Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Κοσεγιάν Χαρά


 

Η Χαρά Κοσεγιάν στο βήμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», 17 Ιανουαρίου 2016.

Η Χαρά Κοσεγιάν – Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης – γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ζούσε στη Ρόδο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1982-1986 και το 2002 ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής ήταν το «Αναμορφωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο». Εξειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στη διδακτική της γλώσσας σε παιδιά με Μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τώρα εργάζεται προς την κατάκτηση μεταδιδακτορικού στο Πανεπιστήμιο Πατρών με θέμα «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γεωεπιστήμες». Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (ΤΕΠΑΕΣ) στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξειδίκευση στους μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες.

Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων- τόσο επιστημονικών όσο και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος- σε εφημερίδες και περιοδικά.

Από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου και εργάζεται ως εμπειρογνώμων για τη ανάπτυξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, στο Πλαίσιο της πράξης Νέο πρόγραμμα σπουδών, στο επιστημονικό πεδίο: Ελληνική Γλώσσα- Γλωσσικός Γραμματισμός.

Στον επιστημονικό χώρο έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων που αφορούν τη Διδακτική Μεθοδολογία και την Ελληνική γλώσσα και Γραμματεία.

Επιστημονικά βιβλία:

  • «Λουκιανού Αληθής Ιστορία Α΄» : Εισαγωγή- Μετάφραση- Σχόλια Χαράς Κοσεγιάν, με σκίτσα των μαθητών του Γυμνασίου Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα Αρχαία Ελληνικά εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.
  • «Αρχαία επιβιώματα στα Νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια» Συμβολή στην έρευνα μέσα από το παράδειγμα -κυρίως- των παραδοσιακών τραγουδιών της Καρπάθου, Παπαζήση, Αθήνα 2010.
  • Eυαγγελία Μουλά- Χαρά Κοσεγιάν, «Η αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση», Κριτική, Αθήνα 2010.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1998 με το έργο «Πευκοβελόνες». Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά της:

«Έχει κι άλλες όψεις το φεγγάρι», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1999.

«Γλυκό με θλιμμένα καρύδια», Κοχλίας, 2002.

«Ανατέλλει και στη Ντέια», Κοχλίας. 2003.

«Η λοχεία της απουσίας», Οδός Πανός, 2013.

Παράλληλα έχει δημοσιεύσει έρευνες που αφορούν στη Λογοτεχνία και διηγήματα σε περιοδικά, όπως το Δίφωνο, το περιοδ. 5/7, τα Ροδιακά Γράμματα, ενώ κείμενά της έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο του Παναγιώτη Νούτσου, Κως, Μια πόλη στη Λογοτεχνία (Μεταίχμιο).

Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 23 Αύγουστου 2018, σε ηλικία μόλις 54 ετών, χάνοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ – Ένας Βαυαρός Αντιβασιλέας στην Αργολίδα


 

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ Μάουρερ (1790-1872) υπήρξε ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας για τον ανήλικο πρώτο βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα. Παρέμεινε στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1833 μέχρι το τέλος Ιουλίου 1834, δυο μήνες πριν αποφασιστεί η οριστική μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Δίχως αμφιβολία και μόνο με το έργο του θα πρέπει να θεωρηθεί το πλέον σημαντικό στέλεχος της πρώτης βαυαρικής διοίκησης της χώρας. Αλλά ήταν σημαντικός νομικός στην πατρίδα του, με κύρος και αναγνώριση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχοντας άλλωστε ανέλθει σε ανώτατα αξιώματα του τότε βασιλείου της Βαυαρίας.

 Σε αυτόν κατά κύριο λόγο οφείλεται η σύνταξη βασικών νομικών κωδίκων στην Ελλάδα, οι οποίοι ίσχυσαν για πάνω από εκατό χρόνια και η προσπάθεια για ανασύσταση της δημόσιας διοίκησης κατά ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποστηρικτής της «πεφωτισμένης μοναρχίας» και ιδεολογικά ακράδαντα προσκολλημένος σε αυτήν, δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε σε όλο βάθος τους τα προβλήματα και τις νοοτροπίες της Ελλάδας του 1833-34, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τις έντονες εμφύλιες αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν. Στο μείζον για την Ελλάδα έργο του «Ο ελληνικός λαός», που το αφιερώνει ακριβώς στους Έλληνες, οι αντιφάσεις του όσον αφορά την πρόσληψη γεγονότων, τοπικών ψυχολογιών, νοοτροπιών και αντιδράσεων είναι έκδηλες και ασφαλώς αυτές τον ώθησαν σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή να αντιπαρατεθεί έντονα προς τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα και, κατά συνέπεια, να συνταχθεί προς τη δίκη και καταδίκη τους.

Όμως μέσα από το πολυσήμαντο σύγγραμμά του έρχονται σε φως οξύτατες παρατηρήσεις του για τις διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, για τη διοικητική οργάνωση της χώρας και για τις προοπτικές της, ενώ αποτυπώνει πολλές πλευρές όχι μόνο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αλλά ακόμα και του φυσικού τοπίου, μάλιστα του Ναυπλίου και της Αργολίδας, για την οποία περιέχεται και καταγραφή θεσμών στον τομέα του Δικαίου των προσώπων – Αστικού Δικαίου, του οποίου ο Μάουρερ δεν προχώρησε την κωδικοποίηση, όχι μόνο για λόγους χρονικών περιορισμών, αλλά και γιατί πίστευε ότι το Δίκαιο αυτό και η κωδικοποίηση του θα έπρεπε να είναι απότοκα των τοπικών εθίμων. Σε αυτόν άλλωστε οφείλεται και η δικαιïκή εξίσωση νόμων και εθίμων.

Στόχος της εισήγησης είναι όχι μόνο να αντιμετωπιστεί ίσως με ένα άλλο φως η περίπτωση και το έργο του Μάουρερ στην Αργολίδα και στην Ελλάδα, αλλά να προκληθεί προβληματισμός γύρω και από ορισμένα σήμερα ισχύοντα και (ακόμα) συμβαίνοντα, πράγμα που θα μπορούμε να καταλήξει και σε μία εκ νέου έρευνα του έργου του και στην Ελλάδα.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ διατέλεσε – μόλις για ενάμιση περίπου χρόνο – μέλος της Αντιβασιλείας του ανήλικου βασιλιά Όθωνα στην Ελλά­δα και από πολλούς έχει παρουσιαστεί τουλάχιστον ως αντιφατικό πρόσωπο. Μεγάλου κύρους νομικός στην πατρίδα του, επελέγη από τον ίδιο τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο ως ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας που αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833. Ήταν πιστός μο­ναρχικός, οπαδός της «πεφωτισμένης» μοναρχίας, με «πατρική» στάση προς τον λαό και είχε σαφώς την πρόθεση να θέσει τις βάσεις για σωστή οργάνωση του κράτους και να ωθήσει τον λαό σε πολιτισμική άνοδο. Οι αντιλήψεις του αυτές δεν διέκριναν μόνο τον ίδιο, αλλά αποτελούσαν γνωρίσματα πολλών «hommes d᾿ État» της εποχής του, αλλά και άλλων, μετέπειτα.

Στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα αναγνωρίζεται η θεμελιακή συμβολή του Μάουρερ στη μελέτη των μεσαιωνικών κοινωνιών και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στη διαμόρφωση της νομοθεσίας μετά την έλευση του Όθωνα, στην οργάνωση της δικαιοσύνης και της παιδείας, στο θέμα του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και στην καταγραφή του τοπικού, Αστικού θα λέγαμε σήμερα, εθιμικού δικαίου, μέσα από το θεμε­λιώδες έργο του Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung: vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. juli 1834. Από το έργο αυτό προέρχονται οι πληροφορίες για την Αργολίδα, στις οποίες θα αναφερθούμε. [1]

Στο έργο αυτό είναι έκδηλη η πρόθεση του συγγραφέα να υποστηρίξει ότι εργάστηκε για την ανόρθωση της χώρας, για την εξυγίανση των δημόσιων πραγμάτων (όταν ήλθε σε σύγκρουση με τον πολυ­έξοδο κόμη Άρμανσμπεργκ, επίσης μέλος της πρώτης Αντιβασιλείας), αλλά και για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος, ευρισκό­μενος πάντα σε άμεση σχέση με τον βασιλιά, θα υπερέβαινε τον μέχρι τότε φατριαστικό διαχωρισμό των πολιτικών δυνάμεων στα υπάρχοντα κόμματα («αγγλικό», «γαλλικό» και «ρωσικό») και θα ονομαζόταν «καποδιστριακό» κόμμα, όπως ο ίδιος γράφει στο έργο του.

Η αντίφαση στη δράση του παρουσιάζεται από τη στιγμή που συντάσσε­ται, και μάλιστα πρωταγωνιστεί, στην παραπομπή σε δίκη των Θ. Κολοκο­τρώνη και Δ. Πλαπούτα, δίκη κατά την οποία διακρίθηκε τόσο ο Σκώτος Εδ. Μάσσων ως εισαγγελέας όσο και οι δικαστές Αν. Πολυζώϊδης και Γ. Τερτσέ­της, οι οποίοι ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να λάβουν εξωδικαστικές εντολές και διαχώρισαν τη θέση τους, δίνοντας ένα διαχρονικό παράδειγμα.

Το έργο του Μάουρερ εκδόθηκε το 1835 στη Χαϊδελβέργη· ο πρόλογος του συγγραφέα φέρει ημερομηνία 1.6.1835, επομένως, σε διάστημα μικρό­τερο των δέκα μηνών από την απομάκρυνση του από την Αντιβασιλεία είχε ήδη συντάξει το ογκώδες τρίτομο έργο του, το οποίο τυπώθηκε πάραυτα. Για περισσότερα από 100 χρόνια παρέμεινε αμετάφραστο στα ελληνικά και μόλις επί Κατοχής, το 1943, κυκλοφόρησε, με μεγάλη υστέρηση σε τεχνικό επίπε­δο, μία πρώτη μετάφραση του από τον καθηγητή Χρ. Πράτσικα και τον εφέτη Ευστ. Καραστάθη, σε στρυφνή καθαρεύουσα, μετάφραση που κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα και κατέληξε σε νομικές βιβλιοθήκες, δίχως να απασχολήσει ιδιαίτερα τις ειδικότητες που κυρίως θα όφειλαν να ενδιαφερθούν, δηλαδή τους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους.

Το 1976 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο των αδελφών Τολίδη νέα μετάφραση σε στρωτή δημοτική, της Όλγας Ρομπάκη, με σύντομο εισαγωγι­κό σημείωμα του ιστορικού Τάσου Βουρνά. Μόνο τα κείμενα στον τόμο του 1976 αριθμούν συνολικά 765 σελίδες. Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε με δυο λόγια στη δομή του έργου. Στον σύντομο πρόλογο του ο Μάουρερ εξηγεί ότι ανακλήθηκε στη Βαυαρία με εντολή του Λουδοβίκου (31 Ιουλίου 1834), χωρίς – μέχρι το χρονικό διάστημα της έκδοσης του βιβλίου – να του έχει δοθεί η παραμικρή εξήγηση για τον λόγο της ανάκλησής του, μαζί με τον γραμματέα και αναπληρωτή στο Συμβούλιο της Αντιβασιλείας, τον Άμπελ, αν και, όπως ο ίδιος σημειώνει, η βαυαρική Αυλή είχε εγκαταστήσει «επιτετραμμένο» στο Ναύπλιο και έτσι «μάθαινε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβαιναν». Είχε προ­ηγηθεί επίθεση εναντίον του από βαυαρικές εφημερίδες, η οποία στηριζόταν – κατ᾿ αυτόν- σε συκοφαντίες, χωρίς να αναφέρει όμως κάτι συγκεκριμένο, πλην μιας φήμης ότι δήθεν σχεδίαζε την απομάκρυνση του Αρμανσμπεργκ, για να καταστεί εκείνος ο κύριος αντιβασιλέας.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος. Λιθογραφία,  Gottlieb Bodmer, 1836.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος. Λιθογραφία, Gottlieb Bodmer, 1836.

 

Το βιβλίο του ο Μάουρερ το αφιερώνει στον ελληνικό λαό και στο πρώτο μέρος δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα πριν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, εστιάζοντας κυρίως στις υφιστάμενες τότε δομές της χώρας, στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα, στην επιρροή του κλήρου και στις σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές. Στη συνέχεια καταγράφει το ελληνικό εθιμικό δίκαιο, όπως αυτό ίσχυε κατά περιοχές – εμείς θα εστιά­σουμε στα σχετικά με την Αργολίδα -, ακολουθεί ανάλυση για την ελληνική Εκκλησία, Ορθόδοξη και «Λατινική», όπως ο ίδιος γράφει, και ο πρώτος τόμος τελειώνει με αναφορές στην κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι και την άφιξη του Όθωνα, με αναφορές κυρίως στους θεσμούς και στο όλο διοικητικό σύστημα.

Στον δεύτερο τόμο περιγράφονται τα μέτρα οργάνωσης και αναμόρφωσης όλων των θεσμών του κράτους, που προωθήθηκαν το διάστημα 1833-1834. Παράλληλα, ο συγγραφέας επανέρχεται στο εθιμικό δίκαιο και το προσεγγίζει πλέον όχι με βάση τις καταγραφές που ο ίδιος είχε φροντίσει να γίνουν, αλλά με τρόπο συνολικότε­ρο, σημειώνοντας ιδιαίτερα τα εξής ενδιαφέροντα:

Για το Αστικό δίκαιο σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν διέθετε ακόμη σχετικό κώδικα, άλλωστε για τον λόγο αυτό είχε προβεί στην καταγραφή και συλλογή των κανόνων του εθιμικού δικαίου, και επιχειρεί μία σύντομη εξιστόρησή του, τουλάχιστον όπως αυτός το γνώρισε. Συγκεκριμένα γράφει:

 

Γίνεται βέβαια στην Ελλάδα κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, αλλά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι πολύ ξεκαθαρισμένα […]. Υπάρχουν επίσης στην Ελλάδα διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, όπως οι προύχοντες, οι κληρικοί και οι χωρικοί. Δεν υπάρχουν όμως ανάμεσα σ’ αυ­τές τις τάξεις κατοχυρωμένα βασικά κοινωνικά προνόμια. Όλοι οι άνθρω­ποι των διαφορετικών αυτών τάξεων είναι ελεύθεροι, γιατί δεν υπάρχουν στο ελληνικό βασίλειο δουλοπάροικοι, απελεύθεροι ή δούλοι, αλλά ούτε υπάρχει και καμία τάξη με τα αναγνωρισμένα προνόμια της αριστοκρατίας […]. Το λαϊκό μάλιστα αίσθημα τόσο απεχθάνεται κάτι τέτοιες διακρίσεις, ώστε κτυπά αμείλικτα τους διάφορους Φαναριώτες που έχουν τη μανία να προσθέτουν στο όνομά τους τον τίτλο του πρίγκηπα, μόνο και μόνο για­τί έτυχε κάποιος πρόγονός τους να είχε διοριστεί κάποτε «ηγεμόνας» στη Μολδαβία ή τη Βλαχία.

 

Στη συνέχεια ο Μάουρερ επιχειρεί μια γενική επισκόπηση όλων των το­μέων του Αστικού δικαίου, καταγράφει, ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο και το Ποινικό δίκαιο, εκθέτοντας κυρίως τη δικονομική πλευρά του, και καταλήγει με την οργάνωση των δικαστηρίων, την οποία προώθησε επίσης ο ίδιος.

Το έργο κλείνει με το πλέον πολιτικό κείμενο του Μάουρερ, έκτασης 35 σελίδων, υπό τον τίτλο «Η κατάσταση του Ελληνικού Λαού κατά το διάστημα της αντιβασιλείας μέχρι την 31η Ιουλίου 1834» (σ. 733-768 της ελληνικής έκδοσης). Εδώ υποστηρίζει ότι υπήρξε συνωμοσία του Κολοκοτρώνη και του Βαυαρού Φραντς, στον οποίο αναφέρεται και αλλού, αποφεύγει όμως την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων. Επιτίθεται στον Άρμανσμπεργκ, στον οποίο αποδίδει την πρόθεση να αναλάβει μόνος αυτός την Αντιβασιλεία. Στο ίδιο κεφάλαιο σημειώνεται η απόλυτη αλλαγή στάσης απέναντι στα παλαιά στελέχη της προηγούμενης καποδιστριακής διοίκησης, τους οποίους κατα­τάσσει πλέον στην πλευρά των «συνωμοτών».

Αναφέρει, επίσης, ότι κατά την ίδια περίοδο ολοκληρώθηκαν οι νέοι κώ­δικες (ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και ο Κώδικας του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων) και επανέρχεται στη «συνωμοσία», στην οποία θεωρεί ότι συμμετείχαν και οι Φαναριώτες, ενώ επιμένει ότι, κατά την ίδια περίοδο, υπήρξε βελτίωση της γενικής κατάστασης, αναφέροντας, μάλιστα, ότι πολλοί από τους αγωνιστές τοποθετήθηκαν σε θέσεις ανάλογα με τα προσόντα τους, ενώ πολλοί άλλοι τιμήθηκαν με παράσημα.

Παρά τη διεισδυτικότητα της σκέψης του, δεν φαίνεται ότι ο Μάουρερ είχε αντιληφθεί, τουλάχιστον σε όλη την έκταση του, το θέμα του παραγκω­νισμού των αγωνιστών της Επανάστασης, που συντελέστηκε στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της κρατικής μηχανής, πράγμα, άλλωστε, που οδήγησε άφευκτα σε μεταγενέστερες και πολύ σημαντικές συγκρούσεις, και, εν τέλει, στην Επανάσταση του 1843. Παρόλο που δηλώνει ότι είχε συνείδηση για τις δυσκολίες του Καποδίστρια, που οδήγησαν και στη δολοφονία του, φαίνεται ότι, αναίμακτα αυτή τη φορά, αλλά και με τη συμβολή της διαφοράς του με άλλα μέλη της Αντιβασιλείας, κατέληξε σε ανάλογο σημείο. Βεβαίως, οι ανα­λύσεις που καταγράφονται στο τέλος του έργου του Μάουρερ θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν θέμα συζήτησης, στην οποία θα έπρεπε να συναξιολογηθεί και η μελέτη – άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη για τον Μάσσων, η οποία γράφτηκε πολύ μετά τη δίκη του 1834 και με εντελή ψυχραιμία (η μελέτη γράφτηκε το 1915). Αυτό όμως θα μας απομάκρυνε από το κυρίως θέμα μας.

Πριν υπεισέλθουμε σε αυτό, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να σταθούμε – με μεγάλη συντομία- σε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του Μάουρερ: Γεννήθηκε το 1790 και πέθανε το 1872. Η βιογραφία του, κείμενο που αναγνώστηκε ως διάλεξη στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από τον δικηγό­ρο Κ. Θ. Κυριακόπουλο, στις 20.12.1927, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του Πρώτου Συνεδρίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, το 1928. Ο Κυ­ριακόπουλος, έχοντας λάβει, υποθέτω, υπόψη του τη σχετική γερμανική βι­βλιογραφία, υποστηρίζει ότι ο Μάουρερ από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε ενστερνιστεί φιλελεύθερες ιδέες, απότοκες της Γαλλικής Επανάστασης, και πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της Δικαιοσύνης σε φιλελεύθερες βά­σεις. Στο Παρίσι έκανε έρευνες για το αρχαίο γαλλικό και γερμανικό δίκαιο, ως συνεχιστής του θεμελιωτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου Σαβινύ, και όταν επέστρεψε στη Βαυαρία, διορίστηκε αρχικά Αντεισαγγελέας Εφετών και κατόπιν Εφέτης και μέλος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το 1826 διορίστηκε Καθηγητής του Ιδιωτικού Δικαίου και της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ στη συνέχεια τον υπέδειξε ως διάδοχο του ο περιβόητος, τότε, Καθηγητής Άιχορν στην έδρα του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν.

Από τη θέση αυτή τον απομάκρυνε ο βασιλιάς Λουδοβίκος διορίζοντας τον τακτικό Σύμβουλο της Επικρατείας και στη συνέχεια Γερουσιαστή, ενώ το 1832 τον όρισε μέλος της Αντιβασιλείας της Ελλάδας. Ο Κυριακόπουλος θεωρεί ότι για τους κώδικες που κατάρτισε εδώ ο Μάουρερ εμπνεύσθηκε από τη γαλλική και τη γερμανική νομοθεσία, θεωρώντας, μάλιστα, ότι υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των ελληνικών και των αρχαίων γερμανικών εθίμων. Πά­ντως οι κώδικες αυτοί ίσχυαν στην Ελλάδα για περισσότερα από 100 χρόνια, ενώ πρόθεση του Μάουρερ ήταν να καταρτιστεί Αστικός Κώδικας μόνο μετά την πλήρη καταγραφή -και την κατάλληλη επεξεργασία- των σχετικών ελλη­νικών εθίμων, όπως και του εθιμικού δικαίου, πράγμα που ίσως θα ολοκλή­ρωνε εκείνος, αν δεν είχε ανακληθεί.

Γυρίζοντας στη Βαυαρία επανήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το 1847 έγινε πρωθυπουργός του κρατιδίου και στη συνέχεια διατέλεσε πρε­σβευτής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1858, τέσσερα χρόνια πριν από την έξω­ση του Όθωνα, συνοδεύοντας ένα Βαυαρό πρίγκιπα, οπότε και τιμήθηκε από Έλληνες νομικούς σε δεξίωση, όπου του απενεμήθη και χρυσό μετάλλιο. Με­ταξύ των νομικών αυτών ήταν και ο Πολυζωΐδης. Ο Κυριακόπουλος εξηγεί τη στάση του τελευταίου ισχυριζόμενος ότι όσα έγιναν εναντίον του και κατά του Τερτσέτη στη δίκη του 1834 «εβάρυνον άλλους, και όχι τον Μάουρερ». Και εδώ ασφαλώς ανοίγει ένα άλλο θέμα προς διερεύνηση.

Ο Μάουρερ ήλθε, παρέμεινε και αποχώρησε από το Ναύπλιο πριν λη­φθεί η απόφαση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Αθήνα, ενώ είχε προηγηθεί ζωηρή συζήτηση περί διάφορων άλλων υποψήφιων για πρωτεύουσα πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Άργος. Προφανώς το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε, το πήρε μαζί του (άγνωστο αν πήρε το πρωτότυπο υλικό ή αντίγραφο του). Ο ίδιος γράφει σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε – δεοντολογικά και επιστημονικά ήταν άψογος – ότι «προέρ­χονταν από επίσημες πληροφορίες ή από αξιόπιστες διηγήσεις. Στην εργασία αυτή πρωταρχικός σκοπός μου ήταν η αλήθεια, και γι’ αυτό δεν καταχώρισα τίποτα που να μην εξακρίβωσα εγώ ο ίδιος, όσο βέβαια κάτι τέτοιο ήταν κα­τορθωτό σε μία χώρα όπως η Ελλάδα».

Ο Μάουρερ έλαβε πολλά στοιχεία από τις εκδιδόμενες στην Ελλάδα εφη­μερίδες. Συγκεκριμένα, για την καποδιστριακή περίοδο αντλεί υλικό από τη γαλλόφωνη εφημερίδα Ταχυδρόμος της Ελλάδος (1829-1832). Για τους επό­μενους έντεκα μήνες, μέχρι την άφιξή του Όθωνα, άντλησε υλικό από την επίσης γαλλόφωνη εφημερίδα Ελληνικός Μηνύτωρ και για την περίοδο της Αντιβασιλείας χρησιμοποίησε τα κυβερνητικά φύλλα. Τονίζει ότι χρησιμο­ποίησε κυρίως το επίσημο υλικό αποφεύγοντας να συμπεριλάβει στοιχεία που στηρίζονταν σε κομματικές απόψεις. Αναφέρει, επίσης, ότι χρησιμοποίησε το βιβλίο του Μουστοξύδη για την καποδιστριακή περίοδο (γραμμένο στα γαλλικά, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1833) και, τέλος, μία συλλογή επίσημων εγγράφων της εποχής της Αντιβασιλείας, που δημοσιεύθηκε επίσης το 1833. Άλλη μνεία πηγών δεν υπάρχει, οι αναφορές όμως του έργου ξεπερνούν κατά πολύ – σε όγκο πληροφοριών – αυτές τις πηγές.

Προφανώς τα ελληνικά δεν τα έμαθε, αν και έμεινε στην Ελλάδα, καθώς η βαυαρική διοίκηση στηριζόταν σε επίσημους μεταφραστές. Είναι προφανές ότι ο Μάουρερ θα έδωσε για μετάφραση πολλά άλλα τεκμήρια· η καταγραφή των εθίμων και του εθιμικού δικαίου, την οποία παραθέτει στο έργο του, εί­ναι σίγουρα προϊόν των Ελλήνων που ήταν μέλη της δημόσιας διοίκησης της εποχής και διενεργήθηκε με την προοπτική κατάρτισης Αστικού Κώδικα που θα βασιζόταν στην εργασία αυτή.

Για τη μέθοδο, ειδικότερα, της συλλογής των κανόνων του εθιμικού δικαί­ου ο Μάουρερ αναφέρει τα εξής (σ. 146):

 

Μόλις έφτασα στην Ελλάδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να μάθω ποιο ήταν το δίκαιο που επικρατούσε ως τότε. Αλλά το πόσο είναι δύσκολο και κοπιαστικό να μάθει κανείς στην Ελλάδα μία οποιαδήποτε αλήθεια, αυτό θα το εκτιμήσει μονάχα εκείνος που ασχολήθηκε ο ίδιος προσωπικά με κάτι τέτοιο. Παρακάλεσα στην αρχή ιδιώτες και εμπόρους να με διαφω­τίσουν, αλλά πέρασαν μήνες και δεν είχε γίνει τίποτα. Σκέφτηκε τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κλωνάρης να συντάξει ένα ερωτηματολόγιο πάνω σε βασικά θέματα που ρυθμίζονται συνήθως σύμφωνα με τα έθιμα του κάθε τόπου, και να ζητήσει από τα δικαστήρια και τις κοινότητες μιαν επίσημη απάντηση.

 

Προσθέτει, επίσης, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έλαβε ο ίδιος πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα, όπως π.χ. από ένα δικαστή. Παραθέτει στη συνέχεια ερωτήσεις και ακολουθεί γενική αναφορά των όσων εθιμικά ίσχυαν καθ’ έκαστο θεσμό, θα λέγαμε σήμερα, του τομέα του Αστικού δικαίου. Για τον νομό της Αργολιδοκορινθίας, και συγκεκριμένα για το Ναύπλιο, υπάρχουν οι εξής πληροφορίες (σ. 179-181):

Ως προς τον θεσμό της επιτροπείας αναφέρεται ότι εκτελείτο δωρεάν, ότι κάθε φορά έπρεπε να διορίζονται τρεις επίτροποι, οι οποίοι για ζητήματα ανατροφής ανηλίκων ή διάθεσης ακίνητης περιουσίας όφειλαν να έχουν τη συναίνεση ενός συγγενικού συμβουλίου.

Για την πατρική εξουσία γράφει ότι ασκείτο μεν αποκλειστικά από τον πατέρα αλλά μετά τον θάνατο του ασκείτο από τη μητέρα. Ο γιος που συζού­σε με τον πατέρα του, είχε την κάρπωση των όσων αποκτούσε, ενώ η πατρική εξουσία έληγε με την ενηλικίωση ή με τον γάμο του παιδιού. Τα δικαιώματα των θετών γιων κανονίζονταν με συμφωνία. Ως προς τον θεσμό της νομής γράφει ότι δεν αναφέρεται ρητά χρονικό διά­στημα που πρέπει να παρέλθει για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, ενώ ως προς την κυριότητα, τα σχετικά με αυτήν έγγραφα ίσχυαν έστω και αν δεν είχαν καταχωρισθεί σε δημόσιο βιβλίο, ενώ κατά τα λοιπά ακολου­θούνταν οι ισχύοντες τότε νόμοι. Ο νόμιμος ιδιοκτήτης κινητών ή ακινήτων, αδιακρίτως, μπορούσε να τα διεκδικήσει και ο αγοραστής τους να ζητήσει από τον πωλητή απλώς και μόνο την αποζημίωση.

Για τον θεσμό της δουλείας (εμπράγματο δικαίωμα) δεν απαιτούνταν δη­μόσια έγγραφα.

Τα πρόβατα μπορούσαν να βόσκουν «ακωλύτως» σε αγρούς άλλων, ενώ για τα μεγαλύτερα ζώα χρησιμοποιούνταν κοινόχρηστα λιβάδια, ανάλογα με την εποχή του χρόνου.

Ως προς τις υποθήκες, καταγράφεται ότι αυτές ίσχυαν για κινητά και για ακίνητα.

Τέλος, ο Μάουρερ αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας οι διαφορές κατά με­γάλο μέρος δικάζονταν από την Εκκλησία, σύμφωνα με την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, την οποία συμβουλεύονταν οι ιερείς.

Αυτά καταγράφονται για την περιοχή του Ναυπλίου. Είναι ενδιαφέρον ότι για τις περιοχές του Άργους και της Επιδαύρου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους θεσμούς που αναφέρθηκαν.

Στο Άργος, μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα-χήρα ήταν η «μόνη απόλυτος παντοδύναμος επίτροπος των τέκνων αυτής», συμβουλευόμενη απλώς τους συγγενείς του συζύγου αλλά και τους δικούς της. Επίτροποι και εδώ μπορούσαν να είναι πολλοί συγγενείς μαζί, οι οποίοι παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες τους, αρκεί να ήταν οι κοντινότεροι και οι «δικαιότεροι». Απα­γορευόταν η εκποίηση των ακινήτων ενός ανηλίκου, ωστόσο επιτρεπόταν η υποθήκευσή τους. Ο ανήλικος ενηλικιωνόταν με τη συμπλήρωση του 14ου έτους και αναλάμβανε την ελεύθερη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του. Για τα αποκτήματα του ανηλίκου υπό πατρική εξουσία ίσχυε ό,τι και στην περιοχή του Ναυπλίου, όμως εδώ η πατρική εξουσία ίσχυε ακόμα και στην περίπτωση που ο γιος δεν συζούσε με τον πατέρα απαλλασσόταν όμως από αυτήν, αν ο πατέρας του τον «κήρυσσε ελεύθερο», ενώ για τα επί υιοθεσίας δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών ίσχυαν τα ίδια με εκείνα που υπήρχαν για το φυσικό τέκνο.

Για την κυριότητα, ειδικότερα, σημειώνεται ότι δεν υπήρχαν δημόσια βι­βλία για την καταγραφή τίτλων και το ίδιο ίσχυε και για τη δουλεία αλλά και για τις υποθήκες, οι οποίες όμως μπορούσαν να επιβαρύνουν μόνον ακίνητα. Για τα προικώα ακίνητα η σύζυγος διατηρούσε το προνόμιο επί των ακινήτων του συζύγου της.

Στην περιοχή της Επιδαύρου ίσχυαν ανάλογοι κανόνες για την επιτροπεία ανηλίκων, με τη διαφορά ότι ο πρωτότοκος γιος με την ενηλικίωση αναλάμβανε την επιτροπεία των αδελφών του (εννοείται σε περίπτωση ανυπαρξίας πατέρα). Αναφέρεται, επίσης, αορίστως, χωρίς κανένα επιπλέον προσδιορισμό, και το εξής ιδιαίτερο, ότι δεν επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση κτημάτων. Και εδώ την πατρική εξουσία ασκούσε ο πατέρας και μετά τον θάνατο του η μητέρα.

Τέλος, ως προς τις υποθήκες καταγράφεται ότι προνόμια είχαν όσοι πρό­βαλλαν αρχαιότερα δικαιώματα και όχι μόνο οι δανειστές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει να αναφερθούμε στην ενότητα των ειδικών πα­ρατηρήσεων του Μάουρερ για το εθιμικό δίκαιο (σ. 236). Εκεί σημειώνει χαρακτηριστικά:

Γενικά, μπορώ να πω ότι πουθενά δεν υπάρχει κανένα σταθερό έθιμο, αλλά και όπου υπάρχει, παραβιάζεται από τον ισχυρότερο ή εμποδίζεται από την τουρκική νομοθεσία. Αλλά και όσα δικαστήρια λειτούργησαν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, δεν σεβάστηκαν το εθιμικό δίκαιο, γι’ αυτό είναι ευχής έργο και θα είναι και εύκολο να επιβληθεί μελλοντικά μια ομοιόμορφη νομοθεσία.

 

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται από την παρατήρηση αυτή είναι ποια θα ήταν η τελική στάση του Μάουρερ, αν έμενε περισσότερο στην Ελλά­δα. Ο ίδιος δηλώνει εξαρχής την πρόθεσή του να καταγραφεί το εθιμικό δίκαιο με τις όποιες ιδιομορφίες του και προς αυτή την κατεύθυνση έδρα­σε αμέσως, επηρεασμένος, άλλωστε, από τη διαμορφωμένη ήδη πεποίθηση του για ανάδειξη του δικαίου αυτού με ρυθμιστικό χαρακτήρα όσον αφορά τις προσωπικές σχέσεις των πολιτών. Η ποικιλία των εθίμων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης θα τον ωθούσε άραγε προς μία «εκ των άνω» διατύπω­ση ενιαίας νομοθεσίας, όπως έκαμε στους άλλους τομείς του δικαίου, ή θα λάμβανε υπόψη του τα κοινά ανά την επικράτεια έθιμα, ως βάση αυτής της ενιαίας νομοθεσίας; Και εδώ ανοίγεται ένα άλλο πεδίο περαιτέρω έρευνας. Πάντως στη συνέχεια υποστηρίζει (σ. 240) ότι γραπτά έθιμα υπήρχαν ελάχι­στα και αναφέρει ότι ο ίδιος μόνο δύο κατάφερε να εντοπίσει, ένα στη Σύρο και ένα στη Σαντορίνη, πάντα σχετικά με το Αστικό εθιμικό δίκαιο, μετά από επίσημα έγγραφα που του είχαν αποστείλει οι τοπικές αρχές (το πρώτο χρονολογείται το 1695, με ισχύ μέχρι και το 1812 -και αργότερα-, και το δεύτερο το 1797).

Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την εισήγηση με τις διαπιστώσεις του ίδιου του Μάουρερ ως προς την αντίληψη της βαυαρικής Αυλής και των αξιωμα­τούχων της για την κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στις σ. 408 – 409 αφιερώνει στο θέμα αυτό ολόκληρη ενότητα υπό τον τίτλο «Η άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας». Γράφει ρητά ότι οι Βαυαροί ελάχι­στα πράγματα γνώριζαν για την Ελλάδα και ότι η βαυαρική κυβέρνηση, πριν δεχθεί το στέμμα για τον Όθωνα, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει επιτόπου την κατάσταση. Ομολογεί ότι οι όποιες πληροφορίες υπήρχαν, προέρχονταν από τους Χάιντεκ και Τιρς, από τους οποίους ο μεν πρώτος είχε δει τα πράγ­ματα υπό την οπτική του στρατιωτικού και ο δεύτερος υπό την οπτική του φιλολόγου. Κανένας τους δεν βασίστηκε σε επίσημες εκθέσεις και στοιχεία, άλλωστε οι γνώμες τους ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι ακριβώς για τον λόγο αυτό προκρίθηκε να μείνουν για ένα διάστημα στην Κέρκυρα, όπου, κατ’ αυτόν, το περιβάλλον γενικά ήταν ανάλογο με εκείνο της Ελλάδας ήταν, εξάλλου και η πατρίδα του Καποδίστρια. Πλησιάζοντας προς το Ναύπλιο, αργότερα, έγιναν δέκτες πληροφοριών από ανθρώπους που, κατ’ αυτόν, ήξεραν καλά τα πράγματα, σύμφωνα με τους οποίους αποκλειόταν το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ελλάδα σταθερή κυβέρνηση. Σημειώνει χαρακτη­ριστικά: «Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν πόσο γρανίτινη είναι η δύναμη μιας μοναρχικής κυβέρνησης. Ως τώρα είχαν δει μόνο προσωρινές λύσεις και δεν φαντάζονταν πόσο απρόσβλητο είναι ένα οριστικό και αμετάβλητο καθεστώς».

Εντοπίζουμε, λοιπόν, μία εμπεδωμένη αντίληψη, διόλου ξένη, βέβαια, ως προς τις κρατούσες τότε αντιλήψεις, όχι μόνο στην κεντρική – και γερμανόφωνη – αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ρίζες τής περαιτέρω ασυνεν­νοησίας ήταν υπαρκτές και γόνιμες, «εγγύηση» για τις μελλοντικές συγκρού­σεις, λαμβάνοντας υπόψη, βέβαια, και τις γνωστές ελλαδικές ιδιαιτερότητες και τα αδιέξοδα, τα οποία, θα έλεγε κανείς, ότι συνεχίζονται εν μέρει μέχρι και σήμερα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνέχεια του κειμένου. Ο Μάουρερ προβαίνει σε παρατηρήσεις για τα κόμματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά είχαν σχηματιστεί όχι από διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις ή για να υποστηρί­ξουν διαφορετικά και γενικότερα συμφέροντα, όπως συνέβαινε σε άλλα κρά­τη, αλλά για να εξυπηρετήσουν καθαρά προσωπικές φιλοδοξίες και ατομικά συμφέροντα. Πρόκειται για παρατηρήσεις ενός οξύνου παρατηρητή ή για απόδοση ενός ακλόνητου φιλομοναρχικού της εποχής; Είναι δύσκολο, βέ­βαια, να αμφισβητηθεί η εικόνα που δίδεται, αμέσως μετά, για το Ναύπλιο και τη γύρω περιοχή: όπου κι αν γυρίσει κανείς, το βλέμμα του αντικρίζει, όπως λέει, ξεραΐλα, χωράφια ακαλλιέργητα, ερειπωμένα σπίτια, μία Αθήνα με μόλις 300 σπίτια, όταν πριν από τον Αγώνα αριθμούσε 3.000, ανύπαρκτη βλάστηση γύρω από το Ναύπλιο, γκρεμισμένα σπίτια και σωρούς από πέτρες και χώματα μέσα στην πόλη, ενώ το σύστημα του υδραγωγείου, που έφερνε το νερό από την περιοχή του Άργους, ήταν διάτρητο σε πολλά σημεία.

Συνεχίζει περιγράφοντας την πνευματική κατάσταση (σ. 411-412), τονίζο­ντας την πλήρη ανομοιομορφία που επικρατούσε: «Δίπλα στην πλέρια αμορφωσιά, συναντάς και την πιο εξεζητημένη πνευματική φινέτσα». Και «μέσα από μια νοοτροπία καθαρά μεσαιωνική, βλέπεις να ξεπηδούν οι πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί ελευθερίας και ισότητας […]. Κοντά στους πιο ύπουλους χα­ρακτήρες θα βρεις και τις αγνότερες ψυχές, κυρίως ανάμεσα στα παλληκάρια, τους χωρικούς και τους δουλευτάδες. Δίπλα στους άσσους της ραδιουργίας, τους πιο ντόμπρους ανθρώπους, και αυτοί να είναι πάλι τα παλληκάρια, οι αγρότες κι οι ναυτικοί -μπορεί να πει κανείς, γενικά όλοι οι νησιώτες».

Ανάμεσα στους πιο αγέρωχους και σταθερούς χαρακτήρες που γνώρισε, αναφέρει τους Ιάκωβο Ρίζο – Νερουλό, τον Λάζαρο Κουντουριώτη, τον Αν­δρέα Μιαούλη και τον Ιωάννη Κωλέττη, καταλήγοντας ότι μέσα στην όλη πνευματική ανομοιομορφία τα σκάρτα στοιχεία δεν είναι τα ντόπια.

Τέλος, προχωρεί σε επιμέρους κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις για το «ντόπιο στοιχείο», δηλαδή τους στρατιωτικούς προύχοντες, τον κλήρο, τα παλληκάρια (που τα παρομοιάζει με την τάξη των Ευρωπαίων ιπποτών) και τους χωρικούς, σκιαγραφώντας ιδιαίτερα αυτό που συμβαίνει στη Μάνη. Συ­νεχίζει με τους Φαναριώτες, υπογραμμίζοντας ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες που τους χαρακτηρίζουν είναι εξίσου ανεπτυγμένες και στους Μοραΐτες, οι οποίοι, μάλιστα, «είχαν αναγάγει τη ραδιουργία σε επιστήμη». Από αυτούς διακρίνει τους μορφωμένους Έλληνες του εξωτερικού, τους οποίους χαρακτηρίζει κυρίως ως πολιτικά αιθεροβάμονες και αναφέρει ότι τους λείπει η πείρα και η πρακτική εξάσκηση – έχοντας σπουδάσει κυρίως ιατρική- και ότι στερούνται γνώσεων φιλοσοφίας, νομικής και οικονομικών. Όλοι τους, γράφει, έχουν μια υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις, μην εννοώντας να γίνουν παρά μόνον υπουργοί ή κάτι παραπλήσιο, χωρίς να δέχονται κάποια άλλη παρακατιανή θέση. Γράφει, μάλιστα, ότι οι Έλληνες διακρίνονταν και για τη ματαιοδοξία τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται στους φιλέλληνες, τους οποίους διακρίνει σε γνήσιους και τυχοδιώκτες, και γράφει γι’ αυτούς ότι είχαν έρθει στην Ελλάδα με άδεια χέρια και ότι συχνά οι Έλληνες τους έβλεπαν ως παρείσακτους. Επι­σημαίνουμε ιδιαίτερα την αντίληψη του ότι στην κατάσταση που βρισκόταν τότε η Ελλάδα, οι ξένοι θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν «και να φροντίσουν για το καθετί», χωρίς η «μεσολάβηση» αυτή να σημαίνει καθιέρωση μίας ξένης κυριαρχίας, καθώς «αυτό δεν θα βαστήξει για αιώνες». Όπως τον 14ο και τον 15ο αιώνα οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έδωσαν τα φώτα τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, «έτσι και τώρα οι Ευρωπαίοι θα είναι αυτοί – και προπα­ντός οι Γερμανοί – που θα ξανανάψουν την από χρόνια σβησμένη λαμπάδα στην αρχική της κοιτίδα. Για εξαφάνιση της εθνότητας (εννοεί των Ελλήνων) κανείς δεν μίλησε ποτέ, και ούτε υπάρχει τέτοια περίπτωση».

Συνεχίζει με αναφορές στους κατοίκους των Ιονίων νήσων (σ. 423-425), με πολύ θετικά σχόλια γι’ αυτούς, δεν ξεχνά ότι πολλοί αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, βρήκαν καταφύγιο στα Ιόνια νησιά και – ίσως προφητικά – ψυχανεμίζεται ότι θα αποτελέσουν το επίκεντρο των γεγονότων που θα δια­δραματιστούν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνει στον Άρμανσμπεργκ, αναφερόμενος επι­κριτικά στον τρόπο ζωής του στο Ναύπλιο, στις σπατάλες του αλλά και τις ραδιουργίες του, ενώ περιγράφει γλαφυρά τον ρόλο των ξένων διπλωματών στο Ναύπλιο.

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλο το έργο με λεπτομέρειες. Με όσα εντοπίσαμε και επισημάναμε νομίζω ότι σχηματίστηκε μία αδρή εικόνα για τη ζωή, τη δράση, τις αντιλήψεις και το έργο του σημαντικότερου ίσως Βαυα­ρού αξιωματούχου κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Ορισμένα στοιχεία, βέβαια, έχουν μόνο ιστορική και αναχρονιστική εν τέλει αξία. Ορι­σμένα άλλα όμως θεωρώ ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να συμβάλουν σε γόνιμο προβληματισμό. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο κύριος σκοπός αυτής της εισήγησης.

 Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων, Ιστορικός

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.  

 

[1] Σημείωση για τη βιβλιογραφία: Όλες οι πηγές στις οποίες ανέτρεξα, είναι ενταγ­μένες μέσα στο κείμενο. Οι αντιλήψεις του Μάουρερ, ειδικά για το δίκαιο των προσώπων – Αστικό δίκαιο-, κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον και παραγωγικό να παρα­βληθούν με όσα οι συγγραφείς του 19ου αιώνα εκτίμησαν ως προς το έργο του (ακόμα και οι Μαρξ – Ένγκελς) αλλά και με όσα εξέφρασαν για το ίδιο έργο σύγχρονοι συγγραφείς, όπως οι Χόμπσμπαουμ και Γκοντελιέ.

Πέρα όμως από αυτό, οι πρωτοποριακές αντιλήψεις και οι ιδέες, όπως εκείνες του πάντα αλησμόνητου καθηγητή μου Jean Carbonnier βαθυ­στόχαστου στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, θα ήταν επίσης ενδιαφέρον και παραγωγικό να παραβληθούν με εκείνες του Μάουρερ.

Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο έργο του Καρμπονιέ  Flexible Droit, Παρίσι 1969 («Εύκαμπτο Δίκαιο», το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα ελ­ληνικά) αλλά και πολλά από τα γραπτά του, που εκδόθηκαν το 2008, μετά τον θάνατό του το 2003 σε ηλικία 95 ετών (εκδ. PUF). Χρήσιμο, επίσης, θεωρώ για κάθε ενδιαφερόμενο το έργο του Gustav Geib Darstellung ties Rechtszustandes in Grieehenland wahrend der tiirkischen Herrschaft und his zur Ankunft des Konigs Otto I., που εκδόθηκε στη Χαϊ­δελβέργη το 1835 (ελληνική μετάφραση: Γκούσταβ Γκάιμπ, Παρουσίαση της κατάστασης του δικαίου στην Ελλάδα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως τον ερχομό τον βασιλιά Όθωνα του Α ‘, Εκδόσεις Γκοβόστη, πρόλογος του καθηγητή Νικ. I Ιανταζόπουλου. μτφρ. Ίριδα Αυδή – Καλκάνη, Αθήνα 1991). Τέλος, σημειώνο) ότι η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου εκδόθηκε σε χρηστική έκδοση των Εκδόσεων «Δωδώνη» το 1971, με επιμέλεια και εντελέστατη εισαγωγή του Κων. Γ. Πιτσάκη.

Για τη «συνωμοσία» του Φραντς, τις εσωτερικές συγκρούσεις της Αντιβασιλείας και τη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα παραπέμπω στο εξαιρετικά αντικειμενικό έργο του I. Α. Πετρόπουλου και της Αικ. Κουμαριανού Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, εκδ. Παπαζήση, 1982, ιδιαίτερα στις σ. 117-126 και 130-132. Στο έργο αυτό και στο προγενέστερο του Πετρόπουλου (John Pelropoulos. Poli­tics and statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1844», Princeton University Press, Princeton 1968), έχει χρησιμοποιηθεί και πολύτιμο αρχειακό υλικό.

 

Επισημείωση: Η προφορική ανάπτυξη της εισήγησής μου προκάλεσε την οργισμένη παρατήρηση ενός ακροατή. Βεβαίως δόθηκε απάντηση, τόσο από τον κ. Τρ. Σκλαβενίτη όσο και από εμένα. Όμως θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω εδώ ένα καίριο απόσπασμα από το «διπλό» δοκίμιο της Hannah Arendt Ελευθερία, αλήθεια και πολιτική (σ. 113-114), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2012 (εκδ. Θέσει Εκπίπτοντες, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας). Αφορά, άλλωστε, και το όλο θέμα του Συμποσίου μας:

Η ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας έχει μακρά ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απαρχή της προηγείται όλων των θεωρητικών και επιστημονικών παραδόσεων, συ­μπεριλαμβανομένης της δικής μας παράδοσης στη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη. Νομίζω ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στη στιγμή κατά την οποία ο Όμηρος αποφάσισε να υμνήσει τους άθλους των Τρώων στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους των Αχαιών, και να εγκωμιάσει τη δόξα του Έκτορα, του εχθρού και ηττημένου, στον ίδιο βαθμό με τη δόξα του Αχιλλέα, του ήρωα της φυλής του. Αυτό δεν είχε συμβεί πότε πριν. Κανένας άλλος πολιτισμός, οσοδήποτε λαμπρός κι αν ήταν, δεν στάθηκε ικανός να κοιτάξει από ίση απόσταση φίλους και εχθρούς, νίκες και ήττες – που από τον Όμηρο και μετά δεν αναγνωρίζονται ως έσχατα κριτήρια για την κρίση των ανθρώπων, έστω κι αν είναι έσχατα για το πεπρωμένο τους. Η ομηρική αμεροληψία αντηχεί σε όλη την έκταση της ελληνικής ιστορίας, και ενέπνευσε τον πρώτο σπουδαίο αφηγητή της γεγονικής ιστορίας ο οποίος έγινε ο πατέρας της ιστορίας: ο Ηρόδοτος μας λέει στις πρώτες προτάσεις των Ιστοριών του ότι έβαλε στόχο να «μη μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων». Αυτή είναι η βάση για ό,τι αποκαλεί­ται αντικειμενικότητα – αυτό το περίεργο πάθος, που είναι άγνωστο πέραν του δυτικού πολιτισμού, για διανοητική ακεραιότητα με κάθε τίμημα. Χωρίς αυτό δεν θα υπάρξει καμία επιστήμη.

 

Διαβάστε ακόμη: Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος 

 

Read Full Post »

Ιωαννίδη Στ. Βασιλική


 

Η Βασιλική Στ. Ιωαννίδη κατάγεται από το Άργος Αργολίδας, όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία, με ειδίκευση στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια, έλαβε υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, στο γνωστικό πεδίο της «Ειδικής Αγωγής».

Αναγορεύθηκε παμψηφεί αριστούχος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής, στο Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη διατριβή: Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική Θεμελίωση και Πράξη. Η διατριβή της εκδόθηκε από τις νομικές εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα. Διαθέτει ειδική εκπαίδευση και κατάρτιση σε παιδιά και εφήβους με δυσκολίες μάθησης και κοινωνικής προσαρμογής.

Το διδακτικό της έργο επικεντρώνεται σε ένα μεγάλο εύρος αυτοδύναμων και σεμιναριακών μαθημάτων στο χώρο των Επιστημών Αγωγής και Εκπαίδευσης σε Προπτυχιακά και Μεταπτυχιακά προγράμματα Σπουδών, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, καθώς και σε προγράμματα συμπληρωματικής εξ αποστάσεως Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στα εκπαιδευτικά αντικείμενα: «Παιδαγωγικά» και «Ειδική Αγωγή». Επίσης, έχει διδάξει στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών, καθώς και στη Σχολή Επιστημών Ανθρώπινης Κίνησης και Ποιότητας Ζωής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Στην ακαδημαϊκή της πορεία, έχει συμβάλλει σε ερευνητικές, συνεδριακές και εκδοτικές δραστηριότητες. Επίσης, έχει συμμετάσχει σε επιστημονικές, συντακτικές και συμβουλευτικές επιτροπές. Έχει δημοσιεύσει επιστημονικές μονογραφίες και βιβλία, αυτοτελώς και σε συνεργασία. Έχει συμμετάσχει στη συγγραφή κεφαλαίων σε Τιμητικούς Τόμους Καθηγητών, καθώς και Συλλογικά Έργα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει συγγράψει κεφάλαια σε ελληνικές και διεθνείς επιστημονικές συλλογικές εκδόσεις και έχει στο ενεργητικό της σημαντικό αριθμό από επιστημονικά δημοσιεύματα σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων με κριτές.

Βασικός ερευνητικός προσανατολισμός της είναι η διεπιστημονική προσέγγιση και η εισαγωγή καινοτόμων εκπαιδευτικών προτάσεων στην Παιδαγωγική παιδιών και εφήβων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

 

Στα επιστημονικά της πονήματα συγκαταλέγονται:

 

  • Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ/ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΑΓΩΓΗΣ. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη. Αθήνα-Κομοτηνή: νομικές εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. [Διδακτορική διατριβή, Τομέας Παιδαγωγικής, Τμήμα Φ.Π.Ψ., Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, 1999]. ISBN 978-960-15-0404-4
  • «Αγωγή Πρόληψης»: Πρόταση για μια νέα παιδευτική λειτουργία τού σχολείου (Η εκπαίδευση ως στρατηγική επιτυχούς πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας). Στο ανθολόγιο: Δημοσιεύματα Πειραματικού Σχολείου, τ. 8ος: Το Σχολείο στην Τρίτη Χιλιετία. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2002. ISSN 1109-589X
  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. Καινοτόμες παιδαγωγικές παρεμβάσεις για άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες: Εκπαίδευση για την Υγεία και το Περιβάλλον σε παιδιά και εφήβους με δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής. Αθήνα: εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2006. ISBN 978-960-402-277-6
  • ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ. Βασικά ζητήματα Βιοηθικής, Αγωγής και Προαγωγής της Υγείας. Σειρά: Βιβλιοθήκη Υγείας, αριθμός 1. Αθήνα: ιατρικές εκδόσεις Π. Χ. Πασχαλίδης, 2008. ISBN 978-960-399-679-8
  • ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ. Πλαίσιο συνεργασίας στελεχών υγείας και εκπαίδευσης στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση της νεανικής παραβατικότητας. (συνεργασία: Π. Μπαλτόπουλος). Σειρά: Βιβλιοθήκη Υγείας, αριθμός 2. Αθήνα: ιατρικές εκδόσεις Π. Χ. Πασχαλίδης, 2008. ISBN 978-960-399-705-4
  • ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Υποστήριξη εκπαιδευτών-Δεξιότητες επικοινωνίας, Ενίσχυση εκπαιδευομένων-Διδακτικές πρακτικές. Μία προσέγγιση για στελέχη εκπαίδευσης και επαγγελματίες υγείας. (συνεργασία: Α. Καλοκαιρινού-Αναγνωστοπούλου). Αθήνα: εκδ. Βήτα, 2010. ISBN 978-960-452-089-3
  • Pedagogically exploitable Guiding Principles and Practices for Web-based Learning Environments. Strategies for the Design and Development of Special Education. (collaboration: S. Vasileiadou). In: Learning-Oriented Technologies, Devices and Networks”. A book edited by Dr. Athina Lazakidou, University of Peloponnese, Greece and Associate Professor Ibrahiem El Emary, King Abdulaziz University, Jeddah, King Saudi Arabia Publisher: LAP (Lambert Academic Publishing), Germany, 2011. ISBN 978-3-8433-9000-2
  • ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ: Αναπτύσσοντας ειδικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις για μία μαθητοκεντρική διδασκαλία με έμφαση στις διαταραχές ανάγνωσης, γραφής και υπολογισμού. Δεξιότητες εκπαιδευτικών και σχολικών νοσηλευτών για κατάρτιση εξατομικευμένων προγραμμάτων. Υπό την αιγίδα του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας. Αυτοέκδοση, 2012.  ISBN 978-960-93-3942-1.
  • ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ. Ίδρυμα Απόρων Ανιάτων «Η Στέγη της Εκκλησίας». Ιστορική μελέτη. Μία πρόταση για Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση – Παρέμβαση στην Κοινότητα. 2012. ISBN 978-960-93-3965-0 [Ανάθεση μελέτης, αριθ. Πρακτ. 192 του Δ.Σ. του Ιδρύματος Απόρων Ανιάτων «Η ΣΤΕΓΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ι. Μητρόπολις Μεσσηνίας.
  • Δυσκολίες Μάθησης και Δυσχέρειες Κοινωνικής Προσαρμογής. Εκπαιδευτικό υλικό. Κέντρο Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, Προγράμματα Συμπληρωματικής εξ αποστάσεως Εκπαίδευσης. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα 2012.
  • Νεανική παραβατικότητα και Σχολική κοινότητα. Εκπαιδευτικό υλικό. Κέντρο Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, Προγράμματα Συμπληρωματικής εξ αποστάσεως Εκπαίδευσης. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα 2013.

 

 

Read Full Post »

Γκάτσος Θεοδοσίου Απόστολος (1913-2013)


 

 

Ο Απόστολος Γκάτσος, εκπαιδευτικός – συγγραφέας, γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας στις 8 Ιουλίου 1913 και είναι το τελευταίο από τα έξι παιδιά του ναυτικού – πλοιοκτήτου της εποχής Θεοδοσίου Ι. Γκάτσου και της Κυριακούλας Γ. Κομμά, γηγενών Ερμιονιτών.

Απόστολος Γκάτσος

Απόστολος Γκάτσος

Τα πρώτα γράμματα μέχρι την τετάρτη δημοτικού έμαθε στο δημοτικό σχολείο της Ερμιόνης και στη συνέχεια φοίτησε στο Σχολαρχείο Σπετσών από το οποίο απεφοίτησε το 1926. Συνεχίζει στο Α΄ Γυμνάσιο Πλάκας Αθηνών και μετά στο Α΄ Γυμνάσιο Πειραιώς από το οποίο και απεφοίτησε το 1930. Εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοιτά το 1935 οπότε και αρχίζει το εκπαιδευτικό του έργο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στο εκπαιδευτικό πλοίο του Βασιλικού Ναυτικού «Άρης» ως καθηγητής της «Σχολής Ναυτόπαιδων και Σχολής Αρμενιστών του Β. Ν.»

Μετά την απόλυσή του διδάσκει στο νυκτερινό γυμνάσιο Πειραιώς και σε ημερήσια ιδιωτικά σχολεία μέχρι το 1941 οπότε και διορίζεται καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρρένων Καστοριάς. Παραμένει κάτω από τις «κατοχικές» συνθήκες της εποχής στην Καστοριά και διδάσκει στα Γυμνάσια Αρρένων και Θηλέων και στο Ορφανοτροφείο Θηλέων της πόλης.

Το 1944 αποσπάται στην Αθήνα και το 1945 με την απελευθέρωση μετατίθεται στο Γυμνάσιο Πόρου. Πρωτοστατεί στην ίδρυση την ίδια χρονιά παραρτήματος του Γυμνασίου Πόρου στην Ύδρα, το οποίο και αναλαμβάνει να οργανώσει, εξελίσσοντάς το σε σύντομο χρονικό διάστημα σε αυτοτελές «Γυμνάσιο-Λύκειο Ύδρας».

Το 1947 παραιτείται από το Δημόσιο και προσλαμβάνεται στο «Κολλέγιο Αθηνών» από το οποίο και συνταξιοδοτήθηκε μετά 30 χρόνια (το 1977), τα μισά από τα οποία υπήρξε μέλος της Διευθύνσεώς του.

Το 1962 ίδρυσε με άλλους συμπολίτες του τον «Ερμιονικό Σύνδεσμο», Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το οποίο έχει αποστολή την πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής της Ερμιόνης και του οποίου διετέλεσε πρόεδρος για σαράντα χρόνια, με εκτενές κοινωφελές έργο.

Το 1970 βρήκε σε παλιό Ερμιονίτικο σπίτι το αρχείο της ιστορικής Υδραίικης οικογένειας του Εμμανουήλ Γ. Βούλγαρη, πηγή εξαιρετικής αξίας για τη μελέτη της μετεπαναστατικής περιόδου, του οποίου ανέλαβε την επιμέλεια και ταξινόμηση και τελικά έθεσε στη διάθεση του κοινού, παραδίδοντάς το στη βιβλιοθήκη της Μονής Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης.

Συνέταξε το «Γλωσσάριο του Ιστορικού Αρχείου της Κοινότητος Ύδρας 1778-1854», έγραψε την «Ιστορία της Μονής Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης» και πολλές ιστορικές μελέτες που αναφέρονται στην ιστορία της Ύδρας και της Ερμιόνης, οι οποίες έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί στον τοπικό τύπο.

Το 2003 ο Δήμος Ερμιόνης με την 169/2003 ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου αποφάσισε την ίδρυση Δημοτικής Βιβλιοθήκης με το όνομα Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ». Ο Απόστολος Γκάτσος παντρεύτηκε την Ηλέκτρα Φωτοπούλου με την οποία απέκτησαν ένα γιο. Απεβίωσε στις 12 Οκτωβρίου 2013 και ετάφη στην Ιερά Μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη.

 

Πηγή


  • Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος».

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος


  

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος Αντωνόπουλος, γεννήθηκε στο Μαρούσι το 1952. Κατάγεται εκ πατρός από το Μάνεσι Καλαβρύτων. Είναι πτυχιούχος της Ανωτέρας Ιερατικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μετά την στρατιωτική του θητεία εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος στην Κέρκυρα το 1976 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Πολύκαρπο. Το 1977 εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά. Το 1983 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο. Διακόνησε την Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας ως ιεροκήρυκας και υπεύθυνος του τομέα νεότητας. Το 1991 μετά την παραίτηση για λόγους ασθενείας του μακαριστού καθηγουμένου Αρχιμανδρίτη Νικοδήμου Μπανταλούκα, εξελέγη ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σαγματά.

Στις 18 Νοεμβρίου 2013, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον εξέλεξε Μητροπολίτη Αργολίδος. Στις 20 Νοεμβρίου 2013, πραγματοποιήθηκε στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, στην Αθήνα, με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια και σύμφωνα με όσα ορίζει η Εκκλησία, η χειροτονία του νέου Μητροπολίτη, από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο.

 

Ψήφω και δοκιμασία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών των συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Θεία Χάρις η πάντοτε τα  ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται Νεκτάριον, τον θεοφιλέστατον πρεσβύτερον εις Μητροπολίτην της θεοσώστου Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Μετά την τελετή της χειροτονίας, στην προσφώνησή του ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Νεκτάριος, μεταξύ άλλων είπε: Χειροτονούμαι σήμερα επίσκοπος, παραμένοντας διάκονος. Ενδύομαι την αρχιερατική στολή, «λεντίω ζωνύμενος». Κοιτάζω προς τα πίσω, ατενίζω την ιστορική πορεία της Εκκλησίας, ανακαλύπτω μιαν αλυσίδα με αμέτρητους κρίκους. Ο ένας κρίκος συνδέεται με τον άλλο. Και αυτή η αλυσίδα περνά μέσα από τους αγίους, τους πατέρες, τους οσίους, τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τους αποστόλους και φτάνει μέχρι τον Χριστό…Προστίθεμαι στην αλυσίδα των αγίων αρχιερέων, που διακόνησαν τη Μητρόπολη Αργολίδος: Μετά τον Ιωάννη που καταδαπάνησε τον εαυτό του στην εξομολόγηση, τους ευλαβεστάτους δυο Χρυσοστόμους και τον μακάριο και πολυαγαπητό μου Ιάκωβο, θα είμαι ο ελάχιστος εν τοις αδελφοίς μου. Όχι από τεπεινολογία, αλλά από ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων μου…

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Νεκτάριος  είναι ένας φωτισμένος και ιδιαίτερα μορφωμένος κληρικός με σημαντικό συγγραφικό έργο. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία, ποιμαντικού κυρίως περιεχομένου, ενώ φανερή είναι και η παρουσία του στα κοινωνικά δίκτυα.

Μερικά από τα βιβλία του είναι:

  • «Επιστροφή: Μετάνοια και ξομολόγηση: Επιστροφή στο Θεό και στην Εκκλησιά», Αθήνα, Ακρίτας, 1994.  
  • «Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης 1891-1967», Αθήνα, Ακρίτας, 1998.
  • «Επιστροφή – Μετάνοια και εξομολόγηση: Επιστροφή στον Θεό και στην εκκλησία του», Αθήνα, Ακρίτας, 1999.
  • «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς – Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βόινο Γιασενέτσκι, ένας άγιος ποιμένας και γιατρός χειρουργός (1877-1961), Αθήνα, Ακρίτας, 1999.
  • «Ρώσοι νεομάρτυρες και ομολογητές: (1917-1922), Αθήνα, Ακρίτας, 2000.
  • «Return: Repentance and confession return to God and to His Church», Αθήνα, Ακρίτας, 2000.
  • «Ταξιδεύοντας στη χώρα του Δνείπερου: Ουκρανία – Κριμαία», Αθήνα, Ακρίτας, 2002.
  • « Ο στάρετς Σεραφείμ της Βύριτσα 1866- 1949», Αθήνα, Ακρίτας, 2003.
  • «Η Οσία Δοσιθέα του Κιέβου: Η  έγκλειστη ασκήτρια (1721-1776)», Αθήνα, Ακρίτας, 2005.
  • «Υπεύθυνοι για όλα», Αθήνα, Ακρίτας, 2007. 
  • «Ταχύς εις βοήθειαν… Τα θαύματα του Αγίου Λουκά σήμερα», Αθήνα, Ακρίτας, 2011.

Έχει επιμεληθεί:

  • «Μιά χούφτα στάχτη», Αθήνα, Ακρίτας, 2002. 
  • «Ρωσία – Φινλανδία: Ταξιδιωτικό χρονικό». Αθήνα, Ακρίτας, 2004.
  • «Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα: Ὁ κατά κόσμον Γιουσούφ Ἀμπντούλ Ὀγκλί (1820-1893)», Αθήνα, Ακρίτας, 2005.
  • «Εχθρός του λαού – Η σταυρική πορεία του Αγίου Νεομάρτυρα π. Παύλου Ανσίμωφ (1891-1937)», Δομή – Αρχονταρίκι, 2009.
  • «Ο Άγιος Γουρίας (Καρπόβ)-Αρχιεπίσκοπος Ταυρίδας (Κριμαίας), 1814-1882: Βίος και διδασκαλία», Δομή – Αρχονταρίκι, 2011.

Ο νέος Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος θα ενθρονιστεί στον αρχιερατικό θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, την Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και την Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό του Σημειοφόρου και Θαυματουργού Αγίου Πέτρου Άργους.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, εύχεται στον νέο Ποιμενάρχη της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Μέγας Ποιμήν να του προσφέρει ευφορία Ψυχής και δύναμη πραγμάτωσης του θεάρεστου και πολύτιμου έργου που αναλαμβάνει.

Read Full Post »

Ελευθέριος K. Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936)


 

 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι αναμφισβήτητα η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας, ηγέτης διεθνούς ακτινοβολίας, εκτιμήσεως σεβασμού και θαυμασμού. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ουίλσον τον θαύμαζε και τον θεωρούσε ως τον ικανότερο Ευρωπαίο πολιτικό, ο Τσώρτσιλ έλεγε ότι «ο Βενιζέλος είναι ο μεγαλύτερος άνθρωπος του κόσμου», ο Λόυδ Τζωρτζ εκτιμούσε ότι «ο Βενιζέλος είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός άνδρας που έβγαλε η ελληνική φυλή από την εποχή του Περικλή». Ανάλογα εγκωμιαστικά σχόλια διατύπωσαν και άλλοι σύγχρονοι ηγέτες, ενώ η παγκόσμια ιστοριογραφία τον κατατάσσει στους κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες του 20ου αιώνα. Ο ηγέτης αυτός ένωσε και οδήγησε το ελληνικό έθνος στη λαμπρότερη εξόρμησή του μετά το 1821, διαμόρφωσε το χάρτη της νεώτερης Ελλάδας, έβαλε τις βάσεις ενός σύγχρονου πολιτισμένου, δημοκρατικού και ισχυρού κράτους και σφράγισε με το έργο του τη νεότερη ελληνική ιστορία.

 

Πορτραίτο Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Πορτραίτο Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας και επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, στις Μουρνιές Χανίων, τον Αύγουστο του 1864. Στα νεανικά του χρόνια η οικογένειά του κατέφυγε στη Σύρο για να αποφύγει τις συνέπειες της επαναστατικής δράσης του πατέρα του. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1881-1886) και όταν επέστρεψε στα Χανιά άσκησε με επιτυχία τη δικηγορία. Το 1891 παντρεύτηκε την Μαρία Κατελούζου (Ελευθερίου) της οποίας ο θάνατος το 1894 σημάδεψε τη ζωή του. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Κυριάκο και τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος παντρεύτηκε ξανά το 1921 στο Λονδίνο με την Έλενα Σκυλίτση, γόνο πλούσιας οικογένειας ομογενών της Αγγλίας.

Η πολιτική τον απορρόφησε και το 1889 εκλέχτηκε πρώτη φορά βουλευτής Κυδωνίας με τη φιλελεύθερη παράταξη. Οι ηγετικές πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες αναδείχτηκαν κατά την επανάσταση του 1897, που οδήγησε στην αυτονομία της Κρήτης και στη δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας. Την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898-1912) συνέβαλε στη διαμόρφωση του Κρητικού Συντάγματος, στην οργάνωση της χωροφυλακής και πρόσφερε στο νησί ένα άρτιο δικαστικό σύστημα. Οι φιλελεύθερες αρχές του σύντομα τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τον Ύπατο Αρμοστή, Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας και στην επανάσταση του Θερίσου το 1905 που κατέληξε στην απομάκρυνση του Γεώργιου και στην αντικατάστασή του από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη.

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ήταν ο κύριος στόχος του και στις μετέπειτα προσπάθειές του ισορροπούσε με ευελιξία ανάμεσα στην τόλμη και στην μετριοπάθεια. Το επιθυμητό αποτέλεσμα πραγματοποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1913 μετά την αίσια έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων. Στα τέλη του 1909 βρέθηκε στην Αθήνα υστέρα από πρόσκληση του Στρατιωτικού Συνδέσμου και στο σημείο αυτό φτάνει στο τέλος της η πολιτική του δραστηριότητα στην Κρήτη. Αφού υπέβαλλε την παραίτησή του από την πρωθυπουργία της Κρητικής Πολιτείας ήρθε ξανά στην Αθήνα και με το «Κόμμα των Φιλελευθέρων» ανέλαβε ενεργό δράση στην πολιτική της Ελλάδας και έγινε πρωθυπουργός. Υπήρξε ο πρωτεργάτης της πολιτικής και οικονομικής ανόρθωσης της Ελλάδας και της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) που είχαν σαν αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των εδαφών της Ελλάδας.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε σε ρήξη με το γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο για την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον Εθνικό Διχασμό, μία από τις μελανότερες στιγμές της ιστορίας του Ελληνικού έθνους.

 

Στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, 1918. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, 1918.
Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

 

Το 1916 ο Βενιζέλος συγκρότησε μαζί με το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή την Επιτροπή Εθνικής Αμύνης η οποία δημιούργησε δεύτερο Ελληνικό Κράτος με έδρα τη Θεσσαλονίκη και οδήγησε τις στρατιωτικές μονάδες της βόρειας Ελλάδας και των νησιών σε παράταξη στο πλευρό των συμμαχικών στρατευμάτων.  Έτσι η Ελλάδα χωρίστηκε σε δύο κράτη με συγκρουόμενους προσανατολισμούς σε εσωτερικά και εξωτερικά ζητήματα και με αντίθετη ιδεολογία. Η νικηφόρα για τους συμμάχους λήξη του πολέμου και μάλιστα με τη συμβολή του ελληνικού στρατού αποτέλεσε τη δικαίωση της πολιτικής του Βενιζέλου και του εξασφάλισε διεθνές κύρος και γόητρο, στοιχεία που τον βοήθησαν σημαντικά στους διπλωματικούς του αγώνες μετά τον πόλεμο.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Το 1920, με τη συνθήκη των Σεβρών, ο Βενιζέλος έκανε πράξη τη Μεγάλη Ιδέα, την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, με την παραχώρηση στην Ελλάδα της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης, των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, της Ίμβρου και της Τενέδου, των Δωδεκανήσων και της περιοχής της Σμύρνης. Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι, πραγματοποιήθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στην οποία τραυματίστηκε ελαφρά.

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

 

Στις κρίσιμες εκλογές που ακολούθησαν το Νοέμβριο του 1920, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απο­σύρθηκε από την πολιτική για να επιστρέψει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Με δύο ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες του (1923), την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους και τη Συνθήκη της Λωζάννης, που καθόρισε τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, άλλαξε τον προσανατολισμό της ελληνικής πολιτικής και έθεσε τα θεμέλια της ειρηνικής ανάπτυξης.

Η τελευταία τετραετία διακυβέρνησής του (1928-1932) ήταν περίοδος σταθερότητας και δημιουργίας. Κορυφαία επιτυχία το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930. Το τέλος της σταδιοδρομίας του σημαδεύτηκε από μία ακόμα απόπειρα κατά της ζωής του (Ιούνιος 1933). Μετά το κίνημα του Μαρτίου 1935, το οποίο υιοθέτησε, αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι όπου πέθανε τον Μάρτιο του 1936. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε σε κλίμα πανελλήνιας συγκίνησης στα Χανιά, στις 29 Μαρτίου 1936 και τάφηκε στο Ακρωτήρι Χανίων.   

 

Πηγή


 

  • Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος»

Διαβάστε ακόμη: Η προσωπικότητα, το έργο και η εποχή του Βενιζέλου. Μια σκιαγράφηση.

 

Read Full Post »

Μερσινιάδη Μαριλία


 

Μερσινιάδη Μαριλία

Μερσινιάδη Μαριλία

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Επιπλέον, σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή στο Institute of Education, University of London. Έχει κάνει σπουδές στο τραγούδι, στο πιάνο και στο χορό και έχει γράψει μουσική και στίχους για πέντε θεατρικές παραστάσεις.

Σκηνοθετεί και διδάσκει υποκριτική, αυτοσχεδιασμό, τραγούδι και χορογραφίες στη θεατρική ομάδα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάνει προετοιμασία για υποψήφιους σπουδαστές δραματικών σχολών. Έχει εργαστεί ως υπεύθυνη θεατρικού παιχνιδιού σε κατασκηνώσεις, συλλόγους και νηπιαγωγεία γενικής παιδείας και ατόμων με ειδικές ανάγκες.

 

Κυριότερες θεατρικές παραστάσεις:

  • «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη (μέλος του χορού), σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και χορογραφίες Σοφίας Σπυράτου (Επίδαυρος, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, 2005).
  • «Εσύ μας χάρισες το ωραίο ταξίδι» σε κείμενο και σκηνοθεσία Δημήτρη Δεγαΐτη, με τις μουσικές και την επιμέλεια του Χρήστου Λεοντή (θέατρο της οδού Φρυνίχου, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, 2007).
  • «Cyclops survival» σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιάγκου Ανδρεάδη (μέλος του χορού), με πρωταγωνιστές τη Μάνια Παπαδημητρίου, τον Γιώργο Μωρόγιαννη, τον Κίμωνα Ρηγόπουλο και τον Χρήστο Ευθυμίου (μικρή Επίδαυρος, καλοκαίρι 2013).
  • Σκηνοθέτης και συνθέτης μουσικής και στίχων στην παράσταση «Κλυταιμνήστρες» της Αλεξίας Πετροπούλου (θεατρική ομάδα «Δέκατα», Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών, καλοκαίρι 2013).

Read Full Post »

Μανουσάκη – Quack, Ρεγγίνα


 

 

Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, κατά την ομιλία της στο Επιστημονικό Συμπόσιο για τα «150 Χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση». Βουλευτικό Ναυπλίου, Οκτώβριος 2012.

Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, κατά την ομιλία της στο Επιστημονικό Συμπόσιο για τα «150 Χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση». Βουλευτικό Ναυπλίου, Οκτώβριος 2012.

Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, διδάκτορας φιλοσοφικής σχολής του Ελεύθερου  Πανεπιστημίου του Βερολίνου, ιστορικός.   Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη γεννήθηκε στο Βερολίνο της Γερμανίας. Κατά την περίοδο του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» ήταν κάτοικος του Δυτικού Βερολίνου. Φοίτησε στο Γαλλικό Κολέγιο. Ως μαθήτρια ανταλλαγής φοίτησε επίσης ένα χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατόπιν σπούδασε ιστορία και γαλλική φιλολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Οι μεταπτυχιακές σπουδές της που έκανε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις αλλά κυρίως στην Αθήνα, αφορούσαν στην ιστορική έρευνα στον τομέα της νεότερης ελληνικής ιστορίας και των γερμανό-ελληνικών σχέσεων.

Η διδακτορική διατριβή της έγινε δεκτή από το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και εκδόθηκε ως βιβλίο στο Μόναχο το 1984 στην επιστημονική σειρά «Μελέτες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης»  (αρ.79). Έχει τον τίτλο «Ο γερμανικός φιλελληνισμός κατά τον Ελληνικό Αγώνα Απελευθέρωσης, 1821-1827». (Regine Quack-Eustathiades, Der deutsche Philhellenismus während des griechischen Freiheitskampfes 1821-1827.)

Από πάνω από μια τριακονταετία η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη ζει μονίμως στην Ελλάδα, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Ναύπλιο. Από το 1980 μέχρι το 1984 δίδασκε στη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Από το 1975 λαμβάνει τακτικά μέρος, με εισηγήσεις, σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα όπως και στη Γερμανία. Ήταν καλεσμένη ως ομιλήτρια στα πανεπιστήμια του Βερολίνου (Humboldt), του Wuerzburg, του Muenster και της Λευκωσίας της Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει πλούσιο έργο μελετών και μεταφράσεων σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και της Γερμανίας.

 

Read Full Post »

Κονομάρα Λίλα


 

Λίλα Κονομάρα

Λίλα Κονομάρα

Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε στην Αθήνα.  Η καταγωγή της είναι από το Άργος όπου και έζησε μέχρι τα επτά της χρόνια. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι (Université de Paris VII-Jussieu) και εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Συμμετείχε σε συνέδρια σχετικά με τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και εξέδωσε το 1991 το βιβλίο Travaux Pratiques de Civilisation Française (édit. Bordas) και το 1994 το Allô France – Livret complémentaire (Efstathiadis Group).

Ως λογοτέχνης πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο Μακάο, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω» το 2003. Το 2004 εξέδωσε το μυθιστόρημα Τέσσερις εποχές – Λεπτομέρεια (Μεταίχμιο, 2004) και το 2005 το παιδικό  μυθιστόρημα Στις 11 & 11′ ακριβώς (Παπαδόπουλος, 2005). Η αναπαράσταση (Μεταίχμιο, 2009) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω». Το δείπνο (Κέδρος, 2012) και Οι ανησυχίες του γεωμέτρη (Κέδρος, 2014) συμπεριλήφθηκαν αντίστοιχα στις βραχείες λίστες Μυθιστορήματος και Διηγήματος των Λογοτεχνικών Βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το μυθιστόρημά της Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου ενώ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε το 2022 Ο μπόγος και το 2025 το  Μία τρίχα που γίνεται άλογο.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διηγήματά της και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Τα Νέα, η Λέξη, Εντευκτήριο, Δέντρο, (δε)κατα, Εξώπολις). Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση Άγγλων και Γάλλων λογοτεχνών (Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Αντρέ Ζιντ, Μισέλ Κρεσπύ, Ζωρζ Σιμενόν κλπ.) Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Βήμα Ιδεών, Ελεύθερος Τύπος, Διαβάζω) και είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο Ο Αναγνώστης.

 

Read Full Post »

Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων και η γενικότερη φιλοσοφική κίνηση

στο κλασικό και ρωμαϊκό Άργος, Αργειακή Γη, τεύχος 4, 2008.

Δρ Γεώργιος Στείρης – Λέκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών


 

  Αρποκρατίων (2ος αι. μ.Χ.). Πλατωνικός φιλόσοφος από το Άργος. Υπήρξε μαθητής του φιλοσόφου Αττικού, ο οποίος ανήκε στην παράδοση της μέσης πλατωνικής φιλοσοφίας. Έγραψε αναλυτικότατα σχόλια για το σύνολο σχεδόν των κειμένων του Πλάτωνα σε 24 τόμους.

Η πόλη του Άργους υπερηφανεύεται για την πλουσιότατη ιστορία της και την αδιάλειπτη πολιτιστική προσφορά της στο πέρασμα των αιώνων, από την απώτατη προϊστορία έως τη σύγχρονη εποχή. Παρότι όμως έχουν χυθεί τόνοι μελάνης από αξιολογότατους ερευνητές εδώ και αιώνες, το παρελθόν του Άργους δεν έχει ακόμα φωτιστεί επαρκώς. Εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές και θεματικές, οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά, περιμένοντας υπομονετικά τα φώτα της έρευνας. Μια τέτοια επιχειρείται να αναδειχθεί στην παρούσα μελέτη, με την προσδοκία της συμβολής στην προβολή μιας υποτιμημένης, αλλά εξόχως ενδιαφέρουσας πτυχής της πνευματικής ιστορίας αυτής της πόλης.

Πλάτων

Πλάτων

Ο Αργείος Αρποκρατίων υπήρξε φιλόσοφος και υπομνηματιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όσον αφορά στην καταγωγή του δεν αμφισβητείται από καμιά πηγή. Υπάρχει πάντοτε όμως το δυνητικό ενδεχόμενο να υποστηριχθεί πως ίσως κατήγετο από κάποιο άλλο Άργος, το Αμφιλόχειο, το Ορεστικό ή αυτό στην Κύπρο. Η απουσία όμως οποιουδήποτε επιπρόσθετου γεωγραφικού προσδιορισμού στο όνομα του στις αρχαίες πηγές είναι ικανή να αποδείξει το άτοπο τέτοιων ισχυρισμών, αφού η απλή αναφορά στο Άργος δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει τη γνωστότερη από τις συνονόματες πόλεις, το Αργολικό Άργος. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια του κειμένου, η στενή σχέση του Αρποκρατίωνα με την οικογένεια των Αττικών, μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί από την αργειακή του καταγωγή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων.

Η ανακοίνωση στα Αγγλικά, από το καταξιωμένο διεθνές περιοδικό για τις κλασσικές σπουδές –   ЗБОРНИК МАТИЦЕ СРПСКЕ  ЗА КЛАСИЧНЕ СТУДИЈЕ | JOURNAL OF CLASSICAL STUDIES MATICA SRPSKA – το οποίο εκδίδεται στη Σερβία. Harpocration, the argive philosopher, and the overall philosophical movement in classical and roman Argos. Double click on the link: Harpocration

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »