη κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά ήτανε πολύ καλό υλικό οι κοτσιλιές από τα πουλιά και ιδίως από τα αγριοπερίστερα. Μετά από αυτή τη λεπτομέρεια να ειπούμε ότι τις ακαθαρσίες τις ερίνανε σε καζάνια κι ανάβανε και φωτιά και  με νερό αυτό έβραζε και το νίτρο έβγαινε πάνω – πάνω.

Πολλοί εμαζώχνανε το νίτρο. Μόλις το ετοιμάζανε, το παραδίνανε στην εκκλησία, για να πάρουνε την αμοιβή τους. Από την εκκλησία επηγαίνανε το νίτρο στους μπαρουτόμυλους. Το τειάφι (θειάφι) οι Δημητσανίτες το επέρνανε από τι εμπόριο. Αυτά τα τρία υλικά το νίτρο, το τειάφι και το κάρβουνο, τα εκοπανάγανε στα ξύλινα χαβάνια.

Κάθε μπαρουτόμυλος είχε το σύστημα αυτό που κοπανιότανε το μπαρούτι, δηλαδή τα χαβάνια, τα κοπάνα και τη φτερωτή.

Μουσείο Υδροκίνησης

Πάνω στη φτερωτή πέφτει το νερό με ορμή και κινάει το μύλο και έτσι ανεβοκατεβαίνουνε τα ξύλινα κόπανα και κοπανάνε τα τρία υλικά. Δηλαδή, τα κόπανα συνδέονται με ένα κεντρικό άξονα και αυτός με τη φτερωτή. Εκεί υπάρχει ένα “χωνί” (ξύλινο κωνικό βαρέλι, που η διάμετρος του στο σημείο εκροής στενεύει συστηματικά για να αυξάνεται η ταχύτητα του νερού), που μέσα σε αυτό έπεφτε με δύναμη το νερό από ψηλά κι εκίναγε τη φτερωτή. Έτσι “επέρνανε  μπρος” και τα κόπανα και ανεβοκατεβαίνανε και “εζυμώνανε” το υλικό. Κάθε μπαρουτόμυλος είχε μέχρι δεκατέσσερα γουδιά (κόπανα με τα χαβάνια). Το κάθε χαβάνι εχώραγε δέκα οκάδες. Τα χαβάνια ήσαντε στερεωμένα μέσα στο έδαφος. Οι μπαρουτόμυλοι (κόπανα, φτερωτή, άξονας κ.λπ.) εφτιαχνόσαντε με ξύλο. Στον ίδιο τόπο, εκτός από το μπαροτόμυλο, υπήρχε μια χαμωκέλα που  εβάνανε πρωτύτερα τα υλικά, μια αποθήκη που εβάνανε το μπαρούτι  μόλις εγινότανε και πιο μακρύτερα οι μπαρουξήδες είχανε το μαγειρείο τους και την τραπεζαρία τους. Εκεί εξεκουραζόσαντε.

Με τον καιρό αλλάξανε οι μπαρουτόμυλοι και το μπαρούτι έβγαινε αλλιώτικα. Είχανε πια ένα λιθάρι που γυρνάει γύρω – γύρω και λιώνει το υλικό του μπαρουτιού. Το λιθάρι εκινιότανε πάλι με τη φτερωτή κι απάνω της ερχότανε με πίεση το  νερό. Εφτιάνανε δυο λογιώνε μπαρούτι. Το ένα  ήτανε μπαρούτι κυνηγιού και το άλλο ήτανε μπαρούτι για υπονόμους (φουρνέλα).

Οι μπαρουξήδες είχανε ένα καντάρι που εζυγιάζανε τα υλικά, μεγάλες σκάφες  που εζημώνανε το μπαρούτι και κοσκινά, για να ξεχωρίζουνε ποιο μπαρούτι ήτανε για το κυνήγι και ποιο για τα φουρνέλα. Για το ξεχαβάνιασμα είχανε ξύλινες κουτάλες. Είχανε ακόμα φτυάρια, για να ανακατώνουνε το υλικό και κάτι βούρτσες, για να σκουπίζουνε το υλικό που έβγαινε έξω από τα χαβάνια και να το ξαναρίνουνε μέσα.

Το κοπανισμένο μπαρούτι μετά το λιάζανε  στις “λιάστρες” (λινά πανιά) και μετά το κοσκινάγανε οι μπαρουξήδες το εγυαλίζανε σκέτο και αργότερα με γραφίτη  (δηλαδή αρχικά βάζανε το μπαρούτι μέσα σε βαρέλι προορισμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής. Aπό τη συνεχή τριβή των κόκκων του μπαρουτιού μεταξύ τους και με την επιφάνεια του βαρελιού επιτυγχάνεται το γυάλισμα. Αργότερα μαζί με το μπαρούτι ρίχνανε στο περιστρεφόμενο βαρέλι και γραφίτη). Το μπαρούτι πια είναι έτοιμο».**

  

Υποσημειώσεις


 * Α. Καρδάσης, Δημητσάνα, μια δοξασμένη πόλη, Αθήνα, 1988, σελ. 386-7.

** Μαρτυρία Σπύρου Σεργόπουλου, συμπληρωμένη με στοιχεία από το Μουσείο Υδροκίνησης.  

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Δήμητρα Αγγελοπούλου, «Δημητσάνα, Λαογραφώντας τη μνήμη», εκδόσεις ergo, Αθήνα, 2006.

 

  

Read Full Post »

O Μακρυγιάννης στο Άργος


Το Άργος, μετά την Αθήνα, είναι η πολιτεία εκείνη που συνδέθηκε περισσότερο στενά με το Ρουμελιώτη αγωνιστή της Παλιγγενεσίας Γιάννη Μακρυγιάννη, κι αυτό όχι τόσο  εξαιτίας των δεσμών του μαζί της – ο αλαφροΐσκιωτος αυτός επαναστάτης μάλλον έμεινε στο περιθώριο της κοινωνικής και όχι μόνον ζωής του τόπου – όσο εξαιτίας του γεγονότος ότι στο Άργος παρέμεινε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και εκεί άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του, ένα έργο που όχι άδικα έφθασε να γίνει το ευαγγέλιο του νέου ελληνισμού.

 

«Από τα ’26, που έπεσαν στα χέρια μου τα «Απομνημονεύματα», ως τα σήμερα» – δηλαδή στα 1943 – «δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση», μας εξομολογείται ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό κείμενό του που δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο των Δοκιμίων του.[1]

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το ποιος ήταν ο Μακρυγιάννης δε θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν κάποια στοιχεία απ’ τη ζωή του δε μας επέτρεπαν να εκτιμήσουμε σφαιρικότερα το έργο του. Ήταν ένας απλός αλλ’ αντιπροσωπευτικός άνθρωπος του λαού στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια. Όχι ότι δεν ήταν χαρισματική προσωπικότητα. Ήταν, όπως ήταν και πάρα πολλές άλλες στα δύσκολα εκείνα χρόνια του ελληνισμού.

Γιος του αρματολού Δημήτρη Τριανταφύλλου, γεννήθηκε στα 1797 κάτω από δύσκολες συνθήκες, σε ένα μικρό χωριό, το Αβορίτι του Λιδωρικού, και λόγω ύψους πήρε το παρωνύμιο «Μακρυγιάννης», με το οποίο πέρασε στην ιστορία. Ο πατέρας του χάθηκε  στα 1804, κατά το μεγάλο διωγμό της κλεφτουργιάς, και η οικογένεια χάρη στην αυταπάρνηση της μάνας κατόρθωσε να καταφύγει στη Λειβαδιά. Εκεί τον έβαλαν υπηρέτη σ’ ένα σπίτι. Τα αφεντικά  όμως, γράφει ο ίδιος, «ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου».[2]

Στα δεκατέσσερά του οι δικοί του τον έστειλαν στην Άρτα, υπηρέτη στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη, ενός από τους γραμματικούς του Αλή. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού.

Καταδιώχθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν το Σατράπη των Ιωαννίνων και κατέφυγε στον παλιό αρματολό Γώγο Μπακόλα, τον οποίο και ακολούθησε στις πρώτες φάσεις της επανάστασης. Ο Μπακόλας, παρ’ ότι τελικά κατέφυγε στους Τούρκους, υπήρξε ο μοναδικός οπλαρχηγός που όχι μόνο ξέφυγε από τον ψόγο του Μακρυγιάννη αλλά απέσπασε τα εγκώμιά του.[3]

Τον Απρίλη του 1822, επικεφαλής τεσσάρων χωριών των Σαλώνων, έφθασε στην Ανατολική Ελλάδα και έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις, για να καταλήξει τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στη Αθήνα. Εκεί θα τεθεί υπό τις διαταγές του Οδυσσέα Ανδρούτσου και θα συνεργασθεί με τον Γιάννη Γκούρα. Όμως, είτε  γιατί απογοητεύτηκε από την τυραννική   συμπεριφορά των πρώην αρματολών είτε γιατί δίπλα τους  δεν υπήρχαν περιθώρια διάκρισης και ικανοποίησης των φιλοδοξιών του – κι ο Μακρυγιάννης ήταν φιλόδοξος όσο κι αν προσπαθεί να το διαψεύσει στο κείμενό του – πήρε το δρόμο για την Πιάδα κι από εκεί  θα φθάσει στις 25 Οκτωβρίου 1823 στο Άργος.

Έκτοτε, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές ως το Δεκέμβρη του 1831, το Άργος και ο κάμπος του θα είναι ο χώρος της δράσης του. Εκεί αργότερα θα αρχίσει να γραφεί τα Απομνημονεύματά του.

«1829. Φλεβαρίου 26, Άργος. Είμαι διορισμένος», γράφει, «από την κυβέρνηση του Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθμός είναι εδώ εις Άργος κάθομαι και αγρικιώμαι με την κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες μ’ αρχές κι’ αξιωματικούς… και εξακολουθώ τα χρέη μου καθήμενος τον περισσότερον καιρόν εδώ. Και για να μην τρέχω εις τους καφενέδες και σε άλλα τοιαύτα και δεν τα συνηθώ… εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου… και να τα γλέπουν οι νεότεροι και οι μεταγενέστεροι νάχουν περισσότερη αρετή και πατριωτισμόν. Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν…».[4]

Για το έργο αυτό του Μακρυγιάννη έχει γίνει λόγος πολύς, προεξαρχόντων του Γιώργου Θεοτοκά (1941) και του Γιώργου Σεφέρη (1943). Ο πρώτος τοποθετεί τα Απομνημονεύματα στο κέντρο της συζήτησης γύρω από τους στόχους της λογοτεχνικής γενιάς του ΄30, ενώ ο δεύτερος δε θα διστάσει να μας πει πως ο «Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».

Πράγματι πρόκειται για μια γνήσια λαϊκή έκφραση, η οποία όμως είχε τα προηγούμενά της. Κι αυτά τα βρίσκουμε σε σειρά κειμένων λαϊκής επιστολογραφίας των χρόνων της τουρκοκρατίας, στα οποία, ατυχώς, δε δόθηκε η πρέπουσα σημασία. Για παράδειγμα: «Ένα τουφέκι όρισες και τόδωκα˙ μ’ ας είναι καλά οπού θα μου το φτιάσουν ασημένιο˙ και α δε μου αξίζει το φιλεύω», γράφει κάποιος άσημος Έλληνας του ΙΗ΄ αιώνα.[5]

Δίπλα όμως στο έργο του Μακρυγιάννη στέκονται και οι πίνακές του. Εδώ η εικόνα ζωντανεύει τη γραφή, όπως η αγιογραφία έδινε ψυχή στα παλιά συναξάρια και έκανε τους τοίχους της εκκλησιάς να μιλούνε για τα πάθη του Χριστού και τα μαρτύρια των αγίων. Με αυτόν, τον ίδιο αφηγηματικό τρόπο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, θα μας δώσει ο Παναγιώτης Ζωγράφος το στοχασμό του ρουμελιώτη στρατηγού.[6]

Εμείς όμως  δε θα σταθούμε – είναι εξάλλου πέρα από τις δυνατότητές μας – στη λογοτεχνική αξία των Απομνημονευμάτων  του Μακρυγιάννη. Μας ενδιαφέρει η καθαρά ιστορική τους πλευρά. Και εδώ, χωρίς να αμφισβητήσουμε την πρόθεση του αφηγητή να σημειώσει «γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος»,[7] είμαστε εντούτοις υποχρεωμένοι να σταθούμε κριτικά απέναντι στο κείμενό του.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο εκδότης  των Απομνημονευμάτων, υποστήριξε τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του Μακρυγιάννη. Αρετές όμως που τις διαχώρισε από την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία. Και πράγματι έτσι είναι. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής καταθέτει – έτσι πιστεύει πως κάνει – την αλήθεια. Όμως πρόκειται για τη δική του αλήθεια, μια αλήθεια κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από το πάθος.[8] Στην αφήγησή του δε θα βρει κανείς ούτε ίχνος συμπάθειας ή κατανόησης για πρόσωπα με τα οποία συγκρούστηκε, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που θα δώσει μισή την αλήθεια, για να μην πιστωθούν τη δόξα οι αντίπαλοί του. Εύγλωττη απόδειξη η περίπτωση της εισβολής του Δράμαλη στο Μοριά ή η ταύτιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνημε τονΚιαμίλμπεη της Κορίνθου.[9]

Είναι αναγκαίο επίσης να αναφερθούμε και στους ιδεολογικούς άξονες του Μακρυγιάννη. Η πατρίδα και η θρησκεία κατέχουν κυρίαρχη θέση στη σκέψη και στο έργο του. Η πατρίδα όμως είναι ταυτισμένη με τους νόμους και την τάξη. Τότε μονάχα υπάρχει πατρίδα, όταν υπάρχουν νόμοι καλοί.  Η ευταξία ήταν γι’ αυτόν το παν. Γι’ αυτό αναδέχεται  με προθυμία καθήκοντα αστυνομικά[10], γι’ αυτό και διαμορφώνει μια σχέση μεταφυσική με το «Σύνταγμα». Εδώ εντοπίζεται η μικροαστική  του συνείδηση, συνείδηση διαμορφωμένη μέσα στα πλαίσια της προεπαναστατικής εμπορικής του δραστηριότητας, και η αντίθεσή του με την αυταρχική έκφραση του αρματολισμού.

«Κι αυτά τα καπετανλίκια», γράφει, «ήταν κλέφτικα πράγματα, όταν ήταν οι Τούρκοι στην πατρίδα μας αφεντάδες»[11]. Αυτός προσβλέπει μόνο στους νοικοκυραίους, που τους θεωρεί ραχοκοκαλιά του έθνους. Επίσης κύριο ρόλο στην ψυχοσύνθεση του Μακρυγιάννη παίζει η αίσθηση της αδικίας. Η βία των κατακτητών σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια. Οι Τούρκοι θα χαθούν, γιατί αδίκησαν το ραγιά. Ο Αρβανίτης Σμαήλμπεης Κόνιτζα λέει σε μια συγκέντρωση στην Άρτα: «Πασάδες και μπέηδες…θα χαθούμε!Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή  και τον αφανίσαμε˙ και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι»[12].

Με ιδιαίτερη μάλιστα αυστηρότητα κρίνει τις αδικίες των Ελλήνων κι αυτό θα τον φέρει σε αντίθεση με τον Ανδρούτσο, το Γκούρα και το Μαμούρη. Συνεχίζει ο ρουμελιώτης αγωνιστής  μια πανάρχαιη ελληνική αντίληψη που πρωτοσυναντιέται στους Πέρσες του Αισχύλου. Η «ύβρις» στην περίπτωση του Ξέρξη, οι «αμαρτίες» των βυζαντινών αργότερα και οι αδικίες τέλος των Τούρκων θα επιφέρουν την καταστροφή τους. Τέλος ιδιαίτερα στενή και άμεση είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Από το πανηγύρι τ’ Αγιαννιού στη Δεσφίνα, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όπου πρωτόκανε συμφωνίες με τον άγιο[13], και στη συνέχεια η σχέση του Μακρυγιάννη με την Παναγία και τους Αγίους είναι καθημερινή και προσωπική, για να κορυφωθεί στο τέλος της ζωής του, στο θρησκευτικό παραλήρημα των Οραμάτων και θαμάτων του[14]. Εξάλλου δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι στη θεία παρέμβαση για τη νεκρανάσταση της Ελλάδας αφιέρωσε το πρώτο από τα κάδρα του.

Παρ’ όλο που ο Μακρυγιάννης φθάνει στην Αργολίδα μετά από ένα χρόνο, εντούτοις η πρώτη του αναφορά στον τόπο γίνεται με την καταγραφή της εισβολής του Δράμαλη. Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο του έργου του, που έχει άμεση σχέση με την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία του. Κατ’ αυτόν η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη οφείλετο αποκλειστικά στον έλεγχο των Μεγάλων Δερβενιών από τους Ρουμελιώτες. «Τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά», γράφει, «και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησο και χαθή ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο θα είχε να χαθή;».[15]

Αναμφίβολα ο Οδυσσέας, οι Βιλιώτες και οι Περαχωρίτες, αν και δε κατάφεραν να εμποδίσουν την κάθοδο του Δράμαλη στο Μοριά – και σ’ αυτό συνετέλεσαν οι ραδιουργίες του Αρείου Πάγου – εντούτοις στη συνέχεια παρεμπόδισαν αποτελεσματικά τις αποστολές εφοδίων από την Κεντρική Ελλάδα. Όμως, η καταστροφή της τουρκικής στρατιάς υπήρξε αποτέλεσμα της στρατιωτικής ιδιοφυΐας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη αλλά και της απροθυμίας του Χορσέφ πασά, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, να σπεύσει σε βοήθειά της. Αν και στα Απομνημονεύματα δε δίνει την οφειλόμενη σημασία στη μεγάλη αυτή νίκη, αφιερώνει εντούτοις μια από τις εικόνες του στις μάχες εκείνων των ημερών.

Πρόκειται για μια θαυμάσια άποψη του αργολικού πεδίου, όπου η ποιητική άδεια δεν αλλοιώνει την τοπογραφία της περιοχής. Στο υπόμνημα όμως του πίνακα υποτιμάται προκλητικά η συμβολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και η άμυνα του φρουρίου του Άργους, ενώ η ιδέα του αποκλεισμού των στενών αποδίδεται στο Νικηταρά, στο μοναδικό από τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς που ο Μακρυγιάννης είχε κάποια συμπάθεια, περισσότερο εξαιτίας των πολλών εξόδων του στη Ρούμελη.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η αντίθεση Ρουμελιωτών και Μοραϊτών προκρίτων και οπλαρχηγών, αντίθεση που κορυφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1824, όταν κατά τον εμφύλιο πόλεμο τα ρουμελιώτικα στρατεύματα που έφερε η κυβέρνηση στο Μοριά, για να καταστείλει την αντίσταση των Πελοποννησίων – και σ’ αυτό ο Μακρυγιάννης έπαιξε καθοριστικό ρόλο – λειτούργησαν σαν στρατός κατοχής. Το ίδιο έγινε και κατά την αναρχία, που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Οι Μοραΐτες κατηγορούσαν τους Ρουμελιώτες για τη λεηλασία του τόπου τους και ότι πολέμησαν πάντα με μισθό, ενώ αντίθετα οι Ρουμελιώτες τους Πελλοπονήσιους ότι τους ήθελαν για είλωτες και πως δεν ενδιαφέρονταν για την απελευθέρωση της Ρούμελης.

Ο Μακρυγιάννης μάλιστα με τη γνωστή αφέλειά του αποδίδει την κατηγορία αυτή και στον Καποδίστρια. Ενώ ήταν γνωστές, και όφειλε και ο ίδιος να τις γνωρίζει, οι προσπάθειες του άτυχου Κυβερνήτη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας και για το ζήτημα των συνόρων. Το σημαντικό, όμως, στην αντιπαλότητα αυτή είναι ότι δεν εστιάζεται στις σχέσεις  των μεγάλων καπεταναίων της εποχής, Κολοκοτρώνη, Οδυσσέα, και Καραϊσκάκη, οι οποίοι είχαν πολύ καλές σχέσεις, ίσως γιατί ένιωθαν ότι τους απειλούσαν κοινοί κίνδυνοι, αλλά σε οπλαρχηγούς δεύτερης και τρίτης τάξης, στους πρόκριτους και στους πολιτικούς. Και σε αυτή τη κατηγορία άνηκε και ο Μακρυγιάννης.

Η παραμονή του Μακρυγιάννη στη περιοχή του Άργους διακρίνεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει τον Οκτώβριο του 1823, όταν πρωτοφτάνει στο Άργος, και τελειώνει με τη μετάβασή του στην Αθήνα για να γιατρευτεί από τις πληγές του τον Ιούλιο του 1825, μετά τη μάχη των Μύλων. Εκεί στα τέλη του 1825 θα παντρευτεί την Αικατερίνη, θυγατέρα του Αθηναίου προύχοντα Χατζηγεωργαντά Σκουζέ. Κατά την περίοδο αυτή ο ρουμελιώτης αγωνιστής θα εμπλακεί στον εμφύλιο, στο πλευρό των κυβερνητικών, και μετά την επικράτησή τους θα πολεμήσει κατά του Ιμπραήμ στο Νιόκαστρο και στους Μύλους[16].

Η δεύτερη  περίοδος ταυτίζεται με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα και διαρκεί ως το Μάιο του 1833, οπότε φεύγει για την Αθήνα. Κατά τη δεύτερη περίοδο θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην πόλη του Άργους, όπου θα παραμείνει ως τη ρήξη του Δεκεμβρίου 1831, οπότε στα δραματικά γεγονότα εκείνης της εποχής μόλις θα κατορθώσει να στείλει την οικογένειά του στο Ναύπλιο, ενώ η περιουσία του – «όλο μου το πράμα» καθώς γράφει – αν δε διαγουμίστηκε απ’ τους αντιπάλους του έγινε παρανάλωμα του πυρός. Μετά τη ρήξη του Άργους ακολούθησε τους Συνταγματικούς στην Περαχώρα και επέστρεψε μαζί τους, στο Ναύπλιον πλέον, στα τέλη Μαρτίου του 1832.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου ο Μακρυγιάννης με έδρα το Άργος θα είναι αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου μέχρι και το Μάιο του 1830, οπότε θα αντικατασταθεί από το Νικηταρά, και στη συνέχεια – από 1 Ιανουαρίου 1831 – θα διοριστεί, πάλι με έδρα το Άργος, μέλος του Αναθεωρητικού [Στρατιωτικού] Δικαστηρίου. Εκεί, από τις 26 Φεβρουαρίου 1829 μέχρι και το φθινόπωρο του 1831, γράφηκε και το πρώτο βιβλίο και το δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του, δηλαδή ως τη δολοφονία του Καποδίστρια. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο – τα μετά θάνατο του Καποδίστρια – όλες οι αναφορές στα γεγονότα γίνονται σε χρόνο αόριστο, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε  ότι γράφτηκε στο Ναύπλιο  μετά την επιστροφή του Μακρυγιάννη και την ανάρρωσή του από τις κακουχίες του χειμώνα του 1831 προς 1832.

Όταν ο Μακρυγιάννης έφθασε στο Άργος (Οκτώβριος 1823) το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό βρίσκονταν στα πρόθυρα της ρήξης. Ήδη το πρώτο είχε κινήσει τη διαδικασία για την ανατροπή του δεύτερου, διαδικασία που κατά τρόπο αναμφισβήτητα παράνομο ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Ήδη όλο το δεύτερο εξάμηνο του 1823 είχε σημαδευτεί από την αντίθεσή τους. Τα δυο Σώματα μετακινούνταν συνεχώς. Τελευταία το Εκτελεστικό από τις 26.9.1823 βρισκόταν στο Ναύπλιο, το οποίο κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ενώ το Βουλευτικό από 17.10.1823 στο Άργος.

Το Βουλευτικό υπό την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου εξέφραζε τους πρόκριτους των νησιών, τους ισχυρούς πρόκριτους της Πελοποννήσου  Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο αλλά και άλλους σημαντικούς τοπικούς παράγοντες, ενώ το Εκτελεστικό με βασικό του έρεισμα τον Θ. Κολοκοτρώνη εξέφραζε ένα κράμα μοραΐτικου τοπικισμού και στρατιωτικού πνεύματος.

«Ήρθα εδώ», γράφει ο Μακρυγιάννης. «Ήταν το βουλευτικόν σώμα. Στάθηκα κάμποσες ημέρες˙ παρουσιάστηκα και τους είπα˙  δεν μεταθέλουμε όλοι όσοι ήρθαμε να ξέρουμε από καπεταναίους˙  ό,τι διαταγές είναι από την κυβέρνησιν, εκείνο είμαστε πρόθυμοι να κάμωμε, να πάμε ομπρός»[17].

Διατέθηκε στη δύναμη του Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον διέταξε να «σταθεί με τον Γενναίον τον υγιόν του» γράφει ο Μακρυγιάννης φανερά ενοχλημένος από το νεαρό της ηλικίας του Γενναίου[18]. Τους χώρισαν 8 χρόνια, παρά ταύτα αρχικά τα ταίργιασαν. Παρόλο όμως που ανήκε στη δύναμη του Εκτελεστικού, ο Μακρυγιάννης από την αρχή στάθηκε με το μέρος του Βουλευτικού. «Με το Βουλευτικόν», γράφει, «ήταν το δίκαιον και η πατρίδα»[19]. Δε γνώριζε ο Μακρυγιάννης ποιός είχε το δίκιο; Αναμφίβολα ναι. Όμως «δεν ήταν με το πνεύμα των καπεταναίων», όπως ο Οδυσσέας είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Κολοκοτρώνη.

Έτσι η πρώτη του δράση ήταν, κατ’ αυτόν, η προστασία των αρχείων του Βουλευτικού. «…με έκραξε», σημειώνει, «το Βουλευτικόν και μου είπε όλα τα αίτια και πως οι άλλοι θέλαν να τους πάρουν τ’ αρχεία…Μου ζήτησε βοήθεια. Τότε μιλάμε με τον καλόν πατριώτη Θοδωρή Ζαχαρόπουλον και συμφώνως και οι δυο μας παίρνουμε τ’ αρχεία  όλα του Βουλευτικού και τα κρύψαμε, και δεν τα πήραν οι άλλοι…»[20].

Η πραγματικότητα όμως δε συμφωνεί με το ρουμελιώτη αγωνιστή. Σε μια προσπάθεια συνδιαλλαγής, μετά την παράνομη καθαίρεση των 2 μελών του Εκτελεστικού, του Ανδρέα Μεταξά και του Χαραλάμπη Περρούκα, στις 26.11.1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς και Τσόκρηςεμφανίστηκαν ενώπιον του Βουλευτικού στο Άργος και, όταν απέτυχαν να πείσουν τα μέλη του, τους αφαίρεσαν τα αρχεία και τη σφραγίδα, τα οποία όμως στη συνέχεια κατάφερε με απάτη να τα παραλάβει και να τα επιστρέψει ο πολιτάρχης του Άργους  Θ. Ζαχαρόπουλος.

Οι βουλευτές τη νύχτα της 30.11.1823 πήγαν για λόγους ασφαλείας στοΚρανίδι, όπου διόρισαν νέο Εκτελεστικό, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε αμέσως – στην αρχή κρυφά και  στη συνέχεια φανερά – ο Μακρυγιάννης για να προκαλέσει την οργή των Κολοκοτρωναίων για την παρασπονδία του. «Οι Κολοκοτρωναίγοι φοβέριζαν εμένα, αν με πιάσουνε θα με γδάρουνε ζωντανόν», γράφει[21]. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου, το πρώτο εξάμηνο του 1824, ο Μακρυγιάννης θα πολεμήσει κατά των «αντικυβερνητικών» και στον κάμπο του Άργους θα κερδίσει τις πρώτες του στρατιωτικές δάφνες.

Ήδη στις 6.3.1824 τα κυβερνητικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τους Μύλους, όπου εγκαθίσταται, το νέο Εκτελεστικό, και στις 13.3.1824 το Άργος, οι κάτοικοι του οποίου – ή σημαντικό τουλάχιστον μέρος τους – διέκειντο φιλικά προς τη νέα Διοίκηση. Το Μ. Σάββατο φθάνει ο Μακρυγιάννης νικητής από τη Τρίπολη στο Άργος, όπου είναι συγκεντρωμένο όλο το Βουλευτικό και αναλαμβάνει την ευθύνη της φρουράς του γιατί «οι καπεταναίοι της Ρούμελης ήταν όλοι ενωμένοι με τον Κολοκοτρώνη και η συντροφιά τους να γένη σύστημα καθώς το θέλαν αυτήνοι, κι ετοιμάζονταν να μπούνε μέσα. Έφθασε  ο Δυσσέας εις το Κουτζοπόδι κι ένα σώμα του Καραϊσκάκη, κι όταν έμαθαν οπού παραδόθη η Τριπολιζτά ενέκρωσαν»[22].

Τότε θα επιτύχει με την επίδειξη των λιρών να αποσπάσει τους στρατιώτες από τους καπεταναίους τους. «Μήνα είναι εδώ ο Δυσσσέας», τους λέει «ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης, να μην σας πληρώνουν ποτές; Εδώ είναι Κουντουριώτης, οπούφερε ένα καράβι γιομάτο τάλαρα. Νόμους θέλει καλούς να γένουν δια την πατρίδα και χρήματα ξοδιάζει όσα θέλει κάθε Έλληνας»[23]. Τα επιχειρήματά του ήταν πειστικότατα. Όλοι έσπευσαν να στηρίξουν τους «καλούς νόμους» του Κουντουριώτη.

Τα κυβερνητικά στρατεύματα, συνεχώς πλέον ενισχυόμενα, άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιον, που κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Μια προσπάθεια διάσπασης της πολιορκίας και ενίσχυσης του φρουρίου με εφόδια από τους Νικηταρά, Γενναίο Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα και Απ. Κολοκοτρώνη το πρώτο δεκαήμερο του Μάη αποτυγχάνει. Και ο Μακρυγιάννης από τους βασικούς συντελεστές της αποτυχίας. Οι μάχες κράτησαν από τις 8 ως της 12 Μάη του 1824 με επίκεντρο τους οδικούς άξονες Κουτσοπόδι – Δαλαμανάρα – Ναύπλιο και Μπέρπακα – Κούτσι – Ναύπλιο και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην παράδοση του Ναυπλίου.

Από το Κουτσοπόδι κινήθηκαν οι Νικηταράς και Πλαπούτας και από το Ναύπλιο οι Π. Κολοκοτρώνης και Δ. Τσόκρης, οι οποίοι συναντήθηκαν στη Δαλαμανάρα. Εκεί δέχτηκαν την επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων υπό τον Κ. Σκούρτη και του ιππικού υπό τον Χατζηχρήστο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ανάλογη απόπειρα της επόμενης μέρας οδήγησε σε σύγκρουση κοντά στο Κούτσι. Και πάλι κυβερνητικά στρατεύματα αναδείχθησαν νικηφόρα. Οι μάχες συνεχιστήκαν με αποτέλεσμα τον  τραυματισμό του Τσόκρη, και την παρ’ ολίγο σύλληψη του Νικηταρά.

«Σε δυο μέρες μας πλάκωσαν όλοι»,  διηγείτε ο Μακρυγιάννης.

«Πολεμήσαμε˙ αυτήνοι ήθελαν να πιάσουνε την κούλια της Νταλαμανάρας˙ βαρεθήκανε εκεί από μας, σκοτωθήκανε καμπόσοι. Έπιασα την κούλια μαζί με τον Χατζηχρήστο, την βαστήξαμε ένα μερόνυχτον˙ πολεμούσαμε νύχτα και ημέρα… Τότε έβαλα ένα πάτερον στην κούλιαν και κολλήσαμε απάνου, ότι δεν είχε πάτωμα˙ και κολλώντας απάνου τους βαρούγαμε είς το κρέας˙ κι άφησαν το χωριόν˙ ότ’ ήθελαν να το βαστούνε, νάχουν την είσοδο από το Κούτζι εις τ’ Ανάπλι να μπάζουνε ζωοτροφές των δικώνε τους. Σαν τους χτυπήσαμε, άφησαν το χωριόν την Νταλαμανάραν εις την εξουσίαν μας κι αυτήνοι όλοι πήγαν εις το Μπέρμπακα και σ’ εκείνα τα χωριά ολόγυρα…Κινήθηκαν τότε αυτήνοι με τον ζαϊρέ να μπούνε εις τ’ Ανάπλι. Πήγε ο Χατζηχρήστος αναντίον τους, τον μπλόκαραν. Σηκώθηκα να πάγω ένα μιντάτι του Χατζηχρήστου˙ εις τον δρόμον οπούνε το χωριόν του Χατζηχρήστου, το Μπολάτι, τόχε πιασμένο ο φίλος μου ο Νικήτας να μας βαρέση. Τους ριχτήκαμε απάνου τους και τους τζακίσαμε και τους πήγαμε κυνηγώντας κοντά εις το Μπέρμπακα˙ κοντέψαμε να φάμε το βράδυ ψωμί με τον αδελφό μου Νικήτα˙ παρά τρίχα γλύτωσε»[24].

Οι μάχες του κάμπου υπήρξαν καταλυτικές για την τύχη του Ναυπλίου, το οποίο παραδόθηκε από τον Π. Κολοκοτρώνη, και στις 12 Ιουνίου το «άτι του Μοριά» όπως το έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης, βρισκόταν στα χέρια Κουντουριώτη. Ο Μακρυγιάννης έγινε αντιστράτηγος και η Διοίκηση του χάρισε ένα άλογο για τη συμβολή του στη επικράτησή της. Στην περίπτωση αυτή της πρώτης φάσης του εμφυλίου επιδείχθηκε μακροθυμία και στις 2.7.1824 δόθηκε γενική αμνηστία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει νέος εμφύλιος.

Το Εκτελεστικό υπό την επιρροή πλέον του Ιωάννη Κωλέτη προέβη σε όλες τις «αναγκαίες» για την επίσπευσή του ενέργειες. Και σ’ αυτή τη φάση ο Μακρυγιάννης θα παίξει το ρόλο του και θα συντελέσει στην είσοδο ρουμελιώτικων στρατευμάτων στο Μοριά υπό τον Γκούρα και άλλους καπεταναίους. Τα στρατεύματα αυτά, ακόμη και οι άνδρες του Μακρυγιάννη, αντιμετώπισαν την Πελοπόννησο ως κατεχόμενη χώρα, γεγονός που προκάλεσε το μίσος των Πελοποννησίων αλλά και την αγανάκτηση του ίδιου του ρουμελιώτη αγωνιστή[25], ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις λεηλασίες και συμφορές που ακολούθησαν.

«Είπα της κυβέρνησης ότι εγώ σε εφύλιον πόλεμον, και νόμους φκιάνοντας, δεν ματαμπαίνω˙  μπεζέρισα˙ να μου δώσουνε μίαν διαταγή να πάγω εις Ρούμελη ν’ αγωνιστώ δια τους Τούρκους, ειδέ να διαλύσω το σώμα μου… Μου είπαν να λάβουν σκέψη δι’ αυτό˙ και το σώμα μου να το τοποθετήσω εις τα χωριά, εις τ’ Άργος», γράφει στα Απομνημονεύματά του αναφερόμενος στο Γενάρη του 1825[26].

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Στο Άργοςδεν έμεινε πολύ, γιατί το Φεβρουάριο διατάχθηκε να μεταβεί στην Αρκαδία  για την αποκατάσταση της τάξης. Πριν όμως φτάσει εκεί, αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ – 11 και 12 Φεβρουαρίου – στη Μεθώνη. Τα αρχικά σχέδια ανατράπηκαν, ακολούθησε η τραγελαφική εκστρατεία  του Κουντουριώτη και η ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι.

Οι Έλληνες κλείστηκαν στα κάστρα – Νιόκαστρο και Παλιοναβαρίνο – κι ανάμεσά τους ο Μακρυγιάννης και ο Τσόκρης. Ο πρώτος θα μείνει στο Νιόκαστρο ώς το τέλος, ενώ ο άλλος θα βγει στο «νησί», στη Σφακτηρία, και μετά την τραγική κατάληξη της 26ης Απριλίου – της φαρμακερής εκείνης μέρας για την πατρίδα – θα μπει στο Παλιοναβαρίνο, όπου και θα αναλάβει της διαπραγματεύσεις με τον Ιμπραήμ για την παράδοσή του στις 30 Απριλίου. Το ίδιο θα κάνει λίγο αργότερα, στις 11 Μαΐου, και ο Μακρυγιάννης για το Νιόκαστρο. Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Ναύπλιο και, όταν ο Κολοκοτρώνης θα προσπαθήσει να κρατήσει τον Αιγύπτιο ηγέτη στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου), αυτός θα βρίσκεται στον Αχλαδόκαμπο με τον Υπουργό πολέμου σε ρόλο επιμελητείας.

Και σ’ αυτή την περίπτωση δε χάνει την ευκαιρία να διαστρεβλώσει κατά τρόπο εξόφθαλμα άδικο την αλήθεια, για να κατηγορήσει τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. «Ευτύς οπού τον είδαν μπροστά τους», γράφει, «άφησαν τις θέσες τους και πήραν τα βουνά. Και πέρασε ο Μπραΐμης εις τα Ντερβένια απολέμιστος. Εφύλιους πολέμους και φατρίες ΄πιτηδεύεται ο Αρχηγός να κάνη, Τούρκους δεν έχει κώλο να πλησιάζη κοντά τους»[27].

Εδώ, όσο κι αν φαίνεται από πρώτη άποψη απλό, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν πρόκειται για την «αλήθεια του Μακρυγιάννη» ή για σκόπιμη συκοφαντία. Φαίνεται όμως πως ο ρουμελιώτης αγωνιστής είχε μια ιδιότυπη, παράξενη σχέση με την πραγματικότητα.

Τελικά θα αποσυρθεί στους Μύλους, όπου θα προετοιμάσει την άμυνά τους για ενδεχόμενη επίθεση των Αιγυπτίων. Ο Ιμπραήμ με μια ταχύτατη προέλαση θα μπει τα ξημερώματα τις 11ης Ιουνίου στην Τριπολιτσά και την επομένη θα βρεθεί στον αργολικό κάμπο. Το απόγευμα τις 13ης οι Αιγύπτιοι θα επιτεθούν στην ελληνική φρουρά των Μύλων, η οποία θα ανταπεξέλθει νικηφόρα με ελάχιστες απώλειες.

Αναμφίβολα ο Μακρυγιάννης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της πρώτης ελληνικής νίκης, μιας νίκης όμως που, αν ιδωθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους, δεν έχει τις διαστάσεις που συνήθως της αποδίδουμε. Είναι απολύτως πλέον βέβαιο πως η κατάληψη των Μύλων δεν υπήρξε βασικός στόχος του Ιμπραήμ. Η αποτελεσματική όμως άμυνα των Ελλήνων τους πρόσφερε την αναγκαία ηθική επικουρία, την πεποίθηση ότι οι Αιγύπτιοι δεν ήταν αήττητοι.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Ο Μακρυγιάννης διηγείται με τρόπο εύγλωττο και συναρπαστικό τα προ, τα κατά και τα μετά τη μάχη. Περισσότερο όμως  συναρπαστικός είναι ο σχετικός  πίνακάς του. Εδώ ο στοχασμός του αγωνιστή και το χέρι του Παναγιώτη Ζωγράφου ξαναζωντανεύουν με χρώματα δυνατά το χώρο και τη μάχη. Προκαλούν μάλιστα τον ερευνητή σε μια απόπειρα σύγκρισης της τότε με τη σημερινή τοπογραφία του κρίσιμου χώρου.

Παρόλο που έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές, όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, υδρευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, εντούτοις πιστεύουμε πως υπάρχει δυνατότητα για μια τέτοια απόπειρα. Και το ζήτημα επείγει, αφού οι τελευταίες μνήμες κινδυνεύουν να σβήσουν για πάντα. Ο Μακρυγιάννης δεν ενδιαφέρεται ειδικότερα για τις κινήσεις του Αιγύπτιου ηγέτη στον αργολικό κάμπο, δεν προβληματίζεται για την αιφνιδιαστική κάθοδό του σ’ αυτόν, ούτε ακολουθεί κάποια χρονολογική τάξη στη βραχεία σχετική αναφορά του. «Την ίδια βραδυά», γράφει, «έφυγε από κει ο Μπραΐμης δια νυχτός. Αφάνισε και σκλάβωσε όλα τα χωριά. Και το Άργος το έκαψε και σκλάβωσε πολλούς, ότι οι αρχηγοί τ’ Άργους, ο Τζόκρης κι οι άλλοι, πήραν τις σπηλιές. Από εκεί πήγε ο Μπραΐμης απ’ όξω τ’ Ανάπλι˙ έκαμαν ολίγον ακροβολισμόν κι έφυγαν και πήγαν εις την Τριπολιτζά»[28].

Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν κάπως διαφορετικά. Ο Ιμπραήμ το βράδυ της μάχης διανυκτέρευσε στο Κεφαλάρι, το πρωινό της επομένης έστειλε ανιχνευτές προς Κουτσοπόδι και Ναύπλιο και την αυγή της 15ης Ιουλίου βρέθηκε στον Προφήτη Ηλία, στη Γλυκιά. Οι ιππείς του αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να κόψουν το νερό της πόλης και αφού απωθήθηκαν υπό την πίεση των πολυβόλων του Παλαμηδιού, επέστρεψε στο Άργος, το οποίο παρέδωσε στις φλόγες πριν αναχώρησει την ίδια ημέρα για την Τριπολιτσά.

Ο Μακρυγιάννης εδώ αναφέρεται ευθέως υποτιμητικά στον Τσόκρη, ότι πήρε τις σπηλιές, υπαινισσόμενος την οχύρωση εκ μέρος του Αργείτη οπλαρχηγού των σπηλαίων της Ανάληψης και της Αγίας Ιερουσαλήμ, γεγονός που λειτούργησε σωτήρια για τους κατοίκους της περιοχής τόσο κατά την περίοδο της παρουσίας του Ιμπραήμ στο Μοριά όσο και κατά τον εμφύλιο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Μακρυγιάννης αδικεί κατάφορα τον Αργείτη οπλαρχηγό, συμπολεμιστή του στο Νιόκαστρο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά τη συμβολή του στην υπεράσπιση της Σφακτηρίας και του Παλιοναβαρίνου υπό ακραία τραγικές συνθήκες[29].

Λίγο αργότερα ο Μακρυγιάννης θα αναχωρήσει στην Αθήνα, για να θεραπεύσει το τραύμα του χεριού του από τη μάχη των Μύλων, ενώ ο Τσόκρης θα παραμείνει στην περιοχή, φυλάσσοντας τα περάσματα από τον κάμπο της Τριπολιτσάς σε εκείνον του Άργους. Ταυτόχρονα θα επισκευάσει το φρούριο της πόλης και θα την προστατέψει από τις αυθαιρεσίες των μετακινουμένων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων ως την άφιξη του Καποδίστρια. Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα είχαν εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα στην Αργολίδα καθ ̉ όλη τη διάρκεια του 1827. Στο Ναύπλιο ο Γρίβας και ο Φωτομάρας, ελέγχοντας το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ αντίστοιχα, μετέβαλαν την πόλη σε πεδίο μάχης.

Η απελπισία των χωρικών οδήγησε σε ένοπλες ρήξεις, όπως στις «Σκηνές της Δαλαμανάρας» τον Αύγουστο του 1827, όταν οι αγανακτισμένοι χωρικοί σκότωσαν δύο ρουμελιώτες άτακτους, και στη σύγκρουση στο Μπουγιάτι το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν οι Αργείτες επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του οπλαρχηγού Ι. Στράτου που ζητούσαν να πάρουν 100 σφαχτά. Η άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ομαλοποίησε αμέσως την κατάσταση. Οι κάτοικοι μετά από χρόνια άρχισαν να βλέπουν μέρες καλύτερες. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να ενεργοποιήσει όλες τις δυνάμεις του επαναστατημένου έθνους.

Στα πλαίσια αυτά διόρισε το Μακρυγιάννη αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης Πελοποννήσου, ένα είδος Χωροφυλακής, με έδρα το Άργος[30]. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής ήταν ο πλέον κατάλληλος για τα καθήκοντα αυτά, αφού όλη του τη ζωή, μετά την πατρίδα και τη θρησκεία, θέλησε να υπηρετήσει τους «νόμους»[31].

Για το Άργος της εποχής εκείνης, που έσφυζε από ζωή, ο Μακρυγιάννης δεν μας δίνει πολλές πληροφορίες. Κάποια στιγμή μόνον μιλάει για Μεσολογγίτισσες που ζητιάνευαν στην πόλη. Φαίνεται πως ήταν αποκομμένος από την κοινωνική ζωή του τόπου και οι συναναστροφές του περιορίζονταν σε κάποιους συμπατριώτες του. Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε πιστά τον Κυβερνήτη. Διετέλεσε πληρεξούσιος των Αρτινών στην Δ’ Εθνική Συνέλευσηστα 1829 και φαίνεται ενοχλημένος που η φρουρά της ανατέθηκε στο Νικηταρά. Το πρώτο όμως εξάμηνο του 1830 προσχώρησε στην αντιπολίτευση, γεγονός που ανάγκασε τον Καποδίστρια να τον αντικαταστήσει με το Νικηταρά και να επιχειρήσει να τον στείλει αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης στα νησιά. Τελικά θα παραμείνει στο Άργος, αλλά τόσο αυτός όσο και άλλοι ρουμελιώτες θα έλθει σε αντίθεση όχι μόνο με την κυβέρνηση αλλά και με τους ντόπιους.

«Εδώ εις τ’ Άργος», σημειώνει την άνοιξη του 1831, «ο Τζόκρης, ο Καλλέργης, οι άλλοι όλοι ήταν ένα˙ είπαν κι έκαναν μίαν μυστική συνέλεψη οι Αργίτες να διώξουν από τ’ Ανάπλι κι από δω όλους τους αναντίους κι εμένα»[32].

Θα παρουσιαστεί όμως στον Καποδίστρια και θα αποτρέψει την προοπτική αυτή. Στο εξής η καταφορά του κατά του Κυβερνήτη, κυρίως όμως εναντίον των αδελφών του και του Κολοκοτρώνη, θα είναι χωρίς έλεος και θα φθάσει στα όρια τις μονομανίας. Θα καταθέσει μάλιστα μέσω του Μιαούλη στην αντιπολίτευση της Ύδρας την πρόταση κατάληψης του Παλαμηδιού, για να εκβιάσουν τον Καποδίστρια να συγκαλέσει νέα, πατριωτική, Εθνική Συνέλευση. Φαίνεται όμως ότι ως ένα σημείο είχε κάποιο δίκιο.

 «Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος», γράφει αναφερόμενος στον κυβερνήτη, «ποτέ δεν θέλησα να είμαι αναντίος του, ότι μπεζερίσαμεν από τις ακαταστασίες. Αλλά οι Κολοκοτρωναίγοι και η συντροφιά τους με κατάτρεχαν δια μέσον του Κυβερνήτη κι αδελφών του».[33]

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το Άργος θα γίνει και πάλι θέατρο δραματικών σκηνών. Τις ταραγμένες εκείνες μέρες του Νοεμβρίου του 1831 άρχισαν να φτάνουν στην πόλη για τη συγκρότηση της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης πληρεξούσιοι άγνωστου αριθμού και προέλευσης και ασαφούς νομιμότητας. Οι κυβερνητικοί που προωθούσαν την εκλογή του Αυγουστίνου ως νέου κυβερνήτη άρχισαν με το πρόσχημα της τήρησης της τάξης να μεταφέρουν στρατεύματα στο Άργος. «Από τ’ Ανάπλι, οπού το είχαν δικοί τους», σημειώνει ο Μακρυγιάννης, «κρυφά δια νυκτός κουβαλούσαν κανόνια, πολεμοφόδια και τάβαναν εις την καζάρμα όπου ήταν το ιππικό. Αρχηγός του ιππικού ήταν ο Καλλέργης. Κι όλο ετοιμαζόταν.

Κι εμείς κοιμόμαστε»[34].

Κανείς όμως δεν κοιμόταν. Το Άργος στις αρχές του Δεκεμβρίου, όπως γράφει ο Λασάνης, «επαράσταινε μάλλον στρατόπεδο παρά τόπον εθνικής συνελεύσεως». Τότε θα εκδηλωθεί και απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακρυγιάννη. «Τότε κυρίως πιάσαν ένα σπίτι και το τρύπησαν, και την νύχτα οπού θα διαβώ, οπού ήμουν εις τους φίλους, να ρίξουν να με σκοτώσουν» γράφει[35]. Ειδοποιήθηκε όμως έγκαιρα και σώθηκε.

Οι εργασίες της Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου. Οι κυβερνητικοί συνεδρίαζαν στο καποδιστριακό σχολείο, ενώ οι συνταγματικοί σε άλλο, άγνωστο οίκημα. Η αναμενόμενη ρήξη επήλθε αμέσως μετά την εκλογή του «μπεκρή και παραλυμένου» κατά τον Μακρυγιάννη, Αυγουστίνου ως Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Το πρωινό της 9ης Δεκεμβρίου οι κάτοικοι της πόλης πανικοβλημένοι άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο και τον κάμπο. «Ούτε από την Τριπολιτσάν του Ιβραΐμ πασά», γράφει ο Κασομούλης, «δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος…». Στις 2 το μεσημέρι άρχισαν οι συγκρούσεις.

Να πως περιγράφει ο Μακρυγιάννης τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«Διατάζει ο νέος Κυβερνήτης τον αρχηγόν της καβαλαρίας μ’ όλο το σώμα του και το πεζικόν της γραμμής και κανόνια κι άταχτον και ρίχνονται άξαφνα εις το σπίτι μου. Έκαμεν ο θεός και ήταν καμπόσοι αξιωματικοί εκεί γύρα την γειτονιά και είχαν ανθρώπους. Πιάστη το ντουφέκι˙ βαρούγαν το σπίτι μου με κανόνια. Συγχρόνως βάρεσε κι ο γενναίος Τζαβέλας  εις το παζάρι όπου ήμαστε…Εκεί οπού πολεμούσαμεν εις το παζάρι, όπου μας βάρεσαν άξαφνα, ήρθαν και μου είπαν βαρούνε το σπίτι μου. Τότε πήγα εκεί. Αρχίσαμεν και πολεμούσαμεν – και βαρούσαν με τα κανόνια. Τους χαλάσαμεν ένα δύο φορές. Πολέμησαν ώς το βράδυ. Σαν είδαν οπού δεν μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπόν τους (ότι τους είχε διαταμένους ο νέος κυβερνήτης εμένα να βαρέσουνε διότι γύρισα τους πληρεξούσιους και την φρουρά του), αφού δεν έκαμαν τίποτας εις το σπίτι μου, τζακίστηκαν και πάνε στην κατάρα του θεού˙ μεγάλη χάρη χρεωστούμεν οι στρατιωτικοί και πολιτικοί εις τους αγαθούς Έλληνες οπού ήταν με τα τάματα και τους είπαν να μας βαρέσουν και δεν θέλησαν. Τους είπανε. “Δεν βαρούμεν τους πληρεξουσίους της πατρίδος μας και αρχηγούς μας”. Τότε γύρισαν με τ’ εμάς όπου δεν είχαμεν τελείως δύναμιν. Από το μισό παζάρι κι απάνου, όλο εκείνο το μέρος το βαστούσαν εκείνοι ώς το κάστρο. Από το παζάρι το μισό και κάτου το βαστούσαμεν εμείς. Αυτήνοι γύμνωσαν όλο το μέρος οπούταν   μ’αυτούς και φεύγαν οι φαμελιές με το βιον τους και έρχοταν σ΄εμάς˙ μίαν τρίχαν δεν έχασαν. Τέτοια ευλογία ήταν. Το ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν από τόνα μέρος κι από τ’ άλλο περίπου από τρακόσοι πενήντα, όλο τ’ άνθος…»[36]

Οι συνταγματικοί, όμως, δεν άντεχαν την πίεση τον κυβερνητικών στρατευμάτων και πρότειναν στον Αυγουστίνο να τους επιτρέψει να φύγουν ασφαλείς στη Στερεά. Η πρόταση, παρά την αντίθετη γνώμη κάποιων ακραίων στοιχείων του κυβερνητικού στρατοπέδου, έγινε δεκτή και στις 12 Δεκεμβρίου οι πολιορκούμενοι συνταγματικοί αναχώρησαν. Δυο φάλλαγες 2.000 περίπου ανδρών – στη μέση οι πληρεξούσιοι κι ο Κωλέτης – πήραν το δρόμο για την Κόρινθο. Στο Άργος επανήλθε πρόσκαιρα η ησυχία, το σπίτι όμως του Μακρυγιάννη φαίνεται πως καταστράφηκε. «…ο Καλλέργης εις τ’ Άργος», γράφει λίγο αργότερα, « κι οι σύντροφοί του δεν μ’ άφησαν ούτε στάχτη εις το σπίτι μου[37]. Και μας καταδίκασαν όλους εις θάνατον, διατί δεν σταθήκαμεν εις τ’ Άργος να μας σκοτώσει ο Αυγουστίνος Καποδίστριας»[38].

«Μακρυγιάννης» του Γιώργου Αγγελόπουλου, χαλκογραφία με καλέμι.

Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Άργος με τα στρατεύματα των συνταγματικών στις 26 Μαρτίου 1832. Οι κάτοικοι βγήκαν και τους «καρτέρεσαν με δάφνες»[39]. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Παρά όμως την κυβερνητική αλλαγή στο Ναύπλιο, τα πράγματα δε βελτιωθήκαν. Οι γαλλικές λόγχες, που έφερε ο Κωλέτης εξασφάλιζαν την τάξη στην πόλη, η συμπεριφορά τους, όμως, απέναντι στους Έλληνες ήταν προκλητικά περιφρονητική. Ήταν φανερό ότι δεν εγγυώντο πλέον την τάξη, αλλά ασκούσαν πολιτική. Έξω από τα τείχη της πόλης βασίλευε η αυθαιρεσία των στρατιωτικών. Το Άργος είχε παραδοθεί στη διάκριση του φοβερού Θεοδωράκη Γρίβα, ο οποίος νεμόταν τις προσόδους του.

 Μέσα σ’ αυτή τη γενική αναρχία το Σεπτέμβριο του 1832 συστήθηκε στο Άργος μια Στρατιωτική Επιτροπή, για να κατανείμει τα συγκεντρωμένα στην Αργολίδα στρατεύματα στις διάφορες επαρχίες, αφενός για να τηρήσουν την τάξη και αφετέρου για να συντηρηθούν.

 «…πήγαμεν εις Άργος και συστήσαμεν μίαν στρατιωτική επιτροπή δια να κονομήση τ΄ αναγκαία των ανθρώπων και να βάλη τα σώματα εις χωριά. Διορίσαμεν τον Κολοκοτρώνη, τον Νότη, τον Κριτζώτη, τον Τζόκρη, τον Στράτον, τον Τζαβέλα, τον Χατζηχρήστον και μέρασαν το κάθε σώμα εις χωριά. Διόρισαν κι εμένα εις τα χωριά της Κόρθος», σημειώνει ο Μακρυγιάννης[40].

Η στάση των γαλλικών στρατευμάτων είχε εξοργίσει όλους τους στρατιωτικούς, εκτός από τον Μακρυγιάννη, ο οποίος φανατικός οπαδός της τάξης – ή μάλλον της τάξης του Κωλέτη εκείνη την εποχή – είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό τους παρά τη γενική κατακραυγή εναντίον τους.

«Τ ̉Ανάπλι», γράφει, «πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ό,τι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν και τ’ άλλα μέρη της πατρίδας. Αυτήνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν. Χάριτες τους χρωστάγει η πατρίδα αυτηνών των γενναίων αντρών, και γκενεραλαίων κι αξιωματικών, γκενεράλ Γκενώ και γκενεράλ Κορβέ κι αλλουνών»[41].

Στα τέλη του 1832 στο Άργος, εν αναμονή της άφιξης του βασιλιά, είχε συγκεντρωθεί πλήθος άτακτων στρατευμάτων. Ο Κωλέτης με τη συνδρομή των αντιπρέσβεων των Μεγάλων Δυνάμεων έστειλε στο Άργος 4 λόχους του 21ου Γαλλικού Συντάγματος Πεζικού με 2 κανόνια με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να εκκενωθούν χώροι για την υποδοχή βαυαρικών στρατευμάτων. Στην πραγματικότητα όμως η μεταφορά αποσκοπούσε στην επέκταση του κυβερνητικού ελέγχου. Για το σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν και άλλοι 4 γαλλικοί λόχοι από τη Μεσσηνία  με επικεφαλής  το συνταγματάρχη Stoffel.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν εκρηκτική και το μίσος κατά των Γάλλων αβυσσαλέο. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί από τους άτακτους του Τσόκρη και του Κριεζιώτη. Έτσι η 4η Ιανουαρίου του 1833 εξελίχτηκε στην πλέον αποφράδα ημέρα για το Άργος. Τριακόσιοι περίπου άνθρωποι – αθώοι άμαχοι, κυρίως  γυναικόπαιδα – υπήρξαν τα θύματα της γαλλικής αντίδρασης[42].

Ο Μακρυγιάννης, που την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο Ναύπλιο, υπερβάλλει και πάλι το ρόλο του.

«Σε λίγες μέρες», γράφει, «ανταίνει ο Κριτζώτης κι ο Τζόκρης εις τ’ Άργος και είχαν ένα σώμα μεγάλο – και οι Φρατζέζοι ολίγοι. Και τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα περίπου από τριακόσιοι. Τότε μου είπε η Διοίκηση και πήρα τον Ντεληγιώργη και Δανήλη Πανά και πήγαμεν κι ανταμώσαμεν  τους γκενεραλαίους κι άλλους αξιωματικούς και τους μιλήσαμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκίμασαν όλα τα μέλη της κυβερνήσεως και οι πληρεξούσιοι κι όλοι οι κάτοικοιτ’ Αναπλιού δι’ αυτό το τρελό κίνημα αυτηνών των ανόητων, όπου πάντοτες ταράττουν την ησυχίαν, και ήμαστε βοηθοί τους όλοι μας. Τότε ησύχασαν˙ και ήρθαμεν όλοι μαζί εις το Ανάπλι – και αν κάμη χρεία να τους χτυπήσωμεν όλοι. Όμως εκείνοι οι γενναίγοι ήρωες διαλύθηκαν κακώς κακού…»[43].

Όμως  τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και όλα δείχνουν – μόνο ο Μακρυγιάννης ίσως δεν το είδε – ότι οι Γάλλοι περίμεναν την αφορμή των ατάκτων για να την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Και μόνον όταν η γαλλική φρουρά του Ναυπλίου τον αφόπλισε άρχισε να κατανοεί κάπως την κατάσταση, αλλά και τότε η οργή του εντοπίζεται μόνον στον αφοπλισμό των οπλαρχηγών. «Ποίον βάρβαρον έθνος», λέγει διαμαρτυρόμενος στον κομαντάτη της πιάτζας, «έκαμε όσα κάνει το γαλλικόν έθνος σ’ εμάς τους Έλληνες; Όλους μας έκαμαν άτιμους και άναντρους και μας ξαρματώνουν με την δύναμή τους και μας κάνουν γυναίκες…»[44].

Ο εύπιστος ρουμελιώτης αγωνιστής ενθουσιάζεται με την άφιξη του βασιλιά.

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι ανασταίνεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβημένη», γράφει εν είδει ημερολογίου στα Απομνημονεύματά του. «Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμεν με την δύναμη του θεού. Δόξα νάχη το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε πολυέλαιγε, πολυέσπλαχνε! Τα 1833 Γενάρη 18 άραξε εις τ’ Ανάπλι…»[45].

Η απογοήτευση όμως δε θα αργήσει να’ρθει. Του πρότειναν να μπει στη Χωροφυλακή υπό την αρχηγία του Γάλλου σαινσιμονιστή Graillard και να βάλει τα «στενά». «Ούτε εις την οδηγίαν του Γραλλιάρη μπαίνω”, τους είπα ʺούτε τα φορέματά μου βγάζω”. Τότε σαν δεν θέλησα να μπώ εις αυτήνη την ΄πηρεσία, πήρα την άδεια και με την φαμελιά μου πέρασα εις την Αθήνα, ότι είδα ότι του κάκου κοπιάζαμεν. Και η  δυστυχία εμάς και της πατρίδα μας»[46].

Ήταν τέλη Μαΐου του 1833. Ο Μακρυγιάννης δεν θα ξαναγυρίσει πλέον στον αργολικό κάμπο. Μπροστά του ανοίγονται νέοι ορίζοντες , νέοι αγώνες για την πατρίδα και τη θρησκεία.

Οι συνεχείς αναφορές στις εμφύλιες συγκρούσεις είναι πράγματι απογοητευτικές. Όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα στην ταραγμένη περίοδο 1823- 1833 και φαίνεται πως τα πράγματα, κάτω από την πίεση συγκεκριμένων αναγκών και συμφερόντων, δεν μπορούσαν να εξελιχτούν διαφορετικά. Οι ισχυροί πρόκριτοι του Μοριά κυρίως και δευτερευόντως της Ρούμελης φιλοδοξούσαν να πάρουν τη θέση του απερχόμενου Τούρκου τιμαριούχου και υπό αυτήν την προοπτική ήταν φυσικό να νιώθουν ως άμεση απειλή τη λαϊκή απαίτηση για διανομή των εθνικών γαιών.

Οι στρατιωτικοί ηγέτες διεκδικούσαν μεγαλύτερο ρόλο στη διεύθυνση των υποθέσεων της εξεγερμένης πατρίδας από εκείνο που ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν. Οι πλούσιοι προύχοντες των ναυτικών νησιών με δοσμένη την αγγλική οικονομική και πολιτική υποστήριξη απαιτούσαν τον πρώτο λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ οι πολιτικοί, σχεδόν όλοι ετερόχθονες, προσπαθούσαν να επικρατήσουν κτίζοντας διαρκώς νέες συμμαχίες και ισορροπίες. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα του ανταγωνισμού και των παθών δεν έμενε χώρος για αγίους και είναι σφάλμα να εξιδανικεύουμε πρωταγωνιστικές μορφές του αγώνα, είτε ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι αυτός είτε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης ή οποιοσδήποτε άλλος.

Αντίθετα, όπως απαιτεί ο ποιητής, το έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό. Ίσως τότε μόνον μπορέσει κι η ιστορία να επιτελέσει το σκοπό της, δηλαδή να διδάξει. Και το Άργος κομβικό γεωπολιτικά σημείο της επαναστατημένης Ελλάδας, ήταν φυσικό να γνωρίσει τις συνέπειες της επανάστασης και του εμφυλίου σπαραγμού. Τις καταστροφές του Καχαγιάμπεη, του Δράμαλη και του Ιμπραήμ ήλθαν να συμπληρώσουν οι λεηλασίες των Μανιατών και των άταχτων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων. Παρά όμως τις συνεχείς συμφορές είναι αξιοσημείωτη η πίστη των κατοίκων σε ένα καλύτερο αύριο και η ευκολία με την οποία ξανάκτιζαν τη ζωή, πριν ακόμη πάψουν τα ερείπια να καπνίζουν.

Κώστας Δανούσης

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

Υποσημειώσεις


[1] Γεωργίου Σεφέρη, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης» στο Δοκιμές, εκδ. Ίκαρος, τ. Α’, Αθήνα 1984, σελ. 228-263 και ειδικότερα 228.

 [2] Βασική έκδοση των απομνημονευμάτων του είναι: Αρχεία Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Εκδίδονται επιμέλεια Ιωάννου Βλαχογιάννη. Β’, Αρχείον του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, 1907. Έκτοτε το έργο είδε πολλές επανεκδόσεις. Στην περίπτωσή μας χρησιμοποιείται η έκδοση Α. Καραβία, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά (χ.τ.χ.), σελ. 16. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η εξαίρετη εισαγωγή του νεαρού τότε ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά (σ.θ’-λζ’).

[3] «Ήτανε πολλά άξιος και γενναίος ο Γώγος…», ό.π., σ. 32-5,39.

[4] Ό.π., σ. 11.

[5] Σπύρου Ασδραχά, «Δύο μαρτυρίες από την Τουρκοκρατία», Επιθεώρηση Τέχνης, 5 (1957), και ό.π., σ. κδ’.

[6] Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα, Στοχασμός Μακρυγιάννη, χειρ. Παναγιώτη Ζωγράφου, Εικονογραφία του Εικοσιένα, εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι 1976, και της ίδιας «Εικονογραφία του Αγώνα», στο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο πολεμιστής και συγγραφέας. Καθημερινή. Επτά ημέρες, 8.6. 1997, σ. 16 – 21.

[7] Ό.π., σ. 13.

[8] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986, και Γιώργου Γιαννακόπουλου, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη. Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003.

[9] «Ήταν ο Κιαμίλμπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι οι Τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων», ό.π., σ. 13-14. Εδώ, βέβαια, τίθεται και το ζήτημα της περιουσίας του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

[10] Κώστα Δανούση – Γεωργίου Καραβίτη, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα 1997,σ.26

[11] Ό.π., σ. 94.

[12] Ό.π., σ. 30-31.

[13] Ό.π., σ. 16.

[14] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα. Εισαγωγή, κείμενο, σημειώσεις Άγγελου Παπακώστα. Πρόλογος Λίνου Πολίτη, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983. Βλέπετε επίσης Αθανασόπουλου, «Τα νυχτερινά απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη», στον τόμο Πράματα και οράματα στρατηγού Μακρυγιάννη, σειρά Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 30, Αθήνα 1994, σ. 11- 43.

[15] Ό.π., σελ. 67.

[16] Ό.π., σ. 191, 204 επόμ. Επίσης Ελευθερίου Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά στην Αργολίδα, εκδ. Αετός.

[17] Ό.π., σ. 133.

[18] Ό.π., σ. 133.

[19] Ό.π., σ. 134.

[20] Ό.π., σ. 135.

[21] Ό.π., σ. 143,158.

[22] Ό.π., σ. 144.

[23] Ό.π., σ. 144.

[24] Ό.π., σ. 147.

[25] «Την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία και η πατρίς κατάντησε η παλιόψαθα των ατίμων». Ό.π., σ. 175.

[26] Ό.π., σ. 180.

[27] Ό.π., σ. 204.

[28] Ό.π., σ. 216.

[29] Ό.π., σ. 216, 304.

[30] Ό.π., σ. 285.

[31] «Είκοσι έξι μήνες έκαμα σ’ αυτήνη την ΄πηρεσίαν…» Ό.π., σ. 302.

[32] Ό.π., σ. 304.

[33] Ό.π., σ. 307.

[34] Ό.π., σ. 313.

[35] Ό.π., σ. 314.

[36] Ό.π., σ. 315 – 316.

[37] Για το σπίτι του Μακρυγιάννη κατά τη διαμονή του στο Άργος υποστηρίχθηκε ότι ήταν ανατολικά από το ναό του Αγίου Ιωάννου και το αντίστοιχο κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Βλέπετε Β. Δωροβίνη, «Το σπίτι του Μακρυγιάννη», Οικολογία και Περιβάλλον, Φεβρουάριος 1984, σ. 19, και του ίδιου «Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος», Νέα Εστία, τχ. 1448 (1.11.1987), σ. 1439-1440. Το ζήτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό για παραπέρα έρευνα και συζήτηση.

[38] Ό.π., σ. 320.

[39] Ό.π., σ. 319.

[40] Ό.π., σ. 328.

[41] Ό.π., σ. 323.

[42] Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη, «Η εν Άργει σφαγή κατά το 1833», Παρνασσός, 14 (1891), σ. 37 επόμ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος διαμέσου των αιώνων, Αθήναι 1996, σ. 297 – 301, και Κώστα Δανούση, «Η σφαγή του Άργους (1833). Η απολογία της Στρατιωτικής Επιτροπής». Δελτίον Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, 50 (1992), σ. 196 – 200.

[43] Ό.π., σ. 329 – 330.

[44] Ό.π., σ. 331.

[45] Ό.π., σ. 339.

[46] Ό.π., σ. 352.

Διαβάστε επίσης:

 


Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »