Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Παρουσίαση βιβλίου του Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη με τίτλο: «Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ»


 

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας σας καλεί, την Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015 και ώρα 8.30 μ.μ. στο Φουγάρο (Ασκληπιού 98, Ναύπλιο) στην παρουσίαση του βιβλίου του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Stanford Γιάννη Ιωαννίδη, με τίτλο: «Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ».

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν η Ελισάβετ Γεωργίου, ψυχολόγος και σύμβουλος καριέρας, ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνιολογίας και συγγραφέας και ο Νικόλαος Μπουμπάρης, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Ακαδημαϊκός Χαράλαμπος Ρούσσος.

 

Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ

 

Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ

Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ

Καθώς απομακρυνόταν απ’ τη βραχώδη ακτή της χώρας των Λωτοφάγων, ο Οδυσσέας έκλαψε, γιατί για πρώτη φορά κατάλαβε πως ήταν θηλαστικό, όπως κι οι θαλάσσιοι ελέφαντες στις Piedras Blancas. Καθισμένος στο δoιάκι του πλοιαρίου, το έμπειρο μάτι του έτρεξε σε όλα τα ράφια της wall-to-wall βιβλιοθήκης, ώσπου βρήκε τον πρώτο τόμο της «Οδύσσειας» απ’ τις εκδόσεις Loeb. Εκεί πληροφορήθηκε για πρώτη φορά πως του την είχαν φέρει πολύ άνανδρα όλοι αυτοί οι χαμερπείς ραψωδοί και υμνωδοί που δε σηκωθήκανε ποτέ από το αναπηρικό τους καρεκλάκι με τα αλουμινένια υποπόδια και που δεν είχαν ταξιδέψει πουθενά και ποτέ, τώρα πλέον του είχαν αλλάξει μέχρι και το όνομα και τον λέγανε Ούτιν και έμαθε και όλες τις λεπτομέρειες για το χαμό όλων ανεξαιρέτως των εταίρων του. Ήξερε πλέον τι θα συμβεί, αλλά δεν είπε σε κανέναν τίποτα, τους καθησύχασε όλους. Ήταν ηγέτης εξάλλου πλέον…

 

Γιάννης Ιωαννίδης

 

Ο Γιάννης Ιωαννίδης κατέχει την έδρα C.F. Rehnborg στην πρόληψη νοσημάτων στο πανεπιστήμιο Stanford όπου είναι τακτικός καθηγητής στην ιατρική σχολή και τιμητικά καθηγητής στη σχολή ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών. Έχει διατελέσει επίσης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων, Harvard, Tufts και Imperial College.

 

Γιάννης Ιωαννίδης,  Ο ερευνητής των... ερευνών

Γιάννης Ιωαννίδης, Ο ερευνητής των… ερευνών

 

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1965 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το περιοδικό «The Atlantic» τον χαρακτήρισε το 2010 ως τον πλέον τολμηρό διανοητή-επιστήμονα. Έχει ζήσει σε πολύ διαφορετικά μέρη, αλλά στο νου του ξεχωρίζουν ιδιαίτερα η πανέμορφη πόλη των Ιωαννίνων, η ευγένεια των ανθρώπων της Ηπείρου και κάποια γαλήνια πρωινά στο Ιόνιο. Η σύνθεση της «Τοκάτας για την κόρη με το καμένο πρόσωπο» τον απασχόλησε από το 1989 έως το 2011. Οι «Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ» γράφτηκαν από το 2010 έως το 2013.

Read Full Post »

Ευτυχία Δ. Λιάτα «Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι (τέλη 17ου αρχές 19ου αι.)»


 

 Το βιβλίο της κυρίας Ευτυχίας Λιάτα, «Αργεία γη – Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι», παρουσιάζει την πόλη του Άργους από τα τέλη 17ου αιώνα έως της αρχές 19ου και εξετάζει: την Οριοθεσία της περιοχής του Άργους, τα Δημογραφικά, τα Οικιστικά, την Κοινωνία του Άργους, τα Προϊόντα, τα Διοικητικά και Φορολογικά και τέλος τους Παρακεντέδες, ξενομερίτες, μια ιδιαίτερη κατηγορία πληθυσμού, οι οποίοι εργάζονταν στην περιοχή του Άργους. Το βιβλίο εκδόθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το 2003.

 

[…] Οι ειδήσεις για την κοινωνία του Άργους στους αιώνες που διαπραγματευό­μαστε εδώ είναι ελάχιστες, ιδιαίτερα μάλιστα για την περίοδο της βενετοκρατίας. Γενικά, οι κάτοικοι της περιοχής εμφανίζονται φτωχοί με τα τυπικά χα­ρακτηριστικά μιας γεωργοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Ο σύνδικος καταστιχωτής Μαρίνος Μικιέλ στην έκθεσή του (1691) για τον Μοριά παρεπιπτόντως μόνο αναφέρεται στο Άργος, όταν, κάνοντας λόγο για τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής της Αργοναυπλίας, λέει ότι οι κάτοικοι «είναι κατά μέγα μέρος Αρ­βανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλίση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο».

Λίγα χρόνια αργότερα ο βενετός γιατρός Aless Pini, αναφερόμενος στο Άργος, θα επισημάνει ότι η πόλη βρίσκεται στην ίδια θέση που ήταν κτισμένη η αρχαία, όπου και διασώζονται πολλά ερείπια. Λίγες αράδες πιο κάτω όμως κι αφού μιλήσει για το κάστρο του Άργους, τη Λάρισα, θα επανέλθει λέγοντας ότι η σύγχρονη πόλη δεν είναι κατώτερη – από την αρχαία προφανώς – αν και οι Έλληνες που την κατοικούν είναι ταπεινής καταγωγής. Υπάγεται εκκλησια­στικά στον επίσκοπο του Ναυπλίου, ο οποίος φέρει ακόμα τον τίτλο του επι­σκόπου Άργους. Στο κάστρο εδρεύει ένας διοικητής με ελάχιστους στρα­τιώτες.

 

Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι

Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι

 

Περνώντας στην περίοδο της τουρκοκρατίας και όσον αφορά τα εξωτε­ρικά χαρακτηριστικά των κατοίκων η έμμεση μαρτυρία του Leake είναι από τις λίγες που έχουμε για την εποχή και για το θέμα αυτό. Ο Leake, λοιπόν, αναφέρει ότι άκουσε να λένε πως οι αναπλιώτισσες ήταν όμορφες, ενώ οι αργίτισσες άσχημες, διαφορά που την απέδιδαν στο νερό, μια και το Άργος υδρευόταν αποκλειστικά από πηγαδίσιο νερό, ενώ τ’ Ανάπλι έπαιρνε νερό με υδραγωγείο από μια πηγή της Τίρυνθας.

Μια άλλη μαρτυρία που έχει να κάνει με τον τρόπο αμφίεσης των κατοί­κων είναι εκείνη του Sibthorp, ο οποίος επισκέφτηκε το Άργος στα 1794 ημέρα παζαριού, όπως αναφέρθηκε ήδη η μόνη ενδυματολογική παρατήρη­ση που κάνει, είναι πως όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, ήταν ντυ­μένοι με προβατόγουνες. Εδώ, αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή προς τα πίσω στις αρχές του ίδιου αιώνα και να δούμε τη μαρτυρία ενός κατοίκου της περιοχής και πόσο υποτιμητικά μιλάει για την κοινωνία του Άργους σε σχέση με εκείνη τ’ Αναπλιού. Πρόκειται για τον Γ. Μέλο, έμπορο αθηναίο, εγκατε­στημένο στη Βενετία, ο οποίος, γράφοντας στον αδελφό του στ’ Ανάπλι, του λέει ότι δεν συμφωνεί σε καμιά περίπτωση με τα σχέδια του να παντρευτεί και να εγκατασταθεί στο Άργος, «όπου στάθηκε ο χαλασμός του σπιτιού τους», και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν θέλει τα παιδιά του αδελφού του «να φορούν τα τσαρούχια» ενδεικτικό στοιχείο κοινωνικής κατωτερότητας πλη­θυσμών κατά βάση αγροτοποιμενικών.

Προς το τέλος όμως της β’ τουρκοκρατίας η κατάσταση φαίνεται να έχει άρδην αλλάξει. Οι διαφορές (πολιτισμικές, οικονομικές, πληθυσμικές) ανάμεσα στις δύο γειτονικές πόλεις έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, και πάντως, αν υφίσταν­ται, τώρα πλέον είναι υπέρ του Άργους και όχι του Ναυπλίου. Ως προς το θέμα της μόρφωσης των κατοίκων δεν θα μπορούσαμε να φθάσουμε σε ασφαλή και επαρκή συμπεράσματα, επειδή λείπουν οι μαρτυρίες. Στα 1820 μόνο, όταν ο De Marcellus θα βρεθεί στο Άργος, θα σημειώσει ότι επισκέφτηκε ένα δημόσιο σχολείο, όπου, καλεσμένος από το δάσκαλο, πα­ρακολούθησε τη μέθοδο διδασκαλίας του, την οποία και περιγράφει. Μιλάει ακόμα για τα βιβλία που είδε εκεί και δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα από μια παράσταση με σκηνές από το έργο Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, που μαθητές έδωσαν για χάρη του.

Πρόκειται, προφανώς, για τη Σχολή που είχε ιδρύσει η οικογένεια Περούκα και ως ένα διάστημα στεγαζόταν στη Μονή της Κατακεκρυμμένης. Γενικά, η κοινωνία του Άργους με ελληνικό αλλά και έντονο αρβανίτικο πληθυσμό ποτέ δεν απόκτησε αστικό χρώμα κι έτσι πάντα σε σχέση με το Ναύπλιο, παρά τον τούρκικο πληθυσμό του, έμεινε πολιτισμικά και κοινωνικά καθυστερημένη, με πληθυσμό κατά βάση φτωχό κι ακαλλιέργητο, όπου όμως ξεχώριζαν και κάποιοι προύχοντες.

Ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι οι περισσότεροι Αργείοι ήταν έμποροι αλόγων και αραμπατζήδες, αφού στην περιοχή εκτρέφονταν ακόμα άλογα. Όσο για τους Τούρκους που κατοικούσαν στο Άργος ήταν πλούσιοι και υπήρχαν πολύ καλές οικογένειες, πράγμα που προσέλκυε εκεί πολλούς Ιταλούς τσαρλατά­νους. Και ο Leake, εξάλλου, σημειώνει ότι η πλεονεκτική θέση του Άργους και τα προνόμιά του, προσέλκυσαν πολλούς εύπορους Έλληνες. Είδαμε, άλ­λωστε, σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι στη μεγαλύτερη συνοικία της πόλης, τον Λεπούρ μαχαλά, ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι προύχοντες αργίτες.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους προύχοντες, ο πολυσυζητημένος από τους ξένους της εποχής Βλασσόπουλος, κοτζαμπάσης και προστατευόμενος των Άγγλων, θα φιλοξε­νήσει στα 1802 στο αρχοντικό του τη λαίδη Έλγιν με την οικογένειά της. Ο ίδιος, άλλωστε, διενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλ­γιν. Στα 1806 ο Σατωμπριάν φτάνοντας στο Άργος θα κάνει τη γνωριμία και θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του λόγιου γιατρού Διονυσίου Αβραμιώτη, για τον οποίο γράφει πως ήταν Ιταλός, εξόριστος στην Ελλάδα, όπου κατάφερε να πλουτίσει και τώρα επιθυμούσε να γυρίσει στην πατρίδα του.

Διαπρεπής προσωπικότητα του Άργους, μορφωμένος και γλωσσομαθής, ο Δημ. Περούκας, από τους εξέχοντες του τόπου διετέλεσε για χρόνια προε­στός και στην περίοδο 1812-1821 βεκίλης του Μοριά στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά του, από τις πλουσιότερες του τόπου, είχε έντονη την παρουσία της στα κοινά. Ανάμεσα στους προύχοντες, που κατά καιρούς χρημάτισαν και επίτροποι του τόπου, ήταν οι οικογένειες, Δωροβίνη, Αναγνωστόπουλου, Γκελμπερή, κ.ά.

 

Ευτυχία Δ. Λιάτα

«Αργεία γη: Από το Τεριτόριο στο Βιλαέτι (τέλη 17ου αρχές 19ου αι.)».

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003

Σελ. 144

ISBN 960-7916-26-3

Read Full Post »

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Πέτρου Λυγίζου, «Η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής»


 

Η ποιητική συλλογή του Πέτρου Λυγίζου «Η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής» που εκδίδεται από τον οίκο «Ανώνυμο βιβλίο», είναι μία ποιητική μελέτη στην αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου για το χρόνο που φεύγει, αμετάκλητα και αναπόφευκτα. Είναι ένα σχόλιο για το άγχος του γήρατος και του θανάτου, της αρρώστιας και της αναπόδραστης φθοράς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα πένθιμο ή θλιβερό άσμα, ούτε για μια μηδενιστική προσέγγιση της εφήμερης ζωής. Αντίθετα, πίσω από το άγχος του προσωρινού ανθρώπου, αποκαλύπτεται η αγάπη του για τη ζωή και η λαχτάρα του να την γευτεί ποιοτικά και δημιουργικά. Η συλλογή, έτσι, γίνεται ουσιαστικά ένας ύμνος στην ανάγκη του καθενός να μην παρεκκλίνει από το χρέος του, που δεν είναι άλλο από το να θυμάται πως είναι φθαρτός και – επομένως – οφείλει να αξιοποιεί κάθε λεπτό της ημέρας.

Σχέδιο από την αφίσα της εκδήλωσης.

Σχέδιο από την αφίσα της εκδήλωσης.

Ποιήματα θα διαβάσουν η ποιήτρια και εκπαιδευτικός Νάντια Δανιήλ κι ο Χρήστος Παλαμήδης, ενώ θα μιλήσουν σχετικά με τη συλλογή οι φιλόλογοι Βασιλική Τράκα και Καλλιόπη Καλποδήμου.

Ο Χρήστος Παλαμήδης, ζωγράφος (απόφοιτος της ΑΣΚΤ) και καθηγητής Εικαστικών, φιλοτέχνησε το εξώφυλλο. Αποδίδεται με εξαιρετική δεξιότητα η αδιόρατη μελαγχολία που βιώνει ένα ζευγάρι ώριμων ανθρώπων που συναισθάνονται το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου αλλά – την ίδια στιγμή – είναι ευτυχισμένοι για όσα έζησαν και θα ζήσουν.

Η παρουσίαση της συλλογής θα γίνει στην αίθουσα Βουλευτικό, στο Ναύπλιο, στις 26 του Απριλίου, Κυριακή, στις 8 το βράδυ, με την υποστήριξη του ΔΟΠΠΑΤ, του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας και της ΕΛΜΕ Αργολίδας.

Read Full Post »

Ρούβαλης Γιώργος – «Αποστολή στην Αμαζονία»


 

Με τον τίτλο «Αποστολή στην Αμαζονία» κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Ιστορικού και Συγγραφέα, Ναυπλιώτη, Γιώργου Ρούβαλη από τις εκδόσεις «Απόπειρα».

Ιστορίες ταξιδιών σε εξωτικές ζούγκλες, στη μυστηριώδη Αμαζονία, αλλά και στον παράδεισο κάθε ανδρός, την υποβλητική Σουηδία ή στα έγκατα της ευρωπαϊκής κουλτούρας, όπως την ζουν οι μεταφραστές λογοτεχνίας. Καθημερινές ιστορίες στην ελληνική επαρχία με ευαίσθητα παιδιά που ανακαλύπτουν τον κόσμο, έντιμους δημοσίους υπαλλήλους, που διατηρούν την αξιοπρέπειά τους και δεν ξεπουλάνε τα πάντα, αναμνήσεις από την παιδική ηλικία τη δεκαετία του 1960 σε κατασκηνώσεις νέων και πρωτόγνωρες ανακαλύψεις του τότε θαύματος, ενός ψυγείου.

Ζωές απλών ανθρώπων, που γέρασαν ξεθάβοντας αρχαία αγάλματα και τα υπερασπίζονται με κάθε τρόπο, παρωχημένα μικροαστικά ειδύλλια νεαρών αγοριών και κοριτσιών, θαρραλέα θεώρηση του επερχόμενου θανάτου, σαλταδόροι της Κατοχής, καμάκια και ματάκηδες στην τουριστική λαίλαπα του 1960, σεξομανείς νεαροί, κι ατρόμητοι Λατινοαμερικάνοι επαναστάτες, στην Ελλάδα και στα πέρατα του κόσμου συνθέτουν ένα μωσαϊκό, που ο συγγραφέας παρουσιάζει, στο νέο του βιβλίο, με δεινότητα, οικονομία και χιούμορ.

 

«Αποστολή στην Αμαζονία»

«Αποστολή στην Αμαζονία»

 

«Αποστολή στην Αμαζονία»

Διηγήματα
Γιώργος Ρούβαλης
Απόπειρα, 2014, 186 σελ.
ISBN 978-960-537-202-6

 

Εξωτικά ταξίδια του Γιώργου Ρούβαλη


 

  

Πέτρος Λυγίζος

Ομιλία στις 20 Μαρτίου 2015 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Αποστολή στην Αμαζονία» του Γ. Ρούβαλη.

[…] Για να περιγράψω αυτό το βιβλίο με μία κατάλληλη λέξη, θα έλεγα ότι είναι ένα μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό που έχει σχεδιαστεί και συντεθεί έντεχνα, από έναν αληθινό μάστορα του λόγου· από έναν συγγραφέα, που έχει την ικανότητα να γράφει απλά, γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να καταφέρει να επικοινωνήσει με τον πολύ κόσμο. Ο Γιώργος Ρούβαλης υπήρξε πανεπιστημιακός, με μεγάλη ακαδημαϊκή καριέρα. Ο λόγος του θα μπορούσε να είναι δυσνόητος, δύσκολος: αλλά τότε, απρόσιτος, ψυχρός, άχρηστος. Έτσι, επέλεξε συνειδητά ένα λιτό, εκφραστικό ύφος, έναν εύκολο τρόπο γραφής, με προσιτό, γοητευτικό κι επομένως, εύκολα προσβάσιμο από όλους μας. Όπως ο ίδιος μου είπε, άρχισε να γράφει μανιωδώς, κυρίως τα τελευταία χρόνια, μετά τη σύνταξή του. Ασταμάτητα. Ήταν η λέξη που –θυμάμαι– μ’ έκανε να τον κοιτάξω βαθιά στα μάτια και να εκμαιεύσω ίσως μιαν απάντηση. Γιατί τόση βιασύνη; Τί θέλει να προλάβει; Το χρόνο που φεύγει; Ή τόσον καιρό που ταξίδευε σαν διπλωμάτης ή που δίδασκε στο Μεξικό και τη Βενεζουέλα, δεν έβρισκε την ευκαιρία να ιεραρχήσει τις ατέλειωτες εμπειρίες του, να τις επεξεργαστεί και τελικά να τις καταγράψει; Μήπως δεν ένιωθε τότε συγγραφέας; Όχι, πάντα ένας συγγραφέας νιώθει τέτοιος. Δεν είχε όμως την άνεση του χρόνου ή –κι όταν την είχε– προτιμούσε να απολαμβάνει τη συναρπαστική του καθημερινότητα. Σαν πραγματικός μπον βιβέρ, ο Γιώργος Ρούβαλης, χαιρόταν τη ζωή, μάζευε εμπειρίες, αυθεντικός συλλέκτης στιγμών και ύστερα από χρόνια, όταν αυτές καταστάλαξαν στον ευρύχωρο ψυχοσυναισθηματικό του κόσμο, αφέθηκαν στο χαρτί, όπου εκεί βρήκαν τη σίγουρα ανάπαυσή τους. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν να έχουμε σήμερα στα χέρια μας αυτήν την γοητευτική συλλογή διηγημάτων, που μας ταξιδεύουν σε μέρη εξωτικά σαν τη μυστηριώδη Αμαζονία, σε τόπους της ελληνικής επαρχίας, στο παλιό Ναύπλιο, σε μνήμες από την τρυφερή παιδική ηλικία τη μαγική δεκαετία του ’60. Πρόκειται επομένως για ένα αληθινό ταξίδι στο παρελθόν. Μόνο και μόνο αυτή η αναδρομή της ψυχής στο χτες, μόνο και μόνο τούτη η ματιά στην ανυπόκριτη παιδικότητα, μονάχα το τρυφερό βλέμμα του συγγραφέα στις αγωνίες της νιότης του, θα έφταναν για έναν φίλο της λογοτεχνίας να διαβάσει και να ξεκουραστεί πάνω σ’ αυτό το βιβλίο. Κι αυτό, γιατί μια σημαντική προϋπόθεση που καθιστά ένα λογοτεχνικό έργο γοητευτικό, είναι να παρασύρει τον αναγνώστη σε έναν περίπατο αναψυχής, κι ακόμη περισσότερο, σε μιαν αναπόληση των νεανικών στιγμών, σ’ ένα ξαναζωντάνεμα των εφηβικών ονείρων. Κι αυτή η αναπόληση, πάντα νοσταλγική με μια διάθεση άλλοτε αστείζουσα κι άλλοτε μελαγχολική, όχι μόνο υπάρχει στα διηγήματα του Γιώργου Ρούβαλη, αλλά δεσπόζει και κυριαρχεί αβίαστα.

Κι αν στο πρώτο απ’ όλα, που έδωσε μάλιστα και τον τίτλο στο βιβλίο, νιώθουμε ότι πετάμε με το μικρό Τσέζνα πάνω απ’ τον αινιγματικό Ορινόκο, το μεγαλύτερο παραπόταμο του Αμαζονίου, κι αν σ’ αυτήν τη μυστηριακή πτήση πάνω από άγνωστα, αιωνόβια δέντρα κι εκατοντάδες διασκορπισμένα χωριά νιώθουμε τη φιλική ανάσα των Ινδιάνων φυλάρχων που μας διδάσκουν την απλότητα της ζωής, αμέσως μετά ζούμε ένα καλοκαίρι στη μακρινή Σουηδία· βιώνουμε την αγωνία του μετανάστη φοιτητή, που προσπαθεί να επιβιώσει νόμιμα, να βρει δουλειά και να εξοικονομήσει τα φοιτητικά του έξοδα, να φλερτάρει και να κοιμηθεί με μια Σουηδέζα θέλοντας να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις φήμες που άκουγε γι’ αυτές στην Ελλάδα. Το α’ πληθυντικό πρόσωπο πέρα απ’ το ότι πιστοποιεί το βιωματικό χαρακτήρα των διηγημάτων, μας φέρνει πιο κοντά με το συγγραφέα, μας κάνει να νιώθουμε πως είμαστε κι εμείς μέσα στην τρελή συντροφιά του. Μια παρέα, που παρά την καθημερινή αγωνία, την κούραση απ’ τη δουλειά, την ανασφάλεια απ’ τη διαμονή σε χώρες με συνήθειες και νοοτροπία ολότελα ξένες με την Ελληνική, είχε το απίστευτο ταλέντο να τα καταφέρνει σχεδόν πάντα, τη δύναμη ν’ αντέχει κάθε δυσκολία, πάνω απ’ όλα την αγάπη για τη ζωή.

Μα ο Γιώργος Ρούβαλης υπήρχε –και είναι– δεινός μεταφραστής. Πάντα πίστευα ότι η μετάφραση αποτελεί ουσιαστικά μια νέα δημιουργία, όσο κι αν το πρωτότυπο έργο ανήκει σε έναν άλλον. Έτσι, πραγματικά συναρπάζει η περιγραφή των εμπειριών που έζησε στην Αρλ, στην παραδοσιακή πόλη του Γαλλικού νότου, με το μεγάλο μπουλβάρ όλο πλατάνια, τα παλιά ρωμαϊκά κτίρια και τις Αρένες, το παλιό Φόρουμ και τις υποβλητικές εκκλησίες. Μπαίνουμε μαζί με το συγγραφέα στο παλλαϊκό κτίριο όπου στεγαζόταν το Διεθνές Κολλέγιο Μεταφραστών Λογοτεχνίας, τρυπώνουμε κι εμείς στο μικρό (μα μοντέρνο και συμπαθητικό δωμάτιό του, όπως λέει κι ο ίδιος), νιώθουμε την αγωνία του να μεταφράσει με επιτυχία το αμίμητο ύφος του ποιητή Ζακ Πρεβέρ, συζητάμε με την Ιρίνα, Καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Διερμηνείας και Μετάφρασης της Μόσχας, εντυπωσιαζόμαστε με την εργατικότητα του ψηλού Ολλανδού που μετέφραζε Μαρσέλ Προυστ, ζούμε κι εμείς κοντά στις όχθες του μεγάλου ποταμού Ροδανού, που – αδιάφορος λες κι ατελείωτος – συνεχίζει το ήσυχο ταξίδι του μακριά και –την ίδια στιγμή τόσο κοντά– στις νυχτερινές καλοκαιρινές συντροφιές των ανθρώπων.

Μα η ζωή κάνει κύκλους. Κι έτσι, ο συγγραφέας σε άλλο διήγημά του με τον τίτλο «Προοπτικές» περιγράφει την ψυχολογική κατάσταση ενός 77χρονου νεφροπαθούς, που βαθύς γευσιγνώστης Γιαννιώτικων γλυκών στο παρελθόν, τόσα χρόνια καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης, αλλά και στον Πειραιά, έπεσε θύμα του ύπουλου διαβήτη. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός, γέρος σχεδόν πια κι αποκαμωμένος απ’ την αγενή επίθεση της αρρώστιας, δεν το βάζει κάτω. Κάνει σχέδια, προγραμματίζει τη ζωή του, το μέλλον του, συνεχίζει ν’ αποκαλύπτει και να καταδιώκει τις ομορφιές της ζωής, ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχουν: στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στο διάλογό του με την ευγενική νοσοκόμα, στην ανάμνηση ανθρώπων που έχουν χαθεί, παντού, επινοεί προοπτικές, δίνοντας σε όλους μας μαθήματα ζωής.

Και παντού, σ’ όλα σχεδόν τα διηγήματα του βιβλίου, να κυριαρχεί επίμονα η μνήμη του παλιού Ναυπλίου, σαν ένα νέο βάπτισμα, σαν ομολογία μιας ευδαιμονίας που έχει χαθεί, σαν υπόμνηση μιας ανεπιτήδευτα όμορφης καθημερινότητας που συναντάμε πια μονάχα σε αρχεία παλιών, ντόπιων φωτογράφων. Κυρίες και κύριοι, ακόμη κι εγώ, που δεν είναι Ναυπλιώτης, συγκινήθηκα όταν διάβασα για τις απογευματινές βόλτες στο πάρκο του Κολοκοτρώνη τη δεκαετία του ’30, τα παγωτά στο περίπτερο του Μανιταρά. Κι ύστερα, το χειμώνα, πρώτα λουκουμάδες στου Σέρβου του Μπουνταλέσκι και μετά ατέλειωτες βόλτες στο Μεγάλο Δρόμο. Αξέχαστα νεανικά πάρτι στο σπίτι του ποτοποιού του Καρώνη, ομιλούσες ταινίες που είχε φέρει ο επιχειρηματίας Πανόπουλος, γυμναστικές επιδείξεις στα σχολεία τέλη Ιουνίου, όλα αυτά στοιχειοθετούν ένα σκηνικό, όπου η τρυφερή χαρμολύπη συνυπάρχει με την ατόφια μελαγχολία για μια νιότη που έχει πια χαθεί, μα που υπήρξε έντονη κι ευτυχισμένη και γι’ αυτό, αλησμόνητη.

Συγκίνηση βέβαια προκαλούν κι οι αναμνήσεις του συγγραφέα για τη μητέρα του, παλιά οδοντίατρο του Ναυπλίου. Αρχές δεκαετίας του ’50, πλήθος κόσμου να την επισκέπτεται σε μια αίθουσα αναμονής, επιπλωμένης μ’ ένα σκυριανό σαλόνι κατάμαυρο, που για το μικρό τότε Γιώργο ήταν από μόνο του μια αυλή των θαυμάτων. Κι αυτό γιατί από εκεί περνούσαν ένα σωρό ενδιαφέροντες τύποι-πελάτες, που ο συγγραφέας ήθελε να γνωρίσει και να μάθει τα μυστικά τους. Πελάτες, απλοί χωριανοί ή και επώνυμοι, όπως ο ηθοποιός Δήμος Σταρένιος που τρεις η ώρα το πρωί είχε έλθει με απόστημα ή κι ο μεγάλος Μάνος Κατράκης, που μετά από μια παράσταση στην Επίδαυρο ήλθε με τρομερή αιμορραγία. Όμως, κατά τη γνώμη μου, η πιο συγκλονιστική μνήμη που υπάρχει στο βιβλίο, είναι η αναφορά του συγγραφέα στους σαλταδόρους που επί γερμανικής κατοχής, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν. Με πολύ γλαφυρό τρόπο περιγράφονται περιστατικά της εποχής, όπου καθρεπτίζεται η προσπάθεια και η αγωνία ενός λαού να επιβιώσει κάτω απ’ το γερμανικό ζυγό. Πού να ήξεραν οι σαλταδόροι του 41 και του 42, ότι η γερμανική κατοχή μετά από 70 χρόνια θα ερχόταν ξανά στην Ελλάδα, με πιο εύσχημο βέβαια τρόπο, ότι οι Γερμανοί θα καθόριζαν και πάλι τη ζωή της Ευρώπης σε οικονομικό επίπεδο, ότι για οποιαδήποτε απόφαση οι Ελληνικές κυβερνήσεις θα πρέπει ξανά να παίρνουν την άδειά τους και ότι δεν θα μας άφηναν να ψηφίσουμε νομοσχέδια που προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν, για παράδειγμα, την ανθρωπιστική κρίση, που μαστίζει τα τελευταία έξι χρόνια τον μισό Ελληνικό πληθυσμό.

Ωστόσο, η ζωή, έτσι κι αλλιώς, συνεχίζεται και πρέπει να συνεχίζεται. Έτσι, ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να περιγράψει τις ομορφιές της ζωής, σε μια εποχή μάλιστα που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός, η ευαισθησία, η αποθέωση της ομορφιάς, η αυθεντικότητα, η απλότητα, η καθαρότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι, ο συγγραφέας σχολιάζει τα περίφημα καμάκια τη μαγική δεκαετία του ’60 στο παλιό Ναύπλιο, μας μεταφέρει αυτούσια τα λόγια ενός παλιού Ναυπλιώτη από τον Ψαρομαχαλά και μας υποβάλλει σε μια ατμόσφαιρα ερωτική, σε μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας και γλυκιάς μελαγχολίας. Ήταν τότε που ο τουρισμός έκανε ουσιαστικά τα πρώτα του βήματα στο Ναύπλιο και που οι ντόπιοι νεαροί πολιορκούσαν τις αλλοδαπές τουρίστριες με τρόπο όμορφο, μακριά από χυδαιότητες, προσβολές και άλλες πράξεις που υποβαθμίζουν τον άνθρωπο.

Η αναπόληση αυτή του συγγραφέα, η αναφορά ενός άλλου ντόπιου για τα παιδικά του χρόνια και για το πώς ανακάλυψε τον κόσμο, ακόμη κι η ερωτική ζωή κάποιου κυρίου Ιωαννίδη, δικηγόρου από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τα παιδικά χρόνια ενός παλιού κατοίκου της Πρόνοιας, δίνονται από το συγγραφέα με τρόπο άμεσο, οικείο και γλαφυρό. Το βιβλίο τελειώνει με την αναφορά του Γιώργου Ρούβαλη στον Commandante Κάρλος, που στα νιάτα του, είχε τον τίτλο του αρχηγού σ’ ένα μαοϊκό αντάρτικο. Μα τώρα πια, ηλικιωμένος, καρδιακός, απόμαχος της ζωής και ουσιαστικά ανήμπορος, δεν του έχει απομείνει παρά η ανάμνηση μιας ζωής γεμάτης ωστόσο και συναρπαστικής.

Φτάνοντας κάποιος στο τέλος του βιβλίου του Γιώργου Ρούβαλη, νιώθει ότι έχει ταξιδέψει μαζί του σε όλον τον κόσμο, αισθάνεται ότι έχει ζήσει μια ζωή συναρπαστική, γεμάτη εμπειρίες αξέχαστες και γοητευτικές. Τα διηγήματα, ενώ ξαναλέω δεν διαπνέονται από κάποια διάθεση φιλοσοφική ούτε διακρίνονται από κάποιον βαθύ στοχασμό, παρασύρουν ωστόσο τον αναγνώστη να σκεφτεί και να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή είναι μία, μικρή και ανεπανάληπτη. Ο συγγραφέας, με τον τρόπο του, έμμεσα αλλά ακριβώς γι’ αυτό πιεστικά, μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τί δεν κάναμε από όσα θα θέλαμε, τί δεν δοκιμάσαμε να πετύχουμε από όσα είχαμε ονειρευτεί σαν παιδιά. Οι σκηνές από το παρελθόν, οι εικόνες από τη ζωή του παλιού Ναυπλίου, οι εξομολογήσεις των ντόπιων που δεν διστάζουν να αποκαλύψουν τις αλήθειες της απλοϊκής και συγχρόνως τόσο γοητευτικής ζωής τους, είναι ένα μωσαϊκό αναμνήσεων τρυφερών, όπου ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να αναπαυθεί και να ησυχάσει, να νοσταλγήσει και να συγκινηθεί. Άλλωστε, αυτός είναι κι ο στόχος της λογοτεχνίας.

Ευχαριστούμε το Γιώργο Ρούβαλη για τις εμπειρίες που μας χάρισε, για τον τρόπο που μας τις έδωσε και που μας επέτρεψε να τις μοιραστούμε μαζί του. Τον ευχαριστώ κι εγώ ιδιαίτερα προσωπικά, όχι μόνον γιατί μου έκανε τη μεγάλη τιμή να συμπαρουσιάσω τα γοητευτικά αυτά διηγήματα, αλλά κυρίως γιατί –για άλλη μια φορά– είχα την ευκαιρία να συνειδητοποιήσω ότι η ζωή, μ’ όλες τις δυσκολίες και τις αναποδιές που μπορεί να υπάρχουν, κρύβει μια συγκλονιστική ομορφιά, ανεπανάληπτη, μαγική, μοναδική. Για άλλη μία φορά, σκέφτηκε ότι η ομορφιά αυτή δεν είναι ούτε στο χρήμα, ούτε στη μάταιη φήμη, ούτε είναι κρυμμένη σε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Ακριβώς το αντίθετο: η ομορφιά της ζωής μας περιμένει παντού και πάντα, στο καλημέρα κάθε πρωί, στον ήλιο που παίζει από παράθυρο σε παράθυρο και τα μεσημέρια τρέχει ελεύθερος στους δρόμους, στη βροχή όπως κυλάει ανυπεράσπιστα στα ρείθρα, πάνω απ’ όλα στους ανθρώπους. Στα λόγια αγαπημένων ανθρώπων, στο ανεπιτήδευτο χαμόγελό τους και σ’ εκείνο το μοναδικό ή σπάνιο βλέμμα εκείνου που νοιάζεται για σένα και που σε βοηθάει πάντα, θυμίζοντάς σου συνεχώς ότι η ζωή είναι μία και ανεπανάληπτη.

 

Πέτρος Λυγίζος

Παρουσίαση του βιβλίου «Αποστολή στην Αμαζονία» του Γ. Ρούβαλη

  

Read Full Post »

Μαγνητοσκοπημένη παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου του έτους 1910»


  

Παρακολουθείστε μαγνητοσκοπημένη την παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου» του έτους 1910, η οποία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», την Κυριακή 29 Μαρτίου 2015.

Την εκδήλωση συντόνισε ο οικονομολόγος κος Γεώργιος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης και χαιρέτισαν με την σειρά που εμφανίζονται οι κάτωθι:

  • Τάσσος Χειβιδόπουλος, Αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας
  • Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ»
  • Κώστας Χελιώτης, Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας»

Για την αναστατική έκδοση μίλησαν:

Η κα Σοφία Πατούρα, Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου» του έτους 1910


 

 

Στον ιστορικό Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» στο Άργος, που ιδρύθηκε το 1894 με πρωτοβουλία φωτισμένων Αργείων, όπως ο Ιερέας Χρήστος Παπαοικονόμος, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης και πολλοί άλλοι, που από το βήμα του έχουν συγκινήσει ή ενθουσιάσει τους Αργείους, στις 29 Μαρτίου 2015 και ώρα 7.30 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του βιβλίου «Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1910».

Η διοργάνωση της εκδήλωσης είναι μια πρωτοβουλία της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας ενώ την αναστατική έκδοση του βιβλίου επιμελήθηκε η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

 

Για την αναστατική έκδοση θα μιλήσουν:

Η κα Σοφία Πατούρα, Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας.

Συντονίζει ο οικονομολόγος κος Γεώργιος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»


 

 

Το Άργος ανήκει σ’ εκείνους τους τόπους που αγαπήθηκαν πολύ από τους Θεούς και τους ανθρώπους. Οι μύθοι του και η ιστορία του σεργιανίζουν ακόμη στο κάστρο της Λάρισας, κατηφορίζουν στο αρχαίο θέατρο, στην αγορά, στο βράχο του Κριτηρίου, στις ρωμαϊκές θέρμες, ανιχνεύοντας σημάδια των καιρών τους. Περιδιαβαίνουν τους δρόμους της πόλης θωπεύοντας με το βλέμμα τούς στρατώνες του Καποδίστρια, τη μεγάλη οικία του στρατηγού Καλλέργη – που σήμερα στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης – το Α΄ Δημοτικό Σχολείο (Καποδιστριακό), τo κουρασμένο αρχοντικό του Σπυρίδωνος Τρικούπη, το επιβλητικό Μέγαρο Κωνσταντόπουλου, που είναι έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Τσίλερ. Χάνονται στα στενά δρομάκια που οδηγούν στο σπίτι του Άγγλου Στρατηγού Τόμας Γκόρντον κι ανηφορίζουν προς την ωραιότατη οικία του στρατηγού Τσώκρη. Η κάθε γωνιά της πόλης κάτι θυμίζει.

Την πλούσια ιστορία του τόπου μας με αληθινό πάθος κατέγραψαν κατά καιρούς πνευματικοί άνθρωποι – φιλόλογοι, ιστορικοί και ιστοριοδίφες – που εργάστηκαν επί δεκαετίες με πίστη, υπομονή και γνώση και ως «πραγματικοί πνευματικοί μεταλλωρύχοι», ανέσυραν από τη λήθη στο φως, κάθε ιστορικό περιστατικό.

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

Στην «αναστατική» έκδοση με τίτλο «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910, Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910», συναντάμε σημαντικούς λόγιους του 19ου αιώνα του Άργους αλλά και του γειτονικού Ναυπλίου, όπως ο Ιωάννης Κοφινιώτης, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, ο Ιερέας και ιδρυτής του Συλλόγου «Ο Δαναός» Χρήστος Παπαοικονόμου και άλλους πολλούς, που οι εργασίες τους φιλοξενούνται στις 356 κιτρινισμένες και φθαρμένες από το χρόνο σελίδες του βιβλίου.

Αυτούς τους πνευματικούς δημιουργούς, η προστάτιδα της Ιστορίας Κλειώ τους έσυρε νωρίς προς την ιστοριοδιφική έρευνα κυρίως, παράλληλα όμως και σε άλλους τομείς της ζωής. Με άρθρα τους και σχόλια στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής- τοπικά και πανελλαδικά- αναφέρθηκαν σε θέματα που αφορούσαν στην πολιτική, τη θρησκευτική, την πνευματική ή καλλιτεχνική ιστορία της Αργολίδας. Όμως γενικότερα, θα λέγαμε, ότι ο τόπος μας ανέδειξε πλήθος ποιητών και λογοτεχνών με αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία στον έμμετρο και πεζό λόγο.

Η «αναστατική» αυτή έκδοση έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γιατί, μέσα από την ανάκληση της μνήμης απεικονίζει την ιστορία της πόλης του Άργους και της ευρύτερης περιοχής, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα οδοιπορικό στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής.

Οι κοιμισμένοι ήχοι και λόγοι αντηχούν πάλι, αψευδείς μάρτυρες ενός λαμπρού πολιτισμού, που αποκαλύπτεται με την έρευνα, σ’ όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στα γράμματα, τις τέχνες, την πολιτική ζωή.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα κείμενα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο:

  • Δημήτριος Βαρδουνιώτης, «Η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη – Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».
  • Ιωάννης Κοφινιώτης, «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου – Αι Δαναΐδες- Κλέοβις και Βίτων».
  • Δ. Χρ. Δουκάκης, «Επίσκοποι Άργους – Ναυπλίου».
  • Χρ. Παπαοιονόμου, «Ο Δαναός».
  • Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο φόνος του Καποδίστρια».
  • Αντ. Γ. Δαρλάκος, «Ο εν Άργει Ναός του Τιμίου Προδρόμου».
  • Σωτ. Χρονόπουλος , «Το εν Άργει Ιπποφορβείον».
  • Αναστάσιος Ι. Ρουσσόπουλος, «Επί της Λαρίσης του Άργους».

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίσημη Ιστορία δε θα ήταν δυνατό να γραφεί σωστά χωρίς τη γνώση και της «μικροϊστορίας», αυτής δηλαδή που αναφέρεται σε επί μέρους ή και σε ασήμαντα – εκ πρώτης όψεως – γεγονότα ή πρόσωπα, που αποτελούν όμως τον συνδετικό κρίκο μιας κοινωνίας.

Από την άποψη αυτή, το «Ημερολόγιο του 1910» αποκτά το δικό του ειδικό βάρος τόσο για το Άργος αυτό καθ’ εαυτό, όσο και για την ταυτότητα των εν Αθήναις διαβιούντων Αργείων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, παρά τις αντιξοότητες και την ρευστότητα της εποχής, συνεχίζει να προσφέρει στην υπόθεση της τοπικής ιστορίας και στην εύρεση και ανάδειξη στοιχείων του πολιτισμού μας που ο χρόνος επιχειρεί να σβήσει, με υποστηρικτή και αρωγό, και σε αυτή την προσπάθεια, την Περιφερειακή Ενότητα Νομού Αργολίδας.

 

Read Full Post »

Marco Renieri, Armonie Della Storia DellUmanità, Εισαγωγική ΜελέτηΈκδοσηΣχόλια, Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήναι, 2014.


 

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το Marco Renieri, Armonie Della Storia DellUmanità, προϊόν της υποδειγματικής επιστημονικής έρευνάς της, που την χαρακτηρίζει πάντοτε η ευσυνειδησία, και το ερευνητικό πάθος της για την εξαντλητική αναζήτηση πηγών – πληροφοριών που αποκαλύπτουν οι πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές  υποσημειώσεις της.

 

Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell' Umanità»,

Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell’ Umanità»,

 

Εξέχουσα μορφή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, ο Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Αθήνα 1897) υπήρξε φορέας των ιδεών του ρομαντισμού και διακρίθηκε για τα πρωτότυπα ιστο­ρικά, φιλοσοφικά και πολιτικά του δημοσιεύματα. Προερ­χόμενος από την ελληνική Διασπορά της Ιταλίας, σε νεαρή ηλικία σημείωσε στη Βενετία μία σύντομη αλλά επιτυχή παρουσία στα ιταλικά γράμματα. Σε αυτήν ακριβώς την ενότητα εντάσσεται το ανέκδοτο έως τώρα φιλοσοφικό του δοκίμιο με τίτλο Armonie della Storia dellUmanita (1839), ορόσημο της ιταλικής του συγγραφικής παρα­γωγής.

Με μιαν αντίληψη της φιλοσοφίας της Ιστορίας, η οποία στηρίζεται στη μελέτη των μύθων, των γραπτών μαρτυριών, της θρησκείας και του δικαίου, ο νεαρός Μ. Ρενιέρης πραγματοποιεί έναν διάλογο με τη φιλοσο­φία και τη γραμματεία του Risorgimento, η ερμηνευτική προσπέλαση του οποίου φωτίζει πτυχές των προβλημα­τισμών που αργότερα θα αναπτύξει κατά την ωριμότητά του στην Ελλάδα.

(Από το σημείωμα της συγγραφέως στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Marco Renieri

Armonie Della Storia DellUmanità

Εισαγωγική Μελέτη- Έκδοση-Σχόλια

Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου

Σελίδες 224

ISBN 978-960-404-289-0

Ακαδημία Αθηνών

Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας

Αθήναι, 2014.

 

Read Full Post »

Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.


 

 

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Μ’ αυτήν τη σημαντική έκδοση, μια ακόμη επιστημονική μελέτη προστίθεται στη βιβλιογραφία για το Άργος. «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα» του αρχιτέκτονα – μηχανικού Πέτρου Ξηνταρόπουλου, καλύπτει μέρος ενός τεράστιου κενού που υπάρχει σε καταγραφές για την πόλη μας.

Είναι η πρώτη φορά που θα δοθεί στο κοινό μια επιστημονική εργασία σχετική με την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτήν την εξέλιξη διαγράφεται και η διαδρομή της πόλης, από την αγροτική στην αστική της μορφή, όπως και η οικονομική και κοινωνική της ταυτότητα κατά τον προπερασμένο αιώνα. Και η γνώση της δημιουργίας της σύγχρονης πόλης του Άργους είναι πολύτιμη, για να στηριχθούμε σ’ αυτήν και -αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος και βασιζόμενοι στην παράδοσή μας – να οικοδομήσουμε το μέλλον της.

 Ανάγνωση Βιβλίου: Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου: «Έγκλημα στα Μανιάτικα»


 

 

Το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014 στο Επιμελητήριο Αργολίδας, Κορίνθου 23 στο Άργος, στις 19:30 το βράδυ, θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Γιώργη Μασσαβέτα «Έγκλημα στα Μανιάτικα».

 Τον συγγραφέα και το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:

 Γιώργος Κόνδης – Κοινωνιολόγος

Βασίλης Τσιλιμίγκρας – Φιλόλογος

 

Γιώργης Μασσαβέτας : Ανανεώνοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα

 

Έγκλημα στα Μανιάτικα

Έγκλημα στα Μανιάτικα

Μετά από πολύ καιρό, το αστυνομικό μυθιστόρημα βρίσκει την ευκαιρία της ανανέωσής του με ένα έγκλημα η διαλεύκανση του οποίου υφαίνεται πάνω σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πλοκή. Κι αυτό γιατί εκτός από τη φαντασία του συγγραφέα, πάρα πολλά στοιχεία από την ρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, τα στερεότυπα, τις πολιτικές καταστάσεις, την κοινωνική επιβολή ρόλων στα δυο φύλα και τις αντίστοιχες κοινωνικές απαγορεύσεις, όλα αυτά μαζί, συμμετέχουν στη διαμόρφωση μιας ιστορίας καλογραμμένης.

Πρόκειται για το «Έγκλημα στα Μανιάτικα», το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Γιώργη Μασσαβέτα, με το οποίο ο συγγραφέας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα περισσότερο αγαπημένα είδη μυθιστορήματος. Η δολοφονία μιας κοπέλας από τη Μάνη δεν είναι απλά το γεγονός πάνω στο οποίο θα στηθεί μια περιπέτεια όπου η αγωνία και οι ξαφνικές εναλλαγές προσώπων και στοιχείων θα διαμορφώνουν την προσπάθεια διαλεύκανσης του μυστηρίου. Ο συγγραφέας, γνωρίζοντας πολύ καλά τα έργα και τις τεχνικές των μεγάλων του είδους, προσθέτει έναν ολόκληρο κόσμο που γνώρισε ο ίδιος, μεταφέροντας αριστοτεχνικά στο προσκήνιο όλα όσα οι κοινωνικές συμβάσεις επιμένουν να κρατούν στο σκοτεινό κομμάτι του εαυτού.

Τα Μανιάτικα δεν αποτελούν απλό γεωγραφικό ή λαογραφικό προσδιορισμό μιας συνοικίας του Πειραιά που θα την συνταράξει το αποτρόπαιο γεγονός. Είναι το στοιχείο εκείνο που προσδιορίζει την ηθογραφική πλευρά του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών, όπως και μια σειρά από άλλα στοιχεία (η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ποντιακής καταγωγής, κλπ), που λειτουργούν συνθετικά και ταυτόχρονα απομονώνουν στη σκέψη του αναγνώστη σκέψεις και εικόνες που λειτουργούν διαχρονικά στη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας.

 

Γιώργης Μασσαβέτας

 

Ο Γιώργης Μασσαβέτας γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στην Κοκκινιά. «Ιστορικός» δημοσιογράφος, τόσο για την πολύχρονη παρουσία του στον τύπο (από το 1958), όσο και για την πολύτιμη εμπειρία που η ζωή και το επάγγελμα του χάρισαν. Γνωστός περισσότερο από την καθημερινή του στήλη «Καλημέρα κ. Πρόεδρε» που άρχισε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα σε πολλές εφημερίδες της περιφέρειας μεταξύ των οποίων η ΑΡΓΟΛΙΔΑ με την οποία συνεργάζεται πάνω από δεκαπέντε χρόνια, ο Γιώργης Μασσαβέτας αναδεικνύει με έναν ιδιαίτερο τρόπο την δυσκολία του πολιτικού κόσμου να εφαρμόσει τα «ευκόλως εννοούμενα». Γλώσσα όχι απλά καταγγελτική, αλλά και τεκμηριωμένη για όσα η κοινή λογική προτάσσει, το χρονογράφημα του Γιώργη Μασσαβέτα αποτελεί, χρόνια τώρα, ένα ιστορικό δημοσιογραφικό βήμα ελεύθερης έκφρασης και δημοκρατικού ήθους.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »