Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μακρυγιάννης’

O Μακρυγιάννης στο Άργος


Το Άργος, μετά την Αθήνα, είναι η πολιτεία εκείνη που συνδέθηκε περισσότερο στενά με το Ρουμελιώτη αγωνιστή της Παλιγγενεσίας Γιάννη Μακρυγιάννη, κι αυτό όχι τόσο  εξαιτίας των δεσμών του μαζί της – ο αλαφροΐσκιωτος αυτός επαναστάτης μάλλον έμεινε στο περιθώριο της κοινωνικής και όχι μόνον ζωής του τόπου – όσο εξαιτίας του γεγονότος ότι στο Άργος παρέμεινε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και εκεί άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του, ένα έργο που όχι άδικα έφθασε να γίνει το ευαγγέλιο του νέου ελληνισμού.

 

«Από τα ’26, που έπεσαν στα χέρια μου τα «Απομνημονεύματα», ως τα σήμερα» – δηλαδή στα 1943 – «δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση», μας εξομολογείται ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό κείμενό του που δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο των Δοκιμίων του.[1]

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το ποιος ήταν ο Μακρυγιάννης δε θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν κάποια στοιχεία απ’ τη ζωή του δε μας επέτρεπαν να εκτιμήσουμε σφαιρικότερα το έργο του. Ήταν ένας απλός αλλ’ αντιπροσωπευτικός άνθρωπος του λαού στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια. Όχι ότι δεν ήταν χαρισματική προσωπικότητα. Ήταν, όπως ήταν και πάρα πολλές άλλες στα δύσκολα εκείνα χρόνια του ελληνισμού.

Γιος του αρματολού Δημήτρη Τριανταφύλλου, γεννήθηκε στα 1797 κάτω από δύσκολες συνθήκες, σε ένα μικρό χωριό, το Αβορίτι του Λιδωρικού, και λόγω ύψους πήρε το παρωνύμιο «Μακρυγιάννης», με το οποίο πέρασε στην ιστορία. Ο πατέρας του χάθηκε  στα 1804, κατά το μεγάλο διωγμό της κλεφτουργιάς, και η οικογένεια χάρη στην αυταπάρνηση της μάνας κατόρθωσε να καταφύγει στη Λειβαδιά. Εκεί τον έβαλαν υπηρέτη σ’ ένα σπίτι. Τα αφεντικά  όμως, γράφει ο ίδιος, «ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου».[2]

Στα δεκατέσσερά του οι δικοί του τον έστειλαν στην Άρτα, υπηρέτη στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη, ενός από τους γραμματικούς του Αλή. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού.

Καταδιώχθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν το Σατράπη των Ιωαννίνων και κατέφυγε στον παλιό αρματολό Γώγο Μπακόλα, τον οποίο και ακολούθησε στις πρώτες φάσεις της επανάστασης. Ο Μπακόλας, παρ’ ότι τελικά κατέφυγε στους Τούρκους, υπήρξε ο μοναδικός οπλαρχηγός που όχι μόνο ξέφυγε από τον ψόγο του Μακρυγιάννη αλλά απέσπασε τα εγκώμιά του.[3]

Τον Απρίλη του 1822, επικεφαλής τεσσάρων χωριών των Σαλώνων, έφθασε στην Ανατολική Ελλάδα και έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις, για να καταλήξει τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στη Αθήνα. Εκεί θα τεθεί υπό τις διαταγές του Οδυσσέα Ανδρούτσου και θα συνεργασθεί με τον Γιάννη Γκούρα. Όμως, είτε  γιατί απογοητεύτηκε από την τυραννική   συμπεριφορά των πρώην αρματολών είτε γιατί δίπλα τους  δεν υπήρχαν περιθώρια διάκρισης και ικανοποίησης των φιλοδοξιών του – κι ο Μακρυγιάννης ήταν φιλόδοξος όσο κι αν προσπαθεί να το διαψεύσει στο κείμενό του – πήρε το δρόμο για την Πιάδα κι από εκεί  θα φθάσει στις 25 Οκτωβρίου 1823 στο Άργος.

Έκτοτε, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές ως το Δεκέμβρη του 1831, το Άργος και ο κάμπος του θα είναι ο χώρος της δράσης του. Εκεί αργότερα θα αρχίσει να γραφεί τα Απομνημονεύματά του.

«1829. Φλεβαρίου 26, Άργος. Είμαι διορισμένος», γράφει, «από την κυβέρνηση του Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθμός είναι εδώ εις Άργος κάθομαι και αγρικιώμαι με την κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες μ’ αρχές κι’ αξιωματικούς… και εξακολουθώ τα χρέη μου καθήμενος τον περισσότερον καιρόν εδώ. Και για να μην τρέχω εις τους καφενέδες και σε άλλα τοιαύτα και δεν τα συνηθώ… εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου… και να τα γλέπουν οι νεότεροι και οι μεταγενέστεροι νάχουν περισσότερη αρετή και πατριωτισμόν. Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν…».[4]

Για το έργο αυτό του Μακρυγιάννη έχει γίνει λόγος πολύς, προεξαρχόντων του Γιώργου Θεοτοκά (1941) και του Γιώργου Σεφέρη (1943). Ο πρώτος τοποθετεί τα Απομνημονεύματα στο κέντρο της συζήτησης γύρω από τους στόχους της λογοτεχνικής γενιάς του ΄30, ενώ ο δεύτερος δε θα διστάσει να μας πει πως ο «Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».

Πράγματι πρόκειται για μια γνήσια λαϊκή έκφραση, η οποία όμως είχε τα προηγούμενά της. Κι αυτά τα βρίσκουμε σε σειρά κειμένων λαϊκής επιστολογραφίας των χρόνων της τουρκοκρατίας, στα οποία, ατυχώς, δε δόθηκε η πρέπουσα σημασία. Για παράδειγμα: «Ένα τουφέκι όρισες και τόδωκα˙ μ’ ας είναι καλά οπού θα μου το φτιάσουν ασημένιο˙ και α δε μου αξίζει το φιλεύω», γράφει κάποιος άσημος Έλληνας του ΙΗ΄ αιώνα.[5]

Δίπλα όμως στο έργο του Μακρυγιάννη στέκονται και οι πίνακές του. Εδώ η εικόνα ζωντανεύει τη γραφή, όπως η αγιογραφία έδινε ψυχή στα παλιά συναξάρια και έκανε τους τοίχους της εκκλησιάς να μιλούνε για τα πάθη του Χριστού και τα μαρτύρια των αγίων. Με αυτόν, τον ίδιο αφηγηματικό τρόπο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, θα μας δώσει ο Παναγιώτης Ζωγράφος το στοχασμό του ρουμελιώτη στρατηγού.[6]

Εμείς όμως  δε θα σταθούμε – είναι εξάλλου πέρα από τις δυνατότητές μας – στη λογοτεχνική αξία των Απομνημονευμάτων  του Μακρυγιάννη. Μας ενδιαφέρει η καθαρά ιστορική τους πλευρά. Και εδώ, χωρίς να αμφισβητήσουμε την πρόθεση του αφηγητή να σημειώσει «γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος»,[7] είμαστε εντούτοις υποχρεωμένοι να σταθούμε κριτικά απέναντι στο κείμενό του.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο εκδότης  των Απομνημονευμάτων, υποστήριξε τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του Μακρυγιάννη. Αρετές όμως που τις διαχώρισε από την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία. Και πράγματι έτσι είναι. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής καταθέτει – έτσι πιστεύει πως κάνει – την αλήθεια. Όμως πρόκειται για τη δική του αλήθεια, μια αλήθεια κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από το πάθος.[8] Στην αφήγησή του δε θα βρει κανείς ούτε ίχνος συμπάθειας ή κατανόησης για πρόσωπα με τα οποία συγκρούστηκε, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που θα δώσει μισή την αλήθεια, για να μην πιστωθούν τη δόξα οι αντίπαλοί του. Εύγλωττη απόδειξη η περίπτωση της εισβολής του Δράμαλη στο Μοριά ή η ταύτιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνημε τονΚιαμίλμπεη της Κορίνθου.[9]

Είναι αναγκαίο επίσης να αναφερθούμε και στους ιδεολογικούς άξονες του Μακρυγιάννη. Η πατρίδα και η θρησκεία κατέχουν κυρίαρχη θέση στη σκέψη και στο έργο του. Η πατρίδα όμως είναι ταυτισμένη με τους νόμους και την τάξη. Τότε μονάχα υπάρχει πατρίδα, όταν υπάρχουν νόμοι καλοί.  Η ευταξία ήταν γι’ αυτόν το παν. Γι’ αυτό αναδέχεται  με προθυμία καθήκοντα αστυνομικά[10], γι’ αυτό και διαμορφώνει μια σχέση μεταφυσική με το «Σύνταγμα». Εδώ εντοπίζεται η μικροαστική  του συνείδηση, συνείδηση διαμορφωμένη μέσα στα πλαίσια της προεπαναστατικής εμπορικής του δραστηριότητας, και η αντίθεσή του με την αυταρχική έκφραση του αρματολισμού.

«Κι αυτά τα καπετανλίκια», γράφει, «ήταν κλέφτικα πράγματα, όταν ήταν οι Τούρκοι στην πατρίδα μας αφεντάδες»[11]. Αυτός προσβλέπει μόνο στους νοικοκυραίους, που τους θεωρεί ραχοκοκαλιά του έθνους. Επίσης κύριο ρόλο στην ψυχοσύνθεση του Μακρυγιάννη παίζει η αίσθηση της αδικίας. Η βία των κατακτητών σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια. Οι Τούρκοι θα χαθούν, γιατί αδίκησαν το ραγιά. Ο Αρβανίτης Σμαήλμπεης Κόνιτζα λέει σε μια συγκέντρωση στην Άρτα: «Πασάδες και μπέηδες…θα χαθούμε!Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή  και τον αφανίσαμε˙ και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι»[12].

Με ιδιαίτερη μάλιστα αυστηρότητα κρίνει τις αδικίες των Ελλήνων κι αυτό θα τον φέρει σε αντίθεση με τον Ανδρούτσο, το Γκούρα και το Μαμούρη. Συνεχίζει ο ρουμελιώτης αγωνιστής  μια πανάρχαιη ελληνική αντίληψη που πρωτοσυναντιέται στους Πέρσες του Αισχύλου. Η «ύβρις» στην περίπτωση του Ξέρξη, οι «αμαρτίες» των βυζαντινών αργότερα και οι αδικίες τέλος των Τούρκων θα επιφέρουν την καταστροφή τους. Τέλος ιδιαίτερα στενή και άμεση είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Από το πανηγύρι τ’ Αγιαννιού στη Δεσφίνα, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όπου πρωτόκανε συμφωνίες με τον άγιο[13], και στη συνέχεια η σχέση του Μακρυγιάννη με την Παναγία και τους Αγίους είναι καθημερινή και προσωπική, για να κορυφωθεί στο τέλος της ζωής του, στο θρησκευτικό παραλήρημα των Οραμάτων και θαμάτων του[14]. Εξάλλου δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι στη θεία παρέμβαση για τη νεκρανάσταση της Ελλάδας αφιέρωσε το πρώτο από τα κάδρα του.

Παρ’ όλο που ο Μακρυγιάννης φθάνει στην Αργολίδα μετά από ένα χρόνο, εντούτοις η πρώτη του αναφορά στον τόπο γίνεται με την καταγραφή της εισβολής του Δράμαλη. Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο του έργου του, που έχει άμεση σχέση με την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία του. Κατ’ αυτόν η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη οφείλετο αποκλειστικά στον έλεγχο των Μεγάλων Δερβενιών από τους Ρουμελιώτες. «Τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά», γράφει, «και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησο και χαθή ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο θα είχε να χαθή;».[15]

Αναμφίβολα ο Οδυσσέας, οι Βιλιώτες και οι Περαχωρίτες, αν και δε κατάφεραν να εμποδίσουν την κάθοδο του Δράμαλη στο Μοριά – και σ’ αυτό συνετέλεσαν οι ραδιουργίες του Αρείου Πάγου – εντούτοις στη συνέχεια παρεμπόδισαν αποτελεσματικά τις αποστολές εφοδίων από την Κεντρική Ελλάδα. Όμως, η καταστροφή της τουρκικής στρατιάς υπήρξε αποτέλεσμα της στρατιωτικής ιδιοφυΐας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη αλλά και της απροθυμίας του Χορσέφ πασά, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, να σπεύσει σε βοήθειά της. Αν και στα Απομνημονεύματα δε δίνει την οφειλόμενη σημασία στη μεγάλη αυτή νίκη, αφιερώνει εντούτοις μια από τις εικόνες του στις μάχες εκείνων των ημερών.

Πρόκειται για μια θαυμάσια άποψη του αργολικού πεδίου, όπου η ποιητική άδεια δεν αλλοιώνει την τοπογραφία της περιοχής. Στο υπόμνημα όμως του πίνακα υποτιμάται προκλητικά η συμβολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και η άμυνα του φρουρίου του Άργους, ενώ η ιδέα του αποκλεισμού των στενών αποδίδεται στο Νικηταρά, στο μοναδικό από τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς που ο Μακρυγιάννης είχε κάποια συμπάθεια, περισσότερο εξαιτίας των πολλών εξόδων του στη Ρούμελη.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η αντίθεση Ρουμελιωτών και Μοραϊτών προκρίτων και οπλαρχηγών, αντίθεση που κορυφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1824, όταν κατά τον εμφύλιο πόλεμο τα ρουμελιώτικα στρατεύματα που έφερε η κυβέρνηση στο Μοριά, για να καταστείλει την αντίσταση των Πελοποννησίων – και σ’ αυτό ο Μακρυγιάννης έπαιξε καθοριστικό ρόλο – λειτούργησαν σαν στρατός κατοχής. Το ίδιο έγινε και κατά την αναρχία, που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Οι Μοραΐτες κατηγορούσαν τους Ρουμελιώτες για τη λεηλασία του τόπου τους και ότι πολέμησαν πάντα με μισθό, ενώ αντίθετα οι Ρουμελιώτες τους Πελλοπονήσιους ότι τους ήθελαν για είλωτες και πως δεν ενδιαφέρονταν για την απελευθέρωση της Ρούμελης.

Ο Μακρυγιάννης μάλιστα με τη γνωστή αφέλειά του αποδίδει την κατηγορία αυτή και στον Καποδίστρια. Ενώ ήταν γνωστές, και όφειλε και ο ίδιος να τις γνωρίζει, οι προσπάθειες του άτυχου Κυβερνήτη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας και για το ζήτημα των συνόρων. Το σημαντικό, όμως, στην αντιπαλότητα αυτή είναι ότι δεν εστιάζεται στις σχέσεις  των μεγάλων καπεταναίων της εποχής, Κολοκοτρώνη, Οδυσσέα, και Καραϊσκάκη, οι οποίοι είχαν πολύ καλές σχέσεις, ίσως γιατί ένιωθαν ότι τους απειλούσαν κοινοί κίνδυνοι, αλλά σε οπλαρχηγούς δεύτερης και τρίτης τάξης, στους πρόκριτους και στους πολιτικούς. Και σε αυτή τη κατηγορία άνηκε και ο Μακρυγιάννης.

Η παραμονή του Μακρυγιάννη στη περιοχή του Άργους διακρίνεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει τον Οκτώβριο του 1823, όταν πρωτοφτάνει στο Άργος, και τελειώνει με τη μετάβασή του στην Αθήνα για να γιατρευτεί από τις πληγές του τον Ιούλιο του 1825, μετά τη μάχη των Μύλων. Εκεί στα τέλη του 1825 θα παντρευτεί την Αικατερίνη, θυγατέρα του Αθηναίου προύχοντα Χατζηγεωργαντά Σκουζέ. Κατά την περίοδο αυτή ο ρουμελιώτης αγωνιστής θα εμπλακεί στον εμφύλιο, στο πλευρό των κυβερνητικών, και μετά την επικράτησή τους θα πολεμήσει κατά του Ιμπραήμ στο Νιόκαστρο και στους Μύλους[16].

Η δεύτερη  περίοδος ταυτίζεται με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα και διαρκεί ως το Μάιο του 1833, οπότε φεύγει για την Αθήνα. Κατά τη δεύτερη περίοδο θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην πόλη του Άργους, όπου θα παραμείνει ως τη ρήξη του Δεκεμβρίου 1831, οπότε στα δραματικά γεγονότα εκείνης της εποχής μόλις θα κατορθώσει να στείλει την οικογένειά του στο Ναύπλιο, ενώ η περιουσία του – «όλο μου το πράμα» καθώς γράφει – αν δε διαγουμίστηκε απ’ τους αντιπάλους του έγινε παρανάλωμα του πυρός. Μετά τη ρήξη του Άργους ακολούθησε τους Συνταγματικούς στην Περαχώρα και επέστρεψε μαζί τους, στο Ναύπλιον πλέον, στα τέλη Μαρτίου του 1832.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου ο Μακρυγιάννης με έδρα το Άργος θα είναι αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου μέχρι και το Μάιο του 1830, οπότε θα αντικατασταθεί από το Νικηταρά, και στη συνέχεια – από 1 Ιανουαρίου 1831 – θα διοριστεί, πάλι με έδρα το Άργος, μέλος του Αναθεωρητικού [Στρατιωτικού] Δικαστηρίου. Εκεί, από τις 26 Φεβρουαρίου 1829 μέχρι και το φθινόπωρο του 1831, γράφηκε και το πρώτο βιβλίο και το δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του, δηλαδή ως τη δολοφονία του Καποδίστρια. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο – τα μετά θάνατο του Καποδίστρια – όλες οι αναφορές στα γεγονότα γίνονται σε χρόνο αόριστο, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε  ότι γράφτηκε στο Ναύπλιο  μετά την επιστροφή του Μακρυγιάννη και την ανάρρωσή του από τις κακουχίες του χειμώνα του 1831 προς 1832.

Όταν ο Μακρυγιάννης έφθασε στο Άργος (Οκτώβριος 1823) το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό βρίσκονταν στα πρόθυρα της ρήξης. Ήδη το πρώτο είχε κινήσει τη διαδικασία για την ανατροπή του δεύτερου, διαδικασία που κατά τρόπο αναμφισβήτητα παράνομο ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Ήδη όλο το δεύτερο εξάμηνο του 1823 είχε σημαδευτεί από την αντίθεσή τους. Τα δυο Σώματα μετακινούνταν συνεχώς. Τελευταία το Εκτελεστικό από τις 26.9.1823 βρισκόταν στο Ναύπλιο, το οποίο κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ενώ το Βουλευτικό από 17.10.1823 στο Άργος.

Το Βουλευτικό υπό την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου εξέφραζε τους πρόκριτους των νησιών, τους ισχυρούς πρόκριτους της Πελοποννήσου  Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο αλλά και άλλους σημαντικούς τοπικούς παράγοντες, ενώ το Εκτελεστικό με βασικό του έρεισμα τον Θ. Κολοκοτρώνη εξέφραζε ένα κράμα μοραΐτικου τοπικισμού και στρατιωτικού πνεύματος.

«Ήρθα εδώ», γράφει ο Μακρυγιάννης. «Ήταν το βουλευτικόν σώμα. Στάθηκα κάμποσες ημέρες˙ παρουσιάστηκα και τους είπα˙  δεν μεταθέλουμε όλοι όσοι ήρθαμε να ξέρουμε από καπεταναίους˙  ό,τι διαταγές είναι από την κυβέρνησιν, εκείνο είμαστε πρόθυμοι να κάμωμε, να πάμε ομπρός»[17].

Διατέθηκε στη δύναμη του Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον διέταξε να «σταθεί με τον Γενναίον τον υγιόν του» γράφει ο Μακρυγιάννης φανερά ενοχλημένος από το νεαρό της ηλικίας του Γενναίου[18]. Τους χώρισαν 8 χρόνια, παρά ταύτα αρχικά τα ταίργιασαν. Παρόλο όμως που ανήκε στη δύναμη του Εκτελεστικού, ο Μακρυγιάννης από την αρχή στάθηκε με το μέρος του Βουλευτικού. «Με το Βουλευτικόν», γράφει, «ήταν το δίκαιον και η πατρίδα»[19]. Δε γνώριζε ο Μακρυγιάννης ποιός είχε το δίκιο; Αναμφίβολα ναι. Όμως «δεν ήταν με το πνεύμα των καπεταναίων», όπως ο Οδυσσέας είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Κολοκοτρώνη.

Έτσι η πρώτη του δράση ήταν, κατ’ αυτόν, η προστασία των αρχείων του Βουλευτικού. «…με έκραξε», σημειώνει, «το Βουλευτικόν και μου είπε όλα τα αίτια και πως οι άλλοι θέλαν να τους πάρουν τ’ αρχεία…Μου ζήτησε βοήθεια. Τότε μιλάμε με τον καλόν πατριώτη Θοδωρή Ζαχαρόπουλον και συμφώνως και οι δυο μας παίρνουμε τ’ αρχεία  όλα του Βουλευτικού και τα κρύψαμε, και δεν τα πήραν οι άλλοι…»[20].

Η πραγματικότητα όμως δε συμφωνεί με το ρουμελιώτη αγωνιστή. Σε μια προσπάθεια συνδιαλλαγής, μετά την παράνομη καθαίρεση των 2 μελών του Εκτελεστικού, του Ανδρέα Μεταξά και του Χαραλάμπη Περρούκα, στις 26.11.1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς και Τσόκρηςεμφανίστηκαν ενώπιον του Βουλευτικού στο Άργος και, όταν απέτυχαν να πείσουν τα μέλη του, τους αφαίρεσαν τα αρχεία και τη σφραγίδα, τα οποία όμως στη συνέχεια κατάφερε με απάτη να τα παραλάβει και να τα επιστρέψει ο πολιτάρχης του Άργους  Θ. Ζαχαρόπουλος.

Οι βουλευτές τη νύχτα της 30.11.1823 πήγαν για λόγους ασφαλείας στοΚρανίδι, όπου διόρισαν νέο Εκτελεστικό, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε αμέσως – στην αρχή κρυφά και  στη συνέχεια φανερά – ο Μακρυγιάννης για να προκαλέσει την οργή των Κολοκοτρωναίων για την παρασπονδία του. «Οι Κολοκοτρωναίγοι φοβέριζαν εμένα, αν με πιάσουνε θα με γδάρουνε ζωντανόν», γράφει[21]. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου, το πρώτο εξάμηνο του 1824, ο Μακρυγιάννης θα πολεμήσει κατά των «αντικυβερνητικών» και στον κάμπο του Άργους θα κερδίσει τις πρώτες του στρατιωτικές δάφνες.

Ήδη στις 6.3.1824 τα κυβερνητικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τους Μύλους, όπου εγκαθίσταται, το νέο Εκτελεστικό, και στις 13.3.1824 το Άργος, οι κάτοικοι του οποίου – ή σημαντικό τουλάχιστον μέρος τους – διέκειντο φιλικά προς τη νέα Διοίκηση. Το Μ. Σάββατο φθάνει ο Μακρυγιάννης νικητής από τη Τρίπολη στο Άργος, όπου είναι συγκεντρωμένο όλο το Βουλευτικό και αναλαμβάνει την ευθύνη της φρουράς του γιατί «οι καπεταναίοι της Ρούμελης ήταν όλοι ενωμένοι με τον Κολοκοτρώνη και η συντροφιά τους να γένη σύστημα καθώς το θέλαν αυτήνοι, κι ετοιμάζονταν να μπούνε μέσα. Έφθασε  ο Δυσσέας εις το Κουτζοπόδι κι ένα σώμα του Καραϊσκάκη, κι όταν έμαθαν οπού παραδόθη η Τριπολιζτά ενέκρωσαν»[22].

Τότε θα επιτύχει με την επίδειξη των λιρών να αποσπάσει τους στρατιώτες από τους καπεταναίους τους. «Μήνα είναι εδώ ο Δυσσσέας», τους λέει «ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης, να μην σας πληρώνουν ποτές; Εδώ είναι Κουντουριώτης, οπούφερε ένα καράβι γιομάτο τάλαρα. Νόμους θέλει καλούς να γένουν δια την πατρίδα και χρήματα ξοδιάζει όσα θέλει κάθε Έλληνας»[23]. Τα επιχειρήματά του ήταν πειστικότατα. Όλοι έσπευσαν να στηρίξουν τους «καλούς νόμους» του Κουντουριώτη.

Τα κυβερνητικά στρατεύματα, συνεχώς πλέον ενισχυόμενα, άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιον, που κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Μια προσπάθεια διάσπασης της πολιορκίας και ενίσχυσης του φρουρίου με εφόδια από τους Νικηταρά, Γενναίο Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα και Απ. Κολοκοτρώνη το πρώτο δεκαήμερο του Μάη αποτυγχάνει. Και ο Μακρυγιάννης από τους βασικούς συντελεστές της αποτυχίας. Οι μάχες κράτησαν από τις 8 ως της 12 Μάη του 1824 με επίκεντρο τους οδικούς άξονες Κουτσοπόδι – Δαλαμανάρα – Ναύπλιο και Μπέρπακα – Κούτσι – Ναύπλιο και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην παράδοση του Ναυπλίου.

Από το Κουτσοπόδι κινήθηκαν οι Νικηταράς και Πλαπούτας και από το Ναύπλιο οι Π. Κολοκοτρώνης και Δ. Τσόκρης, οι οποίοι συναντήθηκαν στη Δαλαμανάρα. Εκεί δέχτηκαν την επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων υπό τον Κ. Σκούρτη και του ιππικού υπό τον Χατζηχρήστο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ανάλογη απόπειρα της επόμενης μέρας οδήγησε σε σύγκρουση κοντά στο Κούτσι. Και πάλι κυβερνητικά στρατεύματα αναδείχθησαν νικηφόρα. Οι μάχες συνεχιστήκαν με αποτέλεσμα τον  τραυματισμό του Τσόκρη, και την παρ’ ολίγο σύλληψη του Νικηταρά.

«Σε δυο μέρες μας πλάκωσαν όλοι»,  διηγείτε ο Μακρυγιάννης.

«Πολεμήσαμε˙ αυτήνοι ήθελαν να πιάσουνε την κούλια της Νταλαμανάρας˙ βαρεθήκανε εκεί από μας, σκοτωθήκανε καμπόσοι. Έπιασα την κούλια μαζί με τον Χατζηχρήστο, την βαστήξαμε ένα μερόνυχτον˙ πολεμούσαμε νύχτα και ημέρα… Τότε έβαλα ένα πάτερον στην κούλιαν και κολλήσαμε απάνου, ότι δεν είχε πάτωμα˙ και κολλώντας απάνου τους βαρούγαμε είς το κρέας˙ κι άφησαν το χωριόν˙ ότ’ ήθελαν να το βαστούνε, νάχουν την είσοδο από το Κούτζι εις τ’ Ανάπλι να μπάζουνε ζωοτροφές των δικώνε τους. Σαν τους χτυπήσαμε, άφησαν το χωριόν την Νταλαμανάραν εις την εξουσίαν μας κι αυτήνοι όλοι πήγαν εις το Μπέρμπακα και σ’ εκείνα τα χωριά ολόγυρα…Κινήθηκαν τότε αυτήνοι με τον ζαϊρέ να μπούνε εις τ’ Ανάπλι. Πήγε ο Χατζηχρήστος αναντίον τους, τον μπλόκαραν. Σηκώθηκα να πάγω ένα μιντάτι του Χατζηχρήστου˙ εις τον δρόμον οπούνε το χωριόν του Χατζηχρήστου, το Μπολάτι, τόχε πιασμένο ο φίλος μου ο Νικήτας να μας βαρέση. Τους ριχτήκαμε απάνου τους και τους τζακίσαμε και τους πήγαμε κυνηγώντας κοντά εις το Μπέρμπακα˙ κοντέψαμε να φάμε το βράδυ ψωμί με τον αδελφό μου Νικήτα˙ παρά τρίχα γλύτωσε»[24].

Οι μάχες του κάμπου υπήρξαν καταλυτικές για την τύχη του Ναυπλίου, το οποίο παραδόθηκε από τον Π. Κολοκοτρώνη, και στις 12 Ιουνίου το «άτι του Μοριά» όπως το έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης, βρισκόταν στα χέρια Κουντουριώτη. Ο Μακρυγιάννης έγινε αντιστράτηγος και η Διοίκηση του χάρισε ένα άλογο για τη συμβολή του στη επικράτησή της. Στην περίπτωση αυτή της πρώτης φάσης του εμφυλίου επιδείχθηκε μακροθυμία και στις 2.7.1824 δόθηκε γενική αμνηστία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει νέος εμφύλιος.

Το Εκτελεστικό υπό την επιρροή πλέον του Ιωάννη Κωλέτη προέβη σε όλες τις «αναγκαίες» για την επίσπευσή του ενέργειες. Και σ’ αυτή τη φάση ο Μακρυγιάννης θα παίξει το ρόλο του και θα συντελέσει στην είσοδο ρουμελιώτικων στρατευμάτων στο Μοριά υπό τον Γκούρα και άλλους καπεταναίους. Τα στρατεύματα αυτά, ακόμη και οι άνδρες του Μακρυγιάννη, αντιμετώπισαν την Πελοπόννησο ως κατεχόμενη χώρα, γεγονός που προκάλεσε το μίσος των Πελοποννησίων αλλά και την αγανάκτηση του ίδιου του ρουμελιώτη αγωνιστή[25], ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις λεηλασίες και συμφορές που ακολούθησαν.

«Είπα της κυβέρνησης ότι εγώ σε εφύλιον πόλεμον, και νόμους φκιάνοντας, δεν ματαμπαίνω˙  μπεζέρισα˙ να μου δώσουνε μίαν διαταγή να πάγω εις Ρούμελη ν’ αγωνιστώ δια τους Τούρκους, ειδέ να διαλύσω το σώμα μου… Μου είπαν να λάβουν σκέψη δι’ αυτό˙ και το σώμα μου να το τοποθετήσω εις τα χωριά, εις τ’ Άργος», γράφει στα Απομνημονεύματά του αναφερόμενος στο Γενάρη του 1825[26].

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Στο Άργοςδεν έμεινε πολύ, γιατί το Φεβρουάριο διατάχθηκε να μεταβεί στην Αρκαδία  για την αποκατάσταση της τάξης. Πριν όμως φτάσει εκεί, αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ – 11 και 12 Φεβρουαρίου – στη Μεθώνη. Τα αρχικά σχέδια ανατράπηκαν, ακολούθησε η τραγελαφική εκστρατεία  του Κουντουριώτη και η ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι.

Οι Έλληνες κλείστηκαν στα κάστρα – Νιόκαστρο και Παλιοναβαρίνο – κι ανάμεσά τους ο Μακρυγιάννης και ο Τσόκρης. Ο πρώτος θα μείνει στο Νιόκαστρο ώς το τέλος, ενώ ο άλλος θα βγει στο «νησί», στη Σφακτηρία, και μετά την τραγική κατάληξη της 26ης Απριλίου – της φαρμακερής εκείνης μέρας για την πατρίδα – θα μπει στο Παλιοναβαρίνο, όπου και θα αναλάβει της διαπραγματεύσεις με τον Ιμπραήμ για την παράδοσή του στις 30 Απριλίου. Το ίδιο θα κάνει λίγο αργότερα, στις 11 Μαΐου, και ο Μακρυγιάννης για το Νιόκαστρο. Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Ναύπλιο και, όταν ο Κολοκοτρώνης θα προσπαθήσει να κρατήσει τον Αιγύπτιο ηγέτη στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου), αυτός θα βρίσκεται στον Αχλαδόκαμπο με τον Υπουργό πολέμου σε ρόλο επιμελητείας.

Και σ’ αυτή την περίπτωση δε χάνει την ευκαιρία να διαστρεβλώσει κατά τρόπο εξόφθαλμα άδικο την αλήθεια, για να κατηγορήσει τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. «Ευτύς οπού τον είδαν μπροστά τους», γράφει, «άφησαν τις θέσες τους και πήραν τα βουνά. Και πέρασε ο Μπραΐμης εις τα Ντερβένια απολέμιστος. Εφύλιους πολέμους και φατρίες ΄πιτηδεύεται ο Αρχηγός να κάνη, Τούρκους δεν έχει κώλο να πλησιάζη κοντά τους»[27].

Εδώ, όσο κι αν φαίνεται από πρώτη άποψη απλό, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν πρόκειται για την «αλήθεια του Μακρυγιάννη» ή για σκόπιμη συκοφαντία. Φαίνεται όμως πως ο ρουμελιώτης αγωνιστής είχε μια ιδιότυπη, παράξενη σχέση με την πραγματικότητα.

Τελικά θα αποσυρθεί στους Μύλους, όπου θα προετοιμάσει την άμυνά τους για ενδεχόμενη επίθεση των Αιγυπτίων. Ο Ιμπραήμ με μια ταχύτατη προέλαση θα μπει τα ξημερώματα τις 11ης Ιουνίου στην Τριπολιτσά και την επομένη θα βρεθεί στον αργολικό κάμπο. Το απόγευμα τις 13ης οι Αιγύπτιοι θα επιτεθούν στην ελληνική φρουρά των Μύλων, η οποία θα ανταπεξέλθει νικηφόρα με ελάχιστες απώλειες.

Αναμφίβολα ο Μακρυγιάννης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της πρώτης ελληνικής νίκης, μιας νίκης όμως που, αν ιδωθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους, δεν έχει τις διαστάσεις που συνήθως της αποδίδουμε. Είναι απολύτως πλέον βέβαιο πως η κατάληψη των Μύλων δεν υπήρξε βασικός στόχος του Ιμπραήμ. Η αποτελεσματική όμως άμυνα των Ελλήνων τους πρόσφερε την αναγκαία ηθική επικουρία, την πεποίθηση ότι οι Αιγύπτιοι δεν ήταν αήττητοι.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Ο Μακρυγιάννης διηγείται με τρόπο εύγλωττο και συναρπαστικό τα προ, τα κατά και τα μετά τη μάχη. Περισσότερο όμως  συναρπαστικός είναι ο σχετικός  πίνακάς του. Εδώ ο στοχασμός του αγωνιστή και το χέρι του Παναγιώτη Ζωγράφου ξαναζωντανεύουν με χρώματα δυνατά το χώρο και τη μάχη. Προκαλούν μάλιστα τον ερευνητή σε μια απόπειρα σύγκρισης της τότε με τη σημερινή τοπογραφία του κρίσιμου χώρου.

Παρόλο που έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές, όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, υδρευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, εντούτοις πιστεύουμε πως υπάρχει δυνατότητα για μια τέτοια απόπειρα. Και το ζήτημα επείγει, αφού οι τελευταίες μνήμες κινδυνεύουν να σβήσουν για πάντα. Ο Μακρυγιάννης δεν ενδιαφέρεται ειδικότερα για τις κινήσεις του Αιγύπτιου ηγέτη στον αργολικό κάμπο, δεν προβληματίζεται για την αιφνιδιαστική κάθοδό του σ’ αυτόν, ούτε ακολουθεί κάποια χρονολογική τάξη στη βραχεία σχετική αναφορά του. «Την ίδια βραδυά», γράφει, «έφυγε από κει ο Μπραΐμης δια νυχτός. Αφάνισε και σκλάβωσε όλα τα χωριά. Και το Άργος το έκαψε και σκλάβωσε πολλούς, ότι οι αρχηγοί τ’ Άργους, ο Τζόκρης κι οι άλλοι, πήραν τις σπηλιές. Από εκεί πήγε ο Μπραΐμης απ’ όξω τ’ Ανάπλι˙ έκαμαν ολίγον ακροβολισμόν κι έφυγαν και πήγαν εις την Τριπολιτζά»[28].

Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν κάπως διαφορετικά. Ο Ιμπραήμ το βράδυ της μάχης διανυκτέρευσε στο Κεφαλάρι, το πρωινό της επομένης έστειλε ανιχνευτές προς Κουτσοπόδι και Ναύπλιο και την αυγή της 15ης Ιουλίου βρέθηκε στον Προφήτη Ηλία, στη Γλυκιά. Οι ιππείς του αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να κόψουν το νερό της πόλης και αφού απωθήθηκαν υπό την πίεση των πολυβόλων του Παλαμηδιού, επέστρεψε στο Άργος, το οποίο παρέδωσε στις φλόγες πριν αναχώρησει την ίδια ημέρα για την Τριπολιτσά.

Ο Μακρυγιάννης εδώ αναφέρεται ευθέως υποτιμητικά στον Τσόκρη, ότι πήρε τις σπηλιές, υπαινισσόμενος την οχύρωση εκ μέρος του Αργείτη οπλαρχηγού των σπηλαίων της Ανάληψης και της Αγίας Ιερουσαλήμ, γεγονός που λειτούργησε σωτήρια για τους κατοίκους της περιοχής τόσο κατά την περίοδο της παρουσίας του Ιμπραήμ στο Μοριά όσο και κατά τον εμφύλιο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Μακρυγιάννης αδικεί κατάφορα τον Αργείτη οπλαρχηγό, συμπολεμιστή του στο Νιόκαστρο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά τη συμβολή του στην υπεράσπιση της Σφακτηρίας και του Παλιοναβαρίνου υπό ακραία τραγικές συνθήκες[29].

Λίγο αργότερα ο Μακρυγιάννης θα αναχωρήσει στην Αθήνα, για να θεραπεύσει το τραύμα του χεριού του από τη μάχη των Μύλων, ενώ ο Τσόκρης θα παραμείνει στην περιοχή, φυλάσσοντας τα περάσματα από τον κάμπο της Τριπολιτσάς σε εκείνον του Άργους. Ταυτόχρονα θα επισκευάσει το φρούριο της πόλης και θα την προστατέψει από τις αυθαιρεσίες των μετακινουμένων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων ως την άφιξη του Καποδίστρια. Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα είχαν εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα στην Αργολίδα καθ ̉ όλη τη διάρκεια του 1827. Στο Ναύπλιο ο Γρίβας και ο Φωτομάρας, ελέγχοντας το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ αντίστοιχα, μετέβαλαν την πόλη σε πεδίο μάχης.

Η απελπισία των χωρικών οδήγησε σε ένοπλες ρήξεις, όπως στις «Σκηνές της Δαλαμανάρας» τον Αύγουστο του 1827, όταν οι αγανακτισμένοι χωρικοί σκότωσαν δύο ρουμελιώτες άτακτους, και στη σύγκρουση στο Μπουγιάτι το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν οι Αργείτες επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του οπλαρχηγού Ι. Στράτου που ζητούσαν να πάρουν 100 σφαχτά. Η άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ομαλοποίησε αμέσως την κατάσταση. Οι κάτοικοι μετά από χρόνια άρχισαν να βλέπουν μέρες καλύτερες. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να ενεργοποιήσει όλες τις δυνάμεις του επαναστατημένου έθνους.

Στα πλαίσια αυτά διόρισε το Μακρυγιάννη αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης Πελοποννήσου, ένα είδος Χωροφυλακής, με έδρα το Άργος[30]. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής ήταν ο πλέον κατάλληλος για τα καθήκοντα αυτά, αφού όλη του τη ζωή, μετά την πατρίδα και τη θρησκεία, θέλησε να υπηρετήσει τους «νόμους»[31].

Για το Άργος της εποχής εκείνης, που έσφυζε από ζωή, ο Μακρυγιάννης δεν μας δίνει πολλές πληροφορίες. Κάποια στιγμή μόνον μιλάει για Μεσολογγίτισσες που ζητιάνευαν στην πόλη. Φαίνεται πως ήταν αποκομμένος από την κοινωνική ζωή του τόπου και οι συναναστροφές του περιορίζονταν σε κάποιους συμπατριώτες του. Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε πιστά τον Κυβερνήτη. Διετέλεσε πληρεξούσιος των Αρτινών στην Δ’ Εθνική Συνέλευσηστα 1829 και φαίνεται ενοχλημένος που η φρουρά της ανατέθηκε στο Νικηταρά. Το πρώτο όμως εξάμηνο του 1830 προσχώρησε στην αντιπολίτευση, γεγονός που ανάγκασε τον Καποδίστρια να τον αντικαταστήσει με το Νικηταρά και να επιχειρήσει να τον στείλει αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης στα νησιά. Τελικά θα παραμείνει στο Άργος, αλλά τόσο αυτός όσο και άλλοι ρουμελιώτες θα έλθει σε αντίθεση όχι μόνο με την κυβέρνηση αλλά και με τους ντόπιους.

«Εδώ εις τ’ Άργος», σημειώνει την άνοιξη του 1831, «ο Τζόκρης, ο Καλλέργης, οι άλλοι όλοι ήταν ένα˙ είπαν κι έκαναν μίαν μυστική συνέλεψη οι Αργίτες να διώξουν από τ’ Ανάπλι κι από δω όλους τους αναντίους κι εμένα»[32].

Θα παρουσιαστεί όμως στον Καποδίστρια και θα αποτρέψει την προοπτική αυτή. Στο εξής η καταφορά του κατά του Κυβερνήτη, κυρίως όμως εναντίον των αδελφών του και του Κολοκοτρώνη, θα είναι χωρίς έλεος και θα φθάσει στα όρια τις μονομανίας. Θα καταθέσει μάλιστα μέσω του Μιαούλη στην αντιπολίτευση της Ύδρας την πρόταση κατάληψης του Παλαμηδιού, για να εκβιάσουν τον Καποδίστρια να συγκαλέσει νέα, πατριωτική, Εθνική Συνέλευση. Φαίνεται όμως ότι ως ένα σημείο είχε κάποιο δίκιο.

 «Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος», γράφει αναφερόμενος στον κυβερνήτη, «ποτέ δεν θέλησα να είμαι αναντίος του, ότι μπεζερίσαμεν από τις ακαταστασίες. Αλλά οι Κολοκοτρωναίγοι και η συντροφιά τους με κατάτρεχαν δια μέσον του Κυβερνήτη κι αδελφών του».[33]

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το Άργος θα γίνει και πάλι θέατρο δραματικών σκηνών. Τις ταραγμένες εκείνες μέρες του Νοεμβρίου του 1831 άρχισαν να φτάνουν στην πόλη για τη συγκρότηση της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης πληρεξούσιοι άγνωστου αριθμού και προέλευσης και ασαφούς νομιμότητας. Οι κυβερνητικοί που προωθούσαν την εκλογή του Αυγουστίνου ως νέου κυβερνήτη άρχισαν με το πρόσχημα της τήρησης της τάξης να μεταφέρουν στρατεύματα στο Άργος. «Από τ’ Ανάπλι, οπού το είχαν δικοί τους», σημειώνει ο Μακρυγιάννης, «κρυφά δια νυκτός κουβαλούσαν κανόνια, πολεμοφόδια και τάβαναν εις την καζάρμα όπου ήταν το ιππικό. Αρχηγός του ιππικού ήταν ο Καλλέργης. Κι όλο ετοιμαζόταν.

Κι εμείς κοιμόμαστε»[34].

Κανείς όμως δεν κοιμόταν. Το Άργος στις αρχές του Δεκεμβρίου, όπως γράφει ο Λασάνης, «επαράσταινε μάλλον στρατόπεδο παρά τόπον εθνικής συνελεύσεως». Τότε θα εκδηλωθεί και απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακρυγιάννη. «Τότε κυρίως πιάσαν ένα σπίτι και το τρύπησαν, και την νύχτα οπού θα διαβώ, οπού ήμουν εις τους φίλους, να ρίξουν να με σκοτώσουν» γράφει[35]. Ειδοποιήθηκε όμως έγκαιρα και σώθηκε.

Οι εργασίες της Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου. Οι κυβερνητικοί συνεδρίαζαν στο καποδιστριακό σχολείο, ενώ οι συνταγματικοί σε άλλο, άγνωστο οίκημα. Η αναμενόμενη ρήξη επήλθε αμέσως μετά την εκλογή του «μπεκρή και παραλυμένου» κατά τον Μακρυγιάννη, Αυγουστίνου ως Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Το πρωινό της 9ης Δεκεμβρίου οι κάτοικοι της πόλης πανικοβλημένοι άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο και τον κάμπο. «Ούτε από την Τριπολιτσάν του Ιβραΐμ πασά», γράφει ο Κασομούλης, «δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος…». Στις 2 το μεσημέρι άρχισαν οι συγκρούσεις.

Να πως περιγράφει ο Μακρυγιάννης τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«Διατάζει ο νέος Κυβερνήτης τον αρχηγόν της καβαλαρίας μ’ όλο το σώμα του και το πεζικόν της γραμμής και κανόνια κι άταχτον και ρίχνονται άξαφνα εις το σπίτι μου. Έκαμεν ο θεός και ήταν καμπόσοι αξιωματικοί εκεί γύρα την γειτονιά και είχαν ανθρώπους. Πιάστη το ντουφέκι˙ βαρούγαν το σπίτι μου με κανόνια. Συγχρόνως βάρεσε κι ο γενναίος Τζαβέλας  εις το παζάρι όπου ήμαστε…Εκεί οπού πολεμούσαμεν εις το παζάρι, όπου μας βάρεσαν άξαφνα, ήρθαν και μου είπαν βαρούνε το σπίτι μου. Τότε πήγα εκεί. Αρχίσαμεν και πολεμούσαμεν – και βαρούσαν με τα κανόνια. Τους χαλάσαμεν ένα δύο φορές. Πολέμησαν ώς το βράδυ. Σαν είδαν οπού δεν μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπόν τους (ότι τους είχε διαταμένους ο νέος κυβερνήτης εμένα να βαρέσουνε διότι γύρισα τους πληρεξούσιους και την φρουρά του), αφού δεν έκαμαν τίποτας εις το σπίτι μου, τζακίστηκαν και πάνε στην κατάρα του θεού˙ μεγάλη χάρη χρεωστούμεν οι στρατιωτικοί και πολιτικοί εις τους αγαθούς Έλληνες οπού ήταν με τα τάματα και τους είπαν να μας βαρέσουν και δεν θέλησαν. Τους είπανε. “Δεν βαρούμεν τους πληρεξουσίους της πατρίδος μας και αρχηγούς μας”. Τότε γύρισαν με τ’ εμάς όπου δεν είχαμεν τελείως δύναμιν. Από το μισό παζάρι κι απάνου, όλο εκείνο το μέρος το βαστούσαν εκείνοι ώς το κάστρο. Από το παζάρι το μισό και κάτου το βαστούσαμεν εμείς. Αυτήνοι γύμνωσαν όλο το μέρος οπούταν   μ’αυτούς και φεύγαν οι φαμελιές με το βιον τους και έρχοταν σ΄εμάς˙ μίαν τρίχαν δεν έχασαν. Τέτοια ευλογία ήταν. Το ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν από τόνα μέρος κι από τ’ άλλο περίπου από τρακόσοι πενήντα, όλο τ’ άνθος…»[36]

Οι συνταγματικοί, όμως, δεν άντεχαν την πίεση τον κυβερνητικών στρατευμάτων και πρότειναν στον Αυγουστίνο να τους επιτρέψει να φύγουν ασφαλείς στη Στερεά. Η πρόταση, παρά την αντίθετη γνώμη κάποιων ακραίων στοιχείων του κυβερνητικού στρατοπέδου, έγινε δεκτή και στις 12 Δεκεμβρίου οι πολιορκούμενοι συνταγματικοί αναχώρησαν. Δυο φάλλαγες 2.000 περίπου ανδρών – στη μέση οι πληρεξούσιοι κι ο Κωλέτης – πήραν το δρόμο για την Κόρινθο. Στο Άργος επανήλθε πρόσκαιρα η ησυχία, το σπίτι όμως του Μακρυγιάννη φαίνεται πως καταστράφηκε. «…ο Καλλέργης εις τ’ Άργος», γράφει λίγο αργότερα, « κι οι σύντροφοί του δεν μ’ άφησαν ούτε στάχτη εις το σπίτι μου[37]. Και μας καταδίκασαν όλους εις θάνατον, διατί δεν σταθήκαμεν εις τ’ Άργος να μας σκοτώσει ο Αυγουστίνος Καποδίστριας»[38].

«Μακρυγιάννης» του Γιώργου Αγγελόπουλου, χαλκογραφία με καλέμι.

Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Άργος με τα στρατεύματα των συνταγματικών στις 26 Μαρτίου 1832. Οι κάτοικοι βγήκαν και τους «καρτέρεσαν με δάφνες»[39]. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Παρά όμως την κυβερνητική αλλαγή στο Ναύπλιο, τα πράγματα δε βελτιωθήκαν. Οι γαλλικές λόγχες, που έφερε ο Κωλέτης εξασφάλιζαν την τάξη στην πόλη, η συμπεριφορά τους, όμως, απέναντι στους Έλληνες ήταν προκλητικά περιφρονητική. Ήταν φανερό ότι δεν εγγυώντο πλέον την τάξη, αλλά ασκούσαν πολιτική. Έξω από τα τείχη της πόλης βασίλευε η αυθαιρεσία των στρατιωτικών. Το Άργος είχε παραδοθεί στη διάκριση του φοβερού Θεοδωράκη Γρίβα, ο οποίος νεμόταν τις προσόδους του.

 Μέσα σ’ αυτή τη γενική αναρχία το Σεπτέμβριο του 1832 συστήθηκε στο Άργος μια Στρατιωτική Επιτροπή, για να κατανείμει τα συγκεντρωμένα στην Αργολίδα στρατεύματα στις διάφορες επαρχίες, αφενός για να τηρήσουν την τάξη και αφετέρου για να συντηρηθούν.

 «…πήγαμεν εις Άργος και συστήσαμεν μίαν στρατιωτική επιτροπή δια να κονομήση τ΄ αναγκαία των ανθρώπων και να βάλη τα σώματα εις χωριά. Διορίσαμεν τον Κολοκοτρώνη, τον Νότη, τον Κριτζώτη, τον Τζόκρη, τον Στράτον, τον Τζαβέλα, τον Χατζηχρήστον και μέρασαν το κάθε σώμα εις χωριά. Διόρισαν κι εμένα εις τα χωριά της Κόρθος», σημειώνει ο Μακρυγιάννης[40].

Η στάση των γαλλικών στρατευμάτων είχε εξοργίσει όλους τους στρατιωτικούς, εκτός από τον Μακρυγιάννη, ο οποίος φανατικός οπαδός της τάξης – ή μάλλον της τάξης του Κωλέτη εκείνη την εποχή – είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό τους παρά τη γενική κατακραυγή εναντίον τους.

«Τ ̉Ανάπλι», γράφει, «πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ό,τι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν και τ’ άλλα μέρη της πατρίδας. Αυτήνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν. Χάριτες τους χρωστάγει η πατρίδα αυτηνών των γενναίων αντρών, και γκενεραλαίων κι αξιωματικών, γκενεράλ Γκενώ και γκενεράλ Κορβέ κι αλλουνών»[41].

Στα τέλη του 1832 στο Άργος, εν αναμονή της άφιξης του βασιλιά, είχε συγκεντρωθεί πλήθος άτακτων στρατευμάτων. Ο Κωλέτης με τη συνδρομή των αντιπρέσβεων των Μεγάλων Δυνάμεων έστειλε στο Άργος 4 λόχους του 21ου Γαλλικού Συντάγματος Πεζικού με 2 κανόνια με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να εκκενωθούν χώροι για την υποδοχή βαυαρικών στρατευμάτων. Στην πραγματικότητα όμως η μεταφορά αποσκοπούσε στην επέκταση του κυβερνητικού ελέγχου. Για το σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν και άλλοι 4 γαλλικοί λόχοι από τη Μεσσηνία  με επικεφαλής  το συνταγματάρχη Stoffel.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν εκρηκτική και το μίσος κατά των Γάλλων αβυσσαλέο. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί από τους άτακτους του Τσόκρη και του Κριεζιώτη. Έτσι η 4η Ιανουαρίου του 1833 εξελίχτηκε στην πλέον αποφράδα ημέρα για το Άργος. Τριακόσιοι περίπου άνθρωποι – αθώοι άμαχοι, κυρίως  γυναικόπαιδα – υπήρξαν τα θύματα της γαλλικής αντίδρασης[42].

Ο Μακρυγιάννης, που την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο Ναύπλιο, υπερβάλλει και πάλι το ρόλο του.

«Σε λίγες μέρες», γράφει, «ανταίνει ο Κριτζώτης κι ο Τζόκρης εις τ’ Άργος και είχαν ένα σώμα μεγάλο – και οι Φρατζέζοι ολίγοι. Και τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα περίπου από τριακόσιοι. Τότε μου είπε η Διοίκηση και πήρα τον Ντεληγιώργη και Δανήλη Πανά και πήγαμεν κι ανταμώσαμεν  τους γκενεραλαίους κι άλλους αξιωματικούς και τους μιλήσαμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκίμασαν όλα τα μέλη της κυβερνήσεως και οι πληρεξούσιοι κι όλοι οι κάτοικοιτ’ Αναπλιού δι’ αυτό το τρελό κίνημα αυτηνών των ανόητων, όπου πάντοτες ταράττουν την ησυχίαν, και ήμαστε βοηθοί τους όλοι μας. Τότε ησύχασαν˙ και ήρθαμεν όλοι μαζί εις το Ανάπλι – και αν κάμη χρεία να τους χτυπήσωμεν όλοι. Όμως εκείνοι οι γενναίγοι ήρωες διαλύθηκαν κακώς κακού…»[43].

Όμως  τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και όλα δείχνουν – μόνο ο Μακρυγιάννης ίσως δεν το είδε – ότι οι Γάλλοι περίμεναν την αφορμή των ατάκτων για να την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Και μόνον όταν η γαλλική φρουρά του Ναυπλίου τον αφόπλισε άρχισε να κατανοεί κάπως την κατάσταση, αλλά και τότε η οργή του εντοπίζεται μόνον στον αφοπλισμό των οπλαρχηγών. «Ποίον βάρβαρον έθνος», λέγει διαμαρτυρόμενος στον κομαντάτη της πιάτζας, «έκαμε όσα κάνει το γαλλικόν έθνος σ’ εμάς τους Έλληνες; Όλους μας έκαμαν άτιμους και άναντρους και μας ξαρματώνουν με την δύναμή τους και μας κάνουν γυναίκες…»[44].

Ο εύπιστος ρουμελιώτης αγωνιστής ενθουσιάζεται με την άφιξη του βασιλιά.

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι ανασταίνεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβημένη», γράφει εν είδει ημερολογίου στα Απομνημονεύματά του. «Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμεν με την δύναμη του θεού. Δόξα νάχη το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε πολυέλαιγε, πολυέσπλαχνε! Τα 1833 Γενάρη 18 άραξε εις τ’ Ανάπλι…»[45].

Η απογοήτευση όμως δε θα αργήσει να’ρθει. Του πρότειναν να μπει στη Χωροφυλακή υπό την αρχηγία του Γάλλου σαινσιμονιστή Graillard και να βάλει τα «στενά». «Ούτε εις την οδηγίαν του Γραλλιάρη μπαίνω”, τους είπα ʺούτε τα φορέματά μου βγάζω”. Τότε σαν δεν θέλησα να μπώ εις αυτήνη την ΄πηρεσία, πήρα την άδεια και με την φαμελιά μου πέρασα εις την Αθήνα, ότι είδα ότι του κάκου κοπιάζαμεν. Και η  δυστυχία εμάς και της πατρίδα μας»[46].

Ήταν τέλη Μαΐου του 1833. Ο Μακρυγιάννης δεν θα ξαναγυρίσει πλέον στον αργολικό κάμπο. Μπροστά του ανοίγονται νέοι ορίζοντες , νέοι αγώνες για την πατρίδα και τη θρησκεία.

Οι συνεχείς αναφορές στις εμφύλιες συγκρούσεις είναι πράγματι απογοητευτικές. Όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα στην ταραγμένη περίοδο 1823- 1833 και φαίνεται πως τα πράγματα, κάτω από την πίεση συγκεκριμένων αναγκών και συμφερόντων, δεν μπορούσαν να εξελιχτούν διαφορετικά. Οι ισχυροί πρόκριτοι του Μοριά κυρίως και δευτερευόντως της Ρούμελης φιλοδοξούσαν να πάρουν τη θέση του απερχόμενου Τούρκου τιμαριούχου και υπό αυτήν την προοπτική ήταν φυσικό να νιώθουν ως άμεση απειλή τη λαϊκή απαίτηση για διανομή των εθνικών γαιών.

Οι στρατιωτικοί ηγέτες διεκδικούσαν μεγαλύτερο ρόλο στη διεύθυνση των υποθέσεων της εξεγερμένης πατρίδας από εκείνο που ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν. Οι πλούσιοι προύχοντες των ναυτικών νησιών με δοσμένη την αγγλική οικονομική και πολιτική υποστήριξη απαιτούσαν τον πρώτο λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ οι πολιτικοί, σχεδόν όλοι ετερόχθονες, προσπαθούσαν να επικρατήσουν κτίζοντας διαρκώς νέες συμμαχίες και ισορροπίες. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα του ανταγωνισμού και των παθών δεν έμενε χώρος για αγίους και είναι σφάλμα να εξιδανικεύουμε πρωταγωνιστικές μορφές του αγώνα, είτε ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι αυτός είτε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης ή οποιοσδήποτε άλλος.

Αντίθετα, όπως απαιτεί ο ποιητής, το έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό. Ίσως τότε μόνον μπορέσει κι η ιστορία να επιτελέσει το σκοπό της, δηλαδή να διδάξει. Και το Άργος κομβικό γεωπολιτικά σημείο της επαναστατημένης Ελλάδας, ήταν φυσικό να γνωρίσει τις συνέπειες της επανάστασης και του εμφυλίου σπαραγμού. Τις καταστροφές του Καχαγιάμπεη, του Δράμαλη και του Ιμπραήμ ήλθαν να συμπληρώσουν οι λεηλασίες των Μανιατών και των άταχτων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων. Παρά όμως τις συνεχείς συμφορές είναι αξιοσημείωτη η πίστη των κατοίκων σε ένα καλύτερο αύριο και η ευκολία με την οποία ξανάκτιζαν τη ζωή, πριν ακόμη πάψουν τα ερείπια να καπνίζουν.

Κώστας Δανούσης

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

Υποσημειώσεις


[1] Γεωργίου Σεφέρη, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης» στο Δοκιμές, εκδ. Ίκαρος, τ. Α’, Αθήνα 1984, σελ. 228-263 και ειδικότερα 228.

 [2] Βασική έκδοση των απομνημονευμάτων του είναι: Αρχεία Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Εκδίδονται επιμέλεια Ιωάννου Βλαχογιάννη. Β’, Αρχείον του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, 1907. Έκτοτε το έργο είδε πολλές επανεκδόσεις. Στην περίπτωσή μας χρησιμοποιείται η έκδοση Α. Καραβία, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά (χ.τ.χ.), σελ. 16. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η εξαίρετη εισαγωγή του νεαρού τότε ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά (σ.θ’-λζ’).

[3] «Ήτανε πολλά άξιος και γενναίος ο Γώγος…», ό.π., σ. 32-5,39.

[4] Ό.π., σ. 11.

[5] Σπύρου Ασδραχά, «Δύο μαρτυρίες από την Τουρκοκρατία», Επιθεώρηση Τέχνης, 5 (1957), και ό.π., σ. κδ’.

[6] Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα, Στοχασμός Μακρυγιάννη, χειρ. Παναγιώτη Ζωγράφου, Εικονογραφία του Εικοσιένα, εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι 1976, και της ίδιας «Εικονογραφία του Αγώνα», στο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο πολεμιστής και συγγραφέας. Καθημερινή. Επτά ημέρες, 8.6. 1997, σ. 16 – 21.

[7] Ό.π., σ. 13.

[8] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986, και Γιώργου Γιαννακόπουλου, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη. Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003.

[9] «Ήταν ο Κιαμίλμπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι οι Τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων», ό.π., σ. 13-14. Εδώ, βέβαια, τίθεται και το ζήτημα της περιουσίας του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

[10] Κώστα Δανούση – Γεωργίου Καραβίτη, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα 1997,σ.26

[11] Ό.π., σ. 94.

[12] Ό.π., σ. 30-31.

[13] Ό.π., σ. 16.

[14] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα. Εισαγωγή, κείμενο, σημειώσεις Άγγελου Παπακώστα. Πρόλογος Λίνου Πολίτη, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983. Βλέπετε επίσης Αθανασόπουλου, «Τα νυχτερινά απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη», στον τόμο Πράματα και οράματα στρατηγού Μακρυγιάννη, σειρά Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 30, Αθήνα 1994, σ. 11- 43.

[15] Ό.π., σελ. 67.

[16] Ό.π., σ. 191, 204 επόμ. Επίσης Ελευθερίου Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά στην Αργολίδα, εκδ. Αετός.

[17] Ό.π., σ. 133.

[18] Ό.π., σ. 133.

[19] Ό.π., σ. 134.

[20] Ό.π., σ. 135.

[21] Ό.π., σ. 143,158.

[22] Ό.π., σ. 144.

[23] Ό.π., σ. 144.

[24] Ό.π., σ. 147.

[25] «Την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία και η πατρίς κατάντησε η παλιόψαθα των ατίμων». Ό.π., σ. 175.

[26] Ό.π., σ. 180.

[27] Ό.π., σ. 204.

[28] Ό.π., σ. 216.

[29] Ό.π., σ. 216, 304.

[30] Ό.π., σ. 285.

[31] «Είκοσι έξι μήνες έκαμα σ’ αυτήνη την ΄πηρεσίαν…» Ό.π., σ. 302.

[32] Ό.π., σ. 304.

[33] Ό.π., σ. 307.

[34] Ό.π., σ. 313.

[35] Ό.π., σ. 314.

[36] Ό.π., σ. 315 – 316.

[37] Για το σπίτι του Μακρυγιάννη κατά τη διαμονή του στο Άργος υποστηρίχθηκε ότι ήταν ανατολικά από το ναό του Αγίου Ιωάννου και το αντίστοιχο κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Βλέπετε Β. Δωροβίνη, «Το σπίτι του Μακρυγιάννη», Οικολογία και Περιβάλλον, Φεβρουάριος 1984, σ. 19, και του ίδιου «Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος», Νέα Εστία, τχ. 1448 (1.11.1987), σ. 1439-1440. Το ζήτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό για παραπέρα έρευνα και συζήτηση.

[38] Ό.π., σ. 320.

[39] Ό.π., σ. 319.

[40] Ό.π., σ. 328.

[41] Ό.π., σ. 323.

[42] Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη, «Η εν Άργει σφαγή κατά το 1833», Παρνασσός, 14 (1891), σ. 37 επόμ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος διαμέσου των αιώνων, Αθήναι 1996, σ. 297 – 301, και Κώστα Δανούση, «Η σφαγή του Άργους (1833). Η απολογία της Στρατιωτικής Επιτροπής». Δελτίον Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, 50 (1992), σ. 196 – 200.

[43] Ό.π., σ. 329 – 330.

[44] Ό.π., σ. 331.

[45] Ό.π., σ. 339.

[46] Ό.π., σ. 352.

Διαβάστε επίσης:

 


Read Full Post »

Μάχη των Μύλων (1825)


  

Στο βάθος του μυχού του Αργολικού κόλπου και Νοτιοδυτικά του Νομού Αργολίδας, δίπλα στις ιστορικές πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου, βρίσκεται  ο σύγχρονος οικισμός των Μύλων, όπου  μαζί με το Κιβέρι, το Σκαφιδάκι και την ορεινή  Ανδρίτσα αποτελούν τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Λέρνας.  Ο Δήμος Λέρνας είναι τόπος γεμάτος ιστορία, ιδιαίτερο φυσικό κάλος και πλούσια αγροτική παραγωγή.

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας.  Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι κυβερνήσεις που είχαν έδρα το Ναύπλιο, είχαν εγκαταστήσει στους Μύλους τις αποθήκες των δημητριακών, μέσω των οποίων σιτιζόταν το Ναύπλιο και τροφοδοτούνταν τα στρατεύματα και μεγάλο μέρος της Αργολίδας και της Κορινθίας. Κατά το έτος 1825, μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις αλλεπάλληλες νίκες των Αιγυπτίων κατά των Ελλήνων, οι Μύλοι δέχτηκαν αιφνίδια επίθεση τη 13η Ιουνίου από αιγυπτιακή φάλαγγα, πραγματοποιήθηκε μάχη, η οποία έθεσε σε τραγική κρισιμότητα την τύχη του Ναυπλίου και της επανάστασης. Αιγυπτιακή φάλαγγα, αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πεζούς και χίλιους πεντακόσιους ιππείς με πυροβολικό, εμφανίσθηκε από την οδό Τριπόλεως το πρωί της 12ης κατευθυνόμενη προς την αργολική πεδιάδα. Φόβος και ταραχή κατέλαβε τους πάντες στο Ναύπλιο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πάνω από είκοσι χιλιάδες γυναικόπαιδα, ασθενείς και άμαχος πληθυσμός, ελάχιστα δε στρατιωτικά μέσα άμυνας υπήρχαν. Αλλά ο Ιμπραήμ δε σκόπευε να επιτεθεί κατά του Ναυπλίου, προέβαινε απλώς σε σοβαρή επιθετική αναγνώριση. Οι Έλληνες εντούτοις, που αγνοούσαν τις προθέσεις του εχθρού, έσπευσαν να συγκεντρώσουν μεγάλο μέρος της μάχιμης δύναμης στους Μύλους, κατά των οποίων κινήθηκε ισχυρή εχθρική φάλαγγα πεζών και ιππέων.

Οι Μύλοι ήταν ανοχύρωτοι παρά τη σπουδαιότητα που είχαν για την τροφοδοσία και την ύδρευση του Ναυπλίου σε περιπτώσεις πολιορκίας. Ο φιλέλληνας αξιωματικός Μοντανέλλι είχαν αναλάβει με εντολή της κυβέρνησης τη μελέτη οχύρωσης των Μύλων, αλλά λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων, η οχύρωση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Είχε πραγματοποιηθεί χάραξη μόνο δύο αμυντικών περιβολών και συγκεντρώθηκε υλικό από πέτρες το οποίο και εγκαταλείφθηκε.

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Την 11η ο Μακρυγιάννης, που επανήλθε από δύο άτυχες περιπέτειες στη Μεσσηνία και την Αρκαδία, κατέλαβε με 150 άνδρες τους Μύλους, οχυρώθηκε  σε μία από τις δύο περιβολές, της οποίας την άμυνα ενίσχυσε με ξερολιθιές (τοίχοι από πέτρες) και ανοίγοντας τουφεκίστρες (παράθυρα). Τη 12η, μετά την αναγγελία των απειλητικών κινήσεων του Ιμπραήμ, έφθασε στους Μύλους ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί με τους φιλέλληνες που είχαν βρεθεί στο Ναύπλιο και οι οποίοι ήταν γύρω στους δεκαεπτά, ανάμεσα σε αυτούς οι γενναιότεροι από τους άτακτους, οι οποίοι είχαν επίσης συγκεντρωθεί στο Ναύπλιο και ο λόχος των ευζώνων αποτελούμενος από διακόσιους περίπου άνδρες υπό τον Κάρπο,* δηλαδή δύναμη όχι μεγαλύτερη σε σύνολο των 500 ανδρών. Σ’ αυτή τη δύναμη προστέθηκαν και τα πυροβόλα τριών μικρών πολεμικών βρικίων (τύπος ιστιοφόρου πλοίου), τα οποία παρατάχθηκαν κοντά στην ακτή, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα.

Αλλά ο μεγάλος κίνδυνος στον οποίο τέθηκε το Ναύπλιο και η επανάσταση, έφερε προς το Ναύπλιο και τους Μύλους τους δύο μοιράρχους του αγγλικού και γαλλικού στόλου, τον Άμιλτον και τον Ριγνύ. Ο μεν Άμιλτον αγκυροβόλησε πριν το Ναύπλιο, ο δε Ριγνύ πριν τους Μύλους.

Ο Υψηλάντης, ο Μακρυγιάννης, οι Φιλέλληνες και ο Κάρπος κατέλαβαν τις περιβολές (κούλιες /πύργοι που χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήρια) και τις δύο μεγάλες αποθήκες. Ο εχθρός με τετραπλάσια δύναμη, επιτέθηκε στους Μύλους γύρω στο μεσημέρι της 13ης. Η επίθεση έγινε σφοδρότερη στα δύο πιο ασθενή σημεία της άμυνας, του κέντρου το οποίο υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του δεξιού στο οποίο αμυνόταν ο Υψηλάντης με πολλούς τακτικούς και δεκάδες φιλέλληνες.

Η ρήξη του κέντρου θα έθετε στον κίνδυνο γενικής σφαγής τους άτακτους του Μακρυγιάννη και τους αμυνόμενους στα δεξιά, η δε ήττα του δεξιού τμήματος με επί κεφαλής τον Υψηλάντη θα απέκλειε την υποχώρηση των Ελλήνων προς την παραλία, από την οποία και μόνο θα μπορούσαν να σωθούν σε περίπτωση ήττας. Αποκρούσθηκαν τρεις επιθέσεις του εχθρικού πεζικού και μία του ιππικού, το εχθρικό πυροβολικό τότε γκρέμισε με εύστοχες βολές μέρος του μετώπου της κούλιας του Μακρυγιάννη, ενώ λόχος Αιγυπτίων επιτέθηκε με ορμή υπερπηδώντας τα ερείπια.

Κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές ο Μακρυγιάννης με πέντε Φιλέλληνες και λίγους εκλεκτούς άτακτους επιτέθηκε με ξίφη κατά των Αράβων και κατέσφαξαν τους πρώτους που διείσδυσαν στην περιβολή και έτρεψαν τους άλλους σε φυγή. Μετά από αυτή την αποτυχία τους, οι Αιγύπτιοι δεν επανέλαβαν τις εφόδους, ο ήλιος άλλωστε είχε σχεδόν δύσει και ενώ το σκοτάδι πλησίαζε, αποσύρθηκαν εκτός βολής πυροβόλου, έφυγαν για το Άργος εγκαταλείποντας περίπου πενήντα νεκρούς και παίρνοντας μαζί τους διπλάσιους περίπου τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν απώλεια επτά νεκρών, ανάμεσα στους οποίους και ενός φιλέλληνα και είχαν τριπλάσιους τραυματίες μεταξύ των οποίων και τον Μακρυγιάννη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης εφόδου, η γαλλική ναυαρχίδα υπό τον Ριγνύ σάλπισε πολεμικό συναγερμό και έστρεψε τα πυροβόλα της κατά των Αιγυπτίων, ενισχύοντας το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι πίστεψαν πως θα κατέλθει στον αγώνα. Η νίκη των Μύλων υπήρξε σημαντική, διότι περιέσωσε τον άρτο όσων βρίσκονταν στο Ναύπλιο και ανύψωσε το ηθικό των επαναστατών.

 

Υποσημείωση


 

* Την 21η Ιουνίου 1825 ο Δημ. Υψηλάντης γράφει τα εξής από τους Μύλους προς το Υπουργείο του Πολέμου. «Ο Λοχαγός Κύριος Καρπός με τον υπό την οδηγίαν του λόχον έφθασε μετά τα μέσα της μάχης της εν Μύλοις και όχι μόνον εγκαρδίωσεν τους κατ’ εκείνην την ώραν μαχομένους Έλληνας, αλλά και αυτοί έκαμαν ως γενναίοι πατριώται και καλοί στρατιώται το χρέος των. Μετά δε την μάχην εφύλαξαν τακτικώς τα της πειθαρχίας χρέη των, οδηγούμενοι από τον ρηθέντα λοχαγόν εις τα οδηγητικά χρέη των. Διό αναφερόμεθα εις το Έξοχον Υπουργείον τούτο δια να γνωρίση τους αξίους στρατιώτας, οίτινες δεν έλειψαν από τα χρέη των».

Και ο συνταγματάρχης Π.Γ. Ρόδιος παρατηρεί «ότι ο λόχος των Ευζώνων, και τινες άλλοι στρατιώται εκ των λοιπών λόχων του 1ου Συντάγματος, οδηγούμενοι από τον λοχαγόν Κύριον Κάρπον Παπαδόπουλον, του οποίου αξιωματικός εστάλη ο Κύριος Παναγιώτης Πίσσας, πόσον εμψύχωσεν η παρουσία τούτων τους λοιπούς Έλληνας, και πόσον συνεισέφερον με την ανδρείαν και ευτολμίαν των εις την διατήρησιν των Μύλων» και προτείνει τούτους εις το Υπουργείον Πολέμου δια την ανάλογον ηθικήν αμοιβήν.

( Κ. Α. Διαμάντη, Θράκες αγωνισταί κατά την Επανάστασιν του 1821, Β’ Αθήναι, 1963, σελ. 160—161).

 

Πηγή


Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Χρονολόγιο (1797-1864)

   


 «Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

(Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη)

  

Χρονολόγιο

     

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

1797. Γέννηση του Γιάννη Μακρυγιάννη στο μικρό οικισμό Αβορίτι, κοντά στο Λιδορίκι της Δωρίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τριανταφυλλοδημήτρης αλλά από τους συμπολεμιστές του έλαβε το παρωνύμιο Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματός του. Νωρίς μένει ορφανός, όταν ο πατέρας του φονεύεται σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Με τη μητέρα του Βασιλική, καταφεύγει στη Λιβαδειά.

1811. Εγκαθίσταται στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στον συμπατριώτη του Αθανάσιο Λιδωρίκη, έμπιστο του Αλή Πασά.

Σύντομα ασχολείται με το εμπόριο, και στις παραμονές της Επανάστασης έχει ήδη αποκτήσει ικανή περιουσία.

1820. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία. Συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και βασανίζεται επί 75 ημέρες.

1821. Σχηματίζει ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και ενώνεται με το επαναστατικό σώμα υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα.

1822. Συνεργάζεται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην απελευθέρωση των Αθηνών.

1823. Ορίζεται «πολιτάρχης» των Αθηνών. Διαφωνία του με τον Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Αναχωρεί για τη Ρούμελη με τον Νικηταρά και μαζί νικούν στη μάχη της Βελίτσας. Φθάνει στην Πελοπόννησο με το στράτευμα των Ρουμελιωτών και συμμετέχει στην εμφύλια ρήξη με το μέρος των κυβερνητικών.

1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει την ανταρσία στο Ναύπλιο.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

1825.  Αναλαμβάνει διοικητής της Αρκαδίας. Πολεμά στο Νιόκαστρο και στους Μύλους του Άργους, όπου τραυματίζεται σοβαρά. Φθάνει στην Αθήνα και μάχεται ηρωικά κατά την πολιορκία της πόλεως από τον Κιουταχή. Παντρεύεται την κόρη του Γ. Σκουζέ, Αικατερίνη. Μεταβαίνει στην Ύδρα προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού.

1826. Παραίτησή του από το βαθμό του στρατηγού, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Αναλαμβάνει και πάλι πολιτάρχης στην Αθήνα, όπου πολεμά υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη και τραυματίζεται τρεις φορές.

1827. Διαφωνεί με τον Καραϊσκάκη όσον αφορά την τακτική των επιχειρήσεων. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου.

1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου.

1829. Αρχίζει τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του στο Άργος, τα οποία θα ολοκληρώσει το 1850.

1830. Απομακρύνεται από τη θέση του έπειτα από διαταγή του Καποδίστρια, στον οποίο καταλόγιζε σφάλματα στη άσκηση της πολιτικής του.

1831. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος των «συνταγματικών».

1832. Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο και εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της χώρας, πράξη που ο Μακρυγιάννης θεωρεί σωτηρία για την Ελλάδα.

1833. Υποδέχεται με ενθουσιασμό την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, όμως σύντομα αρχίζει να απογοητεύεται από τις ενέργειες της Αντιβασιλείας και αποσύρεται στην Αθήνα όπου ασχολείται με το κτίσιμο του σπιτιού του και την πολυμελή οικογένειά του.

1834. Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος της Αθήνας. Συνοδεύει τον Όθωνα κατά την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα.

1835. Διαμάχη με τον Άρμανσμπεργκ. Με προτροπή του το Δημοτικό Συμβούλιο εκδίδει ψήφισμα για τη χορήγηση Συντάγματος. Το Συμβούλιο παύεται.

1836. Προσκαλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο να ζωγραφίσει, με την καθοδήγησή του, τις μάχες του Αγώνα.

1839. Σε γεύμα που παραθέτει στο σπίτι του παρουσιάζει τους 24 πίνακες που φιλοτέχνησε ο Π. Ζωγράφος με τη βοήθεια των δύο του γιών.

1840. Οργανώνει κίνημα εναντίον του Όθωνα για την παροχή Συντάγματος.

1843. Πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος.

1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Αντιδικία με τον Δ. Καλλέργη με αφορμή το ρόλο τους στην Επανάσταση. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλλέτη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.

1851. Στην Αθήνα κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

1852.  Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικίαν του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.

1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.

1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη.

1857. Επισκέπτεται τα Επτάνησα.

1859. Επισκέπτεται τη Ζάκυνθο.

1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα Ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Του απονέμεται ο τίτλος του υποστρατήγου.

1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση.  

 

Πηγές

   

  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα/Tα Νέα, 2006.

 

Διαβάστε επίσης:



Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Σπάνια λιθογραφία που απεικονίζει πιθανότατα τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Από τη συλλογή σχεδίων του Ch. De Sictivaux του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο, 1829.

 

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

« Newer Posts