Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Ιατρική στην Αργολίδα 1800-1820 


 Πληροφορίες περί ιατρικής από το Αρχείο Περούκα  

για την περίοδο 1800-1820. 

Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, 

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σχολική Σύμβουλος. 

  

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Η προστασία και η αποκατάσταση της υγείας των κατοίκων μιας περιοχής λαμβάνει την ιδιαίτερη χροιά που η κάθε χρονική περίοδος, το επίπεδο ανάπτυξης (ατομικό-συλλογικό) και οι γενικότερες πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες ευνοούν. Είναι αυτονόητο ότι και κατά την υπό Οθωμανική κυριαρχία διαβίωση των Ελλήνων η αντιμετώπιση μιας επιδημίας ή μιας συνήθους αρρώστιας, η απαλλαγή από έντονους σωματικούς πόνους ή από απλές οργανικές διαταραχές κλπ. καθορίζονταν από τις προθέσεις και δυνατότητες του ασθενούς σε σχέση με τις υπάρχουσες επιστημονικές και κοινωνικές συνθήκες προστασίας της υγείας και ήταν στο επίκεντρο των καθημερινών ενδιαφερόντων, ιδίως για τις προνομιούχες οικογένειες με υψηλή οικονομική και κοινωνική θέση. Στην τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση, εστιάζεται το ενδιαφέρον μας, για να ανιχνεύσουμε πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι τα θέματα υγείας (από ποιες αρρώστιες υπέφεραν, ποια η σχέση τους με τους γιατρούς, ποιες θεραπευτικές μέθοδοι υπήρχαν και ποιες επέλεγαν κλπ.) και να φωτίσουμε πλευρές του ιστορικού παρελθόντος που συνάπτονται με τον τομέα της υγείας. 

Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε το Αρχείο της οικογένειας Περούκα του Άργους, οικογένειας προεστών, γαιοκτημόνων, εμπόρων και χρηματιστών [1] που κατά την περίοδο αυτή τα μέλη της, με τις οικονομικές τους δραστηριότητες και τους γάμους τους, έχοντας ως αφετηρία το Άργος, είχαν εξακτινωθεί σε όλη τη βόρεια Πελοπόννησο, με μόνιμες ή παροδικές εγκαταστάσεις. Μεταξύ των πολλών και αξιολογότατων πληροφοριών, που παρέχουν τα έγγραφα της συλλογής αυτής, είναι και όσες αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι σχετικές με τις ασθένειες και την ιατρική γενικότερα, που θα αποτελέσουν και το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. 

Το πρώτο με ιατρικές πληροφορίες έγγραφο ανάγεται στο 1802. Προέρχεται από την Όρσα Περούκα– σύζυγο του Αποστόλου Περούκα[2], εγκατεστημένοι στην Πάτρα – και απευθύνεται στον ιατροφιλόσοφο σιορ δοτόρο Χριστόδουλο στο Άργος. Η ανωτέρω – χωρίς να αναφέρει την ασθένεια της – ζητά από το γιατρό να της στείλει ένα επιπλέον «μποτζόνι» με στάλες, επειδή έχει μείνει ικανοποιημένη από τη θεραπευτική αγωγή που της έχει ήδη συστήσει και επιθυμεί να την συνεχίσει. 

Η ιατρική πληροφορία που εντοπίζουμε σχετίζεται αφενός με την επίκληση ιατρού για την αντιμετώπιση της ασθένειας, αφετέρου με τη χρήση σκευάσματος (στάλες) για την αντιμετώπιση του. Να υπογραμμιστεί επίσης ότι η ασθενής, αν και γυναίκα, διεκπεραίωνε αφ’ εαυτής την υπόθεση της αρρώστιας της, επικοινωνώντας απευθείας με το γιατρό, χωρίς την προστατευτική διαμεσολάβηση του ανδρός της, ενώ είναι σημαντική και η ικανότητα αποτίμησης εκ μέρους της: «της έχει κάνει πολύ καλό» τής αποτελεσματικότητας του φάρμακου, ως ένδειξη της επαφής της με τη θεραπευτική αγωγή και της εμπιστοσύνης που έχει η ίδια στην κρίση της. Είναι η γυναίκα που αποπειράται -συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία- την καταξίωση της προσωπικότητας της έξω από τα συμβατικά πλαίσια που της καθόριζε η κηδεμονία της από το σύζυγο, τον πατέρα ή το γιο. Παρακολουθεί την υγεία της, παίρνει πρωτοβουλίες για τη θεραπεία της, εμπιστεύεται την επιστήμη και καταφεύγει στο γιατρό. 

Αν και σήμερα η προσφυγή στην επιστήμη για τη θεραπεία ή πρόληψη των ασθενειών είναι αυτονόητη, δε συνέβαινε ασφαλώς το ίδιο στα χρόνια που αναφερόμαστε και μάλιστα υπό το οθωμανικό καθεστώς, το οποίο απαξίωνε κάθε νεωτερισμό που προερχόταν από μη μουσουλμανικές χώρες και ως εκ τούτου αδιαφορούσε για τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης. Η κατάσταση της ιατρικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αξιοθρήνητη, αν και οι πασάδες επεδίωκαν να έχουν πάντα κοντά τους γιατρούς, οι οποίοι ανταποκρίνονταν με προθυμία λόγω των υψηλών αμοιβών[3]. Παρόλα αυτά, η χριστιανική κοινωνία διαφοροποιούμενη από το αντιεπιστημονικό πνεύμα της οθωμανικής διοίκησης, φαίνεται πως όχι μόνο είχε αρχίσει να εκτιμά τη σημασία της ιατρικής για την ανθρώπινη υπόσταση, αλλά είχε προχωρήσει στην καθιέρωση θεσμών ιδιαίτερα επωφελών για το κοινωνικό σύνολο, όπως αυτός του «κοινού ιατρού»

 «Οι άρχοντες της πολιτείας του Άργους Παναγιώτης Ιωαννούσης και Παναγιώτης Πασχαλδής συμφώνησαν με τον δόκτορα Χριστόδουλο Σεβαστό να έχει την επιστασία της πολιτείας αυτής και να κουράρει τους τυχόν ασθενείς που θα τον πληρώνουν από δικά τους έξοδα για φάρμακα. Οι άρχοντες του κόβουν κοντότα [μισθό][4] κατ’ έτος 1000 γρόσια και ένα κονάκι να κάθηται».  

Ο ανωτέρω ιατρός λειτουργούσε σε επίπεδο κοινότητας, παρέχοντας ιατρική κάλυψη σε όλους ανε­ξαιρέτως τους κατοίκους της, μισθοδοτούνταν από τους πόρους της και ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής[5]. Μαρτυρείται δηλαδή παροχή δημόσιας υγείας με σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που απευθυνόταν σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας, απεικονίζοντας μια άλλη διάσταση στις συνθήκες της καθημερινής ζωής των υποδούλων της περιοχής. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι ασθενείς επιβαρύνονταν με τη δαπάνη του φαρμάκου, για το ύψος της οποίας δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία. 

Τις ιατρικές υπηρεσίες προσέφεραν παραλλήλως και ιδιώτες γιατροί, που αμείβονταν από τους ασθενείς και μπορούσαν να είναι όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως προκύπτει από το γράμμα ενός άλλου γιατρού του Ά­ργους, του Αυγουστίνου Λιβαθηνού προς τον άρχοντα της Ζαρούχλας Σωτήρη Χαραλάμπη: «Πείτε τι έπραξε ο νεωστί φερμένος Άγγλος ιατρός περί της κατα­στάσεως ποδός του αφεντός μας». 

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Οι γιατροί της εποχής, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία ασκούσαν το επάγγελμα τους, έφεραν και τον τίτλο του ιατροφιλόσοφου, που δεν προσδιόριζε κάποια ειδικότητα, αλλά διέγραφε σαφέστερα τον τύπο του επιστήμονα γιατρού της εποχής. Ο τίτλος αυτός ήταν ο τυπικός του διπλώματος για όσους απο­φοιτούσαν από τα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, όπου υπήρχαν δύο τομείς: legisti & artisti- στον τελευταίο ανήκαν οι γιατροί, οι φιλόλογοι κλπ. Παράλληλα όμως πιστοποιούσε ότι ήταν ο άνθρωπος των γραμμάτων, μελετητής και φιλόσοφος, είχε αποκτήσει ήδη από την περίοδο των σπουδών του μια ευρύτερη μόρφωση και παιδεία, ικανή – εκτός των άλλων – να του αποδώσει μεγαλύτερη καταξίωση και να εμπνεύσει περισσότερο σεβασμό στον κοινωνικό του περίγυρο. 

«Είχα σκοτούρα της κεφαλής δια την οποία αναμένω τον σινιόρ Αυγουστή[6] δια να με διορίσει τι ν’ ακολουθήσω», γράφει ο Χαράλαμπος Περούκας[7] από το Άργος σε συνεργάτη του στη Βοστίτσα (Αίγιο). Η σκοτούρα είναι λαϊκή έκφραση της λέξης ζάλη, αλλά δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ιατρικά και η κεφαλαλ­γία ή η σκοτοδίνη. Προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη σκότος που σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία σημαίνει την παροδική αμαύρωση έως και την τύφλωση, την απώλεια της όρασεις. 

Η «σκοτούρα» στη σύγχρονη ιατρική προσδιορίζεται ως σύμπτωμα πολλών παθήσεων, ανάλογα με το πώς θα ερμηνευθεί (ζάλη, κεφαλαλγία ή σκοτοδίνη;). Αντίθετα, στην παραδοσιακή ιατρική, που εφαρμοζόταν τότε, το εξωτερικό σύμπτωμα (εδώ: η σκοτούρα) θεωρείται ως αυθύπαρκτη νόσος και ως τέτοια αντιμετωπιζόταν. Ποια ήταν η γνωμάτευση του ιατρού στην ανωτέρω περίπτωση δεν γνωρίζουμε και θα ήταν ουτοπικό-περιορίζοντας το πλαίσιο των υποθετικών διαγνώσεων-να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. 

 «Εγώ ασθενώ από πάθη ονομαζόμενα υπό των ιατρών νευρικά, αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπάνια τα οποία θέλουσι θεραπευτικά», γράφει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Δημήτριο Περούκα στην Κωνσταντινούπολη[8]. Σημειώνουμε την ονομασία «νευρικά» ως έκφραση προσδιορισμού της ασθέ­νειας, που δεν μας βοηθά όμως να αντιληφθούμε από τι ακριβώς έπασχε ο άρ­ρωστος, καθώς ο όρος «νευρικά» είναι περιγραφικός και μπορεί-με τα σημερινά δεδομένα- να αφορά πληθώρα ασθενειών. 

Ο Χαράλαμπος πάλι, όταν τον Αύγουστο του 1818 βρίσκεται στη Βοστίτσα, λαμβάνει γράμμα από την Τριπολιτσά και ενημερώνεται για την περίπτωση φίλου του που ασθενούσε από «θέρμες». Η ασθένεια ανακοινώνεται ως ήδη γνωστή και το συγκεκριμένο άτομο φαίνεται πως συχνά κατά το παρελθόν είχε εμφανίσει τα συμπτώματα της νόσου. Αυτό είναι φυσικό, αφού με το λαϊκό όρο «θέρμες» αποδίδεται η ασθένεια της ελονοσίας, που εμφανίζει τις ετήσιες εξάρσεις κατά τους θερινούς μήνες. Από θέρμες έπασχε και ο Χαράλαμπος, όπως προκύπτει από γράμμα του πατέρα του Νικολάου τον Απρίλιο του 1819, όπου με ανακούφιση προσθέτει ότι ο γιος του ήδη ξεπέρασε την κρίση[9]. 

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Αργολίδα, στην περίοδο που αναφερόμαστε ήταν γεμάτη από ελώδεις εκτάσεις και ως εκ τούτου η ελονοσία ενδημούσε. Η πληροφορία αυτή έχει καταγραφεί κυρίως από τις περιγραφές των ξένων περιηγητών, οι οποίοι χαρακτήριζαν το κλίμα ως ιδιαίτερα νοσηρό, που ευνοούσε την ανάπτυξη σχετικών επιδημιών. 

 «Πάσχουσα από διάρροιαν και κοψίματα» βρήκε τη σύζυγο του Ευδοκία, όταν επέστρεψε από ταξίδι ο Δημητράκης Ζαΐμης, προεστός των Καλαβρύτων. Η εικόνα της «αδύνατη και αχαμνή» και το γεγονός ότι υπέφερε για αρκετό χρονικό διάστημα, τον ανησύχησαν ιδιαίτερα και απευθύνθηκε σε ειδικό. Η θεραπεία που προτάθηκε είναι «κίνα[10] και δίαιτα». Το μακροχρόνιο της νόσου, οι συνοδοί πόνοι (τα κοψίματα) και η εικόνα της ασθενούς χαρακτηρίζουν κάποιο χρόνιο δι­αρροϊκό σύνδρομο. Η επιλογή της κίνας ως θεραπευτικού μέσου οφείλεται στις εξαιρετικές δυνατότητες του φυτού αυτού, που προφανώς είχαν ήδη εκτιμηθεί[11]. Η δίαιτα εξάλλου αποτελούσε και αποτελεί απαραίτητο θεραπευτικό μέτρο για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Παρόλα αυτά, η άρρωστη «ούτε κίνα μεταχει­ρίζεται ούτε δίαιτα κάμνει» ο σύζυγος της, ο οποίος σέβεται τις οδηγίες του ειδι­κού, βρίσκεται σε απόγνωση αλλά αδυνατεί να επιβάλλει το σωστό. 

Η Ευδοκία – αντίθετα με την Όρσα – δεν κατέφυγε στη βοήθεια της επιστήμης, ο σύζυγος της την επέπληξε για την αδιαφορία της, αλλά αυτή παρέμεινε αμετάπειστη. Η Ευδοκία αδυνατεί να συμβαδίσει με τις σύγχρονες περί της θεραπείας της απόψεις και διαφοροποιείται από την εξ αγχιστείας συγγενή της Όρσα Περούκα, όσον αφορά το θέμα της υγείας. Εν τούτοις, η κοινωνική συμπεριφορά και των δύο, αν εξεταστεί από τη θέση του φύλου τους, ταυτίζεται ως προς το γεγονός ότι και οι δύο είχαν την πρωτοβουλία των αποφάσεων. Η Ευδοκία μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε φανερή αντίθεση με τον άντρα της και να τον φέρει σε από­γνωση, μη μπορώντας να μεταστρέψει τη γνώμη της. 

Εκδήλωση αιμόπτυσης αναφέρεται σε έγγραφο που έχει συντάξει ο Ιωάννης Περούκας: «Ο Ηλιάδης αιμόπτυσεν και είναι σχεδόν εις βαθμόν μαρασμού». Τα συμπτώματα και η περιγραφή του ασθενούς οδηγούν στην εκτίμηση ότι έπασχε από βαρύ πνευμονικό νόσημα και βρισκόταν σε τελικό στάδιο. 

Το θάνατο από «κόλπο» του Ιμπραήμ Αγά Λάλα ανακοινώνει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Ιωάννη. Πρόκειται για λαϊκή έκφραση του αιφνίδιου θανάτου από ισχαιμία, δηλαδή για εγκεφαλικό επεισόδιο στο οποίο ο πληγείς κατέληξε. «Αρρώστησαν ενδοξομεγαλοπρεπέστατε Μπέη Εφέντη οι πεζαϊδεδαίοι σας [τα παιδιά του] από ευλογιά», ενημερώνει ο προεστός της Ζαρούχλας Σωτήρης Χαραλάμπης τον μπέη, με τον οποίο αλληλογραφεί. Η βαρύτατη και λίαν θανατηφόρος αυτή ασθένεια, μεταδομένη από την Ανατολή έπληξε την Δ. Ευρώπη μετά τον ΣΤ αιώνα αλλά και τον Ελλαδικό χώρο κυρίως μέχρι του τέλους του ΙΖ’ αιώνα[12] (τότε άρχισε η απομόνωση των ασθενών και η απολύμανση με καπνισμούς). Στο ΙΗ’ αιώνα εντοπίζονται μέτρα πρόληψης της επιδημίας με εμπειρικό εμβολιασμό[13] -ευλογιασμό – για προφύλαξη των πληθυσμών. Στο έγγραφο μας δεν προτείνεται καμία θεραπευτική αγωγή, αλλά διατυπώνεται η ευχή «ο Άγιος Θεός ας τους δώσει την υγεία τους». 

Η επίκληση του Θεού για την ίαση της ασθένειας θα πρέπει ν’ αναγνωστεί πολλαπλώς: ως ένδειξη του φόβου των ανθρώπων για τις οδυνηρές επιπτώσεις της, ως έλλειψη εμπιστοσύνης στην ιατρική αλλά κυρίως ως επίγνωση ότι η ασθένεια αυτή δεν επιδέχεται ειδική θεραπευτική αγωγή και η αποθεραπεία του ασθενούς – αν αυτός δεν καταλήξει – ακολουθεί ορισμένη διαδικασία, στην οποία δεν είναι δυνατόν να επέμβει ο ανθρώπινος παράγων παρά μόνο ανακουφιστικά. Η αναζήτηση εξάλλου διεξόδου στη μεταφυσική προσφεύγοντας στα θεία, φαίνεται πως, εκτός από ψυχική ανακούφιση, έχει και ενοποιητική επίδραση. Γι’ αυτό και στην περίπτωση μας, αν και αλληλογραφεί ένας χριστιανός με έναν μουσουλμάνο, αρκεί και μόνο η λέξη «θεός» ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ δύο αλλοθρήσκων για την αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος, ανεξάρτητα εάν, κάτω από την ίδια λέξη, στεγάζονται ο Τριαδικός Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ των Μουσουλμάνων. Η καθημερινότητα, οι σχέσεις εξάρτησης, το πολυχρόνιο της συμβίωσης, καθώς και η ανάγκη για συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες, φαίνεται πως είχαν δημιουργήσει έναν ιδιόμορφο κώδικα θρησκευτικής επικοινωνίας, κοινά αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. 

Το Δεκέμβριο του 1819 εντοπίζεται στο Άργος επιδημία, η οποία οφειλόταν σε λαιμόπονο και περιγράφεται ως εξής : «η επιδημία τρέχει σ’ όλο το σεμπίτη [έκταση] του κάμπου μας και με θανάτους. Δεν έμεινε σπιτάκι που να μην ασθέ­νησαν και ασθενούν όλοι…». Τα επιδημιολογικά (έντονη μεταδοτικότητα) και κλινικά στοιχεία που περιγράφονται συνηγορούν ότι η νόσος που είχε διαδοθεί θα πρέπει να ήταν η διφθερίτιδα. 

Ασθενής με ορθοπεδικό πρόβλημα παρουσιάστηκε από την Αθήνα, ήταν ο I. Αβραμιώτης, συνεταίρος των Περούκα, ο οποίος παραπονούνταν: «πάσχω πολύ καιρό επικίνδυνα βασανιζόμενος από παλαιούς ρευματισμούς, που με κατήντησαν σε μεγάλη αγωνία». Η αρρώστια εντοπίζεται παράλληλα με τη διευκρίνιση των συμπτωμάτων και τη διαπίστωση του ανίατου της νόσου. Για ορθοπεδικό επίσης πρόβλημα – που αφορά την πεθερά του – κάνει λόγο ο Απόστολος Περούκας σε γράμμα του προς τον Ιωάννη Περούκα, όπου διαβάζουμε πως είχε σπάσει το πόδι της «τέσσερα δάχτυλα πάνω από το στραγάλι». Εκτός όμως από τη διάγνωση και τους αναφερόμενους φοβερούς πόνους της, δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες σχετικές με την αντιμετώπιση. Ορθοπεδικής φύσεως ίσως ήταν και η ασθένεια του «αφεντός», που έπασχε από το πόδι του, και κάλεσε προς τούτο τον μόλις αφιχθέντα Άγγλο ιατρό να τον κουράρει. Η οξυμένη κατάσταση των ορθοπεδικών ασθενών, με χρονική διάρκεια και χωρίς τον εντοπισμό κάποιας θεραπείας, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι η ιατρική αντιμετώπιση υπολειπόταν σοβαρά στον τομέα αυτό. 

Η πανώλη, η μάστιγα των προηγούμενων αιώνων, είχε προσβάλει επανειλημμένως τους πληθυσμούς της περιοχής μας. Δραματικά στην αφήγηση τους είναι τα έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτήν και προέρχονται από διάφορες περιοχές: από την Αθήνα: «έπεσε αυτή η φοβερή αρρώστια», από την Κόρινθο: «στην Κόρινθο από τα χαρέμια διαδόθηκε ότι υπάρχει μόλεμα. Εντοπίστηκαν ένα-δύο σπίτια και σκόρπισαν μερικά. Το χαρέμι σηκώθηκε να φύγει», από νησιά: «η πανώλη κατακυρίευσε την Ύδρα και τον Πόρο», «στην ‘Υδρα ελαβώθη ένας από θανατικό και έγινε καλά. Στην Τήνο και Μύκονο έχει θανατικό», από την Κωνσταντινούπολη: «πέσαμε εις δριμείαν πανώλη, η οποία ανηλεώς θερίζει τους κατοίκους της πόλεως». 

Οι εκτενέστερες και δραματικότερες αφηγήσεις αφορούν την πανώλη που ενέσκυψε στο Άργος και το Ναύπλιο το χειμώνα του 1819:  

«έχουμε ανέλπι­στο συμβάν πανώλης. Ήλθε πλοίο, έφθασε παραμονή Χριστουγέννων στους Μύλους. Μέσα ήταν πεθαμένος ένας Τούρκος, εκ του οποίου εμολύνθη ένας Κεφαλλήνιος, όστις απέθανε ελθών εις Άργος. Εμόλυνε όμως τον νοικοκύρη του σπιτιού, όστις απέθανε μετά από οκτώ ημέρες. Οι τρεις θάνατοι δεν έβαλαν σε υποψία. Ο τέταρτος θάνατος της γυναικός έδωκε την υποψία. Έκαμαν αμέ­σως τας αναγκαίας προφυλάξεις με την έξοδον των φαμελιών, οι οποίες έδιδαν την υποψίαν επικοινωνίας. Μετά πέντε ημέρες εκτυπήθη άλλο ένα οσπίτιον, όπου απέθαναν τρεις άνθρωποι. Αμέσως διορίστηκε σκορπισμός. Είναι δώδεκα ημέρες που δεν ακούστηκε νέος θάνατος». 

Από το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που υπάρχουν στα ανωτέρω έγγραφα (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές) λόγω του εξειδικευμένου περί ιατρικής θέματος θα περιοριστούμε στις σχετικές με την ασθένεια και τις αντιδράσεις της διοίκησης και των κατοίκων κατά τον εντοπισμό της. Κατ’ αρχάς, διαπιστώνουμε ότι προσανατολίστηκαν στη διάγνωση της πανώλης, αφού προέκυψε θάνατος και μάλιστα όχι ένας αλλά τέσσερις, ενώ τα μέτρα ελήφθησαν μετά τους επτά θανάτους. Αν και τα συμπτώματα της αρρώστιας είχαν εμφανιστεί – και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή τους, το θάνατο – γίνεται φανερό πως η έλλειψη «ιατρικής παιδείας» και στενής επαφής των ανθρώπων με το γιατρό αλλά και η αντικειμενική δυσκολία που υπήρχε στη διάγνωση της, καθιστούσε αδύνατη τον άμεσο εντοπισμό της. Παρόλα αυτά, κατάφεραν να την περιορίσουν, πριν εξαπλωθεί ανεπανόρθωτα, έχοντας ως όπλο την εμπειρία τους από παρελθούσες επιδημίες. 

Οι κατευθύνσεις για τη συλλογική αντιμετώπιση της επιδημίας δόθηκαν από τη διοίκηση[14] του Μωρέως. Τα μέτρα περιλάμβαναν ριζική απολύμανση των προσβεβλημένων εστιών και ανθρώπων, την απομόνωση των ασθενούντων με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης διαβίωσης τους από την τοπική διοίκηση, την απομάκρυνση των λοιπών κατοίκων από τις οικίες τους και διαμονή τους στην ύπαιθρο, την απαγόρευση κάθε μορφής συναλλαγής των κατοίκων της προσβεβλημένης περιοχής με άτομα από άλλα μέρη. Στην ανωτέρω διαταγή είναι αξιόλογη η ταυτόχρονη κινητοποίηση όλων των κατοίκων (μολυσμένων, ύποπτων ή καθαρών) και η αυστηρότητα με την οποία διατυπώνονται προς όλους -ανεξαρτήτως εθνικότητας, τάξης ή θρησκεύματος – και οι ποινές σε περίπτωση παραβίασης της. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν συγκερασμό της πρακτικής που εφαρμοζόταν μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα, όταν οι μεν Μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον οίκοι περιορισμό ασθενών και οικογένειας και στη στοργική περίθαλψη του πάσχοντος – σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας, οι δε Χριστιανοί στην απομόνωση των προσβεβλημένων, μέτρο σκληρό και απάνθρωπο, που επέφερε ρήξεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Η απομόνωση εξάλλου της περιοχής είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις και στην οικονομία του τόπου με τη διακοπή των συναλλαγών και του εμπορίου και ίσως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ως ένας παράγοντας των δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο καζάς του Άργους εκείνη την περίοδο. 

Την απόδοση των μέτρων αυτών είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε από γράμ­μα που συνέταξε ο Σωτήριος Περούκας ενάμιση περίπου μήνα μετά τη λήψη τους: «Είναι 43 ημέρες που δεν επόνεσε κεφάλι κάποιου ούτε από τους μολεμένους ούτε από τους ύποπτους. Μόνο τρεις φαμίλιες είναι ακόμη στην κουτουμάζα [απομόνωση] και οι μόρτες [οι έχοντες ανοσία][15] . Ο κόσμος μαζεύτηκε δεν μένει έξω. Μόνο η δική μας φαμίλια [σ. οι Περουκαίοι]. Η καλή διοίκησης ας έχει δόξα. Ο Άγιος Θεός οπού ογλήγορα επαστρεύφθει». Η έκφραση «καλή διοίκησις» συμπυκνώνει και την αντίληψη του κόσμου για το ποιος είχε την ευθύνη της σωστής αντιμετώπισης, η οποία συνίστατο στην έγκαιρη, άμεση και συνολική οργάνωση του πληθυσμού, την περίθαλψη των πασχόντων και την τιμωρία των ανυπάκουων. Για τη λογική όμως των ανθρώπων εκείνης της εποχής δεν θα ήταν επιτεύξιμος ο έλεγχος της επιδημίας μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση και τη συνεργασία διοίκησης και πληθυσμού δίχως την αρωγή της θείας βοήθειας. Στα λόγια του Σ. Περούκα αλλά και στο κείμενο της διοικητικής απόφασης- που επικαλείται δύο φορές την ανάγκη της θεϊκής υποστήριξης- είναι εμφανής, υπό την απειλή αυτής της τρομερής αρρώστιας που πρόσβαλε αδιακρίτως ηλικίες, φύλα και τάξεις, η εναπόθεση των ελπίδων τους στο Θεό. 

Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πως, παρά την σχεδόν απόλυτη εξάρτηση των ανθρώπων από εξωεπιστημονικούς παράγοντες, ο παράλληλος έπαινος της διοίκησης για τις αποτελεσματικές της ενέργειες σηματοδοτεί τη θετική αξιολόγηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης παρέμβασης και την προσέγγιση πλέον των κοινωνιών – εμπειρικά κατ’ αρχάς – προς επιστημονικές μεθόδους. Αν και πουθενά δεν αναφέρεται η προσφυγή σε γιατρό ή η επίκληση της επιστήμης για την αντιμετώπιση της πανώλης, εν τούτοις τα μέτρα που ελήφθησαν δεν απείχαν από αυτά που υποδείκνυε και η ιατρική παρά την εμφανή απουσία της. Μάταιο εξάλλου θα ήταν να αναζητήσει κάποιος μέτρα πρόληψης και υγειονομικής προστασίας στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι θα συναντήσει την αδιαφορία για λήψη και την αδυναμία γενικευμένης και αδιάκοπης επιβολής τους. 

Η τελευταία ιατρική πληροφορία που καταγράφεται στα 1820 αφορά ασθένεια του Δημήτριου Περούκα: «εις τας 19 Μαΐου εμίσευσεν δια Προύσσα επειδή τον εσυμβούλευσαν ιατροί να μεταχειρισθεί τα εκεί λουτρά προς ωφέλεια της πά­ντοτε ενοχλούσης αυτόν εκπυρώσεως αλμύρας του αίματος και γυρίζει σε 15-20 ημέρες». Σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία «αλμυρός πυρετός αίματος» προκαλείται, όταν μεταφερθεί φλέγμα [ένας από τους τέσσερις βασικούς χυμούς του σώματος] στο αίμα. Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το είδος της ασθένειας, αν και η χρήση του επιθέτου αλμυρός σε συνδυασμό με τη χρόνια βάση του προβλήματος [ «πάντοτε»] και τη σύσταση των ιαματικών λουτρών μας υποψιάζει για πνευμονία. Προτρέπεται όμως ο ασθενής από γιατρούς της Πόλης να καταφύγει στα μπάνια ως μόνη λύση για το πρόβλημα του. Η επιλογή της Προύσσας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην τεράστια φήμη που έχουν τα θειούχα και σιδηρούχα λουτρά της, που λειτουργούσαν από τα βυζαντινά χρόνια. Από τις θεραπευτικές μεθόδους που προτείνονταν, ιδιάζουσα θέση κατείχαν τα «μπάνια» ή αλλιώς τα «λουτρά». Την αγωγή αυτή συνιστούσαν κατ’ εξοχήν οι γιατροί στις πόλεις της Ιταλίας, όπως μαρτυρούν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «πήγα στην Πίζα και ομίλησα με τους καλλίτερους ιατρούς. Μου έδωσαν καλές ελπίδες. Την ερχόμενη άνοιξη θα μεταχειρισθώ τα αναγκαία ιατρικά και ως αναγκαιότερα τα λουτρά», «ασθενώ από νευρικά. Αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπά­νια »… «ο αδελφός δοτόρος με το πέρασμα του εις Λιβόρνο έλαβε την ιατρεία του πάθους και αφού ακολουθήσει και τα μπάνια της Κασπάνης, όπως εδιορίσθει θα λάβει ολοτελώς ιατρεία και θα έλθει υγιής», «ο κυρ Παναγιωτάκης ευρίσκε­ται εις Νεάπολη και μεταχειρίζεται τα μπάνια». Η θεραπευτική ιδιότητα των ιαματικών λουτρών δεν εκτιμούνταν μόνο στην Ιταλία, αλλά ήταν πολύ ευρύτερα αναγνωρισμένα, φθάνοντας μέχρι την Ανατολή. 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση των ανωτέρω εγγράφων, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι οι κάτοικοι της  Πελοποννήσου – και κατ’ εξοχήν τα μέλη των αρχο­ντικών οικογενειών – είχαν αρχίσει να γεφυρώνουν τη σχέση τους με την ιατρική επιστήμη, παρά τα εμπόδια που όρθωνε το οθωμανικό καθεστώς και η πολιτισμική υστέρηση των ιδίων. Η προσφυγή των ασθενών σε γιατρό, η αναζήτηση θεραπειών και σκευασμάτων επιστημονικά αποδεκτών, η κατίσχυση του θεσμού του «κοινοτικού ιατρού» καταδεικνύουν – χωρίς να είναι τα μόνα – την αλλαγή προσανατολισμού του κόσμου στα θέματα υγείας. Η ευρωπαϊκή αύρα δειλά και περιορισμένα άρχισε να πνέει στην περιοχή μας χάρη στην ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων (κυρίως από το χριστιανικό πληθυσμό), στην πολυεπίπεδη επαφή της με τη Δύση και την ανοχή – ίσως ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού – της Οθωμανικής εξουσίας. 

   

Υποσημειώσεις  


  

[1] Το αρχείο φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος (κτίριο Παλαιάς Βουλής) με την επωνυμία «Αρχείο Άργους» και είναι ανέκδοτο. Το παλαιότερο έγγραφο της συλλογής ανάγεται στο 1727, ενώ ίχνη της οικογένειας έχουν εντοπιστεί στα 1687 [Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και Κοινωνικές συνθήκες στη β. Πελοπόννησο κατά την εικοσαετία 1800-1820, διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), σελ 9]. Για την παρούσα μελέτη αξιοποιήθηκε το υλικό που προήλθε από την αποδελτίωση περί των 1500 εγγράφων της περιόδου 1727-1820, που μελετήθηκαν διεξοδικά κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής. Στην εργασία έχει γίνει αποκατάσταση της ορθογραφίας και διατύπωσης για να διευκολυνθεί η κατανόηση του. Όπου το κείμενο διατηρεί την πρωτογενή του μορφή, δηλώνεται με εισαγωγικά 

[2] Απόστολος Περούκας ήταν ένας εκ των τεσσάρων υιών του Δημητρίου Περούκα (οι υπόλοιποι ήσαν οι: Γεωργαντάς, Νικόλαος και Σωτήριος), που αποτέλεσαν τον πυρήνα της οικογένειας από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα Ήταν έμπορος και δανειστής εγκατεστημένος στην Πάτρα, με κατοικίες στην Πάτρα και στη Βοστίτσα (Αίγιο) και διατηρούσε οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του στο Άργος ή αλλού. 

[3] Βλ. σχ. Αριστ. Σταυρόπουλος, Σημειώματα για την Ιστορία της Ιατρικής, Αθήνα 1984, σελ. 23. Μεταξύ των προνομίων που απολάμβαναν οι γιατροί ήταν και η ελευθερία στην επιλογή της αμφίεσης τους, όπως π.χ. στη Χίο που φορούσαν παπούτσια από κίτρινο μαροκινό και ντύνονταν με ζωηρόχρωμα υφάσματα, προνόμιο που είχαν μόνο οι 0θωμανοί(βλ. Κ. Σιμόπουλος,ο.π., σελ. 72). 

[4] Λεξικό Μπαμπινιώτη, από το λατινικό condoctus «μισθωτός». O μισθός των 1000 γροσίων θα πρέπει να ήταν ικανοποιητικός, αν και όχι ιδιαίτερα υψηλός, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι το μεροκάματο των εργατών γης ήταν περίπου 20 παράδες, των τεχνιτών 30-40, το ψωμί έκανε 4 παράδες η οκά, ενώ το βοδινό 6 και το αρνί 12 [40 παράδες=1 γρόσι]. 

[5] Την ανωτέρω συμφωνία φαίνεται πως αξιοποίησε η Όρσα Περούκα και παρότι διέμενε σε άλλη πολιτεία απολάμβανε και αυτή το κοινοτικό προνόμιο. Αυτό ίσως να οφείλεται στη συγγενική της σχέση με τους Περούκα του Άργους, αλλά και σε πιθανούς στενότερους δεσμούς του ιατρού Χριστόδουλου με την οικογένεια τους, του οποίου η σύζυγος Ευγενία ίσως ήταν και αυτή κόρη – εκτός της Ευδοκίας και Βιτορίτσας – του προεστού και λογοθέτη του ‘Αργους Νικολάου Περούκα [17359/6(15-1-1819)]. 

[6] Το όνομα του γιατρού Αυγουστή εντοπίσαμε και σε γράμμα του Απόστολου Περούκα προς το ‘Αργος, με το επίθετο Γαλανός και Κεφαλλονίτικη καταγωγή.[Νθ: 17331/27(16-8-1816)]. Την ύπαρξη πολλών Επτανησίων ιατρών(Κεφαλλήνιων, Ζα­κυνθινών κ.α.) αναφέρει και ο Αρ. Σταυρόπουλος, ο.π, σελ.23. Η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου μπορούσαν να σπουδάσουν, η απουσία της Οθωμανικής κυριαρχίας και η σπουδαιότητα του επαγγέλματος θεωρούμε πως μπορούν να δικαιολογήσουν την τάση αυτή. Γιατρό Αυγουστή στην Τριπολιτσά με αδελφό εγκατεστημένο στο ‘Αργος μνημονεύει και η Αν. Κυρκίνη, ο.π., σελ. 123. 

[7] Νο:17352/35 (11-11-1818). Ο Χαράλαμπος Περούκας ήταν ο ένας από τους τρεις γιους του προαναφερθέντος Νικο­λάου. Οι άλλοι δύο ήσαν οι Δημήτριος και Ιωάννης. Είχε ακόμη και δύο κόρες, την Βιτορίτσα [Βικτωρία] και την Ευδοκία που είχε παντρευτεί τον άρχοντα των Καλαβρύτων Δημητράκη Ζαίμη. 

[8] Νο 17360/6(1-3-1819). Ο Δημήτριος Περούκας, γιος του Νικολάου, βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Πόλη ως βεκίλης [εκπρόσωπος] των χριστιανών του Μοριά. Πρόκειται για πολύ σημαντικό αξίωμα, που έδινε στον κάτοχο του ιδιαίτερη πολιτική δύναμη. 

[9] Νο: 17360/28(24-4-1819). Φαίνεται πως ο Χαράλαμπος αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας, και ίσως γι’ αυτό να ζητά με γράμμα, που αποστέλλει στο ‘Αργος, να του αγοράσουν από τη φημισμένη του αγορά ένα καλό άλογο «για τα καπρίτζια του και την υγεία του»[βλ. Νο: 17360/28(24-4-1819)]. 

[10] Η κίνα είναι φαρμακευτικό φυτό το οποίο χρησιμοποιούνταν στην πρωτογενή μορφή του χάρη στην αντισηπτική, αντιπυρετική και τονωτική της στομαχικής δύναμης δράση. Χορηγούνταν ειδικότερα και ως επικουρικό φάρμακο «κατά των λίαν επίμονων και μακροχρονίων ελειογενων πυρετών, τον τυφοειδή πυρετόν μετά καταβολής των δυνάμεων…τας χοιραδικάς εξαντλητικός παθήσεις(φυματίωση τραχηλικών λεμφαδένων)» Τα αλκαλοειδή της κίνας αποτελούν κατηγορία φαρμάκων στην οποία ανήκει η γνωστή μας η κινίνη (βλ Γ Καρυοφύλλη,Ιατρικόν Λεξικόν χειρουργικής, φαρμακολογίας, θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών, Εν Αθήναις 1895,σελ.596). Την κίνα συνιστούσαν επίσης και στην ελονοσία, ως μοναδικό φάρμακο. Όλοι οι περιηγητές την κουβαλούσαν στις αποσκευές τους και την προσδιόριζαν με την ονομασία «φλοιός του Περού». Τον περουβιανό φλοιό έφεραν οι Ισπανοί στα μέσα του ΙΖ αιώνα στην Ευρώπη 

[11] Η ευρεία χρήση της κινίνης (που παράγεται από την κίνα) για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, που εκτός από φάρμακο εκλογής για τον ελώδη πυρετό, τη χορηγούσαν για τη γρίπη, τους πονοκεφάλους κ.α. 

[12] Το πρώτο ελληνόγλωσσο ντοκουμέντο που κάνει λόγο για την αρρώστια της ευλογιάς είναι το Χρονικόν, που γράφτηκε το 1623 από τον Παπασυναδινό, μετά το θάνατο της κόρης του Ζωής που είχε προσβληθεί από τον ιό, ενώ τον 11ο αιώνα, στο Βυζάντιο, μεταφράστηκε στα ελληνικά σύγγραμμα Πέρση γιατρού που περιέγραφε τη νόσο, η οποία φαίνεται πως θα τους απασχολούσε (βλ.Κ. Κωστής, ο.π., σελ. 78). 

[13] Οι γυναίκες σε περίοδο χειμώνα έπαιρναν πύον από καλοήθους και ελαφράς μορφής ευλογιά από ασθενή εύρω­στο και κατά τα άλλα υγιή, το έκλειναν ερμητικά σε μπουκαλάκι καθαρό και ζεστό, που το κρατούσαν στον κόλπο τους για να διατηρείται θερμό μέχρι να το μεταφέρουν στο σπίτι του υποψηφίου να εμβολιαστεί. Τον εμβολιαζόμενο τρυπούσαν με βελόνα πλαγίως στο μέτωπο, το πηγούνι, τα μάγουλα, την παλάμη και τα πόδια όπου έριχναν το πύον. Κατόπιν τα κάλυ­πταν και διάταζαν να μην τα βρέξουν ή ξύσουν και να ακολουθήσουν αυστηρή δίαιτα για 40 ημέρες. Η θνητότητα από τον εμβολιασμό αυτό κυμαινόταν σε 1-2 στα 300. Την μέθοδο αυτή παρακολούθησαν ο αρχίατρος πολλών ηγεμόνων και του Μ. Πέτρου, Ιάκωβος Πυλαρινός και ο ιατρός Εμμανουήλ Τιμόνης, οι οποίοι αφού μελέτησαν και σπούδασαν την εφαρμογή της, την ανακοίνωσαν με σχετικά έργα: Ιάκωβος Πυλαρινός, «Περί νέας και ασφαλούς μεθόδου του προξενείν την ευλογίαν δί εγκεντρώσεως, νεωστίανακαλυφθείσης και συνήθως εκτελουμένης, δι’ ης τα σώματα προφυλάσσονται από επιγενούς μολύνσεως», 1713 [στα λατινικά], Εμμανουήλ Τιμόνης, «Περί της δί εντομών ή εμβολιασμού παραγωγής της νόσου ευλο­γίας», 1713 [στα αγγλικά]. Και ο μεν Τιμόνης τη μέθοδο αποδίδει σε γυναίκες Κιρκάσιες και Γεωργιανές ο δε Πυλαρινός σε θεσσαλές (Πυλαρινός, Βιογραφία τούτου παρά Μαζαράκη, σελ. 127, Σεργίου Ιωάννου, Πραγματεία ιατρικής 1818, σελ. 310, περιοδ «Εστία» Β’ 1876, σελ. 632. Οι πληροφορίες από τη Μ.Ε.Ε,ο.π, τομ ΙΑ’, σελ. 740) 

[14] Η σχετική απόφαση της οθωμανικής διοίκησης στην Τριπολιτσά, η οποία ελήφθη μετά από κοινή σύσκεψη των Οθωμανών και χριστιανών αξιωματούχων που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο της Τριπολιτσάς και απευθύνεται στις τοπικές διοικητικές και κοινοτικές αρχές της επαρχίας του Άργους, που δημοσίευσε η Αν Κυρκίνη, (ο.π., σελ.121-122) περιλαμβάνεται ομοίως στο Αρχείο Περούκα αλλά στη συλλογή των οθωμανικών εγγράφων Νο: 47460 (19-2-1819). Το κείμενο είναι συνταγμένο στα ελληνικά από τον επίσημο διερμηνέα [δραγομάνο] του πασά, που εκείνη την περίοδο ήταν ο Θεοδόσιος Μιχαλόπουλος. Σύμφωνα με την απόφαση όφειλαν: «το σπίτι εκείνο οπού ακολούθησε το θανατικόν..ό,τι πράγματα είναι μέσα από σκουτιά στρωσίματα και λοιπά έως το παραμικρόν όλα αμέσως να κατακαούν όπου να γίνουν στάκτη και ύστερον η εξ εκείνων ύλη να κατασβεσθή με νερόν πολύ, και να βαλθούν καπνίσματα διάφορα κατά την συνήθειαν εις διασκέδασιν και σκορπισμόν εκείνης της αναθυμιάσεως», «..το ίδιον εκείνο σπήτι να καή διά να σηκωθεί η υποψία…», «εις τους μολυσμένους ανθρώπους οπού ευρίσκονται έξω, ευθύς να οικονομήσετε ενδύματα και σκεπάσματα παστρικά, και να τους δοθούν δια να αλλάξουν,.. τα ενδύματα και σκεπάσματα οπού έχουν και φορούν, όλα εκείνα να τα πλύνουν εις ένα παράμερον μέρος του ποταμού, και όλους εκείνους τους ανθρώπους να τους ευγάλετε έξω εις ένα μέρος μινασίπικον [κατάλληλο] και φτιάνοντες εκεί τρεις τέσσαραις καλύβαις να τους βάλετε, έχοντες μακρόθεν και ανθρώπους δια να τους φυλάξουν, οπού να μην κάνουν συναναστροφές με άλλους», «της ζωοτροφίας τους [διατροφής]… κάνετε ιδαρέ [μεριμνήσετε] και να στέλνετε δια να μη λάβουν στενοχωρίαν», «οι λοιποί κάτοικοι του ‘Αργους να μην κάνουν συναναστροφήν από σπήτι εις σπήτι, αλλά κάθε ένας να είναι εις το σπήτι του_νύκτα και ημέραν να μην γίνεται συναναστροφή..», «Αργίτες με κιράδες [αγώγια] και ζαχιρέδες [είδη διατροφής] να μην αφήσετε διά να εύγουν διά εδώ και διά άλλα μέρη του Μωρέως. Να μένουν αυτού εις τα σπίτια τους…εις ό,τι δρόμο τους ιδούν ή τους απαντούν να τους γυρίζουν οπίσω και να τους διώχνουν κακώς». 

[15] Οι μόρτες ή απόλοιμοι (Κώστας Κωστής, ο.π, σελ. 62) είχαν επιβιώσει μετά την προσβολή τους και είχαν αποκτήσει ανοσία που διαρκούσε το πολύ δέκα έτη. Σε εκδηλώσεις επιδημιών αναλάμβαναν την ταφή των νεκρών και τη φροντίδα των ασθενών και δεν είχαν αφήσει ιδιαίτερα κολακευτικές αναμνήσεις για τη συμπεριφορά τους. 

  

Πηγή 

 


  •    «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

 

Read Full Post »

Οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου


  Μια εικόνα των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία υπήρχαν στην Πελοπόννησο  από τα τέλη του 17ου  μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η έρευνα βασίστηκε σε δημοσιευμένες οθωμανικές πηγές, καθώς και στις ταξιδιωτικές περιγραφές του Τούρκου περιηγητή Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1667, περιγράφοντας λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. 

Ευάγγελος Τσιανάκας. Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. 

 

Εισαγωγή


Η γνώση μας για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου, εκτός από τις αρχειακές πηγές,  στηρίζεται επιπλέον στις μαρτυρίες των χρονικών και στις ταξιδιωτικές περιγραφές.  Σ’ αυτές, εκτός από το Seyahatnâme (Οδοιπορικό) του Evliya Çelebi (Εβλιγιά Τσελεμπή), δε βρίσκει κανείς και  πάρα πολλές πληροφορίες.

Γι’ αυτό το έργο του Evliya Çelebi (Evliya Çelebi, 1928) αποτελεί την βασική πηγή για την καταγραφή των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορία των τόπων που περιγράφονται. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, καθώς έχει εξακριβωθεί (Δημητριάδης, 1973) ότι πολλές φορές οι πληροφορίες που μας παρέχει είναι ανακριβείς ή χαρακτηρίζονται από υπερβολή, ιδιαίτερα όταν γίνεται αναφορά σε αριθμητικά δεδομένα. Το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο)  του  Kâtip Çelebi (Κιατίπ Τσελεμπή)* είναι επίσης μια άλλη σημαντική πηγή για την ιστορία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, αλλά δεν βρίσκει κανείς τίποτα στο έργο αυτό για το θέμα που εξετάζουμε.

Στις ταξιδιωτικές περιγραφές των Ευρωπαίων υπάρχουν επίσης κάποιες αναφορές, οι οποίες, ωστόσο, δεν θεωρούνται από μόνες τους αξιόλογες. Για την απόκτηση των σχετικών πληροφοριών καταλληλότερες πηγές θεωρούνται οι οθωμανικές αρχειακές πηγές, οι οποίες μερικές φορές αναφέρονται στην ανέγερση ή την ανακαίνιση  ενός μουσουλμανικού σχολείου ή στην τοποθέτηση ενός δασκάλου (derris) σε έναν μεντρεσέ (medrese: ιεροσπουδαστήριο). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας μας δίνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την γενική εικόνα της οθωμανικής εκπαίδευσης στην τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο.

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στην Ελλάδα περιλαμβάνεται στον όγδοο τόμο του «Οδοιπορικού». Ο εν λόγω τόμος εκδόθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη από την «Τουρκική Ιστορική Εταιρεία» με επιμέλεια του Kisli Risat Bilge. Ο Evliya Çelebi επισκέφτηκε την Πελοπόννησο το 1667. Από τις πόλεις της Πελοποννήσου πρώτη επισκέφτηκε την Κόρινθο, στη συνέχεια τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα (Αίγιο), το Καστέλι, την Πάτρα, τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη), το Χλεμούτσι, τη Γαστούνη, το Φανάρι, το Ναβαρίνο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Καλαμάτα, την Ανδρίτσαινα, την Καρύταινα, το Λεοντάρι, το Λογκανίκο, τον Μυστρά, την Τσακωνιά, τη Μονεμβασία, την Τριπολιτσά, το Άργος και ολοκλήρωσε την περιοδεία του, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου (Δημητριάδης, 1973).

 

 Το παραδοσιακό οθωμανικό εκπαιδευτικό σύστημα

 


 

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Μια σύντομη περιγραφή του παραδοσιακού οθωμανικού εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να γίνουν κατανοητά όσα θα ακολουθήσουν. Τα πρωτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν γενικά είτε μέσα είτε κοντά στο μουσουλμανικό τέμενος της κοινότητας. Οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν είτε  «mahalle  (γειτονιά)» είτε  «sıbyan»  (μαθητής) mektebi (σχολεία της γειτονιάς ή Δημοτικά Σχολεία)Ιδρύονταν συχνά από ένα βακούφι (vakıf: ευσεβές ίδρυμα) και από κληροδοτήματα σημαντικών προσωπικοτήτων του κράτους ή αξιοσέβαστων πολιτών της τοπικής κοινωνίας.

Οι δαπάνες, ειδικά αυτές της μισθοδοσίας των δασκάλων, πληρώνονταν από τις χορηγίες των βακουφιών. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική πρακτική  τα σχολεία sıbyan (Δημοτικά Σχολεία) ή της κοινότητας  ακολουθούσαν μια ενιαία μεθοδολογία διδασκαλίας: οι μαθητές διάβαζαν απλά το Κοράνι  στην αυθεντική αραβική γλώσσα, χωρίς μετάφραση και χωρίς κατανόηση ή ερμηνεία του κειμένου. Μόνον ορισμένα τελετουργικά επίκλησης διδάσκονταν στην τουρκική γλώσσα. Κάποια βακουφικά σχολεία, ανάλογα με το βαθμό ευημερίας της κοινότητας, παρείχαν τον ιματισμό, τα τρόφιμα και κάποιο χρηματικό ποσό στους μαθητές.

Στα σχολεία οι μαθητές κάθονταν γονατιστοί στο πάτωμα, που ήταν καλυμμένο με χαλιά ή τάπητες, ή στα μαξιλάρια καθισμάτων που έφερναν από τα σπίτια τους. Τα βιβλία τοποθετούνταν σε χαμηλά τραπεζάκια, τα αποκαλούμενα  «rahlei tedris»  (γραφεία μελέτης), για την ανάγνωση. Οι μαθητές επαναλάμβαναν και απομνημόνευαν τα μαθήματα που ορίζονταν από το δάσκαλο. Η φυσική τιμωρία, το ράπισμα των χεριών των κοριτσιών και το κτύπημα των ποδιών των αγοριών, ήταν ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Κατά την έναρξη του νέου σχολικού έτους ήταν μέρος του τελετουργικού η εξής φράση του γονέα προς το δάσκαλο παρουσία του παιδιού: «η σάρκα δική σου, τα κόκκαλα δικά μου!» Ο δάσκαλος εξουσιοδοτούνταν έτσι να τιμωρεί το παιδί με κάθε τρόπο, όταν έκρινε ότι άρμοζε**.

Οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν επίσης για τη βαθύτερη γνώση της κλασικής ισλαμικής παιδείας. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις μεντρεσέδες (medrese), οι οποίοι αποτελούσαν τμήματα   των  μεγάλων μουσουλμανικών τεμενών  και συντηρούνταν από τα Βακούφια. Οι  μεντρεσέδες ήταν ένα είδος «κολεγίου» για τη συστηματική μελέτη των ισλαμικών επιστημών, ιδιαίτερα της ισλαμικής νομολογίας και του Κορανίου.

Ταυτόχρονα,  διδάσκονταν και ορισμένα «βοηθητικά μαθήματα», όπως π.χ. η αραβική γραμματική και φιλολογία, η γνώση των οποίων βοηθούσε στην κατανόηση των ιερών και νομικών κειμένων, αλλά και οι αποκαλούμενες «ξένες επιστήμες,» όπως η φιλοσοφία και η ιατρική, που αποτέλεσαν επίσης μέρος μιας πολυμαθούς εκπαίδευσης.***

  

Τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου κατά οικισμό


 

Άργος (Arhoz)  

Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.****  

Αρκαδία – Κυπαρισσία (Arkadya Manya)

Κατά την επίσκεψή του ο Evliya Çelebi στην Αρκαδία / Κυπαρισσία εκτός των άλλων μας πληροφορεί ότι στην πόλη υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές χωρίς να δίνει πληροφορίες για το όνομα του ιδρυτή τους. Επίσης, ο Τούρκος καθηγητής Nejad Göyünç (Göyünç, 1972) αναφέρει σε σχετικό άρθρο του ότι στην Αρκαδία λειτουργούσε και ένα κορανικό σχολείο,***** αυτό  του Σινάν Τσελεμπή (Sinan Çelebi Dârülkurrası).

Γαστούνη (Guston Kasabası)

 Τον ίδιο αριθμό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (έναν μεντρεσέ και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης) αναφέρει ο  Evliya Çelebi και για την πόλη της Γαστούνης. Και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν δίνονται άλλες πληροφορίες.

Φανάρι (Fener Kaza-i Fanus-i Mora)

Η κωμόπολη του Φαναρίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καζάδων με το όνομα «Καζάς του Φαναρίου του Μοριά».****** Στην εν λόγω κωμόπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. 

Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi)

Στην μικρή πόλη των Καλαβρύτων σύμφωνα με τον Evliya Çelebi ήταν σε λειτουργία δύο μεντρεσέδες και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Καρύταινα (Karitene Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  δεν επισκέφτηκε την Καρύταινα. Η πληροφόρησή μας για τη συγκεκριμένη πόλη βασίζεται στον Nejad Göyünç (Göyünç, 1972), ο οποίος αναφέρει ένα κορανικό σχολείο, αυτό του Μπαλή Αγά (Bâlî Ağa Dârülkurrası).

Κόρινθος (Gördös Gürdüs Şehri)

 Η πόλη της Κορίνθου κατοικούνταν κατά το ήμισυ περίπου από Τούρκους (Σακελλαρίου, 1939). Και στην περίπτωση της Κορίνθου η μόνη πηγή πληροφόρησης για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το έργο του Evliya Çelebi. Σύμφωνα με το «Οδοιπορικό» του Τούρκου περιηγητή, στην Κόρινθο  υπήρχαν τέσσερις μεντρεσέδες και επτά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Κορώνη (Koron Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στην Κορώνη υπήρχαν ένας μεντρεσές και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Στις οθωμανικές πηγές αναφέρεται το σχολείο του Χαντίμ Εσκή Αλή Πασά (Hâdım Eski Ali Paşa Mektebi) (Gökbilgin, 1952).  

Μεθώνη (Modon / Muton / Meton)

Η πόλη της Μεθώνης  κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Τούρκους. Στο κείμενο του  Evliya Çelebi αναφέρεται η ύπαρξη του μεντρεσέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Medresesi), καθώς και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Μονεμβασία  (Benefşe Şehri)

Η Μονεμβασία  αποτελούσε αξιόλογο κέντρο της Πελοποννήσου τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όσο και στη διάρκεια της Ενετοκρατίας. Ο  Evliya Çelebi δίνει μια εκτενή περιγραφή της πόλης και μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι υπήρχαν σ’ αυτή δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. Ο καθηγητής Ekrem Hakkı Ayverdi (Ayverdi, 2000), μελετώντας τα οθωμανικά αρχεία, κατάφερε να εντοπίσει ένα από τα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτό είναι το σχολείο του Αλή Εφέντη (Ali Efendi Mektebi).

Μυστράς (Mizistire Mezistire Kasabası)

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στο Μυστρά περιγράφεται σε τέσσερις σελίδες στο έργο του. Σύμφωνα με την περιγραφή του στην πόλη και στους γύρω οικισμούς υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης για τα οποία δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.

Ναβαρίνο – Πύλος (Navarin Anavarin Kalesi)

Σύμφωνα με τον Evliya Çelebi στο Ναβαρίνο υπήρχαν ένας μεντρεσές και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Η ονομασία του σχολείου αυτού ήταν «σχολείο του σουλτάνου Μουράτ Γ΄» (III. Sultan Murad Mektebi).  Ωστόσο, ο  καθηγητής Nejad Göyünç αναφέρει επιπλέον το σχολείο του Χαντίμ Αλή Πασά (Hadım Ali Paşa Mektebi) και το σχολείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Mektebi) (Göyünç, 1972).

Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri)

Για την Ναύπακτο ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν τρεις μεντρεσέδες και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Από τα οθωμανικά αρχεία, ωστόσο, γίνεται γνωστό ότι από ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης λειτουργούσε στο τέμενος του Αμτζαζαντέ Χουσεΐν Πασά (Amcâzâde Hüseyin Paşa Câmii) και στο μετζίτι (μικρό τέμενος) του Εμπουσουούντ Εφέντη (Ebussuud Efendi Mescidi). Αυτό το τελευταίο σχολείο αναφέρεται από τον Evliya Çelebi.

Ναύπλιο (Anabolu)  

Ο Evliya Çelebi κλείνει την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου το 1667.  Παρά το γεγονός ότι περιγράφει λεπτομερώς την πόλη σε πέντε σελίδες, δεν δίνει πληροφορίες για τα οθωμανικά μνημεία. Στην περίπτωση αυτή αντλούμε  πληροφορίες για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715).  Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra)

Παρά το γεγονός ότι στην πόλη των Πατρών οι Τούρκοι ήταν λίγοι (Σακελλαρίου, 1939), ο Evliya Çelebi στην περιγραφή του αναφέρει την ύπαρξη τεσσάρων μεντρεσέδων και πέντε σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Δεν ήταν δυνατή, ωστόσο, η ανεύρεση περισσότερων στοιχείων για τα οθωμανικά σχολεία της πόλεως των Πατρών.

Τρίπολη – Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası)

 Για την Τρίπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τρία σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.  Στη  μελέτη, ωστόσο, του Ayverdi (Ayverdi, 2000)  αναφέρεται η ύπαρξη ενός μεντρεσέ και τριών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτά είναι ο μεντρεσές και το σχολείο του Χατζή Εμπουμπεκίρ (Hacı Ebûbekir Paşa Medresesi & Mektebi), το σχολείο του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Mektebi) και το σχολείο του Γιουσούφ Αγκιάχ Εφέντη (Yusuf  Agâh Efendi Dershânesi).  

Ζαρνάτα (Saranta Kalesi)

Τέλος, ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι στη Ζαρνάτα υπήρχε ο μεντρεσές και το  σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης της Βαλιντέ Σουλτάν (Vâlide Sultan Medresesi & Mektebi).

Με βάση όσα προηγήθηκαν, γίνεται φανερό ότι τόσο κατά την επίσκεψη του Evliya Çelebi το 1667 όσο και κατά τη δεύτερη φάση της τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο (1715-1820) στις περισσότερες πόλεις και κωμοπόλεις, στις οποίες διαβιούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, λειτουργούσαν κατώτερα σχολεία (μεκτέμπ) και μεντρεσέδες (ιεροσπουδαστήρια). Τα κατώτερα μουσουλμανικά σχολεία δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από στοιχειώδη γνώση της γραφής και της ανάγνωσης. Αντίθετα,  το παρεχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης στους μεντρεσέδες ήταν πολύ πιο υψηλό. Συνολικά, καταγράφονται 73 μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τα οποία τα 27 ήταν μεντρεσέδες, τα 43 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και μόλις 3 κορανικά σχολεία.

 

Εκπαιδευτικά ιδρύματα των Οθωμανών στην Πελοπόννησο από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας

 

 

α/α Οικισμοί Μεντρεσέδες(Medreseler) Σχολεία Στοιχειώδους Εκπαίδευσης (Mektepler / Dershâneler) Κορανικά Σχολεία(Dârülkurralar)
1 Άργος (Arhos)  1 2
2 Αρκαδιά / Κυπαρισσία (Arkadya Manya) 1 2 1
3 Γαστούνη (Guston Kasabası) 1 2
4 Φανάρι (Fener / Kaza-i Fanus-i Mora) 1 1
5 Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi) 2 2
6 Καρύταινα (Karitene Kalesi) 1
7 Κόρινθος (Gördös / Gürdüs Şehri) 4 7
8 Κορώνη (Koron Kalesi) 1 2
9 Μεθώνη (Modon / Muton / Meton) 1 4
10 Μονεμβασία  (Benefşe Şehri) 1 2
11 Μυστράς (Mizistire/Mezistire Kasabası) 2 4
12 Ναβαρίνο (Navarin / Anavarin Kalesi) 1 3
13 Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri) 3 2
14 Ναύπλιο (Anabolu)  1 1 1
15 Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra) 4 5
16 Τρίπολη / Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası) 2 3
17 Ζαρνάτα (Saranta Kalesi) 1 1
Σύνολο 27 43 3

 

Υποσημειώσεις


 

* Ο Τούρκος Kâtip Çelebi Mustafa (Κωνσταντινούπολη 1609-1657) υπήρξε μεγάλος ιστοριοδίφης και γεωγράφος. Έγραψε πολυάριθμα έργα, τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ένα από τα πολλά έργα του ήταν το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο), το οποίο γράφτηκε 1648.

** Γενικά για την οθωμανική εκπαίδευση βλέπε: Andreas Kazamias, Education and the quest for modernity in Turkey, Chicago: The University of Chicago Press, 1966, Yahya Akyüz, Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.

*** Για τους μεντρεσέδες (Medrese) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βλέπε: Hasan Akgündüz, Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997, Yasar Sarıkaya, Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997,  Cevat İzgi, Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.  

**** Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) (Ζεγκίνης, 1948).     

***** Τα κορανικά σχολεία ήταν σχολεία που παρείχαν βασική εκπαίδευση στους μαθητές τους, δίνοντας, ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελέτη και στην εκμάθηση του Κορανίου.

   

Βιβλιογραφία

 


 

  • Akgündüz H., Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997.
  • Akyüz Y., Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.
  • Ayverdi E. H., Avrupa’da osmanlı mimârî eserler: Bulgaristan, Yunanistan, Arnavudluk [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 4ος τόμος, 2η έκδοση, Κωνσταντινούπολη: İstanbul Fetih Cemiyeti, 2000.
  • Δημητριάδης Β., Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιά Τσελεμπί, Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1973.
  • Evliya Çelebi, Seyahatnâme [Οδοιπορικό], 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη: αφοί Νικολοπούλου, 1948.
  • Gökbilgin T., XV.-XVI. Asırlarda Edirne ve Paşaeli Livası, Vakıflar-Mülkler-Mukâtâalar [Ο λιβάς (καζάς) της Ανδριανούπολης και του Πασαελί (Ευρωπαϊκής Τουρκίας) τον 15ο και 16ο αιώνα: βακούφια (βακουφικές γαίες) – μούλκια (γαίες πλήρους κυριότητας) – ενοικιαζόμενες γαίες], Κωνσταντινούπολη: İst. Ün. Ed. Fak. Neşrt., 1952.  
  • Göyünç N., ‘Mora’da İnşâ Faâliyetleri’ [Οικοδομικές δραστηριότητες στο Μοριά] στο Güneydoğu Avrupa Araştırmaları Dergisi [Περιοδική έκδοση για τη μελέτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης], τ. 1, 1972.
  • İzgi C., Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.
  • Kazamias A., Education and the quest for modernity in Turkey, The University of Chicago Press, Chicago (1966).
  • Σακελλαρίου Μ., Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα: “Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbücher”, 1939.
  • Sarıkaya Y., Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.

  

Πηγή


  •  Πανεπιστήμιο Πατρών,  Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου

 

Οι Κρήτες πρόσφυγες του συνοικισμού Πρόνοιας Ναυπλίου, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ενδιαφέρθηκαν νωρίς για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Στα αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου διαπιστώνουμε τη φοίτηση Κρητών από το πρώτο έτος της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Το έντονο ενδιαφέρον για την παιδεία τους ώθησε στη σύσταση παρθεναγωγείου αποκλειστικά για τα κορίτσια τους. Η προσπάθεια αυτή χρονολογείται από τις αρχές Μαΐου 1831, όταν ο Κυβερνήτης αποδέχθηκε το αίτημα τους για σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων στην Πρόνοια. Ενδιαφέρθηκε μάλιστα προσωπικά για την εκπαίδευση της συμπολίτισσας τους Μαρίας Λιμπρίτη στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, προκειμένου να διδάξει σ’ αυτό.

Η ίδρυση του σχολείου επιτυγχάνεται ένα χρόνο περίπου αργότερα από τον Αυγου­στίνο Καποδίστρια. Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του «να εκτέλεσθή ο σκοπός του αειμνήστου Κυβερνήτου» και τις άμεσες και σαφείς εντολές του προς το Διοικητή Ναυπλίας στις 7 Μαρτίου 1832, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν καθυστέρησε.

Αν δεχθούμε την άποψη της Ελένης Μπελιά – Ελένη Μπελιά, Δ/ντρια Κέντρ. Ερ. Ιστ. Νεωτ. Ελληνισμού Ακαδ. Αθηνών –  για πιθανή λειτουργία στην περιοχή δύο σχολείων αποκλειστικά για Κρήτες μαθητές, το Μάιο του 1831, μεταξύ των οποίων το ένα στην Πρόνοια με δάσκαλο τον Δημήτριο Βλαστό, τότε της Μαρίας Λιμπρίτη είναι ίσως το τρίτο. Η παρουσία των σχολείων αυτών δείχνει έμπρακτα το διακαή ζήλο των Κρητών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, «αρρένων και θηλέων», έξω από το χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η σχολή λειτούργησε για μικρό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται·  λόγω της αναρχίας που ακολούθησε η σχολή έκλεισε και επαναλειτούργησε κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

  

Διδακτικό προσωπικό


Δασκάλα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας διορίστηκε η Μαρία Λιμπρίτη, χήρα, κρητικής καταγωγής. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μετά από υπόδειξη των προσφύγων συμπατριωτών της, μερίμνησε για τις σπουδές της, αποστέλλοντας την ως υπότροφο στην Αίγινα «διά να διδαχθή την Αλληλοδιδακτικήν, και να διδάξη τά κοράσια των».

Το Φεβρουάριο του 1832 η Μαρία Λιμπρίτη σε αίτηση της προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ανέφερε: «Καταταχθείσα εις τον υποτρόφων κατάλογον εδιδάχθην την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον, καθώς τα ανά χείρας μου εσώκλειστα διαλαμβάνουν ήδη δε θέλουσα να μεταδώσω την έπιστήμην ταύτην εις την ομοεθνή μοι Νεολαΐαν, υστερουμένην τα μέσα, προστρέχω εις το φιλάνθρωπον και ενεργετικόν ώμμα της Υ.Ε…»

Από τα παραπάνω συμπεραίνομε ότι μετά από οκτάμηνη παραμονή και μαθητεία της στην Αίγινα, επέστρεψε στο Ναύπλιο, κάτοχος πλέον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και καθ’ όλα έτοιμη να ασκήσει τα διδακτικά της καθήκοντα. Ένα μήνα αργότερα, το Μάρτιο του 1832, η Μαρία Λιμπρίτη ως δασκάλα στο αρτισύστατο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας. Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας δίδαξε ως ιδιαίτερη δασκάλα. Ο μισθός της καθορίστηκε σε 15 φοίνικες με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

              Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη

 

Τρεις μήνες περίπου μετά την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο παρουσιάζονται ευοίωνες προοπτικές για την πορεία της γυναικείας εκπαίδευσης στην Αργολίδα, με την ίδρυση σχολής θηλέων στην έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δασκάλα Ελένη Δανέζη προχωρεί με συντονισμένες ενέργειες στη σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Ναύπλιο. Με αναφορά στις 17 Απριλίου 1828 γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία της Επικράτειας τις προθέσεις της και παράλληλα υποβάλλει «Όργανισμόν της γυναικείας αλληλοδιδακτικής σχολής, καθώς και τον κατάλογον των συνδρο­μητών αυτής…». Με πρωτοβουλία επομένως της «διδασκάλου» Ελένης Δανέζη και την οικονομική ενίσχυση οκτώ αρχικά κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκέντρωσαν ποσό 800 γροσιών, ιδρύθηκε η πρώτη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Η ίδια εκφράζει την αισιοδοξία ότι οι συνδρομητές «εντός ολίγου θέλει πολλαπλασιασθή». Πράγματι, το έτος 1832 ο κατάλογος των συνδρομητών παρουσιάζεται αρκετά διευρυμένος με είκοσι έξι «ευπειθείς πολίτας» του Ναυπλίου, οι οποίοι αποβλέπουν «εις την συγκρότησιν Σχολείου κατά τε την ευμάθειαν και καλλωπισμόν της Κορασιακής Νεολαίας». 

Παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της σχολής, η κυβέρνηση έρχεται αρωγός σ’ αυτή την εκπαιδευτική προσπάθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Η λειτουργία της σχολής άρχισε αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, και με μικρά διαστήματα παύσεων υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζομε. Η λειτουργία της συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Καινοτομία για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής αποτελεί ο «Οργανισμός της Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου. Τέθηκε σε ισχύ από την έναρξη λειτουργίας της και αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο σοβαρής υποδομής και υπεύθυνης αντιμετώπισης της εκπαίδευσης των κοριτσιών απ’ όλους τους ιδρυτικούς της παράγοντες. Είναι συνοπτικός και καθορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Στον οργανισμό αυτό γίνεται λόγος για το σκοπό, τη μέθοδο, τα μαθήματα, τους μαθητές (ηλικία, φύλο, οικονομικές υποχρεώσεις), τους διδασκάλους, τους εφόρους και τα εισοδήματα που απαιτούνταν για τη συντήρηση της.

Ο οργανισμός φέρει ημερομηνία 17 Απριλίου 1828, αποτελείται από έντεκα άρθρα και υπογράφεται από τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Στο Α’ άρθρο αναφέρεται: «Σκοπούμενον του καταστήματος τούτου είναι ή εκπαίδευσης των Κορασιών». Η σαφήνεια με την οποία τίθεται ο σκοπός της σχολής δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκκλί­σεις. Αξίζει να μνημονευθεί ότι με το άρθρο Δ’ λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για τις οικονομικά ασθενείς τάξεις, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή διδάκτρων.

Δε γνωρίζομε κατά πόσο εφαρμόστηκε αυτή η επαγγελία. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η οικονομική αδυναμία των ελληνικών οικογενειών δε δημιουργεί φραγμούς στην εκπαίδευση των κοριτσιών τους. Η αλληλοδιδακτική σχολή της Ελένης Δανέζη είναι η πρώτη γυναικεία σχολή της περιόδου αυτής, της οποίας η λειτουργία διέπεται από επίσημο «Οργανισμόν».

 

Στέγαση ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας σχολής» Ναυπλίου


 

Η σχολή δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα στέγασης κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της. Τον Ιούλιο του 1830, κατά τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, «το σχολείον των παρθένων (Ναυπλίου) περιθάλπεται παρά της Σ. Κυβερνήσεως με μόνον το δημόσιον κατάστημα». Η κυβέρνηση παραχώρησε εθνική οικία για τη στέγαση της. Η απουσία εξάλλου από τον οργανισμό της σχολής σχετικού άρθρου, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί έγκαιρα. Το οίκημα όμως δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, διότι «είναι στενόχωρον και εις θέσιν μη αρμοδίαν διά παρθένους». Η ακαταλληλότητα του και η παντελής έλλειψη σχολικών «επίπλων» επιδεινώνουν την κατάσταση. Δε διέθετε ούτε «θρανία ουδέ γραφεία». Συμπεραίνουμε ότι η γραφή γινόταν «επί των γονάτων».

Το Μάιο του 1832, είκοσι έξι πολίτες του Ναυπλίου, προφανώς γονείς των μαθητριών, αναφέρουν στον Κυβερνήτη ότι το σχολείο «διαμένει ήδη έν άεργεία» εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλου οικήματος. Η δυσλειτουργία της κυβέρνησης ώθησε τους γονείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιλέξουν νέο κατάστημα, «το παρά τη πηγή γειτνιάζον εθνικό οίκημα τής πάλαι Αστυνομίας, εν τω όποίω έγεγόνασι αί εδραίαι έργασίαι». Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν απέδωσε, διότι το επισκευασθέν αυτό οίκημα, ως εθνικό, δημοπρατήθηκε και κατακυρώθηκε στον Ρόδιο. Την ίδια τύχη είχε και η υπ’ αριθ. 638 εθνική οικία, στην οποία λειτουργούσε το «σχολείο κορασίδων» μέχρι τον Απρίλιο του 1832, «οτε κατασχεθέντος και τούτου του οικήματος παρά του Στρατηγού Γαρδικιώτου, έμειναν χωρίς οίκημα και αι εργασίαι διεκόπησαν». Κάτω από τα δεδομένα αυτά οι γονείς ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση το οίκημα «από το όποιον προ ολίγου από τον Ρόδιον εξώσθηοαν», επειδή το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο για σχολείο «διδασκομένων Νεανίδων».

Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέθεσε η κυβέρνηση στο διοικητή Ναυπλίας, ο οποίος αποφάνθηκε ότι παράνομα ο Ρόδιος ιδιοποιείται την εθνική οικία, διότι δε διαθέτει «πωλητήριον», και κατά συνέπεια «ή έκποίησις αύτη μένει ατελεύτητος». Με το πόρισμα του συμφωνεί η Γραμματεία Παιδείας. Εισηγείται μάλιστα στη Διοικητική Επιτροπή την παραχώρηση της εθνικής οικίας για τη στέγαση της «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου, με το σκεπτικό «ότι ό σκοπός διά τον όποιον ζητούν οι πολίται το οίκημα τούτο, αποβλέπει την εκπαίδευσιν των νεανίδων, πράγμα τόσον ουσιώδες και σύμφωνον με όσα ή Σ. Διοίκησις διέταξεν ήδη προς την πρόοδον της παιδείας».

Τελικά μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε: «το εθνικόν οίκημα το παρά την πηγήν και την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, προσδιορισθέν, κατ αρχάς διά σχολείον των Κορασιών προσδιορίζεται και ήδη, διά να χρησιμοποιηθή προς τον σκοπόν τούτον». Ο σχολικός χώρος βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα οριζόμενα από τον Οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η γειτνίαση του τόσο με την πηγή και ιδιαίτερα με το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος αποτέλεσε ίσως βασικό κριτήριο επιλογής του συγκεκριμένου κτιρίου από τους γονείς των μαθητριών. Η διάθεση του δεν πρέπει να διήρκεσε πολύ. Έτσι οι γονείς των μαθητριών επανέρχονται με αναφορά τους, τον Απρίλιο του 1833, προς την Αντιβασιλεία, χωρίς να βρουν ανταπόκριση. Η λειτουργία της συνεχίστηκε σε ιδιωτικό χώρο « εις βάρος των γονέων των στελλόντων εις  αυτό τα κοράσια των».

 

 Διδακτικό προσωπικό


 Δασκάλες ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου

Με το Ε’ άρθρο του οργανισμού της σχολής καθορίζεται το διδακτικό προσωπικό της και τα καθήκοντα του: «Η σχολή έχει μίαν διδάσκαλον και μίαν υποδιδάσκαλον. Η υποδιδάσκαλος εις τα γράμματα είναι διδάσκαλος εις τας γυναικείας τέχνας». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διδακτικές υποχρεώσεις της «υποδιδασκάλου» προβλέπο­νται από τον οργανισμό με σαφήνεια και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της «διδασκά­λου».

Στον κατάλογο των διδασκομένων κορασιών «εν τη ιδιαιτέρα σχολή του Ναυπλί­ου», της 29 Νοεμβρίου 1829, γίνεται λόγος μόνο για τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, η «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου «σχολαρχεΐται» τον Ιούλιο του 1830 από την Ελένη Δανέζη και την ανιψιά της Αργυρή, οι οποίες κατάγονταν από τα Χανιά Κρήτης. Συμπληρωματικά στοιχεία παρέχει ο επιθεωρητής των διδακτικών καταστημάτων Πελοποννήσου Ιωάν­νης Κοκκώνης, το Δεκέμβριο του 1830: «Η κυρία Ελένη Δανέζη μετά της ανεψιάς της Αργυρούλας Χαραλάμπους έχουσι σχολείο εις Ναύπλιον […] και αι δύο αύται κυρίαι εμαθήτευσαν την μέθοδον εις τα Κύθηρα, όπου εδίδαξαν 3 έτη και γράφουσι και εκφράζονται όποσουν καλώς εις  την γλώσσάν μας. Η νεάνις Αργυρούλα εσπούδασεν ολίγα ελληνικά».

Η Ελένη Δανέζη και η ανιψιά της Αργυρούλα Χαραλάμπους, διευθύντρια και υποδι­δάσκαλα αντίστοιχα, διέθεταν κάποια ουσιαστικά διδακτικά προσόντα. Αλληλοδιδασκάλες και οι δύο διδάχθηκαν τη μέθοδο στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στα Κύθηρα, όπου στη συνέχεια απέκτησαν τριετή διδακτική εμπειρία. Οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε εκεί είναι εμφανείς στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Οι διδακτικές τους ικανότητες συμπληρώνονται με την ευχέρεια στο γραπτό και προφορικό λόγο, απαραίτητα προσόντα για τις αλληλοδιδασκάλες που διευθύνουν σχολεία. Η Αργυρούλα Χαραλάμπους, εκτός από την σπουδή των ελληνικών, διέθετε και τις απαραίτητες για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία των θηλέων γνώσεις ραπτικής, προσαρμοσμένες μάλιστα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Η Ελένη Δανέζη συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας. Το έτος 1834 έλαβε από την εξεταστική επιτροπή των δημοδιδασκάλων πτυχίο δημοδιδασκάλισσας γ΄ τάξης με το χαρακτηρισμό «καλή».

 

 Μισθοδοσία διδασκαλισσών


Τα αλληλοδιδακτικά παρθεναγωγεία που λειτούργησαν στην Αργολίδα, με εξαίρεση τη σχολή θηλέων της Πρόνοιας, ήσαν ιδιαίτερα έτσι η μισθοδοσία του διδακτικού τους προσωπικού στηρίζεται στα δίδακτρα των μαθητών και στις συνεισφορές των πολιτών.

Η ρύθμιση των αποδοχών του διδακτικού προσωπικού της αλληλοδιδακτικής «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου ανήκει σύμφωνα με τον οργανισμό της στα χρέη των εφόρων, οι οποίοι υποχρεούνται «να συμφωνούσι και να πληρώνουσι τον προσδιοριζόμενον μισθόν εις τας διδασκάλους». Η μισθοδοσία επομένως της Ελένης Δανέζη και της Αργυρούλας Χαραλάμπους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας τους με τους σχολικούς εφόρους.

Στα κύρια εισοδήματα της σχολής περιλαμβάνονταν οι συνεισφορές «των φιλόμου­σων» και «ή διά την διδασκαλίαν κατά μήνα πληρωμή των ευκατάστατων κορασιών». Για τα δίδακτρα των μαθητριών ο οργανισμός προβλέπει: «Τα κοράσια των ευκαταστάτων πληρώνουσι εκαστον ανά γρόσια πέντε τον μήνα. Μόνα των πτωχών διδά­σκονται άμισθί». Αν λάβουμε υπόψη ότι από τα τριάντα τρία κορίτσια που ήσαν έτοιμα να καταταχθούν στη σχολή αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, τα δώδεκα μόνο ήσαν ευκατάστατα, αντιλαμβανόμαστε ότι η μισθοδοσία των διδασκαλισσών προερχόταν κυρίως από τις συνδρομές «των φιλόμουσων πολιτών».

 

Μαθητικό δυναμικό


 

Σχετικά με τον αριθμό των κοριτσιών που επρόκειτο να εγγραφούν στην ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου κατά την έναρξη λειτουργίας της, αξιόπιστη είναι η μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Δανέζη: «Κατά το παρόν είναι έτοιμα να καταταχθώσιν εις  την σχολήν έως τριάκοντα τρία […] Δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εν διαστήματι, δύο ή τριών μηνών, ό αριθμός θέλει είναι… τετραπλάσιος».

Σκοπός της σχολής, σύμφωνα με τον οργανισμό της, είναι «ή εκπαίδευσις των κορασίων», τα οποία γίνονται δεκτά «από εξ μέχρι δεκαπέντε ετών». Επιφορτισμένοι με την εγγραφή των μαθητριών είναι οι έφοροι, και μόνο κατόπιν «έγγραφου άδειας» τους γίνονται δεκτές στη σχολή. Κατά το Δ’ άρθρο του οργανισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα «τα κοράσια των ευκατάστατων», όχι όμως και των «πτωχών» γονέων τα οποία «διδάσκονται άμισθί».

Ο Διοικητής Νικόλαος Γερακάρης σε έκθεση του, τον Ιούλιο του 1830, αναφέρει ότι η Ελένη Δανέζη «μεταξύ των παρθένων διδάσκει και τίνα αρσενικά βρέφη». Το σύνολο «των μαθητευομένων συνίσταται εις είκοσι πέντε μαθήτριας και δέκα πέντε μαθητάδια». Παραπλήσια εικόνα συναντούμε το Δεκέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιωάννη Κοκκώνη εκείνη την περίοδο φοιτούν «25 κο­ράσια καί 20 άγόρια». Παρά τις αισιόδοξες επομένως προβλέψεις της Ελένης Δανέζη για τετραπλασιασμό των μαθητριών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν κατόρθωσε τελικά να διπλασιάσει το μαθητικό δυναμικό της σχολής.

Αν και κατά τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της ήταν αμιγής «κορασιών», σταδιακά παρουσιάζει εικόνα μεικτού σχολείου, έτσι ώστε μετά από δύο χρόνια τα ποσοστά των αγοριών έφτασαν να ισοδυναμούν με εκείνα των κοριτσιών.  Διαπι­στώνεται επίσης ότι η ισχύς του οργανισμού της σχολής ατονεί, καθώς η λειτουργία της απομακρύνεται από βασικά άρθρα του που αφορούν στο σκοπό, στην ηλικία και στο φύλο των εκπαιδευομένων. Η εφαρμογή της συνεκπαίδευσης στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου και η μείωση κατά δύο έτη της ηλικίας των μαθητών, απέβλεπαν στην αύξηση του μαθητικού δυναμικού και κατά συνέπεια στη συγκέντρωση περισσοτέρων εσόδων.

 Από τους τόπους καταγωγής των μαθητών αποκτούμε αμυδρή εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλε­ως Ναυπλίου. Από τους 47 μαθητευομένους δύο μόνο, η Ελένη Λυμπερίου 11 ετών και ο Αθανάσιος Γεωργίου 12 κατάγονται από το Ναύπλιο, ενώ «οι υπόλοιποι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών, με έντονη οπωσδήποτε διαφορά πολιτισμικής στάθμης». Συγκεκριμένα οι μαθητευόμενοι προέρχονται από είκοσι τρεις πόλεις και κωμοπόλεις του ελεύθερου και αλύτρωτου ελληνισμού: 17 (ποσοστό 36,17%) κατάγονται από την Πελοπόννησο, εκ των οποίων 6 (12,76%) μόνο από την Αργολίδα και την Κορινθία. Ικανός αριθμός, 15 (31%), προέρχεται από το νησιωτικό και 13 (27,65%) από τον ηπειρωτικό χώρο.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

Read Full Post »

Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1682)


 

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή (τουρκ. Evliya Çelebi, αραβ. اوليا چلبي) ήταν Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής. Περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο το έτος 1668, και περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος και το Ναύπλιο δίνει ιδιαίτερες πληροφορίες  στο έργο του, Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Ο Τούρκος περιηγητής Evliyâ Çelebi γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  στα 1611 η 1612, και πέθανε περί το 1682. Ο πατέρας του ήταν αρχιχρυσοχόος στην Πόλη, και από τη μητέρα του συγγένευε με τον Αχμέτ πασά, υπασπιστή και αργότερα μεγάλο βεζίρη του Μουράτ Δ’. Οι κοινωνικές σχέσεις που μπόρεσε ν’ ανάπτυξη, χάρη στη συγγένεια αυτή και η ωραία φωνή, με την οποία ήταν προικισμένος, τον βοήθησαν  να μπει πολύ νέος στο παλάτι και να λάβει μεγάλη μόρφωση. Ο σουλτάνος εκτίμησε τη φωνή του, όταν, στο ραμαζάνι του 1636 (=τουρκ. 1045), τον άκουσε να ψέλνει στην Αγία Σοφία.

Άρχισε τις περιοδείες του, στα 1640, από την Προύσα, ακολουθώντας συνήθως τα τουρκικά στρατεύματα, πότε σαν πολεμιστής, πότε σαν μουε­ζίνης, άλλοτε με διπλωματική αποστολή και άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, «για νά γνωρίση τόν κόσμο». Ταξίδεψε επί 40 χρόνια και επισκέφτηκε την Αίγυπτο, τη Μέκκα, την Περσία, τη Μικρασία, Κριμαία, Μολδαβία, Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία. Η εποχή κατά την οποία ταξίδευε ο Evliyâ συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ταξίδι του στην Ελλάδα, με συνοδεία τρεις υπηρέτες και τρεις «συντρόφους», άρχισε στα 1668. Ξεκίνησε από την Αδριανούπολη στις 27-2-1668, με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου συνεχιζόταν ο τουρκοβενετικός πόλεμος, διέσχισε την Ελληνική Χερσόνησο, και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έφτασε στην Αθήνα, και κατόπιν στην Πελοπόννησο.

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Η κλίση του για τα ταξίδια φάνηκε ήδη από το 1630, οπότε και για δέκα χρόνια θα περιηγηθεί την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τις εντυπώσεις του θα καταγράψει στο πρώτο του βιβλίο. Το 1645 πήρε μέρος στον πόλεμο της Κρήτης και παραβρέθηκε στην άλωση των Χανίων. Το επόμενο έτος θα επισκεφτεί ως τελώνης την  Μικρά Ασία (2ο βιβλίο). Στο τρίτο του βιβλίο θα περιγράψει τα ταξίδια του την κεντρική Ασία, την Συρία, την Παλαιστίνη και την σημερινή Βουλγαρία. Το τέταρτο βιβλίο του αναφέρεται στην κεντρική Μικρά Ασία και στη Βαγδάτη. Το πέμπτο και το έκτο βιβλίο του αναφέρονται γενικά στις χώρες της Σερβίας, της ΒΑ Μακεδονίας, της Αυστρίας, της Βενετίας. Το έβδομο βιβλίο του αναφέρεται στις περιοχές στις ευρωπαϊκές χώρες που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά πέρασε στην Κασπία και το 1666 έφτασε στο Αζόφ. Το όγδοο βιβλίο του αναφέρεται ολόκληρο στον Ελληνικό χώρο.

Στον τόμο που ασχολείται με την Ελληνική χερσόνησο υπάρχουν πολλές ανακρίβειες σχετικά με την αρχαιοελληνική ιστορία. Υπερεκτιμά τις λαϊκές παραδόσεις και τις παρουσιάζει σαν ιστορικά γεγονότα. Προσφέρει σημαντικό υλικό για την περιοχή και την ζωή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Είναι πιστός στη θρησκεία του και περιφρονεί τους αλλόθρησκους, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Χαρακτηριστικά, τους Έλληνες τους αποκαλεί «κιαφίρ», δηλαδή «άπιστους». Σημειώνει κάθε πληροφορία όπως την ακούει και την παραθέτει χωρίς σχόλια. Παραθέτει πολλούς αριθμούς, ειδικά όταν φτάνει στις πόλεις. Γενικά, το έργο του είναι ανεκτίμητης αξίας για την ιστορία της Ελλάδας.

  

Πηγές

  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Θάνος Κονδύλης, « Οι πόλεις της Ηπείρου στα κείμενα ξένων Περιηγητών», μέσα 17ου – μέσα 19ου αιώνα.

Read Full Post »

Ναύπλιο 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή 

 

 Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Ναύπλιο στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

[…] Αποδώ – εννοεί από το Άργος – με κατεύθυνση προς ανατολάς, μετά δύο ώρες φτάσαμε στο χωριό Κότσιγια, και συνεχίζοντας το δρόμο μας νότια ήρθαμε μετά μιαν ώρα στο παλιό Ναύπλιο. Ανάμεσα σε αμπέλια ήταν ένα πέτρινο ερειπωμένο κτίσμα. Αφού γυρίσαμε μια ώρα αυτό το μέρος, φτάσαμε στο Φρούριο του Ναυπλίου.

Στην Ιταλική και φράγκικη γλώσσα λέγεται Ανάπλιγε. Ο Πορθητής δε μπόρεσε να το κατάκτηση έπειτα από πολιορκία του. Δε μπόρεσε επίσης να το κατάκτηση και ο σουλτάνος Βαγιαζίτ, αν και το είχε πολιορκήσει. Το έτος …. το κατέκτησε ο βεζίρης του σουλτάνου Σουλεϊμάν Γκιουζελτζέ Κασίμ. Αυτό το φρούριο του Ναυπλίου είναι χάσι του πασά του Μορέος και βοϊβοδαλίκι. Ο διοικητής του δικαιούται σε πληρωμή 300 ακτσέδες. Είναι ιερός καζάς. Ο ιεροδίκης του εισπράττει 10 πουγγιά τό χρόνο.

 

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

 

Εδρεύουν εδώ: μωαμεθανός θρησκευτικός αρχηγός, ο αντιπρόσωπος των σερίφηδων της Μέκκας «παρά τω χαλίφη», ο sursat, o nuzul, επιμελητεία, τελώνης, λογιστής, φοροϋπάλληλος, αρχιτέκτων, o κετχουντάς των ιππέων, ο αρχηγός των γενιτσάρων, ο εντεταλμένος για τον κεφαλικό φόρο, ο αποθηκάριος και ο επιθεωρητής των αποθηκών. Όλες οι προμήθειες και οι τροφοδοσίες πού έπρεπε να αποσταλούν στην Κρήτη είχαν στοιβαχτή εδώ σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η πόλη είχε μεταβληθή σε ωκεανό από ανθρώπους. Υπάρχουν ο αγάς του φρουρίου, 20 αρχηγοί των στρατιωτών, οι αρχηγοί (:αγάδες) των δεξιών και των αριστερών πτερύγων του στρατού, ο αγάς των εθελοντών, ο αζέπ, μπεσλϊ, πυροβολητές, θωρακοφόροι, καπετάνιος, λιμενάρχης, οι αρχηγοί του φρουρίου του κυματοθραύστη. Οι άπιστοι Έλληνες είχαν επικεφαλής τους Portoports (συμβολαιογράφος ή πρωτόπαπας)  τους. Υπάρχουν πολλοί φεουδαρχίες και πρόκριτοι, πολλοί μορφωμένοι, πολλοί πασάδες και πολλοί γιοι των μπέηδων…  Ιδιαίτερα, από τα παιδιά του Μαριόλ ο Απτή πασάς, ο Μουσταφά πασάς, ο Χασάν πασάς. Πρόκειται για ναυάρχους με δυο ουρές, οι όποιοι αναστατώνουν τη Μεσόγειο.

 Οι τοίχοι του φρουρίου: Το φρούριο βρίσκεται στο τέλος του κόλπου του Ναυπλίου, πάνω στην παραλία. Είναι αρκετά μακρύ και τριώροφο, με γερούς τοίχους. Υπάρχει τζαμί  του Σουλεϊμάν Χάν (σουλτάνου), πού έγινε από εκκλησία. Ανέβηκα στο μιναρέ αυτού του τεμένους με 65 σκαλοπάτια και έκανα σχέδιο της πόλεως. Το τζαμί έχει μεγάλη στέρνα. Υπάρχουν επίσης 200 μουσουλμανικά σπίτια. Στο εσωτερικό φρούριο δεν υπάρχουν αμπέλια και κήποι. Προς το νότιο μέρος δεν υπάρχει τείχος. Στο ανατολικό μέρος του εσωτερικού κάστρου υπάρχουν τέσσερα φρούρια. Έχει πόρτα προς τη Δύση. Το εσωτερικό είναι (κατάλληλο για;) πεδίο μάχης. Έχει ένα τέμενος και πέντε σπίτια. Όταν πάς προς τα κάτω, έχει ακόμη ένα φρούριο, ακόμη πιο κάτω είναι ένα άλλο φρούριο. Είναι θάλασσα από τα τέσσερα μέρη. Το σημείο της συμβολής με τη ξηρά είναι 500 βήματα. Μπροστά στη μεγάλη πόρτα του φρουρίου υπάρχει μια αίθουσα συνεδριάσεων.

Η πόλη κάτω από το φρούριο: (Το φρούριο) βρίσκεται στην παραλία. Η περιφέρεια του φτάνει τα 4.000 ανοιχτά βήματα. Έχει 42 πύργους βασιλικούς και γύρω πέντε πόρτες. Υπάρχουν 1.600 σπίτια των βεζίρηδων, των μπεηλερμπέηδων (στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές μιας περιοχής) και των προκρίτων. Στο επάνω φρούριο τέτοια παλάτια δεν υπάρχουν. Τα παλάτια του Mcryologlu και του Seyhi εφέντη είναι ξακουστά.

Τζαμιά. Επειδή ή κοινότητα είναι μεγάλη, μέσα στην αγορά του υπάρχουν δύο τζαμιά. Στο επάνω φρούριο υπάρχει τζάμι του Σουλεϊμάν Χάν. Καταστήματα. Υπάρχουν 200 καταστήματα, τρία χάνια και μερικές βρύσες. Ικανοί τεχνίτες μικρού παζαριού. Έξω από τη μεγάλη πύλη υπάρχουν 50 μαγαζιά. Την Κυριακή γίνεται μεγάλο παζάρι.

Τα νερά του. Αυτή ή πόλη υδρεύεται από δύο μέρη. Τα νερά της όμως είναι ζεστά. Το νερό του Κασίμπασα είναι γλυκό. Οι ωραίες γυναίκες είναι ενάρετες και σπιτικές. Είναι επίσης πνευματώδεις και ένα κομμάτι ήλιου. Τα σπίτια των αρχόντων είναι Απτίπασα, Μουσταφάπασα, Χασάνπασα, Σεί­χη εφέντη. Οι γιατροί είναι πολλοί: ο Ρωμιός Μιχαλάκης και ο σκλάβος του Απτίπασα Μανολάκης είναι διάσημοι. Οι χειρούργοι Ουστά Habib (Θεόφιλος) και Ουστά Ρετζέπ.

 Το ντύσιμο. Οι ωραίοι νέοι φορούν prangone από τσόχα ποικιλόχρωμη. Όλοι είναι λεβέντες. Οι γυναίκες φορούν φερετζέδες από τσόχα πολύχρωμη και σκεπάζουν λίγο τα πλατιά τους κεφάλια. Τα ονόματα των προστατών των πλοίων είναι: Νταή Μουράτ, νταή Σετχάζ, νταή Άλβέζ, νταή Κακομοίρης. Οι υπηρέτες είναι Φράγκοι: Περβίζι, Σαχβάζι, Χεχζάτ, Μοχλί, Μπαλί. Ονόματα σκλάβων γυναικών: Άταμπέ, Κατιμπέ, Σαχιμπέ, Μουσεμμά, Τζανφετά, Σουριζέ.

Το κλίμα του. Σύμφωνα  με τούς μάγους και τούς αστρολάβους, στην 28° βρέθηκε στον αστερισμό του Ζυγού και της Αφροδίτης. Το κλίμα του είναι πολύ γλυκό. Οι εκκλησίες. Προς τη δυτική πλευρά της πόλεως, μέσα στις συνοικίες των άπιστων υπάρχουν εφτά εκκλησίες. Οι κάτοικοι είναι έμποροι, ναυτικοί και μαραγκοί. Παράξενο τιλισίμ. Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ φίδια, σκορπιοί και σαρανταποδαρούσες. Συνεπεία περιέργου τιλισίμ, κάθε χρόνο (ψάρια) κέφαλοι πού έρχονται εδώ να επισκεφτούν το φυλαχτό τους, ψαρεύονται. Το σιτάρι και το μπαμπάκι τους είναι περίφημα. Παράγουν λίγα κριθάρια και φακές. Τα σταφύλια τους είναι πολύ ζουμερά. Οι ελιές, τα σύκα, τα ρόδια είναι περίφημα. Χειμώνα και καλοκαίρι δεν λείπουν τα μαρούλια, το κάρδαμο, σαλάτες, κρεμμύδια και λοιπά χορταρικά τους. Ο μπακλαβάς τους, πού λέγεται güllac και το περδικονέφρι τους πουθενά άλλου δεν υπάρχουν. H λεμονάδα με αγνό μέλι και το σερμπέτι τους από ρόδια είναι περίφημα. Το κρασί είναι κόκκινο σαν το αίμα του γερανού, άλλα λένε πώς δεν προκαλεί μεθύσι. Γύρω στην πόλη υπάρχουν 18.000 αμπέλια.

 Στο λιμάνι της χωρούν, το ένα κοντά στο άλλο, 1.000 καράβια, άλλα σε περίπτωση αγκυροβολιάς χωρούν τριακόσια καράβια. Μια φορά το χρόνο έρχονται προς το φρούριο του Καστελιού αμέτρητοι κέφαλοι, γιατί υπάρχει τελεσίμ του ψαριού. Στη μέση του μεγάλου λιμανιού, πάνω στην κορφή ενός μικρού νησιού υπάρχει φρούριο του Καστελιού τετράγωνο, πού φυλάει το λιμάνι. Η περιφέρεια του είναι 300 βήματα. Υπάρχουν εκεί: ένα τζαμί, πέντε σπίτια και πενήντα υπερασπιστές του φρουρίου. Τα κανόνια του φρουρίου Καστέλι αποτρέπουν ακόμη και το κάθισμα του πουλιού στην περιοχή του λιμανιού. Μέσα υπάρχει στέρνα και μεγάλα κανόνια. Σαν τόπο προσκυνήματος έχουν πρώτα το Σελίμ baba.

Αφού πορευτήκαμε από δω ανατολικά, ύστερα από δίωρη πορεία, περάσαμε το χωριό Βολυμιρό, πού είναι τσιφλίκι του σπιτονοικοκύρη μας Σείχ εφέντη, και κατόπιν το χωριό Ήρια. Είναι τσιφλίκι του Τουρκούτ πασά. Συνεχίζοντας το δρόμο μας προς τ ανατολικά, μετά τρεις ώρες περάσαμε το μοναστήρι Avgoz. Ύστερα από τέσσερις ώρες πορεία προς τα ανατολικά, περάσαμε το χωριό Ersóles, πού βρίσκεται μέσα σε πέτρες. Ακόμα πιο κάτω στην παραλία ήρθαμε σε ένα μεγάλο χωριό των άπιστων Ρωμιών. Ύστερα από τρίωρη πορεία στην παραλία, προχωρώντας παραλιακά, περάσαμε το χωριό Pasya με πενήντα σπίτια απίστων. Είναι ναχιγιές της Κορίνθου[…].

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 

Read Full Post »

Πρασσά Αννίτα

Αννίτα Πρασσά Η Αννίτα Πρασσά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Είναι προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) του νομού Μαγνησίας στο Βόλο. Στο πλαίσιο της λειτουργίας των ΓΑΚ έχει διοργανώσει σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τα γνωστικά αντικείμενα «Νεότερη Ελληνική Ιστορία» και «Διδακτική της Ιστορίας». Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα καθώς και τα δημοσιεύματά της αφορούν κυρίως τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, το Φιλελληνισμό, τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης καθώς και τη νεότερη θεσσαλική ιστορία. Έχει την επιστημονική ευθύνη ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος με θέμα τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έχει λάβει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά. Το 1997 συμμετείχε στην επιστημονική επιτροπή του Ελληνορωσικού Επιστημονικού Συνεδρίου σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια, που διοργανώθηκε στο Ναύπλιο από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας και τη ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα.

Έχει γράψει τα βιβλία:» Ιωάννης Καποδίστριας. Ο αναγεννώμενος Φοίνιξ» (1776-1831), εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998, «Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του ’21», εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1999, «Όψεις και πραγματικότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η περίπτωση των Κυκλάδων (1828-1832)», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2003. Είναι τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Ε- Ιστορικά» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».

Read Full Post »

Αργολικός κάμποςWordsworth Christopher ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ)

 

Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ) (1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ας δούμε τις εντυπώσεις του από την περιήγηση του στην Αργολίδα.

Wordsworth Christopher

Wordsworth Christopher

Η καλύτερη θέα του Αργολικού κάμπου, στον οποίο περνάμε τώρα, είναι αυτή που έχει κανείς από την ακρόπολη – τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Λάρισα – του Άργους, πρωτεύουσας της Αργολίδας. Η Ακρόπολη αυτή βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού και απομονωμένου λόφου, σε απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων από τη βόρεια ακτή του Αργολικού Κόλπου. Από εδώ ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει τις τοποθεσίες που χάρισαν τη δόξα στο αργολικό έδαφος επί χιλιάδες χρόνια στην ιστορία και την ποίηση της Ελλάδας.

Μπροστά του, στο νότο, βρίσκεται ο όρμος στον οποίο αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, ερχόμενος από την Αίγυπτο – θέμα ενός από τα πρώτα δράματα της αθηναϊκής σκηνής. Στο δυτικό άκρο του ίδιου όρμου, βρίσκεται η λίμνη Λέρνη σ’ ένα σημείο πιο κοντά στην πόλη, ο ποταμός Ερασίνος πέφτει στη θάλασσα, έχοντας διασχίσει ένα υπόγειο ρήγμα από τη βόρεια Αρκαδία, ενώνοντας έτσι τη λίμνη Στυμφαλία, από την οποία πηγάζει και ήταν το σκηνικό ενός από τους Άθλους του Ηρα­κλή, με την αργολική Λέρνη, η οποία υπήρξε επίσης μάρτυρας ενός ανάλογου άθλου του ίδιου ήρωα.

Ακόμα πιο κοντά στην πόλη από την οποία έχουμε τη θέα, ρέει ο περίφημος πο­ταμός Ίναχος, που συνδέεται με την αργολική ιστορία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην πραγματικότητα κατηφορίζει από τα σύνορα της Αρκαδίας· σύμφωνα όμως με τις μυθώδεις αφηγήσεις Ελλήνων ποιητών – που τους άρεσε να συνδέουν μακρινούς τόπους μεταξύ τους με ποτάμια και οι οποίοι, επομένως, δε δίσταζαν να τους αποδίδουν την πορεία που ήταν πιο πρόσφορη για έναν τέτοιο σκοπό – δεν ήταν άλλος από έναν πο­ταμό με το ίδιο όνομα, ο οποίος έρεε στην περιοχή της Αμφιλοχίας, στην ανατο­λική ακτή του Αμβρακικού Κόλπου, και ο οποίος, έχοντας αναμίξει τα νερά του με τα νερά του Αιτωλικού Αχελώου, περνούσε κάτω από τη γη και αναδυόταν σε ένα σπήλαιο στους πρόποδες του Όρους Χάον, κοντά στους νότιους πρόποδες της ακρόπολης του Άργους.

Σ’ αυτό το πλάσμα της φαντασίας, αναγνωρίζουμε τα ίχνη μιας πολύ φυσικής και όχι δυσάρεστης προσπάθειας να συνδέονται οι κάτοικοι μιας αποικίας με αυτούς της μητρικής πόλης, με συναισθηματικούς δεσμούς που, παρά την απόσταση της μίας από την άλλη, ενισχύονταν από το γεγονός ότι ζούσαν στις όχθες του ίδιου ποταμού. Οι κάτοικοι και η ονομασία του Αμφιλοχικού Άργους προέρχονταν από το Άργος της Πελοποννήσου και σύμφωνα με όσα αναφέραμε προηγουμένως, οι δύο συγγενικές πόλεις βρίσκονταν σε διαρκή συμμαχία και επικοινωνία μεταξύ τους· οι καρδιές τους ήταν δεμένες πράγματι μεταξύ τους με το ασημένιο νήμα του ίδιου ποταμού.

 

 Μυκήνες

Mycenae Gate Drawing

Mycenae Gate Drawing

 Στο βόρειο άκρο του Αργολικού κάμπου βρίσκεται η πόλη Μυκήνες. Η θέση της είναι ορατή από την Ακρόπολη του Άργους. Παραμένει σχεδόν στην κατάσταση που βρισκόταν την εποχή του Αθηναίου ιστορικού, ο οποίος από την έκταση και την κατάσταση των ερειπίων της, όπως ήταν τότε, συνήγαγε ένα συμπέρασμα σχετικά με το μέγεθος της δύναμης του οίκου των ηγεμόνων της, των Ατρειδών , σε σύγκριση με αυτήν πιο πρόσφατων δυναστειών. Ατενίζουμε με δέος μια πόλη που ήταν ερειπωμένη την εποχή του Θουκυδίδη. Αλλά και με κάποια ευχαρίστηση παρατηρούμε το ίδιο περίφημο μνημείο αρχαίας γλυπτικής, που είχε δει εκεί σε παλαιότερες εποχές ο ταξιδιώτης Παυσανίας – στην καλαισθησία και την εργατικότητα του οποίου όλα τα άτομα που αισθάνονται ένα ενδιαφέρον για τη γεωγραφία και τις αρχαιότητες της Ελλάδας είναι βαθύτατα υποχρεωμένα – το οποίο στέκεται ακόμα στις μέρες μας, όπως το περιγράφει να στέκεται στη δική του εποχή, πάνω από την κύρια και στην πραγματικότητα μοναδική πύλη, με εξαίρεση μια μικρή παράπλευρη είσοδο, της πόλης της Μυκηνών.

 Εξερευνώντας τον αρχαιολογικό χώρο αυτής της πόλης και παρατηρώντας τη δομή και τον διάκοσμο της Πύλης Των Λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία της πόλης, νιώθουμε να γινόμαστε οι συνοδοιπόροι των δύο αυτών συγγραφέων, οι οποίοι είδαν αυτά που βλέπουμε εμείς τώρα. Ή, μάλλον, παρασυρμένοι από το ρεύμα της δικής τους πεποίθησης και ενδίδοντας στο χείμαρρο των συναισθημάτων που ωθούσαν κι εκείνους, νιώθουμε να αναγνωρίζουμε εδώ τα ίδια πράγματα τα οποία, στη φαντασία τους, έδιναν ζωή σ’ αυτόν τον τόπο σε παλαιότερους καιρούς.

Έτσι, για παράδειγμα, καθώς στεκόμαστε μπροστά στην κεντρική πύλη της πόλης των Μυκηνών, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε, που εξακολουθεί να πλαισιώνεται από τα τείχη και τον πύργο επιβλητικής και ηρωικής λιθοδομής, με τον αρχιτεκτονικό και γλυπτό διάκοσμο των πρώτων ημερών της, φανταζόμαστε τον Αγαμέμνονα, Αρχιστράτηγο των Ελλήνων, να φτάνει μπροστά της με το άρμα του, κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία στην Τροία τον βλέπουμε να παραδίδει τα ηνία του στον ακόλουθο του, να κατεβαίνει από το άρμα του και να πατάει το πόδι του στον λιθόστρωτο δρόμο που, σύμφωνα με την περιγραφή του δραματικού ποιητή, θα τον οδηγήσει στο ανάκτορο των προγόνων του, στην ακρόπολη, όπου ετοιμάζεται να επιστρέψει μετά από απουσία δέκα ετών. Ή ακόμα, έχουμε την αίσθηση ότι βλέπουμε τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα, να φτάνει τη χαραυγή με τον φίλο του Πυλάδη για να επισκεφτεί τον τάφο του νεκρού πατέρα του, που είδε εδώ ο Έλληνας ταξιδευτής στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως στη συνέχεια οραματιζόμαστε την πομπή των Παρθένων, που από το δρόμο της πόλης περνούν από την ίδια πύλη, κομίζοντας τις σπονδές και τα στεφάνια τους στον ίδιο τάφο ακούμε το θρήνο της περίλυπης Ηλέ­κτρας και είμαστε παρόντες τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αδελφό της, τον Ορέστη, γεγονός που μετατρέπει τη θλίψη της σε χαρά.

Στην υπόγεια αίθουσα, ή Θησαυροφυλάκιο, που βρίσκεται έξω από την πόλη, όχι πολύ μακριά από την ίδια πύλη και η είσοδος του υποστηρίζεται από κίονες από πράσινο βασάλτη με υπέροχη γωνιώδη δια­κόσμηση, η ασυνήθιστη δομή και συμμετρία του οποίου προσέλκυσε την προσοχή του ίδιου Τοπογράφου και περιγράφεται από αυτόν, βλέπουμε το χώρο αποθήκευσης του πλούτου των αρχαίων βασιλέων, χάρη στον οποίο η πόλη είχε αποκτήσει τον τίτλο Χρυσές  Μυκήνες. Φανταζόμαστε αυτή την αψιδωτή αίθουσα, όπως πιθανότατα φαντάστηκε ο Παυσανίας ότι θα ήταν την εποχή του Ατρέα, στον οποίο την αποδίδει. Βλέπουμε αριστουργηματικά άρματα, που στις πλευρές τους είναι αποτυπωμένες ανάγλυφες φιγούρες ασυνήθιστης τεχνικής, να κρέμονται στους τοίχους, οι οποίοι ήταν τότε καλυμμένοι με μεταλλικά φύλλα βλέπουμε αγγεία και τρί­ποδες από ορείχαλκο και χρυσό, δώρα Ελλήνων ή Ασιατών ηγεμόνων, στοιβαγμένα στο πάτωμα περικεφαλαίες και ασπίδες, ξίφη και λόγχες, τα εμβλήματα και τα όπλα αρχαίων ηρώων – κάποιοι από αυτούς πίστευαν, ενδεχομένως, ότι ήταν έργα του Ηφαίστου ή δώρα της Αθηνάς – κρεμασμένα από καρφιά ή στημένα στη σειρά κατά μήκος των τοίχων υπάρχουν στομίδες και χαλινάρια, πολυτελείς σαγές αλόγων και προμετωπίδες από ελεφαντόδοντο χρωματισμένο από τις γυναίκες της Μαιονίας (ΣτΜ: αρχαίο όνομα της Λυδίας) και στα σεντούκια από κάτω τους υπάρχουν κεντημένοι χιτώνες και μανδύες που λάμπουν από την πορφύρα και το χρυσάφι αραχνοΰφαντα υφάσματα που έπλεξαν αρχόντισσες και ευγενείς γυναίκες του βασιλικού οίκου του Πέλοπα, του Περσέα  και του Ατρέα. Τέτοιες είναι κάποιες από τις εικόνες που θα ζωντανέψουν στη φαντασία του ταξιδιώτη, καθώς θα πατάει στο έδαφος και θα παρατηρεί τα μνημεία των Μυκηνών.

 

Ο Ναός της Ήρας

 

 

 Ολοκληρώνουμε το πανόραμα που απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή από την κορυφή της ακρόπολης του Αργούς: Κοιτάζοντας προς τα βορειοανατολικά βλέπει, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων και σε μία από τις πλαγιές των λόφων που βυθίζονται βαθμιαία από τα ανατολικά στην αρ­γολική πεδιάδα, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου, ή του ναού της Ήρας, της προστάτιδας θεάς του Άργους. Οι πελεκημένοι όγκοι της υποδομής του σώζονται ακόμα. Είναι άξιο σχολιασμού το ότι επιλέχθηκε ένα τόσο μακρινό σημείο από την ίδια την πρωτεύουσα ως τοποθεσία για το οικοδόμημα που ήταν αφιερωμένο στην προστάτιδα της θεότητα. Τόσο απομακρυσμένο, ωστόσο, όσο ο ναός της Ήρας από τα μέρη όπου σύχναζαν άνθρωποι, πάνω σ’ έναν ήσυχο και μοναχικό λόφο που τον επισκέπτονταν μόνο βοσκοί με τα κοπάδια τους, περιτριγυρισμένο από συστάδες δέντρων, μ’ ένα βουνίσιο ποταμάκι να βρέχει και τις δύο πλευρές του, με μια μακριά κορυφογραμμή ψηλών λόφων να υψώνεται πίσω του και με τον πλατύ αργολικό κάμπο να απλώνεται στα πόδια του, το ιερό αυτό οικοδόμημα ενέπνεε κάτι περισσότερο από εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση δέους και σεβασμού που οφειλόταν ειδικά στη μεγαλοπρέπεια και το κύρος της δωρικής θεάς, της συζύγου του Δία και βασίλισσας των θεών, παρά αν βρισκόταν σε κάποιο λιγότερο απομονωμένο σημείο ή αν ήταν εκτεθειμένο καθημερινά στα μάτια των ανθρώπων μέσα στο θόρυβο των δρόμων ή το συνωστισμό της αγοράς της ίδιας της αργολικής πρωτεύουσας.

 Ο δρόμος που οδηγεί από το Άργος σ’ αυτόν το ναό και τον οποίο μπορούμε να ακολουθήσουμε με το βλέμμα μας από το σημείο όπου φανταζόμαστε τον εαυτό μας να στέκεται τώρα, έχει αποκτήσει ένα μόνιμο ενδιαφέρον – ανάλογο με αυτό της Πεδιάδας του Πίου, στις πλαγιές του Όρους Αίτνα – από την πράξη υικής στορ­γής των δύο αδελφών, που έσυραν με τα ίδια τους τα χέρια από τις πύλες του Άργους μέχρι την είσοδο του ναού, μια απόσταση σαράντα πέντε σταδίων, την άμαξα της μητέ­ρας τους, η οποία δεν είχε άλλο τρόπο για να φτάσει σε καλή κατάσταση την ημέρα του εορτασμού και να βρεθεί με την εύθυμη παρέα των συμπατριωτισσών της που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Στους δύο νέους, που είχαν στεφθεί νικητές στους γυμναστικούς αγώνες, το συγκεντρωμένο πλήθος επιφύλαξε θερμή υποδοχή κατά την άφιξη τους στο Ηραίο και συνεχάρη τη μητέρα για τους γιους της και τους γιους για τη δύναμη και την αρετή τους. Η μητέρα, εκφράζοντας τη χαρά της για την ευτυχία της και για τις πράξεις των παιδιών της, πήγε στο ιερό της Ήρας, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της και προσευχήθηκε για τους γιους της τις μεγαλύτερες ευλογίες που θα μπορούσε να δώσει η θεά και θα μπορούσαν εκείνοι να δεχθούν. Μετά από την προσευχή της μητέρας τους και αφού είχαν προσφέρει και τις δικές τους θυσίες, τα δύο αδέλφια, εξαντλημένα από την κούραση, ξάπλωσαν μέσα στο ναό και βυθίστηκαν μαζί σ’ έναν βαθύ ύπνο, από τον οποίο δεν ξύπνησαν ποτέ. Τα αγάλματα τους έστησαν στους Δελφούς με τα ίδια τους τα χέρια οι συμπατριώτες θαυμαστές τους· και η μοίρα τους αναφέρθηκε από το σοφό Σόλωνα στον πλούσιο Κροίσο ως κατώτερη σε ευτυχία μόνο του πεπρωμένου του Αθηναίου Τέλλου.

 

Τίρυνθα – Ναύπλιο

 

 

Grecia - Rovine di Tirinto.  Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Νοτίως του Ηραίου, ή Ναού της Ήρας, και στο βορειοανατολικό άκρο του Αργο­λικού Κόλπου, χτισμένη πάνω σ’ έναν χαμηλό στενόμακρο βράχο, βρίσκεται η ξεχωριστή πόλη Τίρυνθα. Έχοντας να επιδείξει πράγματι τα αρχαιότερα ερείπια της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Ελλάδας και προκαλώντας το θαυμασμό του θεατή με τις τεράστιες διαστάσεις των ακατέργαστων ογκόλιθων με τους οποίους είναι κατασκευασμένα τα τείχη και οι στοές και που προκάλεσαν ένα επίθετο για την έκφραση του θαυμασμού ακόμα και από το στόμα του ίδιου του Ομήρου – διασώζεται ως ένα εντυπωσιακό μνημείο της δύναμης ανθρώπων για τους οποίους η γραπτή ιστορία σιωπά. Ανεγέρθηκε και άκμασε σε εποχές προγενέστερες της ιστορίας και δείχνει να υπάρχει, προκειμένου να κάνει πιστευτή τη μυθολογία. Γνωρίζουμε για την Τίρυνθα μόνο ότι χτίστηκε από τους Κύκλωπες και ότι ήταν η πρώτη κατοικία του Ηρακλή.

Πιο νότια και εξουσιάζοντας την είσοδο του όρμου του Άργους, στην ανατολική πλευρά του, βρίσκεται η πόλη Ναύπλιο, που την έκανε σημαντική το επιβλητικό ύψωμα στο οποίο βρίσκεται η ακρόπολη της. Η σημασία που είχε το Άργος κατά τους ηρωικούς χρόνους, την οποία απέκτησε το Ναύπλιο κατά το Μεσαίωνα, καθώς και τα φυσικά πλεονεκτήματα της θέσης του, συνέβαλαν ώστε να διατηρήσει μια σπουδαιότητα, η οποία για πολλούς αιώνες μετέτρεψε την ονομασία του Ναυπλίου – η οποία προήλθε από το όνομα ενός από τους γιους του Ποσειδώνα – σε λέξη γνώριμη στους εμπόρους και ναυτικούς του Αρχιπελάγους.

 

Σχήμα και μορφή της Αργολικής Πεδιάδας

 

[…] Από έναν δρόμο που έχουμε ακολουθήσει και νωρίτερα κατευθυνόμαστε από τη Σπάρτη, την πόλη του Μενέλαου, στην πόλη του αδελφού του, τις Μυκήνες. Ο δρόμος από τη Ναυπλία πpos τα εκεί περνάει μέσα από την αργολική πεδιάδα, η οποία περιορίζεται από ένα καμπυλωτό φράγμα από βουνά από όλες τις πλευρές εκτός από το νότο, όπου περιβάλλεται από τη θάλασσα. Οι Μυκήνες βρίσκονται στη βόρεια κόγχη αυτής της καμπυλωτής λοφοσειράς, σε απόσταση δεκατεσσάρων χιλιομέτρων περίπου από την κορυφή του κόλπου. Γι’ αυτό και δε θα μπορούσε να επινοηθεί καταλληλότερη ονομασία από αυτήν που περιγράφει το Άργος – με την οποία εννοούμε ολόκληρη την επαρχία και όχι την πόλη – ως κοίλο και την πόλη των Μυκηνών ως χωμένη στην κώχη ή τον μυχό του Άργους. Δε φαίνεται απίθανο οι Μυκήνες να έλκουν την ονομασία τους από τη λέξη που στην αρχαία γλώσσα υποδήλωνε τον ‘μυχό’. Η πεδιάδα από την οποία περνάμε στο δρόμο μας προς τα εκεί είναι άνυδρη και γεμάτη σκόνη και έχει λίγα αντικείμενα  και που να σπάνε τη μονοτονία του γυμνού κάμπου. Δε διακόπτεται από φράχτες και τα λιγοστά σύγχρονα χωριά που είναι σκορπισμένα στην επιφάνεια του είναι μικρά και σχεδόν έρημα. Αποτελούνται, σε γενικές γραμμές, από μία χαμηλή εκκλησία, από ένα πηγάδι, του οποίου τα πέτρινα χείλη είναι βαθιά αυλακωμένα από τα σκοινιά που ανεβάζουν τους κουβάδες με το νερό, από σωρούς πελεκημένης πέτρας ολόγυρα τους και από λιγοστά αγροτόσπιτα από λάσπη, στους τοίχους των οποίων, στο τέλος του καλοκαιριού, κρέμονται για να αποξηρανθούν βλαστοί καλαμποκιού και καπνού. Η απόσταση από τη Ναυπλία μέχρι τις Μυκηνές είναι γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα. Ο δρόμος περνάει κάτω από τον επιβλητικό βράχο νοτιοανατολικά του Ναυπλίου, πάνω στον οποίο ορθώνεται το αρχαίο οχυρό Παλαμήδι και αφήνει τα Κυκλώπεια Τείχη της Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου βορείως του Ναυπλίου στο δεξί χέρι. Τα ερείπια των Μυκηνών, για τα οποία έχουν δοθεί νωρίτερα κάποιες λεπτομέρειες, σε παραπάνω αναφορά, από κάποιες απόψεις είναι ασύγκριτα σε ενδιαφέρον με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στην Ελλάδα. Η θέση τους αποτελεί ευτυχή συγκυρία· η περιοχή δεν κατοικείται και ανηφορίζει από μια άδεια πεδιάδα στον έρημο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκονται.

 

Η Ακρόπολη των Μυκηνών

 

 Η ακρόπολη καταλάμβανε ένα ύψωμα που εκτεινόταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και πρόσφερε ένα πλάτωμα με μήκος γύρω στα τριάντα μέτρα και πλάτος το μισό περίπου. Δύο χείμαρροι που κατέβαιναν από τους ανατολικούς λόφους έρεαν στις βραχώδεις κοίτες τους ο ένας νότια και ο άλλος βόρεια, κατά μήκος της βάσης της Ακρόπολης και από εκεί συνέχιζαν προς τον γενικό αποδέκτη των γειτονικών βουνίσιων ποταμών, την αργολική πεδιάδα. Μπορεί να ακολουθήσει κανείς τα τείχη της ακρόπολης σε ολόκληρη την περίμετρο τους· στη δυτική πλευρά φτάνουν σε σημαντικό ύψος. Ο χώρος τον οποίο περιέκλειαν,
δηλαδή η περιοχή της ακρόπολης, καλύπτεται από τη συνήθη χλόη και τα βουνίσια φυτά του τόπου. Μόνο λίγα θεμέλια αρχαίων κτηρίων σώζονται και μία ή δύο στέρνες λαξευμένες στο βραχώδες έδαφος και επιχρισμένες με κονίαμα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της Ακρόπολης των Μυκηνών. Ήταν προσβάσιμη από δύο πύλες, μία στα βορειοανατολικά και άλλη μία στα βο­ρειοδυτικά, και μόνον αυτές. Στις αρχαίες πόλεις, οι πύλες φαίνεται ότι εθεωρούντο αναγκαία κακά, τα οποία ήταν επικίνδυνο να πολλαπλασιάζουν κι ένας μεγάλος αριθμός πυλών εθεωρείτο τιμητικός, καθώς αποδείκνυε την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δύναμη και τη γενναιότητα τους για την υπεράσπιση τους. Εξ ου και τα επίθετα που χρησιμοποιούσαν για τη Θήβα και άλλες παρόμοιες πόλεις. Τη γραμμή των τειχών της ακρόπολης των Μυκηνών δεν την αλλοίωναν ούτε προεξέχοντες πύργοι· μόνο δύο προσεγγίσεις προς μια πυργοειδή κατασκευή υπάρχουν σε ολόκληρη την περίμετρο τους. Είναι κατάλληλα τοποθετημένες, ώστε να προστατεύουν τις δύο εισόδους για τις οποίες μιλήσαμε και προεξέχουν με τέτοιο τρόπο στη δεξιά πλευρά της κάθε πύλης, ώστε το χέρι με το σπαθί ενός επιτιθέμενου να είναι εκτεθειμένο στα βλήματα που εκτόξευαν εναντίον του οι πολιορκούμενοι από τον πύργο.

Και τα δύο αυτά σημεία είναι άξια προσοχής: η σχέση της πύλης με τον πύργο και η προβολή του δεύτερου με σκοπό την άμυνα· και από τις δύο αυτές απόψεις η κατασκευή της ακρόπολης, που βρίσκεται μπροστά μας, παρέχει μια επεξήγηση για την πολεμική αρχιτεκτονική που μας παρουσιάζει στην Ιλιάδα ο Όμηρος. Το ποίημα αυτό και τα τείχη των Μυκηνών δείχνουν να ανήκουν στην ίδια εποχή. Στην Ιλιάδα, όταν αναφέρεται κάποιος πύργος, πάντα συμπεραίνεται, πιστεύουμε, ότι κάποια πόλη γει­τονεύει μ’ αυτόν. Η Ελένη, για παράδειγμα, οδηγείται σ’ έναν πύργο ώστε να μπορεί να βλέπει από την επίπεδη κορυφή του τους Έλληνες αρχηγούς στην πεδιάδα της Τροί­ας. Την υποδέχονται εκεί ο Πρίαμος και οι Προεστοί της Τροίας, που περιγράφονται καθήμενοι στη Σκαιά Πύλη. Η Ανδρομάχη, σε άλλο χωρίο του ποιήματος, ανεβαίνει σ’ έναν πύργο για παρόμοιο λόγο· ο Έκτωρ την αναζητεί και ανταμώνουν, μαθαίνου­με, στη Σκαιά Πύλη. Η συνήθης γειτνίαση της Πύλης και του Πύργου συμπεραίνεται ότι ήταν πολύ γνωστή στους ακροατές του ποιήματος σε αυτούς και σε άλλους τόπους. Σε πόλεις όμως νεότερες από τις Μυκήνες και σε ποιήματα πιο πρόσφατα από αυτά του Ομήρου, μολονότι δεν υπάρχει ποτέ πύλη χωρίς πύργο, ένας πύργος δεν συνεπά­γεται απαραίτητα την παρουσία μιας πύλης δίπλα του.

 

 

 Η σημασία της Πύλης των Λεόντων

 

Η κύρια ή βορειοδυτική από τις δύο πύλες των Μυκηνών έχει να επιδείξει πάνω από το ανώφλι της το αρχαιότερο μνημείο γλυπτικής στην Ελλάδα. Οι δύο αυτοί ημιανάγλυφοι λέοντες είναι οι μόνοι διασωθέντες της εποχής τους. Ο μονόλιθος από πράσινο βασάλτη, πάνω στον οποίο είναι σκαλισμένοι, περικλείει όλη την ιστορία της γλυπτικής εκείνης της περιόδου. Το ποιος ήταν ο σκοπός αυτού του έργου θα ήταν άσκοπο να ερευνηθεί, μετά από τις αναλυτικές πραγματείες που έχουν αναπτυχθεί πάνω σ’ αυτό. Πιθανολογείται από τη στήλη που χωρίζει τους δύο λέοντες και από το πιθανό τελείωμα της σε μια σπειροειδή φλόγα – γιατί το επίκρανο και το επιστήλιο είναι ακρωτηριασμένα – ότι το έμβλημα αυτό ήταν ένα σύμβολο της ηλιακής λατρείας, την οποία οι Μυκήνες εικάζεται ότι αποκόμισαν από τη σχέση τους με την Περσία. Η υπόθεση αυτή είναι μάλλον τολμηρή και στηρίζεται σε αβέβαιη βάση. Ο Παυσανίας, ευαίσθητος καθώς ήταν σε τέτοια θέματα και κάπως επιρρεπής στην αναζήτηση μυστικιστικής σημασίας εκεί όπου δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, δε φαίνεται να έχει θεωρήσει ότι τα ζώα αυτά προσφέρουν έδαφος για την εφαρμογή μιας διαδικασίας μέσω της οποίας οι γλυπτές αναπαραστάσεις μετατρέπονται σε παπύρους θρησκευτικών ιερογλυφικών. Γι’ αυτόν ήταν απλώς λέοντες. Έτσι όπως στέκονται πάνω από την κύρια πύλη των Μυκηνών, μέσα από την οποία κατευθύνονταν προς την ακρόπολη όλοι αυτοί που ανέβαιναν από την πεδιάδα του Άργους από κάτω της, δείχνουν να υποβάλλουν μια πιο απλή υπόθεση – ότι σχεδιάστηκαν και τοποθετήθηκαν εκεί ως δηλωτικός υπαινιγμός για τον ξένο της δύναμης και του λιονταρίσιου θάρρους αυτής της πόλης, όπου ετοιμαζόταν να εισέλθει από την πύλη πάνω στην οποία στέκονταν. Έτσι αποτελούσαν εραλδικά εμβλήματα στον εθνικό θυρεό των Μυκηνών. Οι γλυπτοί σκύλοι που ήταν τοποθετημένοι στην είσοδο του Ανακτόρου του Αλκίνοου, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου, συμβόλιζαν την επαγρύπνηση με την οποία φυλασσόταν. Οι λέοντες των Μυκηνών, σε ανάλογη θέση, δήλωναν το τολμηρότερο πνεύμα που εμψύχωνε τους κατοίκους αυτής της πόλης. Η εμφάνιση επίσης του Βασιλιά των Μυκη­νών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, ενέπνεε τον Τρόμο, με το λιονταρίσιο κεφάλι που κοσμούσε την ασπίδα του: το ζώο αυτό, επομένως, ήταν πιθανότατα όχι απλώς ένα αρμόζον χαρακτηριστικό, αλλά και ένα εθνικό σύμβολο της μυκηναϊκής δύναμης.

 

Άργος – Ακρόπολη – Θέατρο

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Ένας δρόμος ξεκινάει από την αργολική πεδιάδα στα νοτιοδυτικά, ο οποίος οδηγεί στη σύγχρονη πόλη Τριπολιτσά. Η ίδια η αργολική πεδιάδα εκτείνεται από το βορρά προς το νότο σε μια έκταση δεκαπέντε χιλιομέτρων περίπου· αρχίζει στην κορυφή του κόλπου και τελειώνει στα ορεινά περάσματα που οδηγούν προς το βορρά στον Ισθμό της Κορίνθου. Το πλάτος της είναι όσο το μισό μήκος της περίπου. Οι ψηλότερες ή βορειότερες περιοχές αυτής της πεδιάδας υποφέρουν από λειψυδρία: εξ ου και το επίθετο που χρησιμοποίησε γι αυτήν ο Όμηρος, ενδεικτικό της δίψας του εδάφους της. Η χαμηλότερη περιοχή της, αντίθετα, καλύπτεται από βάλτους κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους και τέμνεται από το πλούσιο ρεύμα του ποταμού Ερασίνου, ο οποίος πηγάζει από ένα γραφικό σπήλαιο, παλαιότερα αφιερωμένο στον Βάκχο και τον Πάνα, κάτω από τους βράχους του Όρους Χάον, μέσα από το οποίο έχει ανοίξει το δρόμο του από την αρκαδική λίμνη Στυμφαλία. Λίγο μακρύτερα προς το νότο, στην παραλία, βρίσκονται ο βάλτος της Λέρνης και η απύθ­μενη λίμνη Αλκυονία, από την οποία μεγάλες υδάτινες ποσότητες μεταφέρονται μετά από μικρή διαδρομή μέσα στον κόλπο. Ο ποταμός Ίναχος, ο οποίος έρχεται από την υψηλότερη περιοχή της πεδιάδας, σπάνια βρίσκει το δρόμο του προς τη θάλασσα, παρά μόνο όταν φουσκώνει από κάποια πρόσφατη νεροποντή: τότε γίνεται ένας πλατύς και ορμητικός χείμαρρος.

 Η ίδια η πόλη του Άργους βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα βορείως του κόλπου, δυτικά της χαλικώδους όχθης του’Ιναχου και σε ίση απόσταση από τη Λέρνη και τη Ναυπλία, δηλαδή εννέα χιλιόμετρα. Η Ακρόπολη της ήταν ένας κωνικός λόφος, περίπου τριακόσια χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδεόμενος μέσω μιας στενής λωρίδας γης με ένα χαμηλότερο πλάτωμα στα βορειοανατολικά. Ο πρώτος ήταν η παλιά ακρόπολη του Φορωνέα και ονομαζόταν με τον πελα­σγικό όρο για το φρούριο Λάρισα, καθώς και Ασπίς, εξαιτίας του κυκλικού σχήμα­τος του. Το δεύτερο, από τη στενή λωρίδα γης που αναφέραμε, ονομαζόταν Δειράς ή Λαιμός. (Στμ: στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο ακροπόλεις, τη Λάρισα και την Ασπίδα, ενώ Δειράς ονομαζόταν το μεταξύ τους διάσελο.) Τα κυριότερα αρχαία ερείπια του Άργους εμφανίζονται στα θεμέλια αυτής της ακρόπολης, που συνδυάζονται με έργα της σύγχρονης εποχής· οι τρεις σειρές προμαχώνων και τα τρία ξεχωριστά κάστρα, από τα οποία αποτελείται το φρούριο, είναι κυρίως βενετικής αρχιτεκτονικής.

Κάτω από την ακρόπολη, κοιτάζοντας σχεδόν νοτιοανατολικά προς την Τίρυνθα, υπάρχει ένα καλοδιατηρημένο δείγμα αρχαίου θεάτρου, του οποίου τα εδώλια είναι λαξευμένα στο βραχώδες έδαφος· ήταν μοιρασμένα σε τρεις ξεχωριστές βαθμίδες από δύο περιζώματα. Στο χαμηλότερο τμήμα του αμφιθεάτρου φαίνεται να υπήρχαν τριάντα έξι εδώλια, δεκαέξι στη δεύτερη βαθμίδα και πάνω από δεκατέσσερα στην ψηλότερη. Διαμορφώνονταν σε σφήνες από τρεις διαδρόμους. Το θέατρο αυτό διατηρείται σε τέτοια κατάσταση, ώστε είναι πολύ ευχάριστο και όχι πολύ δύσκολο να το ξαναγεμίσει κανείς με τους θεατές που συνωστίζονταν κάποτε σ’ αυτά τα έρημα τώρα εδώλια και να παρακολουθήσει με τη φαντασία του τους ηθοποιούς που κινούνταν πάνω στη σκηνή μπροστά τους· να ενδώσει, εν ολίγοις, σ’ εκείνη την ευχάριστη πλάνη που πρόσφερε τόσο μεγάλη απόλαυση στον Αργείο ευγενή του παλιού καιρού ο οποίος, όπως μας λέει ο Οράτιος, συνήθιζε να έρχεται σ’ αυτά τα εδώλια, όταν ήταν άδεια όπως είναι τώρα, και να ονειρεύεται επί ώρες ολόκληρες ότι ακούει φανταστικές τραγωδίες, ένας πανευτυχής θεατής και χειροκροτητής σ’ ένα άδειο θέατρο.

Μολονότι όμως οι παλιές δόξες του Άργους έχουν σβήσει, έχοντας αφήσει τόσο πενιχρά ίχνη πίσω τους, από τις αρχαίες κατακτήσεις του έχει καταφέρει να δανειστεί και να οικειοποιηθεί τιμές που δεν ανήκουν πλήρως σ’ αυτό. Το έτος 468 π.Χ. η γειτονική πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Αργείους. Από τότε η ιστορία της αρχαίας έδρας του οίκου του Ατρέα συγχωνεύθηκε με αυτήν του Άργους και κατά συνέπεια γεγονότα που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα στις Μυκήνες έχουν μεταφερθεί από τους δραματικούς ποιητές των Αθηνών στο Άργος κι έτσι οι θεοί και οι ήρωες, καθώς και τα τείχη και οι κάτοικοι των Μυκηνών, μπορεί να πει κανείς ότι έγιναν κτήμα της νικήτριας πόλης, της ιστορίας και της μυθολογίας της οποίας αποτελούν τώρα μέρος. Συνεπής με αυτήν την αντίληψη, ο Αισχύλος, στις τραγωδίες του που συνδέονται με τις Μυκήνες, δεν έχει αναφέρει ποτέ το όνομα των Μυκηνών, παρά πάντα ονοματίζει το Άργος στη θέση τους· ενώ οι άλλοι δύο τραγικοί χρησιμοποιούν τόσο το όνομα των Μυκηνών όσο και του Άργους για το ίδιο θέμα[…].

 

Πηγές

  • Wordsworth, Christopher, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1884.
  • Wordsworth, Christopher, «Ελλάδα:μέσα από εικόνες, περιγραφές και ιστορικά στοιχεία», Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, 2008.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »