Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’
Πρoστατευμένο: Νέα στοιχεία για την προσωπικότητα του διδασκάλου Ιακώβου του Αργείου, σύμφωνα με άγνωστες επιστολές του. Αγαμέμνων Τσελίκας, Παλαιογράφος.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλίο, Εισήγηση, Εκπαίδευση, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιάκωβος ο Αργείος, Ορθοδοξία, Πρακτικά Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Πρακτικά Συνεδρίου, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πελοπόννησος on 16 Ιουνίου, 2010|
Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άγιο Φραγκίσκο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επίσκοποι, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Ενετοκρατία, Θρησκεία, Καπουκίνοι, Καθολική Εκκλησία, Ναύπλιο, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Τουρκοκρατία, Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum), Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο, Φραγκοκρατία on 2 Ιουνίου, 2010| Leave a Comment »
Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο
Στο κείμενο που ακολουθεί γίνονται και γενικότερες αναφορές στους Καθολικούς του Ναυπλίου, για λόγους ευρύτερης ενημέρωσης των αναγνωστών μας.
Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum)
Ένας από τους τρεις κλάδους (Μικροί Αδελφοί, Καπουκίνοι ή Καπουτσίνοι, Κοινοβιακοί μοναχοί) Καθολικών μοναχών που ανάγουν την ίδρυση και πνευματικότητά τους στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.
Προέρχονται από το μοναστικό τάγμα των Φραγκισκανών που αναγνωρίστηκε το 1210 από τον πάπα Ινοκέντιο Γ΄. Το τάγμα των Καπουκίνων ιδρύθηκε από τον φραγκισκανό μοναχό Φραγκίσκο ντε Μπάσι και επικυρώθηκε από τον πάπα Κλήμη Ζ΄. To 1619 δημιούργησαν ξεχωριστό τάγμα με δικό τους αρχηγό. Οι Καπουκίνοι περιέβαλαν με ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή τους δυστυχείς και γρήγορα κέρδισαν την αγάπη και την εκτίμηση του λαού. Μολονότι είναι το φτωχότερο μοναστικό τάγμα της καθολικής Εκκλησίας, λόγω των κανόνων του περί ακτημοσύνης και πενίας, προσέλκυσαν πολλούς γόνους της ανώτερης κοινωνίας ενώ κατάφεραν να προσηλυτίσουν πολλούς διαμαρτυρόμενους, εντάσσοντάς τους στο καθολικό δόγμα.
Σχετικά με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, εμπνευστή και ιδρυτή του τάγματος των Φραγισκανών, ο ιστορικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος γράφει: «έγινε με απόλυτο τρόπο, το γλυκύτατον έαρ που είχε ενσαρκώσει ο Ιησούς, η ανθρώπινα γλυκύτερη μορφή που έχει ως τα σήμερα γεννήσει η Ευρώπη» ενώ ο Φώτης Κόντογλου, παρά την αντιπάθειά του για κάθε τι το δυτικό, τον κατατάσσει «στους πιο αγνούς μαθητές του Ιησού».
Φραγκοκρατία ( 1212 -1389)
Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας οι Λατίνοι Κληρικοί κατέλαβαν πλήρως τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Αργολίδα. Οι Ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες παραγκωνίστηκαν ή εκδιώχτηκαν από τις έδρες τους και τις θέσεις τους πήραν καθολικοί Επίσκοποι. Αυτοί οι Κληρικοί που έστειλε η Ρώμη και που βίαια κατέλαβαν την εξουσία, κάποιες φορές δεν ήταν οι καλλίτεροι, ούτε οι καταλληλότεροι. Λόγω ακριβώς αυτού του λόγου η επίδρασή τους στους γηγενείς Ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο, το Άργος και η γύρω περιοχή υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του Λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απολύτως από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.
Α΄Ενετοκρατία (1389- 1540)
Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, με την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα από το 1397, το Ναύπλιο αντί του Άργους.
Γνωστός Λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Secundus Nani. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, σείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημίες στα κτίρια της πόλης.
Στις 21 Ιανουαρίου 1421, με πρωτοβουλία του Λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο» αναφέρεται: «τω στλκθ’, νεμήσει ιδ’, Ιανουαρίου κα’, ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετεκόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυπλίου».
Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421-1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου. Δέχθηκε δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλητος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμένου της «Αγίας Μονής».
Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, κοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων.
Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του. Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται υποτιμητικά «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, επειδή θεωρούνται επίφοβοι αιρετικοί. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και Λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων.
Έτσι αυτό το πρόβλημα του Λατίνου Επισκόπου Αργολίδος, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρόσεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπό λανθάνουσα μορφή, κρίση στις σχέσεις μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.
Α΄Τουρκοκρατία (1540- 1685)
Στις 13 Μαΐου του 1630, οι Καπουκίνοι Ιάκωβος και Άγγελος, έφτασαν στο Ναύπλιο προκειμένου να ιδρύσουν σταθμό. Οι δύο μοναχοί κατάγονταν από τις κωμοπόλεις Οστούντο και Τρίκαζε, της περιοχής του Σαλέντο της Μεσημβρινής Απουλίας, που παλαιότερα ήταν ελληνόφωνη. Δεν αποκλείεται συνεπώς να μιλούσαν την ελληνική, που εξακολουθούν να μιλούν μέχρι σήμερα δέκα χωριά νότια του Lecce. Οι δύο μοναχοί εκτιμώντας την περιοχή εισηγήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο, την μόνιμη παραμονή τους στο Ναύπλιο και την δημιουργία μόνιμου σταθμού με αιτιολογία την έλλειψη άλλων καθολικών κληρικών. Η Σύνοδος όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους και συμπεριέλαβε το Ναύπλιο στους σταθμούς της κινητής αποστολής των Καπουκίνων που ιδρύθηκαν το 1644 προσωρινά και το 1656 οριστικά.
Στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Ιταλών κληρικών για τον έλεγχο της περιοχής, υπήρξε έντονος. Όμως και μεταξύ ομοεθνών αλλά διαφορετικών ταγμάτων κληρικών, υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός. Οι σχέσεις των Γάλλων Ιησουιτών με τους επίσης Γάλλους Καπουκίνους ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένες.
To 1640, έφτασαν στο Ναύπλιο δυο Γάλλοι Ιησουίτες, ο Φραγκίσκος Bleseau και Ρενέ de Saint– Cosme, που ήρθαν μαζί με τον νεοδιορισμένο πρόξενο της Γαλλίας Ιωάννη Villere, για να εξετάσουν την δυνατότητα εγκατάστασής τους στην πόλη.
Σε σύγχρονη στα γεγονότα αναφορά που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και δημοσιεύτηκε το 1869 από τον αρχειοδίφη και βιβλιογράφο Αιμίλιο Legrand, πληροφορούμαστε ότι οι δυο Ιησουίτες πέρασαν στο Ναύπλιο το δεύτερο εξάμηνο του 1640 και τους τρεις πρώτους μήνες του 1641.
Εκτός από τις πνευματικές υπηρεσίες που προσφέρανε στην προξενική οικογένεια και στους ολιγάριθμους γηγενείς καθολικούς, κατήχησαν και μετέδωσαν τα μυστήρια σε κατάδικους, σε οθωμανικές γαλέρες που διαχείμαζαν στον Αργολικό.
Αν και η δραστηριότητα αυτή δικαιολογούσε την παρουσία τους στο Ναύπλιο, ο υπεύθυνος της αποστολής Φραγκίσκος Bleseau προτίμησε την ασήμαντη πολίχνη των Αθηνών, επειδή, λόγω της θέσης της, προσφέρονταν καλύτερα για τις επισκέψεις στην Αττική, Εύβοια, Βοιωτία και Πελοπόννησο, περιοχές που εστερούντο καθολικών ιερέων.
Ο π. Ουρβανός Παρισηνός, ηγούμενος των Καπουκίνων στο Ναύπλιο κατά την διετία 1660-1662, γράφει ότι την Μεγαλοβδομάδα του 1660, κήρυξε στην Μητρόπολη των Ελλήνων καλεσμένος από τον Επίσκοπο.
Το 1677 ο ίδιος κληρικός, ηγούμενος τότε στην Μονή Αγίου Γεωργίου στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στο Ναύπλιο. Στην μονή της Παναγίας, ηγούμενος ήταν ο π. Βαρνάβας, επίσης από το Παρίσι, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον εκδιωχθέντα από τους Τούρκους το 1674, π. Βασίλειο de Noyon. Με την ευκαιρία της επίσκεψής του, ο π. Ουρβανός που επέστρεφε από την Πάτρα κατευθυνόμενος προς την Κορώνη και Μεθώνη μέσω Ναυπλίου, συνέταξε για την Ιερά Σύνοδο Ευαγγελισμού των Λαών, μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την κατάσταση των μικρών καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου.
Συγκεκριμένα για το Ναύπλιο γράφει:
« Από την Πάτρα ήρθα στη Νάπολι της Ρωμανίας όπου μένουν δύο πατέρες μας. Θα πρέπει να ενισχυθούν με ένα τρίτο ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται διαδοχικά την Πάτρα. Στο σχολείο μας συχνάζουν 40 με 50 μαθητές του ελληνικού και του λατινικού τυπικού. Οι πιο αξιόλογες οικογένειες που πριν την οθωμανική κατάκτηση ήταν καθολικές, μας εκτιμούν πολύ. Όπως στην Αθήνα, το κήρυγμα γίνεται στα σπίτια επειδή δεν διαθέτουμε εκκλησίες. Το καλό μεταδίδεται από το ένα σπίτι στο άλλο και οι πιστοί μορφώνονται χωρίς θόρυβο. Κατά την διαχείμαση των γαλερών στον Αργολικό, πολλοί καταδικασμένοι στα κάτεργα χριστιανοί, έρχονται να ακούσουν τη λειτουργία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Μερικοί οπαδοί αιρέσεων, έχουν αποκηρύξει την πλάνη και ασπαστεί την καθολική πίστη. Όταν παλαιότερα υπηρετούσα εδώ, είχα μεταστρέψει 30 αιρετικούς που έκαναν δημόσια ομολογίας πίστεως….».
Το 1675, μετά από παρέμβαση του μαρκησίου de Nointel, ο οποίος ήταν πρέσβης του Λουδοβίκου ΙΔ΄στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου, ο π. Βασίλειος de Noyon επέστρεψε στην έδρα του, αφού επισκευάστηκαν από τους Τούρκους όλες οι ζημιές που είχαν προκληθεί στη Μονή κατά την εποχή της δίωξής του.
Σε μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Καπουκίνου μοναχού Πλάκιδου από τους Ρήμους ( Reims) της ΒΑ Γαλλίας, που επισκέφτηκε το Ναύπλιο κατά την τετραετία 1684-1688, διαβάζουμε ότι:
«Στο Ναύπλιο ( Napoli de Romanie) έχουμε ένα μικρό αλλά ωραίο και αξιομνημόνευτο μοναστήρι. Η πόλη βρίσκεται σε μια μεγάλη πεδιάδα με ερείπια του παλαιού κάστρου του Άργους σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο οχυρωμένη πολιτεία στο Μωριά. Διαθέτει δύο πολύ καλά κατασκευασμένα φρούρια. Το ένα βρίσκεται στην πόλη και το άλλο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 8.000. το λιμάνι είναι πάρα πολύ καλό για τα πλοία και τις γαλέρες που διαχειμάζουν εδώ. Μερικές φορές, όταν μας επιτρέπουν οι μπέηδες, επισκεπτόμαστε τους δυστυχείς σκλάβους.
Άλλοτε μας επισκέπτονται στο μοναστήρι αλυσοδεμένοι και συνοδευόμενοι από Τούρκο φύλακα, τον οποίο πληρώνουν με την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή με χρήματα που συγκεντρώνουν στην πόλη.
Η δυστυχία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αναγκάζονται να κλέβουν ότι βρουν. Γι’ αυτό όταν έρχονται σε μας, κλειδώνουμε τα πάντα και δεν τους αφήνουμε μόνους. Τους παρακολουθούμε συνέχεια. Τους εξυπηρετούμε γράφοντας στους συγγενείς τους ή κρατώντας γι’ αυτούς τα γράμματα που τους στέλνουν.
Κάποτε, δίνουμε λύτρα στους μπέηδες για την απελευθέρωσή τους. Είναι ευχαριστημένοι γιατί με τον τρόπο αυτό κερδίζουν χρήματα χωρίς κόπο. Υποχρεωμένοι μαζί μας, μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε χρησιμοποιώντας τις γαλέρες τους, έναντι ολίγων χρημάτων…».
Β΄Ενετοκρατία (1685- 1715)
Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Μοrea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί).
Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επίσκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίνθου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλληλα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Την περίοδο αυτή, δύο Ιταλοί Καπουκίνοι διαδέχτηκαν τους Γάλλους. Για τους Καπουκίνους στο Ναύπλιο κατά την Β΄Ενετοκρατία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Στις πηγές αναφέρονται τα ονόματα του Ορατίου, δάσκαλου της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, του Βερναρδίνου d’ Ontella, με σημαντικές επιτυχίες στον τομέα μεταστροφής διαμαρτυρομένων εμπόρων, του π. Πατρίκιου από το Μιλάνο ο οποίος έφυγε το 1702 στη Ρωσία όπου, με την άδεια του Μεγάλου Πέτρου, ίδρυσε σταθμούς Καπουκίνων στην Πετρούπολη και το Αστραχάν.
Ένας άλλος Ιταλός Καπουκίνος, ο π. Ρόκος, διορίστηκε από την Ρώμη στις 29 Μαΐου του 1694, γενικός επιθεωρητής των καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου, με έδρα το Ναύπλιο όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, την 20η Δεκεμβρίου 1695.
Τον Ιούλιο του 1715, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, αλώθηκαν για δεύτερη φορά από τους Τούρκους. Οι Ενετοί έχασαν όλες τις κτήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο με εξαίρεση τα Επτάνησα τα οποία διατήρησαν μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας τους από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797.
Η έκθεση Corner
Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προβλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας. Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή.
Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυσμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξη τους.
Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησιών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!
Β΄Τουρκοκρατία (1715- 1821)
Σχετικά με την περίοδο αυτή ο Δρ. Μάρκος Ρούσσος- Μηλιδώνης γράφει στα « ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (75 μ.Χ-2004)» τα εξής:
«Από το 1716 έως το 1821, την πνευματική φροντίδα των ελαχίστων Καθολικών στο Ναύπλιο, είχαν ένας ή δύο – ενίοτε και κανένας – Γάλλοι Καπουκίνοι οι οποίοι υπάγονταν στη μεγαλύτερη Μονή της Αθήνας. Η τύχη τους εξαρτώνταν από την παρουσία των πρόξενων της Γαλλίας που συχνά εγκατέλειπαν το Ναύπλιο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη «φυγή» τους, τους ακολουθούσαν και οι εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς των Τούρκων, Καπουκίνοι.
Ούτε ο τόπος στον οποίο κατοικούσαν μετά το 1716, μας είναι γνωστός. Βέβαιο είναι ότι η μητρόπολη των Ενετών Άγιος Γεώργιος, μετατράπηκε σε τέμενος μετά την αποχώρηση τους. Θα πρέπει, συνεπώς, να έφυγαν από εκεί οι ιερομόναχοι που υποτίθεται ότι έμεναν σε γειτονικό με το ναό κτίριο.
Όταν εξερράγη η Επανάσταση, στο Ναύπλιο υπηρετούσε ο Σμυρναίος π. Πολύκαρπος ο οποίος το εγκατέλειψε το 1822, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που είχε υποστεί η αγνώστου θέσεως κατοικία του. Οπωσδήποτε δεν ήταν στο χώρο της σημερινής καθολικής εκκλησίας η οποία λειτουργούσε το 1821, ως οθωμανικό τέμενος.
Με την επανάσταση και την απελευθέρωση του Ναυπλίου στις 29/30 Νοεμβρίου 1822, αρχίζει η νεώτερη ιστορία της πόλεως και μαζί της, της μικρής καθολικής κοινότητας, κυρίως εξ αλλοδαπών αλλά και ευάριθμων Κυκλαδιτών».
Ελεύθερη Ελλάδα
Ο Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος, στα ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΙΙ (1998) αναφερόμενος στην τύχη των καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδος γράφει:
«Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθήνα, το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιο παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.
Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1771-1822), μέχρι που ήλθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.
Το Βασιλιά Όθωνα, συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυαρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρωτεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του ‘Οθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος.
To 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν Λατίνοι Επίσκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρήθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμανικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακροναυπλίας, για να μετατραπεί σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου.
Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α. Κράτους, και στους φακέλους: ΔΗΜ 1.1/Π 35(1839) και ΔΗΜ 1.1./12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.
Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικητού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι «κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ’ αριθ. 12021 διαταγής της επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το παραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού «κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως».
Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν». Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».
Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, αποστέλλει κατάλογο των «όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου. Με το από 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, παραχωρείται «εις τούς ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυπλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ιτσκαλέ».
Με το από 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυπλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «διά την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέβαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.
Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος, διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ιτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματος τους.
Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζημιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κουκούλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιο συγκέντρωνε τριακοσίους (300) περίπου καθολικούς, Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα».
Σχετικά θέματα:
Πηγές
- Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στη Νάπολι της Ρωμανίας 1642-1821», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.
- Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, «Οι καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.
- Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
- Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644)
Posted in Πρὀσωπα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Filioque, Greek History, πάπα Λέοντος Ι, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγίου Φραγκίσκου, Βιογραφίες, Εικαστικά, Εικαστικοί, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης, Θρησκεία, Ιστορία, Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, Ιερείς, Καθολικοί, Ναύπλιο, Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644) on 1 Ιουνίου, 2010| Leave a Comment »
Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644)
Ο Καθολικός ιερωμένος, Κανάκιος Ρώσης, στα λατινικά Russus, Rossius, απαντά και στην παραλλαγή Rubeus, που σημαίνει «Κόκκινος». Στους ίδιους τύπους συναντάμε το πολύ διαδεδομένο νεοελληνικό επίθετο «Ρούσσος», το οποίο φέρουν Καθολικοί (κυρίως στη Σύρο) και Ορθόδοξοι (Πάρος, Θήρα, Πελοπόννησος, Κύπρος κ.α.).
Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να πρόκειται για το ίδιο οικογενειακό επίθετο. Ο Κ. Ρώσης γεννήθηκε στο Ναύπλιο περί το 1592, εφόσον σε κατάλογο του 1622 γράφεται ότι είναι 30 ετών. Το 1614 έγινε δόκιμο μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας και το 1625, τακτικό.
Στις 16.1.1622, «Ο Κανάκιος Ρώσιος ο εκ Ναυπλίας της Πελοποννήσου», όπως υπογράφει την ομολογία καθολικής πίστεως, ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Κατά την πενταετία, που ακολούθησε, δίδαξε τα ανθρωπιστικά γράμματα στον « Άγιο Αθανάσιο»* και υπηρέτησε ως πρώτος ψάλτης στο ναό του Κολλεγίου (AGGr τ. 1 φ. 49, τ. 53 φ. 73, τ. 3 φ. 91 – 94). Το 1625, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτεί, ως απεσταλμένος της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως**, την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών της Ανατολής και Δύσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439).
Ήταν ακόμη η εποχή που ενώ ο Λούκαρης είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα φιλοκαλβινικά του αισθήματα, τα οποία κατέληξαν στην αιρετική «Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως» του έτους 1629, δεν αρνείτο να συνδιαλέγεται για ευνόητους λόγους , με τους Καθολικούς.
Όμως, παρόλους τους διπλωματικούς ελιγμούς του κατά τα άλλα ικανότατου καλβινοφρονήσαντος πατριάρχη, ο οποίος τελείωσε τις ημέρες του στην τουρκική αγχόνη (1638), ο Κανάκιος Ρώσης, από τους πλέον αξιόλογους έλληνες καθολικούς θεολόγους της εποχής, αντιλήφθηκε σύντομα τους πραγματικούς σκοπούς του Λούκαρη και έφυγε στη Ρώμη.
Επανήλθε και πάλι με πρωτοβουλία της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστης, το κρίσιμο έτος της διαμάχης Λούκαρη – Ιησουϊτών, 1628, που έληξε με τον προσωρινό θρίαμβο του πατριάρχη και το διωγμό των Ιησουϊτών και του συνεργάτου των Κανακίου. 11 μήνες πέρασε ο ναυπλιώτης λόγιος στις φυλακές τις Χίου. Η αλληλογραφία του με την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης, φωτίζει τα σκοτεινά παρασκήνια της ταραχώδους εκείνης περιόδου, που όπως αναφέραμε, τελείωσε με το βίαιο θάνατο του Λούκαρη.
Μετά την περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης, η Ρώμη ανέθεσε στον Κ. Ρώση νέα αποστολή στον Άθωνα για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης καθολικής Σχολής και ιατρείου στις Καρυές. Τις εντυπώσεις του από το αγιώνυμο Όρος περιέγραψε σε έκθεση του έτους 1629.
Του Κανακίου είχε προηγηθεί στον Άθωνα το 1627, ο φίλος και συμμαθητής του στον «Άγιο Αθανάσιο» Αλέξανδρος Βασιλόπουλος, πελοποννήσιος γεννημένος στη Ζάκυνθο. Και οι δύο συμφώνησαν για τη σκοπιμότητα λειτουργίας καθολικού Σχολείου στις Καρυές με δάσκαλους όχι τους «σκληρούς» Ιησουίτες αλλά τους «μειλίχιους» μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου και μάλιστα της τάξεως των Καπουκίνων.
Επειδή όμως και η πρόταση αυτή κρίθηκε τολμηρή για τον Άθωνα, ο Κανάκιος πρότεινε για το έργο αυτό τον ανιψιό του Ανδρέα Ρώση,*** που είχε επίσης σπουδάσει στον «Άγιο Αθανάσιο». Λόγω κωλύματος του Ανδρέα, δάσκαλου τότε στην Ελληνική Κοινότητα Βενετίας, τον αντικατέστησε ο αδελφός του Νικόλαος**** ο οποίος δίδαξε στις Καρυές μεταξύ των ετών 1635 και 1640.
Περισσότεροι από τους 25 ανά σχολική περίοδο μαθητές του, ήταν κελλιώτες και λιγότεροι μοναστηριακοί. Τους τελευταίους απέτρεπαν από τη σπουδή οι παλαιότεροι μοναχοί «για να μην απωλέσουν τον επ’ αυτών έλεγχον», όπως γράφει ο Νικόλαος Ρώσης.
Το 1640, ο Κανάκιος μετέφρασε στην καθομιλουμένη ελληνική το βιβλίο του φανατικά προσηλωμένου στο ρωμαϊκό πρωτείο Ι. Ματθαίου Καρυοφύλλη, ενωτικού***** ιερέα από τα Χανιά Κρήτης, «Contra Nilum». Σ’ αυτό, ο Κανάκιος έδωσε τον τίτλο «Αντίρρησις προς Νείλον Θεσσαλονίκης περί της αρχής του Πάπα».
Από το 1631 έως τον επισυμβάντα το 1644 θάνατό του, ο λόγιος Ναυπλιώτης δίδαξε αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Το 1637, επεχείρησε ανεπιτυχώς να ονομαστεί στον «Άγιο Αθανάσιο» επίσκοπος****** για την χειροτονία των σπουδαστών κατά το βυζαντινό τυπικό.
Απεβίωσε στη Ρώμη το 1644. Στη ζωή και το έργο του Κανακίου Ρώση, για τον οποίο θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο Χίος πανεπιστήμων Λέων Αλλάτιος, ο ιστορικός των βυζαντινορρύθμων Καθολικών Ν. Ιταλίας Πομπήλιος Rοdota, o J. Carafa στην Ιστορία του Πανεπιστημίου «La Sapienza» Ρώμης και πολλοί άλλοι.
Υποσημειώσεις
* Το Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης. Το ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης που φέρει το όνομα του αγίου επισκόπου Αλεξανδρείας και πατρός της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, Αθανασίου (295-373), ιδρύθηκε από το γνωστό μεταρρυθμιστή του Ιουλιανού ή παλαιού Ημερολογίου, πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1577.
Η ίδρυσή του συνέπεσε με την παρέλευση μισού περίπου αιώνα από την αναστολή της λειτουργίας ενός άλλου βραχύβιου ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (1513-1520), έργο του φιλόμουσου προστάτη των Ελληνικών Γραμμάτων και των Βυζαντινών λογίων της Δύσης, πάπα Λέοντος Ι, γόνου του λαμπρού γένους των Μεδίκων.
Σκοπός του «Αγίου Αθανασίου» που με πολλές περιπέτειες συνεχίζει τη λειτουργία του στο κέντρο της αιώνιας πόλης μέχρι σήμερα, ήταν η καλλιέργεια των Ελληνικών Γραμμάτων, η μόρφωση των νέων και των δύο δογμάτων για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου γένους και η επαναπροσέγγιση των Χριστιανών Ανατολής και Δύσης.
Στη Σχολή αυτή φοίτησαν εκατοντάδες νέων του Λατινικού και Βυζαντινού τυπικού (ενωτικοί), από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία προέρχονταν από τη νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο στην οποία το καθολικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο μετά τη διαδοχή των Ενετών από τους Τούρκους.
Από τις πολλές μαρτυρίες αλλοδαπών και ημεδαπών ιστορικών για τον «Άγιο Αθανάσιο» και την ανεκτίμητη προσφορά του στο υπόδουλο γένος των Ελλήνων, αναφέρουμε την κρίση του αναγνωρισμένου μελετητή του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων για τον «φλογερό έρωτα» των “Γρηγοριάδων” προς το έθνος στο οποίο ανήκαν: «Έκτοτε βλέπομεν τους εξ Ελλάδος μαθητάς και διδασκάλους του Κολλεγίου τούτου, συνδυάζοντας αληθώς εξαίρετον παιδείαν και την τήρησιν των πατρίων τύπων της ελληνικής εν τη Εκκλησία λειτουργίας, μετά της εις τον πάπαν αφοσιώσεως… Από τας εκατοντάδας των σπουδαστών του Ελληνικού Κολλεγίου, πολλοί διέπρεψαν ως πατριάρχες, αρχιερείς, πρυτάνεις Πανεπιστημίων, καθηγηταί, ιατροί, συγγραφείς κ.λπ., και εις όλους ανεξαιρέτως, ήταν φλογερός ο έρως προς την πατρίδα».
Από τους πλέον διαπρέψαντες «Γρηγοριάδες», όπως αποκαλούνται οι απόφοιτοι του «Αγίου Αθανασίου», αναφέρομε τον πολυγραφότατο πανεπιστήμονα Λέοντα Αλλάτιο το Χίο, το σημαντικότερο διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης στο μεταίχμιο του 17ου και 18ου αιώνα, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρήτων, τον Κερκυραίο θεολόγο και ρήτορα Πέτρο Αρκούδιο, τους Ναυπλιώτες δάσκαλους και διαπραγματευτές υποθέσεων της Αγίας Έδρας στην Κωνσταντινούπολη, Κανάκιο και Νικόλαο Ρώση, τον πολυπράγμωνα θεολόγο Πανταλέοντα Λιγαρίδη από τη Χίο, τον πολυγραφότατο Κρητικό θεολόγο Ιωάννη Ματθαίο Καριοφύλλη, το μητροπολίτη Παροναξίας Μελισσηνό Νικηφόρο, τους Ιησουίτες Μάρκο Λίμα και Μιχαήλ Νευρίδα από το Ρέθυμνο και τη Χίο, το Νικόλαο Παπαδόπουλο Κομνηνό, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παταβίου, τον παρ’ ολίγον γενικό ηγούμενο των Ιησουιτών Ιωάννη Αντώνιο Τιμόνη από τη Χίο, και πλειάδα άλλων διαπρεψάντων στις επιστήμες, τα γράμματα και τα εκκλησιαστικά αξιώματα.
Από το 1591, όταν ο Άγιος Αθανάσιος περιήλθε στη διοίκηση των Ιησουιτών, με πρώτο ελληνοδιδάσκαλο και μέλλοντα διευθυντή τον Χανιώτη Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη (1555-1625), εξελίχτηκε σε πρότυπο κέντρο ελληνοχριστιανικής παιδείας στο οποίο η μάθηση άρχιζε περί το 12ο έτος της ηλικίας και τελείωνε στο 18ο. Οι καλύτεροι, έκλειναν τον κύκλο των σπουδών με απόκτηση διδακτορικού τίτλου στη φιλολογία, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Η απονομή του τίτλου γίνονταν κατά τη διάρκεια τελετής που συγκέντρωνε γύρω από τον τιμώμενο, μαθητές και διδάσκοντες. Το πρόγραμμα των 30-35 κατ’ έτος σπουδαστών, περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση της ελληνικής, ιταλικής και λατινικής γλώσσας, ιστορία της Εκκλησίας, φιλοσοφία και για τους προοριζόμενους στο ιερατείο, θεολογία και ποιμαντική.
Η απονομή του ενδεικτικού αποφοίτησης γίνονταν ενώπιον του καρδιναλίου προστάτου του ιδρύματος από τον διευθυντή. Γονατιστός ενώπιον τους, ο τελειόφοιτος απήγγειλε την ομολογία πίστεως με ιδιαίτερη έμφαση στο «Filioque«, και εις την εκ του Υιού δηλαδή εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος, και στο πρωτείο δικαιοδοσίας του Επισκόπου Ρώμης εφ’ όλων των Επισκόπων της Εκκλησίας, αδιακρίτως λειτουργικού τυπικού.
Οι χειροτονίες γίνονταν υποχρεωτικά κατά το βυζαντινό τυπικό από ενωτικούς Επισκόπους οι οποίοι διορίζονταν στον Άγιο Αθανάσιο για το σκοπό αυτό. Κατάλογο με βιογραφικά στοιχεία αυτών, κατήρτισε ο Τήνιος ιστορικός π. Μάρκος Φώσκολος, τελειόφοιτος του ιδίου Κολλεγίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Πρόταση του Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη, πρύτανη των θεολόγων της Ρώμης μετά την εκδημία του επίσης Ιησουίτου καρδιναλίου Ροβέρτου Βελλαρμίνου το 1621, για τη χειροτονία των αποφοίτων από φιλενωτικούς ορθόδοξους Αρχιερείς, δεν έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή Καρδιναλίων.
Οι Πελοποννήσιοι μαθητές κατά την πρώτη εβδομηκονταετία λειτουργίας του Κολλεγίου (1576-1646), ανήλθαν σε 26. Ένδεκα ήταν από το Ναύπλιο, 4 από την Κορώνη, 3 από τον Οίτυλο της Μάνης, 2 από την Πάτρα, 2 από την Κυπαρισία, ανά ένας από τη Μονεμβασία ή Νεάπολη της Μαλβαζίας, το Λεοντάρι, και 2 από άγνωστη περιοχή.
** Η Ιερά Σύνοδος για την διάδοση της πίστης ( sacra Congregatio de propaganda fide) ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ το 1622, με κύριο σκοπό τον ευαγγελισμό των εκτός του καθολικού κόσμου, χωρών. Στην δικαιοδοσία της είχε περιέλθει έως την ίδρυση ανεξαρτήτου Κράτους, και η μικρή καθολική μειονότητα στους ελληνόφωνους χώρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, στα ρωμαϊκά Αρχεία της φυλάσσονται πολλά έγγραφα, που αφορούν στις ελληνοκαθολικές αλλά και ορθόδοξες κοινότητες επί Τουρκοκρατίας.
*** Ανδρέας Ρώσης (Rossius, Rossi και Rubeus). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1609 από τον Αναστάσιο, αδελφό του Κανακίου Ρώση και την Μπιάνκα Σωλημά, επιφανείς καθολικές Οικογένειες στην πρωτεύουσα της Αργολίδας (ACGr τ. 1 φ. 5, τ. 8 φ. 200). Εισήλθε στο Κολλέγιο «Αγίου Αθανασίου» στις 10.1.1624, με συστατική επιστολή των Ναυπλιωτών εμπόρων στη Βενετία, Γεωργίου Κρές και Ιωάννη Μπαχατούρη.
Σπούδασε ένα χρόνο γραμματική, δύο χρόνια φιλοσοφία και τρία θεολογία. Το 1625 κατέθεσε ομολογία καθολικής πίστεως και έγινε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας. Από το Κολλέγιο απεφοίτησε το 1634, αφού δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνικά σε νεότερους μαθητές. Στη Βενετία όπου εγκαταστάθηκε το 1635, δίδαξε στο Σχολείο της Ελληνικής Κοινότητας έως το 1639. Στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, σειρά Acta τ. 10 φ. 304, φυλάσσεται επιστολή του, στην οποία αναφέρεται η αναχώρηση του αδελφού του Νικολάου για το Άγιον Όρος και η άφιξη του αρχιδιακόνου του φιλενωτικού αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Πατελάρου, ο οποίος έμελε να ταξιδέψει στη Ρώμη για να δώσει όρκο υπακοής στον Πάπα.
Καθ’ όλες τις ενδείξεις, ο «δον Ανδρέ Ρώσιος», συνδέθηκε στη Βενετία με ορθόδοξους Έλληνες και ανέπτυξε αντιιησουϊτική δράση επειδή, όπως γράφει, «άλλο δεν σκοπούσιν ειμή πως να σβήνουν το ρητόν και την φήμην των εδικών μου, λέγω των Ρωμαίων»16.
Ο Λέων Αλλάτιος διέσωσε αρχαιοελληνικά επιγράμματα του Α. Ρώση ο οποίος απεβίωσε περί το 1640 στην Ισπανία όπου είχε αποκτήσει την εύνοια υψηλά ισταμένων προσώπων.
**** Νικόλαος Ρώσης ή Rubeus. Αδελφός και ανιψιός των Ανδρέα και Κανακίου Ρώση. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1592 και εισήλθε στον «Άγιο Αθανάσιο» το 1608. Παρακολούθησε όλα τα διδασκόμενα στη Σχολή μαθήματα και υπήρξε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας από το 1626 έως το 1634, έτος εξόδου του από το Ίδρυμα.
Το 1635, μετά τη χειροτονία του στη Βενετία κατά το βυζαντινό τυπικό, ταξίδεψε στον ‘Αθωνα όπου ίδρυσε Σχολείο Ανθρωπιστικών Σπουδών αντί 60.000 σκούδων το χρόνο, τα οποία κατέβαλε η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της πίστεως. Η Σχολή λειτούργησε από το 1635 έως το 1640, στον περίβολο του Πρωτάτου στις Καρυές. Από εκεί έστειλε στη Ρώμη 20 επιστολές τις οποίες δημοσίευσε ο ιστορικός των Ενωτικών Εκκλησιών της Ανατολής, Γεώργιος Hofmann. Το διδακτικό του έργο συνέχισε ο Νικόλαος Ρώσης στη Θεσσαλονίκη από το 1640 έως το έτος του θανάτου του 1642. Την ίδια εποχή οι Ιησουίτες επεχείρησαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κάτι το οποίο κατόρθωσαν μισό αιώνα αργότερα (1704).
Ο ίδιος ο Ν. Ρώσης, στις επιστολές του προς τις ρωμαϊκές εκκλησιαστικές Αρχές, αντί των «άκαμπτων» Ιησουϊτών, πρότεινε για την ιεραποστολή στον Ελληνικό βορρά τους πιο «συμφιλιωτικούς» φραγκισκανούς Καπουκίνους, που μια δεκαετία αργότερα, εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ναύπλιο όπου παρέμειναν έως τα χρόνια της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή, όπως και στο γειτονικό Άργος, πρόσφεραν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και μάθαιναν στα παιδιά γράμματα.
Σε ανυπόγραφη επιστολή Καπουκίνου του Ναυπλίου με ημερομηνία 9.1.1658, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την εκπαιδευτική δραστηριότητα των συναδέλφων του: «Στο Σχολείο μας στη Νάπολι της Ρωμανίας έχουμε 35 παιδιά, που μαθαίνουν γραμματική και κατήχηση. Αρκετά άλλα τα συνοδεύουν στην κατήχηση. Πολλά παιδιά τα αρνούμαστε επειδή έρχονται χωρίς σκοπό και συνοδεία. Αν διδάξουμε αριθμητική, τότε όλα θα έρχονται σε μας. Θα αναγκαστούμε όμως να δεχτούμε όσα επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Τα παιδιά που διδάσκονται την κατήχηση, γίνονται κήρυκες της ορθής πίστης στις 4 συνοικίες της πόλης. Πρωί και βράδυ επαναλαμβάνουν το μάθημά τους σε γονείς και γείτονες. Με την επανάληψη, η γνώση μεταδίδεται σε όλους. Σταματούν στις πλατείες και στα σπίτια για να απαγγείλουν ό,τι έμαθαν το πρωί. Μεταξύ αυτών των νεοφύτων, οι πιο ένθερμοι πηγαινοέρχονται στα σπίτια και κάνουν κατήχηση. Τους ακούω με ευχαρίστηση όταν επανέρχονται στο σχολείο. Και οι παπάδες στέλνουν τα παιδιά τους στο μάθημα. Όλοι ομολογούν ότι ποτέ δεν έζησαν κάτι παρόμοιο».
***** Στην καθολική Εκκλησία, εκτός του λατινικού λειτουργικού τυπικού, το οποίο ακολουθεί η μεγάλη πλειοψηφία των πιστών, χρησιμοποιούνται όλα σχεδόν τα τυπικά των Ανατολικών Εκκλησιών όπως το Βυζαντινό, Αρμενικό, Κοπτικό, Μαρωνικό κ.ά. Οι πιστοί των τυπικών αυτών, Καθολικοί καθόλα, αποκαλούνται « Ενωτικοί».
****** Στο αρχείο « Αγίου Αθανασίου» AGGr τ.6 φ.32, φυλάσσεται σχετική αίτηση του Κ. Ρώση στον πάπα Ουρβανό Η΄αλλά και ενδιαφέρον ανώνυμο υπόμνημα στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η χειροτονία του Κ. Ρώση σε ενωτικό επίσκοπο με έδρα το Κολλέγιο του « Αγίου Αθανασίου». Α) Έχει αφοριστεί από 4 πατριάρχες της Ανατολής. Β) Ο ανιψιός του Ανδρέας Ρώσης αναπτύσσει φιλορθόδοξη δράση μεταξύ των Ελλήνων της Βενετίας και εκθειάζει το « σχισματικό» επίσκοπο Γαβριήλ Σεβήρο και Γ) Ο αδελφός του Κανακίου Κωνσταντίνος ασπάστηκε το μωαμεθανισμό.
Πηγές
-
Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ναυπλιώτες Μαθητές στο Ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης, Άγιος Αθανάσιος 1594-1646», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 1998.
-
Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αχλαδόκαμπος, Αγωνιστές, Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ελληνική Επανάσταση, Ιστορία, Οπλαρχηγός, Πρόσωπα, Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; ), Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί on 19 Μαΐου, 2010| Leave a Comment »
Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )
Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).
Από το οικογενειακό περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.
Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών» και σημειώνεται ότι «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».
Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.
Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.
α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:
«Βασίλειον της Ελλάδος
Αριθ.8600
Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,
Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.
Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.
Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.
Αθήναι την 17 Μαΐου 1844
Ο Υπουργός
(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»
β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:
«Βασίλειον της Ελλάδος
Αριθ. 460
Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι
Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.
Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει.
Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865
Ο Δήμαρχος
(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»
γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:
«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865.
Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν, δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.
Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής.
Ότι κατά το έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.
Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.
Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.
Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.
Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68.
Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.
Υποσημειούμαι,
παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος
Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς
Οικονόμος».
Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.
Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.
Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.
Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας 90 περίπου χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.
Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος
Φιλόλογος – Θεολόγος
Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Πηγή
-
Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.
Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας…
Posted in Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους, Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άγιος Πέτρος, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Μητρὀπολη Αργολίδας, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας… on 10 Μαΐου, 2010| Leave a Comment »
Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας…
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα εορτάστηκε κι εφέτος η Μνήμη του Φρουρού και προστάτη της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους, του Σημειοφόρου και Θαυματουργού.
Με την εντυπωσιακή παρουσία χιλιάδων πιστών, που προσήλθαν για να τιμήσουν τον «Μέγα εις την ταπείνωσιν, μέγα εις την αρετήν και την αγιότητα, μέγα εις την γραφίδα και τον λόγον, μέγα ως επίσκοπο της επαρχίας μας και αστέρα ολόκληρης της Ορθοδοξίας» και παρουσία τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, την παραμονή (2α Μαΐου) τελέστηκε μέγας πολυαρχιερατικός εσπερινός υπό την χοροστασία του Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου και αμέσως μετά ακολούθησε η λιτάνευση των Αγίων Λειψάνων και της Αγίας εικόνας Του, ενώ το φιλόχρηστο πλήθος παρακολούθησε με θρησκευτική κατάνυξη την πομπή.
Την επομένη, κυριώνυμον (3η Μαΐου) τελέστηκε πανηγυρική πολυαρχιερατική θεία λειτουργία, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου και με την παρουσία των Μητροπολιτών: Αργολίδος κ. Ιακώβου, Άρτης κ. Ιγνατίου, Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου, Πατρών κ. Χρυσοστόμου, Κορίνθου κ. Διονυσίου και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Επιδαύρου κ. Καλλινίκου και Ανδρούσης κ. Θεοκτίστου.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πραγματοποιήθηκε στο Σύλλογο Αργείων ο «ΔΑΝΑΟΣ» εορταστική Συνεδρία με θέμα: «Άγιος Πέτρος – Επίσκοπος Άργους, Σημειοφόρος και θαυματουργός» που οργάνωσε για δεύτερη χρονιά ο καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, με την οργανωτική ευθύνη του Πρωτοπρεσβύτερου και Προϊσταμένου του Ναού π. Γεωργίου Σελλή και με ομιλητές εξέχοντες επιστήμονες.
Το πρόγραμμα είχε ως εξής:
Μουσική εισαγωγή. Ένα πιάνο και μια κιθάρα, κράτησαν μελωδική συντροφιά στο πολυπληθές ακροατήριο ενώ στη συνέχεια εψάλησαν Εορταστικοί Ύμνοι από την Χορωδία του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου υπό την διεύθυνση του κ. Γιάννη Χαβιαρλή.
Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος και ο Αντιδήμαρχος Άργους κ. Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος. Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Πρωτ/ρος π. Γεώργιος Σελλής. Το πρώτο μέρος συντόνισε ο κος Γεώργιος Στείρης, Λέκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η πρώτη ομιλήτρια κα Ειρήνη Χριστινάκη- Γλάρου. Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην γλαφυρή και μεστή ομιλία της, ανέπτυξε το θέμα: “Η σύννομος ψηλάφηση του Ιερού Προσώπου και η κανονική ανακήρυξη της Αγιοσύνης Του κατά την Ορθόδοξη παράδοση’’.
Στην συνέχεια ο λόγος εδόθη στον κ. Παναγιώτη Πανταζάκο. Επίκουρο Καθηγητή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος στην μεθοδική και τεκμηριωμένη ομιλία του ανέπτυξε το θέμα:‘‘Ιωακείμ και Άννα, ονειδισμού ατεκνίας. Παιδιά θαύματα του Θεού. Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και η Παντοδυναμία του Θεού’’.
O Συντονιστής κ. Στείρης, έκλεισε το πρώτο μέρος της Συνεδρίας με σύντομη αναφορά του στα συμπεράσματα που προέκυψαν.
Μετά το πέρας του πρώτου μέρους, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος απένειμε αναμνηστική πλάκα, σε ένδειξη αγάπης και εκτιμήσεως της τοπικής εκκλησίας, στους τρεις εκλεκτούς επισκέπτες – ομιλητές.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε, με την απονομή επαίνων σε μαθητές της Α΄βάθμιας και Β΄βάθμιας Εκπαίδευσης Αργολίδος που συμμετείχαν και διακρίθηκαν στον μαθητικό διαγωνισμό με θέμα « Ο ναός στη ζωή μας ». Την πρωτοβουλία αυτή χαιρέτισε μα θερμούς λόγους ο Διευθυντής της Α΄βάθμιας Εκπαίδευσης κ. Αγγελόπουλος, ενώ την διαδικασία συντόνισε με μεγάλη επιτυχία η κα Δήμητρα Μποζιονέλου.
Είθε η μυροβόλος και ιαματική αύρα του Αγίου, μας περιβάλλει και μας προστατεύει σε ολόκληρη την ζωή μας.
Πρoστατευμένο: Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας (Προσπάθεια ρυθμίσεως αυτών επί Καποδίστρια). Μενέλαος Α. Τουρτόγλου, Καθηγητής Πανεπιστημίου.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Καποδίστριας, Μενελάος Α. Τουρτόγλου, Μητρὀπολη Αργολίδας, Ναύπλιο, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, Πελοπόννησος, Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας (Προσπάθεια ρυθμίσεως αυτών επί Καποδίστρια). on 2 Μαΐου, 2010|
Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκπαίδευση, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Angela Merici, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άγγελα Μερίτσι, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγία Ούρσουλα, Αδελφές Ουρσουλίνες, Βιογραφίες, Γαλλική Σχολή, Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920), Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος, Εκπαίδευση, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών, Ιστορία, Καθολικοί, Ναύπλιο, Παρθεναγωγεία, Πελοπόννησος, Σχολεία, Σαρλότ Βολμεράνζ, Τήνος on 28 Απριλίου, 2010| Leave a Comment »
Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)
Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.
Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.
Οι Αδελφές Ουρσουλίνες
Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.
Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.
Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου. Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.
Οργανωμένο μοναστήρι δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.
Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.
Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.
Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο
Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.
Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».
« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de l’ enfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).
Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.
Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».
Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.
Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».
Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.
Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών
Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.
Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.
Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!
Υποσημείωση
* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.
Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.
Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.
Πηγές
-
Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
-
Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
-
Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine, Αθήνα, 2009.
-
Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
-
Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/
Σχετικά θέματα:
- Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου
- Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη
Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος (Παπακωνσταντής 1770; – 1829;)
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αχλαδόκαμπος, Αγωνιστές, Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821, Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος (Παπακωνσταντής 1770; - 1829;), Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Ιερέας, Κληρικός, Μητρὀπολη Αργολίδας, Πρόσωπα, Πελοπόννησος on 27 Απριλίου, 2010| Leave a Comment »
Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος (Παπακωνσταντής 1770; – 1829;)
Ο παπά – Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, αγνώστων άλλων οικογενειακών στοιχείων, πλην ίσως αδελφός ή συγγενής του δραστήριου προεστού του Αχλαδοκάμπου, κατά τους χρόνους της Επανάστασης (1821-1825), Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, φαίνεται ότι είναι ο πρώτος γνωστός Αγωνιστής εφημέριος του
Αχλαδοκάμπου Άργους.
Το 1819 ήταν ήδη εφημέριος του Αχλαδοκάμπου, και μαζί με άλλους κληρικούς και λαϊκούς, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από τον τότε μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίας Γρηγόριο Καλαμαρά, όπως φαίνεται και από το έργο του μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου του Β’, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, τεύχος Α’, Άργος 1957, σ. 34 και 42.
Ούτε τον ακριβή χρόνο της γέννησής του γνωρίζουμε, ούτε τη δράση του, ούτε ακόμη και τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Πάντως πρέπει να είναι, αν όχι ο πρώτος, ένας από τους πρώτους εφημερίους του ναού της Αγίας Κυριακής.
Πέθανε από φυσιολογικό θάνατο, μετά το τέλος της Επανάστασης, δηλ. μετά το 1827, και αν υποθέσουμε ότι θα ήταν 60 χρόνων, μπορούμε να τοποθετήσουμε το χρόνο της γέννησής του γύρω στο 1770. Ότι πέθανε με φυσιολογικό θάνατο και ακόμη ότι ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, φαίνεται από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, επί του Δημάρχου Αντωνίου Δημητρίου Αντωνόπουλου, στην οποία μνημονεύονται όλοι όσοι έλαβαν μέρος στις διάφορες μάχες κατά των Τούρκων, κατά τους χρόνους της Επανάστασης.
Η σχετική φράση της Απόφασης, στο τέλος της παράθεσης των φονευθέντων, έχει ως εξής: «…Ο δε παπά-Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος απεβίωσε μετά το τέλος της Επαναστάσεως». Έτσι επιβεβαιώνεται η δράση του, σαν Αγωνιστή, και η ιδιότητά του, σαν ιερέα του Αχλαδοκάμπου.
Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος
Φιλόλογος – Θεολόγος
Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Πηγή
- Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.
Ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου και Πολιούχου Άργους
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Άγιος Πέτρος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επισκόπου και Πολιούχου Άργους, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Μητρὀπολη Αργολίδας, Πελοπόννησος on 24 Απριλίου, 2010| Leave a Comment »
Ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου και Πολιούχου Άργους
Πρόσκληση
Την 3η Μαΐου 2010 ημέρα Δευτέρα και ώρα 11.15΄ π.μ., κατά την οποία θα εορτασθεί η ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου και Πολιούχου Ἀργους του Θαυματουργού & Προστάτου του «Δαναού», ο Σύλλογός μας τελεί την ετήσια εορτή του.
Την ημέρα αυτή ο Σύλλογός μας θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο Μέγαρό του Αρχές, Φορείς, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές με το κάτωθι εορταστικό πρόγραμμα.
Πρόγραμμα Εορτής
- «Χριστός Ανέστη» και Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.
- Προσφώνηση Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.
- Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.
- Απονομή τιμητικών διακρίσεων.
- Χαιρετισμός Εκπροσώπου του «Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων- Ο ΑΤΡΕΥΣ».
- Βράβευση επιτυχόντων Αργείων μαθητών στα Α.Ε.Ι. από τον Σύλλογο «Ο ΑΤΡΕΥΣ».
- Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Ἀργους, σχολικού έτους 2008-2009 από τον Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».
- Πανηγυρικός Εορτής: Ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Δημ. Αργυρός, Αναπληρωτής Καθηγητής Χριστιανικής και Βυζαντινής Αρχαιολογίας της Ανωτάτης Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων.
- Μουσική απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον Σύλλογον Δαναόν», Ποίηση: Δ. Βαρδουνιώτου (1896) – Μελοποίηση: Δ. Τσαπραλή (1959). Χορωδία Μουσικού Ομίλου ΄Αργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», Διευθύνει ο Μ. Διαμαντής.
- Απόδοση του Ύμνου του Άργους, Στίχοι: Κ. Γιαννόπουλου – Μελοποίηση: Μ. Διαμαντή. Χορωδία Μουσικού Ομίλου ΄Αργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», Διευθύνει ο Μ. Διαμαντής.
Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα.
Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytièr
Posted in Γκραβούρες, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, E. Peytièr, Greek History, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εικαστικά, Εικαστικοί, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Πελοπόννησος, Υδατογραφία, Υδατογραφίες, Φιλέλληνες, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι on 31 Μαρτίου, 2010| Leave a Comment »
Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι, να υποδέχονται ξένα πλοία.



























