Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Εικόνες και εντυπώσεις δύο φιλελλήνων Γερμανών διανοητών για το Άργος και την ελεύθερη Ελλάδα σε επιστολές τους προς τον Αργείο λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη (τέλη 19ου αι.)


 

O ευρωπαϊκός περιηγητισμός, συναρτώμενος άμεσα με την εντατικοποίηση της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας και τη συστηματοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας, γνώρισε μεγάλη άνθηση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατακλύζοντας τον ελλαδικό χώρο. Το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα, εκδηλούμενο με ιδιαίτερη ένταση μετά το 1800, μας κληροδότησε ένα σπουδαίο είδος της νεοελληνικής γραμματείας, τη γνωστή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Ο όγκος του πληροφοριακού υλικού που συνέλεξαν οι ξένοι ταξιδιώτες κατά τον 19ο αιώνα και οι προσωπικές μαρτυρίες τους, αποτελούν σημαντική συμβολή στην ιστορική και λογοτεχνική γραμματεία της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία ο ρομαντισμός συμπλέκεται με τον φιλελληνισμό και ο περιηγητισμός διασταυρώνεται με τον νεοκλασικισμό και την αρχαιομανία.[1]

Τότε παρατηρείται μεγάλη στροφή προς τις κλασικές σπουδές (φιλολογία, αρχαιολογία), ενώ η ενασχόληση γενικότερα με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο γίνεται για πολλούς ευρωπαίους – λογίους και όχι μόνο – ρεύμα, μόδα, συχνά και πάθος. [2] Μετά την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους, η κίνηση προς την Ελλάδα γίνεται εντονότερη, αφενός για συστηματικότερη μελέτη των λειψάνων του αρχαίου πολιτισμού και αφετέρου για πληρέστερη πληροφόρηση γύρω από την κοινωνία, την εξουσία και τις δομές του νεοελληνικού κράτους. Ο θαυμασμός των ευρωπαίων ταξιδιωτών για την κλασική αρχαιότητα, η πρόσληψη του σύγχρονου κόσμου μέσα από την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο, από την οικονομία, την παιδεία, την ασφάλεια, τα τοπικά ήθη και έθιμα αλλά και η απόλαυση από την ομορφιά του ελληνικού τοπίου, διασταυρώνονται μεταξύ τους και αποτυπώνονται με αριστοτεχνικό τρόπο σε περιηγητικά βιβλία, σε επιστολές, σε άρθρα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις που δημοσιεύονται στον Τύπο της Ευρώπης.[3]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Στους ευρωπαίους περιηγητές του ελλαδικού χώρου μπορούμε να συμπεριλάβουμε πλέον και δύο Γερμανούς λογίους, άγνωστους έως σήμερα στην ελληνική ταξιδιωτική γραμματεία. [4] Πρόκειται για τον ελληνιστή και λατινιστή καθηγητή Ernste Richard Schulze από την πόλη Bautzen της Σαξονίας [5] και τον διάσημο στην εποχή του καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Eduard Engel, [6] οι οποίοι επισκέφθηκαν την ελεύθερη Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η γνώση μας για τους δύο αυτούς σπουδαίους διανοητές και την περιηγητική εμπειρία τους από την Ελλάδα οφείλονται στον εντοπισμό σειράς επιστολών τους προς τον Αργείο λόγιο του 19ου αιώνα Δημήτριο Βαρδουνιώτη, [7] οι οποίες περιέχονται στο αρχείο της ανέκδοτης έως σήμερα αλληλογραφίας του. [8]

Οι επιστολές του Engel – 6 τον αριθμό – χρονολογούνται από το 1886 έως το 1896 και του Schulze, πολύ περισσότερες, – 45 τον αριθμό -, από το 1898 έως το 1923, όταν ο Βαρδουνιώτης, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, λαμβάνει την τελευταία επιστολή του Γερμανού φίλου και ομοτέχνου του. [9] Και οι δύο Ευρωπαίοι λόγιοι, στη διάρκεια του ταξιδιού τους [10] -άγνωστος ο χρόνος παραμονής τους στην Ελλάδα- επισκέφθηκαν το Άργος. O ένας εκ των δύο, ο Engel, κατά την επίσκεψή του στο Άργος γνώρισε τον Βαρδουνιώτη, τον λόγιο εκπρόσωπο της πόλης, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ενώ ο έτερος φαίνεται πως δεν τον γνώρισε προσωπικά, αλλά συνδέθηκε πνευματικά και φιλικά μαζί του, μέσω της αλληλογραφίας τους.

Γνώστες, λάτρεις και θαυμαστές της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς – γραπτής και πολιτιστικής -, οι δύο Γερμανοί διανοούμενοι, κατά την περιήγησή τους ανά την Ελλάδα, δεν περιορίστηκαν μόνο στην αναζήτηση των αρχαίων καταλοίπων. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε και προς τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, στοιχεία της οποίας αναδεικνύουν μέσ’ από τις επιστολές τους. Παρατηρούν και καταγράφουν προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας κατά τη μετεπαναστατική περίοδο καθώς και τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής ζωής στην ελεύθερη τότε Ελλάδα. Εστιάζουν στον Τύπο της εποχής εκείνης (αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και γλώσσα ως μέσου ενημέρωσης και επικοινωνίας), στο επίπεδο της εκπαίδευσης και στα κενά του, στην οικονομική ανέχεια και την ανυπαρξία κοινωνικών δομών, στην καθυστέρηση δημιουργίας κρατικών δομών και θεσμών για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, στην ολιγωρία των αρχών για την εντατικοποίηση των αρχαιολογικών ανασκαφών και την προστασία των πολύτιμων ευρημάτων.

Παράλληλα, εκφράζουν τον απεριόριστο θαυμασμό τους για την απλόχερη ελληνική φιλοξενία και την ασύγκριτη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Αναγνωρίζουν επίσης την προσπάθεια του πνευματικού κόσμου ν’ αναδείξει τον αρχαίο πολιτισμό αλλά και να δημιουργήσει καινούργιο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής.

Αν και οι αναφορές τους σχετίζονται κυρίως με το Άργος και την ευρύτερη περιοχή, είναι βέβαιο ότι οι παρατηρήσεις τους απηχούν τις γενικότερες εντυπώσεις που αποκόμισαν από την ελεύθερη Ελλάδα και τα μέρη που επισκέφθηκαν.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι οι ίδιοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών τους, με σειρά δημοσιευμάτων τους κατά την επιστροφή τους στη Γερμανία, προσπάθησαν να συμβάλουν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, και κυρίως στην αποκατάσταση της εικόνας της. Σε μια επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη ο Eduard Engel, αναφερόμενος στην συγγραφή τού ταξιδιωτικού του πονήματος για την Ελλάδα, του εφιστά την προσοχή στο περί Άργους κεφάλαιο: έχετε ήδη βλέψει [δει] πώς άλλαξα στο κεφάλαιον περί του Άργους την « αλήθειαν». Αλλά το βιβλίον μου δεν το ήθελα να ήτο μία φωτογραφία της περιηγήσεώς μου αλλά μία ζωγραφία,-όπως ο Goethe ελάλησε την αυτοβιογραφίαν του: Αλήθεια και Ποίησις! Ήθελα να δείξω στους Γερμανούς, τους Έλληνας πώς τους έβλεπον με τα μάτια της ψυχής όχι μόνον με τα της κεφαλής.[11]

Κοινό στοιχείο στις επιστολές των δύο αγνώστων μεταξύ τους αλληλογράφων τού Βαρδουνιώτη, αποτελεί η δημοσιοποίηση και προβολή στον γερμανικό κόσμο της θετικής εικόνας του ελληνικού γίγνεσθαι εκείνης της εποχής ή τουλάχιστον μια προσπάθεια αλλαγής και βελτίωσης της ήδη υπάρχουσας. Στην πρώτη επιστολή του ο Engel, μαζί με τις ευχαριστίες του για την φιλοξενία στο σπίτι της οικογένειας Βαρδουνιώτη, διατυπώνει και την έμπρακτη αγάπη του για την Ελλάδα με την φράση που ακολουθεί: Έχω γράψει πολλά άρθρα περί της Ελλάδος δια τας γερμανικάς εφημερίδας. Και ο Έσπερος, εφημερίς με εικόνας εκδοθείσα εν Λειψία θα δημοσιεύσει όλα εις μετάφρασιν ελληνικήν. Σας στέλλω μόνον το ένα «περί της δημοσίας ασφαλείας εις την Ελλάδα«, δημοσιευθέν εις περισσότερον παρά [από] είκοσι εφημερίδας γερμανικάς και άλλας. Τοιουτοτρόπως ελπίζω ότι η γνώμη των ξένων περί «των ληστών της Ελλάδος» θ’ αλλάξη.[12]

Σε άλλη επιστολή του, εκφράζοντας τη μεγάλη του επιθυμία να επισκεφθεί εκ νέου την Ελλάδα και κυρίως το φιλόξενον Άργος πληροφορεί τον φίλο του Βαρδουνιώτη ότι δημοσιεύει συνέχεια άρθρα για την Ελλάδα, τόσο στον γερμανικό όσο και στον ελληνόφωνο Τύπο της πατρίδας του. [13] Στην ίδια επιστολή (29/4/1887), του ανακοινώνει την έκδοση του βιβλίου του «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι», [14] προϊόν της περιήγησής του στην Ελλάδα, στο οποίο αναφέρει ότι συμπεριέλαβε και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο περί Άργους. [15] Στη συγκεκριμένη αναφορά της ανέκδοτης επιστολής του οφείλεται η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η απόκτηση εν τέλει του προαναφερόμενου περιηγητικού βιβλίου, άγνωστου έως σήμερα στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία.

Ο έτερος Γερμανός ελληνιστής και φιλέλληνας, ο Schulze, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον Engel, [16] από τις πολυάριθμες επιστολές του προς τον φίλο του Βαρδουνιώτη φαίνεται να έχει δημιουργήσει μαζί του ένα δίαυλο μακράς και σταθερής επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα, με κορυφαίο το πνευματικό. Μεταφράζει στα γερμανικά λογοτεχνικά έργα του αλληλογράφου του και τα δημοσιεύει στον Τύπο της πόλης του· [17] διαβάζει τα συγγράματά του και διατυπώνει την κριτική του·[18] ενημερώνεται διαρκώς για την πνευματική κίνηση, την κοινωνική και πολιτική ζωή στο Άργος και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, μέσω των ελληνικών εφημερίδων και των φιλολογικών-λογοτεχνικών περιοδικών που ανελλιπώς λαμβάνει από τον Βαρδουνιώτη και άλλους Έλληνες λογίους. [19] Με αφορμή την άποψη που εκφράζει για τον ελληνικό πολιτικό Τύπο της εποχής, [20] επισημαίνει την απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης και την αδυναμία των πολιτών να διαβάσουν εφημερίδες. Μεταφέρει στον Βαρδουνιώτη δύο σχετικές προσωπικές μαρτυρίες του: πολλοί Έλληνες φαίνεται να μη ηξεύρουν γράμματα· -δύο φοράς, και εις Ναύπλιον και εις Ολυμπίαν, στρατιώται μοι απεκρίθησαν «δεν ξέρω γράμματα», και έν κορίτσιον εις Χαρβάτι [Μυκήνες] μοι αφηγήθη ότι εις το σχολείον πηγαίνουν τα αγόρια αλλ’ όχι τα κορίτσια. [21]

 Με τον ακαταπόνητο Αργείο λόγιο ανταλλάσσει πληροφορίες επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος και του αποστέλλει δυσεύρετα στην Ελλάδα βιβλία. Εκφράζει προς τον αλληλογράφο του τον απεριόριστο θαυμασμό του για το πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο του, την πολυμάθεια και την εργατικότητά του· ακόμη για το ζωηρό ενδιαφέρον και την εμπλοκή του σε ζητήματα αρχαιολογίας, ανασκαφών στην περιοχή του Άργους και προστασίας των αρχαιοτήτων. Επίσης τον συγχαίρει για τα άρθρα του (τας διατριβάς, όπως λέει) στον Τύπο περί των ανασκαφών και περί του εν Άργει αρχαιολογικού μουσείου, τα οποία ανέγνωσε στον Τύπο μετά μεγάλου ενδιαφέροντος. [22] Πληροφορούμενος από εφημερίδες για τις νέες αρχαιολογικές έρευνες και την ανεύρεση τάφων στο Άργος, εκφράζει την ευχή όπως αυτοί μεταφερθούν στο σχεδιαζόμενο μουσείο του Άργους, γεγονός που, κατά την άποψή του, θα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών. [23] Δυστυχώς, όπως λέει, δεν υπάρχει σχεδιάγραμμα της πόλης του Άργους ούτε στον ταξιδιωτικό οδηγό του Μπαίντεκερ, σε αντίθεση με τις Μυκήνες, το Ναύπλιο και τη Σπάρτη. [24] Και συνεχίζει με τη διαπίστωση ότι το Άργος παραμελείται από την Πολιτεία, παρά το γεγονός ότι αι ανασκαφαί αποδεικνύουν ότι ισοδύναμος είνε η πόλις του Διομήδους μετά των Μυκηνών.[25] Σε προγενέστερη επιστολή του μάλιστα είχε ζητήσει από τον Βαρδουνιώτη να του αποστείλει εικόνες του Άργους μετά της Λαρίσης (καρτ-ποστάλ, δηλαδή), καθώς αντίστοιχες του Ναυπλίου είχε αγοράσει ο ίδιος από τη συγκεκριμένη πόλη κατά την προ επτά ετών περιήγησή του στην Πελοπόννησο. [26] Επιθυμώ, όπως λέει, να αποκτήσω ταύτας, δια να τας δείξω εις τους μαθητάς του γυμνασίου, όταν μνημονεύεται το Άργος, ό συμβαίνει συχνάκις. [27] Αξιοσημείωτο είναι, όπως προκύπτει από άλλη απαντητική επιστολή του Schulze προς τον Βαρδουνιώτη, ότι ο τελευταίος παρά τους ακουράστους κόπους του, ερευνών εικόνας του Άργους σχεδόν εις την Ελλάδα όλην, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τού εκλεκτού φίλου του.

Αυτά συμβαίνουν το 1901. Ένα χρόνο αργότερα, το 1902, ο Schulze, διαρκώς ανήσυχος για την πορεία των ανασκαφών στο Άργος, εκφράζει στον Βαρδουνιώτη τας απείρους ευχαριστίας του δια το σχεδιάγραμμα των επί του λόφου Ασπίδος ανασκαφών. [28] Τον Ιανουάριο του 1904, τον ευχαριστεί απείρως δια τας εφημερίδας και την επιστολήν που του απέστειλε μετά των εικόνων του Άργους, τις οποίες εκλαμβάνει ως πρωτοχρονιάτικον δώρον, συμπληρώνοντας μάλιστα ότι είναι κειμήλιον δι’ εμέ ός ενθυμούμαι σχεδόν καθ’ εκάστην το Άργος και τους φίλους μου οι οποίοι ζώσιν εις την πόλιν ταύτην. [29] Φαίνεται λοιπόν από την παρατιθέμενη πιο πάνω αλληλογραφία ότι οι πρώτες καρτ-ποστάλ της πόλης του Άργους κυκλοφόρησαν προς το τέλος του 1903.

Η αγάπη και το ενδιαφέρον τού Schulze για το Άργος και τα εκεί τεκταινόμενα εκδηλώνεται παντοιοτρόπως. Σε επιστολή του 1899 επαινεί με πολύ θερμά λόγια τον φίλο του Βαρδουνιώτη για τους αγώνες που δίνει προκειμένου να γίνει «η απόφραξις της υπώρυχος» από την Στυμφαλίδα λίμνη έως τον Ερασίνο ποταμό, το γνωστό μας σήμερα Κεφαλάρι. Ενθαρρύνει μάλιστα τον πολυπράγμονα Αργείο να συνεχίσει τις σχετικές προσπάθειες με τα παρακάτω λόγια: Σας συγχαίρω δια την δουλείαν ταύτην, ήν εκάμετε όχι μόνον εις την πατρίδα Σας αλλά και εις τους επιστήμονας. [30]

Με μια σύντομη αναφορά σε κάποια άλλη επιστολή του, εκφράζει τη χαρά του για την πρόοδο που έχει σημειώσει η γυμναστική στο Άργος, μέσω του γυμναστικού συλλόγου Αριστέας, φιλικά προσκείμενου προς τον λαϊκό φιλολογικό σύλλογο Ίναχο, τον οποίο ίδρυσε ο Βαρδουνιώτης, μετά την αποχώρησή του από το Δαναό. [31]

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Σχετικά με το ζήτημα αυτό μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ζωή της πόλης του Άργους παρουσιάζουν οι μακρές αναφορές σε σειρά επιστολών και η θέση που παίρνει ο ίδιος ο Schulze στο ζήτημα της διάσπασης του Συλλόγου Δαναός, περί το 1900, μετά τη διάσταση που επήλθε ανάμεσα στους δύο κορυφαίους λογίους της πόλης και ιδρυτές του φιλολογικού και φιλανθρωπικού συλλόγου Δαναός, Χρήστο Παπαοικονόμο και Δημήτριο Βαρδουνιώτη. [32]

Αυτό που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το Γερμανό φιλέλληνα, μέσ’ από το σύνολο σχεδόν των επιστολών του, είναι η κοινωνική ευαισθησία και τα φιλανθρωπικά του αισθήματα απέναντι στα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη του Άργους και ευρύτερα η Ελλάδα. Ως επίτιμο μέλος του συλλόγου Δαναός, αποστέλλει ανελλιπώς τη συνδρομή του υπέρ της Σχολής των απόρων παίδων, την οποία θεωρεί ευεργικωτάτη για την εκπαιδευτική και κοινωνική προσφορά της. [33] Τη συνδρομή του (20 μάρκα επίσης) στέλνει και στον λαϊκό σύλλογο Ίναχο, ευθύς μετά την ίδρυσή του, προκειμένου να ενισχύσει το πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο του. [34] Για τον ίδιο σκοπό διαθέτει την αμοιβή που λαμβάνει από τον εκδότη της εφημερίδας Bautzen Nachrichten για τις μεταφράσεις των έργων του Αργείου ομοτέχνου του, με την παράκληση να τα διαθέσει εκείνος όπου επιθυμεί, είτε μέσω των δύο συλλόγων είτε κατά την προσωπική του κρίση προς όφελος πάντως των Αργείων. [35] Υπέρμαχος της κοινωνικής αλληλεγγύης, όταν πληροφορείται από την εφημερίδα «Μυκήναι» το θάνατο από ασιτία μιας Αργείας, της Παρασκευής Ζαήμη, στηλιτεύει με έκπληξη και θυμό την αδιαφορία των συμπολιτών και των γειτόνων της, και διερωτάται:

 

εις πόλιν δέκα χιλιάδων κατοίκων κανείς δεν ηυρέθη που να φροντίζη περί την πτωχήν ταύτην γυναίκα; Δεν έχετε φιλοπτώχους; Δεν ευσπλαχνίζεσθε τον πτωχόν και πεινασμένον γείτονα; Το κράτος, όπως λέει, αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε όλα, γι’ αυτό πρέπει να φροντίζη καθείς περί των γειτόνων … τουλάχιστον εις μικράν πόλιν, όπου οι άνθρωποι είνε ευσπλαγχνότεροι παρά οι μεγαλουπόλεων κάτοικοι.[36]

 

Σημαντικές είναι, επίσης, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στις επιστολές του Schulze για το έργο του Βαρδουνιώτη. Σε αρκετές επιστολές του ονοματίζει με τον τίτλο τους διηγήματα, ποιήματα και ιστορικά έργα του, μερικά γνωστά αλλά και κάποια άγνωστα ακόμη έως σήμερα, τα οποία θ’ αναζητήσουμε στον ελληνικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής.

Αναφορικά με τον Engel, τον έτερο των Γερμανών λογίων, τις περιορισμένες πληροφορίες που εμπεριέχονται στις ολιγάριθμες και σύντομες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, συμπληρώνει αναμφίβολα το περιηγητικό του βιβλίο, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω με τον ποιητικό τίτλο, «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι». Περιλαμβάνει ειδικά κεφάλαια περί Άργους, Ναυπλίου, πολλών άλλων αρχαιολογικών τόπων και πόλεων της Πελοποννήσου, της Κέρκυρας και της Αθήνας. [37]

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω το ρόλο του Αργείου Δημητρίου Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από τη μονομερή αλληλογραφία που κατέχω. Ο Βαρδουνιώτης είναι αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής αυτής της αμφίδρομης σχέσης με τους δύο Γερμανούς διανοητές-περιηγητές. Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες ο Αργείος λόγιος γνώρισε, δέχθηκε και φιλοξένησε τους υψηλούς επισκέπτες της πόλης. Συνδέθηκε μαζί τους φιλικά και πνευματικά και στη συνέχεια δημιούργησε αυτό το σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω της αλληλογραφίας και της συνεχούς αποστολής πληροφοριακού υλικού, από βιβλία και φιλολογικά περιοδικά έως εφημερίδες -τοπικές και αθηναϊκές- αλλά και δικά του λογοτεχνικά και ιστορικά άρθρα. Γενικότερα, ας τονιστεί ότι η συμβολή αυτού του αδικημένου έως σήμερα πνευματικού ανθρώπου υπήρξε πολύ μεγάλη στο πνευματικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά κυρίως σε εθνικό. [38]

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] H ταξιδιωτική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι πολύ πλούσια. Παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα αντιπροσωπευτικά του είδους βιβλία με αναφορά στην Ελλάδα γενικά, αλλά και ειδικότερα στην Πελοπόννησο: Κ. Σιμόπουλος Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, τ. Β’ Αθήνα 1995· Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα: Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ, πρόλ. Π. Μουλλάς, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Αθήνα 1990· Ο πυρετός των μαρμάρων (συλλ. τόμος), επιμέλεια-εισαγωγή Γ.Τόλιας, μτφρ. Γ. Δεπάστας – Βούλα Λούβρου, Αθήνα 1996, σσ. 27-30· F. Aldenhover, Itinéraire descriptif de l’Attique et du Peloponnése, Athènes 1841· K. Baedeker, Greece, Leipzig 1884· J. A. Buchon, La Gréce continentale et la Morée: voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, Paris 1843

[2] H. Omont, Misssions archéologiques françaises en Orient aux XVII-XVIII siècles, Paris 1902· R. Baladie, Le Peloponnése de Strabon. Étude de Geographie historique, Paris 1980· E. Boblaye Puillion, Recherches geographiques sur les Ruines de la Morea, Paris 1836· J. A. Cramer, A geographical and historical description of ancient Greece, t. I-III, Oxford 1828· E. Dodwell, A classical and topographical Tour through Greece during the years 1801, 1805 and 1806, t. 2, London 1819.

[3] Βλ. R. Eisner, Travellers to an Antique Land: The History and Literature of Travel in Greece, Princeton 1991· Α. Ταμπάκη, Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό στον ελληνικό 19ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, Πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 199-211· Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα 1993· O. Augustinos, Greece in French Travel Literature from the Renaissance to the Romantic Era, Baltimore 1993· Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στην γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αι., (έκδ.) Ευ. Χρυσός, Αθήνα 1996.

[4] Ορισμένοι από τους γνωστούς στην ελληνική βιβλιογραφία Γερμανούς λόγιους περιηγητές, οι οποίοι κατέγραψαν τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους από την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου, κατά τον 19ο αιώνα, είναι οι παρακάτω: L. Ross, Reisen und Reiserouten durch Griechenland, I Reisen im Peloponnes, Berlin 1841· Er. Curtius, Peloponnesos. Eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, Gotha, t. I 1851, t. II 1852· Al. Philippson – E. Kirsten, Die griechischen Landschaften, Eine Landeskunde, t. III, 1 Der Peloponnes, Frankfurt am Main, 1959· C. Bursian, Geographie von Griechenland, t. II, Leipzig 1868-1872· L. Ross, Erinnerungen und Eindrücke aus Griechenland, Basel 1875· Al. Philippson, Der Peloponnes. Versuch einer Landes-Kunde auf geologischer Grundlage, Berlin 1892.

[5] Καθηγητής ελληνικής και λατινικής φιλολογίας σε Γυμνάσιο της πόλης Bautzen της Σαξονίας, συγγραφέας πολλών επιστημονικών βιβλίων, κυρίως της λατινικής φιλολογίας και γλώσσας (βλ. http://www.readings.com.au/search/results?query=Ernst%20Richard%20Schulze&author=1&books=1&m)

[6] Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και επικεφαλής της Υπηρεσίας Στενογραφίας του γερμανικού βασιλείου. Εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «Magazin für die Literatur des Auslandes«, κριτικός έργων μεγάλων Ευρωπαίων λογοτεχνών, όπως του Emile Zola, του Edgar Alan Poe, του Théodor Fontane, κ. ά. Λογοτέχνης και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων με κορυφαίο το «Geschichte der deutschen Literatur von der Anfangen bis zur Gegenwart«. Υπήρξε πολέμιος της μοντέρνας Λογοτεχνίας και ένθερμος υποστηρικτής της θεωρίας περί γλωσσικής καθαρότητας. Λάτρης της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού, το 1912 έγραψε το έργο «Η Πατρίδα του Οδυσσέα: Λευκάδα ή Ιθάκη» (Der Wohnsitz des Odysseus), ενώ πολύ νωρίτερα, μετά από την περιήγηση που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, το έτος 1886 συνέγραψε το ταξιδιωτικό βιβλίο «Ελληνικαί Εαριναί Ημέραι» (Griechische Frullingstage), στο οποίο θ’ αναφερθώ αναλυτικότερα πιο κάτω. Το 1933, μετά την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τον Eduard Engel λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, η οποία απέβη γι’ αυτόν μοιραία. Παρά τη φανατική σχεδόν υποστήριξή του στην καθαρότητα της γερμανικής γλώσσας, τού απαγορεύθηκε να δημοσιεύσει άλλα έργα, ενώ τα κορυφαία του βιβλία δυσφημίστηκαν και απαγορεύτηκε η επανέκδοσή τους. Επί πλέον του αφαίρεσαν τη σύνταξη και τον αποστέρησαν απ’ όλες τις νόμιμες πηγές εσόδων. Έζησε ως το θάνατό του (1938) πάμπτωχος με μόνη την αρωγή των φίλων του (βλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Eduard Engel).

[7] Για την προσωπικότητα και το έργο του Βαρδουνιώτη διαθέτουμε δύο μόνο ad hoc παλαιές μελέτες: Γεωργίου Ξ. Λογοθέτου (Ίδμωνος), Κριτικό Σημείωμα, Δημήτριος Βαρδουνιώτης, Αθήναι 1928, σσ. 1-16 και Σπύρου Παναγιωτόπουλου, Δ. Βαρδουνιώτης, ο Ιστορικός: η ζωή και το έργο του, Ανάτυπο από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σσ. 74-82. Αναφορές, ωστόσο, στο λογοτεχνικό και ιστορικό έργο του υπάρχουν αρκετές στη νεότερη βιβλιογραφία

[8] Σχετικά με την ανέκδοτη αλληλογραφία τού Βαρδουνιώτη, βλ. Σοφία Πατούρα-Σπανού, Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: πρόδρομη παρουσίαση, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Ελληνικότητα και Ετερότητα: πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας στον 19ο αιώνα (Αθήνα, 14-16 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών), Αθήνα 2015 (υπό εκτύπωση).

[9] Οι παραπομπές στις ανέκδοτες επιστολές των δύο Γερμανών αλληλογράφων του Βαρδουνιώτη ακολουθούν αύξοντα αριθμό με χρονολογική κατάταξη από το 1 έως το 6 για τις αναφορές στον Engel και από το 1 έως το 45 για τις αναφορές στον Schulze.

[10] Ο χρόνος επίσκεψης στην Ελλάδα των δύο λογίων Γερμανών δεν αναφέρεται με σαφήνεια αλλά προκύπτει έμμεσα μέσα από την αλληλογραφία τους. Ο Eduard Engel έστειλε την πρώτη επιστολή στον Βαρδουνιώτη στις 4/6/1886 με πολλές ευχαριστίες για την φιλοξενία που του παρέσχε ο δεύτερος κατά τις ημέρες του Πάσχα (ανέκδ. επιστ. 1 4/6/1886). Προκύπτει επομένως έμμεσα ότι η επίσκεψή του στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στο Άργος, πραγματοποιήθηκε λίγο νωρίτερα, κατά την εορτή του Πάσχα, πιθανότατα Απρίλιο ή Μάϊο του 1886. Αναφορικά με τον Schulze, από δύο επιστολές του προκύπτει ότι δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον Βαρδουνιώτη. Από την ανέκδ. επιστ. 1, 8/4/1898 φαίνεται ότι η γνωριμία τους δι’ αλληλογραφίας έγινε μέσω του κοινού τους φίλου συγγραφέα Παναγιώτη Τσίληθρα, ο οποίος έστελνε λογοτεχνικά έργα του Βαρδουνιώτη στον Schulze. Στην ανέκδ. επιστ. 7, 6/18/1898, ο Schulze εκφράζει τη χαρά του για την φωτογραφία του Βαρδουνιώτη που έλαβε σε επιστολή του, «η οποία«, όπως αναφέρει, «παρισταίνει άνδρα οριστικόν και δραστήριον«, πράγμα που σημαίνει ότι τότε, για πρώτη φορά, αντικρίζει τη φυσιογνωμία του μέσω της φωτογραφίας. Όσο για το έτος του ταξιδιού του στην Ελλάδα προκύπτει από σαφή αναφορά του στην ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901, ότι αγόρασε προ επτά ετών φωτογραφία του Ναυπλίου, κατά την εκεί επίσκεψή του. Κατά συνέπεια το ταξίδι του στην Ελλάδα τοποθετείται στα 1894.

[11] Engel, ανέκδ. επιστ. 3, 5/11/87.

[12] Εngel, ανέκδ. επιστ. 1, 4/6/1886.

[13] Engel, ανέκδ. επιστ. 2, 29/4/1887.

[14] Eduard Engel, Griechische Frühligstage, Elibron Classics series, Adamant Media Corporation 2006 (ανατύπωση της έκδοσης του 1887, Hermann Costenoble, Jena).

[15] Στο ίδιο, σελ. 280-300.

[16] Βλ. πιο πάνω, σημ. 10.

[17] Στην ανέκδ. επιστ. 1 (8/4/1898), ο Γερμανός λόγιος ενημερώνει τον Βαρδουνιώτη ότι άρχισε τη μετάφραση του διηγήματός του «Επί του Ακροκορίνθου«, την οποία θα δημοσιεύσει τμηματικά ο φίλος του, εκδότης της εφημερίδας Bautzen Nachrichten της πόλης του Bautzen, κ. Mόνσε. Στην ανέκδ. επιστ. 14 (1/9/1900), τού ανακοινώνει τη μετάφραση του διηγήματός του «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» (Μετέφρασα το «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» και σήμερον πλέον τούτο αναγινώσκεται εις το Παράρτημα των Ειδήσεων του Μπάουτσεν).

[18] Στις ανέκδ. επιστ. 8 (25/8/1998), 9 (2/5/1899), 13 (16/2?1900), 21 (16/1/1901), 30 (15/7/1902), 35 (12/11/1903), 36 (20/12/1904), 39 (17/7/1905), 41 (22/12/ 1906), 43 (3/1/1914) ο Schulze αναφέρει συγκεκριμένα διηγήματα, άρθρα σε εφημερίδες και το ιστορικό βιβλίο του Βαρδουνιώτη «Η καταστροφή του Δράμαλη«, για τα οποία διατυπώνει πολύ θετική κριτική και τού εκφράζει τον απεριόριστο θαυμασμό του.

[19] O Schulze, σε πολλές από τις επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, αναφέρει ότι λαμβάνει εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά από εκείνον αλλά και άλλους λογίους φίλους του από την Αθήνα, όπως για παράδειγμα, από τον κοινό φίλο τους, Π. Τσίληθρα.

[20] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Σε αυτή την επιστολή ο Γερμανός λόγιος εκθέτει δια μακρών την άποψή του για τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής, για τις οποίες δεν έχει την καλύτερη γνώμη!

[21] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Για το επίπεδο της εκπαίδευσης στο Άργος του 19ου αιώνα, σημαντικές είναι δύο πρόσφατες σχετικά μελέτες, δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009: α) Γ. Κόνδης, Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα, ό. π., σελ. 89-105 και β) Α. Τότσικας, Η εκπαίδευση στο Άργος τον 19ο αιώνα. Οργάνωση και προσανατολισμοί, ό. π., σελ. 421-431. Η εκπαίδευση των Θηλέων σε αστικά σχολεία, στο Άργος και το Ναύπλιο, καθιερώθηκε με το νόμο 770/1937 για να καταργηθεί δύο χρόνια αργότερα (βλ. Α. Σκορδά-Παπαγιαννοπούλου, Τα αστικά σχολεία Θηλέων Ναυπλίου και Άργους, Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000), τόμ. 3, Νεώτερος Ελληνισμός, Αθήναι 2001-2002, σελ. 360-368.

[22] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902. Για την ιστορία του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, τις απαρχές της ίδρυσής του, σε εμβρυακή έστω μορφή, και τους αγώνες τού Βαρδουνιώτη για το σκοπό αυτό, βλ. τη μελέτη του Β. Δωροβίνη, 1961-2011: μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη (Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους-Μυκηνών), τεύχος 5, σελ. 17-44.

[23] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο ίδιο.

[26] Schulze, ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901. Από την αναφορά αυτή προκύπτει ο χρόνος επίσκεψης του Schulze στην Ελλάδα, και ακριβέστερα στο Ναύπλιο και στο Άργος, που όπως φαίνεται πραγματοποιήθηκε το 1894.

[27] Στο ίδιο.

[28] Ανέκδ. επιστ. 32, 12/12/1902.

[29] Ανέκδ. επιστ. 37, 7/1/1904.

[30] Ανέκδ. επιστ. 10, 1/9/1899. Πρβλ. τη μελέτη του Κ. Ρωμαίου, Ο Ερασίνος ποταμός και ο ρόλος του για την προστασία του Άργους κατά την αρχαιότητα, Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 129-137.

[31] Ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[32] Βλ. Schulze, ανέκδ. επιστ. 15, 12/11/1900· 16, 13/11/1900· 18, 12/12/1900· 19, 2/1/1901.Σχετικά με την ίδρυση, την ιστορία και τους σκοπούς του Συλλόγου «Δαναός», βλέπε: Χρ. Παπαοικονόμος, «Δαναός», Ο εν Άργει σύλλογος των Αργείων, Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910, Αθήναι 1910 (Αναστατικές εκδόσεις – 1, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού), σελ. 128-141· Ευάγγ. Στασινόπουλος, Σκοποί, πορεία, σταθμοί και προσανατολισμοί του «Δαναού», Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 369-376. Για το ζήτημα της διάσπασης του συλλόγου δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην παρούσα εργασία γιατί θ’ αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης με διεξοδικότερη έρευνα και στα αρχεία του Δαναού.

[33] Schulze, ανέκδ. επιστ. 18, 12/12/1900.

[34] Schulze, ανέκδ. επιστ. 19, 2/1/1901· 27, 16/10/1901·28, 8/5/1902· 32, 12/12/1902· 33, 26/2/1903· 34, 14/4/1903. Στην ανέκδοτη επιστολή του αρ. 38, 15/1/1905, ο Schulze μάς δίνει εμμέσως την πληροφορία ότι έχει διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας «Ίναχος».

[35] Schulze, ανέκδ. επιστ. 17, 8/12/1900. Στην επιστολή αρ. 4, 18/5/1898 ο Schulze συστήνει στον Βαρδουνιώτη να διαθέσει τα χρήματα από τη μετάφραση ή υπέρ των δυστυχών θεσσαλών ή υπέρ των ταλαιπωρούντων προσφύγων. 

[36] Schulze, ανέκδ. επιστ. 36, 20/12/1904. Βλ. Ευρυδίκη Μπέσιλα-Βήκα, Η επιρροή του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής της τοπικής κοινωνίας του Άργους τον 19ο αιώνα, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα» (Άργος 5 – 7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009, σελ. 195-200.

[37] βλ. σημ. 14. Η μετάφραση και η πιθανή έκδοση του άγνωστου αλλά πολύτιμου για τη νεότερη ελληνική ιστορία βιβλίου τού Engel, θα συμβάλει στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας γύρω από την ιστορία και την κοινωνία της Πελοποννήσου και όχι μόνο, στο β’ μισό του 19ου αιώνα, καθώς η περιηγητική λογοτεχνία αποτελεί πλέον πρωτογενές υλικό για τη μελέτη της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.

[38] Σε τρεις επιστολές που είχαν αποσταλεί από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία προς τον Βαρδουνιώτη (περιλαμβάνονται στο σώμα της ανέκδοτης αλληλογραφίας του) αποκαλύπτεται η μεγάλη εθνική προσφορά τού Αργείου λογίου. Μέχρι το 1915 ο Βαρδουνιώτης είχε αποστείλει στην Εταιρεία 10.625 έγγραφα που αφορούσαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πολύτιμα κειμήλια για τη μελέτη και συγγραφή της νεότερης ιστορίας μας.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                     

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ορφανοτροφείο του Άργους


 

Προλογικά

 

Όταν έγραφα με τους μαθητές μου τα οδωνύμια του Άργους, εκείνος που με βοήθησε ξεχωριστά ήταν ο μακαριστός π. Ευάγγελος Στασινόπουλος, ο οποίος μου υπέδειξε – συν τοις άλλοις – και ποιος ήταν ο Ιωάννης Λαλουκιώτης.[1]

Στην πορεία του χρόνου έτυχε να γίνω μέλος της Συντακτικής Επιτροπής (Σ.Ε.) του περιοδικού του Δήμου μας (2000). Και θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχολούμαστε με τη μικροϊστορία του Άργους, όπως συμβαίνει άλλωστε σε πολλά περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Ενδεικτικά μνημονεύω την εργασία του Βασίλη Ζάχου Χριστιανική Ένωση Άργους (ανδρών), [2] την οποία ετοίμασε ο αγαπητός συνάδελφος κατά παράκληση της Σ.Ε. Η πρόταση ανήκε στο μέλος της Σ.Ε. και αγαπητό συνάδελφο Γιώργο Τασσιά.

Πρόθεσή μου ήταν να φιλοξενήσω την εργασία μου για το Ορφανοτροφείο Άργους στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, αλλά δυστυχώς αναστέλλεται επ’ αόριστον η επανέκδοσή του για οικονομικούς λόγους. [3] Όμως ο ερευνητικός λόγος, πριν ακόμη πάρει σάρκα και οστά, δεν μπορεί ν’ αναζητεί στέγη… Γι’ αυτό και συνεχίζω.

 

Ο ιδρυτής του Ορφανοτροφείου Ιωάννης Λαλουκιώτης [4]


Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [5] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [6] Μετά το θάνατο του Ι. Λαλουκιώτη ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την ψυχοκόρη  του Έλλη Τσεκούρα. Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[7]

 

Η προσωπικότητα του Ι. Λαλουκιώτη

 

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης ήτανε φιλάνθρωπος, ξύπνιος και πολύ εργατικός, αλλά ταυτόχρονα ματαιόδοξος,  και  φιλάργυρος. [8] Η ματαιοδοξία του φαίνεται από το γεγονός ότι μετά το θάνατο της γυναίκας του Αρτεμισίας (1942), επάνω στο μαυσωλείο που δέχτηκε τη σορό της, τοποθέτησε δύο ολόσωμα αγάλματα, το δικό του (δεξιά) και της Αρτεμισίας (αριστερά από το δικό του). Και κάθε βράδυ έπαιρνε ταξί, από το σπίτι του (Ζαΐμη 19) για να επισκεφθεί το μαυσωλείο και να καμαρώσει τα δύο αγάλματα στο κοιμητήρι της Παναγίας. Όμως, συχνά κάποιοι λέρωναν τα αγάλματα, όχι μόνο το δικό του αλλά και της νεκρής Αρτεμισίας. Και ο Ι. Λαλουκιώτης αναρωτιόταν: Μα γιατί τα κάνουν όλα αυτά στον τάφο μου; Δε σκέφτονται ότι πολλές οικογένειες τρώνε ψωμί από το εργοστάσιό μου; Έβαλε τότε κάποιον βιομηχανικό εργάτη από τον Συνοικισμό, τον Γιώργη Β., να προσέχει τον τάφο και τα αγάλματα τη νύχτα, γιατί είχε την υποψία ότι οι δράστες ήτανε οι θαμώνες ενός ταβερνείου (σκυλάδικου) απέναντι από το νεκροταφείο, εκεί όπου βρίσκεται το βενζινάδικο του Λιλή. Το ταβερνείο το είχε ενοικιάσει η γριά Μηλιά και για τους νεαρούς έπαιζε μπουζουκάκι ο μπαρμπα – Διονύσης. Οι νεαροί ερχόντουσαν σε κέφι και οι υποψίες του Ι. Λαλουκιώτη ήταν βάσιμες. Φυσικά, το περιβάλλον γύρω από το ταβερνείο και στο νεκροταφείο ήταν αλλιώτικο. Τα αγάλματα προφανώς θεωρούνταν πρόκληση, τη στιγμή που υπήρχε ανέχεια και πολύ μεγάλη πείνα. Δεν γνωρίζω εάν τα αγάλματα τοποθετήθηκαν λίγο μετά το θάνατο της Αρτεμισίας, δηλαδή επί γερμανικής κατοχής. [9] Δεν μπόρεσα να εκμαιεύσω αυτή τη λεπτομέρεια, αν και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να είχε σχέση με την απόφαση του Ι. Λαλουκιώτη να ιδρύσει ορφανοτροφείο.

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Έκανα δηλαδή την εξής τολμηρή σκέψη: Μήπως η κακοποίηση των αγαλμάτων ήταν μία ενέργεια των δραστών, οι οποίοι διέκριναν ένα χάσμα ανάμεσα στην πλουτοκρατία και στον πεινασμένο λαό; Εάν αυτή τη σκέψη έκανε και ο Ι. Λαλουκιώτης, μήπως θα έπρεπε να αντιδράσει με μία δαπανηρή αγαθοεργία;

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια.
Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Η φιλανθρωπία του φαίνεται από πολλά περιστατικά. Μνημονεύω το γεγονός ότι επί γερμανικής κατοχής έδινε στους εργάτες του (που ήταν όλοι σχεδόν από το Συνοικισμό, πολλοί Πόντιοι) ψωμί και κρεμμύδια και ό,τι άλλο είχε. Ήταν πολύ εργατικός, ιδιόρρυθμος και αυστηρός με τους βιομηχανικούς του εργάτες και έβαζε τους δείχτες του ρολογιού πίσω, για να τους ξεγελάει και να δουλεύουν περισσότερο χρόνο. Δεν υπήρχαν τότε ρολόγια χεριού. Σημειωτέον ότι το ορφανοτροφείο έκλεισε λίγο μετά το θάνατό του, γιατί αυτός το συντηρούσε σε τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Το Λαλουκιώτικο Ορφανοτροφείο Άργους (1947 – 1952)

Έναρξη – Παύση

Πότε ακριβώς λειτούργησε το ορφανοτροφείο δεν γνωρίζουμε, γιατί είναι γνωστό ότι τα εγκαίνια ενός μεγάλου έργου γίνονται συνήθως αργότερα. Πιθανότατα να λειτούργησε τον Σεπτέμβριο 1947, αλλά τα εγκαίνια έγιναν ανήμερα του Αγ. Πέτρου, 3 Μαΐου 1948, όπως μας πληροφορεί η εφ. «Ασπίς» (30 – 4 -1950): Προ δύο ακριβώς ετών, ήτοι κατά την εορτήν του Πολιούχου μας Αγίου Πέτρου του έτους 1948 μία σεμνή και περίλαμπρος τελετή εχάρισεν εις την Αργολίδα και εις το κοινωνικό σύνολον εν έργον μεγίστης χριστιανικής και κοινωνικής σημασίας.[10] Και έκλεισε τον Ιούνιο 1952, όπως δείχνουν οι σημειώσεις στις φωτογραφίες και όπως μαρτυρούν πολλοί τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου, που δέχτηκαν να μου παραχωρήσουν συνέντευξη.[11]

 

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο. …Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος… (Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα του σημερινού Γηροκομείου).

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο.
…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των
παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος
εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…
(Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εφ. «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948)

 

Το κτήριο

Το ορφανοτροφείο κτίστηκε στην Αγιά Σωτήρα, – ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος- νότια της πόλης του Άργους, δίπλα στο πάρκο του Ελληνοαμερικανικού Συλλόγου, το οποίον και αυτό κατά το πλείστον οφείλεται εις τον ίδιον κ. Ιωάννην Λαλουκιώτην. [12] Σύμφωνα με μαρτυρία Αργείου, εκεί όπου κτίστηκε το Ορφανοτροφείο, υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Και οι τελευταίοι Τούρκοι πήρανε τα κόκαλα των πεθαμένων τους κατά την αναχώρησή τους. Το οικοδόμημα είχε κάτοψη ορθογώνια παραλληλόγραμμη, όχι Γ, και ήταν τριώροφο από μπετόν αρμέ με εξωτερική σκάλα. Τα παιδιά κοιμούνταν στον 2ο όροφο, ενώ στον 3ο όροφο έμενε καμιά φορά ο δεσπότης (Δεσποτικό). Στο ισόγειο υπήρχαν πλυντήρια, αποθήκες, ιματιοθήκες, λουτρά και τουαλέτες (δεν υπήρχαν τουαλέτες στους κοιτώνες), καθώς επίσης και αίθουσα εστιατορίου, ενώ στον 1ο όροφο υπήρχε αίθουσα υποδοχής «σαλονάκι» και αίθουσα επιστασίας. Τη Στέγην Ορφανών Μητροπόλεως Αργολίδος παρέδωσε ο Ι. Λαλουκιώτης στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη με πλήρη εξοπλισμό. Το οικοδόμημα με τον εξοπλισμό του στοίχισε στον δωρητή 2000 χρυσές λίρες περίπου.

 

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό του Ορφανοτροφείου.

 

Διευθύντρια του ορφανοτροφείου ήταν η νεαρή τότε Μαγδαληνή Σικαλίδου, η οποία παντρεύτηκε το φθινόπωρο 1952 και έμεινε στην ιστορία του Άργους με το επώνυμο του άνδρα της (Τσιωτάκη). Η Μαγδαληνή Τσιωτάκη, λοιπόν, ανήκε στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους (ΧΕΝΑ) Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και ο Σύλλογος της ΧΕΝΑ τη διόρισε Διευθύντρια του ορφανοτροφείου.

 

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

 

Η μητέρα της Μαγδαληνής Τσιωτάκη κυρα – Μαριγώ Σικαλίδου ήταν η μαγείρισσα του ορφανοτροφείου. Η κυρα – Βάσω, η Βασιλική Παρασκευοπούλου, μοδίστρα στο επάγγελμα, ήταν η πλύστρα. Έπλενε και σιδέρωνε. Η μητέρα της κυρα – Ελένη βοηθούσε κι αυτή όσο μπορούσε. Στο (βοηθητικό;) προσωπικό ήταν ο Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια. Εκτελούσε χρέη παιδονόμου και έτρεχε για εξωτερικές δουλειές. Η Ρόζα Τσεκούρα έκανε Γαλλικά στα ορφανά. Επίσης, δίδαξε η Φωτεινή Φίλη, η μετέπειτα σύζυγος του π. Ευάγγελου Στασινόπουλου. Επίσης, υποθέτω πως δίδαξε και η Σταυρούλα Σέρφα. (Δεν μπόρεσα να μιλήσω με την ίδια, αλλά ο άνδρας της Σπύρος Κυριάκου μου είπε: Ξέρω ᾽γω τι έκανε; Πήγαινε στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν ξέρω τι έκανε εκεί πέρα. Η Σέρφα Σταυρούλα πέθανε τον Οκτώβριο 2015). Ακόμη, ας μνημονεύσω τη Σοφία Κλησιάρη (1921 -2015), τη γνωστή ράπτρια, η οποία έραβε παντελονάκια με λάστιχο και μπλουζάκια με υφάσματα από το εργοστάσιο Λαλουκιώτη ή με ρετάλια δικά της για τα ορφανά.

Το ορφανοτροφείο διοικείτο από 13μελές Συμβούλιο. Υπήρχαν 12 Σύμβουλοι και ένας ακόμη, ο τότε αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μετέπειτα Δεσπότης ως Χρυσόστομος Β’. Μερικά ονόματα ήταν ο Νικόλαος Παπανικολάου, φαρμακοποιός, πατέρας του Άγγελου, ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος, καθηγητής καλλιτεχνικών, και ο Γεώργιος Βούλγαρης, έμπορος.[13]

Στην εφ. «Ασπίς» (22 – 4 – 1951) δημοσιεύονται για το Λαλουκιώτειον Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος δωρεές στη μνήμη Ιωάννου Λαλουκιώτη:

  • Κωνσταντίνος Καραλλής, δρχ. 100.000
  • Δήμος Λεβέντης (Δολλάρια 15), δρχ. 225.000
  • Εμμανουήλ Μαγκολέτσης (Θεσσαλονίκη), δρχ. 100.000
  • Αστέριος Αστεριάδης (Καβάλα), δρχ. 100.000
  • Εμπορικός Σύλλογος Άργους, δρχ. 200.000
  • Ανδρέας Ζέης (Ηράκλειο), δρχ. 200.000
  • Γεώργιος Ρασσιάς (δωρεά που αντιστοιχεί για την επένδυση των ορφανών του ιδρύματος) δρχ. 2.100.000
  • Σύλλογος Βιομηχάνων, δρχ. 500.000

Οι τρόφιμοι ήταν μόνο αγόρια και φοιτούσαν στο 1ο Δημοτικό (Καποδιστριακό) Άργους.

Δε θα ήταν δύσκολο να βρεθούν τα ονόματα όλων των τροφίμων, ίσως από το αρχείο του 1ου Δημοτικού Σχολείου. Όμως, με δυσφορία τους ανάγκαζα να θυμηθούν, γιατί όπως εύκολα διαπίστωνα, δεν ήθελαν να θυμούνται. Ποιο το όφελος για τους παλιούς τρόφιμους;

Όταν αποφοιτούσαν, έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν. Πολλά παιδιά γίνανε πολύ καλοί τεχνίτες (επιπλοποιοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι). Δύο παιδιά βγήκαν τεχνίτες στο νησί της Λέρου, δύο άλλα παιδιά (αδέλφια, αφοί Τσολάκου) αποδήμησαν στον Καναδά. Φαίνεται πως κάποιος δικός τους άνθρωπος τους έκανε πρόσκληση, αλλά τα ναύλα ήταν υψηλά. Και ήταν ατυχία να μην τους συναντήσω το καλοκαίρι που μας πέρασε, γιατί η πληροφορία μου ήταν πως είχανε έρθει.

Μερικοί από τους τρόφιμους υιοθετήθηκαν στη συνέχεια. Να και μερικές υιοθεσίες, όσες μπόρεσα να επισημάνω: Πέτρος Κοτζιάς, Δημήτρης Λαμπρινός, Μιχάλης Τσαγκαρέλης, Γιάννης Δωρής.

 

Τα πριν

 

Το πρώτο ορφανοτροφείο στεγάστηκε στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Άργους [14] στην οδό Γούναρη, λίγο νοτιότερα από το φούρνο του Τσαμπάση, το καλοκαίρι 1943. Ο πατήρ Χρυσόστομος, ο ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης, ήταν αυτός που το ίδρυσε και η Διεύθυνση του 3ου Δημοτικού παραχώρησε ευγενώς το κτήριο για το σκοπό αυτό. Οι γυναίκες του Άργους φρόντιζαν τα παιδιά, γύρω στα 100, που ήταν ορφανά και απροστάτευτα.

Μετά τη μάχη του Αχλαδόκαμπου, όταν το ΕΑΜ κατέλαβε το Άργος, πήρε εντολή ο μακαριστός Δεληγιαννόπουλος να μεταφέρει το Ορφανοτροφείο στο κτήριο του Γ. Ρούσσου (1944). [15] Το οίκημα του φαρμακοποιού Γ. Ρούσσου κατεδαφίστηκε και στη συνέχεια κτίστηκε η καφετερία του Σπ. Μήλια, στην οδό 28ης Οκτωβρίου 4, που τότε δεν υπήρχε η οδός. Νότια ονομαζόταν πάροδος Καποδιστρίου και βόρια πάρ. Βασ. Γεωργίου Α’. Τα παιδιά υποθέτω πως πηγαινοέρχονται στο ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου από τη Βασ. Γεωργίου Α’, γιατί ο ενδιάμεσος χώρος ήτανε χωράφι. Η οδός ονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου με την αρ.244/1990 Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι το εξής: ενώ στο Λαλουκιώτειο Ορφανοτροφείο υπήρχαν μόνο αγόρια, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου οι τρόφιμοι ήταν αγόρια και κορίτσια. Διευθυντής δεν υπήρχε. Εκείνος, ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή, ήταν ο τότε ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, η προσφορά του οποίου ήτανε πολύ μεγάλη.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Τα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου, [16] ήταν πάρα πολλά, γύρω στα 100 (!), όπως μου είπαν πολλοί τρόφιμοι. Και φοιτούσαν στο 1ο (Καποδιστριακό) Δημοτικό Σχολείο. Έπιναν γάλα σε μορφή σκόνης και έτρωγαν κίτρινο τυρί, κονσέρβες, λουκάνικα και μακαρόνια με….σκουληκάκια. Καθημερινά έπαιρναν ένα καφέ χάπι, προφανώς για να μην αρρωσταίνουν. Και όταν έφτανε ο πατέρας Δεληγιαννόπουλος κατακουρασμένος, οι κοπέλες που πρόσεχαν και φρόντιζαν τα…ζουζούνια, έβγαζαν το άχτι τους, γιατί ο κ. Διευθυντής έβγαζε τη λούρα του και πού σε πονεί και πού σε σφάζει!

Μόνο μια υιοθεσία μπόρεσα να βρω, την υιοθεσία Παρασκευής Λειβαδίτου. Επίσης, μια κοπελίτσα, εννέα ετών τότε, η Μαρίκα Δωρή, όταν είδε το υπέροχο περιβάλλον στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδριανού, αποφάσισε να μείνει εκεί. Και ήταν πολύ γνωστή στην Αργοναυπλία, γιατί έμεινε μόνη στο μοναστήρι ύστερα από τόσα χρόνια. Το μοναστικό της όνομα ήτανε Ζωή. Πέθανε το 2014.

 

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον ευεργέτη του, του χάρισε μια οδό, από Τριπόλεως 56 έως Σταδίου, στο σημερινό Γηροκομείο. Το 1981 το άλλοτε Ορφανοτροφείο λειτουργεί ως Γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά. Από το 1953 έως το 1981 γίνονταν διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις ή φιλοξενούνταν παιδιά για θερινές διακοπές. [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γνωριμία με το Άργος (οδοί, πλατείες, προτομές, διατηρητέα μνημεία, έκδ. Δήμου Άργους, 1997, εξαντλημένο. Επανέκδοση με τον τίτλο Άργος το Πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

[2] Αργειακή Γη, τχ. 5, σσ. 163 -170.

[3] Στα Διονύσια Άργους (14-5-2015) είπα κατ΄ ιδίαν στον κ. Δήμαρχο: «Ντροπή για το Δήμο μας, να μην μπορούμε να εκδώσουμε την «Αργειακή Γη», μια και ο Δήμαρχός μας επανεξελέγη με τόσα ποσοστά επιτυχίας!» Και αυτός μου απάντησε: «Αφού δεν υπάρχουν λεφτά!» Ήταν η τελευταία μας κουβέντα. Ας μην επεκταθώ σε όσα είχαν προηγηθεί, γιατί δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας μου.

Παρεμπιπτόντως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω την άποψή μου, ότι πρόθεσή μου ήταν να παραιτηθώ λόγω ηλικίας και για λόγους υγείας και να αναλάβουν κάποιοι νεότεροι και αξιότεροί μου. Το να επιμένεις να κατέχεις μία θέση τόσο σημαντική – ασήμαντη ίσως για τους ιθύνοντες – και μάλιστα ύστερα από….διορισμό, αποτελεί «’Υβριν». Πέραν τούτου, θεωρώ προσωπικά ότι η Σ.Ε. απέτυχε, γιατί στόχο μας ήταν να αποδεσμεύσουμε το περιοδικό του Δήμου από την πολιτική και ο Δήμος να είναι απλώς υποχρεωμένος για την έκδοσή του. Φαίνεται πως το είχαμε επιτύχει λίγο, μια και δεν υπήρξε εκ μέρους της ΚΕΔΑΜ αντίδραση στη σύσταση νέας Συντακτικής Επιτροπής. Αλλά αυτό συνέβη προφανώς όχι από παραχώρηση δικαιωμάτων και απεξάρτηση από την πολιτική, αλλά από αδιαφορία των ιθυνόντων. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εξέλιξη. Αφού πρώτα ζητήσω συγγνώμη από τους συγγραφείς και συνεργάτες του περιοδικού μας, ξαναβυθίζομαι στη σιωπή μου.

[4] Απαραίτητη διευκρίνιση. Πριν μπω στο θέμα μου, οφείλω να διευκρινίσω ότι η εργασία μου, καθαρά – θα έλεγα – ερευνητική, καθυστέρησε πολύ για διάφορους λόγους και κυρίως γιατί οι δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν πολλές. Και ενώ έχω δώσει δείγματα καλής γραφής και δεν έχω θίξει ποτέ και κανέναν, – δεν ασχολούμαι για το Άργος πρώτη φορά – αυτοί που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν δεν το έκαναν, λες και εγώ θα γινόμουν πλουσιότερος. Η εργασία μου, λοιπόν, που ακολουθεί είναι ελλιπέστατη και αφήνω περιθώρια στον μελλοντικό ερευνητή να τη συνεχίσει και να με διορθώσει, αν χρειαστεί. Ευχαριστώ πάντως όσους μου έδωσαν λιγοστές πληροφορίες για το Ορφανοτροφείο Άργους, – και δεν είναι λίγοι – τα ονόματα των οποίων δεν δημοσιεύονται για λόγους ευνόητους. Την ευθύνη των όσων καταγράφονται παρακάτω την έχω εξ ολοκλήρου εγώ. Επίσης, σχεδόν πέντε χρόνια έψαχνα να εντοπίσω κάποιον φάκελο με το αρχείο του Ορφανοτροφείου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει. Και είναι μάταιο να ψάχνει και ο μελλοντικός ερευνητής. Και η εργασία μου βασίστηκε σε συνεντεύξεις.

[5] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[6] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[7] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22 – 4 -1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

[8] Όταν εξέφρασα την ανησυχία μου για το αποτέλεσμα της έρευνάς μου σε μια κυρία (φίλη μου), πήρα την εξής αποστομωτική απάντηση: Και λοιπόν; Πού είναι το πρόβλημά σου; Έπρεπε να το περιμένεις. Η γιαγιά μου π.χ. ήταν πολύ τσιγκούνα. Όμως, κατάφερε να φτιάξει διαμερίσματα για όλα τα παιδιά της…

[9] Στη βάση των αγαλμάτων, στο νότιο τμήμα, υπάρχει η επιγραφή Ε. Τζωρτζάκης εποίει, αλλά χωρίς χρονολογία. Για τον Εμμανουήλ Τζωρτζάκη ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πιθανότατα είναι τηνιακής καταγωγής. Στον Πύργο της Τήνου μαρτυρείται οικογένεια Τζωρτζάκηδων με μαρμαρογλυπτική παράδοση και σώζεται μέχρι σήμερα το σπίτι της (θαυμάσια μαρμάρινη πορτοσιά και υπέρθυρο). Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. και έλαβε μέρος στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών στα 1916 και 1917. (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988).

[10] Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Σύλλογος «Δαναός» δεν λειτουργούσε τότε. Το σημειώνω αυτό, γιατί όλες οι αρχές παρευρίσκονταν στα εγκαίνια του Ορφανοτροφείου. Ο «Δαναός» ξαναλειτούργησε στις 30 Οκτωβρίου 1949 με ομιλητή τον τότε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, έπειτα από σιγήν εννέα ολοκλήρων ετών, δηλαδή 1940 – 1949. (Από το βιβλίο των ομιλητών του Δαναού).

[11] Ας μου επιτραπεί ένα πικρό σχόλιο: για τα εγκαίνια ασχολήθηκε ο Τύπος, αναφερόμενος με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στα εγκαίνια της τελετής, παρόντων όλων των επισήμων. Για την παύση της λειτουργίας δε γίνεται καθόλου λόγος. Γιατί; Δεν υπήρξε «Δελτίο Τύπου» για τις εφημερίδες;

[12] Εφ. «Ασπίς», φ. 480/39 Κυριακή 30 Απρ. 1950.

[13] Μαρτυρία Μαγδαληνής Τσιωτάκη (μέσω τρίτου προσώπου. Η ίδια αρνήθηκε να μου παραχωρήσει συνέντευξη). Θα έλεγα πως κάθε τρόφιμος είχε τη δική του τύχη.

[14] Διονυσίου Χ. Στραβόλεμου, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), βίος και προσφορές του, έκδ. Χριστ. Αδελφότητος Άργους Η «Αγία Μακρίνα», Θεσσ/κη 1985, σ. 148.

[15] ό.π. σ. 148

[16] Η ονομασία του ορφανοτροφείου είναι δική μου.

[17] Οδ. Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Άργος 14 Νοεμβρίου 2015

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

1915-2015, 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό: Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις – Διημερίδα στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Άργους – Μυκηνών


 

1915-2015 - 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

1915-2015 – 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας και ο Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Αργολίδας κ. Δημήτριος Γιαννακόπουλος, σε συνεργασία με τον Δήμο Άργους – Μυκηνών, διοργανώνουν το Σαββατοκύριακο 7-8 Νοεμβρίου 2015 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους – Μυκηνών (Αγίου Κωνσταντίνου 29, Άργος) Διημερίδα με συμμετοχή κορυφαίων Πανεπιστημιακών Καθηγητών και Ειδικών Επιστημόνων, με τίτλο: 1915-2015, 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό: Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις.

Μέσα από τις εισηγήσεις που θα παρουσιαστούν, θα εξεταστεί το φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού τόσο σε τοπική διάσταση όσο και στην ευρύτερα ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορική συγκυρία και θα διερευνηθούν οι επιδράσεις του και πέρα από τα στενά χρονικά του πλαίσια.

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας εκτιμά πως για μια ακόμα φορά η αργολική κοινωνία θα αγκαλιάσει την συγκεκριμένη πρωτοβουλία, η οποία καθιστά την Αργολίδα και ειδικότερα το Άργος κέντρο επιστημονικού ενδιαφέροντος. Γίνεται αντιληπτός από όλους ο σημαντικός ρόλος της διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης και κριτικής σκέψης, ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία.

Πρόγραμμα Διημερίδας: 1915-2015 – 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

Read Full Post »

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, έφτασε στο Άργος στις 18 Σεπτεμβρίου 1843, με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, ο Rey το 1867 με τίτλο: «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867)», στον οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο του Αρχαίου Θεάτρου Άργους.

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Από πού έρχονται οι ιστορίες;»


 

“Events Series 2015”

«Η Φαντασία στην Επιστήμη και την Τέχνη»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 27 Μαΐου 2015 και ώρα 8.00 μ.μ. στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εμπορικού Επιμελητηρίου Αργολίδας, στο Άργος (οδός Κορίνθου 23), θα δώσει διάλεξη ο Συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης με θέμα: «Από πού έρχονται οι ιστορίες;»

Συνομιλητής του κύριου Δοξιάδη θα είναι ο Λευτέρης Καλοσπύρος, Συγγραφέας, Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2015» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: Πρόδρομη παρουσίαση.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» πρόδρομη ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη», στα πλαίσια του επιστημονικού Συμποσίου: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.

Είναι γνωστό ότι ιστορικά πρόσωπα, αφανή και σχεδόν άγνωστα έως κάποια χρονική στιγμή, αναδύθηκαν από τη σιωπή και εμφανίσθηκαν στο προσκήνιό της ιστορίας, είτε λόγω της φυσικής εξέλιξης της έρευνας και των δυνατοτήτων της, είτε συχνά από τυχαίους παράγοντες. Εν προκειμένω συντρέχουν και οι δύο λόγοι. Από τη μια, η σταδιακή ψηφιοποίηση των φιλολογικών περιοδικών και των άλλων εντύπων του 19ου και 20ού αιώνα, παρέχει την ευκαιρία στους ερευνητές να γνωρίσουν και να καταγράψουν, μαζί με τα ονόματα και τα έργα των γνωστών λογίων, και εκείνα των αδικημένων από την νεότερη έρευνα, ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση κατέχει το όνομα και το έργο του Δημητρίου Βαρδουνιώτη.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Από την άλλη, αναφορικά με το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, η συμπτωματική δωρεά, η προσεκτική φύλαξη και η απόφαση, από την πλευρά μου, της αξιοποίησης του αρχείου της προσωπικής του αλληλογραφίας, έρχεται να φωτίσει ακόμη περισσότερο το πορτρέτο μιας σημαντικής μορφής της μετεπαναστατικής γενιάς του β’ μισού του 19ου αιώνα. Η απουσία εκτενούς βιβλιογραφίας και ο περιορισμένος αριθμός αναφορών στο όνομά του, δεν μπορούν να μειώσουν κατά κανένα τρόπο την αξία του. Γιατί ο Αργείος λόγιος υπήρξε σπουδαίος ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος κυρίως όμως ακούραστος σκαπανέας του παρελθόντος. Κυνηγητής της γνώσης και της δόξας, από τη μια μεριά τρυγάει αχόρταγα το μέλι των βιβλίων κι από την άλλη σκαρώνει στίχους, διηγήματα, σκαλαθύρματα, κριτικές, μελετήματα κάθε λογής μπαίνοντας δικαιωματικά στη χορεία των αττικιζόντων παντoιογράφων, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος σε μια από τις λίγες μελέτες που έχουν γραφτεί για τη ζωή και το έργο του.

Την εξήγηση της αγνοημένης ως σήμερα λογιοσύνης του, δίνει προφητικά, 90 περίπου χρόνια πριν, ο σύγχρονός του Γεώργιος Λογοθέτης, το 1928, σ’ ένα κριτικό σημείωμα, αφιερωμένο στη μνήμη του: Σε μια αποστροφή του λόγου του για τον Ζαν-Μωρεάς, που έγινε πασίγνωστος και διάσημος λόγω της εγκατάστασης και της λογοτεχνικής δημιουργίας του στο Παρίσι, κλείνοντας τη μελέτη του επισημαίνει: Ο Βαρδουνιώτης δεν θα περνούσε ασφαλώς τόσον αγνοημένος, αν δεν αγαπούσε τόσο την μικρή του πατρίδα, το Άργος και δεν περιωρίζετο στη ζωή της και την ιστορία της. Ο επαρχιώτης λοιπόν λόγιος, μακριά από τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, μακριά από τις δημόσιες σχέσεις και τις ζυμώσεις που συντελούνταν στους λογοτεχνικούς συλλόγους, στα πνευματικά κέντρα και στα εκδοτικά στέκια της Πρωτεύουσας, ζούσε μόνιμα στη μικρή του πόλη. Δούλευε ακούραστα, σχεδόν υπεράνθρωπα, για την πνευματική προαγωγή του τόπου του αλλά και του Έθνους, ασκώντας παράλληλα με επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου.

Παρά ταύτα, οι σύγχρονοι ομότεχνοί του Αθηναίοι φαίνεται πως τον γνώριζαν καλά, αναφέρονταν συχνά σε εκείνον και συζητούσαν για το έργο του, παρά τη φυσική του απουσία από το Κέντρο. Εκτιμώντας τη φιλεργατικότητά του, τη φιλοτιμία του και την αξία του πολυδιάστατου έργου του, δεν φείδονταν ευμενών και επαινετικών σχολίων και δεν δίσταζαν να ζητούν τη συνδρομή του για ποικιλία θεμάτων. O εκδότης της Ποικίλης Στοάς Ιωάννης Αρσένης, σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη το 1882, αφού του μεταφέρει την μεγάλη απήχηση που είχε στο αναγνωστικό κοινό το δημοσίευμά του στο Ημερολόγιο του ’82, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από την Εστία, του εκφράζει επίσης πολλών τα ειλικρινή συγχαρητήρια δια το σοβαρόν έργον των εθίμων.

Νικόλαος Πολίτης

Νικόλαος Πολίτης

Δέκα χρόνια αργότερα ο Μπάμπης Άννινος, ζητώντας του επίμονα να του αποστείλει εγκαίρως και καμμίαν άλλην πραγματείαν ωσάν την πρώτην προσθέτει στην επιστολή του: Ο Άγγελος Βλάχος, προχθές εις του Σουρή το σπίτι μού ωμίλησε πολύ επαινετικά περί της πραγματείας σου. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Νικόλαος Πολίτης σε επιστολή που του απευθύνει, το 1890: παρηκολούθησα πάντοτε την ακαταπόνητον φιλολογικήν και δημοσιογραφικήν εργασίαν σας, τοσούτο μάλλον αξίαν τιμής, καθ’ όσον δεν παρεμποδίζει αυτήν, ουδέ μαραίνει τον προς ταύτην αναγκαίον ζήλον και ενθουσιασμόν -ας μοι επιτραπή δέ η λέξις αύτη προκειμένου περί της διαμονής σας εν πόλει εστερημένη ως αι πλείσται δυστυχώς των ελληνικών πόλεων, φιλολογικής κινήσεως και οιουδήποτε κέντρου εκ των απαραιτήτων προς πνευματικήν εργασίαν. Ας σημειωθεί ότι ο Βαρδουνιώτης τροφοδοτούσε συνεχώς το έργο του μεγάλου λαογράφου με ανέκδοτο λαογραφικό υλικό, όπως δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, έθιμα και άλλα «μνημεία» της δημώδους φιλολογίας. Σε μία από τις πρώτες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, ο τακτικός αλληλογράφος του Αρσένης, πέρα από τον προσωπικό του θαυμασμό, τού μεταφέρει την εντύπωση του Ιωάννη Καμπούρογλου για τη συμβολή του στη Νέα εφημερίδα, αλλά και τη γενικότερη εικόνα που είχε για εκείνον: Σε ηγάπησε πολύ ο κ. Καμπούρογλου – καίτοι ως μοι είπεν προτού να σε γνωρίση είχε ακούσει πολλά λαμπρά δι εσέ, και δημοσία επήνεσε την φιλοπονίαν σου, την ευφυΐαν σου, τον ευγενή σου χαρακτήρα, την αγαθήν σου ψυχήν και τας γνώσεις σου. Σε δική του επιστολή προς τον Βαρδουνιώτη, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, εξαίροντας την ακαταπόνητη ερευνητική του δραστηριότητα, αναφωνεί: Εύγε τη ιχνηλατική σου δυνάμει εις τ’ άδυτα παρελθόντα.

Η παροιμιώδης φράση του Βαρδουνιώτη ανάπαυσις δεν είναι η αποχή από την εργασία, αλλά η αλλαγή εργασίας καταδεικνύει τη σιδερένια του θέληση για γνώση και πνευματική δημιουργία και επιβεβαιώνει τη γνώμη που είχαν γι αυτόν οι ομότεχνοι αλληλογράφοι του. Είναι δύσκολον να γεννηθεί μία τοιαύτη ιδιοφυΐα και να ακμάση δια τόσον εμμόνου, φωτεινής, ακριβοδικαίας, εμπνευσμένης και ευθικριτικής φιλοπονίας θα γράψει σε αφιέρωμα στον Αργείο λόγιο τού περιοδικού Ηραία το 1939, αρκετά δηλαδή χρόνια μετά το θάνατό του, ο στενός του φίλος και συνεργάτης Δημήτριος Καμπούρογλου.

Ο Βαρδουνιώτης, γεννημένος το 1947 σε μια προνομιούχο ιστορικά πόλη και ανήκοντας στη μετεπαναστατική γενιά των εντατικών εθνικών διεργασιών, με έμφυτη κλίση στην ιστορική έρευνα, τη λογοτεχνία και την πολιτική δράση, μετέσχε καθολικά στα δρώμενα της εποχής του. Συντάκτης και εκδότης πολλών τοπικών εφημερίδων, συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του ιστορικού φιλολογικού συλλόγου Δαναός και αργότερα ιδρυτής του Ινάχου, πατριάρχης των γραμμάτων και αριστοτέχνης του καλάμου κατά τον συντοπίτη του λόγιο Νικόλαο Γκινόπουλο, δεν μπορούσε να περιοριστεί πνευματικά στα στενά όρια της τότε Αργολιδοκορινθίας.

Ο συγγραφέας των έργων Εκδρομαί εις Μυκήνας, Καταστροφή του Δράμαλη, Αφνειός Κόρινθος, Φρύνη, Μπουμπουλίνα, Εδουάρδος Μάσσων, Εμμανουήλ Καλλέργης, έγινε γρήγορα γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους και απέσπασε σπουδαίες κριτικές από τον τότε κυρίαρχο Τύπο της Πρωτεύουσας. Εφημερίδες όπως οι Καιροί του Κανελλίδη, η Πόλις, η Εστία, η Νέα Εφημερίς, ο Νέος Τύπος κ. α., τού έπλεξαν το εγκώμιο μετά τη γοητευτική διάλεξη που έδωσε στον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό περί της Αφνειού Κορίνθου στις 9 Δεκεμβρίου του 1894. Στις 13 του ίδιου μήνα η εφημερίδα Πόλις έγραψε: Σπανίως ανάγνωσμα δημόσιον έτυχε τόσον ομοθύμου επιδοκιμασίας όσον το εν τω συλλόγω «Παρνασσώ» γενόμενον παρά του Δ. Βαρδουνιώτου δικηγόρου εξ Άργους, κατά την εσπέραν της Παρασκευής. … Ο κ. Βαρδουνιώτης, γνωστός και πρότερον, … κατέκτησε την συμπάθειαν και την εκτίμησιν των μέχρις ασφυξίας συνωθουμένων άνω και κάτω εν τη μεγάλη αιθούση του συλλόγου «Παρνασσού» επιλέκτων ακροατών του.

Το ιστορικό έργο, βέβαια, με το οποίο είναι ταυτισμένο το όνομά του, πρωτότυπο και δυνατό, βασική πηγή της νεότερης ιστορίας μας, είναι η Καταστροφή του Δράμαλη. Κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους του αρχείου του Νικηταρά και του στρατηγού Τσώκρη και αυτήκοος μάρτυς ζωντανών αφηγήσεων των πρεσβυτέρων τού περιβάλλοντός του, συνέθεσε την ιστορία της μάχης των Δερβενακίων με αξιόπιστο και αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτή τη μονογραφία «μνημειώδη», σημείωνε: εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη.

Η ευρυμάθεια, η πνευματική του εμβέλεια, ο ακάματος ζήλος του για την ιστορική και λογοτεχνική παραγωγή, η εθνική προσφορά του και η εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα, ξεδιπλώνονται στις πολυάριθμες σελίδες των ανέκδοτων επιστολών τού προσωπικού του αρχείου. Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό επιστολών προς τον Βαρδουνιώτη (350 περίπου) από πλήθος αλληλογράφων, γνωστών λογίων, πολιτικών και νομικών της εποχής. Χρονολογικά η αλληλογραφία εκτείνεται από το 1869, έτος της πρώτης επιστολής από τον λόγιο, διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, Αναστάσιο Παπαδήμο, έως το 1924, χρονιά του θανάτου του, κατά την οποία λαμβάνει την τελευταία επιστολή από τον επιστήθιο φίλο του Δημήτριο Καμπούρογλου.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών προέρχεται από κύκλους λογίων της Αθήνας αλλά και άλλων κέντρων της εποχής, ακόμη και από τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό: την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα. Οι επιστολές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και αρθρογράφους των κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων και φιλολογικών περιοδικών, Ημερολογίων, εφημερίδων και συγγραμμάτων. Οι συνεχείς και επίμονες προσκλήσεις τους προς τον Βαρδουνιώτη για συμμετοχή στη σύνθεση της ύλης των εντύπων τους, συχνά μάλιστα από το ξεκίνημά τους, δείχνει την αναγνώριση και την εκτίμηση που είχε κερδίσει ως συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός. Από το περιεχόμενο των επιστολών προκύπτει ότι ο Βαρδουνιώτης, ξεπερνώντας τα τοπικά όρια της πνευματικής δράσης του, τροφοδοτούσε αδιάλειπτα πολλά από τα έντυπα της εποχής εκείνης με τις δικές του συμβολές: διηγήματα, άρθρα, κριτικά σημειώματα, ποιήματα, ιστορικές αναφορές, δοκίμια, σατιρικά και λαϊκά αφηγήματα, έγγραφα, κ. ά.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Τα Ημερολόγια του Σκόκου και της Σβορώνου, η Ποικίλη Στοά του Αρσένη, το Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου, ο Παρνασσός, η Εστία, το Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον του Κουτούβαλη στη Σμύρνη, ο Απόλλων του Σακελλαρόπουλου, το Ελληνικόν Ημερολόγιον στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον των Μαυρογένη-Πρίντεζη, ο Βόσπορος και οι Αναμνήσεις στην Κωνσταντινούπολη, και πολλά ακόμη, φιλοξένησαν στις σελίδες τους κείμενα του Βαρδουνιώτη. Ως αρθρογράφος και ανταποκριτής, συνεργάσθηκε επίσης με πολλές εφημερίδες όπως, την Πρωτεύουσα εφημερίδα του Δημητρακόπουλου, την Δαναΐδα του Δεσμίνη, την Ηχώ των Αθηνών του Πασσαγιάννη, την εφημερίδα Καιροί του Πέτρου Καννελίδη, τις εφημερίδες Λαός και Έθνος, το Άστυ και τον Νεολόγο του Άννινου, τη Νέα Εφημερίδα των Δημητρίου και Ιωάννη Καμπούρογλου, ακόμη και με την βραχύβια Καθημερινή του Μίκιου Λάμπρου, κ. ά.

Συντάκτες επιστολών όπως ο Σκόκος, ο Άννινος, ο Αρσένης, ο Καννελίδης, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Ν. Πολίτης, ο Γεώργιος Σουρής, ο ανασκαφέας των Μυκηνών Χρ. Τσούντας, οι Ιωάννης και Δημήτριος Καμπούρογλου, η Ελένη Σβορώνου, ο Ειρηναίος Ασώπιος, ο Αναστάσιος Παπαδήμος, ο Νεοκλής Καζάζης, ο Ιάκωβος Τομπάζης, η Άννα Σερουΐου, οι ιστορικοί Σπ, Λάμπρος και Νικόλαος Βέης και πολλοί άλλοι – αδύνατο ν’ αναφερθώ σε όλους- ανταλλάσσουν μαζί του πληροφορίες και απόψεις ιστορικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Ανταλλάσσουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, συχνά κριτικές σκέψεις και ιδέες για τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, τις νέες εκδόσεις, και φυσικά τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές. Οι ιδρυτές της νεοελληνικής κωμωδίας Πολύβιος Δημητρακόπουλος και Νικόλαος Λάσκαρης σε πολυσέλιδες επιστολές τους, ζητούν τη γνώμη του για τα δικά τους έργα, συχνά όμως και τη συγγραφική συνδρομή του. Ευρωπαίοι Ελληνιστές, όπως ο γλωσσολόγος και φιλόλογος Eduard Engel από το Βερολίνο, ο λατινιστής και ελληνιστής Ernste Schulze από το Bautzen της Σαξονίας και η πρωτοπόρος γαλλίδα Julliette Αdam ζητούν και παρέχουν αμοιβαία, ιστορικό, αρχαιολογικό και φιλολογικό υλικό δυσεύρετο στη μία ή την άλλη πλευρά. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο Schulze, με τον οποίο είχε πολύχρονη μεγάλη αλληλογραφία, μεταφράζει άρθρα και δοκίμια του Βαρδουνιώτη και τα δημοσιεύει στο τοπικό γερμανικό Τύπο.

Το στοιχείο όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την πολυδιάστατη προσωπικότητα και το πολύπλευρο έργο του Βαρδουνιώτη είναι η εθνική προσφορά του. Ακούραστος συλλέκτης και πιστός θεματοφύλακας των μνημείων του ιστορικού παρελθόντος, δίνει προσωπικούς αγώνες για τη διάσωση των πολλών και ποικίλων αρχαιοτήτων της Αργολίδας, η οποία στερούνταν εκείνη την εποχή ενός στοιχειώδους χώρου φύλαξης των σπουδαίων αρχαιολογικών καταλοίπων της περιοχής. Ο Βαρδουνιώτης ωστόσο δεν αρκείται μόνο στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Εργάζεται με πάθος και μεθοδικότητα, όπως αργότερα ο Βλαχογιάννης στην Αθήνα, για τη συλλογή και τη διάσωση των νεότερων ιστορικών τεκμηρίων της πατρίδας, τεκμήρια που θ’ αποτελέσουν τον πυρήνα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Στο περιεχόμενο τριών επιστολών που λαμβάνει από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία μαρτυρείται και αναγνωρίζεται δεόντως από τους ιθύνοντες, η μεγάλη εθνική προσφορά του με την αποστολή πλήθους εγγράφων αφορώντων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Μία εκτενής φράση του προέδρου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ιωάννου Μπόταση σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη καταδεικνύει τη γενναιόδωρη έναντι του ιστορικού του χρέους στάση του: βεβαίως είσθε πρώτος εν τη πρώτη γραμμή εκείνων οίτινες κατήρτισαν την πλουσίαν συλλογήν ιστορικών πηγών ας η καθ’ ημάς Εταιρεία δύναται να θέση εις την διάθεσιν των ερευνητών επ’ ωφελεία της ευκλεούς ιστορίας του Έθνους. Ο αριθμός των 10.625 εγγράφων που ο μεγάλος συλλέκτης των γραπτών εθνικών κειμηλίων είχε αποστείλει στην Εταιρεία έως το 1915, προκαλούν τη συγκίνηση και το θαυμασμό του προέδρου και του γραμματέως της Εταιρείας, Μπόταση και Ράδου. Τον Απρίλιο του 1909, ο Κωνσταντίνος Ράδος του ανακοινώνει ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρείας έκανε διάβημα προς τον Υπουργό των Εξωτερικών εγγράφως τε και προφορικώς όπως ούτος προβή εις την αρμόζουσαν, τη φιλοπονία της φιλεπιστημοσύνης υμών, ηθικήν εκ μέρους του κράτους ικανοποίησίν σας· και συμπληρώνει: Τούτο το διάβημα εθεώρησεν καθήκον της η Εταιρεία ημών να κάμη, ανθ’ ων υπέρ της Εθνικής Ιστορίας κοπιάτε.

Η εθνική προσφορά του Βαρδουνιώτη δεν περιορίζεται στα σύνορα της ελεύθερης μόνο Ελλάδας. Το ταξίδι του στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και η γνωριμία του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης, τον ευαισθητοποιούν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη ελληνισμού. Η αλληλογραφία του μαζί τους, κυρίως δε οι εκτενείς επιστολές που επί 15ετία λαμβάνει από τον γιατρό και μακεδονομάχο στη συνέχεια Δημήτριο Ρίζο (τον επονομαζόμενο Ευμένη), αποκαλύπτουν την εναγώνια προσπάθεια του Βαρδουνιώτη να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορεί και με όσα μέσα διαθέτει, τη μεγάλη εθνική υπόθεση. Στέλνει με δυσκολία αθηναϊκά και άλλα έντυπα στη Θεσσαλονίκη και συμβάλλει στην δημοσιοποίηση και προβολή των εθνικών θεμάτων και των εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινότητας της πόλης, είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια φίλων και γνωστών του.

Σε ιδιαίτερη ενότητα μπορεί κανείς να εντάξει τις επιστολές προς τον Βαρδουνιώτη από λογίους συντοπίτες του, όπως ήταν οι εκπαιδευτικοί Ιωάννης Κοφινιώτης, Γεώργιος Δαλδάκης, oι νομικοί και λόγιοι Δημοσθένης Δεσμίνης και Νικόλαος Δημαράς, κ. .α., οι οποίοι αναδεικνύουν στο περιεχόμενό τους ζητήματα της εκπαίδευσης αλλά και τοπικά προβλήματα από την έλλειψη υποδομών όπως ήταν η μή συντήρηση του σιδηρόδρομου και των τρένων καθώς και η απουσία δικτύου άρδευσης της αργολικής πεδιάδας. Σημαντικές είναι και οι επιστολές ανδρών της γενιάς του Βαρδουνιώτη, υιών κατά κύριο λόγο και συγγενών αγωνιστών και πολιτικών της Επανάστασης, με δράση κυρίως στο Ναύπλιο και το Άργος: του Ιωάννη Νικηταρά, του Αναστασίου Γενναδίου, του Εμμανουήλ Καλλέργη και του ανεψιού του πολιτικού Δημητρίου Καλλέργη, του Ψύλλα, του Ιωάννη Τρικούπη. Από τις επιστολές ορισμένων από αυτούς καθώς και από εκείνες κορυφαίων πολιτικών που πρωταγωνίστησαν στον πολιτικό στίβο της εποχής, αποκαλύπτεται η πολιτική επιρροή που μπορούσε ν’ ασκήσει ο Βαρδουνιώτης στο εκλογικό σώμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, λόγω του κύρους του και της ισχυρής προσωπικότητάς του.

Το ευρύ ιδεολογικό φάσμα που καλύπτουν οι επιστολές των πολιτικών αλληλογράφων του δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του δικού του πολιτικο-ιδεολογικού στίγματος. Εμφανίζεται μάλλον μετριοπαθής στο πολιτικό πεδίο, το οποίο πρέπει να είχε επισκιασθεί από την αφοσίωσή του στη δικηγορία και την εντατική ενασχόλησή του με την έρευνα και τη συγγραφή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πάντως, δύο έγκριτοι δημοσιολόγοι της εποχής, οι εκδότες Σκόκος και Άννινος επιζητούν την συνεργασία του για τα νεότευκτα έντυπά τους λόγω των φιλελευθέρων και προοδευτικών αρχών του, τις οποίες, όπως του υπενθυμίζει ο πρώτος, δημοσία πολλάκις κηρύττετε. Όλα αυτά βέβαια μέχρι την περίοδο του εθνικού διχασμού, όταν κατά τρόπο ανεξήγητο, όπως σημειώνει ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος που τον γνώριζε προσωπικά, συντάσσεται ενεργά με τους βασιλόφρονες, αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους στο Άργος, και στη συνέχεια το 1918 εκτοπίζεται στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Η εξορία και η άφατη λύπη του για τη Μικρασιατική καταστροφή που επακολούθησε, κλόνισαν σοβαρά την υγεία του και επηρέασαν την πνευματική παραγωγή του. Τον Μάρτιο του 1924 πέθανε στην αγαπημένη του πατρίδα, το Άργος, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και πολυσύνθετο έργο. Χρέος δικό μας είναι να το αναζητήσουμε, να το εντοπίσουμε και να το αναδείξουμε.

Αθήνα 15/5/2015

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Επιστημονικό Συμπόσιο: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.


Read Full Post »

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. John Fulleylove (1845-1908)


 

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. Δημοσιεύεται στο: «Greece painted by John Fulleylove, R.I. Described by the Rev. J.A. M’ Clymont, M.A., D.D., Published, A & C Black, London, 1906».

 

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων.

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων.

 

Αριστερά ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, στο κέντρο η σημερινή Πλατεία του Άργους, στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό του Αγίου Ιωάννη, στην πλάγια του βουνού η Παναγία η Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα και στην κορυφή το Κάστρο της Λάρισας.

Read Full Post »

Ευτυχία Δ. Λιάτα «Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι (τέλη 17ου αρχές 19ου αι.)»


 

 Το βιβλίο της κυρίας Ευτυχίας Λιάτα, «Αργεία γη – Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι», παρουσιάζει την πόλη του Άργους από τα τέλη 17ου αιώνα έως της αρχές 19ου και εξετάζει: την Οριοθεσία της περιοχής του Άργους, τα Δημογραφικά, τα Οικιστικά, την Κοινωνία του Άργους, τα Προϊόντα, τα Διοικητικά και Φορολογικά και τέλος τους Παρακεντέδες, ξενομερίτες, μια ιδιαίτερη κατηγορία πληθυσμού, οι οποίοι εργάζονταν στην περιοχή του Άργους. Το βιβλίο εκδόθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το 2003.

 

[…] Οι ειδήσεις για την κοινωνία του Άργους στους αιώνες που διαπραγματευό­μαστε εδώ είναι ελάχιστες, ιδιαίτερα μάλιστα για την περίοδο της βενετοκρατίας. Γενικά, οι κάτοικοι της περιοχής εμφανίζονται φτωχοί με τα τυπικά χα­ρακτηριστικά μιας γεωργοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Ο σύνδικος καταστιχωτής Μαρίνος Μικιέλ στην έκθεσή του (1691) για τον Μοριά παρεπιπτόντως μόνο αναφέρεται στο Άργος, όταν, κάνοντας λόγο για τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής της Αργοναυπλίας, λέει ότι οι κάτοικοι «είναι κατά μέγα μέρος Αρ­βανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλίση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο».

Λίγα χρόνια αργότερα ο βενετός γιατρός Aless Pini, αναφερόμενος στο Άργος, θα επισημάνει ότι η πόλη βρίσκεται στην ίδια θέση που ήταν κτισμένη η αρχαία, όπου και διασώζονται πολλά ερείπια. Λίγες αράδες πιο κάτω όμως κι αφού μιλήσει για το κάστρο του Άργους, τη Λάρισα, θα επανέλθει λέγοντας ότι η σύγχρονη πόλη δεν είναι κατώτερη – από την αρχαία προφανώς – αν και οι Έλληνες που την κατοικούν είναι ταπεινής καταγωγής. Υπάγεται εκκλησια­στικά στον επίσκοπο του Ναυπλίου, ο οποίος φέρει ακόμα τον τίτλο του επι­σκόπου Άργους. Στο κάστρο εδρεύει ένας διοικητής με ελάχιστους στρα­τιώτες.

 

Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι

Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι

 

Περνώντας στην περίοδο της τουρκοκρατίας και όσον αφορά τα εξωτε­ρικά χαρακτηριστικά των κατοίκων η έμμεση μαρτυρία του Leake είναι από τις λίγες που έχουμε για την εποχή και για το θέμα αυτό. Ο Leake, λοιπόν, αναφέρει ότι άκουσε να λένε πως οι αναπλιώτισσες ήταν όμορφες, ενώ οι αργίτισσες άσχημες, διαφορά που την απέδιδαν στο νερό, μια και το Άργος υδρευόταν αποκλειστικά από πηγαδίσιο νερό, ενώ τ’ Ανάπλι έπαιρνε νερό με υδραγωγείο από μια πηγή της Τίρυνθας.

Μια άλλη μαρτυρία που έχει να κάνει με τον τρόπο αμφίεσης των κατοί­κων είναι εκείνη του Sibthorp, ο οποίος επισκέφτηκε το Άργος στα 1794 ημέρα παζαριού, όπως αναφέρθηκε ήδη η μόνη ενδυματολογική παρατήρη­ση που κάνει, είναι πως όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, ήταν ντυ­μένοι με προβατόγουνες. Εδώ, αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή προς τα πίσω στις αρχές του ίδιου αιώνα και να δούμε τη μαρτυρία ενός κατοίκου της περιοχής και πόσο υποτιμητικά μιλάει για την κοινωνία του Άργους σε σχέση με εκείνη τ’ Αναπλιού. Πρόκειται για τον Γ. Μέλο, έμπορο αθηναίο, εγκατε­στημένο στη Βενετία, ο οποίος, γράφοντας στον αδελφό του στ’ Ανάπλι, του λέει ότι δεν συμφωνεί σε καμιά περίπτωση με τα σχέδια του να παντρευτεί και να εγκατασταθεί στο Άργος, «όπου στάθηκε ο χαλασμός του σπιτιού τους», και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν θέλει τα παιδιά του αδελφού του «να φορούν τα τσαρούχια» ενδεικτικό στοιχείο κοινωνικής κατωτερότητας πλη­θυσμών κατά βάση αγροτοποιμενικών.

Προς το τέλος όμως της β’ τουρκοκρατίας η κατάσταση φαίνεται να έχει άρδην αλλάξει. Οι διαφορές (πολιτισμικές, οικονομικές, πληθυσμικές) ανάμεσα στις δύο γειτονικές πόλεις έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, και πάντως, αν υφίσταν­ται, τώρα πλέον είναι υπέρ του Άργους και όχι του Ναυπλίου. Ως προς το θέμα της μόρφωσης των κατοίκων δεν θα μπορούσαμε να φθάσουμε σε ασφαλή και επαρκή συμπεράσματα, επειδή λείπουν οι μαρτυρίες. Στα 1820 μόνο, όταν ο De Marcellus θα βρεθεί στο Άργος, θα σημειώσει ότι επισκέφτηκε ένα δημόσιο σχολείο, όπου, καλεσμένος από το δάσκαλο, πα­ρακολούθησε τη μέθοδο διδασκαλίας του, την οποία και περιγράφει. Μιλάει ακόμα για τα βιβλία που είδε εκεί και δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα από μια παράσταση με σκηνές από το έργο Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, που μαθητές έδωσαν για χάρη του.

Πρόκειται, προφανώς, για τη Σχολή που είχε ιδρύσει η οικογένεια Περούκα και ως ένα διάστημα στεγαζόταν στη Μονή της Κατακεκρυμμένης. Γενικά, η κοινωνία του Άργους με ελληνικό αλλά και έντονο αρβανίτικο πληθυσμό ποτέ δεν απόκτησε αστικό χρώμα κι έτσι πάντα σε σχέση με το Ναύπλιο, παρά τον τούρκικο πληθυσμό του, έμεινε πολιτισμικά και κοινωνικά καθυστερημένη, με πληθυσμό κατά βάση φτωχό κι ακαλλιέργητο, όπου όμως ξεχώριζαν και κάποιοι προύχοντες.

Ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι οι περισσότεροι Αργείοι ήταν έμποροι αλόγων και αραμπατζήδες, αφού στην περιοχή εκτρέφονταν ακόμα άλογα. Όσο για τους Τούρκους που κατοικούσαν στο Άργος ήταν πλούσιοι και υπήρχαν πολύ καλές οικογένειες, πράγμα που προσέλκυε εκεί πολλούς Ιταλούς τσαρλατά­νους. Και ο Leake, εξάλλου, σημειώνει ότι η πλεονεκτική θέση του Άργους και τα προνόμιά του, προσέλκυσαν πολλούς εύπορους Έλληνες. Είδαμε, άλ­λωστε, σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι στη μεγαλύτερη συνοικία της πόλης, τον Λεπούρ μαχαλά, ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι προύχοντες αργίτες.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους προύχοντες, ο πολυσυζητημένος από τους ξένους της εποχής Βλασσόπουλος, κοτζαμπάσης και προστατευόμενος των Άγγλων, θα φιλοξε­νήσει στα 1802 στο αρχοντικό του τη λαίδη Έλγιν με την οικογένειά της. Ο ίδιος, άλλωστε, διενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλ­γιν. Στα 1806 ο Σατωμπριάν φτάνοντας στο Άργος θα κάνει τη γνωριμία και θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του λόγιου γιατρού Διονυσίου Αβραμιώτη, για τον οποίο γράφει πως ήταν Ιταλός, εξόριστος στην Ελλάδα, όπου κατάφερε να πλουτίσει και τώρα επιθυμούσε να γυρίσει στην πατρίδα του.

Διαπρεπής προσωπικότητα του Άργους, μορφωμένος και γλωσσομαθής, ο Δημ. Περούκας, από τους εξέχοντες του τόπου διετέλεσε για χρόνια προε­στός και στην περίοδο 1812-1821 βεκίλης του Μοριά στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά του, από τις πλουσιότερες του τόπου, είχε έντονη την παρουσία της στα κοινά. Ανάμεσα στους προύχοντες, που κατά καιρούς χρημάτισαν και επίτροποι του τόπου, ήταν οι οικογένειες, Δωροβίνη, Αναγνωστόπουλου, Γκελμπερή, κ.ά.

 

Ευτυχία Δ. Λιάτα

«Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι (τέλη 17ου αρχές 19ου αι.)».

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003

Σελ. 144

ISBN 960-7916-26-3

Read Full Post »

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»


 

 

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για την αναστατική έκδοση του βιβλίου με τίτλο: «Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1910,  Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910».

 

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Στην «αναστατική» έκδοση με τίτλο «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910, Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910», συναντάμε σημαντικούς λόγιους του 19ου αιώνα του Άργους αλλά και του γειτονικού Ναυπλίου, όπως ο Ιωάννης Κοφινιώτης, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, ο Ιερέας και ιδρυτής του Συλλόγου «Ο Δαναός» Χρήστος Παπαοικονόμος και άλλους πολλούς, που οι εργασίες τους φιλοξενούνται στις 356 κιτρινισμένες και φθαρμένες από το χρόνο σελίδες του βιβλίου.

Αυτούς τους πνευματικούς δημιουργούς, η προστάτιδα της Ιστορίας Κλειώ τους έσυρε νωρίς προς την ιστοριοδιφική έρευνα κυρίως, παράλληλα όμως και σε άλλους τομείς της ζωής. Με άρθρα τους και σχόλια στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής- τοπικά και πανελλαδικά- αναφέρθηκαν σε θέματα που αφορούσαν στην πολιτική, τη θρησκευτική, την πνευματική ή καλλιτεχνική ιστορία της Αργολίδας. Όμως γενικότερα, θα λέγαμε, ότι ο τόπος μας ανέδειξε πλήθος ποιητών και λογοτεχνών με αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία στον έμμετρο και πεζό λόγο.

Η «αναστατική» αυτή έκδοση έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γιατί, μέσα από την ανάκληση της μνήμης απεικονίζει την ιστορία της πόλης του Άργους και της ευρύτερης περιοχής, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα οδοιπορικό στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής.

Οι κοιμισμένοι ήχοι και λόγοι αντηχούν πάλι, αψευδείς μάρτυρες ενός λαμπρού πολιτισμού, που αποκαλύπτεται με την έρευνα, σ’ όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στα γράμματα, τις τέχνες, την πολιτική ζωή.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα κείμενα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο:

  • Δημήτριος Βαρδουνιώτης, «Η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη – Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».
  • Ιωάννης Κοφινιώτης, «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου – Αι Δαναΐδες- Κλέοβις και Βίτων».
  • Δ. Χρ. Δουκάκης, «Επίσκοποι Άργους – Ναυπλίου».
  • Χρ. Παπαοιονόμου, «Ο Δαναός».
  • Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο φόνος του Καποδίστρια».
  • Αντ. Γ. Δαρλάκος, «Ο εν Άργει Ναός του Τιμίου Προδρόμου».
  • Σωτ. Χρονόπουλος , «Το εν Άργει Ιπποφορβείον».
  • Γεώργιος Ηλ. Σιμιτζόπουλος, «Ανασκαφαί εν Άργει υπό W. Vollgraff».
  • Εις Αργείος, «Το Άργος και η Κυριακή Αργία».
  • Σ. Μηλιαράκης, «Η Μελισσανδρού του Άργους».

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίσημη Ιστορία δε θα ήταν δυνατό να γραφεί σωστά χωρίς τη γνώση και της «μικροϊστορίας», αυτής δηλαδή που αναφέρεται σε επί μέρους ή και σε ασήμαντα – εκ πρώτης όψεως – γεγονότα ή πρόσωπα, που αποτελούν όμως τον συνδετικό κρίκο μιας κοινωνίας.

Από την άποψη αυτή, το «Ημερολόγιο του 1910» αποκτά το δικό του ειδικό βάρος τόσο για το Άργος αυτό καθ’ εαυτό, όσο και για την ταυτότητα των εν Αθήναις διαβιούντων Αργείων.

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1910

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1910

 

Πολύτιμος αρωγός στην προσπάθεια αυτής της  «αναστατικής» έκδοσης υπήρξε η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας και ειδικότερα ο Αντιπεριφερειάρχης κ. Τάσσος Χειβιδόπουλος, τον οποίο και ευχαριστούμε από το βάθος της καρδιάς μας, για την προσωπική και αμέριστη βοήθεια και συμπαράστασή του.

Η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας και  η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού προσφέρουν σήμερα στην Αργολίδα μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις στην ιστορία του τόπου μας, πολύτιμο οδηγό για κάθε ερευνητή και ιστορικό.

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Αναστατικές εκδόσεις – 1

Άργος, Δεκέμβριος, 2014.

356 σελίδες

ISBN 978-960-9650-13-7

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», την Κυριακή 29 Μαρτίου 2015, μίλησαν για την έκδοση, η Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, των οποίων τις ομιλίες παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

 

Παρουσίαση του Τόμου και επισκόπηση της Ιστορίας του Ημερολογίου ως ιδιαίτερου έντυπου, από την εμφάνισή του έως σήμερα


Σοφία Πατούρα

Διευθύντρια Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Σήμερα νοιώθω μεγάλη χαρά και συγκίνηση γιατί είναι η πρώτη φορά, μετά από 34 χρόνια συνεχούς ενασχόλησης με την ιστορική έρευνα, που μου δίδεται η ευκαιρία να μιλήσω στη γενέτειρά μου. Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω καταρχήν τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ. Σ. του Δαναού για τη ζεστή φιλοξενία που μας προσφέρουν απόψε σε αυτόν τον μοναδικό ιστορικό χώρο.

Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον κ. Τάσο Τσάγκο, γραμματέα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε με την πρότασή του να παρουσιάσω μαζί με τον εκλεκτό συνάδελφο, κοινωνιολόγο και συγγραφέα κ. Γιώργο Κόνδη, αυτό το πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο.

Συγχαίρω θερμά και ειλικρινά όλους τους συντελεστές της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης για την υλοποίηση αυτής της σπουδαίας πρωτοβουλίας αλλά και για το εξαιρετικό έργο που επιτελούν γενικότερα. Οι εκδόσεις της Αργολικής Βιβλιοθήκης και η ηλεκτρονική πληροφόρηση του κοινού με το πλήθος του πολύτιμου και αξιόπιστου ιστορικού υλικού, με το οποίο εμπλουτίζουν καθημερινά την ιστοσελίδα της, αποτελούν σημαντικά εργαλεία για την ιστορική έρευνα.  Στην παρούσα έκδοση και γενικότερα στην προσπάθεια αναβίωσης και ανάδειξης του ιστορικού και πνευματικού παρελθόντος της πόλης και του νομού μας, πολύτιμος αρωγός και συμπαραστάτης στέκεται ο Διοικητικός φορέας του Νομού μας, η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας, με πρωτεργάτη στην ενίσχυση του πολιτισμού και των γραμμάτων τον Αντιπεριφερειάρχη, κ. Τάσσο Χειβιδόπουλο. Του εκφράζω και εγώ από τη θέση της ιστορικού, της συμπολίτισσας και της απλής αναγνώστριας τις πιο θερμές ευχαριστίες μου.

Η κα Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών /Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, στο βήμα του «Δαναού».

Η κα Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών /Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, στο βήμα του «Δαναού».

Το Αργολικό Ημερολόγιο, δυσπρόσιτο έως σήμερα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό αλλά και στους επαγγελματίες ερευνητές και ιστορικούς, μέσα από τις 356 σελίδες του, ζωντανεύει το ιστορικό και πνευματικό παρελθόν της πόλης μας.  Μας δίδει το έναυσμα να κοιτάξουμε πίσω και ν’ αποτίσουμε φόρο τιμής σε όλους εκείνους τους πνευματικούς ανθρώπους που συμμετέχουν στον τόμο, για τη μικρή ή μεγαλύτερη συμβολή τους στο ιστορικό, κοινωνικό και πνευματικό γίγνεσθαι της εποχής. Με πολύ αγάπη και σεβασμό στη γενέτειρά τους και σε συνθήκες δύσκολες, μας κληροδότησαν πολύτιμες πληροφορίες για την πολιτική, στρατιωτική και εκκλησιαστική ιστορία της πόλης μας, τις θρησκευτικές παραδόσεις, την ιστορική γεωγραφία, τη λαογραφία, τη λογοτεχνία και τη λαϊκή σοφία των ανθρώπων της περιοχής μας. Όλο αυτό το πλέγμα συνιστά ένα πλούσιο πρωτογενές υλικό, πολύ χρήσιμο για τη σύγχρονη έρευνα.

Αναλυτικά για το περιεχόμενο του Ημερολογίου θα σας μιλήσει ο συνάδελφος κ. Κόνδης.

Εμένα θα μου επιτρέψετε να σας παρουσιάσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη πρωτότυπη έκδοση του παρόντος Ημερολογίου, στο πεδίο του έντυπου λόγου. Δηλαδή, την ειδική κατηγορία στην οποία ανήκε, καθώς τα Ημερολόγια αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο είδος στο χώρο του Τύπου -ημερήσιου και περιοδικού- επίσης την ιστορία, την εξέλιξη και μετεξέλιξή τους και γενικότερα το λογοτεχνικό και πνευματικό κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το συγκεκριμένο είδος εντύπου, κυρίως κατά το β’ μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί, ως γνωστόν, μία περίοδο έντονων ιδεολογικών, πνευματικών, πολιτισμικών και κοινωνικο-πολιτικών αναζητήσεων. Οι αναζητήσεις αυτές ήταν άμεσα συνυφασμένες με τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και του αυτοπροσδιορισμού του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Διατυπώνονταν και διοχετεύονταν στο ευρύ κοινό μέσα από τον Τύπο της εποχής, ο οποίος στο β’ μισό του 19ου αι. γνώρισε σημαντική άνθηση. Τα Εγκυκλοπαιδικά περιοδικά, οι Εφημερίδες, τα Φιλολογικά και Οικογενειακά έντυπα και τα Ημερολόγια, με το εύρος των θεματικών πεδίων που καλύπτουν, συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση της συλλογικής μνήμης, καθώς απευθύνονταν σε ένα ευρύ και συχνά λιγότερο λόγιο αναγνωστικό κοινό από εκείνο των Βιβλίων.

Στον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του, η Εφημερίδα και το Περιοδικό (Φιλολογικό, Εγκυκλοπαιδικό, Ημερολόγιο ποικίλης ύλης κ.λπ.), εκτός του ότι αποτελούσαν ιδιαίτερα πολιτισμικά προϊόντα, είχαν πλέον σταθεροποιηθεί και ως διακριτές κατηγορίες, τόσο στο μορφολογικό όσο και στο θεματολογικό πεδίο.

Ο συμβατικά λεγόμενος ημερήσιος Τύπος της εποχής, δηλ. οι Εφημερίδες, παρά τις αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις που εμπεριείχαν μεταξύ τους, στόχευαν στην υπεράσπιση και προαγωγή των εθνικών θεμάτων, στην προάσπιση της συνταγματικής τάξης, στη διαπαιδαγώγηση του αναγνωστικού κοινού σε ζητήματα θεσμών, πολιτικών συμπεριφορών και δημοκρατικών κανόνων. Ο περιοδικός Τύπος από την άλλη, στόχευε κυρίως στην πνευματική αφύπνιση του κοινού και είχε χαρακτήρα, πρωταρχικά, εκπαιδευτικό και εγκυκλοπαιδικό. Η ιστορία, η ανθρωπογεωγραφία, οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις, οι εξερευνήσεις, οι περιηγητικές περιγραφές, οι εφευρέσεις, οι επιστήμες, οι κατακτήσεις στα γράμματα και τις τέχνες αλλά και η δεκτικότητα στο «αξιοπερίεργο» και το «εξωτικό», σφράγισαν με την πληθωρικότητά τους τα περιοδικά έντυπα του Ελληνικού Διαφωτισμού. Η εξελικτική πορεία που ακολούθησε το «περιοδικό έντυπο», οδήγησε στην ωριμότητα του είδους και στη δημιουργία των μεγάλων «φιλολογικών» και «οικογενειακών περιοδικών» του β’ μισού του 19ου αιώνα.

Ανάμεσα σε αυτά ξεχωριστή θέση κατείχαν τα Ημερολόγια. Διάνυσαν μακρύ δρόμο και πολλά στάδια έως ότου καταλήξουν σε έντυπα ψυχαγωγικού, μορφωτικού και παιδευτικού τύπου, με στόχο την πνευματική καλλιέργεια του αναγνωστικού κοινού. Αν και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών και έχουν εξαιρετικό γραμματολογικό, ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, τα Ημερολόγια παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητα, εν πολλοίς άγνωστα και απρόσιτα στο κοινό των ερευνητών.

Οι συνηθέστεροι όροι με τους οποίους παρουσιάζονται στην ιστορία του Ελληνικού Τύπου, από την εμφάνισή τους στον ελληνικό χώρο, είναι οι παρακάτω:  Ημερολόγιον, Καλενδάριον, Μηνολόγιον, Σεληνοδρόμιον, Αλμενάχιον, Εφετηρίς και Καζαμίας. Το 1928 τυπώνεται το πρώτο Μηνολόγιον της Αίγινας, το 1835 το Ημερολόγιον ήτοι καλανδάριον  του Δ. Μπίστη στην Αθήνα, και το 1842 κυκλοφορεί στο Ναύπλιο ιταλικό Μηνολόγιο μεταφρασμένο στα ελληνικά και μετονομαζόμενο από τον εκδότη του σε Καζαμία. Έως το 1863 έχουν καταγραφεί 57 εκδόσεις Ημερολογίων στην ελληνική επικράτεια.

Η ύλη τους, στο α’ μισό του 19ου αι., δεν χαρακτηρίζεται από το λογοτεχνικό πλούτο και την πολυφωνία που θα γνωρίσει το είδος αυτό κατά το β’ μισό του αιώνα. Στο βασικό περιεχόμενό τους, καταγράφονταν το Εορτολόγιον, το Πασχάλιον, το Κανόνιον των μηνών και ημερών, το Νέον Φεγγάριον, τα Σημεία του Ζωδιακού και οι Προγνώσεις, τα Πανηγύρια, Αποφθέγματα, Ανέκδοτα, πρακτικές και ιατρικές συμβουλές και γενικότερα θέματα που εύρισκαν μεγάλη απήχηση στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Τα φυλάδια αυτά, γνωστά ως τις μέρες μας με τη ονομασία Καζαμίες, ήταν ευχάριστα αναγνώσματα, προσιτά και δημοφιλή σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.

 

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

 

Με την πάροδο των χρόνων, στην ύλη τους προστέθηκαν και άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα αφιερώματα σε εμποροπανηγύρεις και αυλικές τελετές, δρομολόγια μεταφορικών μέσων, αλλά και άρθρα εκλαϊκευτικού χαρακτήρα, απλές δηλαδή ιστορικές μελέτες, περιηγητικές εντυπώσεις, αινίγματα, γρίφοι και παιγνίδια. Εγκατέλειψαν σταδιακά τον κατεξοχήν προγνωστικό και προφητικό χαρακτήρα και έγιναν πρόδρομοι της επόμενης και σαφώς εξελιγμένης γενιάς Ημερολογίων του β’ μισού του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Από λαϊκά, αναβαθμίσθηκαν σε πιο ποιοτικά έντυπα, αύξησαν την κυκλοφορία τους και στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα γνώρισαν άνθηση και διάδοση τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια του Ελληνισμού. Από το 1860 τα Ημερολόγια που εκδίδονται στον ελληνικό χώρο, εγκαινιάζουν μια νέα φάση της εξελικτικής πορείας και διαδρομής του συγκεκριμένου είδους. Αποστασιοποιούνται από το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα των προηγούμενων και επιδιώκουν να δώσουν απάντηση στα αιτήματα της εποχής περί ωφελιμότητας, τερπνότητας, αλλά κυρίως πνευματικής αφύπνισης. Ως προάγγελο αυτής της κατηγορίας μπορούμε ν’ αναφέρουμε το Ημερολόγιον της Χρυσαλλίδος (1857-1863), το οποίο εγκαινιάζει αυτή τη νέα εποχή για το συγκεκριμένο έντυπο. Ο στόχος του γίνεται πιο σύνθετος, γιατί όπως δηλώνει ο εκδότης του Σπυρίδων Βλαντής, «παρεκτός του καλλωπισμού του ημετέρου Ημερολογίου, ό και Χρυσσαλίς επεγράψαμεν, και έτερον προσάπτεται, το ηθικόν, η ένωσις δηλαδή της πατρίδος μετά της Θρησκείας. καθότι χωρίς θρησκείας, κενόν και ανύπαρκτον η πατρίς».

Αμέσως μετά κάνει την εμφάνισή του και αναπτύσσεται ραγδαία το λογοτεχνικό Ημερολόγιο, μέσω του οποίου δίνεται η δυνατότητα σε πνευματικούς ανθρώπους της εποχής να υπηρετήσουν το λόγο και την τέχνη. Θ’ αναφέρω τα σημαντικότερα από αυτά που μαζί με τα καθαρώς λογοτεχνικά Περιοδικά και τις Εφημερίδες αποτελούν σημαντικές πηγές για τη μελέτη της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής εκείνης της περιόδου. Το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον, το του διασήμου αστρονόμου Καζαμία Ημερολόγιον (1865),  το Αττικόν Ημερολόγιον (1867-1895 με ενδιάμεσες διακοπές στην έκδοσή του), το Εθνικόν Ημερολόγιον, γνωστό και ως Ημερολόγιον του Σκόκου (1886-1918) και η Ποικίλη Στοά Αρσένη με υπότιτλο Ετήσιον Ημερολόγιον (1881-1914), είναι τα αντιπροσωπευτικότερα του είδους. Τα δύο τελευταία θεωρούνται ως τα μακροβιότερα, καθώς η έκδοσή τους συνεχίστηκε και στον 20ό αι., του πρώτου ως το 1918 και του δεύτερου ως το 1914. Συνεργάτες τους υπήρξαν σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες από το χώρο της λογιοσύνης, όπως για παράδειγμα, ο Ειρηναίος Ασώπιος,  ο Άγγ. Βλάχος, ο Ι. Καμπούρογλου, ο Αρ. Προβελέγγιος, ο Αχ. Παράσχος, ο Ι. Πολέμης, ο Α. Λασκαράτος και ανάμεσά τους και ο συμπολίτης μας λόγιος Δημ. Βαρδουνιώτης. Τόσο ο Αρσένης όσο και ο Σκόκος, φίλοι του Βαρδουνιώτη, του ζητούσαν επίμονα, μέσω των επιστολών τους, τη δική του συμβολή.

 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

 

Από πολύ νωρίς φαίνεται πως τα λογοτεχνικά Ημερολόγια αποτελούσαν πολύτιμο δώρο για το νέο έτος ανάμεσα στους κύκλους των μορφωμένων και λογίων της εποχής. Ο Αναστάσιος Παπαδήμος, για παράδειγμα, διευθυντής αργότερα της φημισμένης Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, λόγιος και γλωσσομαθής της εποχής, σε επιστολή του προς τον Δ. Βαρδουνιώτη, νεαρό τότε φοιτητή, στις 31 Δεκεμβρίου του 1869, μεταξύ άλλων αναφέρει: Νυν δε σοι στέλλω εν ημερολόγιον απλούν, ουδέν άλλο υποτιθέμενον ή το υποδείξαι τας ημέρας του έτους 1870. Δια δε την ποικιλίαν, προσετέθη και εν επίσης απλούν, μυθιστορίας τινάς μόνον, και γνωμικόν περιέχον. Ο Ασώπιος δεν εξέδωκεν εφέτος, ο δε Κωνσταντίνος (των Παρισίων) είναι μόνον δια τους εφημεριδογράφους. Ο Ασώπιος, στον οποίο αναφέρεται ο Παπαδήμος είναι ο Ειρηναίος Ασώπιος ο οποίος συγκαταλέγεται στους πρώτους εκδότες λογοτεχνικών Ημερολογίων. Το 1866 εγκαινίασε το Αττικόν Ημερολόγιον, του οποίου κυκλοφόρησαν συνολικά 25 τόμοι. Το 1870 δεν εκδόθηκε πράγματι το Ημερολόγιο του Ασώπιου, και έτσι ο Παπαδήμος αναγκάζεται να στείλει στον Βαρδουνιώτη ημερολόγιον απλούν.

Ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, ώριμος πλέον λόγιος, μέσα από την αλληλογραφία του με τον Παπαδήμο, εμφανίζεται το 1882 να ζητεί από τον δεύτερο πληροφορίες για την ιστορία του Ημερολογίου, του Καλενδαρίου, του Αλμεναχίου. Σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη, στις 8/8/1882, ο Παπαδήμος επισυνάπτει δύο χειρόγραφες σελίδες, στις οποίες καταγράφει περιληπτικά τη διαδρομή του Αλμανάχ-Καλενδαρίου-Ημερολογίου στην Ευρώπη, από την πρώτη έντυπη εμφάνισή του στη Βιέννη το 1460, τη διάδοσή του στις άλλες χώρες, έως την λογοτεχνική ακμή του κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως στη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία.

Στον ελλαδικό χώρο το λογοτεχνικό Ημερολόγιο, θα γνωρίσει, όπως προανέφερα, τη μεγίστη ακμή του στο β’ μισό του 19ου αι. Θ’ αποβάλλει από νωρίς το αμιγές ημερολογιακό ύφος, στο οποίο θα παραχωρήσει πολύ μικρό χώρο και θ’ ακολουθήσει στην ύλη του τις τρέχουσες φιλολογικές και πολιτισμικές εξελίξεις. Με τη δημοσίευση δηλαδή απλουστευμένων επιστημονικών άρθρων, θεατρικών και μουσικών δρώμενων, πλήθους λογοτεχνικών κειμένων, κειμένων από τη λαογραφική και ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, θέλει να συνδυάσει το τερπνό με το ωφέλιμο για τον αναγνώστη. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος εγκυκλοπαιδικού Ημερολογίου που στόχο είχε να συμβάλει στην αναγέννηση της χώρας.

Την ίδια περίοδο, παράλληλα με το ποιοτικό, λογοτεχνικό Ημερολόγιο, το Ημερολόγιο ως έντυπο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και καλύπτει το φάσμα όλης της κοινωνικής κλίμακας: από τα λαϊκά στρώματα που θέλγονται από τις αστρολογικές προβλέψεις και τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις των ευρείας κυκλοφορίας Καζαμιών, έως το λόγιο κοινό που αναζητεί την αξιόπιστη φιλολογική και ιστορική ενημέρωση στο Ημερολόγιο του Σκόκου, για παράδειγμα, και στην Ποικίλη Στοά του Αρσένη.

Ημερολόγια κάθε είδους (λογοτεχνικά, λαϊκά, ποικίλης ύλης, κ. λπ.) θα συνεχίσουν να εκδίδονται και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., χωρίς ωστόσο να σταματήσει η σποραδική εμφάνισή τους και αργότερα. Συχνά η δημιουργία τους στοχεύει στη συσπείρωση μιας εθνικής μειονότητας, εντός ή εκτός των εθνικών ορίων, όπως στόχευε για παράδειγμα το Μικρασιατικόν Ημερολόγιον της Ελένης Σβορώνου, της οποίας ο Αργείος λόγιος Βαρδουνιώτης υπήρξε επίσης στενός φίλος και συνεργάτης. Άλλοτε πάλι ο τίτλος τους προσδιορίζει τη θρησκευτική ή ιδεολογική ταυτότητα μιας κοινότητας, π.χ. Βυζαντινόν Ημερολόγιον, Καθολικόν Ημερολόγιον· άλλοτε παραπέμπει σε επαγγελματική συντεχνία ή ομάδα π. χ. Μουσικόν Ημερολόγιον, Ημερολόγιον Υγείας κ.λπ., και άλλοτε σε τοπικούς ή ευρύτερα γεωγραφικούς συλλόγους, όπως συμβαίνει και με την ανά χείρας έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου.

Ημερολόγια εκδίδονταν καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αλλά και ως τις μέρες μας, σε μια διαρκή ωστόσο μεταμόρφωση και προσαρμογή στους σκοπούς και τους στόχους που έθετε  η κατά περίπτωση έκδοσή τους. Μπορώ να σας αναφέρω μια σειρά λιγότερο σοβαρών από φιλολογική και λογοτεχνική άποψη Ημερολογίων, συνηθισμένων παλαιότερα, όπως τα παρακάτω: Ημερολόγια σχολείων, τοπικών και επαγγελματικών συλλόγων, ενοριών, εταιρειών, συνεταιρισμών κ.λπ. Και αυτά, ωστόσο, τα ταπεινά έντυπα αποτελούν σήμερα πολύτιμες πηγές της ιστορίας -κυρίως της μικροϊστορίας-, είναι όμως δυσεύρετα από την κοινότητα των ειδικών. Έντυπα με τον τίτλο Ημερολόγια εξακολουθούν να κυκλοφορούν και να αποτελούν αναγνώσματα προσφιλή έως σήμερα, με εμφάνιση και περιεχόμενο πρωτότυπα και ιδιαίτερα ευρηματικά: προσωπικά και συλλογικά Ημερολόγια λογοτεχνίας και ποίησης (ανθολόγια), επετειακά, Ημερολόγια-ανεκδοτολόγια, χιουμοριστικά-γελοιογραφικά, ερωτικά, λαϊκών παραδόσεων, αλμανάκ καλοτυχίας, κ. λπ. Όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμη αποτελούν πεδίο ελεύθερης δραστηριότητας και έκφρασης για εκδότες, συγγραφείς και επιμελητές. Είναι βέβαιο ότι σήμερα που η ηλεκτρονική επανάσταση τείνει να εξαφανίσει το βιβλίο στην έντυπη μορφή του, αλλοιώνοντας το χαρακτήρα του, οι παραδοσιακές εκδόσεις θα αντέξουν περισσότερο μέσα στο χρόνο.

Τρανή απόδειξη της παραπάνω εκτίμησης αποτελεί η παρούσα αναστατική έκδοση που πραγματοποιήθηκε χάρη στη διάσωση ως τις μέρες μας αυτού του δυσεύρετου πράγματι αλλά ανθεκτικού στον μακρύ χρόνο αντιτύπου του Αργολικού Ημερολογίου. Αξίζει να σημειώσω σχετικά τη διαπίστωση του μεγάλου λαογράφου μας Νικολάου Πολίτη, σε μια αποστροφή του για την παντοτινή επικαιρότητα του Αττικού Ημερολογίου. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά ο Ν. Πολίτης ότι το Αττικόν Ημερολόγιον «διέψευσε την γαλλικήν παροιμίαν καθ’ ήν γυνή και ημερολόγιον είναι μόνον δι’ έν έτος· διότι πάντοτε δύναταί τις να το αναγιγνώσκη μετ’ ίσης ευχαριστήσεως, επειδή ο κύριος Ασώπιος (ο εκδότης του) κατέστησεν αυτό ταμείον, εν ώ εναποθέτουσι τα καλύτερα του καλάμου αυτών προϊόντα οι διασημότεροι των λογίων».

Επικεντρώνοντας, λοιπόν, το ενδιαφέρον μας στην ανά χείρας έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για το σύντομο ιστορικό που σας παρουσίασα, θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες σύντομες απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με τον χρονικό ορίζοντα της έκδοσής του, τη μορφή και το περιεχόμενό του. Είναι αλήθεια ότι η χρονική έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου ταυτίζεται με μια εποχή που αυτό το είδος του έντυπου λόγου γνώριζε μεγάλη ωριμότητα και άνθηση. Εξάλλου η σύνδεση της ωφέλειας με την τέρψη, η νέα μορφολογία του είδους (δηλ. το σχήμα και η εικονογράφηση) και η έντονη εστίαση του ενδιαφέροντος σε ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα που κυριαρχούν στα Ημερολόγια της εποχής, είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα και του δικού μας Ημερολογίου. Παρά το γεγονός της συγκυριακής έκδοσής του για την ενίσχυση των οικονομικών του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της ίδρυσής του, το περιεχόμενο του Ημερολογίου δεν υπολείπεται σε ποιότητα και σπουδαιότητα των συγχρόνων του, αθηναϊκών και μή.

Το καθαρώς ημερολογιακό τμήμα του περιορίζεται σε 11 μόνο σελίδες με την παράθεση ενός απλού μηνολογίου και των εορτών του έτους. Όλο το υπόλοιπο μέρος, χωρίς βέβαια συγκεκριμένη διάταξη και ειδικές στήλες, παρέχεται ελεύθερα  ως βήμα έκφρασης σε μια σειρά Αργείων κυρίως λογίων, ιστορικών και επιστημόνων της εποχής. Σπουδαίες πραγματείες και ιστορικές αναφορές, ζητήματα της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας, καταγραφές ανασκαφών και αρχαιολογικών ευρημάτων, επετειακοί Λόγοι, σπάνιες αφηγήσεις σημαντικών ιστορικών συμβάντων, ιστορικο-γεωγραφικά της ευρύτερης περιοχής, ιστορικές βιογραφίες, αλλά και προσεγγίσεις επιστημονικών θεμάτων, προσδίδουν στον ανά χείρας τόμο το χαρακτήρα μιας πρωτογενούς ιστορικής πηγής. Δίπλα σε αυτά, συμπολίτες μας της εποχής εκείνης, με λογοτεχνικές, ποιητικές και λαογραφικές ανησυχίες, δοκιμάζουν την πέννα τους στη συγγραφή διηγημάτων και ποίησης, ιστορικών ανεκδότων, παροιμιών, αποφθεγμάτων και συμβουλών.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που με τη γραφίδα τους συνέβαλαν στην έκδοσή του, συγκαταλέγονται λόγιοι, των οποίων η πνευματική εμβέλεια και δράση είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα τοπικά όρια της Αργολίδας. Για την οικονομία του χρόνου θ’ αναφερθώ σύντομα στους σημαντικότερους από αυτούς, χωρίς να υποτιμώ καθόλου την ευρυμάθεια και τη συμβολή των υπολοίπων.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Αποτίοντας φόρο τιμής και εκφράζοντας τη δέουσα ευγνωμοσύνη στον εμπνευστή και επί σειρά ετών Πρόεδρο του ιστορικού μας Συλλόγου «Δαναός», θα μνημονεύσω πρώτον απ’ όλους τον ιερέα και σχολάρχη τότε του Άργους Χρήστο Παπαοικονόμο. Ο Χρήστος Παπαοικονόμος (1853-1922), πολυγραφότατος λόγιος, αναδείχθηκε στις τάξεις των κληρικών, καταλαμβάνοντας υψηλές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και την Εκπαίδευση χάρη στην  εκκλησιαστική του δράση, κυρίως όμως χάρη στο πλούσιο συγγραφικό του έργο. Κορυφαία θέση σε αυτό κατέχει το τεκμηριωμένο επιστημονικά βιβλίο του πάνω στον Βίο του Αγίου Πέτρου, πολιούχου της πόλης του Άργους. Στην περίοδο της θητείας του, ως σχολάρχης του Άργους ο ιερέας Παπαοικονόμος εμπνεύσθηκε και ίδρυσε, με τη βοήθεια και άλλων φιλοπρόοδων Αργείων τον φιλολογικό Σύλλογο «Δαναός» τον μικρό Παρνασσό, όπως λεγόταν τότε, έναν από τους παλαιότερους φιλολογικούς συλλόγους της χώρας. Στον παρόντα τόμο ξεδιπλώνει με την πέννα του το ιστορικό της ίδρυσης και δράσης του Συλλόγου από το 1894 έως το 1907, «χάριν των επιγιγνομένων’ όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο του χρονολογίου του.

Ιωάννης Κοφινιώτης

Ιωάννης Κοφινιώτης

Με τρία άρθρα του από τον χώρο της ιστορίας και μυθιστορίας και έναν ιστορικό επετειακό Λόγο, συμμετέχει στο Ημερολόγιο ο γνωστός εκπαιδευτικός και πολιτικός της εποχής Ιωάννης Κοφινιώτης (1851-1921). Συγγραφέας πολλών σχολικών εγχειριδίων και μεγάλου αριθμού άρθρων σε έντυπα εκείνης της περιόδου, ο Κοφινιώτης δοκίμασε την τύχη του και στην πολιτική. Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας μία φορά στην Α’ Αναθεωρητική Βουλή του 1910. Το σημαντικότερο ιστορικό έργο του είναι η δίτομη Ιστορία του Άργους από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών. Οι εκδόσεις «Εκ προοιμίου» συμμετέχοντας ενεργά στην προσπάθεια διάσωσης ιστορικών τεκμηρίων της πόλης μας ανατύπωσαν πριν από λίγα χρόνια τον διασωθέντα πρώτο τόμο του Έργου.

Στο Αργολικό Ημερολόγιο αναδημοσιεύεται  Ανοικτή Επιστολή του Δημοσθένη Δεσμίνη προς τους «εν Αμερική εγκατεστημένους Αργείους», σε μια προσπάθεια αναζήτησης οικονομικής βοήθειας προς τον Σύλλογο «Δαναός». Ο γνωστός στους Αργείους ευεργέτης της πόλης Δημοσθένης Δεσμίνης (1868-1936), λόγω της δωρεάς του για την ίδρυση του νοσοκομείου, με καταγωγή από το Άργος, έζησε και εργάσθηκε στην Αθήνα, χωρίς ποτέ βέβαια να λησμονήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του. Στην Αθήνα εξέδιδε επί τέσσερα έτη την εφημερίδα Δαναΐς, μια από τις καλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής σε ύλη και ποιότητα. Μέσα από τις σελίδες της έδωσε σκληρό αγώνα για την επίλυση του αρδευτικού και του γεωργικού ζητήματος της αργολικής πεδιάδας. Άνθρωπος με σπουδαία νομική παιδεία και υψηλή μόρφωση, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την πνευματική αναγέννηση της πόλης. Για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του Δαναού, κληροδότησε στο Σύλλογο την προσωπική του βιβλιοθήκη. Επίσης, με την ισχυρή παρέμβασή του προς τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831-1907) πέτυχε να εξασφαλίσει για τον Δαναό πλήρη σειρά της βιβλιοθήκης Μαρασλή, με πολύτιμα βιβλία για την ιστορία και τον πολιτισμό της Ευρώπης και της Ελλάδας.

Ένας άλλος λόγιος και νομομαθής από το Ναύπλιο, ο γνωστός για τα ιστορικά του συγγράμματα Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1850-1915), συμμετέχει στον τόμο με μία μελέτη με τον τίτλο «Η 13η Ιανουαρίου 1833 εν Άργει». Αν και αμφιλεγόμενη ως προς την αποτίμηση των γεγονότων, η μελέτη αυτή είναι σημαντική πηγή για τη σύγχρονη έρευνα, λόγω της αλληλογραφίας που παραθέτει μεταξύ των εμπλεκόμενων στα γεγονότα προσώπων. Η καλλιέργεια και η ευρυμάθεια του Μ. Λαμπρυνίδη αποτυπώνονται στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, με σημαντικότερο απ’ όλα το ιστορικό του σύγγραμμα Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς.

Στον τόμο συμμετέχουν με μικρές ή μεγαλύτερες συμβολές συγγραφείς ή διανοούμενοι που δεν κατάγονταν από την Αργολίδα, αλλά πιθανότατα συνδέονταν με μέλη του εν Αθήναις Συλλόγου «Ατρεύς». Ασφαλώς θ’ αποτέλεσε τιμή για τους συντελεστές της έκδοσης του Ημερολογίου η συμμετοχή σε αυτό, του κορυφαίου τότε καθηγητή της Φυτολογίας και Βοτανικής, Σπυρίδωνος Μηλιαράκη. Ο Σπυρ. Μηλιαράκης υπήρξε ένας από τους πρώτους θιασώτες και «εισαγωγείς» της δαρβίνειας θεωρίας στην Ελλάδα και ο πρώτος μεταφραστής του έργου του Δαρβίνου στα Ελληνικά. Αξίζει να σας αναφέρω ότι ήταν αδελφός του πρωτοπόρου για την εποχή Ιστορικο-γεωγράφου, Αντωνίου Μηλιαράκη, ιδρυτικού μέλους της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, επίτιμου μέλους του Δαναού και γνωστού στην ιστορία της πόλης μας από το έργο «Γεωγραφία πολιτική  νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Στον παρόντα τόμο, με ένα επιστημονικό σύντομο άρθρο του, ο Σπυρ. Μηλιαράκης καταρρίπτει τον εκ της λαϊκής φαντασίας προερχόμενο μύθο περί της Μελισσανδρούς, φυτού φυόμενου στην αργολική πεδιάδα και αλλού.

Ανάμεσα στους άλλους, στον τόμο συμμετέχει και ο γνωστός μας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) μ’ ένα σύντομο διήγημα και ένα γεμάτο συγκίνηση και πατριωτική φλόγα ποίημα. Ο Πολέμης που μαζί με πολλούς λογίους του β’ μισού του 19ου αι. είχε ενταχθεί λογοτεχνικά στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, αντιτάχθηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό και καθιέρωσε, όπως ο Παλαμάς και ο Δροσίνης τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Στη δημοτική είναι γραμμένο και το ποίημά του «η σούβλα του πασσά», με το οποίο εμπλούτισε λογοτεχνικά το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910.

Τελευταίον, όχι τυχαία βέβαια, άφησα τον «πατριάρχη και παλαίμαχο των γραμμάτων, εργάτη και αριστοτέχνη του καλάμου», όπως τον χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Γκινόπουλος, τον μεγάλο μας λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Οι δύο συμβολές του στο Ημερολόγιο για την ιστορία του «εν Άργει Κεντρικού Σχολείου της Ελλάδος» και της «εν Άργει επαναστάσεως’ είναι πολύτιμες ιστορικά, αποτελούν όμως ένα  μικρό, πολύ μικρό δείγμα της γραφίδας του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης (1847-1924) αδικημένος έως σήμερα ιστορικός και λόγιος, παρότι έζησε ολόκληρη τη ζωή του στη μικρή ιστορική μας πόλη, ήταν στην πραγματικότητα ισότιμο μέλος της πνευματικής ελίτ της Αθήνας, με τους εκπροσώπους της οποίας είχε δημιουργήσει πολύ στενές σχέσεις. Υπήρξε καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής, μα πάνω απ’ όλα σπουδαίος ιστορικός. Ασκητικός στη φιλοσοφία για τη ζωή και υπέρμετρα εργατικός, συνήθιζε να λέει ότι «η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας».

Κοντά στο πλήθος των λογοτεχνικών του έργων (πεζά και ποιήματα), στις πολλές ανταποκρίσεις του σε αθηναϊκές και άλλες εφημερίδες, κορυφαίο είναι το ιστορικό του έργο με προεξάρχουσα τη σπουδαία μονογραφία του για την καταστροφή του Δράμαλη. Το έργο αυτό, που για τη σύγχρονη έρευνα αποτελεί πλέον ιστορική πηγή, ο Δημήτριος Καμπούρογλου το χαρακτήρισε μνημειώδες, σημειώνοντας μάλιστα πως «εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη».

Με αφορμή την αποψινή εκδήλωση, επιτρέψτε μου να σας αποκαλύψω την ιδιαίτερη σχέση που έχω αναπτύξει τελευταία με αυτό το ιστορικό πρόσωπο της πόλης μας, τον κορυφαίο, θα έλεγα, λόγιο που με τη συνολική του δράση ετίμησε και τιμά την πόλη μας. Θεωρώ μεγάλη για μένα τύχη το ότι από πολλών ετών έχω στην κατοχή μου ένα σημαντικό τμήμα του αρχείου του Βαρδουνιώτη, αυτό της προσωπικής αλληλογραφίας του. Παρά το γεγονός ότι είμαι βυζαντινολόγος, αποφάσισα τώρα, και αφού έχω διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής πορείας μου, να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο αρχείο και να το αξιοποιήσω επιχειρώντας ένα τεράστιο επιστημονικό άλμα.

Πρόκειται για ένα μεγάλο αριθμό επιστολών  με παραλήπτη τον Βαρδουνιώτη, προερχομένων από πολλούς γνωστούς και σημαντικούς λογίους της εποχής του. Πολλές από αυτές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και συγγραφείς κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων, φιλολογικών περιοδικών, εφημερίδων και ιστορικών συγγραμμάτων. Άλλες από πολιτικούς και πολιτευόμενους της εποχής που ζητούν τη συνδρομή του, άλλες από το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του και λίγες μόνο από ανθρώπους του επαγγελματικού του χώρου. Στο περιεχόμενό τους απεικονίζεται με ενάργεια η πνευματική και πολιτική κίνηση της εποχής, ξεδιπλώνονται πτυχές της ιστορίας του τόπου μας, διαγράφονται οι διαδρομές μιας αέναης λογοτεχνικής, ιστορικής και φιλολογικής πληροφόρησης ένθεν και ένθεν, κυρίως όμως σκιαγραφείται η πολυσύνθετη προσωπικότητα του Βαρδουνιώτη και αναδεικνύεται η συμβολή του σε όλα τα επίπεδα: στο πνευματικό, το πολιτικό, το πατριωτικό, το επαγγελματικό. Αξίζει να σας αναφέρω ακόμη ότι η πνευματική και πατριωτική δραστηριότητα του Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από σχετικές επιστολές, είχε επεκταθεί και πέραν των συνόρων της επικράτειας του τότε νεοελληνικού κράτους: στη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, την Έδεσσα, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη, τα Ιεροσόλυμα, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Σαξονία, κ.λπ.

Σε συνεργασία, λοιπόν, με την εκλεκτή συνάδελφο και διακεκριμένη νεοελληνίστρια, κυρία Ρωξάνη Αργυροπούλου, με αργείτικες επίσης ρίζες και εκείνη,  αποφασίσαμε ν’ αναλάβουμε το εγχείρημα της έκδοσης αυτού του σημαντικού αρχείου. Αρωγό σε αυτή την προσπάθεια έχουμε την Αργολική αρχειακή Βιβλιοθήκη, η οποία αγκάλιασε εξαρχής με πολύ ενθουσιασμό και αμέριστο ενδιαφέρον αυτή την πρωτοβουλία. Με τη βοήθεια και των επίσημων φορέων του νομού μας, στην οποία όντως προσδοκούμε, ελπίζουμε να τα καταφέρουμε. Νομίζω ότι το οφείλουμε όλοι μας στο Βαρδουνιώτη, ο οποίος, όπως ευφυώς έλεγε ο φίλος του, Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ήταν στην συνείδηση των γνωστών και φίλων του, τόσο ταυτισμένος με το Άργος ώστε «ο Βαρδουνιώτης να υπενθυμίζη το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη».

Κλείνοντας, ελπίζω και εύχομαι η προσπάθεια της διάσωσης και διάδοσης των ιστορικών τεκμηρίων της πόλης και του νομού μας να συνεχισθεί και η παρούσα αναστατική έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου ν’ αποτελέσει το έναυσμα για την περαιτέρω ανακάλυψη του ιστορικού παρελθόντος της περιοχής μας.

 

Παρουσίαση Αναστατατικής Έκδοσης Αργολικού Ημερολογίου 1910


 

 Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών,

Συγγραφέας.

 

Η σημασία της αναστατικής έκδοσης του Αργολικού Ημερολογίου 1910 από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δεν έγκειται μόνο στη διάσωση ενός πολύτιμου αρχειακού υλικού αλλά και στο ότι ανανεώνει το ενδιαφέρον για την έρευνα στην Αργολίδα και ιδιαίτερα στο Άργος όπου η αρχειακή έρευνα αποτελεί, όταν γίνεται, έναν πραγματικό άθλο.

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910 αποτελεί  μια σημαντική πηγή πληροφοριών για πρόσωπα, χώρους και καταστάσεις, που θα σας παρουσιάσω στη συνέχεια θεματικά. Κάθε παρουσίαση αποτελεί και ευκαιρία μνημόνευσης όλων εκείνων των οποίων οι προσπάθειες αποτέλεσαν, σε δύσκολους μάλιστα καιρούς, την βάση για την πολιτισμική και κοινωνική ανάπτυξη αυτού του τόπου. Πολιτισμική διότι οι πρώτες σύγχρονες καταγραφές της ιστορίας, της λαογραφίας, της οικονομίας, αποτελούν ακόμη και σήμερα τη βάση εκκίνησης κάθε νέας ερευνητικής προσπάθειας. Το Ημερολόγιο που σας παρουσιάζουμε σήμερα είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Είναι φυσικά αδύνατο να μνημονευτούν όλοι οι συγγραφείς αυτού του Ημερολογίου. Ο αναγνώστης θα ανακαλύψει στις σελίδες του το εύρος των ενδιαφερόντων που καλύπτουν με την συγγραφή επιστημονικών άρθρων και φιλολογικών κειμένων.

Θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά στους πρωτεργάτες της προσπάθειας. Στον Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Του οφείλουμε εξαιρετικά κείμενα και καταγραφές για την κοινωνία της εποχής, με μερικά από αυτά όπως το εμφανιζόμενο στην οθόνη συμμετέχει στην έκδοση.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης αποφοίτησε από το Βαρβάκειο, σπούδασε νομικά στη Λειψία και εργάσθηκε πολλά χρόνια στην Τράπεζα της Ελλάδος και ήταν εκδότης και διευθυντής της εφ. «Δαναίς» και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Με τη διαθήκη του η πλούσια βιβλιοθήκη του προσφερόταν στο «Δαναό». Δεν διαθέτουμε πολλά κείμενά του. Συμμετέχει στην έκδοση με το κείμενο που βλέπετε στο οποίο γίνεται λόγος για τη σημαντική προσπάθεια που καταβάλει για την ενίσχυση του Συλλόγου «Δαναός».

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης (1851 – 1921) ήταν εκπαιδευτικός και πολιτικός. Διετέλεσε γυμνασιάρχης στα σχολεία Τριπόλεως, Πύργου, Ναυπλίου και Αθήνας καθώς και τμηματάρχης του υπουργείου εκκλησιαστικών. Ήταν διδάκτωρ της Φιλοσοφικής σχολής και αρκετά από τα βιβλία που έγραψε χρησιμοποιήθηκαν στη μέση εκπαίδευση. Σημαντικότερο έργο του η «Ιστορία του Άργους μετ’ εικόνων : Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» (Εκδόσεις «ο Παλαμήδης», 1892). Το 1910 εξελέγη βουλευτής της Α΄ αναθεωρητικής βουλής με την υποστήριξη των «ηνωμένων κομμάτων». Απέτυχε όμως να επανεκλεγεί στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα με την πολιτική του δραστηριότητα αρθρογραφούσε σε διάφορα περιοδικά της εποχής. Επίσης διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου Αργείων εν Αθήναις «Ατρεύς». Έχει τις περισσότερες συμμετοχές στο Ημερολόγιο και ιδιαίτερα ο «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου»

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ήταν Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι». Το πλούσιο έργο του επιβεβαιώνει την καλλιέργεια, την μεθοδικότητα και την ευρυμάθεια που τον χαρακτηρίζουν. Ιδιαίτερα το έργο του «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Μια ιστορική μελέτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1898, περιμένει την επανέκδοσή του καθώς το χειρόγραφο φυλάσσεται σήμερα από τον Προοδευτικό Σύλλογο «Ο Παλαμήδης».

Από την άλλη όπως σημείωσα προηγουμένως είναι διακριτή και η κοινωνική διάσταση της προσπάθειας. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία η οργάνωση και λειτουργία Συλλόγων αποβλέπει και στην άνοδο του πνευματικού και βιοτικού επιπέδου των τοπικών κοινωνιών. Εγκαινιάζονται σχολές απόρων, επαγγελματικές σχολές, βιβλιοθήκες, τακτικές διαλέξεις. Όλα αυτά συμβάλουν στη συνεκτική λειτουργία των τοπικών κοινωνιών και δημιουργούν προϋποθέσεις εξέλιξης αλλά και μεταβολής των όρων διαβίωσης φυσικά προς το καλύτερο. Το σημαντικότερο παράδειγμα στο οποίο θα αναφερθώ είναι η ίδρυση του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός» με πρωτοβουλία μιας μεγάλης προσωπικότητας όπως ο Χρήστος Παπαοικονόμου. Θα αναφερθώ δε ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Κυριακή αργία», για να τεκμηριώσω τις προϋποθέσεις εξέλιξης και μεταβολής στις οποίες αναφέρθηκα.

«Ενθουσιώδης της φύσεως λάτρης είδον και απήλαυσα πολλάς και ποικίλας απόψεις και σκηνογραφίας· αλλ’ομολογώ, ότι η από της Ακροπόλεως του Άργους άποψις είναι κάτι ξεχωριστόν, μοναδικός εκπληκτικόν και γοητευτικώς γλυκύ και ονειρώδες· κάτι που δεν θα συναντήσω – είμαι βέβαιος – δυο φοράς, κάτι, που θα θυμούμαι πάντα, σαν όνειρο, που εγέμισε μ’ άνθινη ευωδία το στήθος και επότισε μ’άσβεστη γλύκα τη ζωή μου…»

(Πειραιεύς 1909)

Με τα λόγια αυτά τελειώνει την παρουσίαση του Άργους ο Νικολ. Σ. Γκινόπουλος ανοίγοντας ταυτόχρονα την δεύτερη ομάδα κειμένων στην οποία μπορούμε να κατατάξουμε εκείνα τη κοινωνικής τοπογραφίας και ανθρωπογεωγραφίας καθώς συνδυάζουν μια σειρά από στοιχεία κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης και λαογραφίας. Ο ίδιος στο κείμενό του, ανάμεσα στις άλλες περιγραφές, παρουσιάζει :

Γαληνιαία και ήρεμος, σαν ρυάκι σιγανό, περνά η ζωή της πόλεως· οι επιστήμονες, οι υπάλληλοι, οι έμποροι, οι καταστηματάρχαι και ολίγοι, – μα πολύ ολίγοι – αργόσχολοι, είνε ο μόνος πληθυσμός, που παρουσιάζεται τας καθημερινάς εις τα όμματα του ξένου. Οι δρόμοι είνε σχεδόν ήσυχοι και ερημικοί· εδώ κι εκεί κανένας διαβάτης τας διασχίζει κάποτε βιαστικός… Διότι οι Αργείοι είνε οι εργατικώτεροι άνθρωποι του κόσμου…

Η κίνησις και η ζωή ανανήφει απότομος και ορμητική εκεί κάτω μόνον κατά τας σαββατιαίας αγοράς, κατά τας οποίας το Άργος, η πόλις της γαλήνη και της ηρεμίας, μεταβάλλεται έξαφνα εις κυψέλην βομβούσαν… Επίσης κατά τας Κυριακάς και εορτάς…

Θα ήθελα να σημειώσω εδώ πως, μέσα στο πνεύμα της εποχής και τον διάχυτο ρομαντισμό, παρουσιάζονται τα στοιχεία αυτά εν είδη φιλολογικού κειμένου, χωρίς αυτό να μειώνει τη σημασία των στοιχείων που παραθέτει το κάθε κείμενο.

Για παράδειγμα στο κείμενο για το κάστρο της Λάρισσας, αγνώστου συγγραφέως, αφού δίνονται πολλά στοιχεία ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος,  διαβάζουμε επίσης:

Εκ της κορυφής της Λαρίσης βλέπει τις τους χλοερούς λειμώνας της ωραίας και ευφόρου πεδιάδος του Άργους, ους δια ποικιλοχρόων ανθέων και ευωδών κοσμεί το έαρ….Εντεύθεν ακούει τις τα εν τοις δένδροις  διαιτώμενα γένη των ορνίθων, την εύστομον αηδόνα, τον τετερίζοντα τέττιγα, την βομβούσαν μέλισσαν την άγγελον του έαρος.

Και με τον τρόπο αυτό συμπληρώνεται, με τον ιδιαίτερο κειμενογραφικό τρόπο της εποχής, μια εξαιρετική εικόνα της τοποθεσίας.

Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε: «Κατά δε τους πρόποδας της ακροπόλεως σώζεται υδραγωγείον Ρωμαϊκόν, δι’ού διωχετεύετο εις το Άργος το εν τω χωρίω Επάνω Μπέλεσι Ύδωρ της Τσιρίστρας». Σε άλλο κείμενο για το Άνω Μπέλεσι (κεφαλόβρυσο) που το υπογράφει ο ιερέας και δημοδιδάσκαλος του χωριού Δορής σημειώνεται : «Η κατά διαλείμματα εν τη προς Άργος καθόδω παρουσία εσκαμμένων και προσηρμοσμένων εν είδη αύλακος λίθων ογκωδών και αι εκ παραδόσεως επί το μυθικότερων πλασθείσαι διηγήσεις μαρτυρούσι την ύπαρξιν αρχαίου υδραγωγείου δι’ ού μετεφέρετοτο ύδωρ τούτο προς την ανωτέρω πόλιν».

Η ιστορική γεωγραφία που επιχειρεί το Αργολικό Ημερολόγιο ολοκληρώνεται με το κείμενο του Ιω. Σκουτερόπουλου για το Κουτσοπόδι το οποίο αναφέρω ως ενδεικτικό των πληροφοριών που καταγράφονται για τις τοπικές κοινωνίες. Εκτός λοιπόν από το πλήθος των πληροφοριών για την γεωγραφία, την οικονομία και άλλα, ο συγγραφέας του κειμένου σημειώνει :

Οι κατηγορούντες των Κουτσοποδιωτών ότι η μεγάλη περί των ιδιωτικών αυτών συμφερόντων φροντίς πάσαν ευγενή σκέψιν απορροφά ερχόμενοι εις Κουτσοπόδι, θα εύρωσιν έργα παντελώς προς την κατηγορίαν ασύμφωνα.» Και αφού παραθέτει την ανέγερση ναών ως απόδειξη για το ότι οι Κουτσοποδιώτες δεν είναι ατομικιστές συνεχίζει:

«… υπάρχει εν Κουτσοποδίω  πλήρες τριτάξιον σχολείον αρρένων και μονοτάξιον θηλέων… Είναι σχεδόν απίστευτον ότι εν Ελληνικώ συνοικισμώ 1500 ανθρώπων βλέπομεν εγγεγραμμένους  εις το σχολείον αρρένων, μαθητάς 184, σχεδόν πάντας φοιτώντας και εις το σχολείον θηλέων 90, επίσης φοιτώντας.

 

«Άριστα ενθυμούμαι ότε προ δεκαεννέα ετών διδασκόμενος εν Κουτσοποδίω, ένθα από Φιχτίων καθ’εκάστην επί τινα χρόνον μετέβαινον, μόνον ουχί την πρώτην ανάγνωσιν ήκουον την Αλβανικήν ου μόνον υπερισχύουσαν της Ελληνικής,αλλά και μόνην σχεδόν γλώσσαν εν ταις μεταξύ των εκ Κουτσοποδίου συμμαθητών μου συνομιλίαις. Ήδη ουδείς μεταχειρίζεται αυτήν, ουδ’ αυτοί οι εσχατόγηροι, οι εγγηράσαντες εν αυτή…. Εις την σχεδόν απίστευτην ταύτην εν Κουτσοποδίω περί την γλώσσαν μεταβολήν βεβαίως συνετέλεσαν, αλλ’ουδέν ίσως τόσον όσον το δημοτικόν σχολείον, οποίου σχεδόν ουδέποτε εστερήθη το Κουτσοπόδι».

Επιστρέφοντας στο Άργος για να ολοκληρώσω την εικόνα της πόλης, παρατίθενται τα εξαιρετικά κείμενα του Δ. Βαρδουνιώτη για το «εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος», τον «εν Άργει ναό του Τιμίου Προδρόμου» Αντωνίου Δαρλάκου,  «Το εν Αργει Ιπποφορβείον του Σ. Χρονόπουλου και κυρίως το σημαντικό κείμενο του Γεωργ. Σιμιτζόπουλου για τις ανασκαφές του Vollgraff στο Άργος.

Μεταξύ όλων αυτών, θα παρουσιάσω συνοπτικά το γεγονός της ίδρυσης του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», που αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του τέλους του 19ου αιώνα για το Άργος και γενικότερα για την Αργολίδα. Το κείμενο υπογράφει ο πρωτεργάτης της ίδρυσης του Συλλόγου Χρ. Παποικονόμος, ο οποίος συλλαμβάνει την ιδέα «ιδρύσεως  Συλλόγου σκοπόν έχοντος την ηθικήν και πνευματικήν προαγωγήν του λαού και την περίθαλψιν δυστυχούντων».

Ο Δαναός θα αποτελέσει το κέντρο της περιοχής για μια σειρά από πολιτισμικές δράσεις και δράσεις παιδαγωγικού περιεχομένου καθώς εδώ θα λειτουργήσουν η πρώτη και μοναδική, έναν αιώνα μετά την ίδρυσή της, βιβλιοθήκη- αρχείο για την ιστορία της πόλης. Ταυτόχρονα θα δημιουργηθεί εδώ και θα λειτουργήσει η Λαϊκή σχολή που απευθύνεται στους κατοίκους της πόλης και η βραδινή σχολή για τα άπορα παιδιά, ενώ το κτίριο του Δαναού θα φιλοξενήσει δεκάδες άλλες κοινωφελείς δραστηριότητες μεταξύ των οποίων και την μετατροπή του σε νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940.

Τα τέσσερα κείμενα για την ίδρυση Συλλόγων Αργείων αποτελούν μια πολύτιμη ολοκληρωμένη συνεισφορά στην έρευνα για τις σωματειακές ενώσεις και τους Συλλόγους σε ολόκληρη τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα. Μας δίνουν τέλος ένα πλήθος πληροφοριών για την προσπάθεια των Αργείων να διατηρήσουν δεσμούς ανάμεσα στη γενέθλια πόλη και την ιστορία της από τη μια, και τις νέες πραγματικότητες που συναντούν στους τόπους μετανάστευσης και υποδοχής.

Τέλος, σημαντική πηγή πληροφοριών θα παραμείνει και η ομώνυμη εφημερίδα του συλλόγου.

Θα τελειώσω την παρουσίαση των βασικότερων περιεχομένων του Ημερολογίου χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στις φιλολογικές συμμετοχές (διηγήματα και ποιήματα) τα οποία, όπως ήδη σημείωσα, ξεχειλίζουν από τον ρομαντισμό της εποχής και έχουν αρκετό ενδιαφέρον, για να υπογραμμίσω τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αφιερώνονται εξαιρετικά κείμενα.

Το σημείωμα του Δημ. Βαρδουνιώτη που μας δίνει μια πρώτη εικόνα για το πώς ξεκίνησε η επανάσταση στο Άργος στις 23 Μαρτίου 1821 «εξ ενός απροόπτου συμβάντος» καθώς «πυροβολισμός δημοσία κατά τους καιρούς εκείνους ήτο ανήκουστον και σημαντικώτατον γεγονός. Δια τούτο εθορύβησεν πάντας εις άκρον…. Και δια τούτο οι Τούρκοι μετά των οικογενειών αυτών έσπευσαν ν’απέλθωσιν εις Ναύπλιον….».

Το δεύτερο από αυτά με τίτλο η «13η Ιανουαρίου 1833 εν Άργει», υπογράφεται από τον Μιχαήλ Λαμπρινίδη και αναφέρεται στα γεγονότα «της αιματηράς εν Άργει συρράξεως» μεταξύ των Γάλλων στρατιωτών και ατάκτων Ελλήνων στρατιωτών που κατέληξε σε σφαγή των πολιτών του Άργους. Είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα που διαθέτουμε για τα γεγονότα αυτά.

Τέλος, ένα νεότερο χρονικά κείμενο στο οποίο θέλω να αναφερθώ γιατί θεωρώ πως έχει μεγάλη σημασία ιστορική και κοινωνική, αναφέρεται στις κινητοποιήσεις για τη θέσπιση της Κυριακής αργίας και η υπογραφή γίνεται με το «Εις Αργείος».

Θέλω να θυμίσω πως τρία χρόνια πριν, το 2012, σε μια επετειακή εκδήλωση για τον ιδρυτή του Δαναού Χρ. Παπαοικονόμου που έγινε στην αίθουσα αυτή είχα παρουσιάσει τα γεγονότα και συνοψίζω σήμερα ως προς τη σημασία της διεκδίκησης την εποχή εκείνη.

  • 1ον διότι στο αίτημα της Κυριακής αργίας συναντήθηκαν οι πολίτες από διαφορετικές πόλεις της Πελοποννήσου
  • 2ον συναντήθηκαν επίσης διαφορετικοί φορείς και ως προς τις κοινωνικές απόψεις και ως προς το αντικείμενο για το οποίο είχαν δημιουργηθεί:

Κατά την 8ην Αυγούστου 1889 εν τη πλατεία του Αγίου Πέτρου συνελθών ο Λαός του Άργους ήκουσεν επί δίωρον την αγόρευσιν του Αργείου Π. Τημελή…. οι υπογράψαντες ως εκπρόσωποι του Λαού ήσαν ο Πρόεδρος του «Δαναού» κ. Χρ. Παπαοικονόμου, ο της Φιλαρμονικής κ. Αγ. Φικιώτης, ο των Εμποροβιομηχάνων κ. Β. Σακελλαρόπουλος, ο των Κουρέων κ. Ι. Ηλιόπουλος, ο των Φανοποιών κ. Γ. Σαββόπουλος, ο των Υποδηματοποιών και Ραπτών κ. Γ. Ντάνος και ο των Σανδαλοποιών κ. Κ. Μπλακούτσος.

Πρόκειται για την αρχή μιας καθολικής διεκδίκησης στην οποία συμμετέχει και η εκκλησία  ενώ το Άργος έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στα γεγονότα που θα οδηγήσουν στην απόφαση της Βουλής των Ελλήνων στις 11 Νοεμβρίου 1909. Η Κυριακή Αργία είναι από την 1η Ιανουαρίου του 1910 νόμος του κράτους.

Ανάμεσα στους άλλους λόγους  που θα εκφωνηθούν για τη σημασία του γεγονότος αξίζει να μνημονεύσω ιδιαίτερα τον Αρχιερατικό Λόγο της πρώτης του Έτους στην Μητρόπολη Αθηνών από τον Χρήστο Παπαοικονόμου και ο οποίος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα, άγνωστα δυστυχώς στο ευρύ κοινό αλλά και την έρευνα, για το κοινωνικό ζήτημα στη χώρα μας. Ίδια παραμελημένο παραμένει το κείμενο του Αργείου στο Αργολικό Ημερολόγιο, παρότι είναι ένα από τα πιο κατατοπιστικά για το θέμα αυτό.

Κυρίες και κύριοι

Η αναστατική έκδοση είναι μια από τις σημαντικότερες προσπάθειες που έγιναν τον τελευταίο καιρό για την διατήρηση των αρχειακών πηγών αυτής της πόλης. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα όχι μόνο για τους ειδικούς, αλλά για όλους τους πολίτες και αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της έκδοσης.

Read Full Post »

Παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου» του έτους 1910


 

 

Στον ιστορικό Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» στο Άργος, που ιδρύθηκε το 1894 με πρωτοβουλία φωτισμένων Αργείων, όπως ο Ιερέας Χρήστος Παπαοικονόμος, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης και πολλοί άλλοι, που από το βήμα του έχουν συγκινήσει ή ενθουσιάσει τους Αργείους, στις 29 Μαρτίου 2015 και ώρα 7.30 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του βιβλίου «Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1910».

Η διοργάνωση της εκδήλωσης είναι μια πρωτοβουλία της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας ενώ την αναστατική έκδοση του βιβλίου επιμελήθηκε η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

 

Για την αναστατική έκδοση θα μιλήσουν:

Η κα Σοφία Πατούρα, Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας.

Συντονίζει ο οικονομολόγος κος Γεώργιος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»


 

 

Το Άργος ανήκει σ’ εκείνους τους τόπους που αγαπήθηκαν πολύ από τους Θεούς και τους ανθρώπους. Οι μύθοι του και η ιστορία του σεργιανίζουν ακόμη στο κάστρο της Λάρισας, κατηφορίζουν στο αρχαίο θέατρο, στην αγορά, στο βράχο του Κριτηρίου, στις ρωμαϊκές θέρμες, ανιχνεύοντας σημάδια των καιρών τους. Περιδιαβαίνουν τους δρόμους της πόλης θωπεύοντας με το βλέμμα τούς στρατώνες του Καποδίστρια, τη μεγάλη οικία του στρατηγού Καλλέργη – που σήμερα στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης – το Α΄ Δημοτικό Σχολείο (Καποδιστριακό), τo κουρασμένο αρχοντικό του Σπυρίδωνος Τρικούπη, το επιβλητικό Μέγαρο Κωνσταντόπουλου, που είναι έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Τσίλερ. Χάνονται στα στενά δρομάκια που οδηγούν στο σπίτι του Άγγλου Στρατηγού Τόμας Γκόρντον κι ανηφορίζουν προς την ωραιότατη οικία του στρατηγού Τσώκρη. Η κάθε γωνιά της πόλης κάτι θυμίζει.

Την πλούσια ιστορία του τόπου μας με αληθινό πάθος κατέγραψαν κατά καιρούς πνευματικοί άνθρωποι – φιλόλογοι, ιστορικοί και ιστοριοδίφες – που εργάστηκαν επί δεκαετίες με πίστη, υπομονή και γνώση και ως «πραγματικοί πνευματικοί μεταλλωρύχοι», ανέσυραν από τη λήθη στο φως, κάθε ιστορικό περιστατικό.

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

Στην «αναστατική» έκδοση με τίτλο «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910, Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910», συναντάμε σημαντικούς λόγιους του 19ου αιώνα του Άργους αλλά και του γειτονικού Ναυπλίου, όπως ο Ιωάννης Κοφινιώτης, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, ο Ιερέας και ιδρυτής του Συλλόγου «Ο Δαναός» Χρήστος Παπαοικονόμου και άλλους πολλούς, που οι εργασίες τους φιλοξενούνται στις 356 κιτρινισμένες και φθαρμένες από το χρόνο σελίδες του βιβλίου.

Αυτούς τους πνευματικούς δημιουργούς, η προστάτιδα της Ιστορίας Κλειώ τους έσυρε νωρίς προς την ιστοριοδιφική έρευνα κυρίως, παράλληλα όμως και σε άλλους τομείς της ζωής. Με άρθρα τους και σχόλια στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής- τοπικά και πανελλαδικά- αναφέρθηκαν σε θέματα που αφορούσαν στην πολιτική, τη θρησκευτική, την πνευματική ή καλλιτεχνική ιστορία της Αργολίδας. Όμως γενικότερα, θα λέγαμε, ότι ο τόπος μας ανέδειξε πλήθος ποιητών και λογοτεχνών με αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία στον έμμετρο και πεζό λόγο.

Η «αναστατική» αυτή έκδοση έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γιατί, μέσα από την ανάκληση της μνήμης απεικονίζει την ιστορία της πόλης του Άργους και της ευρύτερης περιοχής, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα οδοιπορικό στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής.

Οι κοιμισμένοι ήχοι και λόγοι αντηχούν πάλι, αψευδείς μάρτυρες ενός λαμπρού πολιτισμού, που αποκαλύπτεται με την έρευνα, σ’ όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στα γράμματα, τις τέχνες, την πολιτική ζωή.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα κείμενα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο:

  • Δημήτριος Βαρδουνιώτης, «Η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη – Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».
  • Ιωάννης Κοφινιώτης, «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου – Αι Δαναΐδες- Κλέοβις και Βίτων».
  • Δ. Χρ. Δουκάκης, «Επίσκοποι Άργους – Ναυπλίου».
  • Χρ. Παπαοιονόμου, «Ο Δαναός».
  • Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο φόνος του Καποδίστρια».
  • Αντ. Γ. Δαρλάκος, «Ο εν Άργει Ναός του Τιμίου Προδρόμου».
  • Σωτ. Χρονόπουλος , «Το εν Άργει Ιπποφορβείον».
  • Αναστάσιος Ι. Ρουσσόπουλος, «Επί της Λαρίσης του Άργους».

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίσημη Ιστορία δε θα ήταν δυνατό να γραφεί σωστά χωρίς τη γνώση και της «μικροϊστορίας», αυτής δηλαδή που αναφέρεται σε επί μέρους ή και σε ασήμαντα – εκ πρώτης όψεως – γεγονότα ή πρόσωπα, που αποτελούν όμως τον συνδετικό κρίκο μιας κοινωνίας.

Από την άποψη αυτή, το «Ημερολόγιο του 1910» αποκτά το δικό του ειδικό βάρος τόσο για το Άργος αυτό καθ’ εαυτό, όσο και για την ταυτότητα των εν Αθήναις διαβιούντων Αργείων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, παρά τις αντιξοότητες και την ρευστότητα της εποχής, συνεχίζει να προσφέρει στην υπόθεση της τοπικής ιστορίας και στην εύρεση και ανάδειξη στοιχείων του πολιτισμού μας που ο χρόνος επιχειρεί να σβήσει, με υποστηρικτή και αρωγό, και σε αυτή την προσπάθεια, την Περιφερειακή Ενότητα Νομού Αργολίδας.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »