Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» – Εκπαιδευτικά Προγράμματα 2014- 2015


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» εδώ και δεκαπέντε χρόνια πραγματοποιεί Εκπαιδευτικά Προγράμματα – Δραστηριότητες, που απευθύνονται σε μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, οι οποίοι πραγματοποιούν εκπαιδευτικές επισκέψεις στα πλαίσια υλοποίησης Προγραμμάτων Σχολικών Δραστηριοτήτων, Ερευνητικών Εργασιών (project) ή και απλών Εκπαιδευτικών Περιπάτων.

Τα Εκπαιδευτικά μας Προγράμματα απευθύνονται σε μικρές ομάδες μαθητών (25 ατόμων) και έχουν διάρκεια μιάμιση ώρα. Μπορούν να διαμορφωθούν ανάλογα με τους σκοπούς και τους στόχους των ομάδων μαθητών και πραγματοποιούνται είτε στο χώρο της Βιβλιοθήκης, είτε με περιηγήσεις στην παλιά πόλη του Ναυπλίου και στα κάστρα. Η συμμετοχή είναι ελεύθερη, αφού για την πραγματοποίηση τους, η Βιβλιοθήκη στηρίζεται στην εθελοντική προσφορά σημαντικών φορέων και ανθρώπων της πόλης μας.

Τα θέματα που διαπραγματεύονται αφορούν την Τοπική Ιστορία, τη Βιβλιοθηκονομία, την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, τη Συγγραφή και την Αφήγηση παραμυθιών, τη χρήση του Διαδικτύου, τις Εξαρτήσεις και τη σχολική ζωή γενικότερα.

 

Αναλυτικά τα Προγράμματα πραγματοποιούνται υπό τον συντονισμό της Βιβλιοθήκης και είναι τα παρακάτω:

 

  • Ο κόσμος της Βιβλιοθήκης και η ηλεκτρονική βιβλιοθήκη

Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο

Γνωριμία με τη Βιβλιοθήκη, εξοικείωση με τους χώρους και τις λειτουργίες της: ταξινόμηση, βιβλιογραφία, αναζήτηση πληροφοριών σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή κ.ά.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Σταματοπούλου, δασκάλα, σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – Πανεπιστήμιο Harvard)

 

  • Ο ρόλος της ενδυμασίας και της μόδας στη ζωή μας

Ε΄, ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο

Οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στην ενδυμασία με το πέρασμα των χρόνων και από τόπο σε τόπο.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Τσεκρέκου, Φιλόλογο)

 

  • Ό,τι ξέρεις ξέρω, ό,τι παίζεις παίζω, τι φοβάσαι κι αν διαφέρω!

Νηπιαγωγείο, Α΄, Β΄, Γ΄ Δημοτικού

Η αφήγηση παραμυθιών και το θεατρικό παιχνίδι προσφέρουν στα παιδιά ευκαιρίες επικοινωνίας, ευαισθητοποίησης και δημιουργικής έκφρασης μέσω των συναισθημάτων τους.

(Εκπονείται από τις Παραμυθούδες του Ναυπλίου)

 

  • Το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας – bullying

Ε΄, ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Παρουσιάζονται οι μορφές, τα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων, τα αίτια, οι συνέπειες και τα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισής του, με στόχο την ευαισθητοποίηση των μαθητών και τον περιορισμό του προβλήματος.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Τσεκρέκου, Φιλόλογο)

 

  • Η ιστορία της Ελληνικής Αλφαβήτου

Δημοτικό, Γυμνάσιο

Η καταγωγή-προέλευση και η ιστορία της ελληνικής αλφαβήτου.

(Εκπονείται από τον κ. Δημήτρη Παπαδριανό, Φιλόλογο)

 

  • Μαθαίνω να αντιστέκομαι… μπορώ να επιλέγω

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η ανάγκη των εφήβων για την παρέα των συνομήλικων, η πίεση που δέχονται από αυτήν και οι τρόποι με τους οποίους καταλήγουν στις αποφάσεις τους.

(Εκπονείται από το Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Αργολίδας «Ελπίδα Ζωής»)

 

  • Πώς γεννιέται ένα βιβλίο – Από το συγγραφέα στη βιβλιοθήκη

Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού

Η ανάλυση της πορείας από τη γέννηση του βιβλίου έως τη στιγμή που φτάνει στα χέρια των παιδιών.

(Εκπονείται από την κ. Ιωάννα Κυρίτση – Τζιώτη, Συγγραφέα)

 

  • Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος

Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού

Οι ανάγκες του θαλάσσιου περιβάλλοντος καθώς και οι τρόποι προστασίας και φροντίδας του.

(Εκπονείται από το Λιμεναρχείο Ναυπλίου)

 

  • Εx libris

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η εικαστική προσέγγιση των μικρών αισθητικών στοιχείων-εκτυπώσεων που δηλώνουν την ιδιοκτησία των βιβλίων. “Ex libris” σχεδιασμός και σύγχρονη γραφική τέχνη.

(Εκπονείται από την κ. Έλενα Κομνηνού, Εικαστικό)

 

  • Ψυχαγωγία και Μουσική (αρχαία ελληνική μουσική)

Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Ο ρόλος της μουσικής έκφρασης στην ψυχοσωματική λειτουργία, την ανάπτυξη και την υγεία του ανθρώπου.

(Εκπονείται από τον κ. Δημήτρη Παπαδριανό, Φιλόλογο)

 

  • Σερφάρω… ασφαλώς!

Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Για την ανάπτυξη κουλτούρας ασφάλειας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη χρήση του Διαδικτύου.

(Εκπονείται από τον κ. Βαγγέλη Γιώτα, Πληροφορικό)

 

  • Η επίδραση του Γεωφυσικού παράγοντα στην εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Από την Αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με έμφαση στην Επαναστατική και Καποδιστριακή περίοδο.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Αειφορική διαχείριση της παλιάς πόλης του Ναυπλίου: Πόσο εφικτός είναι ένας τέτοιος στόχος;

Γυμνάσιο, Λύκειο

Τουρισμός και αειφορική ανάπτυξη, φέρουσα ικανότητα ενός ιστορικού χώρου. Χρήσεις και παρεμβάσεις σε διατηρητέα κτίρια.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

α) Οικιστική Πολιτική – Νεοκλασικισμός

β) Κοινωνική Πολιτική – Εκπαίδευση

γ) Πολιτική ανασυγκρότηση ΝΕ κράτους            

δ) Η δολοφονία του – Η πορεία από το Κυβερνείο μέχρι τον Άγιο Σπυρίδωνα το πρωί της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831

Γυμνάσιο, Λύκειο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία στο Ναύπλιο. Δίκη Κολοκοτρώνη

Γυμνάσιο, Λύκειο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Τα ενετικά και τούρκικα κτίρια της πόλης του Ναυπλίου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η διαδρομή περιλαμβάνει το Μουσείο, το Βουλευτικό, τις Φυλακές Λεονάρδου, τη Φραγκόκλησσα, τις Οθωμανικές κρήνες κ.λπ.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Παρουσιάζονται οι πλατείες και οι εκκλησίες της παλιάς πόλης του Ναυπλίου: Αγία Σοφία 1100 μ.Χ., Άγιος Γεώργιος – Παναγία 1540 μ.Χ, Άγιος Σπυρίδων 1702, μ.Χ, Άγιος Νικόλαος 1713 μ.Χ.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Υγεία και περίθαλψη κατά την Επαναστατική και Καποδιστριακή περίοδο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Το Ναύπλιο μέσα από τη Βαβυλωνία του Δημητρίου Βυζάντιου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Γνωριμία με το Ναύπλιο του 1827, μέσα από το κλασικό θεατρικό έργο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας

Γυμνάσιο, Λύκειο

Βυζαντινό, Φράγκικο, Ενετικό κάστρο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η οχυρωματική τέχνη την εποχή της Αναγέννησης

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

Υπεύθυνοι εκπαιδευτικών προγραμμάτων:

Βασιλική Σταματοπούλου

Γιώργος Μπερμπατιώτης.

Πληροφορίες: 27520 27256

Τα Προγράμματα και το σχετικό έντυπο αίτησης συμμετοχής μπορείτε να τα βρείτε και στην ιστοσελίδα http://vivlnafpl.arg.sch.gr της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Read Full Post »

Μπάρακλη Ισμήνη


 

Ισμήνη Μπάρακλη

Ισμήνη Μπάρακλη

Η Ισμήνη Μπάρακλη κατάγεται από το Ναύπλιο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του συγγραφέα Χαράλαμπου Μπάρακλη (1935-2012).  Φοίτησε στο St George Commercial College στο τμήμα Ελληνοαγγλομαθών γραμματέων και Δημοσίων Σχέσεων-Marketing. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε μεγάλη οικονομική εφημερίδα ως υπεύθυνη Εκδηλώσεων και Συνεδρίων. Είναι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού. Ασχολείται επίσης με την παιδική λογοτεχνία. Το πρώτο της παιδικό βιβλίο «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου Νο1» Εκδ. ΜΙΝΩΑΣ, απέσπασε το 2014 το βραβείο Εφηβικής Λογοτεχνίας. 

Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Από τα Gucci στο Ταγάρι», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 1», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 2» και  «Λικέρ Τριαντάφυλλο», που είναι εμπνευσμένο από το αγαπημένο της Ναύπλιο και αποτελεί έναν μικρό φόρο τιμής στην πόλη αυτή, ένα κλαράκι μπουμπουκιασμένο γιασεμί αφιέρωμα στα σκαλοπάτια του.

Read Full Post »

Συμμετοχική κοινωνία  Βιβλίου, Δίκτυο «Βιβλιο-ισό-τοπα» – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου 


 

  

Πανεπιστήμιο  Πελοποννήσου

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Το δίκτυο «βιβλιο-ισό-τοπα», είναι ένας τόπος φιλίας και διαλεκτικής, διαδραστικής επικοινωνίας μέσω του βιβλίου. Αποσκοπεί στη διάνοιξη διόδων  μεταξύ του βιβλίου, των τεχνών και των πολιτισμών.  Πρωτίστως επιχειρεί  να καλλιεργήσει σε μικρούς και μεγάλους την επιθυμία προς το διάβασμα, να διεγείρει το ενδιαφέρον τους προς  τα νοήματα, μηνύματα, αξίες και πολλαπλούς τρόπους θεώρησης της ζωής.

Παράλληλα το Δίκτυο «βιβλιο-ισό-τοπα»  επιδιώκει να  δημιουργήσει γόνιμες συναντήσεις με στόχο το διάλογο, την ανταλλαγή απόψεων, στάσεων, τοποθετήσεων που θα οδηγήσουν στη διερεύνηση της ζωής και του κόσμου και στη διαθεματική και διαπολιτισμική θέασή τους.      

Ξεκινώντας από την εντοπιότητα, την ανάδειξη των  συγγραφέων και  δημιουργών  της Αργολίδας και της Πελοποννήσου,  επιδιώκει να γίνει ένα κέντρο ανάδυσης  γραφής, λόγου και πολιτισμού από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη. Συγχρόνως και σταδιακά θα προσεγγίσει άλλους πολιτισμούς μέσω των συγγραφέων ή των κειμένων τους.

Ένα μέρος των βιβλιο-ισο-τόπων σχετίζεται με το διαδίκτυο και την επικοινωνία μέσω αυτού. Το δίκτυο θα φιλοξενηθεί στην ιστοσελίδα του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου αλλά και από άλλους διαδικτυακούς τόπους με στόχο την επικοινωνία αναγνωστών, συγγραφέων και ενδιαφερομένων. Μέρος των δραστηριοτήτων θα είναι  διαδικτυακό.

 

Ενδεικτικές εκδηλώσεις/ δράσεις των βιβλιο-ισο-τόπων:

  • Παρουσίαση βιβλίου από τον συγγραφέα και συζήτηση με ειδικούς.
  • Συζήτηση για συγκεκριμένο βιβλίο το οποίο έχει αναγγελθεί ως αντικείμενο μελέτης – συζήτησης.
  • Ανάγνωση  βιβλίου ή αποσπασμάτων  από ηθοποιούς, φοιτητές, συμμετέχοντες, (Θεατρικό αναλόγιο).
  • Ανάγνωση ομαδική  ενός βιβλίου (μαραθώνιος) κατόπιν ανακοίνωσης-πρόσκλησης.
  • Ανάλυση ή Συζήτηση για ένα βιβλίο σε συνδυασμό με  τις τέχνες, θέατρο, κινηματογράφο, χορό κ.ά.
  • Ημερίδες, Συμπόσια, Συνέδρια, μόνιμες ή κινητές εκθέσεις, διαγωνισμοί  με θέματα που σχετίζονται με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, το θέατρο και άλλες δράσεις – εκδηλώσεις για θέματα όπως η συγγραφή, η μετάφραση, η λογοτεχνία μιας εποχής, ενός τόπου, η  διασύνδεση βιβλίων ή συγγραφέων κ.ά.
  • Δραστηριότητες για μικρούς και μεγάλους, όπως δημιουργική γραφή, δραματοποιήσεις, δημιουργίες βιβλίων, ανταλλαγές μέσω διαδικτύου
  • Αναγνώσεις, αφηγήσεις ή δημιουργίες παραμυθιών, κουκλοθεατρικών παραστάσεων, θέατρο σκιών, αγώνων κ.ά.

Τα «βιβλιο-ισό-τοπα» έχουν  ως βάση το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  και  λειτουργούν κατά το μεγαλύτερο μέρος στο Ναύπλιο. Οι συνεργασίες με άλλους φορείς είναι επιθυμητές. Οι εργαζόμενοι σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης κοινής και μη, τυπικής και άτυπης, καθώς και στη δια βίου εκπαίδευση είναι ευπρόσδεκτοι  ως μέλη των «βιβλιο-ισο-τόπων».

Επίσης προσκαλούμε κάθε κάτοικο της Αργολίδας και γενικά της Πελοποννήσου, ανεξάρτητα από ενασχόληση ή μορφωτικό επίπεδο, να γίνει κοινωνός της δράσης αυτής. Σήμερα, στην κοινωνία της κρίσης, το δίκτυο αυτό  μπορεί να ασκήσει ένα συνεκτικό ρόλο στα μέλη της κοινωνίας και να τους δώσει ένα τόπο έκφρασης και αναστοχασμού. 

Τέλος και με ιδιαίτερη χαρά τα «βιβλιο-ισό-τοπα» προσκαλούν  παιδιά και εφήβους, προκειμένου να αποκτήσουν κίνητρα προς τα βιβλία, να τα αγαπήσουν και να γίνουν ενεργοί, σκεπτόμενοι πολίτες.    

Οι εκδηλώσεις είναι δωρεάν και ανοιχτές για όλους. Όποιος επιθυμεί μπορεί να γράφεται μέλος προκειμένου να ενημερώνεται τακτικά μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.  

Πληροφορίες στη βιβλιοθήκη του Τμήματος ΤΘΣ του Πανεπιστημίου τηλ: 27520 96107

 

Read Full Post »

Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Κώστα Πετρουλά, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα με τίτλο:

«Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη»

 

Δημήτρη Κουφοντίνα, διάβασα το βιβλίο σου και έχω σοβαρούς λόγους που σου γράφω αυτή την επιστολή. Εκπροσωπείς την απόχρωση μιάς ιδέας, το δεδομένο μιας συμπεριφοράς, και είσαι ηρωικό παράδειγμα μίμησης για τους ομοϊδεάτες σου και αποφυγής για όλους τους υπόλοιπους. Προσωπικά, μπορεί ο καθένας να σε αγνοήσει επειδή έχεις κάνει τον κύκλο σου και τώρα είσαι εκτός μάχης. Τις απόψεις σου όμως που τις θέλεις ζωντανές και ενεργές στην κοινωνία, δεν έχουμε την πολυτέλεια να τις αγνοήσουμε.

Τώρα που έδωσες το στίγμα σου με την συγγραφή ενός μέρους της ιστορίας σου, αξίζει να δούμε αν απέχτησες πλεονέκτημα ή μειονέκτημα στο θεωρητικό επίπεδο, των ιδεών και της πολιτικής. Διότι μέσα απ’ αυτά ενθαρρύνεις – με αμφιβολίες είναι αλήθεια – τη συνέχεια του αιματηρού δρόμου, όταν το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, εύχεται το τέλος. Και πριν μπούμε στην ουσία, πρέπει να ξέρεις ότι δεν σε προσπερνάω σαν άνθρωπο και παραμένω στην πλευρά που θέλει να μην μοιάζει αλλά να υπερέχει η συμπεριφορά της πολιτείας προς τους φυλακισμένους, από εκείνη για την οποία οι ίδιοι καταδικάστηκαν. Με την πλευρά που θέλει την πολιτεία να δικαιολογεί και να επιβεβαιώνει το λόγο για τον οποίο φυλακίζει. Και ο λόγος είναι, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και όσων δεν σεβάστηκαν το βασικότερο, το δικαίωμα της ζωής.

Επί της ουσίας:

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Το δίκαιο που επικαλείσαι ως κίνητρο στοχευμένης βίας κατά των αδίκων, αντιλαμβάνεσαι υποθέτω, ότι ως γενικός κανόνας, είναι μια ιδεοπαγίδα που μπορεί να κάνει τον καθένα εγκληματία. Διότι «σκοτώνω τους κακούς για το δίκιο των καλών», είναι ένα μότο που το έχουν καταχραστεί κατά κόρον όλες οι ιδεολογικές αποχρώσεις. Μαζί μ’ αυτό, κατανοείς φαντάζομαι, ότι αν ο καθένας χρήσει τον εαυτό του και την παρέα του δικαστή και τιμωρό μαζί, τότε η ζούγκλα θα μοιάζει με παράδεισο ενώπιον της ανθρώπινης ζούγκλας.
Όμως, οφείλουμε να εντοπίσουμε και μια διαφορά. Άλλη ποιότητα και άλλη καταχώρηση έχει στην συνείδηση της ανθρωπότητας ο αγώνας κατά των εκμεταλλευτών και των πάσης φύσεως δυναστών και άλλη των δυνατών που εξοντώνουν έθνη, ράτσες και κατηγορίες ανθρώπων, για να στερεώσουν μια εξουσία που μηδενίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο Ρομπέν των δασών είναι ήρωας και ο Χίτλερ κάθαρμα. Προφανώς, δεν μπορεί να αναμειχτεί στην κουβέντα μας και να μας ζητήσει ίση μεταχείριση, ο Νορβηγός Μπρέιβικ που σκότωσε 77 ανθρώπους, παιδιά τα περισσότερα, για να εξυπηρετήσει την δυνατή φυλή του. Αλλά αυτές οι καθαρές εικόνες, δεν είναι από μόνες τους ικανές να δικαιολογήσουν τον Ροβεσπιέρο για την τρομοκρατία στη γαλλική επανάσταση, ούτε τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ με τους κόκκινους Χμερ. Το επιχείρημα της φιλολαϊκής ιδέας, από μόνο του, δεν δικαιώνει εγκληματικές πράξεις.

Ας πάμε λοιπόν μ’ αυτόν το πρόλογο στους ισχυρισμούς σου:

Επικαλείσαι την επανάσταση του 21, την αντίσταση του ΕΛΑΣ και την δράση του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο, και θεωρείς ότι είσαστε οι συνεχιστές εκείνων των αγώνων. Παραβλέπεις όμως την τεράστια διαφορά, ότι εκείνοι είχαν στρατιώτες απέναντί τους και δεν πυροβολούσαν πισώπλατα πολίτες. Ακόμη κι αν συμφωνήσει κάποιος μαζί σου για την ενοχή των θυμάτων σε πλείστα όσα εγκλήματα, η διαφορά ανάμεσα στην δολοφονία και το φόνο, είναι εναντίον σας.

Θα σας αναγνωρίσουμε ότι χρειάζεται μεγάλο σθένος για να θέσει κανένας σε απόλυτο κίνδυνο και σε καραντίνα τη ζωή του προκειμένου να φέρει στο κόσμο την δικαιοσύνη που πιστεύει, αλλά το ύπουλο χτύπημα έξω από τη μάχη, θα είναι πάντα όνειδος, παρά τις αμέτρητες επαναλήψεις της λέξης «πόλεμος» στα γραφτά σου.

Επικαλείσαι το λαό για τα πάντα όσα κάνατε. Σας εξουσιοδότησε κανένας λαός; Μιλάς για ένα 20% που επικροτούσε, θριαμβολογείς γι’ αυτό και σωπαίνεις για το 80%.
Κι από εκείνο το όποιο μικρό ποσοστό, μήπως μπορείς να υποθέσεις σε ποια πλευρά βρίσκεται σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του; Στη δική σας νομίζεις; Πόσοι είναι άραγε εκείνοι που ονειρεύονται «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο», όπως εσύ το διατυπώνεις; Δεν σου περνάει από το νου ότι – κατά κύριο λόγο – απευθυνθήκατε στα πιο μνησίκακα και ταπεινά ένστικτα τα οποία μόνο επαναστατικά δεν είναι; Το «ένας Στάλιν» ή «ένας Χίτλερ» χρειάζεται, είναι το μότο της μούργας ή της αφέλειας του λαού, και όχι των οραματιστών μιάς καλύτερης και δίκαιης κοινωνίας. Η οποία μούργα και αφέλεια, όντως απαγκιάζει στο Στάλιν ή στο Χίτλερ. Αυτός είναι ο λαός που σας ζητάει να τον σώσετε; Επικαλείσαι τις επαναστατικές θεωρίες που θέλουν το λαό να ξεσηκώνεται από μια ένοπλη πρωτοπορία και να γίνεται στο δρόμο μάχιμη πλειοψηφία. Όπως έγινε στη Ρωσία στη Κούβα και στη Κίνα.

Απορίας άξιο είναι ότι παραβλέπεις τρία γεγονότα:

1. Αυτές οι επαναστάσεις έγιναν σε χώρες με ημιφεουδαλικά χαρακτηριστικά και ανολοκλήρωτο καπιταλισμό. Κύρια δύναμη υπήρξαν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Οι συνθήκες συγκριτικά με την Ελλάδα ήταν εξόφθαλμα διαφορετικές.

2. Η μαζικοποίηση ήταν ραγδαία ανοδική και η νίκη τους ήρθε σε σχετικά σύντομο χρόνο.
3. Δεν προήλθαν από αντάρτικο πόλεων. Κανένα αντάρτικο πόλεων δεν έχει καταλήξει σε νικηφόρα επανάσταση.

 

Και τα ερωτήματα που προκύπτουν, παραείναι απλά:

Το δικό σας αντάρτικο πόλεων, συνολικά, κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Κάποια ευρύτερη αποδοχή είχατε μόνο στην αρχή, επειδή οι εκτελέσεις των βασανιστών βρήκαν έδαφος στο θυμικό, στην αγανάκτηση του λαού, λόγω της σκανδαλώδους ατιμωρησίας των χουντικών.

Γιατί συνεχίσατε;

Τι ακριβώς προσδοκούσατε όταν μάλιστα παρατηρείς διαρκώς στην αφήγησή σου ότι η πρόσβαση στο μαζικό κίνημα δεν μπορούσε να ευοδωθεί; Κι όταν φτάνεις να καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι «οι τελευταίοι αντάρτες χάνονταν με το ρυθμό που χάναμε την υποστήριξη του οργανωμένου λαού»; Τίποτα δεν έδειχνε – ούτε σε σένα – ότι στην Ελλάδα θα γίνει αυτό που δεν έγινε πουθενά στον κόσμο, σε παρόμοιες συνθήκες.

Το ερώτημα είναι επίμονο. Γιατί συνεχίσατε;

Δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε την προσπάθεια που κάνεις να εξηγήσεις την απομόνωση και την ματαίωση του στόχου σας. Αλλά με τη σειρά μας πιστεύουμε ότι έχεις χαθεί σε θέματα ταχτικής και σου είναι δύσκολο να δεις το ολοφάνερο. Κατανοητό από τη μια, για κάποιον που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε ένα σκοπό και σε μια ιδέα, ολέθριο ωστόσο για τα θύματά του, γι’ αυτόν, και για μας, εφ όσον η ιδέα του έχει δομικά λάθη.

Ο λόγος που δεν πείσατε και δεν εξεγείρατε το λαό εναντίον της άρχουσας τάξης, είναι απλός, και δεν αφορά την λογιστική της λαθεμένης τακτικής, αλλά το στρατηγικό όραμα. Για να παρακολουθήσει ο λαός ένα αντισυστημικό όραμα, δεν είναι αρκετό να ξέρει τα δεινά τού παρόντος συστήματος. Ακόμη κι αν συμφωνεί εντελώς στην κριτική σας, είναι απαραίτητο να πειστεί ότι αυτό που θα φέρετε εσείς, θα είναι καλύτερο από τον επάρατο καπιταλισμό.

Τα όσα στραβά της ελεύθερης οικονομίας, τα οποία εξηγείς και αναλύεις, τα έχει υπ’ όψη της η κοινωνία. Έχει υπ’ όψη της όμως ταυτόχρονα, ότι επειδή κάποιος τα παρουσιάζει και τα καταγγέλλει, δεν έχει αυτόματα και την συνταγή η οποία θα οδηγήσει σε «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο, χωρίς πολέμους, βία, εκμετάλλευση, αλλοτρίωση,…», αντιγράφοντας ακριβώς τα λόγια σου.

Είναι πασιφανές, ότι έχει το φόβο ή μάλλον την βεβαιότητα, πως τον σπρώχνετε σε έναν κόσμο χειρότερο απ’ αυτόν που ζει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν σας παρακολούθησε. Η πεποίθηση ότι επάνω στα χαλάσματα θα χτίσετε ένα χειρότερο σύστημα απ αυτό που θέλετε να γκρεμίσετε.

Η κοινοποίηση αυτής της επιστολής στον Κολοκοτρώνη και στο Βελουχιώτη, είναι ασφαλώς συμβολική. Η αγωνία σου να ταυτιστείς με δράσεις και επαναστάσεις δικαιωμένες, (1821, ΕΛΛΑΣ, ΔΣΕ, αντίσταση στη χούντα) προσπαθεί να γεμίσει δύο άδειες δικές σας φαρέτρες:

  • Την νομιμοποίηση της βίας σας, ως λαϊκή αντιβία.
  • Τη στρατηγική της αποκατάστασης από τα δεινά του καπιταλισμού.

Όμως οι δανεικές εικόνες, δεν είναι επιχειρήματα. Είναι αποδείξεις αδυναμίας να έχετε σοβαρά δικά σας επιχειρήματα.

Όλοι αυτοί που επίμονα επικαλείσαι:

  • Είχαν να αντιμετωπίσουν ένοπλη βία κατά του λαού, οπότε και τη νομιμοποίηση της λαϊκής αντιβίας, της μόνης επαναστατικής βίας.
  • Είχαν σαφή πειστική και εφικτή στρατηγική πρόταση.

Δεν αμφέβαλλε κανένας για το που θα τους οδηγούσε η επόμενη μέρα της νίκης κατά των Τούρκων, των Γερμανών ή της χούντας.

Ο ΔΣΕ επίσης, έδρασε σε μια εποχή που η αποτυχία τού λενινιστικού μοντέλου για το σοσιαλισμό δεν είχε ακόμη γίνει σαφής και οι δικτατορίες των κομμουνιστικών κομμάτων δεν είχαν ακόμη καταρρεύσει. Είχε να επικαλείται μια στρατηγική, για πολλούς πειστική στην ιστορική στιγμή που συνέβη. Επιπροσθέτως, σε ένα μεγάλο βαθμό, εξαναγκάστηκε από ένοπλη βία να αντιτάξει λαϊκή αντιβία.

Εσείς δεν είχατε ως αντίπαλο δέος την ένοπλη βία για να νομιμοποιείτε την ένοπλη δράση σας ως αντιβία. Τα εγκλήματα που επικαλείστε, η αστική δημοκρατία έχει νόμους, θεσμούς, ή περιθώρια να δημιουργεί θεσμούς, που μπορούν να τα αντιμετωπίσουν. Δικάζει πρώτα απ’ όλα, και τους ένοχους δεν τους εκτελεί, όπως δεν εκτέλεσε κι εσάς. Αυτή την ειδοποιό διαφορά, αποδείχτηκε ότι την ξέρει καλά ο λαός. Δεν ήταν δυνατόν να ξεγελαστεί και σας καταλόγισε ότι βαφτίσατε το κρέας, ψάρι, για να είσαστε αναμάρτητοι. Γι’ αυτό, ούτε σας συγχώρησε, ούτε σας παρακολούθησε.

Έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για να αποτυπώσουν το αδιέξοδο του μαρξισμού – λενινισμού και πλέον πρόκειται για πολιτικό αναλφαβητισμό να το σκαλίζουμε, όμως εκεί βρίσκεται το κέντρο του κύκλου που διαγράψατε.

Σε μιάμιση σελίδα, καταγγέλλεις το γραφειοκρατικό «σοσιαλισμό» και λες πέντε σκόρπιες ιδέες, γνωστές και παλιές, με τις οποίες επιχειρείς να περιγράψεις τον δικό σας σοσιαλισμό, της δικαιοσύνης και της ευημερίας. Και τι λες; Απλώς επαναλαμβάνεις τις ίδιες ιδέες που είχε και ο Λένιν, για εργατικά συμβούλια και συνεταιρισμούς, τις οποίες κατέστειλε ο ίδιος, στέλνοντας τον Τρότσκυ (ο οποίος διαφωνούσε και μειοψήφησε) στην Κροστάνδη, να αφανίσει την τελευταία ελπίδα για ανεξάρτητα σοβιέτ.

Πως σας πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε κάποιος να εμπιστευτεί ένα ανύπαρκτο σχέδιο και να δώσει λευκή επιταγή για το μέλλον του, στο Δημήτρη και στο Σάββα, επειδή πυροβολούν άμαχους κακούς; Τι μπορεί να τους καθησυχάσει ότι δεν θα είσαστε αύριο πιο κακοί από τα θύματά σας; Τι θα μπορούσε να αντιτάξει ο λαός στα όπλα σας αν γινόσασταν εσείς εξουσία και ιδρύατε την διαφαινόμενη δικτατορία του «προλεταριάτου»; Την υπενθύμιση των καλών σας προθέσεων;

Το φαινόμενο να ξεπέφτουν οι ιδέες υπέρ του ανθρώπου, σε απάνθρωπες εξουσίες, δεν είναι τωρινό. Είναι περίπου αιώνιο. Οι θεσμοί που προϋπέθεταν «καλή προαίρεση» προκειμένου να λειτουργήσουν, στη πορεία τους κατέληξαν βίαια αντιλαϊκοί. Δυστυχώς για την ανθρωπότητα, οι καλές προθέσεις που δεν κατοχυρώνονται με ισχυρούς θεσμούς ελεύθερης λαϊκής συμμετοχής στον έλεγχο της εξουσίας, οδηγούν ευθύγραμμα στην κόλαση κάποιας δικτατορίας.

Μπορούμε να σχεδιάσουμε πολιτικά πολλά και διάφορα, αλλά δεν μπορούμε προφανώς να σχεδιάσουμε και τη φύση του ανθρώπου. Μοναδική μας επιλογή είναι να εμποδίσουμε την κακή του πλευρά ή να την περιορίσουμε. Ο καπιταλισμός κατηγορείται ορθώς για την άδικη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά αυτό δεν είναι εφεύρεση των κακών καπιταλιστών, είναι εν δυνάμει ροπή όλων μας.

Το ζητούμενο της σοσιαλιστικής θεωρίας, είναι το πέρασμα των μέσων παραγωγής, από τους ιδιώτες, στους εργαζόμενους. Το οποίο συνεπάγεται μορφές συνεργασίας. Όμως το κολχόζ, η κολεκτίβα και γενικά ο όποιος συνεταιρισμός, δεν επιβάλλονται με νόμους. Ο νόμος είναι εξ’ ορισμού αναγκαστικός και η συνεργασία εξ’ ορισμού προαιρετική. Άρα οι συνεργασίες μπορούν μόνο να διευκολύνονται από θεσμούς προαιρετικής συμμετοχής. Όπερ και ο σοσιαλισμός γίνεται τόσο προαιρετικός, όσο και η επιστροφή στο καπιταλισμό.

Αυτό βρήκαν μπροστά τους οι θεωρητικοί και οι πολιτικοί του σοσιαλισμού.

Η λύση που έδωσαν για την ανεπίστρεπτη ανατροπή του καπιταλισμού είναι πασίγνωστη. Κατέληξαν σε ένα ιστορικό σόφισμα και αντέστρεψαν τη θεωρία περί κράτους που το θέλει όργανο εκείνων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Δόμησαν με τη βία των όπλων το ισχυρό κράτος το οποίο απαλλοτρίωσε τα μέσα παραγωγής και στη συνέχεια τα νοίκιασε ως αφεντικό στους εργαζόμενους. Αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι η πλέον βίαιη μορφή του καπιταλισμού. Οι εργάτες, απώλεσαν ή δεν απέχτησαν ποτέ, ούτε τα όποια προνόμια και δικαιώματα των συναδέλφων τους, στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Πίσω και δίπλα από τη λενινιστική πατέντα, μπορούμε να δούμε και τις άλλες δύο απόπειρες να διατυπωθεί αξιόπιστη απάντηση στο ίδιο επίμονο ερώτημα, της συνεργασίας των εργαζόμενων στην κατοχή των μέσων παραγωγής.

Τα αδιαμόρφωτα ρεύματα, ουτοπικού και επιστημονικού σοσιαλισμού, μαζί με τον αναρχισμό, συναντήθηκαν στην Κομούνα των Παρισίων το 1871. Η κομούνα ηττήθηκε βέβαια μετά από 72 ημέρες αλλά πρόλαβε να δώσει ένα δείγμα απάντησης στο φλέγον ερώτημα.

Ο Μπλανκί, ο εκλεγμένος ηγέτης της, ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλαδή της δικής του προκειμένου να βάλει σε τάξη την «απειθαρχία» του προλεταριάτου. Επί της ουσίας, εισήγαγε την αντίφαση που ματαίωσε και συκοφάντησε τα ιδεώδη του σοσιαλισμού. Την δάνεισε ακουσίως και στον Μάρξ, για να την περιλάβει κι αυτός αργότερα στον επιστημονικό σοσιαλισμό με την γνωστή εξέλιξη.

Ο αναρχισμός, τέλος, αντιλήφθηκε ορθά το αδιέξοδο της «υποχρεωτικής» ελευθερίας και δοκίμασε να καταστρώσει ως αντίδοτο το φεντεραλιστικό σχέδιό του. Δεν έχουμε λόγο να κρύψουμε την συμπάθειά μας στο ιδεώδες της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται από τη βάση, αλλά στην πράξη αποδείχτηκε χαοτική και ανεφάρμοστη. Δεν επικράτησε ποτέ και πουθενά. Στην μοναδική σοβαρή απόπειρα που έγινε στο ισπανικό εμφύλιο, ανάγκασε τον Ντουρούτι να παραδεχτεί ότι είναι απαραίτητη η οργανωμένη αρχή.

Η παρατήρηση του Μπακούνιν στον Μαρξ ότι «και ο πιο ένθερμος επαναστάτης, αν πάρει την εξουσία στα χέρια του, θα γίνει χειρότερος από το Τσάρο και θα καταλήξει σε δεσποτισμό, στο όνομα του σοσιαλισμού», επαληθεύτηκε, αλλά και ο φεντεραλισμός απέτυχε. Λίγοι πλέον θυμούνται τις θεωρίες του Μπακούνιν και του Κροπότκιν και στις μέρες μας ο αναρχισμός έχει ταυτιστεί με τους λαρυγγισμούς τού αμφιλεγόμενου Νετσάγιεφ για συμμαχίες με τους λούμπεν και για σφαγές των ταξικών εχθρών.

Εκείνο όμως που παραμένει αληθινά επίκαιρο και ζωντανό, είναι ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε πόσο ένθερμος επαναστάτης είναι ο οποιοσδήποτε, αλλά το που μας οδηγεί και πόσο πληρώνουμε την εμμονή του σε ένα διαπιστωμένο αδιέξοδο.

Δικαιούμαστε νομίζω να σε ρωτήσουμε Δημήτρη Κουφοντίνα, αν όντως πιστεύεις ότι κατέχεις τη λύση για ότι παραμένει άλυτο στην παγκόσμια διανόηση της αριστεράς. Θα συμφωνείς φαντάζομαι, ότι η Κίνα επέστρεψε επίσημα στον καπιταλισμό ενώ η Κούβα και η Κορέα λιμοκτονούν και στερούνται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Χωρίς θεώρημα σοσιαλιστικής πολιτείας, τι μένει από την ιστορία σας και τη δράση σας; Το αίμα για την ουτοπία, στην καλύτερη περίπτωση. Σου μοιάζει άραγε να πρόσφερε κάτι στη μοίρα του λαού;

Ας πάμε όμως και στο ορθόδοξο στερεότυπο που επαναλαμβάνεις, κατά του ρεφορμισμού και της αριστεράς που προσβλέπει σε ένα δημοκρατικό καπιταλισμό.

Πρώτα απ όλα, για τις περισσότερες επιθέσεις σας, οι εξηγήσεις που δίνεις, αφορούν στη δομή και την σύνθεση της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Την αποκαλείς μεταπρατική, κρατικοδίαιτη με θαλασσοδάνεια, λούμπεν μεγαλοαστική τάξη, (λματ) και επισημαίνεις ότι «ο ελληνικός καπιταλισμός απέτυχε να αναπτύξει αυτοδύναμα, ισόρροπα και σχετικά αυτόνομα τη χώρα». Για την οικονομία του άρθρου δεν θα επεκταθούμε, αλλά συμφωνούμε ότι κατά κύριο λόγο, η ανάλυση είναι σωστή.

Επειδή ολόκληρος ο δικός σας πόλεμος βασίστηκε σ’ αυτή την πραγματικότητα, ακόμη κι ο πιο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ιστορίας σας, δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί το αυτονόητο:

  • Αν στη θέση του καπιταλισμού μπανανίας, είχαμε ένα καπιταλισμό που θα τον οδηγούσε μια παραγωγική εθνική αστική τάξη, το δικό σας αντάρτικο θα ήταν περιττό;
  • Έμμεσα αλλά με σαφήνεια, δεν προκρίνετε έναν Σκανδιναβικό ή Γερμανικό καπιταλισμό;
  • Το αίτημά σας και η κριτική σας, δεν είναι ρεφορμιστική; (μεταρρυθμιστική)

Πως γίνεται, να επικρίνεις όσους αναθεώρησαν τις λενινιστικές αδιέξοδες θεωρίες (ρεβιζιονιστές) και κατέληξαν να επιδιώκουν εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα διορθώσουν όσο το δυνατόν υπέρ των εργαζόμενων, τον παρασιτικό καπιταλισμό; Αυτόν επικαλείσαι ως αιτία της ένοπλης δράσης σας. Αυτόν προσπαθούν να αποκαταστήσουν και οι ρεφορμιστές, ασφαλώς ειρηνικά και αναίμακτα.

Να το πάμε και λίγο πιο κοντά σας; Εκείνοι οι σύντροφοί σας, που αποχώρησαν ή που τους αποχωρήσατε και δεν παραλείψατε να τους θεωρήσετε δειλούς, φοβισμένους, ρεβιζιονιστές και ρεφορμιστές, είσαι σίγουρος ότι δεν είδαν την αλήθεια και την πραγματικότητα που δεν μπορέσατε να δείτε εσείς, ο σκληρός και απροσκύνητος πυρήνας; Μήπως πολλοί απ’ αυτούς, πρόσφεραν και προσφέρουν ακόμη και σήμερα πολύ περισσότερα χωρίς νεκρούς και καταστροφές;

Κι αν φτάσουμε στους Τουπαμάρος που επιμένεις να τους έχεις ως πρότυπο, τι συμπεράσματα θα βγάλουμε;

Να σου υπενθυμίσω πρώτα (το ξέρεις άλλωστε καλά) ότι ο Σεντίκ ξεκίνησε με προθέσεις ειρηνικές κινηματικές και εξαναγκάστηκε να στραφεί στο αντάρτικο. Το κίνημα ήταν κυρίως εξαθλιωμένων αγροτών που μέσα στην μεγάλη κρίση τής Ουρουγουάης τη δεκαετία του 1960 απαιτούσαν παραχώρηση γης για την επιβίωσή τους. Οχυρό του ΜLN υπήρξαν οι παραγγουπόλεις.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μοιάζουν με τη δική μας πραγματικότητα. Κι επί πλέον, οι επιχειρήσεις τους, δεν κράτησαν πάνω από πέντε χρόνια αν εξαιρέσουμε την περίοδο της «αθωότητας» (1962 -1968) όπου μόνο «απαλλοτρίωναν» τράπεζες καζίνο κλπ. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι η βία και τα βασανιστήρια της κυβέρνησης Αρέκο και πρίν ακόμη τη χούντα του 73, δικαιολογούσε τη δράση των Τουπαμάρος ως αντιβία.

Και ποια ήταν αλήθεια η κατάληξη;

Ποιος είναι πρόεδρος της Ουρουγουάης από το 2010;

Ο Μουχίκα. Πρώην αντάρτης με 14 χρόνια φυλακής. Το κόμμα που ίδρυσε μαζί με άλλα μέλη των Τουπαμάρος μετά την αποφυλάκισή του, εντάχθηκε στο ρεφορμιστικό «Διευρυμένο Μέτωπο». Είδε το μάταιο της βίας και την έλλειψη εναλλακτικής στρατηγικής ή είναι ένας προσκυνημένος ρεφορμιστής κι αυτός; Ωφελεί το λαό του με τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρεί και έχει συνδράμει, ή τον βλάπτει;

Η δική μας αγωνία και το δικό μας κίνητρο, Δημήτρη Κουφοντίνα, δεν περιλαμβάνει κανένα μυστήριο. Πιστεύουμε ότι το αντάρτικο πόλεων το οποίο δεν είναι πόλεμος, εκτός που αφαιρεί ζωές πισώπλατα, δυσκολεύει και εμποδίζει τον δρόμο των διεκδικήσεων, των ρήξεων και των συναινέσεων κατά περίπτωση, και τελικά εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη θέση των εργαζόμενων.

Οι μιμητές σου, στους οποίους απευθυνόμαστε όσο και σε σένα, μοιάζει να μην έμαθαν τίποτα από την ως τώρα ιστορία τού παγκόσμιου και του ελληνικού αντάρτικου πόλεων. Ήδη έχουν αρχίσει πάλι να σκάνε μπόμπες. Και θα είναι οδυνηρό όσο και μάταιο να συνεχίσουν.

Στο βιβλίο σου είσαι αντιφατικός.

Άλλοτε σκεπτικιστής και άλλοτε αμετανόητος. Όχι για τα ιδανικά που περιγράφεις. Αυτά είναι λόγια και δεν διαφέρουν από τα ιδανικά της αριστεράς, όσο κι αν βαυκαλίζεσαι ότι εσύ υπερέχεις στην ορθόδοξη πίστη για έναν καλύτερο κόσμο. Είσαι αντιφατικός στα περί βίας, επειδή άλλοτε την αβαντάρεις κι άλλοτε ψάχνεσαι να την αποκηρύξεις.

Να αναφέρω μερικές από τις αντιφάσεις σου;

  • «Κοιτάζω όλες τις επαναστάσεις. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω την αρχή ότι η επανάσταση περνάει μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Δυστυχώς η ιστορία δεν έχει ανακαλύψει άλλους δρόμους για τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές»
  • «Ατενίζω σήμερα τον κύκλο του αντάρτικου πόλεων. Τον βλέπω ως μια ρομαντική προσπάθεια, μία από τις ουτοπίες που θεριεύουν τα όνειρα»
  • «Αγναντεύω όμως και σκέφτομαι τις καινούργιες απαντήσεις στο παμπάλαιο αίτημα της ιστορίας»
    «Όπλο της κριτικής και κριτική των όπλων»

Δεν έχεις διαλέξει, είναι φανερό. Δεν σε έχει οδηγήσει σε κανένα στέρεο συμπέρασμα, ούτε το μπάχαλο που επικράτησε μεταξύ σας, στη διάρκεια των συλλήψεων. Έχεις επίγνωση της ηθικής κατάπτωσης της οργάνωσης και το ομολογείς. «Η μεγάλη πληγή για μας ήταν οι ομολογίες, τα αλληλοκαρφώματα. Και η σιωπή. Καμιά υπεράσπιση της οργάνωσης, του αγώνα.» Κι αυτός ήταν ο πιο σοβαρός λόγος που παραδόθηκες. Αλλά δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις το προφανές. Οι όσο κι εσύ γενναίοι σύντροφοί σου δεν είχαν ηθικό σθένος και ουσιαστικά επιχειρήματα να υπερασπιστούν τον αγώνα τους. Εκ των πραγμάτων, η συνείδηση τους τον είχε ακυρώσει. Προς τι πια η «κριτική των όπλων;»

Νομίζω όμως ότι ήρθε ή ώρα να διαβάσουμε κι αλλιώς την ιστορία σας. Θα μας βοηθήσει πολύ η κρίση σου για εκείνους που διάλεξαν να καίνε το Μινιόν, το Κατράντζος, και τα διάφορα πολυκαταστήματα και θα αναζητήσω στα δικά σου λόγια την αιτία της αμετανόητης βίας. Εκτός που υποστηρίζεις ότι σας συκοφαντούν με τέτοιες ενέργειες αφού στρέφονται ευθέως και κατά των εργαζόμενων, καταλήγεις να το εξηγήσεις ως «εξεγερτικότητα μιάς νεολαίας δίχως μέλλον που δεν ενδιαφερόταν για την απήχηση των ενεργειών της στην κοινωνία αλλά την περιφρονούσε και στρεφόταν εναντίον της. Απαντούσε με καταστροφή στην καταστροφή της ζωής της».

Αυτή η παραδοχή για τους τότε συντρόφους, νομίζεις ότι απέχει πολύ ως εξήγηση για την δική σας επιμονή και όσων άλλων επιμένουν ακόμη;

Τελικά, τι; Σκοτώνουμε για να παρακινήσουμε την κοινωνία σε επανάσταση ή σκοτώνουμε για να εκδικηθούμε την κοινωνία επειδή την θεωρούμε ένοχη γι’ αυτό που είμαστε;
Πόσο δύσκολο είναι να γλιστρήσει κανένας από την μια κατάσταση στην άλλη; Πόσο εύκολο επίσης να παρηγορεί τη διάθεση για εκδίκηση με μνήμες από επαναστάσεις; Είσαι σίγουρος ότι στο δρόμο, κρυμμένος και απομονωμένος, δεν κατέληξες να μισείς κι εσύ την κοινωνία για την καραντίνα που επέλεξες;

Ο συντάκτης του προλόγου λέει: «Οι κοινωνικοί αγώνες δεν είναι ούτε νόμιμοι ούτε παράνομοι, είναι δίκαιοι». Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε για το ποιος αγώνας είναι κοινωνικός και ποιος αντικοινωνικός. Στο όνομα τού λαού και της κοινωνίας έχουν γίνει όλα τα μεγάλα εγκλήματα στο κόσμο. Κανένας και ποτέ δεν είπε ότι σκοτώνει για να απολαύσει το μίσος του.

Για ποια κοινωνία νοιάζονται όσοι χορταίνουν προσωπικά με το παιχνίδι που λέγεται κλέφτες κι αστυνόμοι, το οποίο δεν οδηγεί πουθενά;

Είναι η εκδίκηση κοινωνικός αγώνας;

Επειδή την λες λαϊκή εκδίκηση, σε απαλλάσσει από την κατηγορία να είναι προσωπική σου ανάγκη; Η πείρα συνεργασίας που έχεις εσύ, από τους συναγωνιστές και συντρόφους σου, διδάσκει κάτι; Η δική σας απόπειρα να ενωθείτε στα Κουπόνια, και οι όσες άλλες απόπειρες κάνατε, ήταν άκαρπες και μάταιες. Δεν μπορέσατε να συνεννοηθείτε μερικές δεκάδες ομοϊδεάτες κι απ’ αυτό έβγαλες το συμπέρασμα πως είναι εφικτό να ενώσεις μια κοινωνία κάτω από τα όπλα σου; Δεν έχει ειρμό και λογική όλο αυτό και υποθέτω ότι το καταλαβαίνεις καλά.

Εκείνο που μένει απ’ όλη την ιστορία σας, είναι ότι συνεχίσατε γιατί ήταν δική σας υπόθεση πια και όχι του λαού. Αυτό ξέρατε να κάνετε και μ’ αυτό ταΐσατε την ύπαρξή σας. Είχατε ένα ρεύμα θαυμαστών που ομοίως με σας, ως επί το πλείστον, μισεί την κοινωνία, και στο όνομά της, την τραυματίζατε κατά βούληση.

Ο λαός πλήρωνε την ματαιοδοξία σας έως και με ζωές κι εσείς βιοποριζόσασταν με «απαλλοτριώσεις», δανειζόσασταν ηθική από ασύμμετρους παλιούς ηρωισμούς και απολαμβάνατε την ιδιόρρυθμη δόξα σας.

Έχεις άραγε απαντήσεις, έχεις αντίλογο σε κάτι;

Και το κυριότερο, δεν έχεις τύψεις για τίποτα; Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να έκανες ένα ολέθριο λάθος κι ότι επιπλέον, με τον τρόπο σου, στις σελίδες του βιβλίου σου, – αν όχι ευθέως – ενθαρρύνεις κάποιους να το επαναλάβουν;

Αν μπορώ να κλείσω την επιστολή μου με μια ευχή – προσδοκία, αυτή είναι να διαβάσω ένα ακόμη βιβλίο σου. Δεν περιμένω να αρνηθείς ότι γεννήθηκες στις 17 Νοέμβρη, αλλά ότι στο μεταξύ ξανασκέφτηκες την διαφορά του αντιχουντικού αγώνα από το αντάρτικο πόλεων.
Κι επειδή πάντα υπάρχει το περιθώριο να «ξαναγεννηθούμε», θα σε παρακινούσα να ξανασκεφτείς αν η παλικαριά και η γενναιότητα έχει πρόσημο. Αν διέθεσες τον εαυτό σου σε κάτι αληθινά ωφέλιμο. Αν πρόσφερες ή αν έκανες ζημιά. Αν υπηρέτησες στην πράξη το λαό ή αν έβαλες τον εαυτό σου πιο ψηλά από το λαό και τον έβλαψες.
Η ιστορία θα καταγράψει τι πρόσφερε ο καθένας στους συνανθρώπους του και άποψή μας είναι ότι θα έχετε αρνητικό μερίδιο, ακόμη κι αν την ιστορία την γράψει ένας από σας.
Αν ωστόσο εμμένεις και διαφωνείς με ένα τέτοιο αφήγημα, τότε οι ειρηνικοί κοινωνικοί αγώνες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, σε προκαλούν να γράψεις μια θεωρία που θα λύνει την άλυτη ως τώρα σοσιαλιστική εξίσωση. Όχι φυσικά των ιδεών, αλλά της πολιτικής πράξης, της πολιτείας.

Φοβάμαι ότι αν δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε η φυλακή στην οποία θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου, θα είναι το μικρότερο κακό. Το μεγαλύτερο θα είναι ο μετεωρισμός σε αντιφάσεις που καταστρέφουν και την ελάχιστη εσωτερική ισορροπία και οδηγούν την ύπαρξη στο κενό.

Κώστας Πέτρουλας

Read Full Post »

Λάππας Κώστας – Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190  αιώνα


 

Στο βιβλίο διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή.

 

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190  αιώνα

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190 αιώνα

 

Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837, τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία, η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού κανονισμού του.

Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές: στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.

 

Λάππας Κώστας

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα

Σελίδες 743

Έκδοση: Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς

Αθήνα, 2004

ISBN 960-7138-30-9

 

Read Full Post »

Κριτική βιβλίου – Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243. 


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κριτική της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κιτσίκη με τίτλο:

Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο κ. Κιτσίκης*, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής ιστορίας των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, διατείνεται ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε όχι μόνον η πολιτιστική αλλά και η πολιτική έκφραση του ελληνισμού»· γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό ν’ αποδείξει ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία όχι μόνον δεν υπήρξε μια περίοδος “400 χρόνων σκλαβιάς” για τον ελληνισμό αλλά, αντιθέτως, ένα λαμπρότατο (!) οικοδόμημα της παγκόσμιας ιστορίας» (σ. 19).

Στην προσπάθειά του υποπίπτει σε πολλές αντιφάσεις και αλλοπρόσαλλη επιχειρηματολογία. Π.χ. τα προνόμια που ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην ορθόδοξη εκκλησία πώς έθεταν «τις βάσεις τής από κοινού ελληνοτουρκικής κυριαρχίας», τη στιγμή που επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η οθωμανική (δηλ. ένα μείγμα από αραβικά, περσικά και τουρκικά), επίσημη θρησκεία η μουσουλμανική και κυρίαρχος λαός ο τουρκικός (σσ. 39-40); Πόσο προστατευτική σημασία περιέκλειε η λ. ραγιάς (= κοπάδι) για τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας (σ. 31) οι οποίοι ήταν υπόδουλοι και ανελεύθεροι; Εάν μάλιστα ήθελαν ν’ ανέλθουν σε ανώτερα αξιώματα ή στην ανώτερη κοινωνική τάξη έπρεπε οπωσδήποτε να εξισλαμιστούν (βλ. περίπτωση Εβρενού και βυζαντινής πριγκίπισσας, σ. 55, 101). Πόσο «οικειοθελώς» γίνονταν οι εξισλαμισμοί (σ. 192), όταν αυτοί αποτελούσαν τον μόνο τρόπο για μια αξιοπρεπή ανθρώπινη επιβίωση; Πώς η αυτοκρατορία των Οσμανιδών «υπήρξε αυτοκρατορία των Ρωμηών» (σ. 65), τη στιγμή που οι Ρωμιοί είχαν χάσει την πρώτη θέση και είχαν υποταχθεί, προσπαθώντας να επιβιώσουν ως «δεύτερος λαός» (σ. 105); Ποια ισότιμη συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών δυναστών και Ελλήνων υποδούλων ήταν δυνατή; Ένα αποδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση του Μιχαήλ Καντακουζηνού από τον οθωμανό αυτοκράτορα Μουράτ Γ΄, επειδή ο Μουράτ «ανησυχούσε να βλέπει τον Μιχαήλ τόσο ισχυρό» (σ. 110). Τι περιθώρια βελτίωσης βιοτικού επιπέδου επέτρεπαν στους ραγιάδες οι οθωμανοί δυνάστες, όταν αδιάλειπτη επιδίωξή τους ήταν να παραμένει ο καθένας στην τάξη του προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική αρμονία (σ. 87); Πώς μπορούσαν να επικοινωνούν απρόσκοπτα και να συμβιώνουν αρμονικά δύο λαοί με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο του πολιτισμού; Όταν το 1280 ο Οσμάν Α΄, ένας φύλαρχος με κύριο μέλημα να εξασφαλίζει στους συντρόφους του καλά λιβάδια για βοσκή και πλούσια λάφυρα, ίδρυε τη νομαδική τουρκομάνικη ηγεμονία (σ. 66, 68), οι Έλληνες είχαν ήδη πίσω τους έναν λαμπρό πολιτισμό 28 περίπου αιώνων. Ποια ελληνοτουρκική ομοσπονδία ήταν δυνατόν να επιθυμεί ο Ατατούρκ, τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζε τους Έλληνες εξ ίσου με τους Τούρκους; Απόδειξη ότι δεν αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο της τουρκικής γλώσσας με το ελληνικό αλλά με το λατινικό, επειδή φοβόταν (όπως οι προγενέστεροί του οθωμανοί σουλτάνοι) τον κίνδυνο αφομοίωσης των Τούρκων από τους Έλληνες. Ο Ατατούρκ δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχθεί τα ελληνικά, γλώσσα «συνδεδεμένη με μια θρησκεία διαφορετική απ’ αυτή των Τούρκων» (σσ. 66-67).

 Σε «ενδιάμεσες περιοχές» (σ. 150 κ.ε.) και «ειδικές θάλασσες» (σ. 204) μπορεί κανείς ν’ αναγάγει πολλές περιοχές του πλανήτη γη. Δεν βλέπω όμως να γίνεται λόγος «για γαλλογερμανική ομοσπονδία» ή «αγγλογαλλική συνομοσπονδιακή κυβέρνηση» και «κράτος της Μάγχης», όπως ο συγγραφέας προπαγανδίζει το «κράτος του Αιγαίου». «Κράτος Αιγαίου» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία ούτε είναι δυνατόν ένα τέτοιο κατασκεύασμα να καταστεί βιώσιμο, καθώς οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούν λαούς με διαφορετική κουλτούρα, γλώσσα, θρησκεία που δεν τους επιτρέπουν να βαδίσουν έναν κοινό δρόμο. Όταν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα συμπόρευσης μεταξύ των δύο Τουρκιών (δυτικά και ανατολικά της Άγκυρας χωρίς καμιά βαθιά συγγένεια μεταξύ τους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στη σ. 200), τότε πώς είναι δυνατόν να συμβιώσουν αρμονικά σε μία συνομοσπονδία λαοί τόσο διαφορετικοί όπως οι Έλληνες και οι Τούρκοι;

Μια ακόμη παρατήρηση: η αλλοίωση πηγών με αυθαίρετο κόψιμο – ράψιμο των τμημάτων τους, δεν χαρακτηρίζει σοβαρή και αξιόπιστη ιστορική προσέγγιση. Έτσι, ο συγγραφέας θέτει ως μότο του βιβλίου ένα δικό του κατασκεύασμα αναμιγνύοντας φράσεις του Ρήγα Φεραίου, οι οποίες αν ιδωθούν απείραχτες και στο σύνολο του κειμένου τους αναδίδουν ένα διαφορετικό μήνυμα. Παραθέτω τα δύο κείμενα προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης:

Α. κείμενο Κιτσίκη (σ. 9) «Η Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε “το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς”» (Ρήγας Φεραίος, σχέδιο συντάγματος, 1797), Β. κείμενο Ρήγα (σ. 159) «Στοχαζόμενοι ότι ο τύραννος ονομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς θηλυμανείς ορέξεις του…και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του Κόσμου, όπου εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδεληράν αναρχίαν, τόσον ώστε κανένας… δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του…κηρύττεται…».

Ποια «κοινή οθωμανική πατρίδα» είχαν προδώσει οι Έλληνες σύμφωνα με την κατηγορία που τους προσήπταν οι Τούρκοι τον 19ο αι. (σ. 153), όταν αυτή η «πατρίδα» τούς φερόταν με τον στυγερό τρόπο που περιγράφει παραπάνω ο Ρήγας; Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στις φρικτές σφαγές της Χίου ή των Ποντίων; Έτσι, δεν ισχύει η ρομαντική άποψή του (σ. 182) ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούσαν δύο λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας «που είχαν επωφεληθεί το περισσότερο (!) απ’ αυτήν».

Κοντολογίς, οι δύο λαοί πρέπει σήμερα να μάθουν να συνυπάρχουν σε πνεύμα ειρήνης, αρμονίας, σεβασμού και συνεργασίας, ζώντας καθένας στον δικό του γεωγραφικό χώρο όπως αυτός έχει οροθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Όποιος πολίτης επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να εγκατασταθεί στη χώρα του άλλου (χωρίς όμως να σπέρνει ζιζάνια), ας έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Μια συνομοσπονδία – αχταρμάς θα επιφέρει επικίνδυνη νόθευση της αξιόλογης κουλτούρας των δύο λαών με σοβαρές αλλοιώσεις των πολιτισμικών τους ιδιαιτεροτήτων. Προσωπικά, θα τιμώ πάντοτε όσους πραγματικά αγωνίστηκαν το ’21 για να κερδίσουν την ελευθερία και αυτοδιάθεσή τους, δύο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Θ’ αντικρίζω με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τους ανώνυμους τυφλούς και χωλούς αγωνιστές που έχουν αποτυπώσει σε πίνακές τους οι σπουδαίοι ζωγράφοι Θεόδωρος Βρυζάκης (Oανάπηρος του αγώνα, 1850) και Διονύσιος Τσόκος (Μικρός οδηγεί τυφλό αγωνιστή, 1849), επειδή αυτοί οι αγωνιστές προτίμησαν να σακατευθούν για να ζήσουν ελεύθεροι το υπόλοιπο της ζωής τους και να εξασφαλίσουν την ελευθερία στις επόμενες γενιές των Ελλήνων (βλ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου).

 

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Ν. Κιτσίκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, γιος του πρύτανη του Πολυτεχνείου και πολιτικού της αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη (Ναύπλιο, 14 Αυγούστου 1887, Αθήνα, 26 Ιουλίου 1978) και της ελασίτισας και ελληνίδας φεμινίστριας Μπεάτας Κιτσίκη, το γένος Πετυχάκη.

Εγκατέλειψε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το 1947, καταφεύγοντας στη Γαλλία, όπου σπούδασε σε γαλλικό γυμνάσιο, λύκειο και στη Σορβόννη. Εκεί υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, το 1962, με τίτλο «Προπαγάνδα και πιέσεις στη διεθνή πολιτική» (στα … διαβάστε περισσότερα γαλλικά, εκδόσεις PUF). Από το 1960 έως το 1970 εργάστηκε ως εντεταλμένος ερευνών σε ανώτατα επιστημονικά κέντρα (Institut des Hautes Etudes Internationales, Γενεύη, CERI/FNSP και CNRS, Παρίσι), και αναδείχθηκε από τους γνωστότερους τουρκολόγους.

Ασπαζόμενος τον μαοϊσμό, μετά από επανειλημμένα ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ήδη από το 1958, έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία και, εξαιτίας της, εξεδιώχθη από το γαλλικό πανεπιστήμιο. Κατέφυγε στον Καναδά, όπου το 1970 εξελέγη τακτικός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα και το 1974 εισήγαγε τις κινεζικές σπουδές. Το 1999 εξελέγη τακτικό μέλος της Καναδικής Ακαδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρξε εντεταλμένος ερευνών στο ΕΚΚΕ. Στην Τουρκία υπήρξε εντεταλμένος καθηγητής στα πανεπιστήμια Μπογάζιτσι (Κωνσταντινούπολη) και Μπιλκέντ (Άγκυρα). Διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου Τουργκούτ Οζάλ και υπήρξε στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Είναι κάτοχος τριών υπηκοοτήτων (ελληνικής, γαλλικής, καναδικής), κάτι που ικανοποιεί τον πανελληνισμό του: θεωρεί ότι ο Έλληνας είναι και πρέπει να είναι πλανητικός. Εκτός από τα βιβλία, διαδίδει τις ιδέες του και μέσω του περιοδικού γεωπολιτικής «Ενιάμεση Περιοχή».

Πηγή: Βιβλιονέτ: Υπηρεσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Read Full Post »

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού


 

 

 Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το ιστορικό μυθιστόρημα της Κατερίνας Παπαδριανού με τίτλο: « Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Η Ψωροκώσταινα, το δεύτερο βιβλίο, της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Οι Φίλοι και τα Αρωγά Μέλη της Βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν την εξαιρετική  αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Ιούνιος του 1821. Το Αϊβαλί καίγεται. Οι Τούρκοι, μπροστά στα μάτια της πλούσιας αρχόντισσας Πανώριας, σκοτώνουν τα τέσσερα παιδιά της και τον άντρα της, Κώστα Αϊβαλιώτη. Τρελαμένη από τη θλίψη και την απόγνωση σώζεται από τον καλόγερο και δάσκαλο Βενιαμίν Λέσβιο που την παίρνει μαζί του ως υπηρέτρια… Πώς μπόρεσε μια μάνα ν’ αντέξει τόσο πόνο και μια αρχόντισσα να καταντήσει μια βρώμικη ζητιάνα τέτοια που οι μοσχόμαγκες του Ναυπλίου να τη βαφτίσουν «Ψωροκώσταινα»;

 

Η Ψωροκώσταινα - Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

 

Η συγγραφέας προσπαθώντας να εμβαθύνει στην ταραγμένη ψυχή της «Ψωροκώσταινας» περιγράφει τα φρικτά όνειρα και τους εφιάλτες της που δεν την αφήνουν τις νύχτες να κοιμηθεί, την κατάθλιψη και την τρέλα που την οδηγούν να ζητήσει γιατρειά στη «Μεταφυσική» και στη θεωρία του «Πανταχηκίνητου» του Βενιαμίν Λέσβιου.

Η Κατερίνα Παπαδριανού ακολουθεί τα βήματα του Βενιαμίν Λέσβιου και βλέπει με άλλο πρίσμα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Περιγράφει γλαφυρά το επαναστατημένο Ανάπλι αναφερόμενη σε σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα που μας δίνουν το στίγμα της ταραγμένης αυτής εποχής: Τα δάνεια της Αγγλίας, τον εμφύλιο, το γάμο του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, τον έρανο για τους Μεσολογγίτες, τον Δημήτρη Μοσχονησιώτη, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, το Φινλανδό διοικητή Μουράτ μπέη, τον αστυνόμο Ευαγγέλη Ποταμιάνο και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, η «Ψωροκώσταινα» ζητιανεύοντας και ξενοδουλεύοντας, ζει με αγώνα και θυσίες τα δώδεκα ορφανά παιδιά της, μέχρι που ο τύφος ξαναχτυπά…

Κατερίνα Παπαδριανού

«Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Βιβλιοθήκη Ιστορικού Μυθιστορήματος -1

Άργος, Απρίλιος, 2014.

288 σελίδες

ISBN 978-960-9650-12-0

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για το έργο, η φιλόλογος Δήμητρα Δουλιγιέρη και ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια πιο κάτω:

 

«Η Ψωροκώσταινα» της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την κλασική σημασία του όρου. Φιλοδοξεί να ζωντανέψει με λογοτεχνικό τρόπο την ιστορία της θρυλικής ζητιάνας από το Αϊβαλί της Μικρασίας, αξιοποιώντας τα ιστορικά στοιχεία που είναι γνωστά για τη ζωή της και συμπληρώνοντας ή αναπληρώνοντας με την φαντασία όσα είναι άγνωστα και σκεπασμένα από τη λήθη και το χρόνο.

Το ιστορικό μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος δεν έχει μεγάλη ανάπτυξη στην πατρίδα μας, ή μάλλον δεν είχε έως πρόσφατα που παρουσιάζει μια αξιόλογη παραγωγή και ποσοτικά και ποιοτικά. Η συγγραφέας μας δείχνει μάλλον την προτίμησή της σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος αν κρίνουμε από το γεγονός ότι και το προηγούμενο μυθιστόρημα «1715- το τελευταίο φιλί» είναι ιστορικό μυθιστόρημα με χώρο δράσης των ηρώων της την ιδιαίτερη πατρίδα της, Δρέπανο – Βιβάρι και το Ανάπλι.

Φιλοδοξεί άραγε να πολιτογραφηθεί στη χορεία όσων καταπιάστηκαν με το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως τον Στρ. Μυριβήλη, τον Ηλ. Βενέζη, Στρατή Τσίρκα, το Θανάση Βαλτινό, την Αθηνά Κακούρη, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τη Μάρω Δούκα αλλά και τους νεώτερους Δάνδολο, Μπαλτάκο, Ζουργό, Γαλανάκη κ.ά. που αναγνωρίζουν ως αρχηγέτη τους τον άλλο συμπατριώτη μας τον μεγάλο Άγγελο Τερζάκη, που με την «πριγκηπέσα Ιζαμπώ» κάλυψε τεράστια απόσταση και μας έφερε κοντά στο ευρωπαϊκά πρότυπα που ήταν ώριμα αισθητικά, ήδη πριν το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο; Γιατί όχι. Τα πρώτα δείγματα της κας Παπαδριανού είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά.

Ας μπούμε στο θέμα μας:

Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ ως λογοτέχνημα μοιράζει τη δράση της σε τέσσερις (4) τόπους.

Πρώτα-πρώτα η ιδιαίτερη πατρίδα της, οι Κυδωνιές, στις Μικρασιάτικες ακτές απέναντι από τη Μυτιλήνη, ή αλλιώς το Αϊβαλί (που το βλέπει ο θεός και σταματά ο νους του) είναι ο τόπος της ευτυχισμένης περιόδου της ζωής της. Της παιδικής της ηλικίας, του γάμου της με το μεγαλέμπορα Κώστα Αϊβαλιώτη, η δημιουργία της οικογένειάς της αλλά και ο τόπος της τραγωδίας της. Η σφαγή από τους Τούρκους, στις 2 Ιουνίου 1821, του συζύγου της και των τεσσάρων παιδιών της μπρος στα μάτια της. Το Αϊβαλί είναι ο σκηνικός χώρος του πρώτου ελληνικού δράματος του 1821 αλλά και της οικογενειακής και προσωπικής συντριβής της αρχόντισσας Πανώριας Χατζηκώστα. Πληρώνει αυτή πρώτη την εκδικητική μανία των Τούρκων που κατέστρεψαν ολοσχερώς τις Κυδωνιές, ως αντίποινα, επειδή οι Έλληνες πυρπόλησαν στις 27 Μαΐου 1821 ένα τούρκικο δίκροτο στη Χαλκιδική.

Στη συνέχεια η συγγραφέας μεταφέρει τη δράση στα Ψαρά εκεί όπου μετέφεραν την ηρωίδα σε αλλόφρονα κατάσταση οι συμπατριώτες της αναζητώντας καταφύγιο από την καταδιωκτική μανία των Τούρκων. Ο μήνας που έζησε εκεί η Κώσταινα ήταν ανεπίγνωστος. Χωρίς φαγητό και νερό, καθηλωμένη στις τρομερές στιγμές του αφανισμού της οικογένειά της συναντήθηκε με το δάσκαλο του γένους Βενιαμίν Λέσβιο, παλιό γνώριμο του άντρα της, ο οποίος την πήρε υπό την προστασία του και την οδήγησε στην Ύδρα την εποχή του επαναστατικού πυρετού, λίγο πριν η Ύδρα, το νησί των μεγαλονοικοκυραίων, μπει στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Εκεί η Κώσταινα βγαίνει για πρώτη φορά από την πεισιθανάτια κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει από τη μέρα της συμφοράς, αφού ο Βενιαμίν της έδωσε να φροντίζει ένα ορφανό από τις Κυδωνιές.

Το μωρό αυτό γίνεται η σανίδα από την οποία αρπάζεται η ηρωίδα γίνεται ο σκοπός και το νόημα της ζωής της. Του δίνει το όνομα Μάρκος, όνομα του πρώτου γιού της, και ξενοδουλεύει ως πλύστρα για να το ζήσει. Ο Βενιαμίν περιοδεύει στην Ελλάδα για να ξεσηκώσει και να οργανώσει τους Έλληνες.

Η επιστροφή του, σ’ έναν περίπου χρόνο το 1823, επιφέρει τη μετακίνησή τους στην πρωτεύουσα του απελευθερωμένου τμήματος της Ελλάδας, το Ναύπλιο. Το Ναύπλιο θα γίνει ο τόπος που η Πανώρια Χατζηκώστα θα εκδηλώσει την κοινωνική και εθνικής της προσφορά και θα την καταστήσει ιστορικό σύμβολο και παροιμιώδη έκφραση.

Το Ναύπλιο ήταν τότε μια Βαβυλωνία. Οι γλώσσες και οι διάλεκτοι που μιλιούνταν ήταν αναρίθμητες δίνοντας την εντύπωση ότι κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν. Να θυμηθούμε πως αυτό το Ναύπλιο μετατρέπει σε θεατρική «Βαβυλωνία» ο Βυζάντιος. Το γεγονός ότι ήταν η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας, καθώς ήταν προφυλαγμένη με ισχυρά τείχη και τρία κάστρα (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι) ήταν ο λόγος που είχε επιλεγεί για έδρα της κυβερνήσεως. Η κυβέρνηση και η σχετική ασφάλεια που πρόσφερε η πόλη, τράβηξαν σαν μαγνήτης ένα ετερογενές πλήθος Ελλήνων από επαναστατημένες και υποδουλωμένες περιοχές, και κυρίως χήρες και ορφανά πολέμου αλλά και ανάπηρους, επαίτες, κομπογιαννίτες, φιλόδοξους, τυχοδιώκτες και άλλους που αναζητούσαν στο Ναύπλιο μια καλύτερη μοίρα. Φυσικά και Έλληνες από τις ακμαίες παροικίες του εξωτερικού, φιλέλληνες, έμποροι, περίεργοι αλλά και αρκετοί ξένοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες, με κάθε είδους κίνητρα, έβρισκαν τότε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου, ας μη το λησμονούμε, περιοριζόταν στην οριογραμμή που μπορούμε σήμερα να παρακολουθήσουμε να κατεβαίνει από την ανατολική Ακροναυπλία, να περνά από την αναστυλωμένη πύλη της Ξηράς και να συνεχίζει δυτικά του δικαστικού μεγάρου μέχρι τον ανδριάντα του Καποδίστρια και από εκεί ακολουθώντας την κατεύθυνση της σημερινής οδού Αμαλίας (είναι ο δρόμος που περνά μπροστά από τα σχολεία και το πολεμικό μουσείο) να φτάνει μέχρι την βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και ακολουθώντας την κατεύθυνση του σημερινού δρόμου να καταλήγει στην ντάπια «πέντε αδέρφια».

Αυτή την περιορισμένη έκταση περιέκλειαν τα τείχη του Ναυπλίου. Εκτός τειχών δεν υπήρχε φυσικά πόλη. Εντός των τειχών δεν αποκλείεται να στοιβαζόταν ένα πλήθος που μπορεί να πλησίαζε και τις 30.000. Δεν χρειάζεται να περιγραφούν οι συνθήκες διαβίωσης και ειδικά οι συνθήκες υγιεινής της πόλης. Σε μια τέτοια πόλη με τέτοια ανθρωπογεωγραφία έρχεται η Πανώρια και ο Βενιαμίν την άνοιξη του 1823.

Πρέπει να κείτονταν ακόμα στην πόλη άταφα πτώματα Τούρκων από το λιμό που προκάλεσε στον τουρκικό πληθυσμό του Ναυπλίου η μακρά πολιορκία της πόλης από τους Έλληνες. Η παράδοση της πόλης από τους Τούρκους στον Κολοκοτρώνη είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα: το Δεκέμβριο του 1822. Οι περιγραφές του Φωτάκου για την εξαθλίωση των πολιορκημένων Τούρκων και τα άταφα πτώματα που βρίσκονταν παντού στην πόλη, αρκετά μισοφαγωμένα από τους κανιβαλισμούς, υποβάλλουν την ιδέα πως ίσως δεν είχαν όλα μαζευτεί και ταφεί έως την άνοιξη του 1823, με δεδομένη την απουσία δημοτικών αρχών ή στοιχειωδών δημοσίων υπηρεσιών.

Πάντως τον τόνο στην πόλη τον έδιναν τα αναρίθμητα ορφανά που περιδιάβαιναν ζητιανεύοντας, αλητεύοντας και φτιάχνοντας αλληλοσυγκρουόμενες συμμορίες.

Απ’ αυτά τα ορφανά η Πανώρια Χατζηκώστα θα μαζέψει 12 στο σπιτάκι του Ψαρομαχαλά που θα καταλύσει με τον Βενιαμίν και θα αναλάβει την καθημερινή τους φροντίδα. Φυσικά με αμέτρητες δυσκολίες αφού πόροι δεν υπήρχαν. Ειδικά μετά το θάνατο του Βενιαμίν από τύφο τον Αύγουστο του 1824, ο αγώνας γίνεται Σισύφειος. Βγάζει το ψωμί τους κάνοντας τον αχθοφόρο, την πλύστρα, τη ζητιάνα.

Έγινε όμως, η μάνα τους και τους έδινε αυτό που είχε σε περίσσεια. Αγάπη. Κι έπαιρνε αγάπη από τα παιδιά αστείρευτη. Αυτή η αγάπη ήταν το στήριγμά της και το κίνητρο να ζει μετά την απίστευτη οικογενειακή της τραγωδία. Έγινε η αγία των ορφανών. Κι όταν αργότερα ήρθε ο Καποδίστριας και έφτιαξε το ορφανοτροφείο, η Ψωροκώσταινα ανέλαβε αμισθί υπηρεσία στο Ορφανοτροφείο συνεχίζοντας τη φροντίδα των 12 παιδιών που είχε αναλάβει, τα οποία έγιναν οι άγγελοι και οι εξάγγελοι της ζωής της αλλά και οι συμπαραστάτες του θανάτου της που προήλθε από τύφο που ενδημούσε τότε στην πόλη του Ναυπλίου (1831). Τα παιδιά έθαψαν τη μάνα τους δίπλα στον Βενιαμίν.

Δύο μορφές της νεοελληνικής ιστορίας έσμιξαν στη ζωή κάτω από τις πιο δραματικές συνθήκες και συμπαραστάθηκαν ο ένας στον άλλο αντλώντας δύναμη απ’ αυτή τη σχέση που τη μετουσίωσαν και οι δύο σε προσφορά για την πατρίδα. Ο παπα- καλόγερος και η ζητιάνα. Ο δάσκαλος του Γένους και η αρχόντισσα από το Αϊβαλί, που πέρασε στο θρύλο ως Ψωροκώσταινα, όπως την ονόμασαν οι μάγκες του Ναυπλίου με όλες τια αναπόφευκτες συμβολικές στρεβλώσεις αλλά και θαυμασμό για το ψυχικό σθένος, την αυταπάρνηση και τη γενναιοφροσύνη που επέδειξε , με κορυφαία στιγμή τον έρανο υπέρ των Μεσολογγιτών, τον Απρίλη του 1826, στον οποίο η Ψωροκώσταινα έγινε το παράδειγμα που έλυσε τα μαγκωμένα χέρια του λαού και κυρίως των πλουσίων, όταν πρώτη έδωσε στον έρανο όλα τα υπάρχοντά της, δηλ. το ασημένιο δαχτυλίδι της και ένα γρόσι. Αυτό παρακίνησε τους πλουσιότερους ν’ ανοίξουν τα πουγκιά τους και να συγκεντρωθεί ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες των σκελετωμένων ηρώων του Μεσολογγίου.

Η φράση κλειδί που διασώζει ο Ε. Δαδιώτης ότι είπε η Πανωραία είναι: «Δεν έχω τίποτε άλλο απ’ αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι και απ’ αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι». Κάποιος από το πλήθος φώναξε        «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον όβολό της» κι αμέσως κεντρίστηκε το φιλότιμο. Βροχή έπεφταν πάνω στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λίρες, γρόσια και ασημικά.

Τον παράγοντα χρόνο, η κα Παπανδριανού τον αξιοποιεί περισσότερο δραματικά και λιγότερο ιστορικά, όπως ταιριάζει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο που μπορεί να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι ιστορία. Έτσι ο χρόνος στο Αϊβαλί έχει πυκνότητα, δραματική ένταση και τραγική κορύφωση, αφού περιγράφει τις τελευταίες μόνο στιγμές της τότε ευτυχισμένης και ανυποψίαστης γι’ αυτά που επρόκειτο ν’ ακολουθήσουν, οικογένειας του Κώστα Αϊβαλιώτη. Τα μαύρα σύννεφα εμφανίζονται ξαφνικά, πυκνώνουν γρήγορα και ξεσπούν ένα ασύλληπτο για το νου κακό που καταστρέφει εντελώς μια ακμάζουσα πόλη μέσα σε λίγο χρόνο. Οι Τούρκοι σφάζουν λεηλατούν, βιάζουν, διαρπάζουν και πυρπολούν πριν οι Έλληνες προλάβουν να αντιδράσουν και να προστατευτούν. Σχεδόν ακαριαία πέφτει η συμφορά πάνω στην οικογένεια της Πανωραίας. Τα 4 παιδιά και ο άντρας της αποκεφαλίζονται μπροστά της. Ο νους θολώνει. Δε μπορεί να αντέξει τόσο πόνο και τόση φρίκη.

Μεταφέρεται χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας στα Ψαρά, από το ενστικτώδες κύμα διάσωσης που έσπρωξε τους Έλληνες στη θάλασσα και με καράβια και καΐκια αναζήτησαν τη σωτηρία στα Ψαρά.

Στα Ψαρά η συγγραφέας μας χειρίζεται το χρόνο διαφορετικά. Εκεί ο χρόνος μοιάζει να ακινητεί. Καμία εξέλιξη. Η συνείδησή της σχεδόν υπνώττει. Ένας ενστικτώδης μηχανισμός προστασίας και ένα ένστικτο αυτοκαταστροφής λειτουργούν ταυτόχρονα και εξισορροπητικά. Χάνει τα λογικά της για να προστατευθεί από την αβάσταχτη πραγματικότητα και ταυτόχρονα επιζητά το θάνατο αφού αρνείται να πάρει τροφή και νερό.

Απ’ αυτό το τέλμα του χρόνου και της ζωής θα τη βγάλει ο Βενιαμίν ο Λέσβιος που ταξιδεύει μαζί με τους Αιβαλιώτες από τα Ψαρά στην Ύδρα. Παλιός γνώριμος της οικογένειας Αϊβαλιώτη, απ’ όταν ήταν δ/ντής στη ακαδημία Κυδωνιών και ο Κώστας Αϊβαλιώτης μέγας χορηγός της Ακαδημίας, όπως θα λέγαμε σήμερα, ασκεί επάνω της σωτήρια επίδραση με το κύρος και το λόγο του. Τη βγάζει από τον κόσμο στον οποίο ήταν βυθισμένη και από την απόφασή της να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί με 2 επιχειρήματα και μια καθοριστική ενέργεια

Τα λογοτεχνικά επιχειρήματά του:

  1. «Η εκδίκηση για τον πόνο που σου προκάλεσαν οι σφαγές της οικογένειάς σου δεν έρχεται με το να πας να πνιγείς στη θάλασσα, αλλά με το να ζήσεις και να πολεμήσεις γιατί τώρα αρχίζει η ώρα της εκδίκησης ολόκληρου του έθνους».

Και πιο κάτω

  1. «Ύστερα Πανώρια κι εγώ όπως βλέπεις γέρασα. Δε βλέπω και καλά, θέλω έναν άνθρωπο να με βοηθάει και να βρίσκεται πάντα κοντά μου. Η Ελλάδα μας περιμένει…».

Και η ενέργεια του

« Ο Βενιαμίν αρπάζει με μιας ένα μωρό που ήταν παραπεταμένο σε μια άκρη που έκλαιγε ώρες πεινασμένο και ετοιμοθάνατο και της το ρίχνει στην αγκαλιά …»

Στην Ύδρα ο χρόνος γίνεται βίωμα πιο φυσιολογικό, καθώς η ανάγκη της επιβίωσης της ίδιας και του μωρού, μετά την αναχώρηση του Βενιαμίν από την Ύδρα, προκειμένου να προωθήσει την εθνική υπόθεση, σπρώχνουν την Πανώρια στην αναζήτηση εργασίας. Έτσι γίνεται υπηρέτρια στο σπίτι του καπετάν Σταμάτη και η ζωή αποκτά ένα ρυθμό.

Όταν, μετά από ένα χρόνο περίπου, επιστρέφει ο Βενιαμίν και την παίρνει από την Ύδρα για να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο, που ήταν ήδη προσωρινή πρωτεύουσα του υπό επαναστατική σύσταση νεοελληνικού κράτους, ο χρόνος επιφυλάσσει στην τραγική ηρωίδα μας την ιστορική δικαίωση και την παράδοση της στην αιωνιότητα ως σύμβολο αυταπάρνησης και αλληλεγγύης πεσμένο από τη μια στον υποτιμητικό χαρακτηρισμό της «Ψωροκώσταινα» και υψωμένο από την άλλη στον ουρανό της ιστορικής αίγλης.

Ο συμπρωταγωνιστής

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του έργου που σήμερα αναλύουμε είναι πως οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο. Γι’ αυτό και ως υπότιτλο την κα. Παπαδριανού σημειώνει «Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Φυσικά δεν αποτελεί πρωτοτυπία η ύπαρξη δύο κεντρικών ηρώων σ’ ένα μυθιστόρημα αλλά αποτελεί επιτυχία το γεγονός ότι κανένας δεν μειώνει την λογοτεχνική αξία του άλλου. Αντίθετα συμβάλλει στην ανύψωσή του με τρόπο που νιώθεις ότι δεν θα μπορούσε με καλύτερο τρόπο ο λογοτέχνης να παρουσιάζει την ύπαρξη του άλλου πιο φυσική και ταυτόχρονα τόσο αναγκαία για τη φιλοτέχνηση του λογοτεχνικού του προσώπου.

Για το Βενιαμίν το Λέσβιο, μάλιστα, πρέπει να πω ότι κατάφερε η κα Παπαδριανού να παρουσιάσει και το «βιογραφικό» του με τρόπο φυσικό και αβίαστο και την πρωτότυπη θεωρία του για το «Πανταχηκίνητο» ν’ αναπτύξει και ξετυλίγοντας την επαναστατική του δράση να κάνει ένα πλήθος από κοινωνικά σχόλια για τόπους, συνήθειες και νοοτροπίες των Ελλήνων που κάποτε γίνονται συγκαλυμμένη πολιτική κριτική ή καυστική πολιτική παρατήρηση.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ως ιστορικό πρόσωπο γεννήθηκε στο Μεγαλοχώρι Πλωμαρίου στη Λέσβο το 1760 και πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο το 1824 «παρά τις περιποιήσεις της προστατευόμενης του Πανώριας Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη, της γνωστής ως Ψωροκώσταινα». Το κοσμικό του όνομα ήταν Βασίλειος Γεωργαντάς. Σπούδασε στο Άγιο όρος όπου χειροτονήθηκε μοναχός, στην Πάτμο και αργότερα στην Πίζα της Ιταλίας και στο Παρίσι. Εκεί γνωρίστηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή και όπως δείχνει η πορεία του Βενιαμίν επηρεάστηκε ιδεολογικά από τη μεγάλη μορφή του σημαντικότερου   Έλληνα λόγιου της εποχής εκείνης και του ακάματου διαφωτιστή του Ελληνικού γένους.

Ο ιστορικός Πασχάλης Κιτρομιλίδης θεωρεί τον Βενιαμίν «το σημαντικότερο φιλοσοφικό πνεύμα του Νεοελληνικού διαφωτισμού».

Αυτός μάλλον είναι και ο λόγος που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον κατηγόρησε ότι αρνείται την Αγία Γραφή και απέκτησε τη φήμη του άθεου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στο Ιάσιο της Βλαχίας και ανέπτυξε πολυσχιδή εθνική δράση. Πήρε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο το 1821 στην Β΄ στο Άστρος το 1823, που επιμελήθηκε τη σύνταξη ποινικού κώδικα και το 1822 δεινοπάθησε ως Αρμοστής των Νήσων του Αιγαίου. Το 1823 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όπου έζησε παραδίδοντας Μαθηματικά, Φυσική και Φιλοσοφία στα παιδιά των επιφανών Ελλήνων που κατέφυγαν τότε στην καθέδρα της κυβερνήσεως του επαναστατημένου Γένους. Ήταν μεγάλος πια και δυσκίνητος και τον φρόντιζε η Πανώρια Χατζηκώστα- Αϊβαλιώτη μέχρι το 1824 που πέθανε από τύφο.

Ως λογοτεχνικός ήρωας της κας Παπαδριανού είναι γενναιόδωρος, ενεργητικός και αταλάντευτος στο στόχο του να ξεσηκωθεί το Γένος, αλλά με την προϋπόθεση οι νοικοκυραίοι να ανοίξουν τα πουγκιά τους και οι καραβοκύρηδες να θέσουν τα καράβια και τα πληρώματά τους στην υπηρεσία του σκοπού. Διακηρύσσει, ως γνήσιος ορθολογιστής, ότι χωρίς χρήματα, καράβια και ομόνοια δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Επιμένει πολύ στην ομόνοια και στην ανάγκη να τιθασευτούν οι εγωιστικές παρορμήσεις και τα ατομικά συμφέροντα. Η κα Παπαδριανού τον παρουσιάζει με ασίγαστο πάθος να διδάσκει σε ακροατήρια σε σπίτια, καφενέδες, ναούς βάζοντας μπροστά τους τις αρχές στις οποίες έπρεπε να στηριχτούν για να πετύχει ο αγώνας. Κι ενώ παρουσιάζεται αυστηρός και ανυποχώρητος, την ίδια στιγμή διακρίνεται η λανθάνουσα τρυφερότητά του για τα παιδιά. Αυτός πείθει την Πανώρια να αναλάβει το ορφανό και ο ίδιος χρηματοδοτεί αγόγγυστα, με τους λιγοστούς του πόρους, τις ανάγκες επιβίωσής τους. Αυτός ο αυστηρός και αλύγιστος παπακαλόγερος με το ανοιχτό μυαλό, τον ορθό λόγο, την προηγμένη μαθηματική και φυσική παιδεία και τη σπάνια φιλοσοφική σκέψη, έγινε ο απόστολος της Φιλικής Εταιρείας ο διαπρύσιος κήρυκας της επανάστασης. Έδρασε στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο, εξορμώντας από τις Μικρασιατικές ακτές, όπου δίδαξε, συγκέντρωσε χρήματα και γέμισε με πολεμοφόδια το 1821 ένα καράβι του Παπαφλέσσα. Στο μυθιστόρημά μας, με δύο λόγια, παρουσιάζεται ως μορφή αυστηρή και δίκαιη με χαρακτήρα δομημένο με αρχές και σε βάσεις ορθολογικές, με γλώσσα καυστική και κάποτε ανελέητα δηκτική.

Οι αρετές του έργου

Πρώτη αρετή συνιστά η επιλογή του θέματος. Η λογοτεχνική δηλαδή ηρωποίηση δύο προσωπικοτήτων αδικημένων από τη θέση που κατέχουν στη νεοελληνική ιστορία και τη συνείδηση των Νεοελλήνων.

Η Ψωροκώσταινα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ιστορικής διαστρέβλωσης αφού είναι περισσότερο γνωστή από τη χρήση της παροιμιώδους φράσης της Ελλάδας ως Ψωροκώσταινας παρά από την κοινωνική και ιστορική της προσφορά. Η επιλογή της κας Παπαδριανού να φωτίσει την οικογενειακή της τραγωδία, να αναδείξει το κοινωνικό της έργο και να την καταστήσει λογοτεχνική ηρωίδα είναι επιλογή εύστοχη. Και είναι κατά τη γνώμη μου ευτυχής συγκυρία που γίνεται από μία λογοτεχνική πένα του Ναυπλίου, της πόλης δηλαδή που φιλοξένησε την Πανώρια για 10 περίπου χρόνια και της έδωσε το κοινωνικό πλαίσιο να ανάπτυξη τη δράση της και να βρει τη θέση της στην ιστορία.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ίσως είναι ο πιο αδικημένος από τους δασκάλους του Γένους, τουλάχιστον στην θέση που κατέχει ανάμεσά τους. Παρόλο που κατά τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη, υπήρξε «ο φιλοσοφικότερος από τους δασκάλους του Γένους» εν τούτοις είναι ο λιγότερο προβεβλημένος και γνωστός.

Ίσως, αυτό οφείλεται στη φήμη που απέκτησε ως άθεος αφού η άποψή του για τον φυσικό κόσμο ήρθε σε αντίθεση με την Αγία Γραφή, τουλάχιστον κατά τις ερμηνείες του σκληρού πυρήνα του Πατριαρχείου. Αυτό του στοίχισε και την απομάκρυνση του από τη Δ/νση της σχολής των Κυδωνιών και την δίωξη του από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης όπου δίδασκε και Φυσική και Μεταφυσική. Δεν πρόδωσε όμως τις ιδέες του και την επιστήμη για να κάνει εύκολη καριέρα, όπως και δεν έκανε εύκολα συμβιβασμούς σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Είναι αναγκαία, λοιπόν, η αποκατάστασή του, έστω και λογοτεχνικά, και είναι συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση η ανάδειξή του από την κα Παπαδριανού.

Δεύτερη και στερεή αρετή του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελούν τα ευδιάκριτα γνωρίσματα του λογοτεχνικού είδους που υπηρετεί, ώστε να έχουμε στα χέρια μας ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την αναγκαία χρονική απόσταση μεταξύ της ιστορικής δράσης των ηρώων και της συγγραφής, τη δράση ενός πλήθους προσώπων γνωστών από την επιστημονική ιστοριογραφία και την απαραίτητη αναφορά στην πυκνής ιστορικότητας χρονική περίοδο που αναφέρεται.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα του αποτελεί η πλοκή του έργου που υφαίνεται έξυπνα και φυσικά, δένοντας σε μια μοίρα τους δύο ήρωες, ο καθένας από τους οποίους ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά, η μια με πύρινους στεναγμούς και ο άλλος με βουβή αφοσίωση στο μεγάλο σκοπό.

Η μυθοπλασία δεν επιζητά φιοριτούρες ούτε εμπίπτει σε φλυαρίες που θα αφαιρούσαν από το έργο τη δωρικότητα και τη σταθερή εξέλιξη της πλοκής.

Ο κόσμος τον οποίο η κα Παπαδριανού ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες της δεν αποκτά αυτονομία που θα ζημίωνε τη φιλοτέχνηση του πορτραίτου των 2 κεντρικών ηρώων, αλλά λειτουργεί ως ο απαραίτητος κοινωνικός καμβάς πάνω στον οποίο η συγγραφέας κεντά με μαεστρία την εικόνα των 2 πρωταγωνιστών της.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Κατερίνας Παπαδριανού κερδίζει τον αναγνώστη με την αμεσότητα και τη λιτή γλώσσα, που δεν αποζητά τηνεντυπωσιοθηρία στους λογοτεχνισμούς τα εξεζητημένα σχήματα λόγου και την επιδεικτικότητα. Η γραφή της είναι δουλεμένη στη φυσική γλώσσα της εποχής μας και χαρακτηρίζεται από άνεση και φυσικότητα.

Ζωντανεύει πολυπρόσωπες σκηνές, φιλοτεχνεί εικόνες και δημιουργεί το σκηνικό με κινηματογραφική ευκολία, αφήνοντας την αίσθηση πως τα ιστορικά γεγονότα και η μυθοπλασία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Αξιομνημόνευτη είναι η ικανότητά της να πλάθει χαρακτήρες και να φιλοτεχνεί τα γνωρίσματα τους με απλότητα και φυσικότητα αφήνοντας στον αναγνώστη ισχυρό και ευδιάκριτο το «πρόσωπό» τους.

Και δεν μπορώ, φυσικά να μην εξάρω την δεξιοτεχνία της κας Παπαδριανού να εντάσσει στο λογοτεχνικό της πάζλ ιστορικές εικόνες, εμβληματικά πρόσωπα, αυθεντικές ιστορίες ακόμα και να δίνει ιστορική υπόσταση σε γνωστές παροιμιώδεις φράσεις. Ενδεικτικά από τα ιστορικά πρόσωπα αναφέρω τον πρόκριτο της Αχαΐας και φιλικό Ανδρέα Καλαμογδάρτη την κόρη του Καλλιόπη και το γαμπρό του Σπύρο Παπαλεξόπουλο, σύζυγο της Καλλιόπης, που έγινε, μέρες που είναι, ο πρώτος δήμαρχος Ναυπλιέων. Ακόμα τον Δημήτριο Υψηλάντη και την αγαπημένη του Μαντώ Μαυρογένους, τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον τιτάνιο αγώνα του. Λαϊκές, σχεδόν φολκλορικές, εικόνες μας δίνει με τον παλαιστή από το Αϊβαλή Τζίτζικα και την επίδειξή του στο κοινό του Ναυπλίου στην πλατεία του Πλατάνου, εικόνες με το γάμο στον Αϊ Γιώργη του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, αρχηγού του ιππικού, με «μια αιχμάλωτη όμορφη Τουρκοπούλα που πρώτα τη βάφτισε χριστιανή». Ο Φιλανδός φρούραρχος του Ναυπλίου Αύγουστος Μύρμπεργκ γίνεται αφορμή να βρει τη θέση του στο μυθιστόρημα και το φιλελληνικό λόμπυ του Ναυπλίου.

Χώρεσαν ακόμη χωρίς να σπάνε τη συνοχή ή να φαντάζουν ξένα σώματα ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, που πρώτος μπήκε στο Παλαμήδι στις 30 Νοεμβρίου του 1822, και το πήρε από τους Τούρκους μετά τη μακρά πολιορκία. Ο Ευαγγέλης Ποταμιάνος, ο θρυλικός αστυνόμος από την Κεφαλλονιά κι ένα πλήθος ακόμα γνωστών ιστορικών προσώπων παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου παίρνοντας σάρκα και οστά. Δεν λείπει ούτε η ταβέρνα της Μιχαλούς που έσπαγε στο ξύλο, η αντρογυναίκα ιδιοκτήτρια, όποιον αργούσε να πληρώσει τα βερεσέδια του.

Με λίγα λόγια Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ της Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Αξίζει να το διαβάσετε

Κατερίνα, σ’ ευχαριστούμε

  

Read Full Post »

Παρουσίαση του νέου Βιβλίου της Κατερίνας Παπαδριανού « Η Ψωροκώσταινα | Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος» στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

 

Η Ψωροκώσταινα

Η Ψωροκώσταινα

Την Κυριακή, 4 Μαΐου 2014 και ώρα 8 μ.μ. στην αίθουσα του Βουλευτικού Ναυπλίου, θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση του ιστορικού μυθιστορήματος της Κατερίνας Παπαδριανού – Κόρδαρη «Ψωροκώσταινα | Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος», έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η εκδήλωση οργανώνεται από τον Δήμο Ναυπλιέων και το Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ. ενώ για το νέο βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γιώργος Αναστασόπουλος, φιλόλογος του «Νέου Σχολείου» και η καθηγήτριά της Δήμητρα Δουλιγιέρη, φιλόλογος.

Η σκηνογράφος, ενδυματολόγος και ποιήτρια Ελένη Νανοπούλου θα διαβάσει αποσπάσματα του βιβλίου και ο τραγουδοποιός Γιάννης Νανόπουλος θα ερμηνεύσει τραγούδια εμπνευσμένα από το βιβλίο.

 

Read Full Post »

Νέα Έκδοση | Λυρικό Ημερολόγιο – Πάνος Λιαλιάτσης


 

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση ανακοινώνει την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Λυρικό Ημερολόγιο» του εκπαιδευτικού – λογοτέχνη Πάνου Λιαλιάτση. Παραδίδεται στον κόσμο ένας καλαίσθητος τόμος με τα άπαντα του ποιητή. Η έκδοση των ποιητικών απάντων ενός δημιουργού, δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να εντρυφήσει στο σύνολο του έργου του και στις κατά καιρούς πτυχώσεις του ποιητικού του οίστρου. Εμείς, στην Αργολική Βιβλιοθήκη, μόλις έφτασαν τα πρώτα βιβλία, αισθανθήκαμε την οσμή του νωπού ακόμη μελανιού σμιγμένη με την ευωδία του θυμιάματος και των αρωμάτων που η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση αναδύει.

 

Λυρικό Ημερολόγιο

Λυρικό Ημερολόγιο

 

Στην τιμητική βραδιά που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για τον ποιητή ο Δρ Κοινωνιολογίας κ. Γιώργος Κόνδης και η Καθηγήτρια – Λογοτέχνις κα Κατερίνα ΠαπαδριανούΘα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εισαγωγή στο βιβλίο είναι του Καθηγητή νέων ελληνικών στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού στο Παρίσι, Henri Tonnet.

Εδώ, παραθέτουμε ολόκληρη την εισαγωγή του Henri Tonnet και αποσπάσματα από τις ομιλίες των δύο διαπρεπών επιστημόνων.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

 

Με τον τόμο που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των ποιημάτων, στο «Βραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης». Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή – μερικές φορές κρυστάλλινη – ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες». Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη. 

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Ελευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής» (βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Μερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία – και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής – στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα – πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Αλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Ακόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Αγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση -την ψευδαίσθηση;- μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π. Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Ελένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς».

 

Μεταξύ άλλων ο Δρ. Κοινωνιολογίας κος Γιώργος Κόνδης είπε:

 

Δύσκολο, πολύ δύσκολο, να παρουσιάσει κανείς τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου όπως του Πάνου Λιαλιάτση διατηρώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην προσωπικότητα, το έργο και τη συμβολική της παρουσίας ενός ανθρώπου που αναζητά το αίτιο της ύπαρξής του στον αναχωρητισμό και ταυτόχρονα στην εγκοσμιότητα. Μόνο ως άσκηση πνευματική μπορεί κανείς να διανοηθεί μια τέτοια παρουσίαση και να ξεπεράσει το φόβο της απλουστευτικής καταγραφής μιας πορείας ζωής. Τον ευχαριστώ λοιπόν γιατί θέλησε χωρίς να δέχεται τον παραμικρό αντίλογο, να κάνω αυτή τη δύσκολη άσκηση υποδεικνύοντάς μου μάλιστα αρκετές φορές πως η παρουσίαση θα πρέπει να είναι απέριττη, σοβαρή, χωρίς ακρότητες.

Θα ξεκινήσω λοιπόν από αυτήν ακριβώς τη σπάνια αρετή του Δασκάλου με Δ κεφαλαίο. Την δημιουργική πορεία ζωής, όπου οι ανησυχίες, οι αναζητήσεις, τα συναισθήματα και οι στοχασμοί, αποτελούν μέρος μιας ήρεμης, αθόρυβης αν θέλετε στάσης, ενός αναχωρητισμού που επιτρέπει την κατάκτηση της αυτογνωσίας, του επίπονου διαλογισμού για το περιεχόμενο και τον σκοπό της ίδιας της ύπαρξης. Κι έπειτα, θα πρέπει να υπάρξει επιστροφή στα εγκόσμια. Στον βιοπορισμό. Στην οικογένεια. Στην εργασία. Στη βουή της πόλης. Το ίδιο ήρεμα και αθόρυβα. Αποδίδοντας το αποτέλεσμα της ψυχικής και διανοητικής διεργασίας που μόλις είχε περατώσει, στον κόσμο, στους γύρω του, στους μαθητές του. Γράφει ποιήματα, μεταφράζει λογοτεχνικά έργα, ασκείται στην ιστορία της λογοτεχνίας χαρίζοντας στον τόπο ένα εξαιρετικό έργο, την Αργολική Λογοτεχνία, αρθρογραφεί παρουσιάζοντας ένα μέρος της προσωπικής του πορείας, των δικών του αναζητήσεων και στάσεων ζωής…

Αυτή λοιπόν η πορεία ζωής, κατά την ταπεινή μου γνώμη, συνιστά κοινωνικό παράδειγμα. Και ο συμβολισμός του είναι τόσο πιο δυνατός όσο πιο θορυβώδης και επίπλαστη παρουσιάζεται και εξελίσσεται η περιρέουσα πραγματικότητα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης προέρχεται από την σπάνια εκείνη φύτρα ανθρώπων που έχουν ταχθεί να υπενθυμίζουν τις απαράβατες αρχές και τους όρους του εν κοινωνία βίου. Την ευγένεια, το ήθος, την εργατικότητα, την χρηστή προσωπικότητα ως αποτέλεσμα του αγαθού της παιδείας, την απόδοση στην κοινωνία των αποτελεσμάτων ενός έργου που του είχε ανατεθεί. Είναι ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν, ιδιαίτερα σήμερα, τον αξιοπρεπή από τον αυλοκόλακα, τον πεπαιδευμένο από τον απαίδευτο και τον ημιμαθή, τον σκεπτόμενο Πολίτη από τον πιθηκισμό της μάζας, την κριτική σκέψη από τον μηρυκασμό…

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Ο Πάνος Λιαλιάτσης είναι από τους ανθρώπους που αντιστέκονται στη γενικευμένη πλέον αγένεια μιας κοινωνίας που έμαθε να καταναλώνει χωρίς όρια και να εξισώνει χωρίς ηθικές αναστολές. Και γι’ αυτό το έργο του έχει ιδιαίτερη αξία. Είναι έργο ζωής. Έργο που διαμορφώνεται σε μια πορεία ζωής.

Η κλίση του για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση αρχίζει από τα εφηβικά του χρόνια κα εντείνεται στη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων. Όμως, είναι ο επαγγελματικός στίβος που θα κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να βρεθεί σε μαθητική τάξη διδάσκοντας και θα αναδείξει τις αρετές ενός πραγματικού Δασκάλου. «Γεννήθηκα ξημερώνοντας των Τριών Ιεραρχών» εξομολογείται και το επαναλαμβάνω μπροστά σας σαν για να πω πως ορισμένα πράγματα του βίου έχουν προ…καθοριστεί!

Περνά από το Δημοτικό Σχολείο Ασίνης και το Γυμνάσιο Ναυπλίου μέχρι το 1955 και στη συνέχεια εισάγεται στη Θεολογική Σχολή Αθηνών όπου φοιτά με υποτροφία του ΙΚΥ και παρακολουθεί ταυτόχρονα τη Φιλοσοφική Σχολή. Το 1963 -64 βρίσκεται στο Παρίσι με την υποτροφία της Καθολικής Εκκλησίας Oeuvred’Orient. Επιστρέφοντας την άνοιξη του 1964 η θέση του Επιμελητή ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου τον περιμένει. Αποκτά μια πρόσθετη επαγγελματική εμπειρία αλλά και γνώσεις σε νέα επιστημονικά αντικείμενα όπως τα νομικά και η εγκληματολογία.

Έτσι, μετά από βιοποριστική περιήγηση 10 ετών, φτάνει στο 1972 για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να διδάξει και να αναζωπυρώσει τη φλόγα που καίει μέσα του για την Εκπαίδευση.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δώσει ένα σοβαρό αγώνα για να ξεφύγουν εκπαιδευτικοί και μαθητές από την λογική μιας επαγγελματικής εκπαιδευτικής βαθμίδας που βρίσκεται σε κατώτερη θέση, υποβαθμισμένη δηλαδή, σε σχέση με την αντίστοιχη του γενικού λυκείου. Ολόκληρη η παρουσία του και η εκπαιδευτική του δραστηριότητα προσανατολίζονται στο να δημιουργήσουν ακριβώς μια αντίθετη εικόνα και να τονώσουν το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εκδρομές, οι σχολικές εορτές, οι ώρες οι αφιερωμένες στη λογοτεχνία και την ποίηση, δημιουργούν ένα σημαντικό ανάχωμα στην σκέψη «παιδιών ενός κατώτερου θεού».

Αλλά ο αγώνας του εκπαιδευτικού Λιαλιάτση στην επαγγελματική εκπαίδευση δεν αποτελεί τυχαία παρόρμηση ή έστω χαρούμενο ξέσπασμα από την αναπάντεχη πραγματοποίηση του ονείρου να δει εαυτόν διδάσκοντα. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς και γόνιμης διαδικασίας αυτογνωσίας και αυτοκαθορισμού στο σύνολο και ιδιαίτερα απέναντι στους νέους. Ήδη σε καιρούς περίεργους ο Πάνος Λιαλιάτσης τολμά να εκφράσει άποψη για τη σεξουαλικότητα των νέων και μάλιστα σε χριστιανικό περιοδικό με τόση και τέτοια καθαρότητα λόγου που προκαλεί έκπληξη αν αναλογισθεί κανείς τη χρονική περίοδο! Στη «Σύναξη» Νο 6 δημοσιεύει απάντηση στις αιτιάσεις ενός κ. Νέλλα :

«Αγαπητέ κύριε Νέλλα,

Το αφιέρωμα της «Σύναξης» στο ανθρώπινο σώμα ήταν πράγματι «ωραίο», γιατί έλειπε από τις σελίδες του το ανθρώπινο σώμα! Έλειπε δηλαδή ο έρωτας, η λειτουργική του, η συμβολική του, τούτη η materialgravis, η ξορκισμένη πραγματικότητα των θεολόγων ή, καλύτερα, των θρησκευομένων. Αφού ξεφύγαμε έτσι αυτή τη βασική λειτουργία του σώματος, καταφέραμε να το αποπνευματώσουμε και να το ωραιοποιήσουμε. Για άλλη μια φορά, η ορθόδοξη προβληματική απέφυγε τούτο το αγκάθι, που ματώνει ανέκαθεν το σώμα των θεολόγων. (…)

Πάντως οι νέοι μας σήμερα μεγαλώνουν ερήμην της Εκκλησίας. Έχουν τη γνώμη πως ξεμπέρδεψαν πια μ’ αυτήν και είναι ολότελα ελεύθεροι. Έτσι αρχίζει η δυστυχία τους: νέοι φανατισμοί, μίση, δουλείες, πάθη. Τούτη τη φορά δεν φτάνουν στο προγονικό τους «μέτρο». Τους προκαλεί η σιγή των χριστιανών για τα πεδία του σώματός τους που οι νέοι καταφάσκουν και γι’ αυτό κραυγάζουν. Αν τους είχαμε μιλήσει για την ερωτική ομιλία, που εικονίζει την καθολική δημιουργική λειτουργία και είναι προάγγελος της Αγάπης, όπου συναιρείται το εγώ και τα συ των σωμάτων μας στο εμείς του ποιητικού μυστηρίου, δε θα έφευγαν, ίσως, από την Εκκλησία. Θα έμεναν να φτιάξουν ζωντανά σπιτικά, σωστά παιδιά, λυτρωτική τέχνη και κατοικήσιμες πόλεις. Αλλά ποιος υπεύθυνος θα τους μιλήσει σ’αυτή τη γλώσσα;»

Ο Πάνος Λιαλιάτσης δεν σταμάτησε μόνο στη συγγραφή. Δεν περιορίστηκε απλά στη μνημόνευση. Συμμετείχε ενεργά στην πολιτισμική παραγωγή του τόπου και συνέβαλε στη διαμόρφωση και εξέλιξη δυο εξαιρετικών χώρων πνευματικής και επιστημονικής έκφρασης για το Ναύπλιο και την Αργολίδα: την Βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Και οι δυο χώροι αποτελούν ακόμα και σήμερα ζωντανούς οργανισμούς γενικότερης πολιτισμικής ανάπτυξης και έκφρασης.

Στη Γαλλία ο Πάνος Λιαλιάτσης θα έρθει με μεγαλύτερη ευκολία σε επαφή με τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής και τις σημαντικές φιλοσοφικές σκέψεις και αναζητήσεις. Ο Danieloux θα τον επηρεάσει σοβαρά ώστε να βιώσει ένα δυνατό δίλλημα ως προς τις πνευματικές του αναζητήσεις ανάμεσα στη λογοτεχνία ή την πατρολογία. Η φιλοσοφική Σχολή αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον αγαπημένο του χώρο για τον προσανατολισμό των φιλοσοφικών του αναζητήσεων.   Ανάμεσα στα πολλά έργα που θα μεταφράσει δυο είναι τα πιο σημαντικά και ταυτόχρονα ενδεικτικά των πνευματικών του αναζητήσεών. «Ο Ιησούς της Ναζαρέτ όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» του καθηγητή και Δημάρχου του Στρασβούργου Etienne Trocquet και «Η Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας» του Ηenri Τonnet που θα μεταφράσει μαζί με την καθηγήτρια της Γαλλικής γλώσσας Μαρίνα Καραμάνου.

Μπορεί το έργο του Πάνου Λιαλιάτση να χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να καταγράψει τη ζωή ως ένα διαρκές θαύμα στο δοκίμιο, όμως η μεγάλη του αγάπη για την ποίηση θα προσδώσει στην προσπάθεια αυτή ένα ξεχωριστό βηματισμό. Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια όταν πρωτοδημοσιεύει ποιήματα στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» αλλά και σε άλλες εφημερίδες της Αργολίδας· ως φοιτητής στη φιλολογική «Βραδυνή» που διευθύνει στη δεκαετία του 60 ο Μπάμπης Κλάρας και αργότερα στην Καθημερινή, τη Νέα Εστία, την Εποπτεία, τη Σύναξη και σε πολλά άλλα λογοτεχνικά βήματα, ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δημιουργήσει έναν βαθύ πνευματικό δεσμό με την Ποίηση, με το χώρο δηλαδή που του επιτρέπει και σήμερα ακόμα να βιώνει τον αναχωρητισμό και να χαίρεται την εγκοσμιότητα.

 

Τέλος, η κα Κατερίνα Παπαδριανού, στην εισήγησή της μίλησε για τον ερωτικό Πάνο Λιαλιάτση, προσεγγίζοντας το θέμα της με ιδιαίτερη λεπτότητα και ευαισθησία.

 

Ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης στην πλειοψηφία των ποιημάτων του είναι τρυφερός και ερωτικός. Ο Έρωτας στον οποίο αναφέρομαι αφορά στο τετράπτυχο Αγάπη-Ασίνη- Ανάπλι- Αγιόρος. Και οι τέσσερις λέξεις αρχίζουν από Α. Σύμπτωση; Ίσως.   Έρωτας για τον Κύριο, την Ορθοδοξία, τη Ζωή, τη Γυναίκα, τον Έρωτα για την Υπέρβαση και την Τελειότητα, τον Πλατωνικό έρωτα.

Παλικάρι είκοσι ετών ήρθε εξαίφνης τη νύχτα η αρρώστια να σου κλέψει το μισό φως της ημέρας και να κομίσει την ασχήμια στην όψη σου.Τότε πάλεψε με τον πόνο και τη θλίψη και τελικά συμβιβάστηκε με τον εαυτό του ανοίγοντας διάλογο με το έσω φως. Έτσι τον βρήκε και τον φίλησε ο θεός καταμεσίς στον κήπο των άστρων και από τότε γυρίζει τρελός στις στέρνες κυνηγώντας τα κοιμισμένα κουνούπια που φράζουν τον ουρανό και ύστερα άρχισε να σαλεύει τα πάντα που τον αφορούσαν και τον άγγιζαν και έγινε ο ποιητής σαλός. Ταράζει και ταράζεται. Ερωτεύτηκε την Ποίηση, την ποίηση στην οποία και βρήκε γιατρειά.

Μα εκεί που ο ποιητής φαίνεται να παλεύει πολύ, να αγωνίζεται σκληρά είναι στην προσπάθεια να ακουμπήσει, να πλησιάσει το Θεό. Ορέγεται να γευτεί τον ουράνιο παράδεισο και τεντώνει τα χέρια και το κορμί για το άπιαστο, την άλλη ύλη, την πνευματική. Και μετά από μεγάλο αγώνα και εκεί που ήλπιζε να βρει τη λύτρωση, αναδιπλώνεται και γυρνάει πάλι στη γη και στη σκληρή πραγματικότητα, φοβισμένος, αδύναμος, συντριμμένος από την απότομη πτώση κάνοντας αυστηρή κριτική στον εαυτό του…

Ο ποιητής στο ποίημα « Ο ΦΡΑΧΤΗΣ» που είναι της σχολής του Γιώργου Σεφέρη εκφράζεται με στίχους που εξιδανικεύουν τον Έρωτα   «της άλλης όχθης, όπου εκεί ακούς τη μουσική του Θεού και αφουγκράζεσαι την αναπνοή των αγγέλων». Θέλει ν’ ανέβει στα ύψη, κάνει πρόβες και δοκιμές, γυμνάζεται δυνατά για να ξεπεράσει τα εμπόδια για να πηδήξει το «ΦΡΑΧΤΗ» και να βρεθεί στον άλλο κόσμο, αυτόν που ονειρεύεται. Βλέπει όμως πως δεν μπορεί να τα καταφέρει όσο κι αν προσπαθεί όσο κι αν ματώνει και ύστερα απογοητεύεται και προσγειώνεται με κρότο. Πώς να πηδήξει το «Φράχτη», πώς να ξεπεράσει τα εμπόδια για να περάσει στην αντίπερα όχθη; Εδώ μοιάζει με τον Καβάφη γιατί μόνιμα έχει τη βάσανο που δεν τον αφήνει ήσυχο, υπάρχει ένας κόσμος που είναι όπως τον έχει φανταστεί ο ιδεατός, ο όμορφος, ο ερωτικός, ο αγνός και αμόλυντος αλλά η ζωή είναι αλλιώς και τον προσγειώνει ανώμαλα μέσα στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τα άπιαστα όνειρα και τα ιδανικά και να ζήσει στα καθημερινά, τα δύσκολα και τα ανούσια. Ίπταται, αιωρείται ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που πρέπει, έτσι απολογείται:

«Τι πληγή μετά την πρώτη μαγεία

να ξυπνήσεις σε μια μικρή πολιτεία

με την ομορφιά περιφραγμένη

και τα όνειρα αραδιασμένα σε ευθείες!»

Στο τέλος γέρνει με τους αδύναμους και καλοτυχίζει όλους όσους δεν διάβηκαν το φράχτη και έμειναν δεμένοι στις ρίζες τους, μακαρίζοντας όμως τους τολμηρούς οδοιπόρους. Εδώ, γιατί ο ποιητής άλλαξε γνώμη, τι συνέβη, γιατί δεν τόλμησε να πηδήξει το φράχτη και να περάσει στην αντίπερα όχθη; Μόνο ο ποιητής το γνωρίζει. Τέλος, απροσδόκητα σαν να θέλει να δικαιολογηθεί βγάζει το συμπέρασμα πως:

«Η απόσταση γεννά την Εδέμ…»

Και μετά γίνεται αυστηρός τιμωρός του «αδύναμου εαυτού του» λέγοντας πικρόχολα:

«πως ο θεός δε συμπαθεί τους βιαστικούς αγίους

και τους ειρωνεύεται κάποτε γκρεμίζοντάς τους

στο πρώτο σκαλί-λένε και πιο χαμηλά».

Αν θελήσει κάποιος να επιλέξει από τα ποιήματα του Πάνου Λιαλιάτση για να κάνει μια παρουσίαση των ποιημάτων του, πολύ γρήγορα θα αντιληφθεί πως είναι δύσκολο να διαλέξει. Είναι όλα ένα κι ένα, καλοδουλεμένα, προσεγμένα με απλά και καθαρά ελληνικά αφού ο ποιητής είναι ένας τέλειος γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της γλώσσας του Ευαγγελίου. Δεν είναι φλύαρος είναι φειδωλός, κατανοητός, λαγαρός και ήρεμος. Η ανάγνωσή τους δεν σε αγχώνει παρά σε ηρεμεί και σε λυτρώνει, αφού βρίσκεις πολλούς στίχους του, να σε αγγίζουν και να σε αφορούν. Σου κάνει καλό θαρρώ, στην ψυχή σου. Ναι η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση είναι ψυχοθεραπευτική!

  

Πάνος Λιαλιάτσης

«Λυρικό Ημερολόγιο»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Άργος, Μάρτιος, 2014.

192 σελίδες

ISBN 978-960-9650-10-6

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

 Το βιβλίο του Γιώργου Ρούβαλη «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες οικογενειών και άλλες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Στην ιστορική και πανέμορφη πόλη του Ναυπλίου υπάρχει μια παλιά, γραφική γειτονιά, σκαρφαλωμένη στη μέση του βράχου της Ακροναυπλίας. Είναι ο Ψαρομαχαλάς, η πιο παλιά γειτονιά του σύγχρονου Ναυπλίου, που χτίστηκε από τους Βενετσιάνους γύρω στο 1500, ενώ τα προγενέστερα χρόνια η πόλη περιοριζόταν στην Ακροναυπλία, στην κορυφή του λόφου.

Το όνομα του προέρχεται από τους ψαράδες, που έμεναν και μένουν εκεί και κάπως από την εγκατάσταση Ψαριανών προσφύγων μετά την καταστροφή του νησιού τους το 1824. Είναι μια παραδοσιακή γειτονιά με σπιτάκια λαϊκής τεχνοτροπίας, συνήθως ξύλινα και εύθραυστα, ασπρισμένα και νοικοκυρεμένα, λες και βρίσκεσαι σε νησί. Πολλοί τουρίστες αγνοούν ή δεν ευκαιρούν να ανέβουν εκεί και είναι κρίμα, γιατί το χρώμα του είναι μοναδικό.

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι κάτοικοί του είναι ακόμα ψαράδες, φτωχοί άνθρωποι, αλλά και μικροϋπάλληλοι και σήμερα ιδιοκτήτες πανσιόν και μικρών ξενοδοχείων με όλα τα κομφόρ. Έχουν από παλιά μια περηφάνια για τη γειτονιά τους, ένα εύθυμο και σκωπτικό πνεύμα και παράδοση στην καντάδα και το τραγούδι.

 

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

 

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Θυμούνται πώς ήταν η γειτονιά τους τη δεκαετία του ’30, αλλά και ’40, ’50, ’60 και ’70, όταν η ζωή ήταν φτωχική αλλά απλούστερη. Υπάρχουν ακόμα πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οικογενειών τους και άλλες παλιές φωτογραφίες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου

Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις

Αθήνα, 2012

ISBN: 978-960-99082-1-4

 

Ο Ψαρομαχαλάς του Ναυπλίου


 

 Γιώργος Κόνδης

Ομιλία στις 25 Μαΐου 2013 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Ψαρομαχαλάς» του Γ. Ρούβαλη.

 

Είναι πραγματικά παρήγορο το γεγονός πως παρά την κρίση και τα γενικότερα προβλήματα που βασανίζουν τη χώρα και τις τοπικές κοινωνίες, η Αργολίδα, είναι ίσως από τις λίγες περιπτώσεις νομών που η εκδοτική δραστηριότητα και η ερευνητική διάθεση παραμένει σε καλά επίπεδα. Είναι επίσης παρήγορο το γεγονός πως μια σειρά από επιτόπιες έρευνες βλέπει το φως της μέρας στην περιοχή μας, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στοιχεία στην ανάγνωση της τοπικής ιστορίας και στην κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Πρέπει να πούμε πως στην προσπάθεια αυτή συμβάλει σταθερά και το γενικότερο κλίμα που μας επιτρέπει να αναδείξουμε ιδιαίτερες πλευρές του κοινωνικού βίου και της πολιτισμικής παραγωγής του τόπου.

Ταυτόχρονα, οι μονογραφίες, οι επιτόπιες έρευνες και οι ευρύτερες αναζητήσεις επιστημονικές ή όχι, επιτρέπουν την πολύ σημαντική για την τοπική βιβλιογραφία σύνδεσή της με την εθνική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την παγκόσμια. Υπάρχει σαφώς μια διαφορά με τα κείμενα που δημοσιοποιούνται μέχρι και τη δεκαετία του 70 περίπου, καθώς μέχρι τότε η διάθεση καταγραφής ιστορικών γεγονότων, εθίμων, κλπ, γίνεται μέσα από μια παραγωγή κειμένων μνημονικού περισσότερο χαρακτήρα. Σήμερα βέβαια την ανάδειξη αυτών των μελετών υποβοηθά από τη μια η εμπειρία που έχουμε αποκτήσει σε μια σειρά από τεχνικές (συνέντευξης, περισσότερο συστηματικής αρχειακής έρευνας, χρήση φωτογραφικού υλικού, κλπ) και από την άλλη οι τοπικές εκδοτικές δυνατότητες που, παρά την βαθιά κρίση, εξακολουθούν να αντιστέκονται.

 

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

 

Με τον «Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου» ολοκληρώνεται μια πρώτη σημαντική προσπάθεια καταγραφής της μικροϊστορίας του Ναυπλίου. Θυμίζω εδώ πως, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αυτή, ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη καταθέσει δημόσια δυο σημαντικές μελέτες: «Ναύπλιον Σπηλιάδου 1» (2008) και «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου» (2009), το οποίο είχα και πάλι την τιμή να παρουσιάσω. Και οι δυο έγιναν από τις εκδόσεις «Ναύδετο», μιας εξαιρετικής εκδοτικής εμπειρίας για το Ναύπλιο και την Αργολίδα που δυστυχώς δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει και χάθηκε έτσι μια σημαντική ποιοτική ευκαιρία στο χώρο των τοπικών εκδόσεων.

Η μικροϊστορία του Ναυπλίου του Γιώργου Ρούβαλη εγγράφεται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια μιας περισσότερο συστηματοποιημένης καταγραφής και ανάλυσης του τρόπου ή των τρόπων με τους οποίους μια κοινωνία ενεργεί, οργανώνεται και κυρίως μιλάει για τον εαυτό της.

Ο τίτλος, «Μικροϊστορία», είναι ήδη πολύ σημαντικός αλλά και εξαιρετικά δύσκολος για να τον εξηγήσει κανείς λόγω των μεθοδολογικών κινδύνων που περικλείει. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι αναφέρεται ως πεδίο τοπικής έρευνας και ανάλυσης και γι’ αυτό μας δίνεται μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε δυο λόγια για το θέμα και αν μπορούμε να το συζητήσουμε στη συνέχεια.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Στο «Οι πέτρες και οι άνθρωποι», παρατίθεται εισαγωγικά μια πρώτη αρκετά καλή και ευκολονόητη εξήγηση του καθηγητή Luis Gonzalez με τίτλο «Μικροϊστορία και Κοινωνικές Επιστήμες», στην οποία η «Μικροϊστορία» προσδιορίζεται ως ιστορία των ανθρώπων ενός τόπου (μιας μικρής πατρίδας όπως λέει χαρακτηριστικά). Με άλλα λόγια οι προσωπικές ιστορίες, οι ατομικές και ομαδικές δραστηριότητες, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ομορφιά, καθημερινότητα, λόγος), αποτελούν το αντικείμενο μελέτης της μικροϊστορίας, της ιστορίας σε μεγάλη κλίμακα, που θα δώσει γενεσιουργό νόημα στη Μεγάλη Ιστορία, στην Ιστορία του Έθνους και του Λαού. Δεν γνωρίζω αν ο καθηγητής Luis Gonzalez είναι ο θεωρητικός της μικροϊστορίας, διότι εδώ και πολλά χρόνια οι μεγάλοι ιστορικοί όπως ο Μαρκ Μπλοχ και ο Ζωρζ Λεφέβρ έχουν εγκαινιάσει αυτό το ερευνητικό ρεύμα μέσα από την παρουσίαση μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά των μαζικών κινημάτων με κυριότερο παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση.

Η μεγάλη ανάπτυξη της μικροϊστορίας αρχίζει από το 1950 και μετά. Γνωρίζει μια θεαματική πρόοδο στη δεκαετία του 70 τόσο από την άποψη της θεματολογίας όσο και από την άποψη της ερευνητικής τεχνικής. Οι διαφορές βέβαια μεταξύ τους είναι μεγάλες. Η μικροϊστορία δεν διαθέτει ένα έτοιμο σώμα πηγών όπως η Μεγάλη Ιστορία. Η μία κινητοποιείται κυρίως από το συναίσθημα και ακολουθεί η ερευνητική διάθεση και λογική με την αυστηρότητα των ερευνητικών κανόνων, ενώ η άλλη προσδιορίζεται από την αρχή ως το τέλος στα αυστηρά πλαίσια της μεθοδολογίας μιας επιστήμης. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στην Αθήνα ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της μικροϊστορίας, ο Ιταλός ιστορικός Κάρλο Γκίντζμπουργκ, ο οποίος ορίζοντας την έρευνα αυτού του είδους μίλησε για καταγραφή στοιχείων «που διαφεύγουν της προσοχής».

Με άλλα λόγια απέναντι στο βάρος της κυριαρχίας των μεγάλων γεγονότων της Ιστορίας, η μικροϊστορία είναι η προσπάθεια άρσης της ανισότητας μεταξύ των φωνών των κυρίαρχων και όσων δεν έχουν φωνή. Οι τελευταίοι πρέπει να εντάσσονται στην ιστορική και κοινωνική έρευνα όχι δια της ανωνυμίας, όπως γράφει σε ένα αφιέρωμά του για τον Γκίντζμπουργκ ο Πέτρος-Ιωσήφ Σταγκανέλλης, «ως μια ομοιόμορφη και ομοιογενής μάζα της στατιστικής, ούτε ως άβουλοι καταναλωτές μιας κυρίαρχης, συμπαγούς κουλτούρας που φτάνει από «ψηλά» ή «απ’ έξω», αλλά ως παραγωγοί νοήματος, πολιτισμού, κουλτούρας, η οποία συναλλάσσεται, συνδιαλέγεται, παρά την ανισότητα ισχύος, με την ηγεμονική Ιστορία».

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Ακριβώς σ’ αυτό συμβάλουν και οι μονογραφίες όπως αυτές που έχει δημοσιοποιήσει ο Γ. Ρούβαλης και ιδιαίτερα «Ο Ψαρομαχαλάς» που παρουσιάζεται σήμερα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη προσδιορίσει με τις προηγούμενες μελέτες το συναισθηματικό σημείο εκκίνησης μιας ερευνητικής διάθεσης:

 

«…Η χαρά μου που ξανάβρισκα την πόλη μου, όπου τόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια είχα ζήσει – πάλι από τύχη – εκφράστηκε ακριβώς να ανασυνθέσω μέσα από τη γραφή τα χρόνια εκείνα του 50, 60 και 70, αλλά και να ξαναπλησιάσω τους συμπολίτες μου, να ακούσω τί είχαν να μου πουν, πώς είχαν ζήσει, τί σκέφτονταν για την πόλη μας, για τη ζωή και την κοινωνία».

 

Το προσωπικό συναίσθημα έχει μια τεράστια δημιουργική σημασία για τη μικροϊστορία, διότι όπως προανέφερα κινητοποιεί τον ερευνητή σε μιας μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή που ανοίγει νέους δρόμους στην ανάγνωση των τοπικών κοινωνιών.

Θέλω να αναφέρω την άποψη ενός άλλου μεγάλου ιστορικού, βασικού θεωρητικού της μικροϊστορίας ή όπως ο ίδιος ονομάζει, «της ιστορίας από τα κάτω, της ιστορίας των κοινών ανθρώπων», του Eric Hobsbawm: «Οι περισσότερες πηγές της ιστορίας των κοινών ανθρώπων αναγνωρίστηκαν ως πηγές επειδή κάποιος έθεσε ένα ερώτημα και μετά έψαξε απεγνωσμένα ολόγυρα να βρει έναν τρόπο – οποιονδήποτε τρόπο – να απαντήσει σ’ αυτό».

 

Αυτή η ίδια διάθεση διαπερνά, όπως ήδη τόνισα, τη σημερινή κατάθεση του συγγραφέα που μαζί με τα δυο προηγούμενα έργα αποτελούν σημαντικές προσπάθειες εμπλουτισμού της τοπικής ιστοριογραφίας. Η λογική του Γ. Ρούβαλη, η τεχνική του επίσης, είναι μια λογική περιδιάβασης. Και το θετικό της λογικής αυτής είναι η αποτύπωση χώρων και προσώπων με περισσότερο βιωματικό τρόπο, ξετυλίγοντας την ιστορική μνήμη ή, άλλοτε, καταγράφοντας το λόγο, το ζωντανό λόγο και τις συμπεριφορές.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Ξεκινώντας και στα δυο βιβλία από τα προσωπικά του βιώματα, το ίδιο του το σπίτι και την οικογένεια, ανοίγεται σε ένα χώρο και τους ανθρώπους που τον προσδιορίζουν. Ας μου επιτραπεί να επαναλάβω κάτι που έγραψα για το «Σπηλιάδου 1», λέγοντας πως αυτού του είδους η εκκίνηση μπορεί να φαντάζει εγωκεντρική, πιστεύω όμως πως το άνοιγμα ενός ιδιωτικού χώρου στην κοινή θέα, δηλώνει την ακριβώς αντίθετη εκτίμηση του εγωκεντρισμού. Με άλλα λόγια καταργώντας το απροσπέλαστο του ιδιωτικού χώρου, τον παρουσιάζει στο φως της μέρας και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του πέτρινου σπιτιού της Σπηλιάδου 1, μας βγάζει έξω στην άπλα της πόλης, στους δρόμους της, τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την ιστορία της, στις γειτονιές της.

Ίσως ο αναγνώστης διαβάζοντας την εισαγωγή του Luis Gonzalez να βρει τις απαραίτητες συνάφειες στα λόγια ενός άλλου μικροϊστορικού του Δον Ραφαέλ Μοντεχάνο: «Οι ιστορικοί της επαρχίας (που ασχολούνται με τις τοπικές ιστορίες) είμαστε ερημίτες κλεισμένοι σε μια πολύ σκληρή προβληματική… Σ’ εμάς επαληθεύεται αυτό που τραγούδησε ο Ματσάδο: Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον κάνεις περπατώντας».

Στον δρόμο αυτό συναντιούνται πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι και ξενοτοπίτες, άνθρωποι που έφτασαν εκεί από καινούριο ξεριζωμό και άλλοι που αναζήτησαν μια νέα μικρή πατρίδα. Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει στο πρόσωπο, καταγράφει τα στοιχεία της κοινωνικής του τροχιάς και ακολουθεί τα βήματά του στο Μεγάλο Δρόμο, στην Πρόνοια και στον Συνοικισμό, στο Νέο Βυζάντιο και σήμερα στον Ψαρομαχαλά.

Η ανασκαφή που επιχειρεί φέρνει ανάκατα ευρήματα που τα ταξινομεί στη λογική της ιστορίας ενός κοινού ανθρώπου που μνημονεύει. Ναι, δεν είναι παράξενο ούτε περίεργο να πει κανείς πως οι καταγραφές αυτού του είδους είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα μνημόσυνο για όσους έφτιαξαν την ιστορία της γειτονιάς και σήμερα δεν υπάρχουν. Στη μαστοριά αυτή στηρίζεται και η όποια ταυτότητα συντηρείται στους κατοίκους της περιοχής ακόμα και σήμερα. Η μνήμη είναι παρούσα και η ανάμνηση απλά της παρέχει παραδείγματα μίας προηγούμενης φάσης. «Θυμάμαι άλλες οικογένειες…». «Οι ψαρομαχαλιώτες ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους, είναι η παλιότερη γειτονιά, οι κάτοικοί του είναι «πολεμική φυλή», σημειώνεται για να τονιστεί ο θαρραλέος αγώνας των κατοίκων για την επιβίωση.

Ο συγγραφέας βρίσκει στα δρομάκια, στα σπίτια, στην Αγ. Σοφία, στη Λάκα και στα μαγαζάκια της περιοχής τούς ανθρώπους του Ψαρομαχαλά και τους δίνει το λόγο. Ζητά από τους πιτσιρικάδες να ξαναρχίσουν τον πετροπόλεμό τους ή κρυφά και συνωμοτικά να κλέψουν τις βάρκες των γονιών τους και να κάνουν ξαφνική απόβαση στο πίσω μέρος της Πρόνοιας για να «χτυπήσουν» τον τοπικό νεανικό στρατό.

Από το Μεντρεσέ ή φυλακές Λεονάρδου καθώς πλένει στη σκάφη μια γλυκιά γυναικεία φωνή στέλνει τραγουδιστά τους στίχους αυτούς του Θεόδωρου Κωστούρου στις ψαρομαχαλιώτισσες:

 

Τα παράθυρα πλουμιστά

Με ντάλιες κι αρμπαρόριζες

Και τα γεράνια τουφωτά

Να στέκουν μες τη γλάστρα

Κι αν θα περνούσες δειλινό

Πίσω τους θα ξεχώριζες

Να τα ποτίζει αργά-αργά

Μια κόρη ξελογιάστρα.

 

Και πάλι καθώς το φως της μέρας σιγόσβηνε, άρχισε να γεμίζει το ταβερνάκι του Μπλατσάρα, από όσους ήθελαν να πιουν το κάματό τους μέχρις εκείνη την ονειρική στιγμή που θα το τραγουδούσαν μαζί με τις μελαγχολικές πενιές και τα ταξίμια του Βασίλη Βασιλείου:

 

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Γιάλα, γιάλα

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μού ειπανε πως τοηυρε μια νοικοκυρά

Δος μου το μαντήλι φως μου! Κράτα τα φλουριά.

 

Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει μόνιμα, όπως και στα δυο προηγούμενα, στο πρόσωπο και το αφήνει να διηγηθεί την ιστορία του που είναι και ιστορία της γειτονιάς, που είναι και ιστορία της πόλης. Η Ελένη Κοββατζή, η Μαρίκα Βασιλείου, ο τεχνίτης Γιώργης Δρυμούρας, ο εστιάτορας Τσαουσόπουλος, ο Θύμιος Ρούσσος και πολλοί άλλοι από όσους περπάτησαν στα δρομάκια του ψαρομαχαλά και της πόλης. Δεν θα παρουσιάσω αυτά που λένε καθώς οι ίδιοι εδώ, σήμερα, θα μας μιλήσουν για τη συνοικία και τη ζωή τους. Όμως, η προσωπογράφηση του χώρου δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στην ίδια την έρευνα καθώς μια σειρά από χαρακτηριστικά αναδύονται: επαγγελματικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με τη φωνή, το σώμα και το πρόσωπο, την ομορφιά, τη σπιρτάδα, τη φωνή και πολλά άλλα που υπενθυμίζουν, έμμεσα μερικές φορές, τους κανόνες με τους οποίους ορίζεται η κοινωνική συμβίωση από χρόνο σε χρόνο, από περιοχή σε περιοχή και από ομάδα σε ομάδα. «Στο καφενεία του Μπουρμά στην Πρόνοια», λέει ο Θύμιος Ρούσσος, «μάθαμε να χορεύουμε τανγκό, άντρας με άντρα» ή ακόμα για κάποιον πατέρα που ήταν «πολύ αυστηρός και κάποτε δεν επέτρεψε στην κόρη του να πάει μια βόλτα στο Άργος, ούτε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο».

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις αλληλεγγύης που συνδέουν τους κατοίκους, τυπικό γνώρισμα των πολύ μικρών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνων που είναι περιορισμένες στο χώρο, αποτελούν κι εδώ ένα σημαντικό μηχανισμό διατήρησης μιας ταυτότητας ακόμα και στην περίπτωση όπου εξωγενείς παράγοντες αλλοιώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς και την τυπική καθημερινότητα. Ο τουρισμός, για παράδειγμα, θα είναι εκείνος που θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις νοοτροπίες αλλά και στους τρόπους ζωής, χωρίς αυτό να είναι πάντα απαραιτήτως καλό. Αντίθετα επέτρεψε ίσως, στην περίπτωση αυτή, να διατηρηθεί το αρχιτεκτονικό χρώμα και ο καθημερινός ρυθμός ζωής της περιοχής και κυρίως έδωσε τη δυνατότητα της παραμονής στο χώρο αποτρέποντας τη φυγή και την ερημοποίηση.

 

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα  πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

 

Θέλω τέλος να αναφερθώ συνοπτικά, σε μια άλλη διαφορετική όσο και συμπληρωματική ματιά στο χώρο που καταγράφεται από τους ανθρώπους ενός εγγράμματου συναισθηματισμού. Είτε με ποίηση είτε με πεζό λόγο, ο Αντώνης Λεκόπουλος ή Αναπλιώτης, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Αλέκος Μουτζουρίδης, ο Νίκος Καρούζος, ο Τάκης Φρεδιανός, ο Άγγελος Χαδιαράκος και η Τερέζα Ρούβαλη, αντιμετώπισαν τον ψαρομαχαλά με το λυρισμό του ανθρώπου που βλέπει πίσω από την καθημερινότητα, που αποστασιοποιείται από αυτήν ή ακόμα την καταγράφει σβήνοντας τις μελανιές και τις διάφορες μουτζούρες και αφήνοντας την καλλιγραφία να καταγράψει πρόσωπα και χώρο σε προτρέπει, όπως ο Θόδωρος Κωστούρος, να δεις μ’ αυτή τη ματιά τον ψαρομαχαλά.

 

«Να πάς! Εδώ πάνω κατοικεί, χρόνια τώρα, ακέρηα κι αφτιασίδωτη, η Αναπλιώτικη ψυχή. Είναι ο μαχαλάς των ανθρώπων της θάλασσας. Των απλών ανθρώπων με το γαλάζιο βλέμμα, το ξάστερο πούχει την ασπράδα των γλάρων. Η θάλασσα είναι το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Η παντοχή τους και η μοίρα τους».

 

Νομίζω πως ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο αυτό, όπως και το προηγούμενο θα πρέπει ν’ αφεθεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής, που μερικώς είναι αυτή του συγγραφέα, και να γνωρίσει ή να αναγνωρίσει στο σήμερα τα πρόσωπα του τότε (όχι και τόσο μακρινού) και να ψηλαφίσει τα χνάρια που άφησαν στους χώρους, δημόσιους και μη, της πόλης του Ναυπλίου.

Από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, θα ανταμειφθεί με ένα πλήθος πληροφοριών για το Ναύπλιο και τους ανθρώπους του και σίγουρα θα αναγνωρίσει στις σελίδες αυτές παρόμοιες εικόνες βγαλμένες από τα δικά του βιώματα. Σίγουρα θα έχει μπροστά του ένα καλό φωτογραφικό υλικό, που θα τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τί συνέβη στο βράχο, πόσες ψυχές ντόπιες και ξένες στριμώχτηκαν στα μικρά του πλατέματα και πώς σώθηκε αυτός ο χώρος για να τις μνημονεύει στο πέρασμα του χρόνου, στα σοκάκια του, στους τοίχους των σπιτιών του, στις πύλες των μνημείων του, στις μπουκαμβίλιες των κήπων του.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω και πάλι τη σημασία που έχει για την τοπική και εθνική βιβλιογραφία αυτός ο πλούτος αργολικών εκδόσεων που συγκρατούν το χρόνο όχι απλά για να μελαγχολήσουν οι «ώριμοι», αλλά για να τον κάνουν αναγνωρίσιμο χρόνο σε όλους, μέρος μιας ταυτότητας που την κατασκευάζουμε συνειδητά για να μας ορίζει, να μας προσδιορίζει και να μας δίνει πάντα τη δυνατότητα να την κατασκευάζουμε και να την αλλάζουμε ανάλογα με την αυτοσυνείδητη πορεία μας στο χρόνο.

 

Κι’ όγιος μπορεί και δύνεται,

(Γεννιέται αυτό, δε γίνεται),

Νοιώθει· πονεί· γλεντάει…

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »