Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια[i]


  

Γεγονός είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται όλο και μεγα­λύτερο ενδιαφέρον – στο διεθνή και τον ελληνικό επιστημονικό χώρο – για την ιστορία της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων. Έτσι, αυτοβιο­γραφίες, απομνημονεύματα, προσωπικά ημερολόγια, ταξιδιωτικές εντυπώ­σεις, αναμνήσεις, κ.α., έχουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού φαίνεται να αναδεικνύουν τους αφανείς της ιστορίας, τους οποίους η παραδοσιακή ιστοριογραφία παραμερίζει.

Γίνεται, έτσι, όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι για να μπορέσει να εισχωρήσει κανείς στην ατμόσφαιρα μιας εποχής και να διευρύνει τις ιστο­ρικές του γνώσεις, θα πρέπει να μελετήσει τα βιώματα και τις συνθήκες ζωής των καθημερινών ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνον­ται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, τις προτιμήσεις τους, τα πρότυπά τους, τις προσδοκίες τους, τις απογοη­τεύσεις τους και τις απόψεις τους γύρω από ποικίλα ζητήματα, ηθικά, φι­λοσοφικά, κοινωνικά.

Μέσα από το πρίσμα αυτό των μικροϊστορικών προσεγγίσεων, το ιστορικό υλικό αναφέρεται στο μεμονωμένο και όχι στο μαζικό, στο «υπο­κειμενικό» και όχι στο «αντικειμενικό», στο ατομικό και όχι στο συλλογικό. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια αναφορά αποκομμένη από τον κορμό του ιστορικού συγκείμενου, αλλά για μια αναγωγή στο μέρος που ούτως ή άλλως παραμένει πάντοτε εντός του ιστορικο-πολιτισμικού συνόλου. Έτσι υποκειμενικό και αντικειμενικό συγκλίνουν και διενεργείται μια αδιάκοπη ροή μεταξύ ψυχολογίας και ιστορίας.

 

Το Ναύπλιο και η  Κυβέρνηση

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

Η άλωση του Παλαμηδίου (29-30 Νοεμβρίου 1822) αποτέλεσε μια ση­μαντική στιγμή για τους επαναστατημένους Έλληνες, ή οποία τους γέμισε χαρά και αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε ότι η ώρα της απελευθέρωσης και η δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν θα αργούσε να έρθει. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τις δηλώσεις πολιτικών της εποχής (Αθαν. Κανάρης, Θ. Νέγρης), ξέ­νων διπλωματών και περιηγητών [ii]. Το Ναύπλιο όντας πια ελεύθερο επιλέχθηκε ως έδρα της Κυβέρνησης (18.1.1823). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία άλλα υπαγορεύτηκε από μια σειρά λόγους που σχετίζονταν με τη γεωπολιτική θέση της πόλης, τη φυ­σική της οχύρωση και την πρωτοκαθεδρία της έναντι των υπολοίπων πό­λεων της Πελοποννήσου. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει εξάλλου πως κατά την β’ βενετοκρατία το Ναύπλιο με την ονομασία Napoli di Romania ήταν η πρωτεύουσα του Regno de Morea, ενώ επί οθωμανικής κυριαρχίας ως Anadolu υπήρξε το πολιτικό, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του Σαντζακίου του Μοριά.

Με βάση τις προαναφερθείσες παρα­μέτρους η πόλη ορίστηκε (Ιανουάριος 1823) ως έδρα της Προσωρινής Δι­οίκησης της Ελλάδος. Λίγο αργότερα η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) οριστικοποίησε την ανωτέρω απόφαση και με σχετικό ψήφισμά της αναγόρευσε το Ναύπλιο σε Καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής.

Η προσωρινή μεταφορά της Κυβέρνησης για λόγους ασφαλείας στην Αίγινα – Αύγουστος 1827 έως και την 3η Μαρτίου 1829 – δε σήμαινε και μεταφορά της καθέδρας [iii]. Την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για το Ναύπλιο σεβάστηκε ο Κα­ποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο λιμάνι της πόλης – με το αγγλικό δίκρο­το Warspite – στις 6/18 Ιανουαρίου 1828. Η άφιξή του έδωσε τη δυνα­τότητα για εκδηλώσεις ενθουσιασμού στο συγκεντρωμένο πλήθος που τον επευφημούσε ως σωτήρα, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν όλες του τις ελπί­δες.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Η εικόνα όμως που σύντομα ο Καποδίστριας σχημάτισε ήταν απο­γοητευτική. Η χώρα ήταν ερειπωμένη και ο λαός καθημαγμένος, ενώ η οικονομία, η διοικητική μηχανή, η δικαιοσύνη, ο στρατός, η εκπαίδευση, θεσμοί δηλαδή που θεμελιώνουν ένα ελεύθερο και ευνομούμενο κράτος ήταν ανύπαρκτοι ή διαλυμένοι. Παντού υπήρχαν ερείπια, μισογκρεμισμένα κτήρια, πρόσφυγες, εξαθλιωμένοι κάτοικοι, ορφανά, αρνητικές δηλαδή συνέπειες της Επανάστασης.

Στο Ναύπλιο συνέρεαν καθημερινά πρόσφυ­γες, καθώς ήταν η μόνη ασφαλής πόλη του ελεύθερου ελλαδικού χώρου και τα άτομα που κατέφευγαν εκεί ευελπιστούσαν ότι θα λάμβαναν την πρόνοια της Κυβέρνησης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πόλη προσέλκυε πληθυσμούς (Έλληνες και ξένους) λόγω των οικονομικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων που παρείχε [iv]. Επι­πρόσθετα όμως η κατάσταση αυτή – όπως ήταν φυσικό – επέτρεψε στο να μεταβληθεί ο χώρος σε τόπο μηχανορραφιών, ανταγωνισμών και αλλη­λοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να επιβάλ­λει τάξη στους πρόσφυγες, στους απείθαρχους στρατιώτες και σε κάθε λογής κακοποιά στοιχεία που εκμεταλλεύονταν τη γενικότερη αποδιοργά­νωση που παρατηρείτο[v].

 

Οικοδομικός οργασμός

 

Στις άμεσες προτεραιότητες του Καποδίστρια ήταν να δημιουργήσει ισχυρή κυβέρνηση στον τόπο, να αναδιοργανώσει την επαρχιακή διοίκηση, να ανασυντάξει το στρατό και το στόλο, να θέσει τις βάσεις για την οικο­νομική ανόρθωση της χώρας. Εκτός όμως από αυτά σε προτεραιότητα έθεσε και την ανοικοδόμηση της πόλης, θέλοντας να την καταστήσει πρότυπο ανάπτυξης και για τις υπόλοιπες περιοχές του Κράτους. Πολύτιμο βοηθό του σ’ αυτή του την προσπάθεια είχε ένα συμπατριώτη του, τον Κερκυραίο πολεοδόμο και αξιωματικό του γαλλικού στρατού Σταμάτη Βούλγαρη. Σ’ αυτόν ανέθεσε τον έλεγχο των οχυρωμάτων των φρουρίων, τον επανασχεδιασμό, τη βελτίωση και την ανάπτυξη της υπάρχουσας πό­λης αλλά και την επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας για τη δημιουργία οικισμού προσφύγων, την Πρόνοια [vi].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Η έκταση που καταλάμβανε η πόλη δε διέφερε από τα όρια του σημερινού ιστορικού κέντρου, λόγω ακριβώς της τοπογραφίας της περιοχής και των δύο μεγάλων φρουριακών συγκροτημάτων που την περιέβαλαν, της Ακροναυπλίας και του Παλαμηδίου [vii]. Το Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο εκτεινόταν από την Ακροναυπλία έως τη θάλασσα σε τρεις βασικές ζώνες. Στην πρώτη ζώνη, πλάτους110 μέτρων από τα τείχη της Ακροναυπλίας κατά μήκος των ισοϋψών του οικισμού, δεν έγιναν ιδιαί­τερες οικιστικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για την περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου κατοικούσαν κυρίως ψαράδες. Σημαντικές επεμβάσεις έγιναν στη δεύτερη ζώνη, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με την πρώτη και κατα­λάμβανε την περιοχή έως τα επιθαλάσσια τείχη.

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Στο χώρο αυτό, που είχε καθαρά αστικό χαρακτήρα, υπήρχαν οι σημαντικότεροι ναοί και τα δημό­σια κτήρια της πόλης, όπως οι εκκλησίες της Παναγίας, του Αγίου Γεωρ­γίου, η Μητρόπολη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, οι Γενικές Γραμμα­τείεςτα υπουργεία της εποχής – η πλατεία Πλατάνου (το παλαιό Ενε­τικό Forum) με το μικρό τζαμί που μετατράπηκε σε αλληλοδιδακτικό σχο­λείο, ο Τεκές του Αγά πασά – που εγκαταστάθηκε το Βουλευτικό – το Arsenale, πού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Κοινωνικό και πολιτικό κέντρο της ζώνης αυτής, όπως και της πόλης γενικότερα, αποτελούσε ή πλατεία Πλατάνου, η οποία θα μετονομαστεί αρχικά σε πλατεία Στρατώνα και στη συνέχεια σε Συντάγματος. Κάτω από τον σκιερό πλάτανο, σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου, υπήρχαν υπαίθριοι αναφορογράφοι, που υποκαθιστούσαν τους ανύπαρκτους δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

Η διαμόρφωση της πλατείας ανατέθηκε στο Στ. Βούλ­γαρη, ο οποίος ανοίγοντας τη μικρή κλειστή ενετική πλατεία του Αγίου Γε­ωργίου δημιούργησε τη νέα μεγάλη νεοκλασική πλατεία των Τριών Ναυάρ­χων στα ανατολικά της πόλης – κοντά στα τείχη- όπου εγκαταστάθηκε το Κυβερνείο, κατοικία του Καποδίστρια και μετέπειτα του Όθωνα. Η τρίτη ζώνη – συνολικού πλάτους 100 μ.- εκτεινόταν έξω από τα επιθαλάσσια τείχη και αποτελούσε συνέχεια της δεύτερης. Σε οριζόντιο πια έδαφος οι πολεοδόμοι εφάρμοσαν τους κανόνες της πολεοδομίας του 19ου αιώνα σχεδιάζοντας με απόλυτα κανονική χάραξη δρόμων ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Σύμφωνα με τη νέα ρυμοτομία τα οικόπεδα ήταν μικρού πλά­τους και διαμπερή, ώστε να εξασφαλίζεται ο άνετος αερισμός και ηλιασμός των χώρων.

Έξω από τα τείχη του Ναυπλίου και κοντά στους πρόποδες του Παλαμηδίου δημιουργήθηκε το προσφυγικό προάστιο Πρόνοιαο πρώτος προσφυγικός οικισμός της νεότερης Ελλάδας – στον οποίο εφαρ­μόστηκε ο ίδιος οικοδομικός σχεδιασμός με αυτόν που ίσχυε στην υπόλοιπη πόλη [viii]. Η δημιουργία του εν λόγω οικισμού εντάσσεται στα μέτρα υγεί­ας και κοινωνικής πρόνοιας που έλαβε ο Κυβερνήτης για την αποσυμφό­ρηση των αστικών κέντρων της επικράτειας.

Karl von Heideck

Στην ανοικοδόμηση της πόλης ο Βούλγαρης είχε ως συνεργάτη το Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck, τον μετέπειτα αντιβασιλέα (1833-1835). Η μακρόχρονη παραμονή του τελευταίου στην Ελλάδα – ήδη από την Επανάσταση- και η επαφή του με το στενό φίλο του Κυβερνήτη, Ελβετό τραπεζίτη Eynard, συντέλεσαν στο να διοριστεί γενικός στρατιω­τικός διοικητής Ναυπλίου. Στις αρμοδιότητές του επίσης ήταν να επισκευ­άσει τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της πόλης [ix]. Μαζί με τους προαναφερθέντες το έργο της ανοικοδόμησης ανέλαβε και πλήθος Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων και στρατιωτικών μηχανικών, όπως οι Θ. Βαλλιάνος, Δημ. Σταυρίδης, Ανδρέας Καλλάνδρος, Δημ. Καλλέργης, Εμμ. Μανιτάκης, Πίζας, Α. Garnot, Πασκουάλε Ιππολίτι, Στα­μάτης Κλεάνθης, Eduard Schaubert [x].

Από τις σχετικές εντολές που απέ­στειλε ο Καποδίστριας στο Βούλγαρη αποδεικνύεται πως ο πρώτος ενδια­φέρθηκε ιδιαίτερα για την ανοικοδόμηση της πόλης. Μια από αυτές ανα­φερόταν στην ανακαίνιση όσων οικοδομών είχαν διατηρηθεί σε καλή κατά­σταση και στη σταδιακή κατεδάφιση όλων των κατεστραμμένων και ετοι­μόρροπων κτηρίων – ιδιωτικών και δημόσιων- στη θέση των οποίων έπρεπε να ανεγερθούν νέα. Εντολή επίσης δόθηκε για την αφαίρεση των σαχνισιών προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του αέρα στο εσω­τερικό των σπιτιών, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες υγιεινής [xi].

Εκτός όμως από τους καθαρά πρακτικούς λόγους την αλλαγή της εικόνας της πόλης επέβαλλαν και ηθικοί. Το προεπαναστατικό Ναύπλιο ακολουθούσε την οικιστική δομή των πόλεων της οθωμανικής περιόδου, όπου κοινό γνώρισμά τους ήταν η λειτουργική ενότητα του άστεως, στον πυρήνα του οποίου οργανώνονταν όλες οι διοικητικές, εμπορικές, και θρησκευτικές δραστηριότητες [xii].

Όχι μόνο η διάταξη των δημόσιων κτι­σμάτων, αλλά και η ρυμοτομία και η αρχιτεκτονική των κτηρίων του θύ­μιζε Ανατολή. Οι δρόμοι ήταν στενοί, κακοτράχαλοι και γεμάτοι ακα­θαρσίες, ενώ τα ευρύχωρα διώροφα ή τριώροφα σπίτια – κτισμένα με ξυλοδεσιές (τσατμάδες)- λόγω των προεξοχών τους (σαχνίσια) έφερναν σε άμεση γειτνίαση το ένα κτίσμα με το άλλο[xiii].

Ο Καποδίστριας προσπάθησε λοιπόν μέσω οικιστικών παρεμβάσεων ν’ αλλάξει την προϋπάρχουσα κατάσταση, ώστε η πρωτεύουσα του νέου κράτους να μη θυμίζει το προγενέστερο οθωμανικό παρελθόν της. Για το λόγο αυτό τα κτήρια που κα­τασκευάστηκαν τότε στο Ναύπλιο χαρακτηρίζονται από την καθαρότητα των όγκων και τη γνώριμη ελληνική κλίμακα. Τα περισσότερα από αυτά αποτέλεσαν χαρακτηριστικά δείγματα ενός πρώιμου ελληνικού νεοκλασικισμού. Ενός αρχιτεκτονικού ρυθμού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, επαναχρησιμοποιήθηκε και επικράτησε στην Ευρώπη το 18ο και 19ο αιώνα, για να μεταφυτευθεί και να επικρατήσει και πάλι στην Ελλάδα από τους αρχιτέκτονες της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Το Ναύπλιο και η Αίγινα είναι οι πρώτες πόλεις όπου εφαρμόστηκε ο ρυθμός αυτός, ο οποίος στη συνέχεια κυριάρχησε στην αρχιτεκτονική της Πάτρας, της Ερμούπολης, του Άργους, της Αθή­νας και της Σπάρτης. Τα όποια προβλήματα προέκυψαν από την έλλειψη ντόπιων οικοδόμων, σιδηρουργών και εξειδικευμένων τεχνιτών, πού θα κατασκεύαζαν τις μορφολογικές λεπτομέρειες του ρυθμού (γείσα, κιονό­κρανα, παραστάδες, κιγκλιδώματα) ξεπεράστηκαν με τον ερχομό μετανα­στών τεχνιτών, κυρίως Επτανησίων[xiv].

Η πόλη όμως δεν παρείχε ανάλογες δυνατότητες στον εξοπλισμό των οικιών και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων, αφού ή λαϊκή παρά­δοση δεν είχε να επιδείξει έπιπλα ανάλογα με τα ευρωπαϊκά[xv]. Επειδή μά­λιστα ο ένας και μοναδικός κατασκευαστής επίπλων πολυτελείας δεν μπο­ρούσε να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων, πολλαπλασιάστηκαν σημαντικά οι εισαγωγές. Στο πλαίσιο λοιπόν του εξευρω­παϊσμού του Ναυπλίου εισάγονταν έπιπλα από τη Μασσαλία, τη Γένοβα, τη Μάλτα, ανατολίτικα χαλιά από την Ανατολή και είδη οικιακού εξοπλι­σμού από την Αγγλία και τη Γαλλία[xvi].

 

Οικονομικές και εκπαιδευτικές πτυχές

 

Με την πάροδο του χρόνου η αναρχία και η ανασφάλεια που επι­κρατούσαν έως το 1828 στη χώρα σταδιακά μειώθηκαν παραχωρώντας τη θέση τους στην ευνομία και την ασφάλεια. Σ’ αυτό συνέβαλε τόσο η πα­ρουσία του Καποδίστρια στα δημόσια πράγματα του κράτους όσο και η πολιτική που ακολούθησε. Η νέα κατάσταση οδήγησε εκατοντάδες Έλληνες από όλες τις περιοχές της χώρας στο να εγκατασταθούν στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η διαφορετική προέλευση των νέων κατοίκων της πόλης αποτυπώνεται και στον κατάλογο των ατόμων που εργάστηκαν στο Κυβερνείο. Σε αυτόν καταγράφονται εργάτες από την Τήνο, την Αθήνα, την Κέρκυρα, τη Ρούμε­λη, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, τα Κύθηρα, τη Σίφνο, τα Καλάβρυτα, τον Τύρναβο, κλπ [xvii].

Ο μακροχρόνιος πόλεμος, όπως ήταν φυσικό, είχε πλήξει άμεσα τους αστικούς σχηματισμούς των επαναστατημένων περιοχών. Έτσι στις αρχές του 1828 τόσο στο Ναύπλιο όσο και στην Αίγινα είχαν απομείνει λίγοι έμποροι. Η κατάσταση αυτή άλλαξε επί Καποδίστρια, αφού η πόλη του Ναυπλίου μετατράπηκε σε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κόμβο, προ­σελκύοντας πια όχι μόνο εργατικό δυναμικό αλλά και πλήθος εμπόρων, Ελλήνων και ξένων.

Έλληνες του εξωτερικού (Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Ρωσία, Κεντρική Ευρώπη) αλλά και έμποροι από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική άρχισαν να εγκαταθίστανται στο Ναύπλιο προσδίδοντάς του σταδιακά ευρωπαϊκή εικόνα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι γαλλικοί και ελληνικοί εμπορικοί οίκοι που δραστηριοποιήθηκαν στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου οι αποθήκες, τα εργαστήρια, τα οψοπωλεία, οι ταβέρνες, οι φούρνοι, τα εμπο­ρικά της προκυμαίας και της πόλης εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ντόπιων και αλλοδαπών.

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Η εγκατάσταση πληθυσμών στην πόλη σχετίζεται και με το γεγονός ότι το Ναύπλιο εκτός από την εμπορική δράση ήταν συγχρόνως στρατιω­τικό, διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Κράτους. Στην πόλη λειτουργούσαν νομικά καταστήματα (Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο, Εμποροδικείο) φυλακές και νοσοκομεία. Συγκεκριμένα στον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών υπήρχε πολιτικό νοσοκομείο με την επωνυμία Α’ Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, ενώ από τον Αύγουστο του 1828 ο Heideck ίδρυσε και ένα δεύτερο – εντός του κάστρου της Ακροναυπλίας – για τους στρατιωτικούς. Στα προαναφερθέντα νοσοκομεία προσέφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες Έλληνες και ξένοι γιατροί. Παράλληλα στην πόλη υπήρχε και το φαρμακείο, Ο Σωτήρ, του Βονιφάτιου Βοναφίν, φαρμακοποιού με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στον εν λόγω χώρο ταριχεύτηκε η σορός του Καποδίστρια, πριν μεταφερθεί στην Κέρκυρα όπου και ενταφιάστηκε [xviii].

Μπορεί το κέντρο Παιδείας του Κράτους να ήταν η Αίγινα, το Ναύ­πλιο όμως ως πρωτεύουσα είχε τα δικά του εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στην πόλη προϋπήρχε αλληλοδιδακτικό σχολείο, που ίδρυσε η Φιλανθρωπική Εταιρεία (1826) κατά το πρότυπο των αγγλικών αλληλοδιδακτικών της «British and Foreing School Society». Επί Καποδίστρια ιδρύθηκαν δύο νέα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα στην κάτω πόλη και ένα εντός του κάστρου για τα ορφανά και τους στρατιώτες. Στα εκπαιδευτήρια του Ναυπλίου εντάσσονται τα τέσσερα Ελληνικά Σχολείαένα δημόσιο και τρία ιδιω­τικά – και τα δύο ιδιωτικά παρθεναγωγεία με διευθύντριες την Ελένη Δανέζη και τη Γαλλίδα Charlotte de Volmerange αντίστοιχα. Παράλληλα λειτουργούσαν και δύο άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο των Ευελπίδων [xix] – οργανωμένο κατά τα γαλλικά πρότυπα από το Γάλλο αξιωματικό Pauje – και το Πρότυπον Αγροκήπιον  της Τύρινθας [xx].

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Οι απόφοιτοι του Πολεμικού Σχολείου, που χρησίμευε και ως η πρώτη Ανώτατη Τεχνική Σχολή, στελέχωσαν το Σώμα του Μηχανικού και της Οχυροποιίας και εργάστηκαν ως πολιτικοί αρχιτέκτονες και μηχανικοί στην ανασυγκρότηση της χώρας. Το Αγροκήπιονέκτασης 2.206 στρεμμάτων εθνικής γης – αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια γεωργικής εκπαίδευ­σης στην Ελλάδα. Την εικόνα της εκπαίδευσης στην πόλη συμπλήρωνε το Φιλολογικό Σπουδαστήριο του Λευκαδίτη ιατροδιδασκάλου Α. Παπαδόπουλου-Βρετού (1831). Το σπουδαστήριο ακολουθώντας το πρότυπο των αναγνωστικών λεσχών της Ευρώπης, παρείχε στα μέλη του σε καθημερινή βάση τις υπηρεσίες του. Εκεί μπορούσε κανείς να δανειστεί ελληνικά, γαλ­λικά, ιταλικά, αγγλικά βιβλία, να διαβάσει φιλολογικές και πολιτικές εφη­μερίδες, ή να γράψει.

Το Φιλολογικό Σπουδαστήριο κάλυπτε την έλλειψη βιβλιοπωλείων, αφού στην πόλη υπήρχε μόνο ένα που διέθετε ελληνικά βι­βλία, ενώ ένας Γερμανός βιβλιοπώλης προμήθευε την αγορά με κάποια ξε­νόγλωσσα. Ελληνικά βιβλία και λεξικά πωλούνταν και σε καταστήματα γενικού εμπορίου ή, αν ήθελε κάποιος μπορούσε να γίνει συνδρομητής και να του τα αποστέλλουν. Στο Ναύπλιο λειτουργούσε τέλος και τυπογραφείο στο οποίο εκδιδόταν ο τοπικός Τύπος και κάποια έντυπα. Πάντως καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε ο κυριότερος τρόπος για να διαβάσει κα­νείς ήταν ο αμοιβαίος δανεισμός [xxi].

 

Καθημερινότητα και ψυχαγωγία

 

Ο ευρωπαϊκός αέρας που έπνεε στην πόλη διαφαίνεται και στην ενδυμασία των κατοίκων. Όλων των ειδών τα υφάσματα υπήρχαν στα εμπορικά του Ναυπλίου: φλωρεντινοί ταφτάδες, χρωματιστά μεταξωτά, μουσελίνες για τις κυρίες και τσόχες αγγλικές και γαλλικές, φανέλες και αγγλικά κασμίρια για τους κύριους, ενώ ράφτες και μοδίστρες αναλάμβα­ναν να ικανοποιήσουν τα ευρωπαϊκά γούστα των πελατών τους. Οι όποι­ες δυσκολίες συναντούσε κανείς στην ενδυμασία εστιάζονται στην εξεύρεση ειδών υπόδησης και πιλοποιίας, αφού ο περιορισμένος αριθμός αγγλικών και γαλλικών καπέλων που υπήρχε στα καταστήματα προσφερόταν σε αρκετά υψηλές τιμές. Ίσως το υπερβολικό τους κόστος αιτιολογείται από το ότι αν και οι περισσότεροι Έλληνες ντύνονταν ευρωπαϊκά εξακολου­θούσαν να φορούν το φέσι ακόμα και με επίσημο ένδυμα [xxii].

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Την καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο συμπλήρωνε η ψυχαγωγία και η διασκέδαση. Πολυσύχναστα μέρη της πόλης ήταν τα καφενεία και τα ζαχα­ροπλαστεία, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της κοσμικής και δημόσιας ζωής. Στην πλατεία του Πλατάνου υπήρχαν δύο – τρία καφενεία που φημί­ζονταν για την πολυτέλειά τους και τις παροχές προς τους πελάτες τους. Εκεί οι άνδρες έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν μπιλιάρδο ή τάβλι, ενώ οι κυρίες απολάμβαναν σοκολάτα, σουμάδα, λεμονάδα, παγωτό. Πλήθος επίσης αργόσχολων πολιτικολόγων καπνίζοντας στριμμένο τσιγάρο ή ναργιλέ συζητούσαν θέματα της ελληνικής και της διεθνούς επικαιρότητας. Σ’ ένα από αυτά μάλιστα ο λαός σχολιάζοντας την πολιτική κατάσταση της χώρας δε δίστασε οργισμένος μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (3.2.1830), με το οποίο καθορίστηκαν τα σύνορα της χώρας, να το μετονομάσει σε Καφενείο των τριών αγχόνων [xxiii].

Με τη δύση του ηλίου έκλειναν οι πύλες της ξηράς σηματοδοτώντας την παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η ζωή όμως συνεχιζόταν με άλλους ρυθμούς. Την ίδια ώρα άρχιζαν οι επισκέψεις και οι προσκλήσεις σε δείπνο. Στη δίαιτα των κατοίκων περιλαμβάνονταν τρόφιμα κάθε είδους όπως όσπρια, φρέσκα λαχανικά, φρούτα, κατσικίσιο γάλα, τυρί, λάδι, ρε­τσίνα, κρέας, ψάρια, πέρδικες, λαγούς, πουλερικά και πλάι σ’ αυτά τσάι και καφέ από την Ανατολή, γαλλικά κρασιά και εισαγόμενα αλλαντικά.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Η αγορά γενικά της πόλης μπορούσε να ικανοποιήσει κάθε διατροφική επι­θυμία και κάθε βαλάντιο [xxiv]. Στα χάνια της Πρόνοιας, έξω από τα τείχη, τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα γλεντούσαν με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ότι η άρχουσα τάξη. Το δείπνο τους μπορεί να ήταν λιγότερο πλούσιο, δεν τους έλειπε όμως το κέφι. Εκτός από τις σημαντικές οικογενειακές στιγμές της ζωής όπως η γέννηση, ο γάμος, η βάπτιση, η κάθε μέρα αποτελούσε ευκαι­ρία για διασκέδαση.

Η ανώτερη τάξη της πόλης διασκέδαζε κυρίως με συγ­κεντρώσεις σε σπίτια και χοροεσπερίδες. Άξιες λόγου αποτελούν οι βεγγέ­ρες στα σπίτια Ελλήνων της Μολδαβίας και τα soirees της κ. Rouen. Στην οικία του Κωνσταντίνου Καρατζά, γιου του πρώην ηγεμόνα της Μολδα­βίας Ιωάννη, υπήρχε και το μοναδικό κλειδοκύμβαλον της πόλης. Η οικο­δέσποινα συνήθιζε να διασκεδάζει τους ακροατές της, οι οποίοι άλλοτε απολάμβαναν σιωπηλοί τις μουσικές της ικανότητες και άλλοτε τη συνό­δευαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Η έλλειψη πιάνου δεν εμπόδιζε τους νέους της αριστοκρατίας να διοργανώσουν χορευτικές βραδιές με τραγού­δι και με συνοδεία βιολιού ή μαντολίνου.

Στις βεγγέρες συχνά πραγματο­ποιούνταν λογοτεχνικές βραδιές, στις οποίες οι αδελφοί Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ο Νικόλαος Δραγούμης, ο Δημήτριος Καλλέργης, οι γιατροί Ιωάννης Βηλαράς και Διονύσιος Ταγιαπέρας και αρκετοί άλλοι απήγγελαν ή διάβαζαν τα καινούρια τους έργα ή μεταφράσεις από γνωστά έργα ξένων δημιουργών [xxv].

Στον αντίποδα αυτής της συμπεριφοράς βρισκόταν ο Κυβερνήτης, ο οποίος λόγω του αυστηρού και κλειστού του χαρακτήρα απέφευγε τις υπερ­βολές. Προσπαθώντας να βάλει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους πα­ραμέρισε εντελώς την προσωπική του ζωή. Χωρίς να κάνει χρήση του τίτ­λου του ντυνόταν όπως όλοι οι άλλοι, ενώ σπάνια φορούσε την επίσημη ενδυμασία του.

Δεν δεχόταν εύκολα επισκέψεις στο σπίτι του και η δια­σκέδασή του περιοριζόταν στο να βγαίνει καθημερινά βόλτα με το αμάξι του έξω από την πόλη ή να επισκέπτεται τα βράδια την οικία του Καρα­τζά για να κουβεντιάσει με τη μεγαλωμένη στο Παρίσι συμπατριώτισσά του κυρία Καρατζά, το γένος Κοντού. Αργότερα όμως, ίσως από το φόβο πα­ρεξηγήσεων, σταμάτησε τις επισκέψεις του αυτές[xxvi].

Οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης και προόδου στην πόλη συνεχίστηκαν, αν και διακόπηκαν προσωρινά λόγω της αναστάτωσης και της αναρχίας που προκάλεσε η δολοφονία του Κυβερνήτη. Νέα ακμή γνώρισε το Ναύπλιο με την άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, αφού υπό τη νέα διοίκη­ση ξαναζωντάνεψε η ευρωπαϊκή πορεία της πόλης.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Η εργασία βασίστηκε σε ομιλία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στο πλαίσιο της 182ης επετείου της άλωσης του Παλαμηδίου (Ναύπλιο, 28.11.2004), με θέμα: «Εικόνες από το Ναύπλιο της καποδιστριακής περιόδου (1828-1831)».

[ii] Κ. Κοτσώνη, «Συμβάντα μετά την κατάληψιν του Ναυπλίου (1822)», Πρα­κτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήνα 1979, σ. 161-178. Φ. Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύμα­τα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, επιμέλεια – εισαγωγή – ευρετήριο Τ. Γριτσόπουλος, τόμ. Α’, Αθήνα 1974, σ. 17-47. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο, στα χρόνια του Καποδίστρια», Αθήνα-Μόναχο. Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου, Αθήνα 2000, σ. 73. Μ. Λαμπρινίδη, Η Ναυπλία, Αθήνα 1950, σ. 239.

[iii] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σσ. 73, 81.

[iv] Σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο στο Ναύπλιο (1828) είχαν συγκεντρω­θεί 20.000 με 25.000 πρόσφυγες. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του νέου ελλη­νισμού, τόμ. ΣΤ’, Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 886, 889.

[v] Σπ. Μπρέκη, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας), Αθήνα2 1999, σσ. 92-96. Α λ. Δεσποτοπούλου, Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα2 1996, σσ. 1, 71.

[vi] Απ. Βακαλοπούλου, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σσ. 251-252. Χρ. Στασινο­πούλου, Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμ. Β’, Αθήνα 1979, σσ. 108-109.

[vii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 870, τομ. Η’, σσ. 240-242.

[viii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’, σ. 241, τόμ. ΣΤ’, σ. 887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός οικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία, τχ. 51, Ιούνιος 1994, σσ. 35-46. Κ. Κόμη, «Προσφυγικές μετακινήσεις. Πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», Ιστο­ρία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 3, Αθήνα 2003, σσ. 243-244. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[ix] Karl Von Heideck, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τχ. 12, Αθήνα 1900, σ. 384.

[x] Κ. Κόμη, ό.π., σ. 237.

[xi] Το σαχνίσι αποτελούσε ένα καθαρά βυζαντινό αρχιτεκτονικό στοιχείο που ενσωματώθηκε στην οθωμανική αρχιτεκτονική σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται πια οθωμανικό. Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σ. 75.

[xii] Ελ. Κανετάκη, Οθωμανικά λουτρά στον Ελλαδικό χώρο, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2004, σελ. 45.

[xiii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τομ. ΣΤ’, σ. 886.

[xiv] Ο νεοκλασικός ρυθμός αφομοιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο ρυθμός εφαρμόστηκε μόνο σε δημόσια κτήρια, ανά­κτορα ή μέγαρα, στην Ελλάδα κυριάρχησε μέχρι τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Μ. Καρ­δαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 75. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’,σ. 241. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[xv] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 886.

[xvi] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 75-76.

[xvii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος υπέρ της Δημοσίας Υγείας κυβερνητική πολιτική», Επιστημονική Επετηρίς της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (1971-1972), τόμος αφιερωμένος στον Π. Πέρδικα, Αθήνα 1972, σ. 265.

[xviii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος …», ό.π., σ. 269. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Έκδοση Διεύθυν­ση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1997, σ. 22. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, «Το πρώτον νοσοκομείον της Επαναστάσεως και η εν Ναυπλίω «Φιλανθρωπική Εταιρεία»», Πελο­ποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμ. Ε’, Αθήνα 1959, σ. 91.

[xix] Χρ. Φωτοπούλου, «Το αποκαλούμενο «κτίριον της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η Ιστορία του (1828-2005)», Πρακτικά Ζ’ Διε­θνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (12 Σεπτεμβρίου 2005), υπό έκδοση.

[xx] Στ. Παπαδοπούλου, Η  Ελληνική Πολιτεία (1828-1832), Αθήνα 1981, σσ. 57-62.

[xxi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 77.

[xxii] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 77-78.

[xxiii] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί αναμνήσεις, πρόλογος Κ. Άμαντος, τόμ. 1, Αθήνα 19364, σ. 101. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σσ. 872, 876, 886-887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 78.

[xxiv] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 79.

[xxv] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 79-80.

[xxvi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 80.

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η μουσική στα σχολεία του Ναυπλίου (1826)


 

«Στην αρχαιότητα το να αγνοούσε κανείς μουσική,

εθεωρείτο σαν μια έλλειψη της εκπαιδεύσεώς του»   (Ρ. Ρολλάντ)

 

Το πρώτο συστηματικό σχολείο, στο Ναύπλιο, είναι το «Αλληλοδιδακτικόν» συνεστήθη το 1826, με πρωτοβουλία της εκεί Φιλανθρωπικής Εταιρείας υπό την προεδρεία του Π. Πατρών Γερμανού και εστεγάσθη στο τζαμί της Πλατείας Συντάγματος, με δάσκαλο τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Νικητόπουλο, που μετετέθη το 1829 με τους μαθητές του, κυρίως ορφανόπαιδα, στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας για να κατάληξη αργότερα στην γενέτειρά του Δημητσάνα. Στο σχολείο όμως του Ναυπλίου δεν εδιδάσκετο η Μουσική.

Μάλιστα στις 26 Ιουλίου του κρίσιμου έτους της Επαναστάσεως 1826 (επιδρομή Ιμπραήμ – έξοδος Μεσολογγίου) έγινε ευρεία συζήτηση μεταξύ των μελών της Φιλανθρωπικής Εταιρείας για το μάθημα της Μουσικής, μετά από εμπεριστατωμένη εισήγηση του εκ των μελών της περιφήμου διδασκάλου του Γένους, Γεωργίου Γενναδίου. «Ο Γ. Γεννάδιος επρόβαλεν ως αναγκαίον εις την εξημέρωσιν της ψυχής της νεολαίας να ευρεθή διδάσκαλος δια να παραδίδη την μουσικήν εις το σχολείον. Ο κ. Γ. Γλαράκης (μετέπειτα Υπουργός Παιδείας) δεν ήτο αυτής της γνώμης, παρασταίνων ότι η σημερινή των Ελλήνων μουσική δεν έχει την δύναμιν να εξημερώνη τα πάθη. Έμεινεν όμως η πρόταση αύτη να εξετασθή, όταν της Εταιρείας οι πόροι γίνωσι σημαντικώτεροι και προς το παρόν να περιωρισθή το σχολείον εις μόνην την παράδοσιν των πινάκων της αναγνώσεως»[1].

Εν τω μεταξύ απέθανε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τα οικονομικά χειροτέρευσαν και το μάθημα της Μουσικής, ανεξάρτητα από τις μουσικές προτιμήσεις του Γλαράκη, εφαίνετο ανεπίτρεπτη πολυτέλεια για την τότε πραγματικότητα. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται στα σωζόμενα προγράμματα διδασκομένων μαθημάτων, ούτε στις εκθέσεις πεπραγμένων των δασκάλων της εποχής, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων [2].

 

Από τη μουσική ζωή της γενιάς του 1821.

 

Πράγματι, με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία εστόχευεν η Κυβέρνηση να δοθούν στους μικρούς μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις και ηθική μόρφωση – φρονηματισμός, ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και τις κοινωνικές ανάγκες. Κύρια, λοιπόν, μαθήματα ωρίστηκαν: η Αριθμητική, η Κατήχηση, η Ιχνογραφία – το Σχέδιο, για να γίνουν μελλοντικά οι μαθητές καλοί τεχνίτες, η Καλλιγραφία για να γίνουν καλοί γραμματικοί – στελέχη των Δημοσίων Υπηρεσιών. Δεν υπήρχαν τότε γραφομηχανές, ούτε πολύγραφοι και φωτοτυπίες. Το δε σχολικό πρόγραμμα διέφερε από σχολείου σε σχολείο, ανάλογα με τις τοπικές δυνατότητες: έλλειπαν τα αναγκαία εποπτικά μέσα, η κατάρτιση μάλιστα των όσων ονομάστηκαν, μετά κάποιες εξετάσεις, «διδάσκαλοι» ήταν διαφορετική. Έτσι μοιραίος η διδασκόμενη ύλη μεταξύ των Σχολείων ήταν διαφορετική.

Ο Καποδίστριας σε παρόμοιες περιπτώσεις έλεγε: «Με ό,τι χώμα έχομε, τέτοια κανάτια θα κάνωμε». Πάντως και όπου εδιδάσκετο η Μουσική ήταν η πατροπαράδοτη βυζαντινή – εκκλησιαστική Μουσική.

Με νότες βυζαντινής μουσικής έγραφαν τότε τα δημοτικά και τα κοσμικά τραγούδια οι μουσικοί – διδάσκαλοι της εποχής [3]. Η μουσική αυτή, σε όσες λίγες περιπτώσεις ευρήκαμε, διδάσκονταν σαν μάθημα προαιρετικό και μάλιστα όχι πάντοτε από τον κανονικό γραμματοδιδάσκαλο αλλά και από εξωσχολι­κό, κατηρτισμένο μουσικά κληρικό ή λαϊκό, που προσφέρονταν και εθελοντικά. Από τον αριθ­μό των μαθητών της Μουσικής, που δίδουν οι σχετικές εκθέσεις, φαίνεται ότι το μάθημα δεν πα­ρακολουθεί όλη η τάξη του Σχολείου. Παρόμοια περίπτωση έχομε στο Ναύπλιο με τον μουσικο­διδάσκαλο Ζαφείριο Ζαφειρόπουλο, πρωτοψάλτη του Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου (1832-1837).

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα.

 

Μόνιμο πρόβλημα των δασκάλων ήταν τότε ο χαμηλός μισθός τους και η καθυστερούμενη καταβολή του, ανάλογα με την ανέχεια του Εθνικού Ταμείου. Κατά την επίσημη από 29 Νοεμβρίου 1829 έκθεση του «κατά την Αργολίδα εκτάκτου Επι­τρόπου» (Διοικητού) Κωνσταντίνου Ράδου, προς τον Κυβερνήτη, λειτουργούσαν τότε στο Ναύπλιο «εν Σχολείον Αλληλοδιδακτικόν Κεντρικόν και δυο Ελληνικά ιδιαίτερα και επί τούτοις εν κορασίων»[4].

Αλλ’ ούτε και στο Σχολείο Θηλέων της γνωστής μας και από άλλες πη­γές Χανιώτισσας δασκάλας Ελένης Δανέζη ούτε στο ιδιωτικό σχολείο αργότερα της Γαλλίδας Volmèrange διδάσκεται η Μουσική, ενώ διδάσκεται, εκτός από τα μαθήματα που προαναφέραμε, το κέντημα. Τέσσαρες πάντως συνεχίζουν να είναι οι εκπαιδευτικές μονάδες στο Ναύπλιο και το έτος 1830, με γνωστούς διδασκάλους τον Σμυρνιό Αλέξανδρο Ησαΐα, τον Λεωνιδιώτη Γεώργιο Λιόνδα, ενώ περί το τέλος του 1833 ιδρύεται, με διάταγμα του Όθωνος, το «Βασιλικόν Γυμνάσιον Ναυπλίου» με προσαρτημένο σε αυτό «Ελληνικόν Σχολείον».

Ούτε όμως στον οργανισμό του Σχολείου αυτού, ούτε στις εκθέσεις επιθεωρήσεως Σχολείων συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των δι­δασκομένων και εξεταζομένων μαθημάτων η Μουσική και για τον έξης βασικό λόγο: έλειπαν οι μουσικοδιδάσκαλοι και τα οικονομικά κίνητρα. Έτσι, λοιπόν, το μάθημα της Μουσικής παρέ­μενε ακόμη πολυτέλεια για την Ναυπλιακή σχολική παιδεία, αλλά και γενικώτερα, όπως επίσης προαιρετικά παραμένουν τα μαθήματα της Ιχνογραφίας και της Ζωγραφικής (1841).

Ο εκ των μελών της Αντιβασιλείας Γεώργιος Λουδοβίκος Μάουρερ το ομολογεί ρητώς, αναφερόμενος στην σύσταση του Γυμνασίου Ναυπλίου: «Ψάχναμε για καθηγητές!».

Και λέει ακόμη ότι, όσους ευρήκαν, οι μισοί τελικά δεν απεδέχθησαν τον διορισμό τους, με διάφορες δικαιολογίες ο καθέ­νας. Έτσι, συνεχίζει ο Maurer, «αρχίσαμε πάλι να ψάχνουμε για καθηγητές». Τελικά λειτούργησε το Γυμνάσιο Ναυπλίου, το επόμενο έτος 1834, αλλά με ελλείψεις και δεν φαίνεται να διδά­σκεται η Μουσική ούτε και τα επόμενα χρόνια[5]. Για πρώτη φορά βλέπομε καθηγητή της Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου με την εκπαιδευτική αλλαγή του σχολικού έτους 1929-1930, οπότε κατηργήθη ο θεσμός του Ελληνικού Σχολείου και συνεχωνεύθη με το Γυμνάσιο, που έγινε πλέον Εξατάξιο.

Τότε διωρίσθη στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, μετά εκατό έτη ελευθέρου βίου, καθηγητής της Ωδικής, το δε επόμενο σχολικό έτος και καθηγητής Τεχνικών Μαθημάτων. Ήσαν δε, κατά χρονολογική σειρά, οι παληοί καθηγηταί Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου: η καθηγήτρια Μ. Καρύδη, ο καθηγητής Κ. Παπαδόπουλος και ο καθηγητής Γρ. Καρίπης, τον όποιο διεδέχθη ο Βασίλειος Χαραμής. Ο διορισμός, το 1939, του Β. Χαραμή και η συνεχής έκτοτε σχολική και εξωσχολική του μουσική δραστηριότητα συνιστούν σταθμό στην πνευματική ιστορία του Ναυπλίου.

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα, Paris,1858.

 

Η Μουσική πάντως, ως υποχρεωτικό μάθημα, εδιδάχθη από τα Καποδιστριακά χρόνια στα Σχολεία [6] της Αίγινας: Κεντρικό Σχολείο (1830) και Ορφανοτροφείο και επί Όθωνος στο Διδασκαλείο της Αθήνας (1834), δηλαδή στα παραγωγικά δασκάλων ανώτερα εκπαιδευτήρια και τούτο έχει μεγάλη σπουδαιότητα. Δηλαδή, όταν οι απόφοιτοι των Διδασκαλείων αυτών ανελάμβαναν διδακτικά καθήκοντα σε κατά τόπους σχολεία, προσέφεραν στα παιδιά, εκτός προγράμματος, ανάλογα με τον προσωπικό τους ενθουσιασμό και την μουσική τους κατάρτιση, αυθόρμητη μουσική διδασκαλία. Έπ’ αυτού έχομε συγκεκριμένες μαρτυρίες. Μόνον μη ζητήσωμε παρτιτούρες και άλλα τεκμήρια, γιατί αρχικά έλλειπαν από τα στοιχειώδη Σχολεία τα στοιχειώδη βιβλία, εκτός από μερικές στερεότυπες εκδόσεις Ελλήνων Αρχαίων Συγγραφέων και διότι η εθελοντική μουσική προσφορά, για την οποία μιλούμε, είχε εμπειρικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στα Δημοτικά Σχολεία μέχρι των ημερών μας [7], όπου τα τραγούδια διδάσκονται χωρίς μουσικές νότες.

Πάντως, ο δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου Ν. Ψαραύτης, τον Απρίλιο 1839, συμπληρώνοντας το σωζόμενο standard έντυπο με τίτλον: «Έλεγχος της μηνιαίας καταστάσεως του Σχολείου» [8] αναφέρει ότι επί συνόλου 161 μαθητών, οι 10 διδάσκονται Μουσική. Τούτο γινόταν προφανώς από τον ίδιον ή από άλλον διδάσκοντα, που είχε εν τω μεταξύ ευρεθή και εδίδασκε το προαιρετικό μάθημα της Μουσικής. Μη λησμονούμε ότι είχαμε πολύ ενωρίτερα του 1839 τους πρώτους αποφοίτους του Διδασκαλείου της Αίγινας και συνέχεια της Αθήνας, όπου καταρτίζονταν και στην Μουσική. Ούτε ακόμη στον προγενέστερο πίνακα «παραδόσεως κινητού υλικού του αυτού ως ανωτέρω σχολείου» περιλαμβάνεται κανένα μουσικό όργανο, παρ’ εκτός «εις κώδων και μία συρίστα» (έτος 1829).

Στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (Εν Αιγίνη, 24 Νοεμβρίου 1828), διαβάζομε ότι ο γνωστός Γάλλος νομοδιδάσκαλος Henri Auguste Dutróne, σύμβουλος (1828-1830) του Καποδίστρια σε εκπαιδευτικά ζητήματα, «επισκεφθείς κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον τα εν Ναυπλία Σχολεία και επικοινωνήσας μετά καθηγητών και μαθητών», εζήτησε επειδή η επιθεώρηση του εκάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου εργασίας «να σχολάσωσιν το επίλοιπον της ημέρας οι μαθηταί» ενωρίτερα του κανονικού. Τότε «οι παίδες του αλληλοδιδακτικού σχολείου επεριπάτησαν έξω της πόλεως και έψαλλον θρησκευτικούς και πατριωτικούς ύμνους», τους οποίους προφανώς είχαν διδαχθή από τον διδάσκαλό τους, να ψάλλουν «εν χορώ», δηλαδή ομαδικά.

Δώδεκα από τους καλλιφωνότερους μαθητές του ίδιου αλληλοδιδακτικού σχολείου προετοιμάστηκαν επειγόντως από τον πρόσφατα διωρισμένο πρωτοψάλτη στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου και «εσυγχοροστάτησαν» εκεί μαζί του στο αναλόγιο, την ήμερα της δοξολογίας για την υποδοχή του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1833).  

Επίσης, κατά τις λαμπρές εορτές στο Ναύπλιο για την δευτέρα επέτειο των «αποβατηρίων» του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1835), στις οποίες παρευρέθη και ο ίδιος «αι μαθήτριαι του Παρθεναγωγείου έψαλλαν τον βασιλικόν ύμνον και προσήνεγαν Αυτώ στέφανον», γράφει ο ιστορικός της πόλεως Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

Κατά τον ίδιον απομνημονευτή, είχε συσταθή στο Ναύπλιο από 8 Απριλίου 1834 «Δημοτική Λέσχη», δηλαδή ένα εντευκτήριο των πολιτών, «όπου δις της εβδομάδος επαιάνιζε και η στρατιωτική μουσική»[9]. Επομένως οι Ναυπλιώτες είχαν τότε έναν ευχάριστο τόπο φιλικής συναναστροφής μέσα σε ατμόσφαιρα μουσικής. Τούτο ήταν ακόμη μια ευκαιρία μουσικής παιδείας στο Ναύπλιο της Οθωνικής περιόδου.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ξ. Αναστασιάδου, Γεωργίου Γενναδίου βίος – έργα – επιστολαί. Αθήναι 1926. σσ. 295-296.

[2] Ελένης Μπελιά, Η Εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, σσ. 97, 98, 169. 163.

[3] Βλέπε προχείρως Betrand Bouvier. Δημοτικά τραγούδια από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων, Αθήνα 1960. Πρβλ. Μάρκου Δραγούμη, Το φαναριώτικο τραγούδι, επίμετρο εις Άντειας Φραντζή, Μισμαγιά. Ανθολόγιο Φαναριώτικης Ποίησης, κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, όπου γίνεται λόγος για τραγούδια κοσμικά, γραμμένα από άρχοντες πρωτοψάλτες σε βυζαντινή παρασημαντική και για συλλογές «διαφόρων τραγωδίων εις χορόν παλαιών τε και νέων», που συναντούμε γραμμένες συνήθως ανώνυμες σε τεύχη. Τα χειρόγραφα αυτά διαφόρων μερακλήδων περιέχουν τους στίχους αλλά και τονισμένους σε βυζαντινές νότες κοσμικών τραγουδιών, χορευτικών και άλλων- πρόκειται για κείμενα, που αναβλύζουν τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής.

[4] Απ. Δασκαλάκη , Τα περί Παιδείας, μέρος Α’, Αθήναι 1968, σ. 535.

[5] Γ. Λ. Μάουρερ – μτφρ. Όλγ. Ρομπάκη, Ο Ελληνικός Λαός, σσ. 527, 533, 538. Γ. Δεμοίρου, Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου. Αθήναι 1939, σσ. 18. 66, 30, 69, 72. 73, 117, 128, 129.

[6] Βλέπε Δαβίδ Αντωνίου. Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαιδεύσεως (1833-1929), τόμ. Α’, Αθήνα 1987, σσ. 12, 23,33,72-81.

[7] Με την αναδιάρθρωση των Σχολείων κατά τον Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 ενομοθετήθη η υποχρεωτική φοίτηση των παιδιών από 7-12 ετών στα Δημοτικά Σχολεία, Φύλλον 11 της Εφημ. Κυβερνήσεως (σσ. 73-87). Τότε καθιερώθη μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων να διδάσκωνται και «γνώσεις φωνητικής μουσικής» και η ρύθμιση αυτή εφηρμόσθη σε μεγάλη κλίμακα εμπειρικά. Πρβλ. Μάουρερ, όπου ανωτέρω, σ. 535. 538.

[8] Βλέπε Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, (Παράρτημα Γ. Α. Κράτους),  Φακ. Ρ36 (2) (έτ. 1839), υποφάκ. «Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον Ναυπλίας).

[9] Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 325, 327.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια


 

 «Η αγάπη προς την ποίηση και την μουσική είναι, όπως την θεωρούσαν οι αρχαίοι, αρετή των εξαιρετικών  ανθρώπων και μάλιστα από τις μεγαλύτερες»  (Λ.Ραζέλος)

 

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Το μουσικό κλίμα της εποχής κατά την Καποδιστριακή περίοδο, οι μουσικές και κοινωνικές εκδηλώσεις στο Ναύπλιο έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προσοχής και έχουν λεπτομερέστερα περιγραφεί [i], αρχικά από τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές» από ξένους και «ετερόχθονες»: Φαναριώτες και Επτανήσιους, που δίνουν τότε τον τόνο στην Ναυπλιακή κοινωνική ζωή, της Καποδιστριακής περιόδου (1828-1831). Οι μη ντόπιοι αυτοί Ναυπλιώτες ήσαν φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και διέδωσαν στο Ναύπλιο μαζί με την παιδεία τους, την ευρωπαϊκή μουσική, έφεραν για πρώτη φορά πιάνο και άλλα μουσικά όργανα, όπως η σύζυγος Κ. Καρατζά, κόρη της Κερκυραϊκής οικογενείας Κόντη και άλλοι.

Τα δε φιλολογικά περιοδικά του Ναυπλίου «Ηώς» (1830) και «Αθηνά» (1831) ασχολούνται με την ποίηση, δημοσιεύουν δημοτικά τραγούδια. Συμβάλλονται δηλαδή και αυτά στο μεγάλο αίτημα της εποχής: «παιδεία – παλιγγενεσία» και μάλιστα επίμονα, «εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου» της απαιδευσίας και ανελευθερίας. Υπενθυμίζομε ακόμη την χωριστή μέριμνα του Κυβερνήτη για την μουσική και μάλιστα την σχολική. Ο ίδιος γνώριζε ευρωπαϊκή μουσική και, ερχόμενος στην Ελλάδα, έφερε μαζί του και το προσωπικό του πιάνο. Ένα βιεννέζικο πιάνο έφερε το 1833 στο Ναύπλιο με την υπόλοιπη οικοσκευή του ο πρόεδρος των μελών της Αντιβασιλείας του Όθωνος, κόμης JosephLudwig von Armansperg  [ii].

Κατά τον Καποδίστρια, η συστηματική διδασκαλία της Μουσικής η όπως ο ίδιος έγραφε: «η επιστημονική μουσική είναι μέρος ουσιώδες της ελευθέρας αγωγής, ρυθμίζουσα και ηθοποιούσα τας φυσικάς και ηθικάς δυνάμεις των παίδων». Ο δε εκ των – πρώτων συνεργατών του και «έφορος της Κοινής Παιδείας» Γρηγόριος Κωνσταντάς, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη για την καλλίτερη αγωγή των τροφίμων του Ορφανοτροφείου Αίγινας, που αριθμούσε τότε «περί τους πεντακόσιους ορφανόπαιδας», επισυνάπτει χειρόγραφο χωριστό κείμενο με τίτλο: «Αξιώματα Παιδαγωγίας». Εκεί διαβάζομε: «Η μουσική ευρυθμίζει την ψυχήν, την κάμνει δεκτικωτέραν γενναίων αισθημάτων, συντείνει δε όχι ολίγον εις την διατήρησιν της υγείας» [iii].

Με αυτή, λοιπόν, την φιλοσοφία κατέβαλαν οι μακαριστοί εκείνοι πρωτεργάτες των καλών έργων και οι συνεργάτες τους γνωστές προσπάθειες σχολικής μουσικής παιδείας, συνέχεια της οποίας είναι η σημερινή μουσική κίνηση στο Ναύπλιο. Ο Καποδίστριας εζήτησε από τον πρίγκιπα Calitzin στην Αγία Πετρούπολη παρτιτούρες με εκκλησιαστικούς ύμνους και είναι γνωστό ότι ο πρίγκιπας εκπληρώνοντας την επιθυμία του Κυβερνήτη, του έγραφε ότι «τα τοσούτον κατανυκτικά και παθητικά άσματα θέλουν αντηχήσει και εις τους κόλπους της κλασσικής εκείνης γης, αφ’ ης μας ήλθον του ευαγγελίου τα φώτα».

Δηλαδή εδώ έχομε να κάνουμε με καθαρά ευρωπαϊκή μουσική, την οποία προτιμούσε ο Κυβερνήτης, ως γνήσιος Επτανήσιος. Είναι δε γνωστό ότι η πολυφωνική μουσική εισήλθε όχι χωρίς αντιδράσεις στους ναούς της κυρίως Ελλάδος αρχικά δια του παρεκκλησίου των Ανακτόρων, δια των ενοριών των ελληνικών παροικιών του Εξωτερικού (Βιέννης, Τεργέστης κ.λπ.) και της Επτανήσου. Είναι ακόμη γνωστό ότι ο μουσικοδιδάσκαλος Αθανάσιος Aβραμιάδης δίδασκε στην Αίγινα και ευρωπαϊκή μουσική· ο ίδιος, κατήρτισε χορωδία από τροφίμους του εκεί Ορφανοτροφείου και σπουδαστές του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας, που έψαλλαν σε εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και στο παρεκκλήσιο του Ιδρύματος, με έργα των: Paisiello, Sarti, Cimarosa και άλλων.

Όταν μάλιστα τους άκουσε ο Καποδίστριας εξέφρασε την ικανοποίησή του με ειδική επιστολή και υπεσχέθη να εφοδιάση την χορωδία αυτή με δώδεκα μουσικά όργανα και ειδική στολή («λευκόν ποδήρες ένδυμα και ζώνην κυανόχρουν»).

Η χορωδία αυτή, με δώδεκα από τους καλλιφωνότερους σπουδαστές υπό την διεύθυνση του μουσικοδιδάσκαλου Αθαν. Αβραμιάδου μετεκλήθη αργότερα στο Ναύπλιο και έψαλε στην δοξολογία, που ετελέσθη στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, την 25η Ιανουαρίου 1833, ημέρα επίσημης υποδοχής του βασιλέως Όθωνος τα Αποβατήρια»).

Μουσικά βιβλία, σπάνιο για την εποχή πολιτιστικό αγαθό, εισέρρευσαν το έτος 1830 στο Ναύπλιο. Μέχρι τότε φυλάσσονταν σε μυστική κρύπτη της Μονής Παναχράντου Άνδρου· τα είχε μάλιστα ιδή και ο Θεόφιλος Καΐρης. Τα βιβλία αυτά επεδείχθησαν στον Καποδίστρια, όταν περιώδευσε στα νησιά των Κυκλάδων. Ο ίδιος εζήτησε αργότερα να τα διασφάλιση και γνωρίζομε ότι με εντολή του εστάλησαν στο Ναύπλιο. Δεν γνωρίζομε όμως πως τότε χρησιμοποιήθηκαν τα χειρόγραφα αυτά και ποια ήταν η μετέπειτα τύχη τους [iv]. Υπενθυμίζομε ακόμη, ότι επί Καποδίστρια συνεχίζεται η παρουσία στο Ναύπλιο Φιλαρμονικής Ορχήστρας, η οποία απεκλήθη «μουσικός θίασος». Είχε δε μουσικούς εξ επαγγέλματος εκ του Εξωτερικού, μεταξύ των οποίων και οι ομογενείς: Ν. Παπαδόπουλος, Λασκαρόνης Πλατσαράς, Ιω. Πλατσαράς, με αρχιμουσικό τον Μιχαήλ Maggel  [v].

 

Υποσημειώσεις


  

 [i] Βλέπε Α. Μπουντζουβή – Μπανιά. Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής, εις περ. «Ερανιστής» τόμ. ΙΗ’ (1986). σσ. 106-135, όπου και παραπομπές σε σύγχρονους απομνηματογράφους: Αλ. Ρ. Ραγκαβή, Ν. Δραγούμη κλπ.

 [ii] Γ. Λ. Μάουρερ, Ο Ελληνικός Λαός. μτφρ. Όλγας Ρομπάκη. Αθήνα 1976, σ. 430. Πρβλ. Λουδοβίκου Ρός – μτφρ. Α. Σπήλιου, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), εκδ. Τολίδη, Αθή­να 1976, σσ. 84, 88.

 [iii] Ελένης Κούκκου. Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, τόμ. Β’ Αθήναι 1972, σσ. 74-75. Γιάννη Φιλόπουλου. Ρωσσικές επιδράσεις στην ελληνική πολυφωνική μουσική. Αθήνα 1994. σ.23.

[iv] Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ.171.

[v] Θ. Συναδινού, Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής, σ. 10.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

Read Full Post »

Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης


  

«Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης.

Το ανέκδοτο αρχείο του Εφόρου Νικολάου Αγγ. Λεβίδη»

 

Με το από 3ης Απριλίου 1827 Στ’ Ψήφισμα της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνε­λεύσεως [1] ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται Κυβερνήτης της Ελλάδος και στις 11/23 Ιανουαρίου 1828 «περί λύχνων αφάς» φθάνει στην Αίγινα.[2]

Η Γ’ εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευση συνέστησε με το από 1ης Μαΐου 1827 ψηφισθέν «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» Βουλή από αντιπροσώπους των επαρ­χιών.[3] Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Βουλής περιλαμβανόταν η διάταξη, όπως η Βουλή «κανονίζη το νομισματικόν σύστημα, προσδιορίζουσα το βάρος, την ποιότητα, τον τύπον και το όνομα εκάστου νομίσματος, καθ’ όλην την επικράτειαν».[4] 

Σχετι­κή δραστηριότητα για τα νομισματικά θέματα εμφάνισε η Τριμελής Αντικυβερνητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από τους Γ. Μαυρομιχάλη, I. Μ. Μιλαΐτη και I. Νάκο, η οποία είχε συσταθεί με το ψήφισμα Θ’ της 5ης Απριλίου 1827 της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως[5] με σκοπό τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι της αφίξεως του Καποδίστρια. Στις δραστηριότητές της εντάσσεται, πρώτον η υποβολή σχετικής προ­τάσεως για την πάταξη της κιβδηλοποιΐας[6] και δεύτερον η προώθηση προς τη Βουλή σχετικής αναφοράς του Δ. Κ. Βυζαντίου,[7] του γνωστού συγγραφέα του έργου Βαβυ­λωνία. Στην αναφορά του Βυζαντίου γίνεται λόγος για τη σύσταση νομισματοκοπεί­ου, είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι είχε βρεθεί ο σφραγιδοποιός Αναγνώστης Λιναρδόπουλος, ο οποίος ανέμενε στην Αίγινα την απόφαση της Βουλής.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

 

Η επικείμενη άφιξη του Κυβερνήτη Καποδίστρια ανέστειλε οποιαδήποτε πρωτο­βουλία. Με την άφιξή του ο Καποδίστριας θα ασχοληθεί με το νομισματικό πρόβλη­μα, θα καθιερώσει, κατόπιν της από 27 Ιανουαρίου 1828 εισηγήσεως του Αλεξ. Κοντοσταύλου,[8] το φοίνικα ως νόμισμα και θα κοπούν τα πρώτα νομίσματα στο νομισματοκοπείο Αιγίνης στις 28 Ιουλίου 1829,[9] το οποίο συγκροτήθηκε από τον Αλέ­ξανδρο Κοντόσταυλο.

  

Α. Σύντομο ιστορικό του Εθνικού Νομισματοκοπείου Αιγίνης

 

Με το ψήφισμα Ζ’ της 31ης Ιουλίου 1829, που εξεδόθη στο Άργος από την Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, ιδρύθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο[10] και εγκρί­θηκε η κοπή του ελληνικού νομίσματος, βάσει σχεδίου που επέβαλε το Πανελλήνιο στην Κυβέρνηση. Το Νομισματοκοπείο στεγάστηκε στην Αίγινα, άγνωστο σε ποιο οίκημα.[11]

Από της 12ης Σεπτεμβρίου 1829 μέχρι της 27ης Δεκεμβρίου 1829 η Εφορεία του Νομισματοκοπείου ασκήθηκε συλλογικώς από τα μέλη της Επιτροπής της Οικονομίας Αλ. Κοντόσταυλο, Γ. Σταύρου, Α. Παπαδόπουλο και I. Κοντουμά, ως αναπληρωματικό μέλος. Από της 27ης Δεκεμβρίου 1829, οπότε η ως άνω Επιτροπή αναχώ­ρησε από την Αίγινα για το Ναύπλιο, μέχρι της 20ής Μαΐου 1830 την Εφορεία του Νομισματοκοπείου άσκησε ο Αλ. Κοντόσταυλος στην Αίγινα, διότι το Νομισματοκο­πείο δεν μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, πιθανώς λόγω αδυναμίας εξευρέσεως καταλλή­λου οικήματος.

Την 7η Μαΐου 1830 τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο διεδέχθη στην Εφορεία του Νομισματοκοπείου ο Αλέξιος Θεοφίλου Λουκόπουλος, ο οποίος μετεί­χε και στη Διεύθυνση της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης,[12] μαζί με τον Α. Γιαννίτση και άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της 6ης Μαΐου 1832. Την 7η Μαΐου 1832 διορίσθηκε Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Νικόλαος Αγγέλου Λεβίδης, ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της εσπέρας της 1ης Φεβρουαρίου 1833, οπότε «το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος έσβησε τας καμίνους του»,[13] συμφώνως προς το διάταγμα περί διακοπής των εργασιών του Νομισματοκοπείου, το οποίο εξε­δόθη στο Ναύπλιο την 29-1-1833 από την Αντιβασιλεία.

 

Β. Ο Νικόλαος Αγγ. Λεβίδης και το ανέκδοτο αρχείο του

 

Ο Νικόλαος Λεβίδης του Αγγέλου (1765 – 28 Απριλίου 1852) είναι μέλος οικογένειας καταγόμενης από τα Ταταύλα της Κωνσταντινουπόλεως.[14] Ήταν λόγιος, φιλι­κός, είχε χρηματοδοτήσει την έκδοση Γραμματικής της Ελληνικής Γλώσσης, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν και τον Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριο,[15] είχε αναλάβει τη δημοσίευση των Απάντων του Αγίου Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου και είχε αγοράσει τα σχόλια του διδασκάλου του Γένους Κων­σταντίνου Βαρδαλάχου στα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, έργο το οποίο ακόμη παραμένει ανέκδοτο στο αρχείο του Ν. Δ. Λεβίδη.[16]

Έλαβε το αξίωμα του Ταμία της άνω κάσας του Κοινού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Άρχοντος Δικαιοφύλακος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ενώ ετιμήθη και από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Κατά τις σφαγές της Κωνσταντινουπόλεως του 1821 βρι­σκόταν στη Μολδοβλαχία και έτσι γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Στη συνέχεια κατέ­φυγε στην Οδησσό και ακολούθως στην Ελλάδα. Απέθανε στην Αθήνα. Απέκτησε πέντε υιούς, τον Αλέξανδρο, τον Περικλή, τον Κωνσταντίνο, εκδότη της «Ελπίδος», τον Γεώργιο και τον Δημήτριο.

Υιός του τελευταίου ήταν ο Νικόλαος Δημητρίου Λεβίδης (19/12/1848-1942). Εξελέγη 11 φορές βουλευτής Αττικής, από το 1881 έως το 1920. Διετέλεσε Υπουργός Ναυτικών (1895-1896), Εσωτερικών (1903), Δικαιο­σύνης (1903), Πρόεδρος της Βουλής (1906-1907), Υπουργός Εσωτερικών (1908). Ο Νικόλαος Δ. Λεβίδης την 29.12.1938 εδώρισε την βιβλιοθήκη του και το αρχείο της οικογένειας του, αποτελούμενα περίπου από 4.000 τόμους και φακέλους, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό.[17] Μεταξύ των φακέλων του αρχείου ανευρίσκεται φάκελος άνευ αριθμήσεως με τον τίτλο: «Νομισματοκοπείον Αιγίνης», ο οποίος περιέχει έγγραφα πρωτότυπα και αντίγραφα, αφορώντα στην εκεί υπηρεσία του πάππου του Νικολάου Λεβίδη του Αγγέλου.

 

Γ. Πρώτες προσπάθειες για συγκρότηση Νομισματοκοπείου.

 

Είναι άξιο προσοχής ότι ο Καποδίστριας μερίμνησε για τα νομισματικά και τρα­πεζικά θέματα πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα. Σχετική είναι η επιστολή του προς τον Μουστοξύδη, στον οποίο συνιστά να συλλέξει όλα τα διατάγματα, τα σχετι­κά με τη «νομισματοκοποιΐαν» και οτιδήποτε άλλο ωφέλιμο και χρήσιμο για το «δύσκολον και αξιοφρόντιστον» αυτό θέμα.[18]

Παράλληλα, τον προτρέπει να συλλέξει στοιχεία για τους «κώδικας περί εθνικών και εμπορικών Τραπεζών». Φαίνεται ότι υπήρξε γνώστης των πρωσικών κανονισμών για την οργάνωση των τραπεζών και συνιστά στον Ελβετό Κάρολο Βερνέτο να του αποστείλει από το Βερολίνο τα σχετικά διατάγματα, που αφορούν στη σύσταση τραπεζών.[19]

Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν κατά την εποχή της αφίξεως του Καποδί­στρια από έλλειψη ρευστότητας, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υπάρχει υψηλό κόστος συναλλαγών, μικρή ζήτηση και, ως εκ τούτου, χαμηλή προσφορά αγαθών. Τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα της ανεπαρκούς νομισματικής ρευστότητας είχαν επισημανθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα στη Σκωτία, όπως υποστηρίζει ο Α. Καραγιάννης.[20]

Οι Σκώτοι οικονομολόγοι David Hume (1752) και Sir James Steuart (1767) είχαν συστήσει μέσα από τα έργα τους στους πολιτικούς να αυξάνουν την κοπή νέου χρήματος σε περίπτωση ελλιπούς ρευστότητας, για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.[21] Δεν γνωρίζουμε εάν ο Κυβερνήτης ή κάποιος συνεργάτης του ήταν ενήμεροι γι’ αυτές τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Είναι όμως γεγονός ότι θα έπρεπε να αντιλήφθηκε αμέσως την έλλειψη νομισματικής ρευστότητας, αφού δεν είχε επάρκεια φορολογικών εσόδων, αλλά και δεν είχε κατορθώσει να λάβει επαρ­κή δάνεια από τις Μ. Δυνάμεις. Με την κοπή του νομίσματος αναγνωρίζεται αφ’ ενός μεν η προσπάθεια για την πάταξη της κιβδηλοποιίας, αφ’ ετέρου δε η εφαρμογή της αρχής του Κυριάρχου, καθώς ο Κυβερνήτης ήθελε να αποδείξει με τον τρόπο αυτό ότι η χώρα ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη.[22]

Στην από 2 Απριλίου 1828 πρόσκληση του Καποδίστρια προς το Πανελλήνιον γίνεται λόγος για νομισματοκοπείο: «Κράτιστον είναι λοιπόν να αποφασίσωμεν άνευ αναβολής περί τούτου και περί καταστάσεως νομισματοκοπείου να επιμεληθώμεν, αν τω οποίω… θέλει συμβή να κόπτεται και νόμισμα αργυρούν». Για το λόγο αυτό προσκαλεί το Πανελλήνιον να επιφορτίσει το Οικονομικό Τμήμα να ετοιμάσει σχέ­διο, «…το να περιέχη… προεκλογισμόν των εκχωρηθησομένων χρημάτων εις την Οικονομικήν Επιτροπήν προς κατασκευήν του νομισματοκοπείου».[23] 

 

 Δ. Οι προσπάθειες του Κοντοσταύλου και η σύσταση του Νομισματοκοπείου

  

Μετά την σύνταξη του σχεδίου ψηφίσματος για τα νομίσματα αντιμετωπίσθηκε το θέμα της αποκτήσεως νομισματοκοπείου. Για το λόγο αυτό επιφορτίσθηκε ο Κοντόσταυλος να μεταβεί τον Μάιο του 1828 στη Μάλτα και στην Ιταλία, για να προ­μηθευτεί, με την οικονομική αρωγή των ναυάρχων των συμμάχων δυνάμεων, τα ανα­γκαία υλικά «δια να κόψωμεν εν Ελλάδι νόμισμα χαλκούν, ως έχοντες την ύλην εκ των αρχήστων ορειχαλκίνων κανονίων», όπως γράφει στον Ανδρέα Μουστοξύδη, εγκατεστημένο στην Βενετία.[24]

Επισημαίνεται στον Μουστοξύδη να συνδράμει τον Κοντόσταυλο στην εύρεση «σηκωτηρίου (balancier) και άλλων προς σύστασιν του μικρού μας κερματοποιείου», κυρίως όμως εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Πράγματι, εντός του Ιουνίου 1828 ο Κοντόσταυλος αγόρασε αντί 100 λιρών στερλι­νών, δηλ. 500 ισπανικών ταλλήρων ή 7.300 γροσίων Τουρκίας, το σύνολο των μηχα­νών του νομισματοκοπείου του Τάγματος των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννου της Μάλτας που ευρίσκονταν σε αχρησία. Το Τάγμα είχε εξωσθεί πριν από τριάντα έτη από τους Γάλλους από το νησί.[25]

 

Αίγινα. Λιθογραφία του Fr. Hole από πίνακα εκ του φυσικού, Krazeisen μεταξύ 1826-1827.

 

Ο Κοντόσταυλος ήλθε στην Αίγινα την 20ή Νοεμβρίου 1828 κομίζοντας όλα τα μηχανήματα που είχε προμηθευθεί και εγκαταστάθηκε στο ισόγειο και στην αυλή του γραφείου και της οικίας του Κυβερνήτη. Ο Κοντόσταυλος επιφορτίσθηκε με την ανεύρεση των υπαλλήλων που θα επανδρώσουν το Νομισματοκοπείο και την 12η Μαΐου 1829 διατάχθηκε η έναρξη των εργασιών του Νομισματοκοπείου υπό την επαγρύπνηση και ευθύνη του Κοντοσταύλου. Με το Ζ’ Ψήφισμα της 31ης Ιουλίου 1829, που εξέδωσε η Δ’ εν Άργει Εθνική Συνέλευση,[26] εγκρίθηκε αφ’ ενός η αγορά και η σύσταση του νομισματοκοπείου, αφ’ ετέρου εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να θέσει σε κυκλοφορία το νέο νόμισμα και να εγκρίνει την περαιτέρω νομισματοκοπία σύμφωνα με το σχέδιο του Πανελληνίου.

  

Ε. Το Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης και το Αρχείο Νικολάου Αγγ. Λεβίδη.

 

Τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, ο οποίος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1830, διαδέ­χθηκε ο Αλέξιος Λουκόπουλος,[27] ο οποίος διατήρησε την θέση του ως Εφόρου καθ’ όλη την υπόλοιπη περίοδο που κυβέρνησε ο Καποδίστριας, αλλά και μετά τη δολο­φονία του (27.9.1831), όταν τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε Τριμελής Διοικη­τική Επιτροπή υπό την προεδρία του Αυγουστίνου Καποδίστρια. Την 6η Μαΐου 1832 αντικαθίσταται ο Λουκόπουλος και την 7η Μαΐου 1832 αναλαμβάνει Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Λεβίδης (1765 – 28.4.1852).

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Η χαώδης κατάσταση, που επικράτησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έως και την άφιξη του Όθωνος (30.1.1833),[28] είχε αντίκτυπο και στη λειτουργία του Νομισματοκοπείου. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Αρχείου σε σχετι­κή αναφορά του Εφόρου Λεβίδη, ο Διοικητής Φρουράς της Αιγίνης, χιλίαρχος Νικόλαος Κοντογιάννης, απείλησε τον Λεβίδη λέγοντας ότι θα συλήσει το Νομισμα­τοκοπείο. Περισσότερα έκτροπα απεσοβήθησαν μόνον κατόπιν της πλήρους ικανο­ποιήσεως του απαιτητικού χιλιάρχου κατά διαταγή της Κυβερνήσεως.

Η τοπική φρουρά αντικαταστάθηκε από το 4ο Τάγμα του τακτικού στρατού, η συμπεριφορά όμως του διοικητή του τάγματος, υποταγματάρχου Φρ. Ανδριέττι, δεν υπήρξε η καλύτερη δυνατή. Προστριβές προς τον Λεβίδη ασκούνταν από τον Επιστάτη του Ορφανοτροφεί­ου Γρηγόριο Κωνσταντά, τον Έκτακτο Επίτροπο Ν. Σκούφο και τον Έφορο των διδακτηρίων Θεόκλητο Φαρμακίδη (4.10.1832), όπως συνάγεται από τον απολογι­σμό της Εφορείας του Λεβίδη, που φυλάσσεται στο Αρχείο.

Σοβαρότατη, επίσης, υπήρξε η διαμάχη μεταξύ των επιθυμούντων να διορισθούν χαράκτες των νομισμάτων Δημητρίου Κόντου και Γ. Δημητρακοπούλου. Η επιλογή του Κόντου εξόργισε τον έτερο υποψήφιο και άρχισε οξύς αγώνας δια του τύπου με πλήθος αλληλοκατηγοριών. Αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών οχλήσεων ήταν η δια­κοπή των εργασιών του Νομισματοκοπείου την 22α Σεπτεμβρίου 1832 και η επανά­ληψη τους την 12η Οκτωβρίου 1832.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Η άφιξη του Όθωνος την 30ή Ιανουαρίου 1833 και η συνακόλουθη εγκατάστα­ση της Αντιβασιλείας οδήγησε σε μια προσωρινή ύφεση των πολιτικών παθών. Με το Β.Δ. της 8ης/20ής Φεβρουαρίου 1833 καθορίσθηκε ως νόμισμα η δραχμή. Παράλ­ληλα, διατάχθηκε από την Αντιβασιλεία η διακοπή της λειτουργίας του Νομισματο­κοπείου, διότι θεωρήθηκε τούτο ως τεχνικώς ατελές και μη καλώς συνεστημένο, καθόσον: «… άχρι τούδε δεν υπάρχει εις την Ελλάδα καλώς συστημένον νομισματοκοπείον…».[29] 

Πράγματι, η Γραμματεία της Οικο­νομίας διεβίβασε την εντολή αυτή στον Λεβίδη, ο οποίος στην αναφορά του (2.2.1833), μνημονεύει ότι απέλυσε τους εργάτες και είχε αρχίσει η απογραφή από τον Έκτακτο Διοικητή.[30] Έτσι, το Εθνικό Νομισματοκοπείο, το οποίο λειτούργησε για 3,5 έτη έκλεισε το από­γευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1833. Στο Αρχείο Λεβίδη υπάρχει σχετική αναφορά των απολυμένων εργατών προς τον Έφορο, στην οποία υπάρχει αίτημα τους (7.2.1833) για την πληρω­μή υπερωριών νυκτερινής εργασίας για 15μερο. Το αίτημα αυτό παραπέμφθη­κε από τον Λεβίδη στην Γραμματεία της Οικονομίας.

Ο Λεβίδης υπέβαλε, 15 ημέρες μετά την παύση των εργασιών, απολογισμό προς την Γραμματεία της Οικονομίας, ο οποίος περιελάμβανε πλήρη στοιχεία για τη δραστηριότητα του Νομισματο­κοπείου κατά το διάστημα της Εφορεί­ας του (17.5.1832 – 1.2.1883). Ειδικότε­ρα, στο Αρχείο Λεβίδη απόκεινται στοιχεία από λογιστικά βιβλία του Νομισματοκοπείου, όπως: α’: Prime note 17.5.1832-1.2.1833, σε μηνιαία τεύχη, β’: Πρόχειρο των μεγάλων κατάστιχων, και γ’: Γενικός Ισολογισμός του Ταμείου Νομισματοκοπείου από 17.5.1832-21.12.1832. Τέλος, υπάρχει ο Κατάλογος των όσων πληρωμών έκαμε το Εθνικόν Νομισματοκοπείον από 17-5. έως 13.12.1832 και Κατάλογος των βιβλίων, τα οποία παρεδόθησαν από τον Λουκόπουλο στον Λεβίδη.

 

Χαρτονόμισμα αξίας 5 φοινίκων

 

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Λεβίδης παραθέτει λογι­στικές εγγραφές στην κίνηση των λογαριασμών, δείγμα των εμπορικών γνώσεών του. Στον απολογισμό του Λεβίδη αναφέρεται ότι τα χρησιμοποιηθέντα «πανδέχτια» υπήρ­ξαν ανόμοια και συνεπώς οι «λάμαι», από τις οποίες κατασκευάζονταν τα χάλκινα νομίσματα, δεν ήταν ομοιοβαρείς, τελικά όμως πραγματοποιήθηκε κέρδος υπέρ του δημοσίου, συνολικού ποσού 6.323,15 φοινίκων. Επίσης, αναφέρεται ότι η φύρα του χαλκού περιορίσθηκε, από 8,5% κατά την διάρκεια της Εφορείας Λουκοπούλου, σε 2,8%, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να έχει όφελος 10.960 φοίνικες. Από τους στατι­στικούς πίνακες κυκλοφορίας των κερμάτων που παραθέτει ο Λεβίδης, αποδεικνύε­ται ότι οι συναλλαγές σε ελληνικό νόμισμα διεξάγονταν αποκλειστικά με εικοσάλεπτα.

Όταν συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Βασιλικό Νομισματοκοπείο, όσα μηχανήμα­τα της Αιγίνης ήταν χρήσιμα, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και προστέθηκαν στον εξο­πλισμό του νέου εργοστασίου, τα μηχανήματα του οποίου είχαν κατασκευασθεί στο Μόναχο. Τα υπόλοιπα μηχανήματα παρέμειναν στην Αίγινα εγκαταλελειμμένα. Ο Σπυρίδων Λάμπρος, όταν το 1885 επισκέφθηκε το νησί, είδε στην αυλή του Κυβερ­νείου «παρηγκωνισμένον το τελευταίον του Νομισματοκοπείου λείψανον, τον άκμονα πιθανώς, εφ’ ου ετίθεντο τα μετάλλινα κέρματα προς επιχάραξιν της σφραγίδος δια της σφύρας, διότι ούτως απλή φαίνεται ότι ήτο η διαδικασία της χαραγής».[31] Με μέριμνα του Σπ. Λάμπρου, το τελευταίο αυτό λείψανο του Εθνικού Νομισματοκοπείου της Ελληνικής Πολιτείας μεταφέρθηκε στο Μουσείο της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, όπου σώζεται μέχρι σήμερα.

  

Διονύσιος Χ. Καλαμάκης και Χρήστος Π. Μπαλόγλου*

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δρ. Οικονομολόγος. Τα τμήματα Α’ και Β’ της μελέτης έχουν συνταχθεί από τον Δ. Καλαμάκη, ενώ τα τμήματα Γ’, Δ’ και Ε’ από τον Χρήστο Μπαλόγλου.

Η Αιγιναία, Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση, «Αφιέρωμα στο Επιστημονικό Συνέδριο για τον Καποδίστρια», τεύχος 15, Αίγινα, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2008.  

 

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος…, τομ. Θ’, σ. 97. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (ΓΕΕ), φ. 56/1827.

[2] Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης. 1800-1828, Αθήνα 1998, σ. 336.

[3] Ψήφισμα ΙΘ’ της 4ης Απριλίου 1827, εις Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 113. Η Βουλή διαλύθηκε με την άφιξη του Κυβερνήτη. Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας κατά την ελληνικήν Επανάστασιν. Αθήνησιν 1963, σ. 58.

 [4] Αρθρ. 84 του Συντάγματος 1827.

[5] Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 100.

[6] Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας…, σσ. 59-60.

[7] Γ. Δ. Δημακοπούλου, ό.π., σ. 61.

[8] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η πρότασις του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου περί του εισακτέου νομισματικού συστήματος εν Ελλάδι (Αίγινα, 27 Ιανουαρίου 1828)», στη σειρά Τεύχη του ΕΛΙΑ, τομ. Γ’ (1993), σσ. 43-50.

[9] Λ. Μακκά, Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου (11.4.1827-27.9.1831), διδ. διατριβή, Αθήναι 1910, σσ. 44-45. Χ. Μπαλόγλου «Η κυκλοφορία του πρώτου νεοελληνικού νομίσματος», Ιστορικά Θέματα, τχ. 3, Ιανουάριος 2002, σσ. 90-95.

[10] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος (1828-1833)», Πελοποννησιακά, 8 (1971), σσ. 15-96. Πρόκειται περί συστηματικής μελέτης περί της ιστορίας του Εθνικού Νομισματοκοπείου.

[11] Γεωργίας Π. Κουλικούρδη, Αίγινα III. Τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τη νεότερη πόλη (1800-1828), Αθήνα 2006, σσ. 136-138, σημ. 80.

[12] Λαζάρου Θ. Χουμανίδη, «Περί υπό του Καποδιστρίου ιδρυθέντος Ορφανοτροφείου της Αιγίνης», Παρνασσός 31 (1989), σ. 313. Του ιδίου, «Περί της υπό του Ιωάννου Καποδιστρίου ιδρυ­θείσης Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης», Παρνασσός 36 (1994), σσ. 17-30.

[13] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[14] Περί της οικογενείας Λεβίδη. Σύντομον ιστορικόν απάνθισμα ερανισθέν υπό φίλου της οικογε­νείας εκ των ανεκδότων «Ιστορικών και πολιτικών απομνημονευμάτων», Νικολάου Δ. Λεβίδη, εν Αθήναις 1929, σσ. 3-5.

[15] π. Δ. Στρατή, Ελληνικά έγγραφα του Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγορίου (1761-1846) από το αρχείο της Μονής Βατοπαιδίου, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος 2003, σσ. 25-63.

[16] Διον. Χ. Καλαμάκη, «Το εν τη Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού υπ’ αριθμ. 3475 χειρόγραφον του αρχείου Ν. Δ. Λεβίδου», Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου «Μνήμη αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Φωτίου Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 341-349.

[17] Ν. Π. Αποστολοπούλου, Η Βιβλιοθήκη και το ιστορικόν και πολιτικόν αρχείον Νικολάου Δ. Λεβίδη δωρηθέντα τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ. Σύντομος μνεία τινών αυτών, Αθήναι ά.χ.

[18] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη (6/18 Νοεμβρίου 1827), I. Α. Καποδίστρια Correspondance, τομ. Α’, σσ. 212-216.

[19] Correspondance, τομ. Α’, σσ. 204-205. Πβ. Χ. Π. Μπαλόγλου «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τομ. Β’. Αθήνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σσ. 490-491.

[20] Α. Δ. Καραγιάννη, «Η οικονομική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», Η Αιγινιαία, τχ. 13 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2007), σσ. 62-71.

[21] Α. Δ. Καραγιάννη, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης: Προ-κλασική περίοδος. Μελέτες. Αθήνα 1998, σσ. 198-9, 290-2.

[22] Ν. Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, τομ. Δ’, τχ. Α’, επιμ. Π. Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 219.

[23] I. Α. Καποδίστρια, Correspondance, τομ. Β’, 1841, σσ. 6-7.

 [24] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη 23-5-1828, εις Correspondance, τομ. Β’, σ. 107.

[25] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον…», ό.π., σ. 30.

[26] Α. Μάμουκα, τομ. ΙΑ, σ. 43.

[27] ΓΕΕ, φ. 49 (25-6-1830). Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σσ. 65-81.

[28] Στην Νεοελληνική ιστορία έχει καθιερωθεί ο όρος «Περίοδος Αναρχίας», για να δηλώσει την χρονική στιγμή από 27.9.1831 έως 30.1.1833. Πβ. Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας. Θεσσαλονίκη, 1984.

[29] ΦΕΚ, φ. 16, 28 Απριλ./10 Μαΐου 1833. Για το σχετικό διάταγμα, πβ. Γ. Δημακοπούλου «Το Εθνικόν…», σσ. 86-87

[30] Γ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[31] Αλ. Κοντοσταύλου, Τα περί των εν Αμερική νουπηγηθέντων (sic) φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου, εν Αθήναις 1855, σσ. 261-262. Σπ. Λάμπρου, «Το παλάτιον του Μπαρμπαγιαννη», εν περ. Εστία 1887, ο. 266. Του ιδίου, «Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα» Μικταί σελίδες, σ. 657.

 

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και η καλλιέργεια της πατάτας (Πότε πρωτοκαλλιεργήθηκε) 


  

Ένα πρόβλημα, που απασχόλησε τους παλαιότερους μελετητές της αγροτικής μας παραγωγής, είναι το θέμα της εισαγωγής της πατάτας στην Ελλάδα. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων» (καθώς επικράτησε από την αρχή να γράφονται οι πατάτες στην Ελλάδα), είναι φυτό που ευδοκιμούσε και εκαλλιεργείτο από τον έκτο αιώνα στη Χιλή, στο Περού και στην Κολομβία της Νότιας Αμερικής.

Βρίσκομε την πατάτα να καλλιεργείται στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της ιδρύσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Και πολλές φορές γράφηκαν πληροφορίες για τους πρώτους εισαγωγείς του φυτού αυτού, που σήμερα οι καρποί του αποτελούν βασική και σημαντική τροφή. Κοινή παράδοση, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας που γνώριζε την πατάτα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο πρώτος εισαγωγέας. Και διηγούνται πως τάχα, κανένας δεν ήθελε να πάρει και να φυτέψει γιατί βγήκε η φήμη πως είναι δηλητηριώδης και, ακόμη, ο Έλληνας, από τη φύση του περιφρονεί κάθε τι που του υποδεικνύουν και το αφήνουν ελεύθερο!.

Μόλις, όμως, λένε, διέταξε ο Καποδίστριας να κλείσουν τις αποθήκες και να τις φυλάνε σκοποί, τότε όλοι θέλησαν να τις κλέψουν!. Κι αφού ο Καποδίστριας είχε δώσει εντολή στους φρουρούς να κάνουν … στραβά μάτια, δεν έμεινε στις αποθήκες ούτε μια πατάτα!…

Πιθανόν αυτό το επεισόδιο να έγινε, αλλ’ αφορά την διάδοση της πατάτας και όχι την εισαγωγή της. Όμως τη διάδοση της πατάτας αφορούν τα δημοσιεύματα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» του Ιρλανδού γεωπόνου Στήβενσον, πού είχε έλθει στην Ελλάδα κατά το 1828 και ο οποίος πολύ συνετέλεσε στη διάδοση διαφόρων αγροτικών καλλιεργειών και δενδροφυτεύσεων. Την διάδοση της πατάτας αφορούν και τα γραφόμενα για τον Έλληνα γεωπόνο Γρηγ. Παλαιολόγο, τον διευθυντή του αγροκηπίου της Τίρυνθας, ο οποίος στο 1830 καλλιεργούσε εκεί πατάτες.

Υπάρχει μια πληροφορία ότι στον λαχανόκηπο του Γάσπαρη[1], στα Πατήσια, καλλιεργούνταν πατάτες κατά την εποχή του Αγώνα, όπως και ντομάτες από το 1815 στον λαχανόκηπο των Καπουτσίνων,[2] στην Αθήνα. Αλλά οι δύο πληροφορίες δεν είναι τόσο επίσημες και αποδεδειγμένες.

Η αλήθεια είναι πως η εισαγωγή της πατάτας στην Ελλάδα πρέπει ν’ ανεβαστεί πιο παλαιότερα και άλλοι να πάρουν την τιμή αυτή. Γιατί, βέβαια, τιμή μεγάλη ανήκει σ’ εκείνον που πρωτοσκέφθηκε να φέρει και να καλλιεργήσει τις πατάτες στον τόπο μας.

Για την εισαγωγή της πατάτας παρουσιάζουμε σήμερα δυο ανέκδοτα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων, που μας δείχνουν ποιος είναι ο πραγματικός εισαγωγέας της καλλιέργειας της πατάτας. Ας δούμε τι γράφει το πρώτο απ’ αυτά:

 

 Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

 Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) τα οποία γενόμενα εις μύρια τμήματα και σπειρόμενα αναφύουσι τόσας ρίζας εις όσα εκόπησαν τμήματα. Αυτό είναι εις χρήσιν (ως δήλον) εις όλην σχεδόν την Ευρώπην, εξ αυτών γίνεται ψωμíov οπόταν με ισοβαρή ανακατωθώσιν άλευρον και μόνα δύνανται να δώσουν τόσην τροφήν, όσην ο άνθρωπος χρείαν έχει.

Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται. Πόσον λοιπόν είναι αναγκαία η καλλιέργειά του εις την Ελλάδα και μάλιστα εις τα φρούρια αυτής είναι αναντίρρητον, και μ’ όλον τούτο παραμελείται.

Κατ’ αυτάς έλαβον εξ Ευρώπης μερικά αυτών, έδωκα εις Άργος, όπου και δια παρακινήσεών μου καλλιεργούνται ήδη. Έγραψα προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου προσκαλών και αυτόν να στείλη άνθρωπον να λάβη γεώμηλα δια να ενεργήσει την καλλιέργειαν αυ­τών εις Ακροκόρινθον.

Ευχής έργον είναι να καλλιεργηθεί και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζ-καλέ), της οποίας η έκτασις είναι αρκετή, αν σπαρθεί να θρέψει κατ’ έτος πολλούς στρατιώτας.

Καθυποβάλλω την πρότασίν μου ταύτην υπ’ όψιν του Σεβαστού τούτου Σώματος, την οποίαν αν εγκρίνει ας με διορίσει εις τίνα να δώσω εξ αυτών να ενεργηθή η καλλιέργεια των.

 

Μένω με όλον το σέβας

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος

Εν Ναυπλίω 19/1/1826

 

Και τώρα η ενέργεια του Βουλευτικού με έγγραφό του προς το Εκτελεστικό Σώμα:

 

«Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Περίοδος Γ’ Αριθ.1109.

 Το Βουλευτικόν Σώμα

Προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα.

 

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος, παρασταίνων δια της εγκλεί­στου αναφοράς την εκ της καλλιεργείας των γεωμήλων ωφέλειαν λέ­γει ότι έλαβε κατ’ αυτάς μερικά εκ των οποίων έδωσεν ολίγα τινά εις τους Αργείους δια να σπείρουν, και ότι έγραψε και προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου να στείλει να πάρει και αυτός δια να σπεί­ρει εις Ακροκόρινθον. Προβάλλει δε, ως ωφέλιμον να σπαρθώσιν και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζκαλέ).

Το Βουλευτικόν κρίνει την πρότασιν ωφέλιμον και ενέκρινε να λάβει αυτό το βάρος ο κύριος Αδάμ Δούκας, και να επιστατήσει εις το σπάρσιμον και φυλακήν αυτών. Ειδοποιείται λοιπόν το Σεβαστόν Εκτελεστικόν, διά να διατάξει να ενεργηθεί η πρότασις.

Εν Ναυπλίω τη 21/1/1826

Ο Πρόεδρος

(Τ.Σ.) Πανούτζος Νοταράς

Ο πρώτος Γραμματεύς

Α. Παπαδόπουλος»

 

Ο «πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος» είναι ο γνωστός αργότερα πληρεξούσιος και γερουσιαστής της Ναυπλίας (είχε γεννηθεί στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας). Πριν από την Επανάσταση ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έμενε στην Τεργέστη, όπου έκαμε τον έμπορο μαζί με τον αδελφό του. Κι αυτός ο αδελφός του, που δεν είχε ακόμη κατέλθει στην Ελλάδα, του έστελνε διάφορα πράγματα από εκεί, καθώς και βιβλία και τις πατάτες, για τις οποίες τόσος λόγος.

Ο Γ. Αντωνόπουλος, λοιπόν, κι ο αδελφός του είναι οι πρώτοι εισαγαγόντες την πατάτα στην Ελλάδα.[3] Εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας, ως γνωστόν ήλθε στην Ελλάδα (Αίγινα) τον Ιανουάριο του 1828. Πριν τελειώσουμε, θα προσθέσουμε άλλη μια πηγή που μαρτυρεί ότι η πατάτα ήταν γνωστή και εκαλλιεργείτο στην Ελλάδα (Επτάνη­σα) τουλάχιστον δέκα χρόνια ενωρίτερα. Και οπωσδήποτε τα Επτά­νησα είχαν συναλλαγές με το Μοριά.

Το 1817 ο Άγγλος περιηγητής H. W. William πραγματοποίησε μια επίσκεψη στα Επτάνησα, Πάτρα, Βοστίτσα (Αίγιο), Δελφούς, Λειβαδιά, Αθήνα, Κόρινθο, Πάτρα, Ζάκυνθο. Καταγράφει πολλά ενδιαφέροντα, για την εκπαίδευση, παραγωγή προϊόντων, εμφάνιση – ενδυμασίες, κοινωνική ζωή. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο H. W. William πέρασε από τη Ζάκυνθο και σημειώνει: «Εκεί είδα τα πρώτα σημάδια του πολιτισμού: πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες!».[4]

 

Νίκος Γ. Παπαγεωργίου

  

Πηγή


  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Όνομα παλαιάς φραγκικής οικογένειας η οποία εγκατεστάθη στην Αθήνα, προ του 17ου αι. εξελληνισθείσα πλήρως. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τόμος Ζ’, σ. 129).

[2] Οι Καπουτσίνοι (μοναχικό Τάγμα της Δυτικής Εκκλησίας) εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα το 1685, αγόρασαν μάλιστα από τους Τούρκους το μνημείο του Λυσικράτους και πλησίον ίδρυσαν ξενώνα, ό. π., τ. ΙΑ’. σ. 326).

[3] «Αρκαδικά», χρόνος ΣΤ. 3 – 4, Αθήναι, Μάιος – Αύγουστος 1978, σσ. 37-38.

[4] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», Αθήνα, 1975, τ. Γ2, σσ. 444-452

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »