Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος – Ιστορικά’

Το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα – Κεφαλάρι Άργους (1827-1829-1833)


  

Παράξενα θα αντηχήσει στα αυτιά, όσων δεν έτυχε να εντρυφήσουν στην ανάγνωση παλιών βιβλίων, η είδηση ότι όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν για την ανοικοδόμηση της και καθώς άρχισε να υποβόσκει το φως της σωτηρίας της, ιδρύθηκε και λειτούργησε σ’ αυτήν χαρτοποιείο. Δυστυχώς οι χρονογράφοι του αγώνα ουδέποτε ανέφεραν το κοινωνικό αυτό γεγονός, αλλά όπως συνηθιζόταν, ασχολούνταν μόνο με την καταγραφή και περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της επικαιρότητας. Ίσως πάλι η ύπαρξη τέτοιου βιομηχανικού ιδρύματος, να μην προκάλεσε τον θαυμασμό ή την προσοχή των πολιτών. Θα περνούσε λοιπόν απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός, αν δεν σωζόταν η αγγελία που εξήγγειλε ο ιδρυτής του χαρτοποιείου το 1829 και σύμφωνα με τον οποίο, ζητούσε βαμβακερά, λινά και μεταξωτά πανιά από τους κατοίκους της περιοχής.

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Πρώτος ιδρυτής και δάσκαλος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε ο ιατροδιδάσκαλος Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος. Ο άντρας αυτός, που κατά τη διάρκεια του αγώνα δίδασκε και δημοσίευε παιδαγωγικά, εκκλησιαστικά , ιατρικά, χημικά, βοτανικά γεωγραφικά και μαθηματικά βιβλία, γεννήθηκε το 1777 στην  Κασθεναία της Θεσσαλίας. Συνεχίζοντας μάλιστα τις προκαταρκτικές του σπουδές που έκανε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης, στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ταξίδεψε στην Ιταλία, για να επισκεφτεί διάφορες μεγαλουπόλεις. Εκτός των άλλων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παταυίου (1807)  Ιατρική, Χημεία, Βοτανική,  Φυσική και την χαρτοποιεία, αυξάνοντας τις γνώσεις του ποσοτικά και ποιοτικά, με απώτερο στόχο να τις μεταλαμπαδεύσει στο δύστυχο Γένος. 

 

Στην Ελλάδα τελικά επέστρεψε λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Αρχικά πήγε στην Πάτρα, όπου γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιατρό Π. Σοφιανόπουλο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου έμενε στη Μονή του Διονυσίου Πετράκη. Τότε λοιπόν με τις παροτρύνσεις του ηγούμενου Πετράκη και του αρχιερέα Γρηγορίου Λεσβίου και των υπόλοιπων μελών της Φιλόμουσης εταιρείας, ανέλαβε τη διδασκαλία των επιστημών και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, ενώ συγχρόνως ασκούσε το ιερό λειτούργημα του γιατρού σε Χριστιανούς και Τούρκους ανιδιοτελώς. Κατά τη διάρκεια του 2ου έτους διδασκαλίας του στην Αθήνα, σύστησε πρώτος  Βοτανικό κήπο, που περιελάμβανε 300 είδη φυτών και ορυκτολογικό μουσείο με 300 είδη ορυκτών, στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφουρνά. Αργότερα ταξίδεψε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και προάγη σε αρχιμανδρίτη απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο. Επανερχόμενος στην Ελλάδα γνώρισε στην Πελοπόννησο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους γιους του, τον Γιατράκο και Παναγιώτη Κρεββατά. Έκτοτε παρακολουθούσε από κοντά τον  απελευθερωτικό αγώνα  διδάσκοντας, εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους, δημοσιεύοντας τους και διανέμοντας τα βιβλία του. Σ ένα από τα βιβλία του, εξέφρασε ανοιχτά το μένος που έτρεφε για το πρόσωπο του Καποδίστρια,  επισημαίνοντας πως ο Πρωθυπουργός δεν τηρεί τη Νηστεία και  του οποίου βιβλίου βέβαια την κυκλοφορία απαγόρευσε και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει σωθεί.

 

Ο δραστήριος αυτός αρχιμανδρίτης λοιπόν, εν όσο βρισκόταν στην Πελοπόννησο, έστησε χαρτοποιείο στον Μυστρά και κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού περίπου, μέχρι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπό την απειλή της επιδρομής του Ιμπραήμ Πασά στη Λακωνία και κατέφυγε στα Κύθηρα.    

 

Ωστόσο ο Πύρρος δεν αποθαρρύνθηκε απ’ αυτήν του την αποτυχία, δεδομένου ότι η Ελλάδα εκείνο τον καιρό είχε πολλά θέματα να διευθετήσει και να επιλύσει. Αποφάσισε λοιπόν, όντας δραστήριο και ανήσυχο πνεύμα, ο αρχιμανδρίτης να συμπράξει με τον στρατηγό Νικηταρά και με  κοινή καταβολή των 3.000 γροσίων ίδρυσαν νέο χαρτοποιείο σ έναν μύλο του Ερασίνου ποταμού στο Κεφαλάρι Άργους. Τότε μάλιστα ανακοίνωσε και την αγγελία προς αναζήτηση κουρελιών. Τελικά κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν αμέσως και διακόπηκαν οι περαιτέρω διαδικασίες.

 

Μετά από άκαρπες προσπάθειες ανεύρεσης  κεφαλαίων, ο Πύρρος και ο Νικηταράς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την αρωγή του Καποδίστρια, αν και ο Πύρρος δεν ήταν θετικά διακείμενος προς τον Κυβερνήτη. Παρά ταύτα διατηρούσε ο αρχιμανδρίτης μια ελπίδα, ότι στο άκουσμα του ονόματος του Νικηταρά ο Καποδίστριας θα ανταποκρινόταν στην έκκληση των δύο για χρηματοδότηση του χαρτοποιείου. Ο Κυβερνήτης όμως, επειδή προέβλεπε την αποτυχία της επιχείρησης και συγχρόνως είχε να  αντιμετωπίσει πολλές δυσχερείς καταστάσεις στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας, αρνήθηκε να απαντήσει. Βέβαια ο Πύρρος με τη σειρά του μετάφρασε την απαξίωση του Πρωθυπουργού σε προσωπική εμπάθεια που θεωρούσε ότι έτρεφε για τον ίδιο, καθώς συνδεόταν  φιλικά με τον Πετρόμπεη, ο οποίος φυσικά δεν συγκαταλεγόταν στους οπαδούς του επίτιμου Κυβερνήτη.

 

Έτσι το χαρτοποιείο διαλύθηκε και ο Νικηταράς μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του ενώ ο Πύρρος συνέχισε απτόητος τις φιλότιμες προσπάθειες του. Πλησίασε λοιπόν μετά από παρότρυνση του Κολιόπουλου και του Νικηταρά, τον τότε υπουργό οικονομικών, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ζήτησε την συνδρομή του. Αφού πέρασαν τρεις μήνες προσκάλεσε τον Πύρρο και τον ρώτησε ποια δαπάνη απαιτούνταν για την ανασύσταση του χαρτοποιείου και ποια θα ήταν τα πιθανά έξοδα. Ο Πύρρος απάντησε αμέσως ότι 30.000 δραχμές είναι το απαιτούμενο ποσό για να ιδρυθεί το κατάστημα, για τις μηχανές, για την αγορά ενός έτους υλικού και για την μισθοδοσία 40 εργατών. Οι εισπράξεις όμως θα ανέρχονταν στις 500.000 δραχμές, ίσως και περισσότερα. Η απάντηση του υπουργού δυστυχώς περιοριζόταν στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν διέθετε  την πολυτέλεια να χορηγήσει κεφάλαια σε βιομηχανίες.

 

 

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίσι 1767.

 

Η αλήθεια ήταν πως ο Μαυροκορδάτος συμπαθούσε και εκτιμούσε τέτοιες κινήσεις σαν αυτή του φιλοπρόοδου Πύρρου. Γνώριζε όμως πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα ποια ήταν η τύχη των βιομηχανιών, που υποστηρίζονταν από δημόσιες δαπάνες και ότι η κατασκευή του χαρτιού δεν ήταν η πρώτη, την οποία έπρεπε να υποστηρίξει η Κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία μόλις συνερχόταν από τον λήθαργο της δουλείας. Η παραπάνω συνέντευξη εξάλλου δεν διατήρησε ήρεμους τόνους, αντίθετα οι δύο συνδιαλεγόμενοι αντάλλαξαν ανάρμοστες εκφράσεις και μετά από αρκετά χρόνια στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης, εξέφρασε την οργή που συντηρούσε μέσα του για την μη ικανοποίηση του εύλογου αιτήματος του. Εντωμεταξύ την αρνητική ατμόσφαιρα ήρθε να παροξύνει και η εξέγερση των εμπόρων χαρτιού του Ναυπλίου και του Άργους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η επικείμενη βιομηχανία έβλαπτε τα συμφέροντα τους.

 

«Και αν η Κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά στον Μαυροκορδάτο, «δεν μπορεί να στηρίξει τέτοια ωφέλιμα ιδρύματα, πως αξιώνει να ανελιχθεί οικονομικά το κράτος και μάλιστα στον κλάδο της οικονομίας; Αν η Κυβέρνηση ίδρυε τέτοια καταστήματα με πιστούς ανθρώπους, θα επωφελούνταν οι φτωχοί Έλληνες. Χάθηκαν όμως ήδη πολλά εκατομμύρια δραχμές και τίποτα ουσιαστικό δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ανόητοι Έλληνες, κατηγορεί με πάθος, εξαπατημένοι από τους φθονερούς υπουργούς και τους εμπόρους της Ελλάδας, που δεν επιζητούν την πρόοδο και τη βελτίωση της ζωής του».

 

 

Εφημερίδα "Ίναχος" 1903

Εφημερίδα

 

Κατέκρινε μάλιστα και τον βασιλιά Όθωνα ως εξής: «Οι βασιλιάδες του κόσμου δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως  την δραστηριοποίηση των αδύνατων», ενώ μετά την ίδρυση του σακχαροποιέιου και του υαλοποιείου στον Πειραιά το 1948 σχολίασε ανάλογα: Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ και μούντζωσα αυτή την απαρχαιωμένη οικονομία. Έκτοτε ασχολήθηκε με τις γεωγραφικές του μελέτες και με την άσκηση του επαγγέλματος της ιατρικής μέχρι το τέλος της ζωής του (1853). Δυστυχώς καμιά άλλη πληροφορία δεν σώθηκε σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε η ποιότητα χαρτιού, ούτε αν το χαρτί ήταν κατάλληλο για εκτύπωση, κοινή γραφή ή και τα δύο.

Στο μουσείο της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας τρία μόνο ιστορικά βιβλία βρέθηκαν, τα οποία αναφέρονταν στη μνήμη του ιατροδιδάσκαλου Πύρρου: α) η χειρόγραφη  εικόνα του, β) το Επισκεπτήριο του πάνω σε απλό χαρτί (10 επί 0,4), όπου ήταν τυπωμένο το όνομά του με κόκκινα γράμματα, γ) η αγγελία με τη συλλογή πανιών, την οποία αναφέραμε παραπάνω. Η έντυπη αγγελία είναι τυπωμένη στο συνηθισμένο για την εποχή χοντρό χαρτί και διαθέτει υδατογραμμές. Δυστυχώς ούτε δείγμα του Αργείτικου χαρτιού βρέθηκε.

 Άξιο λόγου να αναφερθεί είναι και το γεγονός, ότι μετά από μισή  και πλέον εκατονταετηρίδα από τη σύσταση του πρώτου ελληνικού χαρτοποιείου, το οποίο εξέπνευσε πριν γεννηθεί, ιδρύθηκε χαρτοβιομηχανία στο Φάληρο.

 

Read Full Post »

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

 

Τσώκρης

Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875)

Εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα του 1821 και κατόπιν βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος. Οι γονείς του είχαν αποκτήσει άλλα δύο αγόρια μεγαλύτερα, τον Γεώργιο και τον Τάσο, αλλά ο Δημήτριος ήταν ο επιφανέστερος. Ο Δημ. Τσώκρης ταξίδεψε στη Σμύρνη, στην Πόλη και στη Ρωσία και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Τον Απρίλιο 1821 επέστρεψε από την Κων/πολη στο Άργος μέσω Ύδρας. Αμέσως οργάνωσε στρατιωτικό σώμα, το οποίο συντηρούσε με δικά του έξοδα, γιατί ορισμένοι γενναίοι μικροκαπεταναίοι, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του, τέθηκαν με τα παλικάρια τους υπό τις διαταγές του.

Ήταν τότε 25 χρονών και ως οπλαρχηγός Άργους προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην πατρίδα. Με τη γενναιότητα και τις στρατιωτικές του αρετές πολύ γρήγορα αναδείχθηκε πρώτος στρατιωτικός της επαρχίας Άργους. Έλαβε μέρος στη μάχη του Ξεριά – Απρίλιο του 1821- και προσπάθησε να σώσει τον άμαχο πληθυσμό από την οργή του Κεχαγιάμπεη. Επίσης, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου διακρίθηκε σε διάφορες συμπλοκές, και λίγο μετά έγινε πολιτάρχης Άργους. Όταν ο Δράμαλης εισέβαλε στην Αργολίδα με την πολυάριθμη στρατιά του τον Ιούλιο1822, πρώτος ο Τσώκρης έδωσε εντολή να κάψουν τον κάμπο, για να περιέλθει ο εχθρός σε δύσκολη θέση. Δεν πολέμησε όμως στα Δερβενάκια είχε μείνει πίσω, στους Μύλους, με τους άλλους καπεταναίους. Λίγο αργότερα όμως, το Νοέμβριο 1822, πολέμησε στον Άγιο Σώστη, όταν περνούσαν από το στενό εχθρικές εφοδιοπομπές. Πολέμησε ακόμα σε πολλές μάχες – στα Μεγάλα Δερβένια, στην Αθήνα, στη Ναύπακτο- και πολλές φορές εναντίον του Ιμπραήμ.

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο είχε ταχθεί με το μέρος του Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος του Μοριά τον εκτιμούσε πολύ και στα γράμματά του τον προσφωνούσε «παιδί μου Δημήτρη Τζόκρη». Όταν μαζεύονταν στο Άργος για την Α΄ Εθνοσυνέλευση, ο Κολοκοτρώνης έστειλε τον Τσώκρη να συναντήσει τον Αντώνη Οικονόμου και να τον προστατεύσει, αλλά δεν πρόλαβε, τον είχαν σκοτώσει στη θέση Ξεριά Άργους.

Επίσης, μεγάλη εκτίμηση του έτρεφε και ο Ιωάννης Καποδίστριας, τον οποίο φιλοξενούσε ο στρατηγός στο σπίτι του, όταν ερχόταν στο Άργος. Ο Τσώκρης τιμήθηκε με πολλά αξιώματα. Ήταν πρόεδρος του στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τον δράστη της δολοφονίας του κυβερνήτη Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Ήταν πληρεξούσιος Άργους στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση Άργους (1829) και στην Ε΄, που έγινε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (1831). Επίσης, κατά την περίοδο της στρατιωτικής αναρχίας (1831-1833) προσπάθησε να προστατεύσει την επαρχία του από τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα και από την οργή των Γάλλων, που ματοκύλησαν το Άργος στις 4 Ιαν. 1833.

Στον πολιτικό στίβο αναδείχθηκε μετά την επανάσταση του 1843, οπότε αρχίζει ο συνταγματικός βίος της χώρας μας. Μέχρι το θάνατό του σχεδόν μεσουρανούσε το πολιτικό άστρο του Τσώκρη στην επαρχία Άργους. Ο στρατηγός Τσώκρης δεν ήταν μόνο πετυχημένος πολιτικός αλλά και μέγας κομματάρχης και πολιτικάντης και επηρέαζε σε ύψιστο βαθμό τα πολιτικά πράγματα στην ιδιαίτερη του πατρίδα. Ο ίδιος διετέλεσε επί σειρά ετών βουλευτής. Παράλληλα ανέδειξε στο βουλευτικό αξίωμα τους γιους του Νικόλαο και Γεώργιο και τον αδελφό του Γεώργιο, ο οποίος διετέλεσε και δήμαρχος. Δήμαρχοι διετέλεσαν και οι σύγγαμβροί του Κων/νος Βώκος και Κων/νος Ροδόπουλος. Ο Δημήτριος Τσώκρης ήλεγχε τη Δημοτική Αρχή από το 1838 έως το 1855.

Είχε τιμηθεί με πολλά παράσημα και είχε διατελέσει και υπασπιστής του Γεωργίου Α΄. Κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση (1η Φεβρ.1862) έλαβε μέρος κατά του βασιλιά Όθωνα και ως πρωτεργάτης του κινήματος δεν έλαβε αμνηστεία, αλλά εξορίστηκε και βρέθηκε στη Σμύρνη κι από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας.

Μετά την έξωση του Όθωνα επέστρεψε και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Παρά τη λαμπρή πολιτική σταδιοδρομία του, ο Τσώκρης στην οικογενειακή του ζωή ατύχησε.

Παντρεύτηκε το 1827 τη Μαριγώ, κόρη του Αναγν. Ιατρού, εξαιρετική αρχοντοπούλα, με την οποία απέκτησε έξι αγόρια και τρία κορίτσια. Δύο αγόρια πέθαναν σε βρεφική ηλικία, τα πιο πολλά από τα παιδιά του έμειναν άγαμα ή πέθαναν πριν απ’ αυτόν όπως και η γυναίκα του η Μαριγώ (1867) και δεν είχε την ευτυχία να χαρεί ούτε ένα εγγονάκι. Η Ελένη, το στερνοπαίδι του, παντρεύτηκε τον Ανδρέα Καρατζά .

Ο ίδιος πέθανε στην Αθήνα και κηδεύτηκε στο Άργος ενταφιάστηκε στο ΝΑ άκρο του περιβόλου του Αι-Γιάννη. Εκεί αναπαύονται και όλα τα άλλα μέλη της οικογένειάς του.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

Οὗτος κατήγετο ἀπό τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους. Ἐπανελθὼν δὲ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν μετὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως παρουσιάσθη ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαρχίας Ἄργους, βοηθούμενος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ λοιποὺς συγγενεῖς. Διέπρεψε δὲ κατὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Ναυπλίου, καὶ κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς τὴν Ἀργολίδα πολὺ ἐχρησίμευσε, γνωρίζων τὰς θέσεις ὡς ἐντόπιος. Εὑρέθη δὲ καὶ εἰς διαφόρους ἀκροβολισμοὺς καὶ μάχας ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Παλαιοκάστρου τοῦ Ἄργους, κατ᾿ ἐξοχὴν δὲ εἰς τὸ καύσιμον τῶν δεματίων καὶ λοιπῶν τροφίμων. Εἰς δὲ τὴν μάχην τοῦ Ἁγίου Σώστη ὅπου ἐφονεύθη ὁ Παπᾶ Ἀρσένης Κρέστης, ὁ Τσώκρης ἠρίστευσε πρῶτος ἐλθὼν ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ καταλαβὼν τὰ νῶτα την Τούρκων μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν στρατιώτας, κατόπιν δὲ τούτου ἦλθον ἀπὸ τὸ Στεφάνι τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Νικήτα, ὁ Χατσῆ Χρῆστος καὶ οἱ λοιποὶ, καὶ οὕτω ἐσώθη ἡ μάχη. 

Ὁ Τσώκρης ἐπολέμει μέχρις ὅτου οἱ Τοῦρκοι ἐχάθηκαν ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ τὴν Κόρινθον, καὶ ὕστερα ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰμβραὴμ ἐξεστράτευσε καὶ αὐτὸς κατὰ τῶν Ἀράβων ὑπὸ τὴν στραταρχίαν τοῦ Κυριάκου Σκούρτη. Εἰς δὲ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοὺς Παλαιοὺς Ἀβαρίνους, ὁ Ἰβραὴμ Πασᾶς ἐπολιόρκησε στενὰ τοὺς ἐν τῷ φρουρίῳ Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες τροφὰς, πολεμοφόδια καὶ καμμίαν ἐλπίδα βοηθείας, παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἰβραὴμ διὰ συνθήκης, ἀφήσαντες τὰ ὅπλα των. Μεταξὺ τῶν παραδοθέντων Ἑλλήνων ἦτο καὶ ὁ Τσώκρης μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν στρατιώτας καὶ καπεταναίους, οἵτινες μετὰ ταῦτα ὁπλισθέντες ἐπολέμησαν τὸν ἐχθρόν.

    

Πηγές

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Άργος  


Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

Ιστορικοί Χρόνοι

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

  Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

[1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

Read Full Post »

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος


 

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος, τοιχογραφία στον Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους.

Μαρτύρησε στη Χίο.  Η καταγωγή του ήταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.

Κάποια μέρα σε μια συνάντηση έτυχε να βρίσκεται ένας Γάλλος άθεος, ο οποίος χλεύαζε τη χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής με παρρησία αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Φράγκου. Του πρότεινε μάλιστα να μονομαχήσουν, εκείνος πάνοπλος και ο άγιος μόνο με ένα ξύλο, πιστεύοντας πως θα τον νικήσει με τη δύναμη της πίστης. Ο Γάλλος δέχτηκε. Έκαναν μάλιστα και έγγραφη συμφωνία στην πρεσβεία. Ο Αγγελής έτρεξε στον πνευματικό του, εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του. Ο πνευματικός πάσχισε να τον αποτρέψει, αλλά ο Αγγελής επέμενε. Έτσι, ο ιερέας του έδωσε τελικά ευλογία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts