Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Ένας Δον Καμίλο κατά του φανατισμού από την «Πολιτιστική Αργολική Πρόταση»


 

 Η θεατρική ομάδα του συλλόγου Πολιτιστική Αργολική Πρόταση παρουσιάζει τα Σάββατα και τις Κυριακές του Μαρτίου την παράσταση «Δον Καμίλο», την κλασική σάτιρα του Σωτήρη Πατατζή (γνωστή από την ερμηνεία του Μίμη Φωτόπουλου), στο θέατρο της οδού Ατρέως, στα Γεφύρια Άργους.

 

Giovannino Guareschi

Giovannino Guareschi

Όταν το 1948 ο Ιταλός συγγραφέας, και δημοσιογράφος Giovannino Guareschi συλλαμβάνει την ιδέα του καθολικού ιερέα Δον Καμίλο, η Ιταλία και η Ευρώπη έχουν βγει από τον πόλεμο αλλά στα συντρίμμια των πόλεων και των χωριών τους καπνίζουν ακόμα οι φωτιές από την αγριότητα της πολεμικής σύγκρουσης. Ένας νέος κόσμος γεννιέται υποσχόμενος πολλά για το τέλος των ιδεολογικών φανατισμών, της ειρηνικής συνύπαρξης και της Δημοκρατίας. Όμως, τη σκυτάλη παίρνει μια άλλη σύγκρουση περισσότερο κοινωνική αλλά σημαντικά συγκρουσιακή στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Ο κόσμος της εργασίας που αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του πολέμου αναζητά έναν νέο πολιτικό ρόλο και εναντιώνεται δυναμικά στην παλιά τάξη πραγμάτων που εκφράζεται κυρίως από την Καθολική Εκκλησία. Ο G. Guareschi δημιουργεί λοιπόν έναν καθολικό ιερέα, τον Δον Καμίλο, που συγκρούεται διαρκώς με τον υποψήφιο και μετέπειτα κομμουνιστή δήμαρχο της πόλης Πεπόνε. Η σύγκρουση ανάμεσα στα δυο πρόσωπα είναι μερικές φορές έντονη, όσο και τα νέα ιδεολογήματα που φανατίζουν τις μεταπολεμικές ευρωπαϊκές κοινωνίες. O G. Guareschi όμως δεν επιτρέπει στον φανατισμό να κυριαρχήσει και να δημιουργήσει ένα νέο ολοκαύτωμα. Μέσα από το φαινομενικό μίσος ανάμεσα στον Δον Καμίλο και τον Πεπόνε, δημιουργούνται σταδιακά δυνατοί δεσμοί φιλίας που κυριαρχούν όταν ενισχύονται και από τον έρωτα ανάμεσα στο γιό του Δημάρχου και την ανιψιά του ιερέα. Το «Δον Καμίλο» είναι τελικά ένας ύμνος στη φιλία και στον σεβασμό του άλλου ακόμη κι όταν δεν συμφωνούμε με τις ιδέες του, ένας φιλοσοφημένος ηθικός φραγμός κατά των φανατισμών.

Σε μια περίοδο όπου, δυστυχώς, οι φανατισμοί αυτοί φαίνεται να αναζωπυρώνονται παντού στον κόσμο, η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, ξεκινά την 19η θεατρική της περίοδο μ’ αυτή την σπαρταριστική και ταυτόχρονα βαθιά φιλοσοφημένη κωμωδία. Πιστή στους στόχους προσφοράς ποιοτικής διασκέδασης στο αργολικό κοινό, η «Πρόταση» παρουσιάζει ταυτόχρονα το έργο σε διασκευή του Σωτήρη Πατατζή, ενός μεγάλου δημιουργού των ελληνικών γραμμάτων.

 

«Δον Καμίλο», σκηνή από την θεατρική παράσταση της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

«Δον Καμίλο», σκηνή από την θεατρική παράσταση της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Το Δον Καμίλο δεν είναι το μοναδικό έργο που έχει διασκευάσει ο Σ. Πατατζής, ενώ έχει διακριθεί για τη συγγραφή έργων όπως «Τα ματωμένα χρόνια», «Μεθυσμένη Πολιτεία», «Πένθιμο εμβατήριο» και πολλά άλλα. Μεγάλο είναι επίσης το μεταφραστικό του έργο όπου διακρίνονται οι Ρώσοι κλασικοί (π.χ. Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι), ο Δον Κιχώτης (Μ. Θερβάντες), η Γυναίκα της Ρώμης (Αλ. Μοράβια), κ.ά. Τέλος, πολλά έργα του έχουν μεταφραστεί και θα σημειώσω ιδιαίτερα τη «Μεθυσμένη πολιτεία» που μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον μεγάλο ελληνιστή Jacques Lacarierre.

 

«Δον Καμίλο», σκηνή από τη θεατρική παράσταση της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

«Δον Καμίλο», σκηνή από τη θεατρική παράσταση της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Στο Θέατρο της Οδού Ατρέως, στο πολιτιστικό στέκι της πρότασης κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 9 το βράδυ, ο καθολικός ιερέας Δον Καμίλο και ο κομμουνιστής Δήμαρχος Πεπόνε συγκρούονται και ταυτόχρονα μαθαίνουν να αγαπούν ο ένας τον άλλο. Μια εξαιρετική παράσταση που φέρνει στο μυαλό το 1951 όταν συγκρούσθηκαν ο ανεπανάληπτος Φερναντέλ (Δον Καμίλιο) με τον Τζίνο Τσέρβι (Πεπόνε) και το 1958 όταν συγκρούονταν επί σκηνής ο αξέχαστος Μ. Φωτόπουλος (Δον Καμίλο) με τον Γ. Δαμασιώτη (Πεπόνε).

 

«Δον Καμίλο» - Πολιτιστική Αργολική Πρόταση

«Δον Καμίλο» – Πολιτιστική Αργολική Πρόταση

 

Μια εξαιρετική παράσταση σε σκηνοθεσία του Ν. Ταρατόρη με μια θεατρική ομάδα όλο και περισσότερο ώριμη και ικανή να εκφράσει επί σκηνής τα έργα των μεγάλων δημιουργών. Μην την χάσετε!

 

Γιώργος Κόνδης

«Δον Καμίλλο», μία σάτιρα του Σωτήρη Πατατζή.

Ημερομηνίες παραστάσεων: 7, 8, 14, 15, 21, 22, 28

και 29 Μαρτίου στις 9:00 το βράδυ.

Πληροφορίες: 27510 20419 & 6944 553080

Read Full Post »

Ερασίνος (Αρσίνος ή Χάρης;)


 

 «…στην Αργολική υπάρχουν οι γνωστοί ποταμοί

Ερασίνος και Ίναχος…»

Πομπώνιος Μέλας, II, i.

 

Οι Απολλόδωρος και Παυσανίας [1] αδικούν τον Ερασίνο. Κατ’ αρχήν, από τη γενική ξηρασία της Αργολίδας, εξαιρούν μόνο τη Λέρνα αγνοώντας τα πλούσια νερά του Ερασίνου. Ύστερα ο δεύτερος, τον υποβιβάζει σε παραπόταμο κάποιου ποταμού Φρίξου [2], ανύπαρκτου σήμερα.

 

Η Στυμφαλία και ο Ερασίνος 

 

«ούτος δε τας αρχάς

εκ Στυμφάλου της Αρκαδίας λαμβάνει

και της εκεί λίμνης

της καλουμένης Στυμφαλίδος»

Στράβων 8, 371.

 

Ο Ερασίνος αναβρύζει από τους πρόποδες του μικρού όρους Χάον, θεωρούμενος από τους αρχαίους ως εκροή του ποταμού Στύμφαλου και της Στυμφαλίας λίμνης, Ερασινής κατά τον Μελέτιο, εκδοχή λίγο αυθαίρετη που πρέπει να την αμφισβητήσουμε. Ο Ηρόδοτος λέει ότι ο Στύμφαλος πέφτει σε αθέατο χάσμα και επανεμφανίζεται στο Άργος ως Ερασίνος: Λέγεται ρέειν εκ της Στυμφαλίδος λίμνης. Την γαρ δη λίμνην ταύτην ες χάσμα αφανές εκδιδώσαν, αναφαίνεσθαι εν Άργει, το εντεύθεν δε το ύδωρ ήδη τούτο υπ’Αργείων Ερασίνον καλέεσθαι [3].

Ο Παυσανίας αναφέρει ποταμό Στύμφαλο [4], που σχηματίζει τη λίμνη και αφού πέσει σε καταβόθρα [5], συνεχίζει ως Ερασίνος, στην Αργολίδα. Ο Στράβων [6] ονομάζει και τον Στυμφάλιο ποταμό Ερασίνο ή Αρσίνο και λέει ότι βγαίνει κάτω από το βουνό στη χώρα των Αργείων, γεμίζοντας το πεδίο με νερό. Ο ίδιος εκτιμά την υπόγεια διαδρομή σε 200 στάδια [7]. Την ίδια απόσταση αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [8], αποδίδοντας τη λατρεία των Πελοποννησίων στον Ποσειδώνα στο γεγονός της ύπαρξης υπόγειων στρωμάτων νερού λόγω της υποχθόνιας ροής του Στύμφαλου και της Φενεατικής λίμνης. Ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του γράφει: Έτσι καταπίνεται ρέοντας σε αφανές βάραθρο και επανεμφανίζεται ο πελώριος Ερασίνος στην Αργολική Γη [9]. Αλλά και ο Πλίνιος[10] τον αναφέρει μαζί με άλλα ποτάμια ως παράδειγμα ποταμού, που ρέει υπόγεια και έρχεται πάλι στην επιφάνεια.

 

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

 

Χίλια εξακόσια χρόνια μετά (12 Μάη 1691), ο έγκυρος παρατηρητής και καταγραφέας Βενετός Προβλέπτης Μαρίνος Μικιέλ, που πήρε μέρος στον Τουρκοενετικό πόλεμο, σε αναφορά του προς τη Γαληνότατη Δημοκρατία, γράφει για τον Ερασίνο: Το Άργος αρδεύεται από ένα ποταμάκι που έρχεται κάτω από τη γη από την πεδιάδα του Καίσαρι.

Ο Λουδοβίκος Ρος βρήκε την παράδοση αυτή ζωντανή: Ο Ερασίνος πηγάζει από τη λίμνη Ζάρακος (Στυμφαλία). Ο Ηenri Belle (1874) βρίσκει πιθανή την εκδοχή και υιοθετεί την εκτίμηση της υποχθόνιας ροής σε 38 Κm. O σύγχρονός μας (+2007) Αμερικανός καθηγητής W. K. Pritcett σημειώνει: Αφού τα υπόγεια περάσματα των υδάτων είναι συχνά στην Ελλάδα, δεν είναι διόλου απίθανο ότι η πηγή του Κεφαλαρίου αντλεί το νερό της από τη Στυμφάλια λίμνη. Η σύνδεση μεταξύ τους υποστηρίζεται από σύγχρονους τοπογράφους και γεωλόγους. Ο Ληκ σημειώνει ότι οι Στυμφάλιοι κατέγραψαν την πίστη τους για ταυτότητα του ποταμού τους με τον Ερασίνο, λατρεύοντάς τους και τους δύο με τη μορφή βοδιών. Τέλος στη «Χάρτα» του Ρήγα Φεραίου, ο Ερασίνος απεικονίζεται να αρχίζει από τη Στυμφαλία, αλλά σχεδιάζεται να καταλήγει στον Αλφειό, πράγμα εντελώς αδιανόητο. Ίσως το λάθος αυτό να οφείλεται στο αναφερόμενο από τον Ψευδοπλούταρχο, πως ο Αλφειός ονομαζόταν προηγουμένως Στύμφηλος.

Η αρχαία και νεώτερη αυτή δοξασία δεν φαίνεται να έχει αντικειμενική υπόσταση. Ο Ερασίνος κατά περιόδους ξηραίνεται σχεδόν για ένα τρίμηνο χωρίς να παρατηρείται αντίστοιχη ξηρασία στη λίμνη ή έστω υπερχείλιση, αν θεωρήσουμε ότι η ανυδρία στο ποτάμι οφείλεται σε απόφραξη των καταβοθρών.

Πιθανό είναι η πηγή να εμπλουτίζεται από πολλούς τροφοδότες. Βέβαιο είναι κατ’ αρχήν ότι στο Κεφαλάρι εκρέουν τα νερά της καταβόθρας της Σκοτεινής, νότια της Στυμφαλίας, τα οποία όμως τροφοδοτούν παράλληλα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης. Οι κάτοικοι του οροπεδίου της αρχαίας αργολικής πόλης Aλέας θεωρούν πως τα λιμνάζοντα νερά τους καταλήγουν στο Κεφαλάρι μέσα από την καταβόθρα που βρίσκεται στους πρόποδες του Μαυροβουνίου. Εκεί σχηματίζεται τον χειμώνα λίμνη, μέγιστων διαστάσεων 3×2 χμ., που στραγγίζει αργά.

 

Κεφαλάρι

 

Σύμφωνα με τον Ελλάνικο [11], ο βασιλιάς Τριόπας ή ο βασιλιάς Φορωνέας μοίρασε την Αργεία στους τρεις γιους του. Από αυτούς, στον Πελασγό έλαχαν τα προς Ερασίνον μέρη. Έτσι, προσδιόριζε ο Λέσβιος συγγραφέας την περιφέρεια του Άργους, αφού ο Πελασγός φέρεται να έχτισε την ακρόπολη της πόλης, τη Λάρισα. Είναι γεγονός πως οι πηγές του ποταμού αυτού είχαν βαρύνοντα ρόλο στο αργολικό πεδίο.

Πάνω από αυτές υπάρχουν δυο σπηλιές, κατοικημένες τη νεολιθική εποχή, αφιερωμένες αργότερα στον Πάνα και στο Διόνυσο. Στο μέρος που βγαίνουν τα νερά θυσίαζαν για τους δύο θεούς και γινόταν και η γιορτή Τύρβη προς τιμήν του δευτέρου [12]. Τα σπήλαια, το βουνό, τα ήμερα δέντρα που αναφέρει ο Παυσανίας και προ παντός οι πλούσιες πηγές καθιέρωσαν το χώρο ως λατρευτικό. Σήμερα τη θέση των αρχαίων θεοτήτων των δασών και του κρασιού κατέχουν η Ζωοδόχος Πηγή Κεφαλαρίου ή Παναγία η Κεφαλαριώτισσα.

 

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

 

Η πηγή του Ερασίνου πρέπει να είναι η «Ισάκφισα με το πολύ νόστιμο και ζωοδόχο νερό, που χύνεται κατά τα μέρη του Άργους», πέντε ώρες βόρεια από το πέρασμα του χωριού Μοχόλι (Μουχλί), που καταγράφει ο Κωνσταντίνος Διοικητής, Έλληνας λόγιος των αρχών του 18ου αιώνα που κατ’ εντολήν του Ρωμιού ηγεμόνα της Βλαχίας παρακολούθησε την τουρκική εκστρατεία του 1715 για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου (γαλλική μτφρ. Jiorga).

Η πηγή έδωσε το όνομά της στο χωριό Κεφαλάρι, 7Κm Ν.Δ. του Άργους. Ο Πουκεβίλ ισχυρίζεται ότι λέγεται Κεφαλόβρυσο και η παραλλαγή της ονομασίας του σε Κεφαλάρι οφείλεται στον Μελέτιο. Ο αββάς Φουρμόν μέτρησε εδώ είκοσι νερομάνες. Ο Morrit έγραψε σε μια από τις πολλές επιστολές του που στάλθηκαν από την Ελλάδα (1796): Aπευθείας από τα πόδια ενός λόφου, ένας ορμητικός ποταμός αναδύεται σε πολλά τμήματα. Έχοντας τρεις κοίτες, με τη φαρδύτερη να είναι πάνω από 8 γυάρδες, ισοδύναμου με τις άλλες βάθους και κυλώντας με τη μεγαλύτερη ορμή, αδειάζει τουλάχιστον τόσο νερό όσο και ο Tees[13].

Ο Ρος βρήκε να σχηματίζεται μικρή υδατόπτωση και το νερό να χωρίζεται σε κανάλια, να κινεί μύλους, ίσως τους ίδιους που είδε πριν εκατόν τριάντα χρόνια ο Μικιέλ [14], και να ποτίζει χωράφια. Ο Πρώσος αριστοκράτης, λόγιος και στρατιωτικός Hermann von Pückler-Muskau δίνει την ακόλουθη περιγραφή (1835): Μισή ώρα από το Άργος, διαβήκαμε τον Ερασίνο, ο οποίος μετά από αρκετή υπόγεια ροή, εδώ με πλούσια πληρότητα νερού και με αρκετούς βραχίονες κρυσταλλικής καθαρότητας γλιστρά πάνω από πράσινα φύκια, ενώ κοντά στο δρόμο κινεί διάφορους μύλους.

Το 1829 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο εργοστάσιο χαρτοποιϊας στην Ελλάδα από τον ιερέα και γιατρό Διονύσιο Πύρρο το Θεσσαλό. «Εσυμφώνησα με τον Νικηταρά και εσύστησα χαρτοποιείον εις ένα μύλον του Ερασινού ποταμού», διηγείται ο ίδιος. Από το 1833 μέχρι την 4η Ιουνίου του 1868, οπότε η έκρηξη πυρίτιδας προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, λειτουργούσαν με τα νερά του ανθρακείο, αναμιγνυτήριο, ζυμωτήριο, κοκκοτείο, στιλβωτήριο και ξηραντήριο. Ο Τραντ δίνει διεξοδικές πληροφορίες για τα νερά:

 

Η μάζα του νερού είναι πολύ υπολογίσιμη και τόσο ψηλότερα από την πεδιάδα, ώστε θα μπορούσε με ευκολία να χρησίμευε σε αρδευτικούς σκοπούς, αν και προς το παρόν απλώς χρησιμεύει στο να γυρνά μερικούς μύλους. Ένα υδραγωγείο συντηρείτο επισκευαζόμενο από Έλληνες, Ρωμαίους και Ενετούς και χρησίμευε στο να προμηθεύει την πόλη (το Άργος) με νερό από εδώ. Τώρα όμως το ρυάκι οδηγείται κάτω στην πεδιάδα, κοντά στον βάλτο της Λέρνας….

 

Σήμερα μέρος του νερού, ενισχυόμενο και με τα νερά του Ποντίνου, διοχετεύεται στην ύδρευση του Άργους. Παλιότερα περνούσε μέσα σε χτιστό αγωγό. Στους πρόποδες της Λυκώνης σώζονται ίχνη του κατασκευασμένου από τον Αδριανό υδραγωγείου, που μετέφερε νερά του Ερασίνου στο Άργος.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Στην ουσία ο Ερασίνος, είναι μαζί με την Αμυμώνη και τον Ποντίνο οι μόνοι ποταμοί της Α. Πελοποννήσου, με διαρκή ρου σ’ όλη την, μικρή έστω, διαδρομή τους, που φέρνουν τα νερά τους ακόμη και το καλοκαίρι στη θάλασσα. Το πιθανότερο είναι να τροφοδοτούνται από την ίδια ορεινή δεξαμενή, η οποία αδειάζει σε τρία σημεία. Ο Ερασίνος είναι ένα όμορφο ποταμάκι μήκους 5Κm με στενή κοίτη, γεμάτη νερό τον περισσότερο καιρό, με πλούσια βλάστηση στις όχθες, που περνώντας δίπλα και μέσα από καμάρες κάτω από τα σπίτια του χωριού και διανύοντας πεδινή διαδρομή, χύνεται πολύ κοντά στις εκβολές του Ινάχου, νοτιοδυτικά του αρχαίου και του σημερινού Τημένιου. To καλοκαίρι το νερό εκτρέπεται σε αυλάκια, ώστε η γόνιμη κοίτη να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια.

Εδώ κατά την παράδοση αντιστάθηκαν οι Αχαιοί στην κάθοδο των Δωριέων, που είχαν αρχηγό τον Τήμενο, λίγο πριν το 1100 π.Χ. Επίσης, περιοδεύοντας ανά την Πελοπόννησο ο Όθωνας, έτυχε υποδοχής στον δρόμο Ναυπλίου – Μύλων στη γέφυρα του ποταμού. Γράφει ο υπασπιστής του Παλαμήδης: Μιαν ώραν εκ της Ναυπλίας κατά την προς την παραλίαν γέφυραν του ποταμού του Άργους Κεφαλάρι καλουμένου (το πάλαι Ερασινόν), παρευρέθησαν ο Έπαρχος Αργολίδος

Τον προηγούμενο αιώνα το τοπίο των πηγών ήταν άδενδρο, γι αυτό οι Βαβαροί και το 1844 ο αντιστράτηγος Κορωναίος πραγματοποίησαν εκτεταμένες δενδροφυτεύσεις. Σήμερα ευκάλυπτοι παρακολουθούν την πορεία του ποταμού. Τα τελευταία εκατό μέτρα του είναι αγκυροβόλιο για μικρές βάρκες, αφού η θάλασσα ανεβαίνει στην κοίτη του, καθιστώντας τον πλωτό. Η ήρεμη ροή του σε χώρα πεδινή, αφήνει έκθετο τον Ρωμαίο ποιητή που λέει: «…κι ο Ερασίνος που πλημμυρίζοντας σαρώνει τη σοδειά των Δρυόπων» [15].

Ένας άλλος Λατίνος, ο Σενέκας, είναι πιο τυχερός όταν βάζει τον χορό των Αργείων γυναικών να πει: «και συ που πίνεις του Ερασίνου τα δροσερά νερά …»[16], συμφωνώντας εδώ με τον Στάτιο που λέει: «κρύος τρέχει ο Ερασίνος στο βορρά»[17].

 

Η θεότητα του ποταμού

 

Πολλοί χάρτες τον αγνοούν επιπόλαια, λόγω του μικρού του μήκους, ενώ σημειώνουν πολλά ξεροπόταμα με μακρύτερη κοίτη. Στην αρχαιότητα όμως θεωρήθηκε κατοικία Θεών. Έτσι στις Ικέτιδες του Αισχύλου ο χορός λέει:[18]

Με ύμνους

τους μακαρίους ας δοξάσουμε

τρανούς θεούς τους πολιούχους

κι αυτούς που ολόγυρα

στο αρχαίο ρέμα

του Ερασίνου κατοικούνε[19]

 

Και ο ίδιος όμως ο Ερασίνος είχε θεοποιηθεί, αναφέρονται μάλιστα και τέσσερεις θυγατέρες του: η Βύζη, η Μελίτη, η Μαίρα και η Αγχιρρόη, [20] φίλες της Βριτομάρτιδος, η οποία ήλθε στο Άργος από την Φοινίκη, «παρά τας Ερασίνου θυγατέρας» [21].

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κλεομένης ο Α΄ της Σπάρτης, βαδίζοντας περί το 500 π.Χ. κατά του Άργους, θυσίασε στις όχθες του και είδε σημάδια, που τον εμπόδισαν να διαβεί τον ποταμό. Τότε θαύμασε τον Ερασίνο, που αρνιόταν να προδώσει τους κατοίκους της χώρας του. Φοβήθηκε λοιπόν και προτίμησε να συνεχίσει διά θαλάσσης, παρά να τον διαβεί [22]. Ο «πατριωτισμός» του ποταμού εκδηλώθηκε και τον Ιούλιο του 1822 οπότε και ξεράθηκε, συνεργώντας στο να διψάσει ο στρατός του Δράμαλη. Το γεγονός αποδόθηκε αυτή τη φορά σε θαύμα της Παναγίας της Κεφαλαριώτισσας. Πάντως για κάθε ενδεχόμενο, στις πηγές του είχε στρατοπεδεύσει ένα ελληνικό απόσπασμα, το οποίο με αρχηγό τον Πλαπούτα πήρε μέρος στη μάχη της Άκοβας [23].

 

Τι σημαίνει Ερασίνος, ποιος είναι ο ποταμός Χάρης.

 

Στους νεότερους χρόνους λεγόταν και Βαλκαριά, ένα όνομα που έχει ξεχαστεί και παραπέμπει στη λίμνη Βουλκαριά της Αιτωλοακαρνανίας (στο Μυρτούντιον του Στράβωνα). Η προέλευση της αρχαίας ονομασίας του είναι πελασγική και σημαίνει πράσινος, δηλαδή ποταμός με πράσινες όχθες, κάτι που και σήμερα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι όμως πολύ πιθανόν να προέρχεται από το εράσω-εράω (= αγαπώ) δηλαδή ο αξιαγάπητος, ο αγαπητός και από την έρση (=δρόσος) που η ρίζα τους είναι σανσκριτική ετυμολογούμενη από το rasa (=υγρότης) και rasha (=χυμός) και varsam (=βροχή). Κι άλλοι ποταμοί είχαν το ίδιο όνομα: ο Βουραϊκός, ο Βραυρώνιος, ο Ερετριακός και ίσως η σημερινή Ρασίνα, αριστερός παραπόταμος του Ευρώτα, που όμως το πιθανότερο είναι να πρόκειται για σλαβικό όνομα. Ο Στράβων [24] απαριθμεί τους τρεις πρώτους. Ακόμη, ένας γιος του Ηρακλή και της Θεσπιάδας Λυσίππης είχε το όνομα Ερασίνος ή Εράσιππος. Αναφέρονται και δύο στρατηγοί με το όνομα Ερασινίδης, ένας Αθηναίος και ένας Κορίνθιος. Ο Αυσόνιος [25], τέλος, αναφέρει κάποιον άγνωστο Ερασίνο, για τον οποίο δεν δίνει κάποιο στοιχείο.

Ο Πλούταρχος αναφέρει αργολικό ποταμό Χάρητα, στις όχθες του οποίου συγκρούστηκαν οι στρατοί του στρατηγού της Αχαϊκής συμπολιτείας Άρατου και του Αρίστιππου: «..και περί τον Χάρητα ποταμόν ισχυράς μάχης γενομένης προς Αρίστιππον» [26]. Η επωνυμία Χάρης δεν πρέπει να μας ξενίζει αφού τη συναντάμε και σε ποταμό της Διοσκουριάδος, αποικίας στον Εύξεινο [27].   Ποίος είναι όμως ο ποταμός αυτός, που το όνομά του δεν καταγράφεται πουθενά αλλού, στα πολλά αρχαία κείμενα που σώζονται για την Αργολίδα; Ο Αδαμάντιος Κοραής, σχολιάζοντας το Στράβωνα [28], παρατηρεί κατ’ αρχήν ότι ο Ερασίνος δεν μπορεί να είχε αλλάξει όνομα την εποχή του Πλούταρχου. Η επισήμανση αυτή είναι απόλυτα σωστή, αφού ο Βοιωτός συγγραφέας έζησε ανάμεσα στις εποχές του Στράβωνα και του Παυσανία, οι οποίοι αναγνωρίζουν τον ποταμό ως Ερασίνο. Συνεχίζοντας διαπιστώνει ότι Χάρης και Ερασίνος, δηλαδή χαριτωμένος και αξιαγάπητος, είναι έννοιες σχεδόν συνώνυμες, εννοώντας προφανώς ότι μπορούσαν να αποδοθούν στον ίδιο ποταμό. Η γνώμη αυτή του Κοραή ενισχύεται, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός της ύπαρξης παραπόταμου του Ερασίνου με το προερχόμενο από τον Βοιωτικό Ορχομενό όνομα Φρίξος. Στην ίδια πόλη υπήρχαν και υπάρχουν οι εξ ίσου με το Κεφαλάρι πλούσιες πηγές των Χαρίτων, που σχηματίζουν τον ποταμό Μέλανα της Βοιωτίας. Άρα, είναι πολύ πιθανόν οι Ορχομένιοι αποικιστές της Αργολίδας, που έδωσαν το δικό τους όνομα Φρίξος στον παραπόταμο, να έδωσαν είτε παράλληλα με το ήδη υφιστάμενο όνομα Ερασίνος, είτε αποκλειστικά αν το Ερασίνος είναι μεταγενέστερο, στο Κεφαλάρι και στον ποταμό του το σχετιζόμενο με τις Χάριτες όνομα Χάρης.

Ο Κοραής, ο οποίος σημειωτέον ζώντας στο Παρίσι δεν είχε άμεση επαφή με τα πράγματα, καταλήγει παρατηρώντας ότι σύμφωνα με τον πρόσφατο χάρτη του Μοριά, ο ποταμός διατήρησε το αρχαίο όνομά του, αλλά ο Μελέτιος τον αποκάλεσε Κεφαλάρι. Σ’ αυτό όμως δεν έχει δίκιο, αφού η διάσωση ενός αρχαίου ονόματος από έναν λόγιο χαρτογράφο, δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτό είναι και σε λαϊκή χρήση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 1, 4 & 2, 15, 5 αντίστοιχα.

[2] 2, 36, 6.

[3] VI, 76

[4]  2, 24, 6.

[5] Oι καταβόθρες είναι καρστικοί σχηματισμοί, που οφείλονται στην ασβεστολιθικότητα του εδάφους. Πολλοί ποταμοί της Κεντρικής κυρίως Πελοποννήσου βρίσκουν διέξοδο μέσω των υπόγειων αυτών διαδρομών, εμφανιζόμενοι αλλού υπό μορφή πηγών, συνήθως με νέο όνομα. Σπουδαιότερες από αυτές στην Πελοπόννησο είναι του Σαρανταπόταμου, του Στύμφαλου, του Όφη, του Όλβιου, της λίμνης Τάκκας (π. Ευρώτας), του Αλφειού κ.ά.

[6] 8, 371, 8, 389 και 6, 275.

[7] Ένα στάδιο αντιστοιχεί σε 180 μέτρα.

[8] 15, 49, 5-6.

[9] Β15, σ.275-276

[10] II, 225.

[11] Hellanici Fragmenta VII, «Αργολικά». Έτσι προκύπτει από τα Σχόλια στον Όμηρο, II, γ, 75 και από τον Ευστάθιο. Ο πολυγραφότατος ιστοριογράφος έζησε το δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και στην καταγραφική του εργασία της οποίας σώθηκαν αποσπάσματα, γεφυρώνει την προϊστορία με την ιστορία.

[12] Παυσανίας 2, 24, 6.

[13] Ποταμός της γενέτειράς του, κοντά στο Durham.

[14] Μύλους αναφέρουν και οι: Πουκεβίλ, Μηλιαράκης κ.ά.

[15] Στάτιου «Θηβαΐς», IV, 122. Οι Δρύοπες πάντως κατοικούσαν ανατολικότερα, απέναντι από τις εκβολές του Ερασίνου, στην άλλη μεριά του Αργολικού κόλπου, κοντά στις όχθες του π. Μπεντένι.

[16] «Αγαμέμνων», 318.

[17] «Θηβαΐς», (I, V), 357

[18] στ.1006

[19] Mετάφραση Τάσου Ρούσσου.

[20] Όνομα νυμφών των υδάτων. Αναφέρεται και κόρη του Νείλου. Ο Παυσανίας (8,31, 4) είδε άγαλμα ομώνυμης Αρκαδικής νύμφης, στο ιερό των μεγάλων θεών στην Αγορά της Μεγαλόπολης, να κρατάει υδρία από την οποία κυλούσε κάτω νερό.

[21] Τα ονόματα καταγράφει ο Έλληνας γραμματικός Αντωνίνος Λιβεράλης (150 π.Χ.) στο 32 της «Μεταμορφώσεων Συναγωγής». Βλ. Westermann.

[22] vi 76. Τα λεγόμενα «Διαβατήρια», θυσίες, προκειμένου να εξακριβωθούν οι διαθέσεις των θεών. Στην αντίληψη των αρχαίων, η συμμετοχή του ποταμού ήταν κάτι φυσικό, αφού ο Όμηρος περιγράφει (Ιλ. Φ΄), πως ο ποταμός Σκάμανδρος υπερασπίστηκε την Τροία. Με αφορμή το περιστατικό ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος («Ο Ερασίνος…»), οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως οι Σπαρτιάτες που εδώ θυσίασαν πολύτιμο χρόνο, ήταν ειλικρινείς στις θρησκευτικές τους προλήψεις, οπότε και η καθυστέρησή τους λίγα χρόνια μετά να βοηθήσουν στον Μαραθώνα, δεν ήταν προσχηματική.

[23] Τη μάχη περιγράφει ο Σπηλιάδης.

[24] 8, 371.

[25] Βιβλ. IX, «De Bissula», II, 5.

[26] Άρατος, 28.

[27] Στράβων, XI499;

[28] 8, 371.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής, κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδο – Δημήτριος Αθ. Κούσουλας, Αρχαιολόγος


 

 

Α Εισαγωγή: Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί σε μία συνοπτική θεώρηση των κυρίων χαρακτηριστικών του Πρωτογεωμετρικού (ΠΓ) και γεωμετρικού αργειακού εργαστηρίου [1] κεραμικής. Η διαμόρφωση ενός ιδιάζοντος κεραμικού ρυθμού στο Άργος και τις όμορες περιοχές, κατ’ αυτήν την περίοδο, βασίζεται στην μειξογενή απόδοση εγχωρίων και εισηγμένων στοιχείων. H αργειακή ΠΓ και Γεωμετρική παράδοση, τόσο στην αγγειοπλαστική όσο και στην αγγειογραφία, έχει τις ρίζες της στην αντίστοιχη της Μυκηναϊκής (ΥΕ) και Υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Α.1 Μυκηναϊκός πολιτισμός: Ο πρώτος, βεβαιωμένα ελληνικός πολιτισμός θεωρείται ότι είναι ο Μυκηναϊκός, ο οποίος εμφανίζεται μετά το τέλος της ΜΕ περιόδου (γύρω στο 1650 π. Χ) [2]. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός οφείλει την ονομασία του στο σημαντικότερο κέντρο της περιόδου, τις Μυκήνες στην Αργολίδα. Εκτείνεται χρονολογικά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλ. μεταξύ 1650 και 1120 π. Χ. Η περίοδος αυτή καλείται Υστεροελλαδική (ΥΕ), στην ηπειρωτική Ελλάδα. Γι’αυτόν τον λόγο, ο όρος «μυκηναϊκή περίοδος» χρησιμοποιείται συχνά έναντι του ορθοτέρου ΥΕ.

 

Κατ’ αντιστοιχία με τον Μινωικό πολιτισμό [3], ο Μυκηναϊκός εξαπλώθηκε συνεπεία του κεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως, καθώς ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος ασκείται από το ανάκτορο, την έδρα του τοπικού ηγεμόνα (ἄνακτος) [4]. Οι ανασκαφικές έρευνες κατέδειξαν ότι τα σπουδαιότερα ΥΕ ανακτορικά κέντρα βρίσκονταν στις Μυκήνες, την Πύλο (εικ. 1), την Τίρυνθα, την Ασίνη και τον Ορχομενό (εικ. 2), ενώ σημαντικές εγκαταστάσεις των ΥΕ χρόνων έχουν βρεθεί σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο (εικ. 3). Την ύπαρξη διοικητικής οργάνωσης στα μυκηναϊκά ανάκτορα επιβεβαιώνουν τα αρχεία πινακίδων Γραμμικής Β΄, που αφορούν κυρίως οικονομικούς καταλόγους και καταγραφή εμπορευμάτων [5]. Τα εκτενέστερα αρχεία βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο.

 

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

 

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο (κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο
(κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

 

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe  2008, 59).

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 59).

 

Χρυσή Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Χρυσή Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ιστορικά, η εξάπλωση των Μυκηναίων [6] οφείλεται στην παρακμή του γειτνιάζοντος μινωϊκού κράτους, προς τα τέλη της Νεοανακτορικής περιόδου (1700-1400 π. Χ.) και στην υπηρεσία των στην μακρινή Αίγυπτο ως μισθοφόρων [7]. Γύρω στο 1400 π.Χ., η περίφημη μινωϊκή θαλασσοκρατία καταρρέει, καθώς τα μινωϊκά ανάκτορα καταστρέφονται λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη) [8]. Οι Μυκηναίοι άδραξαν την ευκαιρία και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, αναπτύσσοντας επαφές με την Αίγυπτο. Από την Αίγυπτο, εισήγαγαν πιθανώς τον χρυσό που βρέθηκε στον Ταφικό Κύκλο Α΄ των Μυκηνών (εικ. 4), ενώ εξήγαγαν, ως μεταπρατικό αγαθό, τάλαντα χαλκού (26.2 χγμ.), την αρχαιότερη, γνωστή σταθερή μονάδα οικονομικών συναλλαγών, στον Αιγαιακό χώρο (εικ. 5). Η εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων χαλκού συνέβαλε στην κατασκευή κραταιών μεταλλίνων όπλων, χάρη στα οποία οι Μυκηναίοι εξαπλώθηκαν στον Μεσογειακό χώρο.

 

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ.  (κατά: Pulak - Slotta - Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ. (κατά: Pulak – Slotta – Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

 

Ο θαυμασμός που προκαλεί η Μυκηναϊκή περίοδος στους συγχρόνους μελετητές έγκειται όχι μόνο στην αυστηρά δομημένη διοικητική διάρθρωση όσο και στα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του. Η επιβλητική αρχιτεκτονική συνυπάρχει χρονολογικά με τοιχογραφίες και κεραμική εξόχου τέχνης. Στην αγγειογραφία της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, κυριαρχεί ο λεγόμενος εικονιστικός ρυθμός (Pictorial Style), ο οποίος χαρακτηρίζεται από την φυσιοκρατική απεικόνιση ανθρωπίνων κυρίως και ζωϊκών μορφών [9]. Χαρακτηριστικό δείγμα του ΥΕ εικονιστικού ρυθμού είναι ο λεγόμενος «Κρατήρας των Πολεμιστών» (εικ. 6), που απόκειται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (αρ. ευρ. Π 1426). Στην κοιλιά του αγγείου, αποδίδεται εφόρμηση οπλιτών προς τα δεξιά. Μία αντίστοιχη στρατιωτική εφόρμηση περιγράφει ο Όμηρος, στην ραψωδία Δ της Ιλιάδας [10]:

 

«ὣς τότ’ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμον δέ· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἳ δ’ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ’ ἐν στήθεσιν αὐδήν,      
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ’ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.…»

Μτφρ. (Νικ. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή):

«Όμοια κι οι φάλαγγες οι αργίτικες απανωτές τραβούσαν

δίχως σωμό στη μάχη· στο ασκέρι το δικό του

κάθε ρηγάρχης· οι άλλοι αμίλητοι τραβούσαν (τόσα πλήθη

πως ακλουθούν ποτέ δε θα’λεγες κι έχουν φωνή στο στήθος)

βουβοί, από φόβο στους ρηγάρχες τους μπροστά· κι ολόγυρα τους

οι πλουμιστές αρμάτες έλαμπαν, που ως όδευαν φορούσαν….»

 

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos - Hirmer 1959 πίν. 233).

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos – Hirmer 1959 πίν. 233).

 

A.2 Υπομυκηναϊκή περίοδος: Η πτώση του Μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, κατά την ΥΕΙΙΙΓ ύστερη φάση (1150-1120 π. Χ.), συνοδεύτηκε από παρακμή των καλών τεχνών. Ο αγγειογραφικός ρυθμός της ΥΕΙΙΙΓ, γνωστός ως «Ρυθμός του Σιτοβολώνος [11]», διακόπτεται απότομα και αντικαθίσταται από την ταπεινή καλλιτεχνικά, υπομυκηναϊκή κεραμική. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι τα μη ισόρροπα σχήματα, η λιτότητα και προχειρότητα της διακόσμησης και η κακής ποιότητας βαφή, ενώ τα επιμέρους τμήματα του αγγείου δεν διαρθρώνονται τεκτονικά (εικ. 7). Tα σχήματα αγγείων που επικρατούν, κατά την υπομυκηναίκή περίοδο, είναι ο ψευδόστομος αμφορίσκος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), η λήκυθος, ο σκύφος, ο κρατήρας, η οινοχόη και η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο (εικ. 8).

 

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

 

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο
(κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

 

H ύπαρξη ενός ενιαίου υπομυκηναϊκού ρυθμού, στην παράδοση του αντιστοίχου της ΥΕ ΙΙΙΓ, αμφισβητείται, καθώς τα στρωματογραφημένα σύνολα διαφοροποιούνται ανά θέση. Στον Κεραμεικό, η κεραμική ακολουθία των υπομυκηναϊκών χρόνων επιβεβαιώνεται μέσα από τα ευρήματα των τάφων. Σημαντικά κέντρα παραγωγής υπομυκηναϊκών αγγείων εντοπίζονται στον Κεραμεικό, την Εύβοια και την Αργολίδα. Στο Άργος, ο εγχώριος υπομυκηναϊκός ρυθμός επιβεβαιώνεται μέσω μιας σειράς κτερισμάτων σε κιβωτιόσχημους τάφους, καθώς και σε ορισμένα ευρήματα από στρωματογραφημένα σύνολα. Την σύντομη χρονικά υπομυκηναϊκή περίοδο διαδέχονται οι Πρωτογεωμετρικοί χρόνοι, με μία ακμάζουσα κεραμική παράδοση που αναγνωρίζεται σε διάφορες θέσεις.

 

Β. Γεωμετρικοί Χρόνοι: Ο όρος «γεωμετρικός» χαρακτηρίζει την τέχνη των πρώιμων ιστορικών χρόνων, που ακολουθούν την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος. Καθιερώθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Alexander Conze το 1870, λόγω της χρήσης γεωμετρικών μοτίβων στην διακόσμηση των αγγείων της περιόδου. Το κύριο χαρακτηριστικό των γεωμετρικών αγγείων, εκτός από την διακόσμηση με γεωμετρικά κοσμήματα, είναι η χρήση ταχύστροφου τροχού, το συμμετρικό σχήμα και η τεκτονική δομή των τμημάτων του αγγείου (βάση, πόδι, κοιλιά, ώμοι, σώμα, χείλος). Αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ιδιαιτέρως αντιληπτό, εάν συγκριθεί ένα γεωμετρικό αγγείο με ένα υπομυκηναϊκό (1150-1050/1020 π. Χ.), του ιδίου σχήματος (εικ. 9).

 

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Οι Γεωμετρικοί χρόνοι έχουν χαρακτηριστεί ως «Σκοτεινοί Αιώνες» (Dark Ages), από τους Vincent R. d’ A. Desborough και Αnthony Snodgrass. Εν τούτοις, ο πλούτος των ευρημάτων της περιόδου, σε συνδυασμό με την ακμή του εξαγωγικού εμπορίου και προπάντων την σύνθεση των εναργεστέρων έργων της επικής ποιήσεως, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, προς το τέλος της περιόδου, αποδεικνύουν την αστοχία του χαρακτηρισμού. Παρόλο που ο όρος «Γεωμετρικός» χρησιμοποιείται γενικευμένως για την ελληνική τέχνη μεταξύ 1050/1020 και 700/680 π.Χ., η περίοδος υποδιαιρείται σε ορισμένες εξελικτικές φάσεις (πίν. Ι), οι οποίες έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε φάσεως αναλύω κατωτέρω. Οφείλω να επισημάνω ότι τα ως ανωτέρω χρονολογικά πλαίσια αφορούν το αττικό εργαστήριο, που είναι το καλλίτερα μελετημένο.

 

Β.1 Το αργειακό εργαστήριο κεραμικής των πρωίμων ιστορικών χρόνων: Ο αργειακός ΠΓ και Γεωμετρικός ρυθμός αναγνωρίζεται σε ευρήματα τόσο από την πόλη του Άργους, όσο και από τις όμορες θέσεις της Ασίνης, Τίρυνθας και Μυκηνών. Ωστόσο, θεωρείται πως το κέντρο της καλλιτεχνικής έμπνευσης του βρισκόταν στο Άργος. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι επαφές με την Αττική έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στο Άργος, όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την σύγκριση ευρημάτων.

Paul Courbin

Paul Courbin

Η ακμάζουσα καλλιτεχνική παράδοση του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού κεραμικής επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των πρώιμων ιστορικών χρόνων, τα οποία ήλθαν στο φως μέσω των ανασκαφικών ερευνών. Η χρονολόγηση τους βασίζεται αφ’ ενός στον τεχνοτροπικό συσχετισμό με τα αντίστοιχα δεδομένα από την Αθήνα, αφ’ ετέρου στα λιγοστά συνευρήματα αιγυπτιακής προελεύσεως, τα οποία δύνανται να χρονολογηθούν με ασφάλεια. Ο Paul Courbin (εικ. 10) αναφέρει τρείς σκαραβαίους σε γεωμετρικά στρώματα [12] – δύο από το Ηραίο και έναν από την Λάρισσα [13]– καθώς και ένα αγαλμάτιο του θεού Βήσα (ευρεθέν το 1954), για το οποίο, δυστυχώς, οι υπάρχουσες χρονολογικές ενδείξεις είναι ανεπαρκείς. Επομένως, πολύτιμος είναι ο τεχνοτροπικός συσχετισμός της αργειακής γεωμετρικής κεραμικής με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια, όπως το Αττικό, το Ευβοϊκό και το Κορινθιακό. Με βάση την εξελικτική πορεία του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού, σχηματίζεται η ακολουθία των φάσεων (πίν.2), κατ’ αντιστοιχία με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια:

 

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ
ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ         ΑΡΓΕΙΑΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ     ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ     ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ  
ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1050/1020-900 π. Χ.      
Πρώιμη ΠΓ φάση:           Πρώιμη ΠΓ φάση  
Ώριμη ΠΓ φάση:           Ώριμη ΠΓ φάση  
Ύστερη ΠΓ φάση:           Ύστερη ΠΓ φάση  
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:   900-700/680 π. Χ.      
Πρώιμη Γεωμετρική φάση:   900-850 π. Χ. Πρώιμη Γεωμετρική φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση Ι:   850-800 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) Ι φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση ΙΙ:   800-760 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) ΙΙ φάση
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια:   760-750 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ:   750-735 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙα:   735-720 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ:   720-700/680 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ

 

 

 

Κύριο χαρακτηριστικό της γεωμετρικής αγγειογραφίας είναι η χρήση κανόνα και διαβήτη με πολλαπλό πινέλο (εικ.11) στην διακόσμηση των αγγείων, εν αντιθέσει με την ελεύθερη απόδοση των γεωμετρικών κοσμημάτων της υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Προτού εξεταστούν χαρακτηριστικά ευρήματα από τις ανασκαφικές έρευνες στην Αργολίδα, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστεί η ιστορία της έρευνας, με επισήμανση στις κυριότερες δημοσιεύσεις που αφορούν τον αργειακό ΠΓ και Γεωμετρικό ρυθμό.

 

Β.2 Ιστορία έρευνας: Οι αρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα κατέδειξαν την ισχυρή παρουσία του γεωμετρικού ρυθμού, στα εργαστήρια της περιοχής. Τα ευρήματα προέρχονται από τις ανασκαφές της οικείας Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και των ξένων αρχαιολογικών αποστολών – Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι σχετικές μελέτες δημοσιεύτηκαν στις επιστημονικές επετηρίδες των φορέων. Το 1953, η Anne Roes δημοσίευσε το άρθρο Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, στο ΒCH [14]. Ο Γάλλος καθηγητής Αρχαιολογίας Paul Courbin, στον οποίο οφείλεται η πρώτη επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους, κατά την δεκαετία του 1950, ανέλαβε την εποπτεία των γαλλικών ανασκαφών στην πόλη και ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τα realia της γεωμετρικής περιόδου. To 1957, μελέτησε έναν γεωμετρικό τάφο του Άργους, στο εκτενές άρθρο του Une Tombe géométrique dArgos [15]. Το 1966, εξέδωσε την δίτομη μελέτη του, La Céramique géométrique de lArgolide. Στο έργο αυτό, παρουσίασε μία συνολική θεώρηση του αργειακού εργαστηρίου, κατά τους ΠΓ και Γεωμετρικούς Χρόνους, με βάση τα ευρήματα κυρίως των Γαλλικών Ανασκαφών. Το αργειακό εργαστήριο εξετάζει συνοπτικά και ο καθηγητής Αρχαιολογίας (University College London) Nicolas Coldstream στην μονογραφία του, Greek Geometric Pottery. A Survey on Ten Local Styles and their Chronology (1968). 6 χρόνια αργότερα, ο Courbin παρουσίασε τα ευρήματα της γεωμετρικής περιόδου από τους τάφους του Άργους, στο Tombes géométriques d’Argos I (1952-1958). Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην σειρά Études Peloponnesiennes, στον τόμο 7.

 

Το 1987, η Άλκηστη Παπαδημητρίου υποστήριξε την διδακτορική της διατριβή, στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, με θέμα Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns. Die Phasen IIV. Το 1988, η ίδια συγγραφέας εξέτασε την κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα, στο Archäologischer Anzeiger [16]. To 1997, η Isabelle Ratinaud εξεπόνησε την διδακτορική της διατριβή, από το Paris IV. Το θέμα της εργασίας είναι η Αργολίδα και η Πελοπόννησος, κατά τον 9ο και 8ο αι. π. Χ., δηλ. κατά την καθαυτό Γεωμετρική περίοδο.

 

Aπό την νεώτερη βιβλιογραφία, μία αξιόλογη παρουσίαση των ΠΓ ευρημάτων από τις διάφορες θέσεις της Αργολίδας σε συνάρτηση με την ΠΓ κεραμική άλλων περιοχών βρίσκεται στην μονογραφία της Καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Άννας Λαιμού, με τίτλο The Protogeometric Aegean. the archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC. Σημαντική συμβολή στο θέμα γίνεται από την Άλκηστη Παπαδημητρίου, στο άρθρο της The early iron age in the Argolid: some new Aspects (2006). Το άρθρο δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο, Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer (Edinburgh Leventis studies 3).

Β.3 Σχηματολόγιο του αργειακού κεραμικού ρυθμού, κατά την ΠΓ και Γεωμετρική περίοδο: Ήδη κατά την ΠΓ περίοδο, διαμορφώνεται το σχηματολόγιο των αγγείων, τόσο στο αττικό εργαστήριο όσο και στα υπόλοιπα. Οι τύποι αγγείων (εικ. 12α-β) που συναντούμε στην ΠΓ κεραμική του Άργους είναι ο μόνωτος σκύφος, ο δίωτος σκύφος με διακόσμηση από κυματοειδή γραμμή (γερμ. Wellenbandskyphos), ο σκύφος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), ο κρατήρας, ο αβαθής κύαθος, ο κάλαθος, ο αμφορέας με λαβές στα χείλη, ο αμφορίσκος, η υδρία, η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, η λήκυθος, η πρόχους, η σφαιρική πυξίδα, η πυξίδα με ψηλές λαβές, ο πτηνόμορφος ασκός, ο τριποδικός κρατηρίσκος, ο πίθος και ο τριποδίσκος.

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Γ. Εξελικτικές φάσεις του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού

 

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Γ.1 Πρωτογεωμετρικός Ρυθμός: Ο όρος «πρωτογεωμετρικός ρυθμός» εισήχθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Bernhard Schweitzer (εικ. 13), ο οποίος, το 1917, υποστήριξε την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με θέμα Untersuchungen zur Chronologie der geometrischen Stile in Griechenland I. Ο πρωτογεωμετρικός ρυθμός του αργειακού εργαστηρίου διαμορφώθηκε υπό την επίδραση της αττικής κεραμικής. Στην Αττική, η ΠΓ περίοδος χρονολογείται μεταξύ 1050/20 και 900 π.Χ. Στην πρώιμη φάση της ΠΓ περιόδου (1050/1020-980 π.Χ.), επικρατούν τα κλειστού σχήματος αγγεία με υψηλό πόδι καθώς και ένας τύπος μικρής οινοχόης. Χαρακτηριστικό σχήμα της περιόδου είναι ο αμφορέας (εικ. 15).

 

Τυπικό σχήμα των ΥΕ χρόνων, που επιβιώνει στην ΠΓ αγγειοπλαστική παράδοση είναι ο σκύφος με ψηλό κωνικό πόδι και δακτυλιόσχημη λαβή (εικ. 14). Η κοιλιά διακοσμείται με μελανό γάνωμα, ενώ, στο ύψος των ώμων, γραμμικά κοσμήματα εξαίρονται πάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Μιά παραλλαγή αυτού του αγγείου αποτελεί ο λεγόμενος Wellenbandskyphos, ο οποίος φέρει διακόσμηση από κυματοειδή ταινία στο ύψος των ώμων. Ορισμένα όστρακα από τέτοιου είδους σκύφους βρέθηκαν στην Τίρυνθα και έχουν ήδη μελετηθεί [17]. Αυτός ο τύπος διακόσμησης προϋπάρχει από την ΥΓ ΙΙΙ παράδοση (1200-1100 π. Χ.) στην Αργολίδα [18].

 

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

 

 

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Την πληρέστερη μέχρι στιγμής εικόνα για την διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στην Αργολίδα διαμορφώνουν τα ευρήματα των τάφων. Χαρακτηριστική είναι η κεραμική τεσσάρων ΠΓ τάφων (τάφοι Ι-IV), από την οδό Περρούκα 66 (Ιδιοκτησία Β. Κωνσταντοπούλου) [19]. Τα αγγεία (εικ. 16α-ιδ), που απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, είναι διακοσμημένα με την τεχνική darkonlight. Πρόκειται για δύο οινοχόες με τριφυλλόσχημο στόμιο (αρ. ευρ. Ε 1907 και Ε 1908), δύο υδρία (αρ. ευρ. Ε 1909 και Ε 1910), δύο αμφορείς (αρ. ευρ. Ε 1911 και Ε 1912), δύο ληκύθους (αρ. ευρ. Ε 1913 και Ε 1914), μία πρόχου (αρ. ευρ. Ε 1915), έναν πτηνόμορφο ασκό (αρ. ευρ. Ε 1919), έναν τριποδικό ασκό (αρ. ευρ. Ε 1920) και τρία κύπελλα (αρ. ευρ. Ε 1916, Ε 1917 και Ε 1918). Στα αγγεία, είναι εμφανείς οι ΥΕ και υπομυκηναϊκές καταβολές. Στους τάφους Ι, ΙΙΙ και IV βρέθηκαν επίσης χάλκινοι δακτύλιοοι και περόνες.

 

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

 

 

Ο ΠΓ ρυθμός έχει αναγνωριστεί σε σειρά αγγείων και οστράκων, που προέρχονται από τις ανασκαφικές έρευνες στην Τίρυνθα. Οι δυσκολίες που ανακύπτουν στον μελετητή της ΠΓ αργειακής κεραμικής οφείλονται στην διαταραχή των αρχαιολογικών στρωμάτων, τον αποσπασματικό χαρακτήρα των δημοσιεύσεων και την απουσία μίας συνολικής θεωρήσεως της κεραμικής, από τις αντίστοιχες θέσεις της Αργολίδας. Σε ορισμένα όστρακα, από την περιοχή νοτίως της Κάτω Ακροπόλεως, κυριαρχεί το διακοσμητικό μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής (Wellenband).

 

Στην πρώιμη ΠΓ φάση, ανήκει ένας αμφορέας, με διακόσμηση από επάλληλες οριζόντιες ή κυματοειδείς, μελανές ταινίες επάνω σε εδαφόχρωμο επίχρισμα (εικ. 15). Το αγγείο βρέθηκε στον τάφο 1974/3, στην Τίρυνθα και έχει ύψος 43.2 εκ. Το σώμα είναι συμμετρικό, ωοειδές και ο λαιμός ψηλός. Στον ώμο, υπάρχει σειρά ομόκεντρων κύκλων, που ενώνονται με ευθείες γραμμές. Οι κύκλοι βαίνουν σε τρείς επάλληλες οριζόντιες ταινίες, εκ των οποίων η μεσαία είναι φαρδύτερη. Την επιφάνεια της κοιλιάς μεταξύ των λαβών διακοσμεί σειρά τριών επαλλήλων κυματοειδών γραμμών. Στο υπογάστριο, υπάρχει σειρά τριών επαλλήλων ταινιών.

 

Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση του αγγείου με ομόκεντρους κύκλους και οριζόντιες ταινίες παραπέμπουν σε έναν αμφορέα από το ΠΓ νεκροταφείο του Κεραμεικού (Εικ. 17). Αυτός ο αμφορέας βρέθηκε στο εσωτερικό ΠΓ τάφου και απόκειται στο Μουσείο Κεραμεικού (αρ. ευρ. 569) [20]. Στο αγγείο, κυριαρχεί η διακόσμηση με μελανό γάνωμα, επάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Οι ομόκεντροι κύκλοι και τα ημικύκλια έχουν περιγραφεί με διαβήτη. Το σχήμα και η διακόσμηση του αγγείου είναι ενδεικτική για την χρονολόγηση στα μέσα του 10ου αι. π. Χ.

 

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

 

Γ.2 Πρώιμη Γεωμετρική περίοδος:

Η πρώιμη Γεωμετρική περίοδος στο Άργος είναι λιγότερο γνωστή, καθώς τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα σπανίζουν, εν συγκρίσει με την Μέση και Ύστερη Γεωμετρική περίοδο. Κυρίαρχο σχήμα του Αργειακού εργαστηρίου κατά την πρώιμη Γεωμετρική περίοδο είναι ο αμφορέας και εκπροσωπείται από το αγγείο με αρ. ευρ. C 51, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (εικ. 18) [21]. Το σώμα του είναι μελαμβαφές. Σε δύο εδαφόχρωμες ζώνες, γράφονται μελανές ταινίες που περισφίγγουν το σώμα του αμφορέα. Στον λαιμό, η εδαφόχρωμη ταινία φέρει ενάλληλα γραμμικά μοτίβα. Το σχήμα και η διακόσμηση θυμίζουν αντίστοιχα έργα του αττικού εργαστηρίου, όπως ένας γεωμετρικός αμφορέας από τον Κεραμεικό (εικ. 19).

 

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

 

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό  (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Γ.3 Μέση Γεωμετρική Ι: Με βάση την στρωματογραφική ακολουθία, έχει τεκμηριωθεί η ΜΓ Ι φάση στην Αργολίδα. Κύριο χαρακτηριστικό των ΜΓ αγγείων είναι η κάλυψη του σώματος τους με μελανό γάνωμα και η διακόσμηση του με την τεχνική darkonlight. Στο ύψος του λαιμού, ένα γραμμικό κόσμημα εξαίρεται σε ορθογώνια μετόπη.

Γ.4 Μέση Γεωμετρική ΙΙ: Οι πρώτες εικονιστικές ζωφόροι στο αργειακό εργαστήριο εμφανίζονται σε σειρά αγγείων, που χρονολογούνται στα τέλη της ΜΓ ΙΙ περιόδου. Στις παρυφές του προφήτη Ηλία, σε πάροδο της οδού Ηρακλέους, βρέθηκε μία οινοχόη, με εικονιστική παράσταση λατρευτού (εικ. 20) [22]. Η οινοχόη βρέθηκε στο εσωτερικό του κιβωτιόσχημου τάφου αρ. ΙΙΙ, στο οικόπεδο Δημητρίου Τότσικα, την άνοιξη του 1976. Έχει ύψος 15 και διάμετρο βάσης 3.8 εκ. Το στόμιο είναι τριφυλλόσχημο, ο λαιμός κοντός. Μαύρο χρώμα καλύπτει την επιφάνεια του χείλους και του λαιμού. Η λαβή φέρει διακόσμηση από γεωμετρικά μοτίβα. Μια μαύρη οριζόντια γραμμή βρίσκεται στην σύμφυση του λαιμού και κοιλιάς. Παράλληλες μελανές ταινίες σε οριζόντια διάταξη διακοσμούν το σώμα του αγγείου. Στο ύψος των ώμων, σκιαγραφούνται δύο ιστάμενες ανδρικές μορφές, με υψωμένα τα χέρια. Οι μορφές κοιτάζουν προς το κέντρο. Κατά τα πρώτα στάδια της αρχαίας ελληνικής εικονιστικής αγγειογραφίας, αξιοσημείωτος είναι ο στιλιζαρισμός (ιταλ. stilizzare), δηλ. η σχηματοποίηση των μορφών. Οι στιλιζαρισμένες μορφές εμφανίζονται και σε άλλα εργαστήρια κατ’ αυτήν την περίοδο, όπως το αττικό και το κορινθιακό.

 

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

 

 

Η σύγκριση με τα σύγχρονα έργα τορευτικής, όπως το χάλκινο ειδώλιο ιππηλάτου από το Ηραίο Αργους (εικ. 21), επιβεβαιώνει ασφαλώς την σχέση του εικονογραφικού τύπου στα αγγεία με τα χάλκινα ειδώλια. Κοινά στοιχεία και των δύο κατηγοριών είναι η ασύμμετρη κεφαλή, ο ψηλός λαιμός, το τριγωνικό περίγραμμα του άνω κορμού, η στενή μέση, τα επιμηκυσμένα άκρα, καθώς και η απουσία υποδήλωσης των ανατομικών λεπτομερειών.

 

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

 

 

Γ.4 Ὕστερη Γεωμετρικὴ περίοδος: Η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος συνδέεται με δύο σημαντικά γεγονότα του ελληνικού πολιτισμού: την σύνθεση των ομηρικών επών και την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής. Κατά ευφυή σύμπτωση, η πρώτη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο χαράχτηκε επάνω σε μία ΥΓ οινοχόη, από την περιοχή του Διπύλου στον Κεραμεικό (εικ. 22) [23]. Στην επιγραφή, αναφέρεται ότι «ΗΟΣΝΥΝΟΡΧΕΣΤΟΝΠΑΝΤΟΝΑΤΑΛΟΤΑΤΑΠΑΙΖΕΙΤΟΤΟΔΕΚΛΜΙΝ – ὃς νῦν | ὀρχη|στῶν πάν|των ἀτα|λώτατα | παίζει τῶ τόδε καμιν)», που σημαίνει σήμερα, ότι «την κανάτα αυτή θα την πάρει ο χορευτής που θα χορέψει πιο χαριτωμένα». Ήταν δηλαδή έπαθλο χορευτικών αγώνων. Πρόκειται για την πρώτη έκφραση του λυρισμού σε ελληνική γλώσσα, καθώς μιλάει το ίδιο το αγγείο σε πρώτο πρόσωπο. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ομηρικά έπη, που είναι γραμμένα σε αφηγηματικό (τρίτο) πρόσωπο.

 

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

 

 

Την εποχή αυτή, συμβαίνουν επίσης σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές στον ελλαδικό χώρο. Οι αλλαγές αυτές επισφραγίζονται με τον β΄ αποικισμό (εικ. 23), που ξεκινά κατά το α΄ ήμισυ του 8ου αι. π. Χ. Την περίοδο αυτή, οι διαπολιτισμικές επαφές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι έντονες, ευνοώντας την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Δεν είναι γνωστό, αν αυτή η ανταλλαγή επηρέασε άμεσα το αργειακό εργαστήριο, καθώς η υποτιθέμενη συμμετοχή των Αργείων στον αποικισμό των Μεγάρων Υβλαίων αμφισβητείται. Ωστόσο, οι Αργείοι αγγειογράφοι γνώρισαν ασφαλώς τις εξωγενείς επιρροές μέσα από την σπουδή των Αθηναϊκών ΥΓ έργων τέχνης.

 

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney - Curry - Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney – Curry – Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

 

 

Κατά την ΥΓ περίοδο, κυριαρχεί η τεχνική της σκιαγραφίας, η απόδοση δηλ. της σκιάς μίας μορφής, με βάση την αρχή pars pro tottο (εικ. 24). Ο καλλιτέχνης αποδίδει περιληπτικά την μορφή, αποφεύγοντας τις ανατομικές λεπτομέρειες όπου δεν χρειάζεται. Στόχος του είναι η απόδοση της ανθρώπινης μορφής ως μετέχουσα σε μία κατάσταση, χωρίς καμία διάθεση φυσιογνωμικής προσέγγισης. Σε αυτό το σημείο, η αντίληψη του ζωγράφου της γεωμετρικής περιόδου διαφοροποιείται από την καλλιτεχνική προσέγγιση των ΥΕ χρόνων, όπου οι ανατομικές λεπτομέρειες περιγράφονται με το πινέλο. Η τεχνική της σκιαγραφίας αναφέρεται και στους αρχαϊκούς χρόνους, καθώς ο Σικυώνιος Παυσίας έγραψε την σκιά ενός ίππου [24].

 

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

 

 

Γ.5 Ύστερη Γεωμετρική ΙΙ φάση (735-700/680 π. Χ.): Ο εξαιρετικός ΥΓ ΙΙ κρατήρας που απόκειται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (αρ. ευρ. ΜΑ 5661) [25] βρέθηκε στο οικόπεδο Ευστρατιάδη, στην οδό Θεάτρου (εικ. 25). Το αγγείο, μνημειακών διαστάσεων, αποδόθηκε, από τον P. Courbin, στον ζωγράφο του κρατήρα της Κορίνθου[26]. Η χαμηλή βάση είναι κωνική, το ωοειδές σώμα διαμορφώνεται συμμετρικά προς τα άνω, ενώ πλατιές ταινιόσχημες λαβές συνδέουν τους ώμους του αγγείου με το έξω νεύον χείλος. Το χείλος διακοσμείται με δύο μικρά κομβιόσχημα πλαστικά εξάρματα.

 

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

 

Η γραπτή διακόσμηση του αγγείου διατείνεται σε τρεις ζώνες: στην ανώτερη ζώνη, τα κοσμήματα ξεκινούν από τον λαιμό και γεμίζουν όλη την επιφάνεια των ώμων, μεταξύ των λαβών και επεκτείνεται στο κάτω μέρος, μέχρι την κύρτωση της κοιλιάς. Σε αυτήν την περιοχή, βρίσκεται το κυρίως εικονιστικό θέμα του αγγείου: στις μετόπες με εικονιστική παράσταση, εγγράφεται σκηνή γυναικείου χορού. Οι μορφές κρατούν κλαδιά. Η παράσταση θυμίζει αντιστοίχους κυκλίους χορούς, που εκτελούνται σήμερα στην ορεινή Αρκαδία (εικ. 26), κατά τους οποίους οι χορευτές και χορεύτριες κρατούν κλαδιά [27]. Στις υπόλοιπες μετόπες, διακρίνονται τα γεωμετρικά μοτίβα του τρέχοντος μαιάνδρου και της τεθλασμένης γραμμής.

 

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

 

 

Η μεσαία ζώνη, στην κοιλιά του αγγείου, διακοσμείται με οριζόντιες ταινίες: στο ανώτερο τμήμα, διακρίνεται ζωφόρος με επάλληλα πτηνά. Στην συνέχεια, δύο διαζώματα με το κόσμημα των συνεχών επάλξεων περικλείουν ένα διάζωμα με συνεχείς ρόμβους, στο κέντρο των οποίων υπάρχει στιγμή εν είδει οφθαλμού. Τα διαζώματα οριοθετούνται από επάλληλες μελανές ταινίες.

 

Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς είναι μελαμβαφές και διακοσμείται με σειρά επαλλήλων μελανών ταινιών σε οριζόντια διάταξη ανά δύο, πού εξαίρονται επάνω στο χρώμα του πηλού. Η χρονολόγηση του αγγείου στην ΥΓ ΙΙ φάση [28] αποτελεί ένα terminus post quem για την χρονολόγηση του τάφου και υποδηλώνει την κατασκευή του στα τέλη των ΥΓ χρόνων. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του αργειακού εργαστηρίου κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, είναι ο πεζός πολεμιστής που κρατά δύο εραλδικά τοποθετημένους ίππους από τους χαλινούς. Η ποικιλία των σχετικών παραστάσεων (εικ.27) επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «Άργος ιπποβότοιο (: ιππότροφο Άργος)» του Ομήρου [29]. Στους ομηρικούς χρόνους, ο ίππος αποτελεί ένδειξη πλούτου και αφορμή κοινωνικής προβολής, ενώ παρέμενε ο πιστός σύντροφος του πολεμιστή:

 

Ξάνθέ τε καὶ σὺ Πόδαργε καὶ Αἴθων Λάμπέ τε δῖε

νῦν μοι τὴν κομιδὴν ἀποτίνετον, ἣν μάλα πολλὴν

Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος

ὑμῖν πὰρ προτέροισι μελίφρονα πυρὸν ἔθηκεν

οἶνόν τ’ ἐγκεράσασα πιεῖν, ὅτε θυμὸς ἀνώγοι,

ἢ ἐμοί, ὅς πέρ οἱ θαλερὸς πόσις εὔχομαι εἶναι.

Θ 185-90

 Μετάφραση:

“Αίθωνα, Λάμπε αρχοντογέννητε, και Πόδαργε και Ξάνθε,

καιρός σας τώρα να πληρώσετε την τρισμεγάλη έγνοια

που’ χει η Ανδρομάχη, του Ηετίωνα του ψυχωμένου η κόρη,

που πρώτα εσάς ακριβοτάγιζε το στάρι το μελένιο,

για σας κρασί καθώς διψούσατε, πιο πρώτα συγκερνούσε,

παρά για μένα , λεβεντόκορμο που ταίρι της λογιέμαι.”

(μετ, Ν. Καζαντζάκη- Ι.Θ. Κακριδή)

 

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

 


Δ. Επίλογος – Συμπεράσματα

 

Στην σύντομη αυτή παρουσίαση του αργειακού εργαστηρίου, παρουσιάσαμε την εξελικτική πορεία του ΠΓ και Γ ρυθμού, με βάση τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα. Στα πλαίσια αυτά εξετάστηκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα των διαφόρων φάσεων, από τις κύριες ανεσκαμμένες θέσεις.

 

Όπως έγινε σαφές, τόσο το σχηματολόγιο όσο και η διακόσμηση της αργειακής ΠΓ και Γ κεραμικής έχουν επηρεαστεί από την Αττική. Στην άποψη αυτή συναινούν η χρονολογική και τεχνοτροπική συσχέτιση δειγμάτων των δύο εργαστηρίων, όσο και η υιοθέτηση από τους Αργείους αγγειογράφους, των διακοσμητικών μοτίβων και των εικονογραφικών θεμάτων του Αττικού εργαστηρίου. Οι όποιες επιρροές εξασφαλίστηκαν κυρίως μέσω του εμπορίου, καθώς έχουν βρεθεί αθηναϊκά αγγεία στην Αργολίδα, αλλά και μέσω τις μετακίνησης των καλλιτεχνών. Η τελευταία αυτή άποψη ενισχύεται από την παρουσία αγγείων καθαρά αθηναϊκής τεχνοτροπίας κατασκευασμένα από αργειακό πηλό. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αγγειογράφοι, που ήταν ίσως και οι κεραμείς, κατασκεύαζαν αγγεία στο Άργος και τα διακοσμούσαν εκεί, με βάση τον αθηναϊκό ρυθμό.

 

Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα σχήματα αγγείων, που ευδοκιμούν στο αθηναϊκό εργαστήριο, όπως ο επιγάστριος αμφορέας, εμφανίζονται και στην Αργολίδα ήδη από την ΠΓ περίοδο. Kύριες θέσεις: Άργος, Τίρυνθα, Ασίνη, Μυκήνες. Συνεπώς, αναγνωρίζεται μία διαλογική σχέση ανάμεσα των διαφόρων εργαστηρίων κεραμικής. Αυτό το στοιχείο διευκολύνει την αναγνώριση των εξελικτικών φάσεων, στον αργειακό ρυθμό διακόσμησης. Όπως επισημάνθηκε, αυτή η αναγνώριση διευκολύνεται από τα αιγυπτιακά συνευρήματα, στα στρωματογραφημένα ανασκαφικά σύνολα του Άργους.

 

Πρέπει τέλος να αποσαφηνιστεί, ότι στην ΠΓ και γεωμετρική αργειακή αγγειογραφία εμφανίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά κοσμήματα, όπως η κυματοειδής γραμμή (Wellenband) και ο πεζός οπλίτης που κρατά άλογα από χαλινούς. Αυτά αποτελούν ίδιο γνώρισμα του αργειακού ρυθμού. Η ανεύρεση αργειακών ΠΓ και Γεωμετρικών οστράκων σε θέσεις εκτός Αργολίδας υποδηλώνει ότι τα αργειακά κεραμικά προϊόντα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά ως ανταλλάξιμο προϊόν.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο όρος «εργαστηρίο» (αγγλ. Workshop, γερμ. Werkstatt) χρησιμοποιείται ευρέως, περιγράφοντας όχι μία συγκεκριμένη βιοτεχνική εγκατάσταση, αλλά τον καλλιτεχνικό ρυθμό που επικρατεί σε μία περιοχή, κατά ορισμένη χρονική περίοδο.

[2] Για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, θεμελιώδεις είναι οι μελέτες των Sp. Marinatos – M. Hirmer, Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο 1959) και Ο. T. P. K. Dickinson, The Οrigins of the Mycenaean civilisation (Göteborg 1977). Πρβλ. επίσης Bequignon 1960, 87 κ. εξ.; Chamoux 1963, 161-75; Ακαδημία Αθηνών 1970, 232-93.

[3] Για τον Μινωϊκό πολιτισμό, βλ. Ακαδημία Αθηνών 1970, 108-120, 166-218 και 221-31.

[4] Η λέξη «ἄναξ», εκ της οποίας ετυμολογείται η λέξη «ανάκτορο», είναι γνωστή ήδη από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής. Βλ. Hooker 1979, 100-11; Kilian 1988, 291-302; Palaima 1995, 119-39; Yamagata 1997, 1-14; Willms 2010, 232-271.

[5] Ventris – Chadwick 1953, 84–103.

[6] Ακαδημία Αθηνών 1970, 330. Με τον όρο αναφέρονται συνεκδοχικά όλοι οι αιγαιακοί πληθυσμοί που ήταν φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

[7] Kelder 2010, 125-37.

[8] Βλ. Μαρινάτος 1968, 198-216; Furumark 1978, 667-74.

[9] Για τον εικονιστικό ρυθμό, βλ. Immerwahr 1993, 217-23; Crouwel – Morris 1996, 197-219; Steel 1999, 803-11; Karageorgis 2001, 91-3; Crouwel – Morris 2006, 15-22; Dakoronia 2006, 171-5; Rystedt 2006, 123-9.

[10] Ραψ. Δ, 427-33.

[11] Mountjoy 1994, 162.

[12] Courbin 1966, 25.

[13] Vollgraff 1930, 480; Courbin 1966, 25 υποσ. 2.

[14] Roes 1953, 90-104.

[15] Courbin 1957, 322-86.

[16] Papadimitriou 1988, 227-43.

[17] Βλ. Kardamaki 2009, 221 κ. εξ. (με σχετική βιβλιογραφία).

[18] Papadimitriou 1988, 228 κ. εξ. εικ. 1.

[19] Κόκκου-Βυρίδη 1979, 179-88.

[20] [Kraiker – Kübler 1939 πιν. 55; Schweitzer 1969 πιν. 3; Tiverios 1996, 49. 239 εικ. 1.

[21] Courbin 1966 εικ. Ιa.

[22] Paléologou 1980, 75.

[23] Coulié 2013, 64 εικ. 32.

[24] Πλίνιος, Nat. Hist. 35. 123-7. 137.

[25] Krystalli-Votsi 1980, 85.

[26] Courbin 1966, 449; Krystalli-Votsi 1980, 85 υποσ. 1.

[27] Krystalli-Votsi 1980, 91 εικ. 5.

[28] Krystalli-Votsi 1980, 92.

[29] Βλ. ενδεικτικά ραψ. Β, 286-8: «οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν / ἐνθάδἔτι στείχοντες ἀπἌργεος ἱπποβότοιο / Ἴλιον ἐκπέρσαντεὐτείχεον ἀπονέεσθαι….» (Μτφρ.: …..το λόγο δεν κρατούν που σου’δωκαν, ακόμα ως ξεκινούσαν / πέρα από το Άργος το αλογόθροφο στα μέρη εδώ, πριν πάρεις / την Τροία την ωριοτείχιστη, να μην διαγείρουν πίσω).

 

Κατάλογος συντομογραφιών


 

 

  • Ακαδημία Αθηνών, εκδ., 1970= Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Α (Αθήνα).
  • Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Hrsg.), 2008= Zeit der Helden. Die dunklen Jahrhunderte Griechenlands 1200-700 v. Chr. Ausstellungskatalog Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Darmstadt).
  • Bequignon, Υ. 1960= Recherches sur la civilisation mycénienne en Péloponnèse, RA, 87 κ. εξ.
  • Betancourt et al. 1999= Ph. Betancourt – V. Karageorghis – R. Laffineur – W.-D. Niemeier, Aegeum 3. Annales d’archéologie égéenne de l’Université de Liège 20 (Λιέγη).
  • Bol 2002= P. C. Bol, εκδ., Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst, Bd. 1. Frühgriechische Plastik (Mainz).
  • Borbein, Α. Η. 1995= Das alte Griechenland. Geschichte und Kultur der Hellenen (Μόναχο).
  • Chamoux, F. 1963= La Civilisation Grecque a l’ Époque archaique et classique (Παρίσι).
  • Coldstream, J. N. 1977= Geometric Greece (Λονδίνο).
  • Coulié, Α. 2013= La céramique grecque aux époques géométrique et orientalisante. XIe – VIe siècle av. J.-C., Les manuels d’art et d’archéologie antiques. La céramique grecque 1 (Παρίσι).
  • Courbin, P. 1966= La céramique géométrique de l’Argolide, I-II (Παρίσι).
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 1996= The Beginnings of Mycenaean Pictorial Vase Painting, AA, 197-219.
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 2006= Late Mycenaean Pictorial Pottery. A Brief Review, in: Rystedt – Wells 2006, 15-22.
  • Dakorōnia, Ph. 2006= Bronze Age pictorial tradition on Geometric pottery, in: Rystedt – Wells 2006, 171-5.
  • Deger-Jalkotzy, S. – Lemos, I. S. eds., 2006= Ancient Greece from the Mycenaean palaces to the age of Homer, Edinburgh Leventis studies 3 (Edinburgh),
  • Demargne, P. 1965= Die Geburt der griechischen Kunst. Die Kunst im ägäischen Raum von vorgeschichtlicher Zeit bis zum Anfang des 6. vorchristlichen Jahrhunderts, Universum der Kunst (μτφ., Μόωαχο).
  • Desborough, V.R. d’A. 1972= The Greek dark ages (London).
  • Dickinson, O. T. P. K. 1977= The Origins of Mycenaean Civilisation, SIMA 49 (Göteborg).
  • Eder, B. 1998= Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier (Wien).
  • Furumark, A. 1978= The Thera catastrophe. Consequences for European civilisation, in: Doumas, Chr., εκδ., Thera and the Aegean world, 1. Papers presented at the Second International Scientific Congress, Santorini, Greece, August 1978 (Λονδίνο), 667-674.
  • Hooker, J. T. 1979= The Wanax in Linear B Texts. Kadmos 18 (2): 100–111. 
  • Immerwahr, S. A. 1993= The Mycenaean pictorial style 50 years later, in: Zerner et al. 1993, 217-3.
  • Karageorgis, V. 2001= The Mycenaean pottery of the pictorial style. Achievements and Perspectives, OpAth 25: 91-3.
  • Kardamaki 2009= Ein neuer Keramikfund aus dem Bereich der Westtreppe von Tiryns. Bemalte mykenische Keramik aus dem auf der Westtreppenanlage deponierten Palastschutt, τόμ. 1-2 (Ph. D. Diss. Ruprecht-Karls-University of Heidelberg).
  • Kelder, J. M. 2010= The kingdom of Mycenae. A great Kingdom in the Late Bronze Age Aegean (Bethesda, Md).
  • Kilian, K. 1988= The Emergence of Wanax Ideology in the Mycenaean Palaces». OxfJA 7: 291–302. 
  • Knigge, U. 1988= Der Kerameikos von Athen. Führung durch Ausgrabungen und Geschichte (Athen).
  • Κόκκου-Βυριδή, K. 1979= Τέσσερις Πρωτογεωμετρικοί Τάφοι στο Άργος, ΑΕ 1977, 171-94.
  • Kraiker, W. – Kübler, W. 1939= Die Nekropolen des 12. bis 10. Jahrhunderts. Kerameikos I (Βερολίνο).
  • Kruse 1999= P. Kruse, Hrsg., Götter und Helden der Bronzezeit. Europa im Zeitalter des Odysseus. Ausstellungskatalog Kopenhagen (Bonn 1999).
  • Krystalli-Votsi, Κ. 1980= Cratère géométrique d’Argos, BCH Suppl. 6, 85-92.
  • Lemos 2002= The Protogeometric Aegean. Τhe archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC, Oxford monographs on classical archaeology (Οξφόρδη).
  • Marinatos, S. – Hirmer, L. 1959= Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο).
  • Μαρινάτος, Σπ. 1968= To ηφαίστειoν της Θήρας και oι πoλιτισμoί τoυ Aιγαίoυ, Πεπραγμένα τoυ B’ Διεθνoύς Kρητoλoγικoύ Συνεδρίoυ, τόμ. Α (Χανιά), 198-216.
  • Mountjoy, P. A. 1994= Μυκηναϊκή Γραπτή Κεραμική. Οδηγός Ταύτισης (Αθήνα).
  • Palaima, Th. G. 1995= The Nature of the Mycenaean Wanax: Non-Indo-European Origins and Priestly Functions. In: Rehak 1995, 119–39.
  • Paléologou, H. 1980= Un vase géométrique figuratif d’Argos, BCH Suppl. 6, 75-84.
  • Papadimitriou, A. 1988= Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns. Ausgrabungen in Tiryns, 1982-8, AA, 227-43.
  • Papadimitriou, A. 2006= The Early Iron Age in the Argolid. Some New Aspects, in: Deger-Jalkotzy – Lemos 2006, 531-47.
  • Pulak, C. – Slotta, R. – Yalcin, U., Hrsg., 2005= Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Ausstellungskatalog (Bochum).
  • Rehak, P. 1995= The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean. Aegaeum 11 (Λιέγη).
  • Roes, Α. 1953= Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, BCH 77, 90-104.
  • Rystedt, E. 2006= Tracing Stylistic Evolution in Mycenaean Pictorial Vase Painting, in: Rystedt – Wells 2006, 123-9.
  • Rystedt, E. – Wells, B., eds. 2006= Pictorial Pursuits. Figurative Painting on Mycenaean and Geometric Pottery. Papers from two Seminars at the Swedish Institute at Athens in 1999 and 2001 (Stockholm)
  • Schweitzer, B. 1969= Die geometrische Kunst Griechenlands (Kολωνία).
  • Simon 1981= E. Simon, Die griechischen Vasen 2(Μόναχο).
  • Σημαντώνη-Μπουρνιά, Ε. 1997= Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων. Οι αιώνες της διαμόρφωσης 1050-600 π.Χ. (Αθήνα).
  • Snodgrass, A. 1971= The Dark Age of Greece. An Archaeological Survey of the 11th to the 8th Centuries BC. (Edinburgh).
  • Steel, L. 1999= Wine Kraters and Chariots. The Mycenaean pictorial style reconsidered, in: Betancourt et al. 1999, 803-11.
  • Sweeney, J. – Curry, T. – Tzedakis, Y. 1988= The human figure in early Greek art. Catalogue of an Exhibition (Athens – Washington).
  • Tιβέριος, Μ. 1996= Αρχαία αγγεία, Ελληνική Τέχνη (Αθήνα).
  • Ventris, M. – Chadwick, J. 1953= Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives, JHS 73, 84–103.
  • Willms, L. 2010= On the IE Etymology of Greek (w)anax, Glotta 86: 232–271.
  • Yamagata, N. 1997= ἄναξ and βασιλεύς in Homer, CQ 47 (1): 1–14.
  • Zerner, P. et al. 1993= Zerner, P. – Winder, J. – Zerner, C., Wace and Blegen. Pottery as evidence for trade in the Aegean Bronze Age, 1939-1989. Proceedings of the International Conference held at the American School of Classical Studies at Athens, december 2-3, 1989 (Amsterdam).

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.


 

 

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Μ’ αυτήν τη σημαντική έκδοση, μια ακόμη επιστημονική μελέτη προστίθεται στη βιβλιογραφία για το Άργος. «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα» του αρχιτέκτονα – μηχανικού Πέτρου Ξηνταρόπουλου, καλύπτει μέρος ενός τεράστιου κενού που υπάρχει σε καταγραφές για την πόλη μας.

Είναι η πρώτη φορά που θα δοθεί στο κοινό μια επιστημονική εργασία σχετική με την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτήν την εξέλιξη διαγράφεται και η διαδρομή της πόλης, από την αγροτική στην αστική της μορφή, όπως και η οικονομική και κοινωνική της ταυτότητα κατά τον προπερασμένο αιώνα. Και η γνώση της δημιουργίας της σύγχρονης πόλης του Άργους είναι πολύτιμη, για να στηριχθούμε σ’ αυτήν και -αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος και βασιζόμενοι στην παράδοσή μας – να οικοδομήσουμε το μέλλον της.

 Ανάγνωση Βιβλίου: Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Read Full Post »

Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;) – Ποταμός Αργολίδας


 

Ένας ποτάμιος θεός

 

Θύμα κι αυτός της οργής του Ποσειδώνα, έχασε τα νερά του (Βλ. π. Ίναχος) τα οποία όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς, αλλά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αργείων έτρεχαν υπόγεια και ο κόσμος τα άκουγε κάτω από το ιερό του ποταμού στο Άργος [1]. Αυτό το ιερό πρέπει να βρισκόταν Β.Α. του θεάτρου και απέναντι από τις δύο χτισμένες στο βράχο καμαροσκεπείς δεξαμενές του Νυμφαίου στο Άργος, όπου κατέληγε το Υδραγωγείο. Ένας πώρινος τοίχος, παράλληλος στο Νυμφαίο [2], με κατεύθυνση δηλαδή από Βορρά προς Νότον, θεωρήθηκε ότι ανήκε στο ιερό του ποταμού. Πάνω του υπήρχε πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας, θεωρούμενη έργο των κυκλώπων. Ο Αιλιανός [3] γράφει ότι ο Κηφισός του Άργους, απεικονιζόταν με τη μορφή βοδιού. Είναι πιθανό να επρόκειτο για αξιόλογο ρέμα, που ή ευεργετούσε ή προκαλούσε καταστροφές.

 

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Ο Στράβων [4] είναι αυτός που μας δίνει ένα στοιχείο, για να βρούμε ποιος ήταν ο Κηφισός, λέγοντας ότι έχει τις πηγές στο Λύρκειο. Ο ερχομός του ποταμού από το Λύρκειο δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτός πρέπει να είναι το Λύρκειον ύδωρ που είδαμε στον Ίναχο. Ένας ποταμός που υδροδοτούσε μια τόσο σημαντική πόλη, θα είχε και την ανάλογη παρουσία στην αρχαία ποίηση, που δεν διασώθηκε, αλλά που από αυτή άντλησαν οι μεταγενέστεροι Λατίνοι. Αυτό υποδεικνύει και η παρακάτω αναφορά του Στάτιου, από την οποία επιπροσθέτως, σαφώς προκύπτει ότι Ίναχος και Λύρκειος είναι δυο διαφορετικοί ποταμοί:

 

Αλλά πιο δυνατή καταφθάνει η Δωρική παράταξη,

πρόσφατα οπλισμένη,

αυτοί που τ’ αναρίθμητ’ άροτρά της,

όργωναν τις όχθες σου, Λύρκειε και τις ακτές σου Ίναχε…[5]

 

Ο ποταμός σήμερα

 

Από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου, πηγάζει ένα ρέμα, το οποίο μετά από σύντομο ρου παράλληλα στον κυρίως Ίναχο, δέχεται τα νερά του χωριού Δούκα βρύση, που προέρχονται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και στη συνέχεια ενισχύεται από τις πηγές της Τσιρίστρας, που τροφοδοτούνται από το βουνό Φαρμακάς και ενώνεται με τον Ίναχο στο χωριό Στέρνα. Εδώ παλιότερα κινούσε υδρόμυλους.

Στην Τσιρίστρα υπάρχουν άφθονα νερά από υπόγειες λίμνες και σπήλαια, καθώς και λείψανα ρωμαϊκού υδραγωγείου, φτιαγμένου από τον Αδριανό, μήκους πάνω από 30 χιλιόμετρα, που οδηγούσε στο Νυμφαίο του Άργους και από εκεί με αγωγούς στην πόλη. Τα νερά αυτά, καθώς και αυτά του Ερασίνου, έδωσαν στους Αργείτες τη δυνατότητα να κοσμήσουν την πόλη με κρήνες και θέρμες. Ίχνη του ίδιου υδραγωγείου, που στερούσε τον Κηφισό από ένα μέρος των νερών του, συναντάμε και στη Στέρνα όπου και μεγάλη δεξαμενή υστερορωμαΐκών χρόνων. Το ίδιο υδραγωγείο ίσως έφερνε νερό και από το Κεφαλόβρυσο [6]. Απομεινάρια του υπάρχουν και στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης Λάρισσας. Το υδραγωγείο πρέπει να ήταν ένα δύσκολο έργο, αφού έπρεπε – για να φτάσει μέχρι την πόλη – να υπερβεί τις κοίτες των Ινάχου και Χάραδρου. Οι μεγαλομανείς Ρωμαίοι αυτοκράτορες και οι μηχανικοί τους, παρ’ όλο που οι τελευταίοι γνώριζαν την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων, όπως αναφέρεται και από το Βιτρούβιο, προτιμούσαν αντίθετα από τους λιτούς Έλληνες, να γεφυρώνουν με τοξοστοιχίες, πραγματικά αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, τις ρεματιές που συναντούσε ένας αγωγός στην πορεία του, αφήνοντάς μας ίχνη από το πέρασμά τους [7]. Μία ισχυρή ένδειξη ότι οι πηγές που τροφοδοτούσαν το αυλάκι του ανήκαν στον αρχαίο Κηφισό, είναι η ύπαρξη απέναντι από το Νυμφαίο, του ιερού του Κηφισού. Δηλαδή το ιερό βρισκόταν εκεί που κατέληγαν τα νερά του ποταμού. Ειδ’ άλλως, θα ήταν περίεργο να υπάρχει στην πόλη ιερό ενός τόσο απομακρυσμένου ρέματος, τη στιγμή μάλιστα που οι Αργείτες είχαν κοντά τους τον Ίναχο, που ούτως ή άλλως είχαν επίσης θεοποιήσει. Η υδροδότηση της πόλης λύνει και το ερώτημα της θεοποίησής του.

Σήμερα, ο άλλοτε ποτάμιος θεός είναι μια ανώνυμη τάφρος, αφού οι πηγές του δεσμεύονται για τις ανάγκες των γύρω χωριών. Διαρρέει ορεινή θαμνοσκεπή περιοχή, τροφοδοτούμενος από ρεματιές που κατηφορίζουν από τα βουνά Φαρμακάς και Γούπατο (Λύρκειο).

 

Κηφισός, όνομα ποταμών

 

Το όνομα Κηφισός είναι πολύ διαδεδομένο στους ελληνικούς ποταμούς. Στον Αργολικό αναφερόταν και ο Πολέμων  [8], στο χαμένο έργο του Περί ποταμών, συναριθμώντας τον με άλλους Κηφισούς. Ο Στράβων τους απαριθμεί αντλώντας από τον Απολλόδωρο: Κηφισσοί υπάρχουν στη Φωκίδα [9], στην Αθήνα, στη Σαλαμίνα, τέταρτος και πέμπτος στη Σικυώνα και στη Σκύρο, έκτος στο Άργος, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στην Απολλωνία [10] πάλι, κοντά στην Επίδαμνο, υπάρχει πηγή κοντά στο γυμναστήριο, που τη λένε Κηφισό. Υπάρχει όμως άλλος ένας που ο γεωγράφος παραλείπει: ο Θριάσιος Κηφισός της Ελευσίνας [11]. Μάλιστα, τουλάχιστον ένας ακόμη από αυτούς, ο Κηφισός της Αττικής, ήταν κι αυτός Θεός. Προς τιμήν των ποταμών αυτών, έχουμε και τα ανθρώπινα ονόματα Κηφησίων, Κηφίσιος, Κηφισόδωρος, Κηφισοφών και Κηφισόδοτος.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Υποσημειώσεις 


[1] Παυσανίας, 2, 20, 6-7.

[2] «Bulletine de Correspondance Hellenique-1958» σελ. 527. Μνημειώδης κρήνη αφιερωμένη στις νύμφες. Τα νυμφαία ακολουθούσαν την αρχιτεκτονική των θεατρικών σκηνών και ήταν συγχρόνως δεξαμενές νερού, ιερά, τόποι συνάντησης και αναψυχής.

[3] «Ποικίλη Ιστορία» 2,33.

[4] 9, 424.

[5] «Θηβαΐς», IV, 116.

[6] Bulletin de Correspondance Hellenique, 1958 σελ. 555.

[7] Η εναλλακτική λύση των υπονόμων, απαιτούσε σωλήνες από χαλκό ή μόλυβδο που θα μπορούσαν να αντέξουν στις μεγάλες πιέσεις, αλλά οι Ρωμαίοι στερούντο επαρκούς εμπειρίας στην τήξη των μετάλλων, για τέτοιες κατασκευές. Τα υδραγωγεία κατέληγαν σε ψηλές δεξαμενές-πύργους-και από εκεί το νερό διανεμόταν στην πόλη.

[8] Aπ. 81 Pr. Schol. Eur. Med. 835.

[9] Ο γνωστότερος ως βοιωτικός Κηφισός, ή Μαυρονέρι (Παυσανίας 9, 24, 1).

[10] Στην Ιλλυρία, στη νότιο Αλβανία.

[11] Παυσανίας, 1, 38, 5. Σήμερα Σαρανταπόταμος.

 

Read Full Post »

Ίναχος (Καρμάνωρ, Αλιάκμων, Πάνιτσα) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«ορεσσιγόνοισι νύμφαις κρηνιάσιν κυδραίσι θεαίσιν αγείρω Ινάχου

Αργείου ποταμού παισίν βιοδώροις»

         Αισχύλου «Ξάντριαι»

 

Στα μισά της διαδρομής από το Κουτσοπόδι στο Άργος, ο δρόμος διασταυρώνεται με τη σχεδόν μόνιμα ξερή, χωμάτινη και στενή κοίτη ενός χειμάρρου, που δεν είναι άλλος από τον παλαίφατο Ίναχο. Ο Παυσανίας, περιγράφοντας τη διαδρομή Μυκηνών – Άργους, συνάντησε τον ποταμό κάπου εδώ κοντά, ανάμεσα σε ιερό της Δήμητρας και βωμό του Ηλίου [1]. Ο σημερινός ταξιδιώτης πρέπει να διαθέτει πολύ δυνατή φαντασία, για να υποψιασθεί τι κρύβεται πίσω από το ταπεινό αυτό υδάτινο λίκνο. Ίσως γι αυτό ο Λουκιανός θεώρησε τον Ίναχο ένα καλό παράδειγμα πεθαμένου ποταμού. Συγκεκριμένα παρουσιάζει τον Ερμή μιλώντας στο Χάροντα να λέει: Αποθνήσκουσι γάρ ώ πορθμεύ και πόλεις ώσπερ άνθρωποι και το παραδοξότατον και ποταμοί όλοι. Ινάχου γούν ουδέ τάφος έτι εν Άργει καταλείπεται[2]. Ο Γεωγράφος και Ιστορικός μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος (1661-1714), στη «Γεωγραφία» του, διστάζει να δεχτεί ότι αυτός είναι ο πολυθρύλητος ποταμός: Λέγουσι τινές να είναι το ποτάμι του Άργους, αλλ’ αυτό είναι χείμαρρος και όχι ποτάμι, όθεν κρείττον φαίνεται να είναι ο Μαστός [3]. Ο Άγγλος περιηγητής Mure που τον διάβηκε κι αυτός στην ίδια περιοχή σχολιάζει: Αυτός είναι ο περίφημος Ίναχος, τώρα Μπάνιτσα, ένα μικρό ρέμα με λασπώδες νερό, περιορισμένο ανάμεσα σε δυο χαμηλές χαλικώδεις όχθες.

 

Γενάρχης ποταμός

 

«επόμενος στη σειρά φαίνεται ο πατέρας Ίναχος

γέρνοντας αριστερά πάνω στο ανάχωμα καλαμώδους όχθης

κι αφήνοντας την νερόγεμη στάμνα να τρέχει ελεύθερα»

Στάτιου «Θηβαΐς» VI, 275.

 

Κατά μία εκδοχή της αρχαίας παράδοσης, ο Ίναχος ήταν άνθρωπος, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτός βρήκε μια πηγή και διοχέτευσε τα νερά της στο κανάλι που μόνος του άνοιξε [4]. Γιος του ποταμού Ινάχου από την Ωκεανίδα Μελία ή από την Αργία, ήταν ο Φορωνέας, ο πρώτος βασιλιάς πάνω στη Γη και στην Αργολίδα, ευεργέτης των ανθρώπων, τους οποίους δίδαξε να κατοικούν σε πόλεις. Έτσι ο ποταμός εμφανίζεται Γενάρχης των Αργείων και της πανάρχαιης δυναστείας των Ιναχιδών, που βασίλεψαν στους πρώτους κατοίκους της χώρας τους Πελασγούς.

Λέγεται Φορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ίναχον δε,

ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν, πατέρα είναι Φορωνεί.

 

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος - 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος – 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

 

Mερικοί [5] όμως θεωρούν τον ίδιο τον Ίναχο, πρώτο βασιλιά του Άργους, αρχαιότερο του πανάρχαιου Ωγύγου, μυθολογούμενου ιδρυτή των Θηβών της Αιγύπτου, ή της Ελευσίνας, ή πρώτου κάτοικου της Βοιωτίας [6]. O Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ίναχος κατέβασε τους πρώτους ανθρώπους από τα βουνά στις πεδιάδες. Αυτό φαίνεται πιθανότερο, αφού ανταποκρίνεται στη βιωματική σχέση της χώρας με τον ποταμό της. Bασιλιάς ή όχι, ο Ίναχος γέννησε πολλούς απογόνους. Εκτός από τον Φορωνέα, «η γενιά του αρχαίου Ίναχου» [7], περιλαμβάνει και άλλα παιδιά του, τη διασημότατη Ιώ, τη Μυκήνη [8], την Ισμήνη, τον Αιγιαλέα [9], τον Άργο[10], τον Πελασγό, τον Φηγέα [11] και τον Κάσο [12]. Φαίνεται πως οι κόρες του φημολογούνταν όμορφες, αν κρίνουμε από το γεγονός πως ο Προπέρτιος τις χρησιμοποιεί ως πρότυπα κάλλους, προκειμένου να επαινέσει την καλλονή της ερωμένης ενός φίλου του:

 Είναι τα θέλγητρά της ακόμη ανώτερα

από αυτά των θυγατέρων του Ινάχου[13].

 

Χρονολογικά ο Ίναχος θεωρείτο σύγχρονος του ιδρυτή των Ελευσινίων μυστηρίων Ευμόλπου [14] και αναφέρεται ότι επί της εποχής του, έγινε η υπό τον Μωυσή έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο Απίων [15], θεωρώντας τον Αργείο βασιλιά σύγχρονο του φαραώ Άμωσι ή Άχμωσι, που έζησε τον 16ο π.Χ. αιώνα «κατά τον Αργείον γενόμενος Ίναχον». H ανάδυσή του από τα βάθη της αρχαιότητας κάνει τον Οράτιο να διερωτάται: 

Πες μου πόσο μακριά απ’ τον Ίναχο,

ήταν στα χρόνια ο Κόδρος;[16]

 

Προϊστορικός οικισμός, που ανασκάφτηκε στη δεξιά όχθη του παραπόταμου Χάραδρου ανατολικά του Άργους, αποδόθηκε στη λογιζόμενη από τους αρχαίους ως πρώτη πόλη του κόσμου, το «Φορωνικό Άστυ». Μάλιστα, ο ίδιος ο ποταμός Ίναχος, αποκαλείται από τον Σενέκα «Φορωνικό ποτάμι» [17].

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher  Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical»,  London 1844.

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Η σύνδεση του ποταμού με τη χώρα, τη στενή αλλά και την ευρύτερη, είναι διάχυτη σε πολλούς συγγραφείς και ποιητές. Σε δυο επιγράμματα, του Σιμωνίδη του Κείου [18] και του Νίκανδρου του Κολοφώνιου [19], στα οποία εξυμνείται ο Σπαρτιάτης Οθρυάδης και οι 300 του, που χάρισαν τη νίκη στην πατρίδα τους, το 546 π.Χ. πολεμώντας με τους Αργείους στην Θυρέα, οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Ιναχίδες». Η κόρη του ποταμού Ιώ κατέφυγε στην Αίγυπτο και ο απόγονός της Δαναός ξαναγύρισε στο Άργος και «ώκισε Ινάχου πόλιν». Ο τραγωδός [20] ονομάζει την Αργεία, δια στόματος του αγγελιαφόρου, «γη Ινάχου». Ο φτωχός γεωργός, εκπροσωπώντας τη λαϊκή συνείδηση, λέει: «Της χώρας μου πανάρχαιο Άργος, νερά του Ινάχου..» [21]. Ο Βιργίλιος αποκαλεί το Άργος «Ινάχιο» και μιλάει για τις «πόλεις του Ινάχου» [22]. Ο Μελέτιος, μιλώντας για τις διαδοχικές ονομασίες της Πελοποννήσου, λέει αντλώντας και από το Μέγα Ετυμολογικό [23]: «Αύτη η χερσόννησος εκαλείτο πρότερον Αιγιαλεία από του Αιγιαλέως τού υιού τού Ινάχου και Μελίας της θυγατρός του Ωκεανού». Ο Αιγιαλέας αυτός ονομάτισε και την μετέπειτα Αχαΐα, ενώ στην Σικυώνα λατρευόταν ως ιδρυτής της πόλης. O Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Ιναχία εξηγεί ότι έτσι ονομαζόταν όχι μόνο το Άργος αλλά ολόκληρη η Πελοπόννησος: «από Ινάχου του ποταμού» και ο Νόννος ο Πανοπολίτης λέει: Ο Ίναχος, ο ονομαστός οικιστής της Ινάχιας γης [24].

Αλλά η επιρροή του Ινάχου, επεκτείνεται και στην Ιταλία. Το να αντλεί κάποιος την καταγωγή του από τη γενιά του Ίναχου, ήταν εξόχως τιμητικό, γι αυτό ο Λατίνος ποιητής λέει:

 Αν σύ’σαι πλούσιος

κι απ’τον αρχαίο Ίναχο έρχεσαι,

ή κατοικείς κάτω απ’του ουρανού τη σκέπη

φτωχός και γέννα ταπεινή[25].

 

O Βιργίλιος θεωρεί τον Ίναχο πρόγονο του μυθικού βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, πόλης που ίδρυσε στο Λάτιο, η Δανάη «η Ιναχίδα τ’Ακρίσιου κόρη» [26]:

 Και στον Τύρνο, αν στην πρώτη ρίζα της γενιάς του ανατρέξεις,

τον Ίναχο και τον Ακρίσιο θα βρεις προγόνους[27].

 

Η αίσθηση μιας τέτοιας καταγωγής των Λατίνων ήταν πολύ ισχυρή. Άλλωστε, υπήρχε η αντίληψη πως οι Τυρρηνοί προέρχονται από τους Πελασγούς. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας [28] διασώζει ένα απόσπασμα από το χαμένο δράμα του Σοφοκλή «Ίναχος», όπου ο τραγικός ποιητής έλεγε:

 Γεννήτορα Ίναχε,

γιε του πατέρα των πηγών Ωκεανού,

πρώτε μέσα στου Άργους τους αγρούς

και στους λόφους της Ήρας

και στους Τυρρηνούς Πελασγούς[29].

 

Σε κάποιους όμως αυτή η καταγωγή έφερνε προβλήματα. Ο ερωτοχτυπημένος Προπέρτιος διαμαρτύρεται σε ένα ποίημά του για τις γιορτές της αγνότητας που χώριζαν υποχρεωτικά τους εραστές, γιορτές που θεωρείτο ότι έφερε η Ιώ:

 Καταραμένη ας είναι η λατρεία

που απ’ τις ακτές του Νείλου,

του Ινάχου η κόρη διέδωσε

στης Αυσονίας τις γυναίκες[30].

 

Όλη η πλουσιότατη μυθοπλασία γύρω από τον Ίναχο, της οποίας παρακάτω παραθέτουμε μικρή περίληψη, αποπνέει γεωκεντρικές αντιλήψεις [31]. Ο Γάλλος ταξιδευτής Κινέ επαναλαμβάνει μια παρατήρηση, που έκανε και στην κοιλάδα του Ευρώτα: «Η πεδιάδα, όπως κι οι περισσότερες στην Ελλάδα, είναι σκεπασμένη από βότσαλα. Αυτό η μυθολογία το εξηγούσε με το να θέλει την Αργολίδα να γεννιέται από τον Ίναχο». Ο ποταμός πατέρας [32], ο ποταμός Κριτής, ο ποταμός τροφοδότης. Είναι εντελώς αναμενόμενη η προσωποποίηση και η θεοποίηση του μεγαλύτερου σε μήκος και εύρος ποταμού της Αργολίδας, αφού φυσικό είναι να ερέθιζε με την ισχυρή του παρουσία – και σήμερα οι πλημμύρες του είναι καταστροφικές – τη δυσειδαίμονα φαντασία των αρχαίων κατοίκων, πολύ περισσότερο που με τα νερά του συντελούσε στην ευημερία του λαού της και με τις προσχώσεις του στην επέκταση της χώρας. Το πιθανότερο είναι σε απώτερους καιρούς η κοίτη του να ήταν γεμάτη νερό, όπως άλλωστε μαρτυρεί και η παράδοση, αλλά η βαθμιαία αποψίλωση του Αρτεμισίου, του βουνού της θεάς των δασών, και του Λύρκειου [33] επέφεραν μοιραία και την υποβάθμισή του σε χείμαρρο.

Είναι αναμενόμενο τους προληπτικούς και διψασμένους κατοίκους της Αργείας, να ταλάνιζε το ερώτημα, πώς γινόταν ένας τέτοιου μεγέθους ποταμός, που κατέβαινε από τα αργολικά βουνά να μην έχει νερό, όταν άλλοι γειτονικοί του πολύ μικρότεροι (Ερασίνος, Αμυμώνη, Ποντίνος, Ελευθέριος) είχαν; Ποιος άλλος λοιπόν από τον κύριο των υδάτων, ή από τον πατέρα των θεών θα μπορούσε να τον είχε ξεράνει; Οι βάσεις του μύθου είχαν ήδη στηθεί…

 

 

Γιατί ο Ίναχος είναι ξερός. Το δράμα της Ιούς.

 

Φαίνεται ότι αντίθετα με τα άλλα ποτάμια που γενικά στην αρχαιότητα είχαν νερό, ο Ίναχος ήταν ξερός, αφού είχε την ατυχία να είναι διαιτητής μαζί με τους Αργολικούς ποταμίσκους Αστερίωνα και Κηφισό, στη διαμάχη ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα για την κατοχή της χώρας [34]. Η απονομή του επάθλου στην πρώτη εξόργισε το θεό της θάλασσας, που «επεί λάχεν Ίναχον Ήρη» [35], εξαφάνισε τα νερά τους. Γι αυτό ο Απουλήιος εμφανίζει την Ψυχή να λέει στην Ήρα μπρος στον βωμό της: …τα ποτάμια του ρέματος του Ινάχου τιμάνε σε, που κυβερνάς τα φημισμένα τείχη του Άργους [36]. Άλλοι αποδίδουν την ανυδρία του Ίναχου στον πατέρα των Θεών, που τον ξέρανε επειδή ο ποταμός τον καταριόταν γιατί του έκλεψε την κόρη Ιώ: έστι πόλις, κλυτόν Άργος…ένθα δε κούρην θηλυτόκοις έσπειρε γοναίς ευπάρθενον ανήρ Ίναχος, Ιναχίης ονομάκλητος αυτός αρούρης, νηοπόλος… [37]. Ο Ψευδοπλούταρχος πάλι, επικαλείται τον Αγαθοκλή τον Μιλήσιο [38] και ισχυρίζεται ότι ο ποταμός ξεράθηκε κεραυνωμένος από τον Δία.

Πάνω σε αυτό υπάρχει και η παραλλαγή ότι ο Ζεύς, θυμωμένος από τις διαμαρτυρίες του πατέρα, έστειλε την Ερινύα Τισιφόνη να σπρώξει τον άντρα Ίναχο στον αργολικό ποταμό Αλιάκμονα, ο οποίος από τότε πήρε το όνομα του πνιγμένου.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher  Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Άλλοι πάλι κατηγορούν την απατημένη Ήρα, την «άγρια του Δία σύζυγο» [39]. Ο Δίας, για να ευχαριστήσει την Ιώ, είχε γεμίσει τον ποτάμιο πατέρα της με νερό τόσο, που έδωσε πλούσια σοδιά στην Αργολική γη. Η ζηλότυπη θεά όμως οργισμένη ξέρανε τον Ίναχο για να εκδικηθεί την αντεράστριά της. Επιπλέον η εκδικητική θεά, μεταμόρφωσε την «Ινάχου ροδοδάκτυλα κόρα» [40] σε δαμάλα και εξαπέλυσε στο κατόπι της μια φοβερή αλογόμυγα, που καταδίωξε την οιστρόπληχτη παρθένα από την Μικρά Ασία μέχρι την Αίγυπτο. Η απεγνωσμένη διέλευσή της από το στενό πέρασμα που ενώνει την Μαιώτιδα λίμνη με τον Εύξεινο, εκεί που κατοικούσαν οι Κιμμέριοι, έδωσε στον πορθμό το όνομα του «βοός πόρου Ιναχιώνης» [41]. Την ίδια ετυμολογία, διεκδικεί και ο Βόσπορος της Κωνσταντινούπολης. Νύξη γι’ αυτό κάνει ένα αδέσποτο Ελληνικό επίγραμμα, μιλώντας εξ ονόματος της αγελάδας που ήταν στημένη στην ασιατική όχθη της Χρυσούπολης, απέναντι από την Πόλη και διευκρινίζοντας:

 

Δεν είμαι της Ιναχίδας δαμάλας η εικόνα,

ούτε από μένα ονομάζεται Βοσπόριο

το πέλαγος που μ’αντικρύζει[42].

 

Το δράμα της «αγελάδας του Ινάχου» [43] συγκίνησε τους ποιητές. Έτσι ο Σοφοκλής αποκαλεί το Άργος: τον τόπο της παράφορης του Ινάχου κόρης [44]. Ο Οβίδιος μιλάει για την «Ιναχίδα αγελάδα» [45] και αλλού περιγράφει τον σπαραγμό του ποταμού, εξ αιτίας του οποίου ήταν ο μόνος από τα ποτάμια [46] που δεν μπόρεσε να παρηγορήσει το θεσσαλικό Πηνειό, για την απώλεια και της κόρης του τελευταίου, που μεταμορφώθηκε σε δάφνη, που άλλοι τη θέλουν θυγατέρα του αρκαδικού ποταμού Λάδωνα. Αυτός είναι ένας μύθος που φούντωσε τη φαντασία πολλών δυτικών ζωγράφων, στα πλαίσια του ρεύματος του «αρκαδισμού».

 

Κρυμμένος στην πιο βαθειά σπηλιά, δυναμώνει τα νερά του με δάκρυα, και σε ακραία αθλιότητα θρηνεί την κόρη του Ιώ σαν χαμένη. Δεν ξέρει αν αυτή ζει ακόμη, ή αν είναι μεταξύ των σκιών. Αλλά αφού δεν μπορεί να την βρει πουθενά, πιστεύει ότι πουθενά δεν βρίσκεται, και η ανήσυχη ψυχή του βλέπει τα πράγματα χειρότερα κι από τον θάνατο.

 

Ο Αισχύλος εξιστορεί πως κυνηγημένο το «Ινάχειον σπέρμα» έφτασε μέχρι τον Καύκασο, όπου διηγείται τα παθήματά της στο μαρτυρικό Προμηθέα, που τη δέχεται με συμπόνια:

 

Πώς μπορώ να μην ακούσω

την τρελαμένη από οίστρο κόρη του Ινάχου,

που την καρδιά του Δία φλόγισε με έρωτα

και τώρα από την βαριά της Ήρας έχθρα,

τρέχει σ’ ατέλειωτους δρόμους;

 

Στο ίδιο έργο η δύστυχη Ιώ διηγείται πως ο Ίναχος εκβιάστηκε με χρησμό θεϊκό να διώξει ο ίδιος το παιδί του:

 

Τέλος στον Ίναχο χρησμός καθάριος ήρθε,

λέγοντας και προστάζοντάς τον,

αλάργα απ’ τα παλάτια και τη χώρα να μ’ αποδιώξει [47].

 

 

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [48] εμφανίζει τον Ίναχο να μην υποτάσσεται στη μοίρα του, αλλά να στέλνει τον εξέχοντα αξιωματούχο Κύρνο, επικεφαλής στόλου, με την εντολή να ψάξει παντού, για να βρει τη χαμένη Ιώ.

Ο Οβίδιος[49] περιγράφει με πολύ συναίσθημα το δράμα της Ιναχίδας:

 

Ήλθε επίσης στην όχθη του ποτάμιου πατέρα της, όπου συνήθιζε να παίζει, αλλά όταν είδε να καθρεπτίζονται στα νερά τα χαίνοντα σαγόνια της και τα φυτρωμένα κέρατά της, έτρεξε τρομοκρατημένη με τον εαυτό της. Οι Ναϊάδες αδελφές της δεν ξέρανε ποια ήτανε, ούτε ακόμα ο πατέρας της ο ίδιος o Ίναχος. Αλλά τον ακολούθησε αυτόν και τις αδελφές της και πρόσφερε τον εαυτό της σε χάδια και θαυμασμό. Ο γερο- Ίναχος ξερίζωσε λίγο γρασίδι και της πρόσφερε. Αυτή έγλειψε τα χέρια του πατέρα της και προσπάθησε να τα φιλήσει…

 

Ο Λουκιανός αναφέρεται στην Ιώ, στο διάλογο Νότου και Ζέφυρου: Ναι, ω Νότε, ου δάμαλις δε τότε, αλλά παις ην του ποταμού Ινάχου [50]. Ο Παρθένιος διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους, εισάγοντας μια λογική εκδοχή, όπου εμφανίζεται η Ιώ να πέφτει θύμα απαγωγής ληστών και ο πατέρας της Ίναχος να στέλνει άντρες για να τη βρουν, ανάμεσά τους και το Λύρκο του Φορωνέα [51]. Ο Παλαίφατος εμφανίζει την Ιώ ιέρεια της Ήρας να μένει έγκυος και να δραπετεύει στην Αίγυπτο με τη βοήθεια εμπόρων [52].

Κατά τον Ηρόδοτο [53], οι Πέρσες ιστορικοί εξηγούσαν την εχθρότητα των βαρβάρων με τους Έλληνες, με το να αποδίδουν στους Φοίνικες την απαγωγή της Ιούς κόρης του Ινάχου από το Άργος. Οι Ασιάτες έμποροι, αφού είχαν ξεπουλήσει την πραμάτεια τους, άρπαξαν με τη βία την κόρη του βασιλιά που κατέβηκε στην παραλία του Άργους. Οι Έλληνες ανταπάντησαν με την αρπαγή της Ευρώπης, κόρης του βασιλιά της Τύρου, και την Μήδεια της Κολχίδας. Ο Πάρις της Τροίας θεώρησε σωστό να απαγάγει την Ελένη. Οι Φοίνικες, συνεχίζει ο πατέρας της Ιστορίας, ισχυρίζονται πως η μετάβαση της Ιούς στην Αίγυπτο έγινε εκούσια, επειδή είχε μείνει έγκυος με τον πλοίαρχο του Φοινικικού καραβιού. Ο Έφορος [54], πάλι, λέει πως η Ιώ αρπάχτηκε από τους Φοίνικες και μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Ο βασιλιάς της χώρας, αντί να στείλει την κόρη στον Ίναχο, του έστειλε έναν ταύρο. Σίγουρα όλες αυτές οι μυθολογικές απαγωγές γυναικών, είτε έχουν κάποια επαφή με την πραγματικότητα, είτε επινοήθηκαν για να εξηγήσουν γεγονότα που είχαν συμβεί. Ο μύθος πάντως της Ιούς εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές, που όλες τους αποδίδουν σημαντικούς συμβολισμούς. Η Ιώ άφησε τα χνάρια της στην Αίγυπτο, αφού η θεά Ίσις ταυτιζόταν από τους Έλληνες μαζί της. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι αυτό που αναφέρει ο Ηρόδοτος [55], πως δηλαδή η θεά παρίσταται ως γυναίκα με κέρατα αγελάδας, όπως και η Ιώ. Έτσι ο Καλλίμαχος μιλάει για «Ιναχία Ίσιδα» [56].

 

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων  αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία - Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία – Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

 

Το παραμύθι της Ιούς αναπαραστάθηκε σε θρόνους και, αν πιστέψουμε τους ποιητές, σε ασπίδες και πανέρια: Ο Μόσχος ισχυρίζεται πως στο χρυσό πανέρι της Ευρώπης απεικονιζόταν «χρυσοίο τετυγμένη Ιναχίς Ιώ» [57]. Ο Παυσανίας περιγράφει το θρόνο του Αμυκλαίου Απόλλωνα, έργο του Βαθυκλή από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Ανάμεσα στις άλλες παραστάσεις υπάρχει και μια, όπου η Ήρα κοιτάζει: «προς Ιώ την Ινάχου βουν ήδη ούσαν» [58]. Ο ίδιος, αναφερόμενος στα εικαστικά έργα της Αθηναϊκής Ακρόπολης, επισημαίνει έργο του Δεινομένη «Ιώ την Ινάχου» [59]. Ανάλογη ήταν και η ζωγραφιά του Νικίου, που αναφέρεται από τον Πλίνιο [60]. O Bιργίλιος περιγράφει την ασπίδα του βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, αρχηγού των Ρουτούλων, που τον σκότωσε ο Ανείας σε μονομαχία:

 

Την γυαλιστερή ασπίδα του στόλιζε χρυσαφένια η Ιώ

μ’ανορθωμένα κέρατα δασύτριχη πια, δαμάλα πια,

κι ο φύλακας της παρθένας Άργος κι ο πατέρας της Ίναχος,

χύνοντας ποτάμι από πλουμιστή στάμνα[61].

 

Ο αναφερόμενος εδώ Άργος, είναι ο πανόπτης μυριωπός γίγαντας φρουρός της αγελάδας, εντεταλμένος από την Ήρα να την παρακολουθεί, χάνοντας όμως τη ζωή του από τον Διόσταλτο Ερμή, «γύρω απ’ του Ινάχου τα νερά»[62].

Οι Βυζαντινοί λόγιοι γνώριζαν για την Ιώ. Ο Νικηφόρος Βασιλάκης αναφέρεται στην Ήρα που «μεταμόρφωσε την κόρη του Ινάχου σε αγελάδα» [63]. Ο Ιωάννης Μαλάλας, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη εκδοχή. Ο Ίναχος, γιος του Ιαπετού και βασιλιάς του Άργους, ίδρυσε την Ιώπολη και ονόμασε την κόρη του Ιώ, για να τιμήσει την σελήνη, που λατρευόταν στο Άργος με το όνομα αυτό. Ο βασιλιάς της Δύσης Ζευς Πίκος άρπαξε την κόρη και τη βίασε, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η Λιβύη. Η Ιώ δραπέτευσε στην Αίγυπτο και στη Συρία, όπου πέθανε από μαρασμό. Ο Ίναχος έστειλε τα αδέλφια της Ιούς να τη βρούνε. Ψάχνοντας συνάντησαν στο βουνό Σίλπιο το φάντασμα μιας αγελάδας, που τους αποκαλύφθηκε ως Ιώ. Τότε αυτοί ίδρυσαν εκεί μια άλλη Ιώπολη, η οποία αργότερα ονομάστηκε Αντιόχεια. Ο ίδιος αναφέρει πως οι φιλόσοφοι της εποχής του Πλάτωνα θεωρούσαν τη μεταμορφωμένη σε δαμάλα Ιώ ως ένα από τα παραδείγματα μετεμψύχωσης [64].

Ο απόηχος της περιπέτειας της Ιούς έφτασε στον αιώνα μας, για να εμπνεύσει τον μεγάλο Αλεξανδρινό, που εξυμνώντας την Αντιόχεια του Ορόντη, θεωρεί ύψιστο καύχημα για την πόλη, την καταγωγή της από τον Ίναχο:

 

Μα πιο πολύ ασυγκρίτως απ’όλα,

η Αντιόχεια καυχιέται

που είναι πόλις παλαιόθεν Ελληνίς,

του Άργους συγγενής:

από την Ιώνη που ιδρύθη υπό Αργείων αποίκων

προς τιμήν της κόρης του Ινάχου[65].

 

Από πού έρχεται ο ποταμός

 

Οι πηγές του Ίναχου ερέθισαν τη φαντασία των αρχαίων. Οι Αργείτες πίστευαν ότι ο ποταμός τους ήταν προέκταση του ομώνυμου παραπόταμου του Αχελώου στην Αθαμανία [66], που περνώντας κάτω από τη θάλασσα έβγαινε στην Αργολίδα. Με το όνομα Ίναχος αναγνωρίζεται σήμερα δεξιός παραπόταμος του Αχελώου, γνωστός και ως Μπιζάκος ή Ψάκος, που διασχίζει την αρχαία Αγραΐδα [67], Β.Α. της Αμφιλοχίας, προερχόμενος από την Αθαμανία. Ο Σοφοκλής γράφει σχετικά:

 

Ρέει από της Πίνδου τα ύψη

και από τους Περραιβούς του Λάκμου[68],

σε Αμφιλοχία και σε Ακαρνανία,

σμίγοντας τα νερά του με του Αχελώου,

από κει φτάνει το κύμα

στο Άργος, στους ανθρώπους του Λύρκειου[69].

 

Ο Στράβων [70] τα καταγράφει, αλλά δεν τα πιστεύει: τον εν τοις Αμφιλόχοις Ίναχον εκ του Λάκμου ρέοντα, έτερον είναι του Αργολικού. Χαρακτηρίζει τα σχετικά με τις πηγές επινοήσεις ποιητών. Ο Εκαταίος επίσης, θεωρούσε πως ο Ίναχος του Λάκμου είναι διαφορετικός από τον ποταμό του Άργους [71]. Στον Εκαταίο παραπέμπει και ο Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Λάκμων: άκρα του Πίνδου όρους, εξ ης ο Ίναχος και Αίας ρέει ποταμός ως Εκαταίος εν πρώτω.

Τέτοιες υποθαλάσσιες διαδρομές ποταμών, καθόλου ασυνήθιστες στη Μυθολογία μας [72], υποδηλώνουν συνήθως σχέσεις και μετακινήσεις ανάμεσα στους λαούς των περιοχών. Ο Wordsworth σχολιάζει: Οι Έλληνες ποιητές απολάμβαναν να ενώνουν μακρινές περιοχές μεταξύ τους με τη βοήθεια ποταμών και που επομένως δεν δίσταζαν να δίνουν σ’ αυτές τη διαδρομή, που ήταν κατάλληλη για ένα τέτοιο σκοπό… Το Άργος της Αμφιλοχίας κατοικήθηκε και πήρε το όνομά του από το Άργος της Πελοποννήσου. Πράγματι, μια ερμηνεία για τη συνωνυμία των δύο ποταμών, είναι η – κατά μία παράδοση – μετακόμιση του μάντη Αμφίλοχου, ήρωα του Τρωϊκού πολέμου από το Άργος, στην περιοχή της σημερινής Αμφιλοχίας, όπου ίδρυσε το Αμφιλοχικό Άργος, οπότε τι φυσικότερο; ονόμασε Ίναχο τον τοπικό ποταμό. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζει ο Στράβων, αποδίδοντάς την στον Εκαταίο. Αλλά και ο Έφορος [73] φέρεται από τον Στράβωνα να υπο-στηρίζει πως ο Ίναχος του Αχελώου ονομάστηκε από τον ποταμό του Άργους. Η πράξη αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στους αρχαίους αποίκους, που η νοσταλγία και η ανάμνηση της αφετηρίας τους, τους οδηγούσε στην απόδοση μητρο-πολιτικών ονομάτων στα ποτάμια της νέας τους πατρίδας [74].

 

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

 

Ο Ίναχος της Αθαμανίας εμφανίζεται κατά μια παραλλαγή του μύθου ως πατέρας της Θεμιστούς, μητέρας του Αρκάδος. Η Ινώ η Λευκοθέα, σύζυγος του βασιλιά Αθάμαντα, που άλλοτε εμφανίζεται ως μοχθηρή μητριά, άλλοτε ως συμπαθής καταδιωγμένη, δεν είναι άλλη από την Ιναχώ, κόρη του Ινάχου, με συντμημένο όνομα. Στην Κρήτη, όπως μαρτυρεί ο Ησύχιος, ετελούντο προς τιμήν της τα Ινάχεια [75]: «Ινάχεια: εορτή Λευκοθέας εν Κρήτη από Ινάχου».

Πού είναι όμως οι πηγές του Ινάχου; Ο Παυσανίας [76] τις τοποθετεί στο όρος Αρτεμίσιο (Mαλεβός) και ο Στράβων στο Λύρκειο. Ο πρώτος λέει: Πάνω από την Οινόη υπάρχει όρος Αρτεμίσιο, με ιερό της Αρτέμιδος στην κορυφή. Σ’αυτό το όρος είναι οι πηγές του   Ινάχου, γιατί πράγματι έχει πηγές, το νερό   όμως δεν προχωράει σε μεγάλη απόσταση. Πράγματι, η κύρια ρεματιά του ξεκινά κοντά στο αρχαίο πέρασμα του Πρίνου [77], δηλαδή στο δρόμο Καρυάς – Νεστάνης, Β.Α. της τελευταίας, διασχίζει μικρό φαράγγι και δέχεται δύο πηγές Ν. Α. της κορυφής Τούρλα, σχηματίζοντας μικρή εποχική λίμνη. Από τους ελάχιστους περιηγητές που έφτασαν ως εδώ, οι Ιταλοί Couze και Michaelis, εντόπισαν τις πηγές του ποταμού. Συγκεκριμένα μιλούν για νερό διαυγές από πολλές πηγές, που σχηματίζουν ρυάκια που ενώνονται με άλλα όπως αυτό της Καρυάς, για να χαθούν κάτω από τη γη. Σχολιάζοντας τα όσα λέει ο Παυσανίας, παρατηρούν πως μόλις τον χειμώνα, ο Ίναχος παρουσιάζει κάποια ποσότητα νερού στην κυψέλη του, την πεδιάδα του Άργους. Πράγματι, σπάνια τα νερά έχουν τη δύναμη να προχωρήσουν περισσότερο από λίγα χιλιόμετρα, παρ’ όλο που πιο κάτω δέχονται και τα νερά της άφθονης πηγής του Καπαρελίου, χωριού στο Λύρκειο, γι αυτό και ο ποταμός απεκαλείτο Λύρκειον ή Λυρκήιον ύδωρ [78]. Άλλωστε, ένας άλλος κλάδος του Ινάχου, ο παραπόταμος Κηφισός, πηγάζει από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου (τ. Άνω Μπέλεσι). Ο Στράβων, που είχε κι αυτός δίκιο για τις πηγές στο Λύρκειο, χαρακτηρίζει τον Ίναχο ως ποταμό χαραδρώδη και επιμένει ότι το Άργος είχε νερό, διορθώνοντας τον ποιητή [79] που το θέλει πολυδίψιον. O Φίλιππσον ασχολείται εκτεταμένα με την ξηρασία των ποταμών του Άργους και γράφει (υπερβάλλοντας άθελά του) πως σε καμιά χρονική περίοδο δεν βρήκε μια σταγόνα νερού σ’ αυτά: Αλλά όταν δυνατές βροχές πέφτουν στα βουνά, η πλατιά χαλικώδης κοίτη γεμίζει με εκπλήσσουσα ταχύτητα με μια μαινόμενη μάζα νερού, η οποία συχνά σκορπίζει πέτρες και άμμο πάνω στα καρποφόρα λειβάδια.

  

Ακολουθώντας τα κατάντη του Ίναχου

 

 

H συνολική διαδρομή του Ίναχου από το Αρτεμίσιο έως την εκβολή του είναι περίπου 38 χμ. Στον άνω ρου του ρέει παράλληλα στο αρχαίο μονοπάτι της Κλίμακας [80], μιας από τις εξόδους στην Αρκαδία, διαγράφοντας τα όρια Αργείων και Μαντινέων [81]. Η κοίτη του ευρεία και στο μεγαλύτερο τμήμα της γεμάτη κροκάλες, διασχίζει ελαιώνες μέσα σε βαθειά κοιλάδα. Στο ύψος του χωριού Λύρκεια (τ. Κάτω Μπέλεσι) στην αριστερή του όχθη, πάνω σε λόφο, βρίσκονται ερείπια, ίσως της αρχαίας Λύρκειας, με πανοραμική θέα στην κοιλάδα του Ίναχου. Άλλα αρχαία ερείπια υπάρχουν στην αριστερή του όχθη, στη θέση Παλαιοκαστράκι, δεκατέσσερα χιλιόμετρα από το Άργος και στη Σκάλα. Στο Σχοινοχώρι υπάρχει πέτρινη γέφυρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε αρκετά σημεία της κοίτης του, ιδίως δε δέκα χιλιόμετρα από το Άργος στη θέση Σκάλα και για διάστημα χιλίων πεντακοσίων μέτρων περίπου, αναβλύζει νερό προερχόμενο από τα γύρω νοτιοδυτικά υψώματα, όχι πάντοτε όμως και σίγουρα ποτέ το καλοκαίρι. Η κατάρα του Ποσειδώνα πλανιέται ακόμη πάνω απ’ το ποτάμι. Λίγο έξω από το Άργος ενώνεται διαδοχικά, με το ρέμα Δερβένι και με τον παραπόταμό του Χάραδρο.

Πλατύς, διασχίζει περιοχή τελματώδη, καταλήγοντας κοντά στο αρχαίο Τημένιο και τον Ερασίνο στην παραλία της Νέας Κίου στον Αργολικό. Στην Τουρκοκρατία λειτουργούσε εδώ ο μύλος του Μπερμπέρ Αλή [82], ενώ τα στάσιμα νερά του ποταμού πρέπει να δημιουργούσαν εκτεταμένους υγρότοπους. Ο βάνδαλος αββάς Fourmont ισχυρίζεται πως για να δώσει μια ακριβή περιγραφή του Ίναχου, τον ακολούθησε ελπίζοντας πως θα οδηγηθεί στη θάλασσα, αλλά αυτός χανόταν στα έλη του, που απείχαν μισή λεύγα (2χμ.) από την ακτή. Αυτά τα έλη απεικονίζει και στον γεμάτο λάθη χάρτη του της πεδιάδας του Άργους. Το ίδιο κάνει και ο Anville σε δικό του χάρτη, για τον οποίο όμως ο Bocage θεωρεί ότι είναι αντιγραφή κάποιου χάρτη του Fourmont [83]. Όμως κι έτσι αν είναι, ο βασιλικός ιερωμένος εδώ έλεγε την αλήθεια. Άλογα έβοσκαν και στις δυο πλευρές του Ίναχου στις όχθες των ελών του, οδηγημένα ως εδώ από τα αφεντικά τους. Την πληροφορία μας δίνει ο Γάλλος παπάς, που χαρακτηρίζει τα μέρη αυτά ως «τους ωραιότερους βοσκότοπους».

 

Τελετές και θεραπείες στο ποτάμι

  

Δεδομένης της σημασίας του για τους αρχαίους, φυσικό ήταν να γίνει χώρος τελετών. Στις Χοηφόρες του Αισχύλου[84], ο Ορέστης του προσφέρει την κόμη του: «…πλόκαμον Ινάχω θρεπτήριον» [85]. Η ετυμολογία που προτείνει ο Carolus Keilius για την αρχαιότερη ονομασία Καρμάνωρ – παρακάτω θα ξαναπούμε γι αυτήν – θεωρώντας την σύντμηση του Καθαρμάνωρ (καθαρμός+ανήρ), οδηγεί στη σκέψη ότι στον ποταμό γινόντουσαν καθαρτήριες ιεροπραξίες των αντρών. Μια φορά το χρόνο, ανήμερα της γιορτής των λουτρών της Παλλάδος οι Αργείτισσες έλουζαν το άγαλμα της Αθηνάς [86] και την ασπίδα του Διομήδη στον Ίναχο.

 

Σήμερα, ω υδροφόροι, μη βυθίστε τα κανάτια σας,

Άργος πιες απ’τις πηγές και όχι απ’ το ποτάμι,

σήμερα υπηρέτριες φέρτε τα κανάτια σας,

στη Φυσάδεια ή την Αμυμώνα [87], τις κόρες του Δαναού.

Γιατί αναμιγνύοντας το νερό του με χρυσό και λουλούδια

ο Ίναχος θα κατεβεί από τους βουκολικούς του λόφους,

φέρνοντας καλό νερό για το λουτρό της Αθηνάς [88].

 

Ένας τέτοιος ποταμός, που κατέβαζε νερό ανάμικτο με λουλούδια και χρυσάφι, ασφαλώς είχε και τις νύμφες του, που και η Ήρα ακόμη, παρ’ όλο που είχε όπως είδαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με το ποτάμι, παινεύει:

 

Νύμφες που την αλήθεια λέτε μόνο,

λαμπρές θεές, ζωοδότρες θυγατέρες

του Αργείτη ποταμού, του Ινάχου,

τριγύρω συναχτείτε που σας κράζω[89].

 

Ο Ψευδοπλούταρχος αναφέρει ότι υπήρχε στο ποτάμι βότανο αποκαλούμενο Κύουρα, που προκαλούσε αποβολή στις έγκυες, και λίθος σαν ζαφείρι, που όταν τον κρατήσουν οι ψευδομάρτυρες, γινόταν μαύρος. Για το βότανο αυτό προσθέτει [90] ότι ήταν σαν απήγανος και στις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες το έβαζαν βρεγμένο με κρασί στον ομφαλό της γυναίκας, για να προκαλέσει ακίνδυνη άμβλωση. Πολλοί τέτοιοι λίθοι εξάλλου ήταν αφιερωμένοι στο τέμενος της Προσυμναίας Ήρας. Παρόμοια γράφει και ο Στοβαίος [91]. Σήμερα πάντως η κοίτη του Ίναχου στον άνω ρου του, βρίθει από κροκάλες, κλασικές ποταμόπετρες δηλαδή, άσπρες και στρογγυλεμένες από τις διαρκείς τριβές, που προκαλούνται όταν τα νερά τις κατρακυλούν με ορμή.

 

Ο Ίναχος στην ποίηση και στη τέχνη

 

Συχνές είναι οι αναφορές της αρχαίας Γραμματείας στον Ίναχο. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου [92]: «Νείλος γαρ ουχ όμοιον Ινάχω γένος τρέφει». Στις Φοίνισσες [93] του Ευριπίδη «..και σκύλα γράψεις πώς επ’ Ινάχου ροαίς;». Ο Στάτιος, όπως είδαμε στον πρόλογο της Αργολίδας, τον αποκαλεί «πελώριο» – προφανώς δεν τον είχε δει ποτέ – και απευθύνεται προς τον ποταμό με ζηλευτή έξαρση:

 

…Ίναχε, πρίγκηπα των αχαϊκών ρεμάτων,

αφού κανείς πιο τρικυμισμένος ποταμός

δεν τρέχει μπρος από του Περσέα τη γη,

όπως αυτός, όταν βαθιά έχει πιει από τον Ταύρο

ή απ’ τις υγρές Πλειάδες,

αφρίζοντας ψηλά και φουσκωμένος από το Δία,

της κόρης του τον εραστή…[94]

 

Ο Ευφορίων [95] έγραψε επύλλιο που δεν σώζεται με τον τίτλο Ίναχος. Ομότιτλο έργο, που όλα δείχνουν ότι ασχολείται με την Ιώ, έγραψε και ο Σοφοκλής. Αποσπάσματα σώθηκαν στους παπύρους της Οξυρρύγχου [96]. O Σενέκας, διεκτραγωδώντας το δράμα των αιχμαλώτων γυναικών της Οιχαλίας, θεωρεί πως η γη του Ινάχου είναι πιο υποφερτός τόπος αιχμαλωσίας και βάζει στο στόμα του χορού τα παρακάτω λόγια:

 

Μα αν τύχη πιο καλή, κάποιες αιχμάλωτες καλέσει

τότε ο γρήγορος ο Ίναχος αυτές θα μεταφέρει[97]

 

Αλλά και η τέχνη απαθανάτισε το ποτάμι αυτό. Σε ερυθρόμορφη υδρία του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στο μουσείο Καλών τεχνών της Βοστώνης, απεικονίζεται η αγελάδα Ιώ, φρουρούμενη από τον εντεταλμένο από την Ήρα ροπαλοφόρο πανόπτη Άργο, τη στιγμή που ο Ερμής ξιφουλκεί για να την ελευθερώσει σταλμένος από τον Δία, ενώ παρακολουθούν η ιέρεια της Ήρας και οι γονείς της Ιούς Ίναχος και Μελία. Το ίδιο θέμα συγκίνησε τον Προπέρτιο, που εξιστορεί ότι κοιτούσε ασάλευτος την αγαπημένη του, «καθώς επέβλεπε άγρυπνος την κόρη του Ινάχου ο Άργος»[98].

 

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ.  Museum of Fine Arts, Boston.

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ. Museum of Fine Arts, Boston.

 

Μύθοι και πραγματικότητα γύρω από το όνομά του

 

Ο Ψευδοπλούταρχος [99], για όποιον τον παίρνει στα σοβαρά, έχει τη δική του πολύπλοκη ερμηνεία σχετικά με την ονομασία του ποταμού: Το αρχικό όνομα του ποταμού ήταν Καρμάνωρ [100]. Κάποιος Τιρύνθιος ποιμένας, ονόματι Αλιάκμων [101], που έβοσκε το κοπάδι του στο όρος Κοκκύγιο (Λύρκειο), τρελάθηκε, βλέποντας τον Δία σε ερωτική συνεύρεση με την Ρέα και πνίγηκε στον Καρμάνορα, δίνοντάς του έτσι το όνομά του. Με τη σειρά του ο Ίναχος κυριευμένος από μανία που του προκάλεσε η Ερινύα Τισιφόνη πνίγηκε στον Αλιάκμονα κι έτσι ο ποταμός πήρε την τελική του ονομασία. Αντίστοιχους αλλεπάλληλους πνιγμούς και ανάλογες μετονομασίες αναφέρει, όπως θα δούμε, και για τους Ευρώτα και Αλφειό. Δεν μπορεί όμως κανείς να απορρίψει απόλυτα την πιθανότητα να υπάρχει πυρήνας αλήθειας σ’αυτές τις ιστορίες, αφού ακούγεται αληθοφανές το να δίνει κάποιος πνιγμένος το όνομά του σε κάποιο ποτάμι. Για τους δεισιδαίμονες προγόνους μας, τι φυσικότερο από το να πλανάται το πνεύμα του νεκρού στο ρέμα, ένα είδος στοιχειού του νερού.

H λέξη Ίναχος, προέρχεται από την Ινδοευρωπαϊκή ρίζα ακw: νερό. Το στοιχείο-αχ-προέρχεται από την παραπάνω ρίζα και απαντάται και αλλού: Αχελώος, Αχέρων, Αχαία πηγή. Ο Albert Joris Van Windekens θεωρεί την ονομασία πελασγική, που σημαίνει το ύδωρ που αναβλύζει. Παραπέμπει στο ρήμα ινέω=αδειάζω σε συνδυασμό με την παραπάνω ρίζα και με την αρχαία Ινδική issnati=θέτω σε κίνηση. Τέλος, το όνομα δείχνει κρητική επίδραση στην Αργολίδα [102]. Σύμφωνα με μια άποψη, η λέξη Ίναχος είναι Φοινικικής προέλευσης από το Ενάκ, το οποίο σημαίνει αποικιστής. Δηλώνει δηλαδή η ονομασία αυτή ότι ο πανάρχαιος βασιλιάς και ιδρυτής της δυναστείας των Ιναχιδών, ήταν άποικος από τη Φοινίκη ή την Αίγυπτο [103].

Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση, αφού η αναζήτηση της ρίζας της ονομασίας του ποταμού, με τη βοήθεια των μύθων και της γεωλογικής ιστορίας, συνθέτουν ένα ενδιαφέρον σενάριο: Ο Ίναχος ήταν κάποιος Αιγύπτιος πρίγκηπας, που έφτασε ως εδώ, ίδρυσε πόλη περιμαζεύοντας τους ντόπιους που ζούσαν σκορπισμένοι στα βουνά, αποστράγγισε το λιμνάζον πεδίο, γνωρίζοντας από τον Νείλο την τεχνική των υδραυλικών έργων, έδωσε το όνομά του στον ποταμό που διευθέτησε και έγινε πρώτος βασιλιάς της περιοχής, τροφοδοτώντας με τον απόηχο της δόξας του τη μυθοπλαστική φαντασία των επιγενομένων. Ο μύθος της Ιούς υποδηλώνει την απαγωγή κάποιας ωραίας πριγκίπισσας από τους παλιούς συμπατριώτες του Ίναχου, με τους οποίους είχε εμπορικές σχέσεις. Η μύγα που κυνηγάει μέχρι την Αίγυπτο την κόρη του βασιλιά, συμβολίζει την εκδίκηση των ελών που αποξηράνθηκαν και των βλαβερών εντόμων που αποδεκατίστηκαν, εξ αιτίας της δράσης του Αιγύπτιου πρίγκηπα [104].

Ίναχος λεγόταν, εκτός από τον αθαμανικό παραπόταμο του Αχελώου, και η νεότερη σλαβική Βιστρίτσα, δεξιός παραπόταμος του Σπερχειού. Στην κοιλάδα του ποταμού αυτού, εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες, προερχόμενοι από την Μολοσσία της Ηπείρου. Μάλιστα, οι κάτοικοι της κοιλάδας ονομάζονταν Ιναχιείς [105]. Το ίδιο όνομα είχε και ο Ηπειρωτικός ποταμός Λούρος. Είναι προφανές ότι όλη αυτή η ακολουθία των Ινάχων, συνδέεται με την Ήπειρο και το Άργος με τον τρόπο που είδαμε. Τέλος το Ίναχος φέρεται και ως παλιότερο όνομα του δεξιού παραπόταμου του βοιωτικού Ασωπού Σκάμανδρου [106], κοντά στην Τανάγρα.

To νεώτερο όνομά του Πάνιτσα ή Μπάνιτσα είναι σλάβικο [107] και καταγράφεται ήδη πολύ νωρίς από τον Σοφιανό. Αργότερα πρέπει να παραφθάρθηκε, γιατί οι Coronelli, Pacifico, Σκροφάνι, Πουκεβίλ, Κούμας, Μάγνης, καθώς και ο Ρήγας στη Χάρτα του το γράφουν Πλάνιτζα ή Πλάνιτσα [108]. Μεταγενέστερα πάντως μέχρι και σήμερα, αποκαλείται ξανά Πάνιτσα. (Μ)Πάνιτσα είναι η ονομασία χωριών του Γυθείου (τώρα Μυρσίνη), των Τρικάλων, δυο χωριών του νομού Σερρών (τώρα Καρυαί και Συμβολή), της Φλώρινας (τώρα Βεύη) και τοπωνύμιο της Τριφυλλίας. Ο Vasmer, αναφέρει Banjica, ρυάκι στην περιοχή της Λίκα στην Κροατία.

 

Οι Ευρωπαίοι μιλούν για τον Ίναχο

 

Ο Πλίνιος [109] γράφει πως το Άργος κείται μεταξύ των ποταμών Ινάχου – πιο σωστό θα ήταν Χαράδρου – και Ερασίνου. Ο Ιταλός Γεωγράφος της Βενετίας και του Λουδοβίκου IIX Coronelli, μιλώντας για το Άργος στην «Description» του (1686), λέει πως είναι χτισμένο στις όχθες της Πλάνιτσας που οι Λατίνοι ονομάζουν Ίναχο. Αναπόφευκτο λάθος, αφού η πόλη, αν και παρόχθια του Χάραδρου, συνδέθηκε μυθολογικά με τον Ίναχο. Στην πλάνη αυτή, περιέπεσαν πολλοί.

Ένας από αυτούς, ο θρασύς αββάς Φουρμόντος, κάνει και κριτική στους υπόλοιπους: …προχωρήσαμε κατ’ ευθείαν προς τη Δύση, αναζητώντας τον ποταμό Ίναχο. Οι γεωγράφοι που δεν είναι σωστά πληροφορημένοι, τον τοποθετούν ανατολικά του Άργους, ενώ βρίσκεται στα δυτικά. Στα δεξιά μας είχαμε έναν από τους μικρούς λόφους…και αριστερά αμπελώνες…. Βγαίνοντας από τους αμπελώνες, μετά από τρία τέταρτα της ώρας δρόμο, βρεθήκαμε στις όχθες του Ίναχου…!. O Urquhart [110], που προφανώς είχε διαβάσει τη Θηβαΐδα του Στάτιου, φεύγοντας από το Άργος, μπέρδεψε τον Ίναχο με τον Χάραδρο, που κυλάει κάτω από την αργολική ακρόπολη και διηγείται: Περάσαμε κάτω από τον απότομο και μοναχικό βράχο που ορθώνεται το παλιό οχυρό της Λάρισας και μετά τσαλαβουτώντας στο γλίσχρο ρυάκι του “Πατέρα Ινάχου”, μπήκαμε στον υπέροχο κάμπο, που έχει ακόμα το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Ο επίσκοπος του Λίνκολν Wordsworth επισημαίνει (1839) ότι ο ποταμός σπάνια φτάνει στη θάλασσα εκτός όταν φουσκώνει από βροχή. Στο ίδιο πνεύμα ο ακόλουθος του Όθωνα αρχαιολόγος Ρος, αναφέρει ότι ενώ περνάς την κοίτη του «αβρόχοις ποσίν», ύστερα από καταρρακτώδη βροχή φούσκωσε και αναποδογύρισε ένα αμάξι, καθώς περνούσε το ποτάμι. Ο Άγγλος αρχαιολόγος W. Gell (1806) απορεί πώς ο Καλλίμαχος εξυμνεί τα νερά του Ινάχου και δίνει την ερμηνεία ότι ή δεν τα είδε ποτέ ή ίσως μιλούσε για τις πηγές του, γιατί στην πεδιάδα όποτε έχει νερό είναι λασπώδες όπως οποιουδήποτε εποχικού ρέματος. Ο φλογερός Φιλέλληνας και Δημοκράτης Εντγκάρ Κινέ περιγράφει μια σκηνή της αγροτικής ζωής, διηγούμενος πως «τα βότσαλα του Ινάχου πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας που λυγίζει, κουβαλώντας ένα φορτίο από πράσινο κριθάρι». Ο Κλαρκ (1858) περιγράφει έναν νερόμυλο στο ορεινό χωριό Καρυά του Αρτεμίσιου, απ’όπου κατηφορίζει μια ρεματιά στον Ίναχο: Ένα ισχυρό αντέρεισμα ενός τοίχου είναι χτισμένο κόντρα στην λοφοπλαγιά και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινα αυλάκια μεταφέρει ένα ρεύμα νερού στην κατάλληλη γωνία ως προς την ρόδα. Ο τείχος που στάζει είναι φουντωμένος από τις φτέρες και όλα τα είδη λαμπρών χόρτων. Ένας Ρώσος, ο Κονσταντίν Μπαζίλι, επισκέφθηκε το Άργος μετά την απελευθέρωση, συνάντησε τον ποταμό στο κατώτερο τμήμα του και γράφει ενθουσιασμένος: Αφού περάσαμε τους κήπους του Δαλαμανάρα, χαιρέτησα την κοίτη του ένδοξου Ίναχου….

Ο Dodwell διάβηκε τον Ίναχο κοντά στο Κουτσοπόδι, θεωρώντας τον ένα ανώνυμο ρυάκι και εξέλαβε τον πλατύ και κοντά στο Άργος παραπόταμο Ξεριά, σαν Ίναχο. Και μελαγχολικά σημειώνει απογοητευμένος από την πεζή πραγματικότητα, ότι όπως και ο Ισμηνός και ο Ιλισός [111], έτσι και ο Ίναχος οφείλει τη φήμη του στο μύθο της ποίησης παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 18, 3.

[2] Χάρων, 523.

[3] Μαστός είναι η Αμυμώνη, ενώ ποτάμι του Άργους είναι ο Χάραδρος. Κανένα από αυτά δεν είναι βέβαια ο Ίναχος.

[4] Απολλόδωρος 2, 1, 1. Αντίστοιχη παράδοση υπάρχει με τον Ευρώτα. Ίσως πίσω από αυτές να κρύβονται πανάρχαια αντιπλημμυρικά έργα.

[5] Παυσανίας, 2,15,4. Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 51.

[6] Ακουσίλαος FHG 1, 13.

[7] Σενέκα, «Θυέστης», 337.

[8] Ησίοδος «Μεγάλαι Ηοίαι».

[9] Τζέτζη, σχόλια στον Λυκόφρονα.

[10] Φερεκύδης, FHG I, 74.

[11] Βλ. Διόδωρο, 5.60.

[12] Ι. Μαλάλας. Ο Κάσος, είχε παντρευτεί την Κύπρια Αμύκη (Κιτία) και είχε επιτρέψει σε Κρήτες αποίκους να κατοικούν στην ακρόπολη της Αντιγόνειας του Ορόντη.

[13] I, 13, 31.

[14] Σχολ. Ισοκρ. Ευαγ. 6.

[15] Διαπρεπής Αλεξανδρινός Γραμματικός και πολυΐστωρ, του 1ου μ.Χ. αιώνα. Τα ίδια ισχυρι-ζόταν και ο Πτολεμαίος ο Μενδήσιος. Απίων, FHG, iii, σ. 509. Επίσης ο Θράσυλλος. (Thrasyllos, 253. F.Jacoby F.G.H.)

[16] Ωδές, III, xix, 1.

[17] «Θυέστης», 115.

[18] 556-468 π.Χ. Bergk “Poetae Lyr. Gr.”, τ. Γ΄.

[19]  2ος π.Χ. αιώνας. Schneider.

[20] Ευρυπίδη «Ορέστης» 932.

[21] Ευρυπίδη «Ηλέκτρα» 1.

[22] «Αινειάδα» VII, 286 και II, 286 αντίστοιχα.

[23] Από το λήμμα Απία. Το λεξικό αυτό συντάχθηκε περί τα τέλη του 10ου αιώνα και θα το επικαλεστούμε πολλές φορές. Η πρώτη έκδοσή του έγινε στη Βενετία το 1499 από το Μάρκο Μουσούρο. Η συλλογή των λέξεων έγινε από έναν ή περισσότερους αγνώστους συγγραφείς, οι οποίοι βασίστηκαν σε πολλούς προγενέστερους και άριστους γραμματικούς. Παρά την ασημαντότητα των ετυμολογιών του, διασώζει αποσπάσματα συγγραμμάτων, που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

[24] «Διονυσιακά», III, 261.

[25] Ωδές, II, iii, 21.

[26] Catalepton, IX, 33. Oι Ιταλικοί μύθοι θέλουν τη λάρνακα με τη Δανάη και τον μικρό Περσέα να φτάνει στις ακτές του Λάτιου, όπου η Ιναχίδα παντρεύεται τον Πίλουμνο και ιδρύουν την πόλη των Αρδεατών.

[27] «Αινειάδα», VII, 372. O βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος θεωρείτο απόγονος του Ινάχου.

[28] I, 25, 4.

[29] Nauck, απ. 248.

[30] II, 33, 3. Aυσονία είναι η Ιταλία.

[31] Στη μυθολογία αυτές οι αντιλήψεις είναι πολύ συνηθισμένες, στην Πελοπόννησο τη βρίσκουμε και στη μυθολογία του Ευρώτα. Στην Τροία οι ποταμοί Σκάμανδρος, Σιμόεις και Σαγγάριος έχουν γεναρχικό ρόλο στις γενεαλογίες της.

[32] Pater Inachus, Στάτιος-Θηβαϊς- Β.5. 748.

[33] Ο Οβίδιος (Μετ. I, 598), μιλάει για τις πεδιάδες του Λύρκειου με τα πυκνά τους δάση.

[34] Παυσανίας, 2, 15, 5.

[35] Καλλίμαχου «Ύμνοι», 4, 74.

[36] «Χρυσός όνος», VI, 4.

[37] Νόννου «Διονυσιακά», 3, 258-262.

[38] Αναφέρει στο 18, 3, έργο του που δεν διασώζεται «Περί ποταμών».

[39] Βιργίλιου «Αινειάδα», 7, 286.

[40] Βακχυλίδη Διθύραμβος V, «Ιώ» 18.

[41] Καλλίμαχου , 3, 254. Πρόκειται για τον λεγόμενο Κιμμέριο Βόσπορο, τον πορθμό του Κερτς στην Αζοφική θάλασσα.

[42] «Παλατινή Ανθολογία», VII, 169.

[43] Βιργίλιος στα «Γεωργικά». 3, 153.

[44] «Ηλέκτρα» 4-5.

[45] «Ημερολόγιο», III, 657.

[46] «Μεταμορφώσεις», 1, 583. Το θλιμμένο Πηνειό πήγαν να παρηγορήσουν οι Σπερχειός,   Ενιπέας, Απιδανός, Άμφρυσος και Αίας.

[47] «Προμηθέας Δεσμώτης», 715, 599 & 674.

[48] V, 60, 4.

[49] «Μεταμορφώσεις», I 639.

[50]  Ενάλιοι διάλογοι «Νότος…», 1. Επίσης στο «Περί ορχήσεως», 43.

[51] «Περί ερωτικών παθημάτων» Α΄Περί Λύρκου. Η ιστορία παρά Νικαινέτω έν τώ Λύρκω και Απολλονίω Ροδίω Καύνω.

[52] 42.

[53] Α΄, 1-5.

[54] Ιστοριογράφος από την Κύμη της Αιολίδας (4ος π.Χ. αιώνας). Περιηγήθηκε την Ευρώπη, και συνέγραψε σε 30 βιβλία το έργο «Ιστορίαι» του οποίου σώθηκαν αποσπάσματα και όπου περιγράφονται γεγονότα από την κάθοδο των Ηρακλειδών μέχρι το 340 π.Χ. Συνέδεσε την Ιστορία με τη Γεωγραφία. Fr.H.Gr. Ephori, I, 79. Aπό τα σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο II, 168.

[55] Β΄, 41.

[56] «Ελληνική Ανθολογία», VI, 150.

[57] Συρακούσιος του 2ου π.Χ. αιώνα. «Ευρώπη», 44.

[58] 3, 18, 13. Τμήματα του θρόνου (6ου αιώνα π.Χ.), χρησιμοποιήθηκαν για να κτιστεί το εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής του ομώνυμου λόφου, Ν.Δ. των σημερινών Αμυκλών της Λακωνίας.

[59] 1, 25, 1.

[60] Φ. Ιστορία, XXXV, 32.

[61] «Αινειάδα», I, 792.

[62] Κόιντος ο Σμυρναίος, X, 190.

[63] Hans Georg Beck, «Η Βυζαντινή χιλιετία. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – Αθήνα 1992.

[64] 2, 7 & 7, 16 αντίστοιχα.

[65] Από το ποίημα «Παλαιόθεν Ελληνίς», γραμμένο το 1927. Εδώ ο Καβάφης βασίζεται στην εκδοχή ότι ο Σέλευκος ο Νικάτορας μετονόμασε την πόλη σε Αντιόχεια από Ιώνη, αποικία των Αργείων.

[66] Ν.Α. τμήμα Ηπείρου.

[67] Περιοχή στα σύνορα Αιτωλίας-Ακαρνανίας.

[68] Η Περραιβία ήταν τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Ολύμπου και Καμβουνίων και ο Λάκμος είναι βουνό της Ηπείρου. Η αναφερόμενη τοπογραφία είναι εξωπραγματική.

[69] Απόσπασμα 249-250; Nauck.

[70] 6, 271 & 8, 370 ή και 6, 417.

[71] Ο Μιλήσιος (545-475 π.Χ.) Λογογράφος. Σώζονται αποσπάσματα της Περιόδου γής . Απ. 70-72, FHG I,5.

[72] Στην Πελοπόννησο: Ευρώτας, Ασωπός Σικυώνιος, Αλφειός.

[73] Muller F.H.Gr I, 28 Ephori.

[74] Σε αποικίες βρίσκουμε ως τοπικό ποτάμι ξανά τον ποταμό της πατρίδας ή και το όνομα της ίδιας δοσμένο στο ποτάμι: Ευρώτας, Σελινούς, Κράθις, Πηνειός, Ενιπέας, Πάμισος, Μηνίος, Λάρισος, Χαλκίς,.

[75] Ησύχιος.

[76] 2, 25, 3.

[77] Παυσανίας 8, 6 4. Συνέδεε την Αργολίδα με την Αρκαδία, διασχίζοντας το Αρτεμίσιο.

[78] Σχολ. Απολλόδωρου Ρόδιου 1, 125.

[79] Ιλιάς Δ 171.

[80] Παυσανίας, 8, 6, 4.

[81] Παυσανίας, 8, 6, 6.

[82] Ι. Ρ. Ραγκαβής, «Τα Ελληνικά», τόμος 2ος, Εν Αθήναις, 1853.  

[83] Βλ. Μichel Seve «Οι Γάλλοι…». Ο Ιωάννης Βαπτιστής Μπουργκινιόν ντε, (1697-1782), υπήρξε σοβαρός γεωγράφος, η δε «Αρχαία Γεωγραφία» του εκδόθηκε το 1815. Αντιπαραβολή του χάρτη του με τον συγκεκριμένο του Φουρμόντ, παρουσιάζει ομοιότητες αλλά λιγώτερα λάθη. Ο λίγες δεκαετίες μεταγενέστερος Jean Denis Barbie du Bocage σχεδίασε δικό του χάρτη της Αργολίδας.

[84] 6-7

[85] Συνηθισμένο έθιμο σ’ όλους τους Έλληνες, όπως σημειώνει και ο Παυσανίας (1, 37, 3), με αφορμή το άγαλμα της Μνησιμάχης στην όχθη του Αττικού Κηφισού, στον οποίο ο γιος της αφιέρωσε τα μαλλιά του. Ο Ίδιος αναφέρεται και στην περίπτωση του Πηλέα, που μνημονεύει ο Όμηρος (Ιλ. Ψ 141), ο οποίος έταξε στον Σπερχειό ποταμό να κόψει την κόμη του γιου του Αχιλλέα, αν επέστρεφε σώος από την Τροία.

[86] Aνάλογη τελετή γινόταν και στην Αθήνα, τα λεγόμενα Πλυντήρια, όπου το ξόανο της Αθηνάς πολιάδος πλενόταν στη θάλασσα του Φαλήρου.

[87] Πηγές της Αργολίδας, που πήραν το όνομά τους από τις κόρες του Δαναού που τις βρήκαν πρώτες.

[88] 5ος ύμνος του Καλλιμάχου του Κυρηναίου «Εις λουτρά της Παλλάδος» στ. 36 και 45-50

[89] Αισχύλου «Σεμέλη», απόσπασμα.

[90] Βασιζόμενος στα «Αργολικά» του Τιμόθεου και στο Β΄ «Περί ποταμών» του Αγάθωνα του Σαμίου.

[91] Δ, 36, 12. Ο Ιωάννης από τους Στόβους της Μακεδονίας ήταν Γραμματικός του 5ου μ.Χ. αιώνα. Το 4τομο έργο του περιλαμβάνει συμπεράσματα σταχυολογημένα από περισσότερους των 500 συγγραφέων, που πολλών τα έργα δεν σώζονται. Εδώ βασίζεται στο Β΄ «Περί ποταμών» κάποιου Σάμιου Αγάθωνα.

[92] στ.486.

[93]   574.

[94] «Θηβαΐς», IV, 118. Για τα προηγούμενα αυτού του αποσπάσματος, βλ. π. Αργ. Κηφισός. Ο Ταύρος, παραπέμπει στη βροχή, ενώ οι Πλειάδες βρίσκονται κι αυτές στον αστερισμό του Ταύρου. Γη του Περσέα είναι η Αργεία.

[95] Χαλκιδαίος του 3ου π.Χ. αιώνα.

[96] Πόλη της Κάτω Αιγύπτου, φημισμένη για τους παπύρους της. Το 1933, δημοσιεύτηκε το περιεχόμενο παπύρων του 2ου π.Χ. αιώνα, που περιλάμβανε 80 στίχους του “Ινάχου”(The Tebtunis Papyri 692). To 1956 o Lobel εξέδωσε 23 τόμους Οξυρρυγχιανών παπύρων, όπου ο 2369 πάπυρος του τέλους 1ου π.Χ.-αρχές 1ου μ.Χ, αιώνα, ταυτίστηκε με τον “Ίναχο” (Βλ. Ι.Θ.Κακριδή «Μελέτες…»: Ο Ίναχος του Σοφοκλή).

[97] «Ηρακλής επί της Οίτης», 139.

[98] Ι, 3, 20.

[99] 18,2-3

[100] Όνομα που είχε Κρητικός ιερέας – εξορκιστής, που έκανε καθαρμό στον Απόλλωνα για τον φόνο του Πύθωνα (Παυσανίας 2, 7, 7 & 10,7,2). Η Κρητική προέλευση του ονόματος είναι προφανής.

[101] Αυτός που ακμαία τρέχει προς την άλα (θάλασσα). Ίσως, επίσης, αυτός που έχει μεγάλη ακμή-απόσταση-από τη θάλασσα, ονομασία που δικαιολογείται από το μεγάλο-σε σχέση με τους υπόλοιπους ποταμούς της Αργολίδας-μήκος του Ίναχου. Το όνομα έχει και ο επιμηκέστατος (μέσα στα ελληνικά όρια) ομώνυμος Μακεδονικός ποταμός.

[102] Το ίδιο και τα ονόματα Μυκήνες, Δαναΐδες κ.ά. αλλά και το Καρμάνωρ. Επειδή οι Φοίνικες είχαν σχέσεις με τους Κρήτες, ιδίως από τον ιη΄αιώνα, ίσως τελικά η προέλευση να είναι φοινικική.

[103] Αθ. Σταγειρίτη «Ωγυγία», τ. Δ΄, Μέρος Στ΄, Βίβλος Γ΄. Ο συγγραφέας, καταγόμενος από την Μακεδονία, χρημάτισε καθηγητής της Ελληνικής στην Καισαροβασιλική Ακαδημία Ανατολικών Γλωσσών της Βιέννης. Πάντως, το όνομα Ενάχ ή Ενάκ, είναι όνομα γίγαντα στην Π. Διαθήκη, από τον οποίο κατάγονται οι Ενακίτες ή γενεαί Ενάχ ή Ενακείμ, γίγαντες επίσης, που εξοντώθηκαν από τον Ιησού του Ναυή. Όσοι σώθηκαν, συγχωνεύθηκαν με τους Φιλισταίους.

[104] Βλ. και Αναγνωστόπουλου Θ., «Ίναχος ο ποταμός…».

[105] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά», 13.

[106] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 41. Είναι ο σημερινός Βυθισιάκουλας.

[107] Φαλμεράυερ, Vasmer.

[108] Oνομασία που αναφέρεται και σε τίτλο χαλκογραφίας των Cox και Radclyffe βασισμένης σε σχέδιο του Herve και δημοσιευμένης στην πρώτη έκδοση του 1839 του βιβλίου Ελλάδα του Wordsworth. Επίσης, έτσι γράφεται και σε χάρτες του 1683 (G.Delisle) και του 1685 (Maure Cerigo), σε άλλο λίγο μεταγενέστερο, του Mattheus Seutter (Peloponnesus Hodie MOREA) και στους χάρτες των Μ.Α.Βaudrand La Grece, 1716 και La Moree, autrefois le Peloponnese, 1729. Ο Vasmer το συσχετίζει με το σλαβικό Plavbnica.

[109] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[110] Σκωτσέζος διπλωμάτης.

[111] Πρόκειται αντίστοιχα για μικρό ποταμό της Θήβας, παραπόταμο του Θεσπιού, που καταλήγει στην Υλίκη και για τον παραπόταμο (στην αρχαιότητα) του αττικού Κηφισού.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Πριν 70 χρόνια

Μια συναινετική διοίκηση

Η Αριστερά στη Δημαρχία του Άργους (Σεπτ. 1944-Ιαν. 1945)


 

 

«Ο Έλληνας δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εμφύλιο. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει συμφιλιωθεί με τον Άλλον, τον διαφορετικό, τον αντίθετο…. πως δεν συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του.»

Θόδωρος Τερζόπουλος

 

Ένα από τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης στον επιστημονικό – ερευνητικό τομέα υπήρξε η αποφασιστική στροφή προς την περίοδο της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου. Μέχρι σήμερα δύο κύρια ρεύματα έχουν διαμορφωθεί σχετικά, εκείνο με συμπάθειες στο χώρο της Αριστεράς και το μεταγενέστερο που αποκαλείται “αναθεωρητικό”. Δεν θα υπεισέλθουμε με το παρόν άρθρο στην ήδη σχεδόν οριοθετημένη διαφορά, αλλά θα θέλαμε να επισημάνουμε το ότι, κατά τη γνώμη μας, δύο μεθοδολογικές ελλείψεις ή χαρακτηριστικά σημαδεύουν τις δύο τάσεις. Την πρώτη, η έλλειψη ανθρωπολογικών προσεγγίσεων, μάλιστα σε πόλεις της επαρχίας και στον ύπαιθρο χώρο όπου εδραία ανθρωπολογικά δεδομένα διαμόρφωσαν νοοτροπίες, ευνόησαν πράξεις και οδήγησαν σε γεγονότα σαφώς αποδοκιμαστέα, που όμως δεν ποδηγετήθηκαν από κεντρικές πολιτικές οργανώσεις. Τα διαβόητα φαινόμενα ακραίας, μάλιστα, βίας, όπως ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, είναι καιρός να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν κατάματα. Επίσης, είναι καιρός να ερευνηθούν με επάρκεια τα φαινόμενα εσωτερικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, σε εποχή μάλιστα που πολιτικά υπεύθυνοι, όπως ο Ζαχαριάδης, ανασύρονται από μία κάποια λήθη, για να στηθούν σε βάθρα.

Ως προ το δεύτερο ρεύμα, παρατηρούμε καταρχήν μία σαφή τάση για καταχρηστικές γενικεύσεις (extrapolations) ή εξίσου καταχρηστικές μειώσεις και σμικρύνσεις, ιδιαίτερα του βάρους γεγονότων και των σημασιών τους, που ασφαλώς δεν συμβάλλουν διόλου στην αντιμετώπιση, με τη δέουσα αντικειμενικότητα, των πτυχών της περιόδου που αναφέραμε. Οργανωτικές πλευρές διογκώνονται ενώ ατομικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά γενικεύονται, για να καλύψουν την πολύμορφη συχνά υφή κινημάτων και τάσεων.

Για το θέμα που αφορά η παρούσα δημοσίευση, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι εντάσσεται σε γενικότερη μελέτη μου για την πόλη του Άργους κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Ποιο το γενικότερο ενδιαφέρον; Νομίζω ότι πρέπει να στραφεί η προσοχή μας στην έρευνα της καθημερινής ζωής της ελληνικής ενδοχώρας κατά την περίοδο αυτή, των νοοτροπιών που αναδύθηκαν τότε, μέσα από την ιδιομορφία οικιστικών συνόλων αλλά και περιφερειακών κοινοτήτων. Η περίπτωση της πόλης του Άργους παρουσιάζει το ενδιαφέρον ενός οικιστικού κέντρου μικρομεσαίου μεγέθους, κατά τη δεκαετία 1940-1950, που διατηρεί ανέπαφα τα βασικά οικιστικά του χαρακτηριστικά, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 20ου. Επιπλέον, αποτελεί την πόλη με το μεγαλύτερο πληθυσμό (περίπου 10.000) του τότε ενιαίου νομού Αργολιδοκορινθίας, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, αλλά και το παραγωγικό κέντρο του (βιομηχανία εριουργίας και οινοποιίας, εντατική γεωργία στην περιφέρειά του – οπωροκηπευτικών, καπνού και αρχή καλλιέργειας εσπεριδοειδών), επιπλέον όμως και εμπορικό κέντρο του νομού (με πλήθος εργαστηρίων και μηχανουργείων).

 

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

 

Κατά την περίοδο της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη, μέχρι την αρχή του Ιανουαρίου 1945, γίνεται στο Άργος ένα “πείραμα” διοίκησης του από την Αριστερά, μετά από διαπραγματεύσεις με επιτροπή αντιπροσωπευτική του χώρου της συντηρητικής παράταξης, που τότε περιλάμβανε πρόσωπα του χώρου του προπολεμικού Λαϊκού Κόμματος και εκείνου των βενιζελογενών, και μετά από τη διοργάνωση λαϊκών συνάξεων, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κανονική διενέργεια εκλογών. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε (Απρ. 1941-αρχές Σεπτ. 1944) δήμαρχοι και μέλη ενός ολιγάριθμού Δημοτικού Συμβουλίου διορίζονταν από τις αρχές της Κατοχής, δίχως να είναι σαφές σήμερα με ποια κριτήρια και από ποιους, ιδίως από την ελληνική πλευρά, γίνονταν υποδείξεις προσώπων.

Τόσο στο Άργος όσο και στο Ναύπλιο υπήρχαν μονάδες Χωροφυλακής και μονάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ επικεφαλής του Τμήματος Χωροφυλακής Άργους βρέθηκε ο Δ. Κουρκουλάκος, άνθρωπος μετριοπαθής. Ταυτόχρονα, είχε σχηματιστεί και μονάδα Πολιτοφυλακής, με μέλη συντηρητικούς πολίτες. Από την πλευρά του ΕΛΑΣ, μονάδες του 6ου Συντάγματός του, με επικεφαλής τον επίσης μετριοπαθή Εμμ. Βαζαίο, ήταν αυτές που με έδρα το ημιορεινό χωριό Γκέρμπεσι (σήμερα Μιδέα) είχαν άμεση ανάμειξη στα όσα συνέβησαν στο Άργος.

Το γενικότερο κλίμα στην Αργολιδοκορινθία και γενικότερα στην Πελοπόννησο ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνο και βαρύ, μάλιστα στα ορεινά της Αργολίδας εμφυλιοπολεμικό. Στην ίδια την πόλη του Άργους είχαν σημειωθεί σποραδικές εκτελέσεις και απαγωγές πολιτών με ιδιαίτερες βιαιοπραγίες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από την άνοιξη του 1944 σημειώνεται δραματική αύξηση των εκτελέσεων πολιτών από τα γερμανικά στρατεύματα, κοντά σε δύο σημεία εισόδων του Άργους: στο μαντρότοιχο της παλαιάς εκκλησίας του Αγ. Βασιλείου και στα κυπαρίσσια του αναχώματος της Πάνιτσας στο δρόμο προς Κουρτάκι. Προ ετών τα κυπαρίσσια αυτά κόπηκαν σύριζα ώστε να «εφαρμοστεί» πρόβλεψη του σχεδίου πόλεως για δημιουργία ενός άθλιου δρομίσκου.

Μετά τους πρώτους μήνες του 1944, εντάθηκαν επιθετικές ενέργειες των ανταρτών κατά των δυνάμεων Κατοχής, μάλιστα με τη γενική ενθάρρυνση του συμμαχικού παράγοντα και με την παρουσία Άγγλων “συνδέσμων” στην Αργολιδοκορινθία.

Για τη ζωή στην πόλη υπάρχουν πολλαπλές γραπτές και κάποιες προφορικές μαρτυρίες, εκτός από επίσημα έγγραφα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε αδρή εικόνα τόσο για την καθημερινή ζωή στην πόλη, όσο και για ορισμένα γεγονότα. Σημαντικό τεκμήριο αποτελούν τα σημειωματάρια του δασκάλου και ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου, τα οποία ουδέποτε δημοσίευσε και ελάχιστα χρησιμοποίησε σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα για την περίοδο αυτή. Τα έγραφε “δι’ εαυτόν”, αποτελούν εκπληκτική για την αντικειμενικότητά τους καταγραφή, αν και ο ίδιος ήταν τοποθετημένος στον συντηρητικό χώρο, με ακριβή όχι μόνο τη χρονολόγηση, αλλά και με σημείωση της ώρας που παρατηρούσε και έγραφε.

Δύο γεγονότα θεωρώ ότι επηρέασαν τις εξελίξεις στο Άργος: η επικείμενη αναχώρηση των Γερμανών και η παρουσία του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, όχι σε πολύ μακρινή απόσταση. Και οι δύο σοβαρές μάχες μεταξύ ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας, στον Μελιγαλά (10-14 Σεπτ. 1944) και στον Αχλαδόκαμπο (18 Σεπτ.). Από τα τέλη Αυγούστου, όμως, είχαν προηγηθεί από τη μονάδα του Τ. Ασφαλείας συλλήψεις και απαγωγές ως ομήρων συγγενών ανταρτών, αλλά και φόνοι πολιτών. Στις αρχές Σεπτεμβρίου άρχισε η αναχώρηση γερμανικών μονάδων από την ευρύτερη περιοχή και ανατίναξη εγκαταστάσεών τους στο αεροδρόμιο του Άργους. Στις 11 το βράδυ της 15ης Σεπτεμβρίου αναχώρησαν οι τελευταίοι Γερμανοί από το Άργος και την επομένη το πρωί έγινε αυθόρμητα γενικός σημαιοστολισμός και πλήθος ξεχύθηκε στο κέντρο της πόλης. Δύο, όμως, μέρες πριν άρχισαν συνεννοήσεις μεταξύ επιτροπής πολιτών, μελών του ΕΑΜ και της μονάδας του ΕΛΑΣ που έδρευε στο Γκέρμπεσι.

 

Οι συνεννοήσεις και η κατάληξή τους

 

Ν. Παπανικολάου

Ν. Παπανικολάου

Πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, την 10/9/1944, και με πρωτοβουλία του μοιράρχου Κουρκουλάκου, που προφανώς ήταν σε επαφή με στελέχη της Αριστεράς, κλήθηκαν οι δικηγόροι Μ. Στάμος και Στ. Μακρής, ο συμβολαιογράφος Π. Δασκαλόπουλος, ο φαρμακοποιός Ν. Παπανικολάου, ο βιομήχανος Γ. Ρασσιάς και ο αρχιμανδρίτης τότε (μετέπειτα Μητροπολίτης Αργολίδας) Χρ. Δεληγιαννόπουλος και συνεδρίασαν στο ναό του Αγ. Πέτρου, με σκοπό να αποφευχθούν έκτροπα και συγκρούσεις στην πόλη μετά την αναχώρηση των Γερμανών. Στη σύσκεψη παρέστησαν ο Νομάρχης και οι δύο αξιωματικοί των Τ. Ασφαλείας από το Άργος και το Ναύπλιο. Αποφασίστηκε επιτροπή από τους πέντε, πλέον, πολίτες να μεταβεί κρυφά στο Γκέρμπεσι και να επιδιώξει συνεννόηση με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Η επιτροπή αυτή αρνήθηκε να μεταβιβάσει εντολές των Τ. Ασφαλείας και δήλωσε ότι θα δρούσε ως “ομάς Αργείων”.

Γεώργιος Ρασσιάς

Γεώργιος Ρασσιάς

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε γενικότερο επίπεδο είχε προηγηθεί η Συμφωνία του Λιβάνου, που ειδικά ως προς τα Τ. Ασφαλείας δεν προέβλεπε κάτι ειδικότερα, αλλά ότι στις 2 Σεπτεμβρίου είχε πλέον σχηματιστεί στο Κάιρο Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με συμμετοχή και της Αριστεράς, στο διάγγελμα της οποίας η ύπαρξη των Τ. Ασφαλείας καταγγέλθηκε ως έγκλημα κατά της πατρίδας. Σε λίγες μέρες αναγγέλθηκε η αυτοδιάλυση της ΠΕΕΑ και στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε η συμφωνίας της Καζέρτας, με την οποία όλες οι αντάρτικες ομάδες υπήχθησαν στον εθνικό στρατό, υπό τις άμεσες διαταγές του Άγγλου στρατηγού Σκόμπι. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν άμεσα τις συνεννοήσεις στην Αργολίδα.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Στις 11/9 η πενταμελής ομάδα μετέβη στο Γκέρμπεσι, έγινε επτάωρη σύσκεψη, από την επιτροπή δηλώθηκε ότι δεν αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού του Άργους, αλλά ότι ήθελαν να συμβάλουν στην ειρηνική είσοδο των ανταρτών στην πόλη, μάλιστα με τα αναμενόμενα εθνικά στρατεύματα, και να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη κατά των κατακτητών. Εκατέρωθεν απόψεις καταγράφηκαν σε επίσημα έγγραφα. Από την πλευρά της Αριστεράς δηλώθηκε ότι έκαμε κάθε δυνατή υποχώρηση, ότι υπακούει στις διαταγές της Εθν. Κυβέρνησης ως Εθνικός Στρατός, αλλά ότι απαιτούν τη, σύμφωνα με τις διαταγές αυτής της κυβέρνησης, διάλυση των μονάδων των Τ. Ασφαλείας και την παράδοση του οπλισμού τους, εγγυώμενοι για την ασφάλεια των ανδρών της, μέχρι να ληφθούν οριστικές αποφάσεις από την Κυβέρνηση. Δήλωσε επίσης ότι προτείνει τη συγκρότηση Λαϊκής Επιτροπής Αυτοδιοίκησης, που θα εκλεγεί από τους πολίτες, και σε αυτή θα υπακούουν η νέα Εθν. Πολιτοφυλακή, η Αγροφυλακή και η Χωροφυλακή.

Οι προτάσεις αυτές γνωστοποιήθηκαν από την πενταμελή επιτροπή σε λαϊκή συνέλευση που οργανώθηκε στο ναό του Αγ. Ιωάννη, όπου κλήθηκαν εκπρόσωποι των φορέων των πολιτών, των Τ. Ασφαλείας και της μέχρι τότε συγκροτημένης Πολιτοφυλακής. Συντάχθηκε νέο υπόμνημα προς τους εκπροσώπους της Αριστεράς, με όσα συμφωνήθηκαν στη συνέλευση, όπου καταγράφηκε η ανάγκη σεβασμού των αποφάσεων της Εθν. Κυβέρνησης, με την παρατήρηση ότι η ΠΕΕΑ αυτοδιαλύθηκε, ότι οι οργανώσεις της Αριστεράς αποτελούν πλέον πολιτικά κόμματα και όχι “προκεχωρημένα κλιμάκια” της Κυβέρνησης και ότι δεν γίνεται κατανοητό γιατί ο ΕΛΑΣ θα πρέπει να καταλάβει τα αστικά κέντρα, αφού προορίζεται να αφομοιωθεί από τον Εθν. Στρατό, τμήματα του οποίου βρίσκονταν ακόμα στο εξωτερικό. Μεταφέρθηκαν, επίσης, οι αντιρρήσεις εκπροσώπων των Τ. Ασφαλείας σύμφωνα με τις οποίες η διάλυσή τους προϋπέθετε τη γενική συμφιλίωση των Ελλήνων, ενώ τους είχε ανατεθεί η περιφρούρηση της ασφάλειας των Ελλήνων και η ενίσχυση της Χωροφυλακής, αν όμως οι κάτοικοι μιας πόλης δεν έχουν ανάγκη των υπηρεσιών τους, τότε χωρίς να διαλυθούν μπορούν να μεταβούν σε άλλη πόλη με τον οπλισμό τους! Άρνηση υπήρξε και από την πλευρά της Χωροφυλακής, αφού σε αυτήν είχε ανέκαθεν ανατεθεί η τήρηση της τάξης, αλλά και από την Πολιτοφυλακή, η οποία δήλωνε ότι είχε συγκροτηθεί για αποτροπή απαγωγών, δολοφονιών και αντεκδικήσεων μεταξύ των πολιτών.

Η πρόταση που τελικά διαμορφώθηκε ήταν κάθε ένοπλη δύναμη να περιοριστεί εκεί όπου βρισκόταν και τα τμήματα του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, μέχρι να εμφανιστούν διορισμένοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, αν και από ορισμένους προτάθηκε να εγκατασταθεί στην πόλη πολιτική αντιπροσωπεία των αριστερών οργανώσεων, που θα μπορούσε να αναλάβει και κάποια πολιτική αρχή. Φέρει ημερομηνία 14/9/44 και στις 16/9 η πενταμελής επιτροπή οργάνωσε άλλη λαϊκή συνέλευση στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, όπου αναγνώστηκαν όλα τα ανταλλαγέντα έγγραφα. Είχε προηγηθεί, την προηγουμένη, αποστολή άλλου εγγράφου από την Αριστερά, στο οποίο δινόταν η εξήγηση ότι η κατάληψη αστικών κέντρων επιβαλλόταν, για να εκκαθαριστούν οι βάσεις των Τ. Ασφαλείας, ώστε να καταδιωχθούν οι υποχωρούντες Γερμανοί, και ότι για τον ΕΛΑΣ προβλεπόταν ο βαθμιαίος μετασχηματισμός του, ενώ προ ημερών είχε επιτεθεί σε γερμανική μονάδα και τότε τα Τάγματα Ασφαλείας τους επιτέθηκαν στο Γκέρμπεσι. Δηλωνόταν δε ότι άλλο δεν απέμενε από τη βίαιη είσοδό τους στην πόλη και ότι ήταν έτοιμοι να τηρήσουν τα υπεσχημένα, αλλά αν τα Τ. Ασφαλείας πρόβαλαν αντίσταση, η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή συνιστούσαν την απομάκρυνση του άμαχου πληθυσμού.

Τελικά οι συνεννοήσεις συνεχίστηκαν και κατέληξαν στην αποχώρηση των Τ. Ασφαλείας και Χωροφυλακής προς το Ναύπλιο, από όπου με την μεσολάβηση του Παν. Κανελλόπουλου όλες οι μονάδες Τ. Ασφαλείας διαπεραιώθηκαν στις Σπέτσες.

Νίκος Μαυροειδής

Νίκος Μαυροειδής

Το πρώτο τμήμα ανταρτών μπήκε στην πόλη στις 18 Σεπτεμβρίου, υπό τον λοχαγό Ν. Μαυροειδή και τον προσφώνησε ο εφημέριος του Αγ. Πέτρου. Ο Μαυροειδής υπογράμμισε τη συμβολή του ΕΛΑΣ στον αγώνα για την ελευθερία και ότι υπάρχει ανάγκη για εθνική ενότητα. Στη συνέχεια το άγημα στρατωνίσθηκε σε αίθουσα σχολείου, αυτός επέβαλε την παράδοση όλων των όπλων σε οπλονόμο, αφού πριν από την είσοδο στην πόλη προειδοποίησε για την αποφυγή αντεκδικήσεων (τα Τ. Ασφαλείας είχαν συλλάβει ως ομήρους τη μητέρα του και την αδελφή του με το νεογέννητο παιδί της), υπογραμμίζοντας ότι για τα διαπραχθέντα εγκλήματα αρμόδια θα ήταν τα δικαστήρια.

Στις 19 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε το νέο δημοτικό συμβούλιο (“Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας”), υποδείχθηκαν διάφοροι ως μέλη του και τελικά, μετά από πιέσεις τόσο από το ΕΑΜ όσο και από εκπροσώπους δεξιών παρατάξεων, ως δήμαρχος δέχθηκε να αναλάβει ο μετριοπαθής και “μη οργανωμένος” οδοντίατρος Κ. Δωροβίνης. Λαϊκή σύναξη, στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, δια βοής έδωσε τη συγκατάθεσή της.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οργανώθηκε στην ίδια πλατεία, μετά από δοξολογία, μεγάλη συγκέντρωση για την Απελευθέρωση, με παρέλαση μιας εκατοντάδας ανταρτών και με δημόσιες ομιλίες του επικεφαλής τους και δύο Άγγλων αξιωματικών.

 

Η νέα δημοτική αρχή

 

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Σε συνεννόηση με τον αρχιμανδρίτη Χρ. Δεληγιαννόπουλο, ο Κ. Δωροβίνης πέτυχε να ελευθερωθούν οι όμηροι που ο ΕΛΑΣ κρατούσε σε ορεινό χωριό της Αργολίδας και, αντίστοιχα, να ελευθερωθούν οι όμηροι που κρατούσαν οι μονάδες των Τ. Ασφαλείας.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν άθλια. Τα δέντρα των δενδροστοιχιών είχαν κοπεί, οχετοί και υπόνομοι ήταν φραγμένοι, οι δρόμοι ακάθαρτοι και, το κυριότερο, το δημοτικό ταμείο άδειο. Δημοτικοί αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι παρέμεναν απλήρωτοι, ενώ από τα γύρω χωριά, είχαν εισρεύσει στην πόλη δεκάδες άτομα. Η πρώτη επείγουσα εργασία ήταν να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης, έστω, οργάνωση της πόλης. Από τα υπάρχοντα γραπτά και προφορικά τεκμήρια συνάγουμε ότι ακολουθήθηκε μια συναινετική τακτική, με τακτικές διαβουλεύσεις με τα σωματεία της πόλης. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι το πολύπαθο δημοτικό αρχείο του Άργους (σήμερα κανείς δεν γνωρίζει που ακριβώς βρίσκεται, ενώ τόμοι του βρέθηκαν, προ μηνών να δημοπρατούνται από τον οίκο Σπανό…..) περιείχε στον τόμο του 1944 τα Πρακτικά του νέου δημοτικού συμβουλίου σε συνέχεια των προηγούμενων και πριν από όσα ακολούθησαν. Όμως οι σχετικές σελίδες βρέθηκαν να έχουν σκιστεί. Σώθηκε μόνο μια, διότι στο πίσω μέρος της ακολούθησε Πρακτικό του νέου συμβουλίου του 1945.

 

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη  του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα  εξυγίανσης της πόλης.

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα εξυγίανσης της πόλης.

 

Στον τομέα των δημοσίων έργων, σημειώνουμε τη συμβολή για την αποκατάσταση της δημόσιας οδού προς Τρίπολη, μετά τις ανατινάξεις που είχαν ενεργήσει φεύγοντας οι Γερμανοί, την επισκευή του δημοτικού υδραγωγείου, τη μεταφορά του νοσοκομείου στο μέγαρο Κωνσταντόπουλου, αλλά και τη λήψη του μέτρου της προσωπικής εργασίας (σε πλήρη συμφωνία με τους φορείς των πολιτών), για άντρες από 18-60 ετών. Όσοι ήθελαν να απαλλαγούν, όφειλαν να πληρώσουν ημερομίσθιο 200 δραχμών ή αντίστοιχο σε είδος.

Στον τομέα της γενικής οργάνωσης, λήφθηκε εξαρχής η απόφαση όσοι κατείχαν όπλα να τα παραδώσουν στη νέα Εθν. Πολιτοφυλακή που συγκροτήθηκε, ενώ ταυτόχρονα σχηματίσθηκε επιτροπή για την κατάρτιση εκλογικών καταλόγων. Δηλώθηκε, ότι καταργείται κάθε απαγόρευση ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, έγινε επίσημη σύσταση σε όσους είχαν ζώα να βοηθήσουν στην καλλιέργεια αγρών εκείνους που στερούνταν, έγινε απογραφή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και της λειτουργίας τους, ξεκίνησε η διανομή γάλακτος και τροφίμων, ιδιαίτερα στους απόρους, και επιβλήθηκε η υποχρέωση στους παραγωγούς τροφίμων πρώτης ανάγκης να δηλώνουν τις ποσότητες που είχαν την κατοχή τους. Με τη αύξηση, όμως, των τιμών των τροφίμων που παρατηρήθηκε προς τα τέλη Οκτωβρίου, απαγορεύθηκε η εξαγωγή κάθε είδους τροφίμων από την πόλη και καθορίστηκαν τα ύψη ημερομισθίων των εργατών σε συνεννόηση με το Εργατικό Κέντρο Άργους.

 

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής  για την παράδοση όλων των όπλων.

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής για την παράδοση όλων των όπλων.

 

Παράλληλα, ενώ σποραδικά λειτούργησε ο θεσμός του «λαϊκού δικαστηρίου», λήφθηκε φροντίδα ώστε να λειτουργήσει και πάλι Ειρηνοδικείο στο Άργος. Τέλος, πέρα από την κανονική διαχείριση του δήμου, επισημαίνεται ότι στην περίοδο αυτή, ενώ γινόταν διανομή τροφίμων σε απόρους, έχει καταγραφεί και διανομή μερίδων κρέατος στους δημοσίους υπαλλήλους.

Στις 3 Ιανουαρίου 1945 η Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας υπέβαλε την παραίτηση της στο Επαρχιακό Συμβούλιο Άργους, «με σκοπό την ανασυγκρότηση της», με κυβερνητική όμως απόφαση επανήλθε ως δήμαρχος ο Κ. Μπόμπος, που υπηρετούσε μέχρι λίγο μετά την κατάληψη του Άργους από τους Γερμανούς, το 1941.

Το «πείραμα» της διοίκησης της πόλης, τελικά με κοινή συνεννόηση, κατά βάση με πλειοψηφία της Αριστεράς, σε έκτακτες συνθήκες όπως αυτές της Απελευθέρωσης, πέτυχε να αποκλιμακώσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην πόλη με την αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής, να αποφευχθεί, κατά κοινή πια ορολογία, κάθε είδους έκτροπο και, παρά τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, να κερδηθεί η αποδοχή των πολιτών, μέχρι την πράξη αντικατάστασης από την κεντρική διοίκηση.

Αποτελεί, όμως, μια «άλλη ιστορία», το τι περίμενε όσους αναμείχθηκαν στη διοίκηση αυτή, στα χρόνια του Εμφυλίου που ακολούθησαν. Από τα συμβάντα στο Άργος στους τέσσερεις τελευταίους μήνες του 1944, αναδεικνύεται ένα αναμφισβήτητο γεγονός, ότι τόσο από την πλευρά των κατοίκων του, και μάλιστα του αστικού στρώματος της κοινωνίας, από όπου προερχόταν τόσο η πενταμελής επιτροπή των διαπραγματεύσεων όσο και ο νέος δήμαρχος όπως και μέλη του Δ.Σ. αλλά και από την πλευρά της Αριστεράς και μάλιστα και του στρατιωτικού κλάδου της, υπήρξε ειλικρινής πρόθεση συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων, πράγμα που εξηγεί και τη διάρκεια του νέου δημοτικού συμβουλίου, όταν το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο οδηγούσε σε όξυνση των καταστάσεων. Οι δημηγορίες που αναπτύχθηκαν από τα δύο μέρη, οι οποίες φέρουν στο νου κείμενα του Θουκυδίδη, δείχνουν όχι μόνο πλήρη αφομοίωση των όσων συμφωνήθηκαν σε γενικότερο επίπεδο, αλλά και διάθεση για εμπέδωση της νομιμότητας και όδευση προς την ανασυγκρότηση της πόλης. Οι πράξεις του νέου δημοτικού συμβουλίου και η στήριξή του από τους τότε φορείς της πόλης αυτό δείχνει άλλωστε.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 

* Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Δερβένι (Ποταμός)


 

Με το όνομα αυτό είναι σήμερα γνωστός ο αριστερός παραπόταμος του Ινάχου που πηγάζει από το όρος Τρητό στην Κορινθία, λίγο βορειότερα από το γραφικό παλιό χάνι του Ανέστη, που είναι χτισμένο στην όχθη του. Διασχίζει τα στενά των Δερβενακίων, ρέοντας παράλληλα στη νεώτερη οδό Κορίνθου- Άργους. Η αβαθής και σκιερή ρεματιά με τα πλατάνια διασταυρώνεται αλλεπάλληλες φορές με τον δρόμο, προσφέροντας καταφύγιο στους ταξιδιώτες που θέλουν να ξεκουραστούν για λίγο. Περιβάλλεται από τους λόφους Αγριλοβούνι (Α.) και Παναγόρραχη (Δ.), και χύνεται στον Ίναχο λίγο βορειότερα της πόλης. Αξιοσημείωτα είναι τα ερείπια ενός μυκηναϊκού πύργου, που σώζονται κοντά στην αριστερή όχθη του Λικιμιώτικου ρέματος που χύνεται στο Δερβένι βορειότερα από το Φίχτι.

Πρώτος ο Fourmont στον χάρτη του της πεδιάδας του Άργους, αλλά και άλλοι σοβαρότεροι όπως ο Steffen, τον ταυτίζουν με τον Κηφισό, μάλλον με επιπόλαιη σπουδή, αγνοώντας τα σχετικά αρχαία κείμενα, αφού ο Στράβων ρητά γράφει για τον τελευταίο ότι πηγάζει από το Λύρκειο. Η νεότερη ονομασία του προέρχεται από την περσική λέξη δερβένδ, που ήλθε σε μας από τους Τούρκους, εξελληνίσθηκε σε Δερβένι και σημαίνει Πύλη ή Κλεισώρια. Oι σοβαροί Steffen και Lolling (1884), στο χάρτη των περιχώρων των Μυκηνών, τον ονομάζουν περιέργως και Κηφισό εκτός από Δερβενάκι και Καραμάνη.

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  - Θεόδωρος Βρυζάκης

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Θεόδωρος Βρυζάκης

Στην κλεισούρα του ρέματος, έγινε στις 26 Ιουλίου του 1822 η πρώτη φάση της μάχης των Δερβενακίων και της καταστροφής του Δράμαλη. Από εκεί περνούσε ο κατά μέγα μέρος λιθόστρωτος πολυσύχναστος δρόμος, γνωστός με το όνομα «Αφεντικός», ένα από τα περάσματα προς την Κορινθία, παράλληλος αρχικά στην κοίτη του ποταμού. Οι Τούρκοι αιφνιδιασμένοι προσπάθησαν στη συνέχεια διαδοχικά να περάσουν από τις ανατολικότερες στενοπορίες του Αγίου Σώστη και του Αγιονορίου.

O Άγγλος τυχοδιώκτης Τρελώνη, σύντροφος του Βύρωνα και γαμπρός του Ανδρούτσου, πέρασε από εδώ και σημειώνει στις αναμνήσεις του[1]: Στον δρόμο για την Κόρινθο (από το Άργος) περάσαμε από τα στενά των Δερβενακίων. Για δυο λεύγες περίπου, ακολουθούσαμε ένα μουλαρόδρομο που προχωρούσε παράλληλα μ’ ένα φιδωτό ποταμάκι, στη μέση δυο απόκρημνων βράχων. Το προηγούμενο φθινόπωρο……είχε συμβεί το εξής: …οι Έλληνες έσφαξαν τους Τούρκους σαν ένα κοπάδι πρόβατα….

 

Υποσημείωση


[1] Τρελλώνη Εδουάρδου, «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήναι, MCMLXXVII.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Χάραδρος (Ξεριάς) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«…κι ο Χάραδρος που κυλάει ογκόλιθους στο ρέμα του»

Στάτιου «Θηβαΐς» 4, 711.

Πάνω από το Άργος, υψώνεται ο λόφος όπου ήταν χτισμένη η ακρόπολη Λάρισα και σήμερα ορθώνονται τα καλοδιατηρημένα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου. Από τις επάλξεις του, βλέπει κανείς το αργολικό πεδίο και την πλατιά κοίτη ενός μεγάλου χειμάρρου, που περιβάλλει τον λόφο και την πόλη από βορειοανατολικά. Είναι το ρέμα του Χάραδρου, αριστερού παραπόταμου του Ίναχου.

 

Ο ποταμός στην αρχαιότητα

 

Η επικλινής ρεματιά του Χάραδρου συγκεντρώνει νερά από τα βουνά Κτενιάς – το αρχαίο Κρείον, ίσως το Κρεοπώλον του Στράβωνα – και Αρτεμίσιο, έχοντας μικρές πηγές στα χωριά Κρυονέρι και Κρύα Βρύση του πρώτου. Ορμητικός τον χειμώνα, προκαλεί καταστροφές απειλώντας, όπως και στην αρχαιότητα, τις παρυφές του Άργους, ενώ ξεραίνεται το καλοκαίρι, για τούτο και το νεώτερο όνομά του Ξεριάς, συνηθισμένη προσφώνηση πολλών χειμάρρων [1]. Βόρεια της πόλης, έχει ανασκαφεί αναλημματικός τοίχος, κατά μήκος της δεξιάς απότομης όχθης του, μήκους 2.350μ. ύψους 2,5μ. και πάχους 0,70μ. Πρόκειται για εντυπωσιακό αντιπλημμυρικό έργο κλασικής εποχής.

Ο ρόλος του Χάραδρου στη δημιουργία του επίπεδου χώρου, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το προϊστορικό Άργος, υπήρξε καθοριστικός. Μεταφέροντας χαλίκι και χώματα, πρόσχωσε σταδιακά το χαμηλό έδαφος, ανυψώνοντας την επιφάνειά του από 1,5-5μ. και μετατοπίζοντας αναγκαστικά την κοίτη του όλο και ανατολικότερα. Η διαμόρφωση αυτή έγινε ανάμεσα στο 2800 έως το 2350 π.Χ. όπως προκύπτει από τελευταίες αρχαιολογικές έρευνες [2]. Η θέση Αμμούτσα [3], στη δεξιά του όχθη κάτω από τη Λάρισα, υποδεικνύει τις ποσότητες της άμμου που έχει εναποθέσει ο Χάραδρος στις κατεβασιές του.

Ο άνω ρους του ήταν παράλληλος στο αρχαίο πέρασμα της Πρίνου, μία από τις διεξόδους της Αργολίδας στην Αρκαδία. Ο Παυσανίας [4] τον αναφέρει σαν χείμαρρο, που κοντά του ήταν κτισμένη η πόλη Οινόη [5]. Η τελευταία εντοπίζεται νοτιοανατολικά του μικρού ορεινού χωριού Αρία (τ. Μάζι), όπου βρέθηκαν και λείψανα αρχαίου γεφυριού, πάνω από τον βορειότερο βραχίονα του Χάραδρου, για την εξυπηρέτηση του δρόμου Άργους- Οινόης – Μαντίνειας, ο οποίος ξεκινούσε από τη βορειοδυτική πύλη Δειράδα των αργείτικων τειχών απέναντι από τον ποταμό. Υπολείμματα της Οινόης σώζονται κοντά στη διασταύρωση του δρόμου για την Αρία στην αριστερή όχθη του ποταμού, στη θέση Αγριλιόβουνο, όπου εντοπίστηκαν και ίχνη αρματοτροχιών πριν και μετά τον οικισμό Μερκούρι, σημάδια της διέλευσης του παραποτάμιου δρόμου της Πρίνου [6].

Η διαδρομή του περί τα 18 Κm, είναι σε μεγάλο μέρος της ορεινή, με άδενδρες όχθες. Σχολιάζοντας ο Vischer την ξηρασία του Χάραδρου και του Ίναχου, παρατηρεί πως «Ούτε μπορεί κανείς να δει στις όχθες κανενός τους, τους θάμνους και τα φυτά, που πλαισιώνουν τις όχθες ακόμα και αδύναμων μικρών ποταμών». Στα μισά της πορείας του έχει ανατολικά του το όρος Λυκώνη. Παραρρέει το ύψωμα της Λάρισας, τον λόφο της Δειράδας (Προφήτης Ηλίας) και συμβάλλει στον Ίναχο ανατολικά του Άργους στην παλιά θέση Καρακάκτσα. Στο γρήγορο πέρασμά του από την Πελοπόννησο του 1859, ο Γάλλος Ernest Breton [7] στάθηκε λίγο εδώ: …διασχίσαμε το μικρό ποτάμι του Ίναχου, πατέρα της μυθολογικής Ιούς, και τον Ξεριά, τον αρχαίο Χάραδρο, αρκετά κοντά στο σημείο που τα δυο ισχνά ρέματά τους ενώνονται, για να πέσουν στην θάλασσα. Τις σπάνιες φορές όμως, που στις θεομηνίες του χειμώνα τα δυο ποτάμια πλημμυρίζουν, το μέρος αυτό μοιάζει με πεδίο αμφίρροπης μάχης δυο υγρών θηρίων για όποιον βρει το θάρρος και την αντοχή να πλησιάσει.

Στον επιμήκη με βραχώδεις κορφές λόφο Μακρυρράχι ή Μακ(υ;)ροβούνι, κοντά στο Άργος στη δεξιά του όχθη, βρέθηκαν προς τη μεριά του ποταμού νεολιθικά ερείπια τείχους της 3ης χιλιετηρίδας και σημεία πύλης, καθώς και ενδείξεις ανακτόρου στα ενδότερα, που αποδόθηκαν στο Φορωνικό άστυ [8], την πρώτη πόλη στον κόσμο, σύμφωνα με τους αρχαίους. Στις όχθες του, όπως αναφέρει ο περιηγητής Πολέμων (2ος π.Χ. αι.), ο γιος της Νιόβης Άργος, που έφερε από τη Λιβύη το πρώτο σπέρμα πυρών (σιτηρών) και δημιούργησε έτσι το «πολύπυρον Άργος» [9], έχτισε ιερό της Δήμητρας Λίβυσσας, «εν τω Άργει εν Χαράδρα ούτω καλουμένω τόπω». [10]

Οι όχθες του στην περιοχή του Άργους, ήταν υπαίθριο δικαστήριο, όπου δικάζονταν τα στρατιωτικά αδικήματα, πριν ο στρατός των Αργείων μπει στην πόλη. Ο Θράσυλος, ένας Αργείτης στρατηγός που το 418 π.Χ. συνθηκολόγησε με τον εισβολέα Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι, κατηγορήθηκε για προδοτικό ενδοτισμό και προτού καν δικαστεί στον Χάραδρο, ο όχλος άρχισε να τον λιθοβoλεί. Κατάφερε να γλιτώσει ζητώντας άσυλο σε βωμό [11].

Στο ίδιο σημείο σκοτώθηκε στις 24 Απριλίου του 1821 ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννης Γιάννουζας, σε μάχη που δόθηκε από σώμα Αργείων και Σπετσιωτών, πολεμώντας: «…εις τον Ξεριάν τον Κεχαγιάν εμβαίνοντα εις το Άργος…» [12], ταμπουρωμένος πίσω από το «χτίριο», δηλαδή την αντιπλημμυρική μάντρα του ξεροπόταμου [13]. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ξεριάς και η γέφυρά του θα γίνει ο τόπος, όπου διαδραματίστηκε ένα ακόμη θλιβερό επεισόδιο της επανάστασης του 1821, η δολοφονία του Yδραίου πλοίαρχου Aντώνη Oικονόμου. Αλλά και στην κατοχή έχουμε ηρωισμούς της Αντίστασης στον Ξεριά.

 

Ο Χάραδρος μπερδεύει τους περιηγητές

 

Πολλοί περιηγητές (Fourmont, Κινέ, Dodwell, Τραντ, Πουκεβίλ, Urquhart) πίστεψαν ότι η κοίτη του Ξεριά είναι ο Ίναχος, πράγμα φυσικό λόγω του εύρους της και της γειτνίασής της με το Άργος και αφού ο τελευταίος θεωρείτο ποταμός του Άργους. Εξυπακούεται ότι κανένας ντόπιος δεν θα είχε την παραμικρή δυνατότητα να λύσει την παρεξήγηση. Περιγράφει λοιπόν ο δεύτερος, μιλώντας ουσιαστικά για το Χάραδρο: Η πραγματική αρχαιότητα του Άργους είναι ο Ίναχος. Στα βόρεια της πόλης διασχίζεις μια ξέρα από βότσαλα στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη πεδιάδα και το πλάτος της είναι διακόσια δέκα βήματα. Τα βότσαλά του είναι ασβεστόλιθοι. Βρίσκεις και μερικά απομεινάρια από βασάλτη[14]. Παρόλο που ο χειμώνας ήταν πολύ βροχερός, δεν υπήρχε ούτε μια σταγόνα νερό, και αλλού δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τα βότσαλα του Ινάχου, που πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας, που λυγίζει καθώς κουβαλάει ένα φορτίο της από πράσινο κριθάρι... Ο ίδιος μαρτυρεί ότι την εποχή του ταξιδιού του, κάποιος σχολαστικός αστυνόμος απαιτούσε από τους αγωγιάτες άδεια διάβασης από την κοίτη του.

Ο Πουκεβίλ βρήκε τους Αργείους να επισκευάζουν ένα μακρύ φράγμα στον ποταμό του Άργους, το οποίο είχαν κτίσει για να προστατέψουν την πόλη τους τόσο από τις πλημμύρες του, όσο και από τις αμέτρητες κροκάλες που παρασύρουν τα νερά του τις χειμωνιάτικες βροχές. Ίσως να πρόκειται για την ίδια τοποθεσία, όπου είδαμε πως υπήρχε το αρχαίο αντιπλημμυρικό ανάχωμα. Ενώ εδώ συγχέει τον ποταμό αυτόν με τον Ίναχο, λίγο πριν σωστά ταυτίζει τον Ξεριά με τον αρχαίο Χάραδρο, σημειώνοντας μάλιστα πως «διασχίζεται από ένα πέτρινο ανάχωμα με τρεις κάμαρες». Δυστυχώς, δεν δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το έργο αυτό. Με λίγη τόλμη θα μπορούσαμε να το συσχετίσουμε με το ρωμαϊκό υδραγωγείο, που έφερνε στο Άργος τα νερά του Κηφισού.

Ο Τραντ εξέδραμε από το Άργος, για να επισκεφτεί μια σπηλιά, άντρο ενός κλέφτη που τον έλεγαν Τζοκρίση. Όπως προκύπτει από την περιγραφή, η σπηλιά ήταν ανοιγμένη μέσα σε ψηλό κατακόρυφο βράχο πάνω από την κοίτη του κατά τον Τραντ Ίναχου, δυτικά και όχι μακριά από το Άργος. Όμως, ο τελευταίος για μεγάλο διάστημα, βόρεια αρχικά και δυτικά στη συνέχεια του Άργους, διαρρέει χώρο πεδινό, έτσι ώστε τέτοια σπηλιά δεν μπορεί να υπάρξει στις όχθες του, αντίθετα με τον Χάραδρο, που ανταποκρίνεται στην περιγραφή αυτή, όπως και στο χαρακτηριστικό της μεγάλης κατωφέρειας της κοίτης του. Αλλά να τι λέει ο Άγγλος:

 

αν κρίνουμε από το βάθος και το πλάτος, πρέπει να ήταν ποταμός μιας κάποιας σημασίας, αλλά ακόμα και τώρα στα μέσα του Γενάρη είναι αρκετά ξερός. Η κλίση του εδάφους είναι τόσο απότομη, που το νερό που συγκεντρώνεται από το λιώσιμο του χιονιού ή τη βροχή στα βουνά, μεταφέρεται σε λίγες ώρες και καθώς ορμάει κάτω με μεγάλη βία, σχηματίζεται ένα κανάλι, αρκετά δυσανάλογο με την ποσότητα του μεταφερόμενου νερού.

 

Ο Mure αφού πέρασε τον Ίναχο, φτάνοντας στο Άργος διηγείται βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους: Η ξερή κοίτη του χειμάρρου που περάσαμε αμέσως πριν μπούμε στο Άργος, συνήθως κατά λάθος θεωρούμενου από τους ταξιδιώτες ως Ίναχος, παρ’ όλο το μεγαλύτερο εύρος της και τον ορμητικότερο χαρακτήρα του ρεύματός της, ευκαιριακά κατεβάζει νερό και δεν μπορεί να ανταγωνισθεί για την τιμή του ονόματος μ’ έναν γείτονα που η διαδρομή του είναι μακρύτερη και πιο μέσα στην καρδιά της περιοχής του Άργους (γιατί ο Ίναχος ήταν ποταμός όχι της πόλης αλλά της περιοχής) και τα νερά του οποίου αν όχι διηνεκή, σπάνια αφήνουν την κοίτη του ολότελα ξερή.

 

Χάραδροι και Χαράδρες

 

Το όνομα αυτό υπήρχε ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, αφού σε εννέα πήλινες επιγραφές διαβάστηκε υπό τη μορφή Κα-ρα-ντο-ρο [15]. Η λέξη προέρχεται από το χαράσσω. Χάραδροι ποταμοί στην Ελλάδα υπήρχαν σε Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Φωκίδα και Ήπειρο [16]. Με τους δυο τελευταίους συνάπτονται και ομώνυμες πόλεις. Αναφέρεται και χάραδρος, που πρέπει να ήταν παραπόταμος του Ευρώτα. Τέλος, ο Στράβων [17] αναφέρει τοπωνύμιο της Μεσσηνίας, ο Εκαταίος [18] Χάραδρο ποταμό της Ασίας, ο δε Στ. Βυζάντιος λιμάνι της Κιλικίας.

Συναφές τοπωνύμιο είναι η Χαράδρα. O Hσύχιος εξηγεί: Χαράδρα: χείμαρρος, ποταμός, κατάγει δε ούτος παντοία εν τω ρεύματι και κατασύρει” και Χαράδραι: αι χαράξεις του εδάφους και οι κοίλοι τόποι από των καταφερομένων ομβρίων υδάτων. Ο Σουΐδας: Χαράδρα: Διώρυξ πηλού μεστή, όλεθρον ουχ ύδωρ έχουσα και Χαράδραι: αι διαιρέσεις κατά σχίσματα και οι χείμαρροι γης. Έτσι αποκαλούνταν στην αρχαιότητα ο ποταμός Νεμέα, το ρέμα του Μαραθώνα, η ρεματιά του Αμφιαράειου στον Ωρωπό, ο χείμαρρος του αρκαδικού Ορχομενού που καταλήγει στον παραπόταμο του Λάδωνα τον Τράγο και όπως είδαμε, ο ίδιος ο αργολικός Χάραδρος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορίνθου, Μαντινείας, Κυνουρίας (παραπόταμος Τάνου), Βυτίνας (π. Μαλοίτας), Αργολίδας (παραπόταμος Ποταμιάς), Λακωνίας (παραπόταμος του Ευρώτα) κ.ά.

[2] Βλ. «Το Μυκηναϊκό Άργος», άρθρο του αρχαιολόγου Χ. Ι. Πιτερού στην Καθημερινή της 31-5-’98.

[3] Το τοπωνύμιο συναντάμε και στον Ίναχο, στην περιοχή της Στέρνας.

[4] 2, 25, 2.

[5] Είναι αξιοσημείωτο το ότι και στον αττικό Χάραδρο του Μαραθώνα, υπήρχε πόλη Οινόη.

[6] Γ.Α. Πίκουλα «Οδικό δίκτυο και άμυνα», εκδόσεις Horos, Αθήνα, 1995.

[7] 1812-1875. Συγγραφέας αρχαιολογικών και ιστορικών βιβλίων.

[8] Α. Σ. Αρβανιτόπουλος (Πρακτ. Αρχ. Εταιρείας 1917).

[9] Ιλ. Ο, 372.

[10] Απ. XII. F.H.G. III 119. Ο εκδότης των αποσπασμάτων του Πολέμωνα Preller πιστεύει πως πρόκειται για το Χάραδρο.

[11] Θουκιδίδης 5, 60. Ο κορυφαίος Αθηναίος ιστοριογράφος, αναφέρει αυτά στον «Πελοποννησιακό πόλεμο».

[12] Φωτάκος.

[13] Σ. Παναγιωτόπουλου «Λάρισα η Αργεώτις», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1959.

[14] Πέτρωμα σκοτεινού χρώματος και μεγάλης αντοχής.

[15] Πινακίδες της Πύλου. Ventris-Chadwick 148, α. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για αναφορά στο μεσσηνιακό Χάραδρο.

[16] Πρόκειται αντίστοιχα για τους χειμάρρους Βελβιτσιάνο, Τζαμή (παραπόταμο του Παμίσου), Βρασιάτη, ένα παραπόταμο του φωκικού (ή και βοιωτικού) Κηφισού   και τον ποταμό Λούρο.

[17] 8, 360.

[18] F.H.Graec. I Hecataei, 251.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »