Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1682)


 

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή (τουρκ. Evliya Çelebi, αραβ. اوليا چلبي) ήταν Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής. Περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο το έτος 1668, και περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος και το Ναύπλιο δίνει ιδιαίτερες πληροφορίες  στο έργο του, Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Ο Τούρκος περιηγητής Evliyâ Çelebi γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  στα 1611 η 1612, και πέθανε περί το 1682. Ο πατέρας του ήταν αρχιχρυσοχόος στην Πόλη, και από τη μητέρα του συγγένευε με τον Αχμέτ πασά, υπασπιστή και αργότερα μεγάλο βεζίρη του Μουράτ Δ’. Οι κοινωνικές σχέσεις που μπόρεσε ν’ ανάπτυξη, χάρη στη συγγένεια αυτή και η ωραία φωνή, με την οποία ήταν προικισμένος, τον βοήθησαν  να μπει πολύ νέος στο παλάτι και να λάβει μεγάλη μόρφωση. Ο σουλτάνος εκτίμησε τη φωνή του, όταν, στο ραμαζάνι του 1636 (=τουρκ. 1045), τον άκουσε να ψέλνει στην Αγία Σοφία.

Άρχισε τις περιοδείες του, στα 1640, από την Προύσα, ακολουθώντας συνήθως τα τουρκικά στρατεύματα, πότε σαν πολεμιστής, πότε σαν μουε­ζίνης, άλλοτε με διπλωματική αποστολή και άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, «για νά γνωρίση τόν κόσμο». Ταξίδεψε επί 40 χρόνια και επισκέφτηκε την Αίγυπτο, τη Μέκκα, την Περσία, τη Μικρασία, Κριμαία, Μολδαβία, Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία. Η εποχή κατά την οποία ταξίδευε ο Evliyâ συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ταξίδι του στην Ελλάδα, με συνοδεία τρεις υπηρέτες και τρεις «συντρόφους», άρχισε στα 1668. Ξεκίνησε από την Αδριανούπολη στις 27-2-1668, με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου συνεχιζόταν ο τουρκοβενετικός πόλεμος, διέσχισε την Ελληνική Χερσόνησο, και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έφτασε στην Αθήνα, και κατόπιν στην Πελοπόννησο.

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Η κλίση του για τα ταξίδια φάνηκε ήδη από το 1630, οπότε και για δέκα χρόνια θα περιηγηθεί την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τις εντυπώσεις του θα καταγράψει στο πρώτο του βιβλίο. Το 1645 πήρε μέρος στον πόλεμο της Κρήτης και παραβρέθηκε στην άλωση των Χανίων. Το επόμενο έτος θα επισκεφτεί ως τελώνης την  Μικρά Ασία (2ο βιβλίο). Στο τρίτο του βιβλίο θα περιγράψει τα ταξίδια του την κεντρική Ασία, την Συρία, την Παλαιστίνη και την σημερινή Βουλγαρία. Το τέταρτο βιβλίο του αναφέρεται στην κεντρική Μικρά Ασία και στη Βαγδάτη. Το πέμπτο και το έκτο βιβλίο του αναφέρονται γενικά στις χώρες της Σερβίας, της ΒΑ Μακεδονίας, της Αυστρίας, της Βενετίας. Το έβδομο βιβλίο του αναφέρεται στις περιοχές στις ευρωπαϊκές χώρες που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά πέρασε στην Κασπία και το 1666 έφτασε στο Αζόφ. Το όγδοο βιβλίο του αναφέρεται ολόκληρο στον Ελληνικό χώρο.

Στον τόμο που ασχολείται με την Ελληνική χερσόνησο υπάρχουν πολλές ανακρίβειες σχετικά με την αρχαιοελληνική ιστορία. Υπερεκτιμά τις λαϊκές παραδόσεις και τις παρουσιάζει σαν ιστορικά γεγονότα. Προσφέρει σημαντικό υλικό για την περιοχή και την ζωή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Είναι πιστός στη θρησκεία του και περιφρονεί τους αλλόθρησκους, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Χαρακτηριστικά, τους Έλληνες τους αποκαλεί «κιαφίρ», δηλαδή «άπιστους». Σημειώνει κάθε πληροφορία όπως την ακούει και την παραθέτει χωρίς σχόλια. Παραθέτει πολλούς αριθμούς, ειδικά όταν φτάνει στις πόλεις. Γενικά, το έργο του είναι ανεκτίμητης αξίας για την ιστορία της Ελλάδας.

  

Πηγές

  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Θάνος Κονδύλης, « Οι πόλεις της Ηπείρου στα κείμενα ξένων Περιηγητών», μέσα 17ου – μέσα 19ου αιώνα.

Read Full Post »

Ναύπλιο 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή 

 

 Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Ναύπλιο στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

[…] Αποδώ – εννοεί από το Άργος – με κατεύθυνση προς ανατολάς, μετά δύο ώρες φτάσαμε στο χωριό Κότσιγια, και συνεχίζοντας το δρόμο μας νότια ήρθαμε μετά μιαν ώρα στο παλιό Ναύπλιο. Ανάμεσα σε αμπέλια ήταν ένα πέτρινο ερειπωμένο κτίσμα. Αφού γυρίσαμε μια ώρα αυτό το μέρος, φτάσαμε στο Φρούριο του Ναυπλίου.

Στην Ιταλική και φράγκικη γλώσσα λέγεται Ανάπλιγε. Ο Πορθητής δε μπόρεσε να το κατάκτηση έπειτα από πολιορκία του. Δε μπόρεσε επίσης να το κατάκτηση και ο σουλτάνος Βαγιαζίτ, αν και το είχε πολιορκήσει. Το έτος …. το κατέκτησε ο βεζίρης του σουλτάνου Σουλεϊμάν Γκιουζελτζέ Κασίμ. Αυτό το φρούριο του Ναυπλίου είναι χάσι του πασά του Μορέος και βοϊβοδαλίκι. Ο διοικητής του δικαιούται σε πληρωμή 300 ακτσέδες. Είναι ιερός καζάς. Ο ιεροδίκης του εισπράττει 10 πουγγιά τό χρόνο.

 

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

 

Εδρεύουν εδώ: μωαμεθανός θρησκευτικός αρχηγός, ο αντιπρόσωπος των σερίφηδων της Μέκκας «παρά τω χαλίφη», ο sursat, o nuzul, επιμελητεία, τελώνης, λογιστής, φοροϋπάλληλος, αρχιτέκτων, o κετχουντάς των ιππέων, ο αρχηγός των γενιτσάρων, ο εντεταλμένος για τον κεφαλικό φόρο, ο αποθηκάριος και ο επιθεωρητής των αποθηκών. Όλες οι προμήθειες και οι τροφοδοσίες πού έπρεπε να αποσταλούν στην Κρήτη είχαν στοιβαχτή εδώ σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η πόλη είχε μεταβληθή σε ωκεανό από ανθρώπους. Υπάρχουν ο αγάς του φρουρίου, 20 αρχηγοί των στρατιωτών, οι αρχηγοί (:αγάδες) των δεξιών και των αριστερών πτερύγων του στρατού, ο αγάς των εθελοντών, ο αζέπ, μπεσλϊ, πυροβολητές, θωρακοφόροι, καπετάνιος, λιμενάρχης, οι αρχηγοί του φρουρίου του κυματοθραύστη. Οι άπιστοι Έλληνες είχαν επικεφαλής τους Portoports (συμβολαιογράφος ή πρωτόπαπας)  τους. Υπάρχουν πολλοί φεουδαρχίες και πρόκριτοι, πολλοί μορφωμένοι, πολλοί πασάδες και πολλοί γιοι των μπέηδων…  Ιδιαίτερα, από τα παιδιά του Μαριόλ ο Απτή πασάς, ο Μουσταφά πασάς, ο Χασάν πασάς. Πρόκειται για ναυάρχους με δυο ουρές, οι όποιοι αναστατώνουν τη Μεσόγειο.

 Οι τοίχοι του φρουρίου: Το φρούριο βρίσκεται στο τέλος του κόλπου του Ναυπλίου, πάνω στην παραλία. Είναι αρκετά μακρύ και τριώροφο, με γερούς τοίχους. Υπάρχει τζαμί  του Σουλεϊμάν Χάν (σουλτάνου), πού έγινε από εκκλησία. Ανέβηκα στο μιναρέ αυτού του τεμένους με 65 σκαλοπάτια και έκανα σχέδιο της πόλεως. Το τζαμί έχει μεγάλη στέρνα. Υπάρχουν επίσης 200 μουσουλμανικά σπίτια. Στο εσωτερικό φρούριο δεν υπάρχουν αμπέλια και κήποι. Προς το νότιο μέρος δεν υπάρχει τείχος. Στο ανατολικό μέρος του εσωτερικού κάστρου υπάρχουν τέσσερα φρούρια. Έχει πόρτα προς τη Δύση. Το εσωτερικό είναι (κατάλληλο για;) πεδίο μάχης. Έχει ένα τέμενος και πέντε σπίτια. Όταν πάς προς τα κάτω, έχει ακόμη ένα φρούριο, ακόμη πιο κάτω είναι ένα άλλο φρούριο. Είναι θάλασσα από τα τέσσερα μέρη. Το σημείο της συμβολής με τη ξηρά είναι 500 βήματα. Μπροστά στη μεγάλη πόρτα του φρουρίου υπάρχει μια αίθουσα συνεδριάσεων.

Η πόλη κάτω από το φρούριο: (Το φρούριο) βρίσκεται στην παραλία. Η περιφέρεια του φτάνει τα 4.000 ανοιχτά βήματα. Έχει 42 πύργους βασιλικούς και γύρω πέντε πόρτες. Υπάρχουν 1.600 σπίτια των βεζίρηδων, των μπεηλερμπέηδων (στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές μιας περιοχής) και των προκρίτων. Στο επάνω φρούριο τέτοια παλάτια δεν υπάρχουν. Τα παλάτια του Mcryologlu και του Seyhi εφέντη είναι ξακουστά.

Τζαμιά. Επειδή ή κοινότητα είναι μεγάλη, μέσα στην αγορά του υπάρχουν δύο τζαμιά. Στο επάνω φρούριο υπάρχει τζάμι του Σουλεϊμάν Χάν. Καταστήματα. Υπάρχουν 200 καταστήματα, τρία χάνια και μερικές βρύσες. Ικανοί τεχνίτες μικρού παζαριού. Έξω από τη μεγάλη πύλη υπάρχουν 50 μαγαζιά. Την Κυριακή γίνεται μεγάλο παζάρι.

Τα νερά του. Αυτή ή πόλη υδρεύεται από δύο μέρη. Τα νερά της όμως είναι ζεστά. Το νερό του Κασίμπασα είναι γλυκό. Οι ωραίες γυναίκες είναι ενάρετες και σπιτικές. Είναι επίσης πνευματώδεις και ένα κομμάτι ήλιου. Τα σπίτια των αρχόντων είναι Απτίπασα, Μουσταφάπασα, Χασάνπασα, Σεί­χη εφέντη. Οι γιατροί είναι πολλοί: ο Ρωμιός Μιχαλάκης και ο σκλάβος του Απτίπασα Μανολάκης είναι διάσημοι. Οι χειρούργοι Ουστά Habib (Θεόφιλος) και Ουστά Ρετζέπ.

 Το ντύσιμο. Οι ωραίοι νέοι φορούν prangone από τσόχα ποικιλόχρωμη. Όλοι είναι λεβέντες. Οι γυναίκες φορούν φερετζέδες από τσόχα πολύχρωμη και σκεπάζουν λίγο τα πλατιά τους κεφάλια. Τα ονόματα των προστατών των πλοίων είναι: Νταή Μουράτ, νταή Σετχάζ, νταή Άλβέζ, νταή Κακομοίρης. Οι υπηρέτες είναι Φράγκοι: Περβίζι, Σαχβάζι, Χεχζάτ, Μοχλί, Μπαλί. Ονόματα σκλάβων γυναικών: Άταμπέ, Κατιμπέ, Σαχιμπέ, Μουσεμμά, Τζανφετά, Σουριζέ.

Το κλίμα του. Σύμφωνα  με τούς μάγους και τούς αστρολάβους, στην 28° βρέθηκε στον αστερισμό του Ζυγού και της Αφροδίτης. Το κλίμα του είναι πολύ γλυκό. Οι εκκλησίες. Προς τη δυτική πλευρά της πόλεως, μέσα στις συνοικίες των άπιστων υπάρχουν εφτά εκκλησίες. Οι κάτοικοι είναι έμποροι, ναυτικοί και μαραγκοί. Παράξενο τιλισίμ. Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ φίδια, σκορπιοί και σαρανταποδαρούσες. Συνεπεία περιέργου τιλισίμ, κάθε χρόνο (ψάρια) κέφαλοι πού έρχονται εδώ να επισκεφτούν το φυλαχτό τους, ψαρεύονται. Το σιτάρι και το μπαμπάκι τους είναι περίφημα. Παράγουν λίγα κριθάρια και φακές. Τα σταφύλια τους είναι πολύ ζουμερά. Οι ελιές, τα σύκα, τα ρόδια είναι περίφημα. Χειμώνα και καλοκαίρι δεν λείπουν τα μαρούλια, το κάρδαμο, σαλάτες, κρεμμύδια και λοιπά χορταρικά τους. Ο μπακλαβάς τους, πού λέγεται güllac και το περδικονέφρι τους πουθενά άλλου δεν υπάρχουν. H λεμονάδα με αγνό μέλι και το σερμπέτι τους από ρόδια είναι περίφημα. Το κρασί είναι κόκκινο σαν το αίμα του γερανού, άλλα λένε πώς δεν προκαλεί μεθύσι. Γύρω στην πόλη υπάρχουν 18.000 αμπέλια.

 Στο λιμάνι της χωρούν, το ένα κοντά στο άλλο, 1.000 καράβια, άλλα σε περίπτωση αγκυροβολιάς χωρούν τριακόσια καράβια. Μια φορά το χρόνο έρχονται προς το φρούριο του Καστελιού αμέτρητοι κέφαλοι, γιατί υπάρχει τελεσίμ του ψαριού. Στη μέση του μεγάλου λιμανιού, πάνω στην κορφή ενός μικρού νησιού υπάρχει φρούριο του Καστελιού τετράγωνο, πού φυλάει το λιμάνι. Η περιφέρεια του είναι 300 βήματα. Υπάρχουν εκεί: ένα τζαμί, πέντε σπίτια και πενήντα υπερασπιστές του φρουρίου. Τα κανόνια του φρουρίου Καστέλι αποτρέπουν ακόμη και το κάθισμα του πουλιού στην περιοχή του λιμανιού. Μέσα υπάρχει στέρνα και μεγάλα κανόνια. Σαν τόπο προσκυνήματος έχουν πρώτα το Σελίμ baba.

Αφού πορευτήκαμε από δω ανατολικά, ύστερα από δίωρη πορεία, περάσαμε το χωριό Βολυμιρό, πού είναι τσιφλίκι του σπιτονοικοκύρη μας Σείχ εφέντη, και κατόπιν το χωριό Ήρια. Είναι τσιφλίκι του Τουρκούτ πασά. Συνεχίζοντας το δρόμο μας προς τ ανατολικά, μετά τρεις ώρες περάσαμε το μοναστήρι Avgoz. Ύστερα από τέσσερις ώρες πορεία προς τα ανατολικά, περάσαμε το χωριό Ersóles, πού βρίσκεται μέσα σε πέτρες. Ακόμα πιο κάτω στην παραλία ήρθαμε σε ένα μεγάλο χωριό των άπιστων Ρωμιών. Ύστερα από τρίωρη πορεία στην παραλία, προχωρώντας παραλιακά, περάσαμε το χωριό Pasya με πενήντα σπίτια απίστων. Είναι ναχιγιές της Κορίνθου[…].

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 

Read Full Post »

Πρασσά Αννίτα

Αννίτα Πρασσά Η Αννίτα Πρασσά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Είναι προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) του νομού Μαγνησίας στο Βόλο. Στο πλαίσιο της λειτουργίας των ΓΑΚ έχει διοργανώσει σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τα γνωστικά αντικείμενα «Νεότερη Ελληνική Ιστορία» και «Διδακτική της Ιστορίας». Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα καθώς και τα δημοσιεύματά της αφορούν κυρίως τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, το Φιλελληνισμό, τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης καθώς και τη νεότερη θεσσαλική ιστορία. Έχει την επιστημονική ευθύνη ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος με θέμα τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έχει λάβει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά. Το 1997 συμμετείχε στην επιστημονική επιτροπή του Ελληνορωσικού Επιστημονικού Συνεδρίου σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια, που διοργανώθηκε στο Ναύπλιο από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας και τη ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα.

Έχει γράψει τα βιβλία:» Ιωάννης Καποδίστριας. Ο αναγεννώμενος Φοίνιξ» (1776-1831), εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998, «Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του ’21», εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1999, «Όψεις και πραγματικότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η περίπτωση των Κυκλάδων (1828-1832)», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2003. Είναι τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Ε- Ιστορικά» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».

Read Full Post »

Αργολικός κάμποςWordsworth Christopher ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ)

 

Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ) (1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ας δούμε τις εντυπώσεις του από την περιήγηση του στην Αργολίδα.

Wordsworth Christopher

Wordsworth Christopher

Η καλύτερη θέα του Αργολικού κάμπου, στον οποίο περνάμε τώρα, είναι αυτή που έχει κανείς από την ακρόπολη – τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Λάρισα – του Άργους, πρωτεύουσας της Αργολίδας. Η Ακρόπολη αυτή βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού και απομονωμένου λόφου, σε απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων από τη βόρεια ακτή του Αργολικού Κόλπου. Από εδώ ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει τις τοποθεσίες που χάρισαν τη δόξα στο αργολικό έδαφος επί χιλιάδες χρόνια στην ιστορία και την ποίηση της Ελλάδας.

Μπροστά του, στο νότο, βρίσκεται ο όρμος στον οποίο αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, ερχόμενος από την Αίγυπτο – θέμα ενός από τα πρώτα δράματα της αθηναϊκής σκηνής. Στο δυτικό άκρο του ίδιου όρμου, βρίσκεται η λίμνη Λέρνη σ’ ένα σημείο πιο κοντά στην πόλη, ο ποταμός Ερασίνος πέφτει στη θάλασσα, έχοντας διασχίσει ένα υπόγειο ρήγμα από τη βόρεια Αρκαδία, ενώνοντας έτσι τη λίμνη Στυμφαλία, από την οποία πηγάζει και ήταν το σκηνικό ενός από τους Άθλους του Ηρα­κλή, με την αργολική Λέρνη, η οποία υπήρξε επίσης μάρτυρας ενός ανάλογου άθλου του ίδιου ήρωα.

Ακόμα πιο κοντά στην πόλη από την οποία έχουμε τη θέα, ρέει ο περίφημος πο­ταμός Ίναχος, που συνδέεται με την αργολική ιστορία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην πραγματικότητα κατηφορίζει από τα σύνορα της Αρκαδίας· σύμφωνα όμως με τις μυθώδεις αφηγήσεις Ελλήνων ποιητών – που τους άρεσε να συνδέουν μακρινούς τόπους μεταξύ τους με ποτάμια και οι οποίοι, επομένως, δε δίσταζαν να τους αποδίδουν την πορεία που ήταν πιο πρόσφορη για έναν τέτοιο σκοπό – δεν ήταν άλλος από έναν πο­ταμό με το ίδιο όνομα, ο οποίος έρεε στην περιοχή της Αμφιλοχίας, στην ανατο­λική ακτή του Αμβρακικού Κόλπου, και ο οποίος, έχοντας αναμίξει τα νερά του με τα νερά του Αιτωλικού Αχελώου, περνούσε κάτω από τη γη και αναδυόταν σε ένα σπήλαιο στους πρόποδες του Όρους Χάον, κοντά στους νότιους πρόποδες της ακρόπολης του Άργους.

Σ’ αυτό το πλάσμα της φαντασίας, αναγνωρίζουμε τα ίχνη μιας πολύ φυσικής και όχι δυσάρεστης προσπάθειας να συνδέονται οι κάτοικοι μιας αποικίας με αυτούς της μητρικής πόλης, με συναισθηματικούς δεσμούς που, παρά την απόσταση της μίας από την άλλη, ενισχύονταν από το γεγονός ότι ζούσαν στις όχθες του ίδιου ποταμού. Οι κάτοικοι και η ονομασία του Αμφιλοχικού Άργους προέρχονταν από το Άργος της Πελοποννήσου και σύμφωνα με όσα αναφέραμε προηγουμένως, οι δύο συγγενικές πόλεις βρίσκονταν σε διαρκή συμμαχία και επικοινωνία μεταξύ τους· οι καρδιές τους ήταν δεμένες πράγματι μεταξύ τους με το ασημένιο νήμα του ίδιου ποταμού.

 

 Μυκήνες

Mycenae Gate Drawing

Mycenae Gate Drawing

 Στο βόρειο άκρο του Αργολικού κάμπου βρίσκεται η πόλη Μυκήνες. Η θέση της είναι ορατή από την Ακρόπολη του Άργους. Παραμένει σχεδόν στην κατάσταση που βρισκόταν την εποχή του Αθηναίου ιστορικού, ο οποίος από την έκταση και την κατάσταση των ερειπίων της, όπως ήταν τότε, συνήγαγε ένα συμπέρασμα σχετικά με το μέγεθος της δύναμης του οίκου των ηγεμόνων της, των Ατρειδών , σε σύγκριση με αυτήν πιο πρόσφατων δυναστειών. Ατενίζουμε με δέος μια πόλη που ήταν ερειπωμένη την εποχή του Θουκυδίδη. Αλλά και με κάποια ευχαρίστηση παρατηρούμε το ίδιο περίφημο μνημείο αρχαίας γλυπτικής, που είχε δει εκεί σε παλαιότερες εποχές ο ταξιδιώτης Παυσανίας – στην καλαισθησία και την εργατικότητα του οποίου όλα τα άτομα που αισθάνονται ένα ενδιαφέρον για τη γεωγραφία και τις αρχαιότητες της Ελλάδας είναι βαθύτατα υποχρεωμένα – το οποίο στέκεται ακόμα στις μέρες μας, όπως το περιγράφει να στέκεται στη δική του εποχή, πάνω από την κύρια και στην πραγματικότητα μοναδική πύλη, με εξαίρεση μια μικρή παράπλευρη είσοδο, της πόλης της Μυκηνών.

 Εξερευνώντας τον αρχαιολογικό χώρο αυτής της πόλης και παρατηρώντας τη δομή και τον διάκοσμο της Πύλης Των Λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία της πόλης, νιώθουμε να γινόμαστε οι συνοδοιπόροι των δύο αυτών συγγραφέων, οι οποίοι είδαν αυτά που βλέπουμε εμείς τώρα. Ή, μάλλον, παρασυρμένοι από το ρεύμα της δικής τους πεποίθησης και ενδίδοντας στο χείμαρρο των συναισθημάτων που ωθούσαν κι εκείνους, νιώθουμε να αναγνωρίζουμε εδώ τα ίδια πράγματα τα οποία, στη φαντασία τους, έδιναν ζωή σ’ αυτόν τον τόπο σε παλαιότερους καιρούς.

Έτσι, για παράδειγμα, καθώς στεκόμαστε μπροστά στην κεντρική πύλη της πόλης των Μυκηνών, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε, που εξακολουθεί να πλαισιώνεται από τα τείχη και τον πύργο επιβλητικής και ηρωικής λιθοδομής, με τον αρχιτεκτονικό και γλυπτό διάκοσμο των πρώτων ημερών της, φανταζόμαστε τον Αγαμέμνονα, Αρχιστράτηγο των Ελλήνων, να φτάνει μπροστά της με το άρμα του, κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία στην Τροία τον βλέπουμε να παραδίδει τα ηνία του στον ακόλουθο του, να κατεβαίνει από το άρμα του και να πατάει το πόδι του στον λιθόστρωτο δρόμο που, σύμφωνα με την περιγραφή του δραματικού ποιητή, θα τον οδηγήσει στο ανάκτορο των προγόνων του, στην ακρόπολη, όπου ετοιμάζεται να επιστρέψει μετά από απουσία δέκα ετών. Ή ακόμα, έχουμε την αίσθηση ότι βλέπουμε τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα, να φτάνει τη χαραυγή με τον φίλο του Πυλάδη για να επισκεφτεί τον τάφο του νεκρού πατέρα του, που είδε εδώ ο Έλληνας ταξιδευτής στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως στη συνέχεια οραματιζόμαστε την πομπή των Παρθένων, που από το δρόμο της πόλης περνούν από την ίδια πύλη, κομίζοντας τις σπονδές και τα στεφάνια τους στον ίδιο τάφο ακούμε το θρήνο της περίλυπης Ηλέ­κτρας και είμαστε παρόντες τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αδελφό της, τον Ορέστη, γεγονός που μετατρέπει τη θλίψη της σε χαρά.

Στην υπόγεια αίθουσα, ή Θησαυροφυλάκιο, που βρίσκεται έξω από την πόλη, όχι πολύ μακριά από την ίδια πύλη και η είσοδος του υποστηρίζεται από κίονες από πράσινο βασάλτη με υπέροχη γωνιώδη δια­κόσμηση, η ασυνήθιστη δομή και συμμετρία του οποίου προσέλκυσε την προσοχή του ίδιου Τοπογράφου και περιγράφεται από αυτόν, βλέπουμε το χώρο αποθήκευσης του πλούτου των αρχαίων βασιλέων, χάρη στον οποίο η πόλη είχε αποκτήσει τον τίτλο Χρυσές  Μυκήνες. Φανταζόμαστε αυτή την αψιδωτή αίθουσα, όπως πιθανότατα φαντάστηκε ο Παυσανίας ότι θα ήταν την εποχή του Ατρέα, στον οποίο την αποδίδει. Βλέπουμε αριστουργηματικά άρματα, που στις πλευρές τους είναι αποτυπωμένες ανάγλυφες φιγούρες ασυνήθιστης τεχνικής, να κρέμονται στους τοίχους, οι οποίοι ήταν τότε καλυμμένοι με μεταλλικά φύλλα βλέπουμε αγγεία και τρί­ποδες από ορείχαλκο και χρυσό, δώρα Ελλήνων ή Ασιατών ηγεμόνων, στοιβαγμένα στο πάτωμα περικεφαλαίες και ασπίδες, ξίφη και λόγχες, τα εμβλήματα και τα όπλα αρχαίων ηρώων – κάποιοι από αυτούς πίστευαν, ενδεχομένως, ότι ήταν έργα του Ηφαίστου ή δώρα της Αθηνάς – κρεμασμένα από καρφιά ή στημένα στη σειρά κατά μήκος των τοίχων υπάρχουν στομίδες και χαλινάρια, πολυτελείς σαγές αλόγων και προμετωπίδες από ελεφαντόδοντο χρωματισμένο από τις γυναίκες της Μαιονίας (ΣτΜ: αρχαίο όνομα της Λυδίας) και στα σεντούκια από κάτω τους υπάρχουν κεντημένοι χιτώνες και μανδύες που λάμπουν από την πορφύρα και το χρυσάφι αραχνοΰφαντα υφάσματα που έπλεξαν αρχόντισσες και ευγενείς γυναίκες του βασιλικού οίκου του Πέλοπα, του Περσέα  και του Ατρέα. Τέτοιες είναι κάποιες από τις εικόνες που θα ζωντανέψουν στη φαντασία του ταξιδιώτη, καθώς θα πατάει στο έδαφος και θα παρατηρεί τα μνημεία των Μυκηνών.

 

Ο Ναός της Ήρας

 

 

 Ολοκληρώνουμε το πανόραμα που απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή από την κορυφή της ακρόπολης του Αργούς: Κοιτάζοντας προς τα βορειοανατολικά βλέπει, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων και σε μία από τις πλαγιές των λόφων που βυθίζονται βαθμιαία από τα ανατολικά στην αρ­γολική πεδιάδα, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου, ή του ναού της Ήρας, της προστάτιδας θεάς του Άργους. Οι πελεκημένοι όγκοι της υποδομής του σώζονται ακόμα. Είναι άξιο σχολιασμού το ότι επιλέχθηκε ένα τόσο μακρινό σημείο από την ίδια την πρωτεύουσα ως τοποθεσία για το οικοδόμημα που ήταν αφιερωμένο στην προστάτιδα της θεότητα. Τόσο απομακρυσμένο, ωστόσο, όσο ο ναός της Ήρας από τα μέρη όπου σύχναζαν άνθρωποι, πάνω σ’ έναν ήσυχο και μοναχικό λόφο που τον επισκέπτονταν μόνο βοσκοί με τα κοπάδια τους, περιτριγυρισμένο από συστάδες δέντρων, μ’ ένα βουνίσιο ποταμάκι να βρέχει και τις δύο πλευρές του, με μια μακριά κορυφογραμμή ψηλών λόφων να υψώνεται πίσω του και με τον πλατύ αργολικό κάμπο να απλώνεται στα πόδια του, το ιερό αυτό οικοδόμημα ενέπνεε κάτι περισσότερο από εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση δέους και σεβασμού που οφειλόταν ειδικά στη μεγαλοπρέπεια και το κύρος της δωρικής θεάς, της συζύγου του Δία και βασίλισσας των θεών, παρά αν βρισκόταν σε κάποιο λιγότερο απομονωμένο σημείο ή αν ήταν εκτεθειμένο καθημερινά στα μάτια των ανθρώπων μέσα στο θόρυβο των δρόμων ή το συνωστισμό της αγοράς της ίδιας της αργολικής πρωτεύουσας.

 Ο δρόμος που οδηγεί από το Άργος σ’ αυτόν το ναό και τον οποίο μπορούμε να ακολουθήσουμε με το βλέμμα μας από το σημείο όπου φανταζόμαστε τον εαυτό μας να στέκεται τώρα, έχει αποκτήσει ένα μόνιμο ενδιαφέρον – ανάλογο με αυτό της Πεδιάδας του Πίου, στις πλαγιές του Όρους Αίτνα – από την πράξη υικής στορ­γής των δύο αδελφών, που έσυραν με τα ίδια τους τα χέρια από τις πύλες του Άργους μέχρι την είσοδο του ναού, μια απόσταση σαράντα πέντε σταδίων, την άμαξα της μητέ­ρας τους, η οποία δεν είχε άλλο τρόπο για να φτάσει σε καλή κατάσταση την ημέρα του εορτασμού και να βρεθεί με την εύθυμη παρέα των συμπατριωτισσών της που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Στους δύο νέους, που είχαν στεφθεί νικητές στους γυμναστικούς αγώνες, το συγκεντρωμένο πλήθος επιφύλαξε θερμή υποδοχή κατά την άφιξη τους στο Ηραίο και συνεχάρη τη μητέρα για τους γιους της και τους γιους για τη δύναμη και την αρετή τους. Η μητέρα, εκφράζοντας τη χαρά της για την ευτυχία της και για τις πράξεις των παιδιών της, πήγε στο ιερό της Ήρας, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της και προσευχήθηκε για τους γιους της τις μεγαλύτερες ευλογίες που θα μπορούσε να δώσει η θεά και θα μπορούσαν εκείνοι να δεχθούν. Μετά από την προσευχή της μητέρας τους και αφού είχαν προσφέρει και τις δικές τους θυσίες, τα δύο αδέλφια, εξαντλημένα από την κούραση, ξάπλωσαν μέσα στο ναό και βυθίστηκαν μαζί σ’ έναν βαθύ ύπνο, από τον οποίο δεν ξύπνησαν ποτέ. Τα αγάλματα τους έστησαν στους Δελφούς με τα ίδια τους τα χέρια οι συμπατριώτες θαυμαστές τους· και η μοίρα τους αναφέρθηκε από το σοφό Σόλωνα στον πλούσιο Κροίσο ως κατώτερη σε ευτυχία μόνο του πεπρωμένου του Αθηναίου Τέλλου.

 

Τίρυνθα – Ναύπλιο

 

 

Grecia - Rovine di Tirinto.  Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Νοτίως του Ηραίου, ή Ναού της Ήρας, και στο βορειοανατολικό άκρο του Αργο­λικού Κόλπου, χτισμένη πάνω σ’ έναν χαμηλό στενόμακρο βράχο, βρίσκεται η ξεχωριστή πόλη Τίρυνθα. Έχοντας να επιδείξει πράγματι τα αρχαιότερα ερείπια της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Ελλάδας και προκαλώντας το θαυμασμό του θεατή με τις τεράστιες διαστάσεις των ακατέργαστων ογκόλιθων με τους οποίους είναι κατασκευασμένα τα τείχη και οι στοές και που προκάλεσαν ένα επίθετο για την έκφραση του θαυμασμού ακόμα και από το στόμα του ίδιου του Ομήρου – διασώζεται ως ένα εντυπωσιακό μνημείο της δύναμης ανθρώπων για τους οποίους η γραπτή ιστορία σιωπά. Ανεγέρθηκε και άκμασε σε εποχές προγενέστερες της ιστορίας και δείχνει να υπάρχει, προκειμένου να κάνει πιστευτή τη μυθολογία. Γνωρίζουμε για την Τίρυνθα μόνο ότι χτίστηκε από τους Κύκλωπες και ότι ήταν η πρώτη κατοικία του Ηρακλή.

Πιο νότια και εξουσιάζοντας την είσοδο του όρμου του Άργους, στην ανατολική πλευρά του, βρίσκεται η πόλη Ναύπλιο, που την έκανε σημαντική το επιβλητικό ύψωμα στο οποίο βρίσκεται η ακρόπολη της. Η σημασία που είχε το Άργος κατά τους ηρωικούς χρόνους, την οποία απέκτησε το Ναύπλιο κατά το Μεσαίωνα, καθώς και τα φυσικά πλεονεκτήματα της θέσης του, συνέβαλαν ώστε να διατηρήσει μια σπουδαιότητα, η οποία για πολλούς αιώνες μετέτρεψε την ονομασία του Ναυπλίου – η οποία προήλθε από το όνομα ενός από τους γιους του Ποσειδώνα – σε λέξη γνώριμη στους εμπόρους και ναυτικούς του Αρχιπελάγους.

 

Σχήμα και μορφή της Αργολικής Πεδιάδας

 

[…] Από έναν δρόμο που έχουμε ακολουθήσει και νωρίτερα κατευθυνόμαστε από τη Σπάρτη, την πόλη του Μενέλαου, στην πόλη του αδελφού του, τις Μυκήνες. Ο δρόμος από τη Ναυπλία πpos τα εκεί περνάει μέσα από την αργολική πεδιάδα, η οποία περιορίζεται από ένα καμπυλωτό φράγμα από βουνά από όλες τις πλευρές εκτός από το νότο, όπου περιβάλλεται από τη θάλασσα. Οι Μυκήνες βρίσκονται στη βόρεια κόγχη αυτής της καμπυλωτής λοφοσειράς, σε απόσταση δεκατεσσάρων χιλιομέτρων περίπου από την κορυφή του κόλπου. Γι’ αυτό και δε θα μπορούσε να επινοηθεί καταλληλότερη ονομασία από αυτήν που περιγράφει το Άργος – με την οποία εννοούμε ολόκληρη την επαρχία και όχι την πόλη – ως κοίλο και την πόλη των Μυκηνών ως χωμένη στην κώχη ή τον μυχό του Άργους. Δε φαίνεται απίθανο οι Μυκήνες να έλκουν την ονομασία τους από τη λέξη που στην αρχαία γλώσσα υποδήλωνε τον ‘μυχό’. Η πεδιάδα από την οποία περνάμε στο δρόμο μας προς τα εκεί είναι άνυδρη και γεμάτη σκόνη και έχει λίγα αντικείμενα  και που να σπάνε τη μονοτονία του γυμνού κάμπου. Δε διακόπτεται από φράχτες και τα λιγοστά σύγχρονα χωριά που είναι σκορπισμένα στην επιφάνεια του είναι μικρά και σχεδόν έρημα. Αποτελούνται, σε γενικές γραμμές, από μία χαμηλή εκκλησία, από ένα πηγάδι, του οποίου τα πέτρινα χείλη είναι βαθιά αυλακωμένα από τα σκοινιά που ανεβάζουν τους κουβάδες με το νερό, από σωρούς πελεκημένης πέτρας ολόγυρα τους και από λιγοστά αγροτόσπιτα από λάσπη, στους τοίχους των οποίων, στο τέλος του καλοκαιριού, κρέμονται για να αποξηρανθούν βλαστοί καλαμποκιού και καπνού. Η απόσταση από τη Ναυπλία μέχρι τις Μυκηνές είναι γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα. Ο δρόμος περνάει κάτω από τον επιβλητικό βράχο νοτιοανατολικά του Ναυπλίου, πάνω στον οποίο ορθώνεται το αρχαίο οχυρό Παλαμήδι και αφήνει τα Κυκλώπεια Τείχη της Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου βορείως του Ναυπλίου στο δεξί χέρι. Τα ερείπια των Μυκηνών, για τα οποία έχουν δοθεί νωρίτερα κάποιες λεπτομέρειες, σε παραπάνω αναφορά, από κάποιες απόψεις είναι ασύγκριτα σε ενδιαφέρον με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στην Ελλάδα. Η θέση τους αποτελεί ευτυχή συγκυρία· η περιοχή δεν κατοικείται και ανηφορίζει από μια άδεια πεδιάδα στον έρημο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκονται.

 

Η Ακρόπολη των Μυκηνών

 

 Η ακρόπολη καταλάμβανε ένα ύψωμα που εκτεινόταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και πρόσφερε ένα πλάτωμα με μήκος γύρω στα τριάντα μέτρα και πλάτος το μισό περίπου. Δύο χείμαρροι που κατέβαιναν από τους ανατολικούς λόφους έρεαν στις βραχώδεις κοίτες τους ο ένας νότια και ο άλλος βόρεια, κατά μήκος της βάσης της Ακρόπολης και από εκεί συνέχιζαν προς τον γενικό αποδέκτη των γειτονικών βουνίσιων ποταμών, την αργολική πεδιάδα. Μπορεί να ακολουθήσει κανείς τα τείχη της ακρόπολης σε ολόκληρη την περίμετρο τους· στη δυτική πλευρά φτάνουν σε σημαντικό ύψος. Ο χώρος τον οποίο περιέκλειαν,
δηλαδή η περιοχή της ακρόπολης, καλύπτεται από τη συνήθη χλόη και τα βουνίσια φυτά του τόπου. Μόνο λίγα θεμέλια αρχαίων κτηρίων σώζονται και μία ή δύο στέρνες λαξευμένες στο βραχώδες έδαφος και επιχρισμένες με κονίαμα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της Ακρόπολης των Μυκηνών. Ήταν προσβάσιμη από δύο πύλες, μία στα βορειοανατολικά και άλλη μία στα βο­ρειοδυτικά, και μόνον αυτές. Στις αρχαίες πόλεις, οι πύλες φαίνεται ότι εθεωρούντο αναγκαία κακά, τα οποία ήταν επικίνδυνο να πολλαπλασιάζουν κι ένας μεγάλος αριθμός πυλών εθεωρείτο τιμητικός, καθώς αποδείκνυε την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δύναμη και τη γενναιότητα τους για την υπεράσπιση τους. Εξ ου και τα επίθετα που χρησιμοποιούσαν για τη Θήβα και άλλες παρόμοιες πόλεις. Τη γραμμή των τειχών της ακρόπολης των Μυκηνών δεν την αλλοίωναν ούτε προεξέχοντες πύργοι· μόνο δύο προσεγγίσεις προς μια πυργοειδή κατασκευή υπάρχουν σε ολόκληρη την περίμετρο τους. Είναι κατάλληλα τοποθετημένες, ώστε να προστατεύουν τις δύο εισόδους για τις οποίες μιλήσαμε και προεξέχουν με τέτοιο τρόπο στη δεξιά πλευρά της κάθε πύλης, ώστε το χέρι με το σπαθί ενός επιτιθέμενου να είναι εκτεθειμένο στα βλήματα που εκτόξευαν εναντίον του οι πολιορκούμενοι από τον πύργο.

Και τα δύο αυτά σημεία είναι άξια προσοχής: η σχέση της πύλης με τον πύργο και η προβολή του δεύτερου με σκοπό την άμυνα· και από τις δύο αυτές απόψεις η κατασκευή της ακρόπολης, που βρίσκεται μπροστά μας, παρέχει μια επεξήγηση για την πολεμική αρχιτεκτονική που μας παρουσιάζει στην Ιλιάδα ο Όμηρος. Το ποίημα αυτό και τα τείχη των Μυκηνών δείχνουν να ανήκουν στην ίδια εποχή. Στην Ιλιάδα, όταν αναφέρεται κάποιος πύργος, πάντα συμπεραίνεται, πιστεύουμε, ότι κάποια πόλη γει­τονεύει μ’ αυτόν. Η Ελένη, για παράδειγμα, οδηγείται σ’ έναν πύργο ώστε να μπορεί να βλέπει από την επίπεδη κορυφή του τους Έλληνες αρχηγούς στην πεδιάδα της Τροί­ας. Την υποδέχονται εκεί ο Πρίαμος και οι Προεστοί της Τροίας, που περιγράφονται καθήμενοι στη Σκαιά Πύλη. Η Ανδρομάχη, σε άλλο χωρίο του ποιήματος, ανεβαίνει σ’ έναν πύργο για παρόμοιο λόγο· ο Έκτωρ την αναζητεί και ανταμώνουν, μαθαίνου­με, στη Σκαιά Πύλη. Η συνήθης γειτνίαση της Πύλης και του Πύργου συμπεραίνεται ότι ήταν πολύ γνωστή στους ακροατές του ποιήματος σε αυτούς και σε άλλους τόπους. Σε πόλεις όμως νεότερες από τις Μυκήνες και σε ποιήματα πιο πρόσφατα από αυτά του Ομήρου, μολονότι δεν υπάρχει ποτέ πύλη χωρίς πύργο, ένας πύργος δεν συνεπά­γεται απαραίτητα την παρουσία μιας πύλης δίπλα του.

 

 

 Η σημασία της Πύλης των Λεόντων

 

Η κύρια ή βορειοδυτική από τις δύο πύλες των Μυκηνών έχει να επιδείξει πάνω από το ανώφλι της το αρχαιότερο μνημείο γλυπτικής στην Ελλάδα. Οι δύο αυτοί ημιανάγλυφοι λέοντες είναι οι μόνοι διασωθέντες της εποχής τους. Ο μονόλιθος από πράσινο βασάλτη, πάνω στον οποίο είναι σκαλισμένοι, περικλείει όλη την ιστορία της γλυπτικής εκείνης της περιόδου. Το ποιος ήταν ο σκοπός αυτού του έργου θα ήταν άσκοπο να ερευνηθεί, μετά από τις αναλυτικές πραγματείες που έχουν αναπτυχθεί πάνω σ’ αυτό. Πιθανολογείται από τη στήλη που χωρίζει τους δύο λέοντες και από το πιθανό τελείωμα της σε μια σπειροειδή φλόγα – γιατί το επίκρανο και το επιστήλιο είναι ακρωτηριασμένα – ότι το έμβλημα αυτό ήταν ένα σύμβολο της ηλιακής λατρείας, την οποία οι Μυκήνες εικάζεται ότι αποκόμισαν από τη σχέση τους με την Περσία. Η υπόθεση αυτή είναι μάλλον τολμηρή και στηρίζεται σε αβέβαιη βάση. Ο Παυσανίας, ευαίσθητος καθώς ήταν σε τέτοια θέματα και κάπως επιρρεπής στην αναζήτηση μυστικιστικής σημασίας εκεί όπου δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, δε φαίνεται να έχει θεωρήσει ότι τα ζώα αυτά προσφέρουν έδαφος για την εφαρμογή μιας διαδικασίας μέσω της οποίας οι γλυπτές αναπαραστάσεις μετατρέπονται σε παπύρους θρησκευτικών ιερογλυφικών. Γι’ αυτόν ήταν απλώς λέοντες. Έτσι όπως στέκονται πάνω από την κύρια πύλη των Μυκηνών, μέσα από την οποία κατευθύνονταν προς την ακρόπολη όλοι αυτοί που ανέβαιναν από την πεδιάδα του Άργους από κάτω της, δείχνουν να υποβάλλουν μια πιο απλή υπόθεση – ότι σχεδιάστηκαν και τοποθετήθηκαν εκεί ως δηλωτικός υπαινιγμός για τον ξένο της δύναμης και του λιονταρίσιου θάρρους αυτής της πόλης, όπου ετοιμαζόταν να εισέλθει από την πύλη πάνω στην οποία στέκονταν. Έτσι αποτελούσαν εραλδικά εμβλήματα στον εθνικό θυρεό των Μυκηνών. Οι γλυπτοί σκύλοι που ήταν τοποθετημένοι στην είσοδο του Ανακτόρου του Αλκίνοου, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου, συμβόλιζαν την επαγρύπνηση με την οποία φυλασσόταν. Οι λέοντες των Μυκηνών, σε ανάλογη θέση, δήλωναν το τολμηρότερο πνεύμα που εμψύχωνε τους κατοίκους αυτής της πόλης. Η εμφάνιση επίσης του Βασιλιά των Μυκη­νών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, ενέπνεε τον Τρόμο, με το λιονταρίσιο κεφάλι που κοσμούσε την ασπίδα του: το ζώο αυτό, επομένως, ήταν πιθανότατα όχι απλώς ένα αρμόζον χαρακτηριστικό, αλλά και ένα εθνικό σύμβολο της μυκηναϊκής δύναμης.

 

Άργος – Ακρόπολη – Θέατρο

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Ένας δρόμος ξεκινάει από την αργολική πεδιάδα στα νοτιοδυτικά, ο οποίος οδηγεί στη σύγχρονη πόλη Τριπολιτσά. Η ίδια η αργολική πεδιάδα εκτείνεται από το βορρά προς το νότο σε μια έκταση δεκαπέντε χιλιομέτρων περίπου· αρχίζει στην κορυφή του κόλπου και τελειώνει στα ορεινά περάσματα που οδηγούν προς το βορρά στον Ισθμό της Κορίνθου. Το πλάτος της είναι όσο το μισό μήκος της περίπου. Οι ψηλότερες ή βορειότερες περιοχές αυτής της πεδιάδας υποφέρουν από λειψυδρία: εξ ου και το επίθετο που χρησιμοποίησε γι αυτήν ο Όμηρος, ενδεικτικό της δίψας του εδάφους της. Η χαμηλότερη περιοχή της, αντίθετα, καλύπτεται από βάλτους κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους και τέμνεται από το πλούσιο ρεύμα του ποταμού Ερασίνου, ο οποίος πηγάζει από ένα γραφικό σπήλαιο, παλαιότερα αφιερωμένο στον Βάκχο και τον Πάνα, κάτω από τους βράχους του Όρους Χάον, μέσα από το οποίο έχει ανοίξει το δρόμο του από την αρκαδική λίμνη Στυμφαλία. Λίγο μακρύτερα προς το νότο, στην παραλία, βρίσκονται ο βάλτος της Λέρνης και η απύθ­μενη λίμνη Αλκυονία, από την οποία μεγάλες υδάτινες ποσότητες μεταφέρονται μετά από μικρή διαδρομή μέσα στον κόλπο. Ο ποταμός Ίναχος, ο οποίος έρχεται από την υψηλότερη περιοχή της πεδιάδας, σπάνια βρίσκει το δρόμο του προς τη θάλασσα, παρά μόνο όταν φουσκώνει από κάποια πρόσφατη νεροποντή: τότε γίνεται ένας πλατύς και ορμητικός χείμαρρος.

 Η ίδια η πόλη του Άργους βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα βορείως του κόλπου, δυτικά της χαλικώδους όχθης του’Ιναχου και σε ίση απόσταση από τη Λέρνη και τη Ναυπλία, δηλαδή εννέα χιλιόμετρα. Η Ακρόπολη της ήταν ένας κωνικός λόφος, περίπου τριακόσια χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδεόμενος μέσω μιας στενής λωρίδας γης με ένα χαμηλότερο πλάτωμα στα βορειοανατολικά. Ο πρώτος ήταν η παλιά ακρόπολη του Φορωνέα και ονομαζόταν με τον πελα­σγικό όρο για το φρούριο Λάρισα, καθώς και Ασπίς, εξαιτίας του κυκλικού σχήμα­τος του. Το δεύτερο, από τη στενή λωρίδα γης που αναφέραμε, ονομαζόταν Δειράς ή Λαιμός. (Στμ: στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο ακροπόλεις, τη Λάρισα και την Ασπίδα, ενώ Δειράς ονομαζόταν το μεταξύ τους διάσελο.) Τα κυριότερα αρχαία ερείπια του Άργους εμφανίζονται στα θεμέλια αυτής της ακρόπολης, που συνδυάζονται με έργα της σύγχρονης εποχής· οι τρεις σειρές προμαχώνων και τα τρία ξεχωριστά κάστρα, από τα οποία αποτελείται το φρούριο, είναι κυρίως βενετικής αρχιτεκτονικής.

Κάτω από την ακρόπολη, κοιτάζοντας σχεδόν νοτιοανατολικά προς την Τίρυνθα, υπάρχει ένα καλοδιατηρημένο δείγμα αρχαίου θεάτρου, του οποίου τα εδώλια είναι λαξευμένα στο βραχώδες έδαφος· ήταν μοιρασμένα σε τρεις ξεχωριστές βαθμίδες από δύο περιζώματα. Στο χαμηλότερο τμήμα του αμφιθεάτρου φαίνεται να υπήρχαν τριάντα έξι εδώλια, δεκαέξι στη δεύτερη βαθμίδα και πάνω από δεκατέσσερα στην ψηλότερη. Διαμορφώνονταν σε σφήνες από τρεις διαδρόμους. Το θέατρο αυτό διατηρείται σε τέτοια κατάσταση, ώστε είναι πολύ ευχάριστο και όχι πολύ δύσκολο να το ξαναγεμίσει κανείς με τους θεατές που συνωστίζονταν κάποτε σ’ αυτά τα έρημα τώρα εδώλια και να παρακολουθήσει με τη φαντασία του τους ηθοποιούς που κινούνταν πάνω στη σκηνή μπροστά τους· να ενδώσει, εν ολίγοις, σ’ εκείνη την ευχάριστη πλάνη που πρόσφερε τόσο μεγάλη απόλαυση στον Αργείο ευγενή του παλιού καιρού ο οποίος, όπως μας λέει ο Οράτιος, συνήθιζε να έρχεται σ’ αυτά τα εδώλια, όταν ήταν άδεια όπως είναι τώρα, και να ονειρεύεται επί ώρες ολόκληρες ότι ακούει φανταστικές τραγωδίες, ένας πανευτυχής θεατής και χειροκροτητής σ’ ένα άδειο θέατρο.

Μολονότι όμως οι παλιές δόξες του Άργους έχουν σβήσει, έχοντας αφήσει τόσο πενιχρά ίχνη πίσω τους, από τις αρχαίες κατακτήσεις του έχει καταφέρει να δανειστεί και να οικειοποιηθεί τιμές που δεν ανήκουν πλήρως σ’ αυτό. Το έτος 468 π.Χ. η γειτονική πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Αργείους. Από τότε η ιστορία της αρχαίας έδρας του οίκου του Ατρέα συγχωνεύθηκε με αυτήν του Άργους και κατά συνέπεια γεγονότα που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα στις Μυκήνες έχουν μεταφερθεί από τους δραματικούς ποιητές των Αθηνών στο Άργος κι έτσι οι θεοί και οι ήρωες, καθώς και τα τείχη και οι κάτοικοι των Μυκηνών, μπορεί να πει κανείς ότι έγιναν κτήμα της νικήτριας πόλης, της ιστορίας και της μυθολογίας της οποίας αποτελούν τώρα μέρος. Συνεπής με αυτήν την αντίληψη, ο Αισχύλος, στις τραγωδίες του που συνδέονται με τις Μυκήνες, δεν έχει αναφέρει ποτέ το όνομα των Μυκηνών, παρά πάντα ονοματίζει το Άργος στη θέση τους· ενώ οι άλλοι δύο τραγικοί χρησιμοποιούν τόσο το όνομα των Μυκηνών όσο και του Άργους για το ίδιο θέμα[…].

 

Πηγές

  • Wordsworth, Christopher, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1884.
  • Wordsworth, Christopher, «Ελλάδα:μέσα από εικόνες, περιγραφές και ιστορικά στοιχεία», Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, 2008.

Read Full Post »

Φυλακές Ναυπλίου

 

Όλα τα κάστρα να χαθούν όλα και να ρημάξουν

Το Παλαμήδι το πικρό θεός να το φυλάξη.

Εκεί ‘ναι οι κατάδικοι όλο βαρυποινίτες.

Μέσα είναι κι ο άνδρας μου στα σίδερα βαλμένος.

Με δυο ζυγίτσες σίδερα στα πόδια και στα χέρια…

Στη φυλακή τον έχουνε στα σκοτεινά μπουντρούμια

 

Της δρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΓΕΡΟΥΚΗ  ειδικής επιστήμονος Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

Όταν ο Μάουρερ επισκέφτηκε τις φυλακές, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του, διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα» [«Ο Ελληνικός Λαός» (1835), μτφρ. Όλγα Ρομπάκη, 1976, παραγρ. 365].  Οι καλές προθέσεις του I. Γενάτα, υπουργού Δικαιοσύνης του Καποδίστρια, δεν είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα στην κατεύθυνση της καλυτέρευσης των συνθηκών κράτησης στις φυλακές- φρούρια του Ναυπλίου. Σε έκθεση του 1830, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνό­τητα των» (Μεν. Τουρτόγλου, «Αι φυλακαί επί Καποδίστρια», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τεύχος 5, Αθήνα 1954, σ. 157).

Κατά την καποδιστριακή περίοδο, το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης των κρατουμένων στις φυλακές του Ναυπλίου αντιμετωπιζόταν με εκκλήσεις στη «φιλανθρωπία» των ιατρών, «εκ των ενόντων», για να μην επιβαρυνθεί το Εθνικό Ταμείο…

 «Προς τον Πρόεδρον της επί του Ορφανοτροφείου Επιτροπής

 Επειδή πολλοί των εν τη φυλακή της πόλεως ταύτης ενδεών, ασθενούντες, έχουσι χρείαν επισκέψεως ιατρού, διά να απαλλαγή το πτωχόν εθνικόν Ταμείον από έξοδα (…) θέλετε προσκα­λέσει τον Ιατρόν του Ορφανοτροφείου κον Δελλαπόρτα, να ενδίδη εις τας προσκλήσεις του Δικαστηρίου, (…) το οποίον η Γραμματεία είναι βεβαία ότι θέλει κάμει ευχαρίστως, γνωρίζουσα την φιλεύσπαγχνον ψυχήν του».

Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου.

 «Είναι απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κκ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

Η σύγκριση με τα σύγχρονα και πολιτισμένα Σωφρονιστήρια της Ιονίου Πολιτείας γίνεται αμείλικτη. Μετά την Ένωση, ο Κ.Π. Καλλιγάς απαγγέλλει το 1866 ένα δριμύ «Κατηγορώ» σε ομιλία του που δημοσιεύεται στην «Πανδώρα» (τόμος ΙΖ’, φυλλάδιο 396) :

 «Οστις εξ ημών μάλιστα είχεν την ευκαιρίαν να επισκεφθή τα Σωφρονιστήρια Κερκύρας και Κεφαλληνίας, δεν ηδυνήθη Βεβαίως να μη υποκύψη εις την εντύπωσιν, την οποίαν προκαλεί η αντίθεσης συστήματος μεταχειριζομένου τον άνθρωπον ως ον λογικόν, παραβαλλομένου προς τα ημέτερα καταγώγια, εντός των οποίων ο όμοι­ος ημών ρίπτεται ως ον ουτιδανόν και απόβλητον».

 

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

 

 

 Το φρούριο του Παλαμηδιού χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τους βαρυποινίτες μέχρι το 1925. Επισκέπτες (1888) διηγούνται με φρίκη ότι «μετά την δύσιν του ηλίου, η φρουρά εξηνάγκαζε τους φυλακισμένους να εισέλθουν εις τας γύρω της αυ­λής ταύτης βαθείας, υγράς, θολωτάς αποθήκας… όπου ο αήρ ως εκ του βάθους των δεν ανενεούτο ποτέ. Εκεί οι φυλακισμένοι… επλάγιαζον φύρδην-μίγδην επάνω εις τας πλάκας, έχοντες διά προσκέφαλα μεγάλους αργούς λίθους, κλειδωμένοι εκεί μέσα δι’ όλην την νύκτα» (Αλ. Οικο­νόμου, «Τρεις Άνθρωποι», τ. Α, Αθήνα, 1950, σελ. 504).

 Ο Μιχαήλ Μητσάκης το 1887 αρθρογραφεί στην «Εστία», περιγράφοντας με δαντικό τόνο τη ζωή στις φυλακές του Παλαμηδιού.

 «Τι τρώγλαι και τι άβυσσοι και τι έρεβος και τι αγωνία!… Ο αναβαίνων (…) επί της κορυφής του, και εκείθεν εμβλέπων εις τα σπλάγχνα του, κά­τω, εις τας εσκαμμένας υπόγειας φύλακας του Μιλτιάδου [μια από τις δυο φυλακές του Παλαμη­διού], καταλαμβάνεται υπό σκοτοδίνης. Νομίζεις ότι βλέπεις τα έγκατα πελωρίου τέρατος… όπερ κατεβρόχθισεν εκατοντάδας όντων, άτινα ανακι­νούνται ανησύχως εντός των απειρομεγέθων στο­μαχικών θυλάκων του. Είναι λοιπόν δυνατόν να ζώσι – δέκα, είκοσι, τριάκοντα έτη!- άνθρωποι ε­κεί μέσα! Είναι όμοιοι ημών λοιπόν τα φασματώδη αυτά νευρόσπαστα, τα τεθαμμένα πεντήκο­ντα μέτρα υπό την επιφάνειαν (…) Ζώσιν (…) εις τα σκαφέντα κάθυγρα δωμάτια των (…) ο εις επί του άλλου, έχοντες ως στρώμα το έδαφος, το χώμα, ως θέρμασιν των βδελυρών σαρκίων των την επαφήν, ως ορίζοντα τον απέναντι τοίχον… Ζώσιν εις τας οπάς ιων(…) αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσουν μόνον ως κατοικίαι ασπαλάκων (…), ζώσιν εις τον Αράπην  [έτσι ονόμαζαν το μπουντρούμι του Παλαμηδιού], το φοβερόν υποχθόνιον σπήλαιον, όπου ουδέποτε εισήλθε φως, όπου κατέρχεσαι δια περιαιρετών κλιμάκων εις τρεις ή τεσσάρας αλλεπάλληλους λάκκους, τον ένα βαθύτερον του άλλου, τον ένα ζοφερώτερον του άλλου, τον ένα απαισιώτερον του άλλου, όπου το φέγγος των λύχνων σβέννυται αυτομάτως εκ της υγρασίας, όπου ασφυκτιάς μετά εν μόλις από της εισόδου σου λεπτόν, οπόθεν εξερχόμε­νος φέρεις τεθαμβωμένους ως να ετυφλώθης αίφ­νης τους οφθαλμούς και θαμβούντα τα ώτα και την κεφαλήν ιλιγγιώσαν…».

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στην Πελοπόννησο και έρχεται σε επαφή με την οικτρή κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. Συγκλονισμένος, γράφει τις εντυπώσεις του, οι οποίες δημοσιεύονται το 1892 στην «Εστία» («Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Αθήνα, εκδ. Ροές, 1998):

 «Πρώτη μου δουλειά, όταν έφθασα στο Ναύπλιο, ήτο να ιδώ το Παλαμήδη (…) ετράβηξα ίσα ‘ς του Μιλτιάδη. Και τι φοβερές φυλακές! (…) είδα διά πρώτην φοράν τους φυλακισμένους… Άλλοι περιπατούν απάνου κάτου, με μικρά μου­διασμένα βήματα, (…) άλλοι καταμόναχοι με χαμηλωμένο το κεφάλι, συλλογισμένοι (…) άλλοι καθισμένοι εις τα πεζούλια επριόνιζαν ξυλάκια, είτ’ έγλυφον κόκκαλα διά την τέχνην τους (…) άλλος έπλεκε καλτσοδέτες και τρεις (…) μισόγυμνοι εσαπούνιζαν τα ασπρόρουχά τους!(…) όλοι εκείνοι ήσαν διά θάνατον, είτε ισοβίως καταδικασμένοι… Εις μιαν γωνιά της αυλής βλέπω την θύρα μανταλωμένη και τρία κεφάλια που κοίταζαν από το στρογγυλό σιδηροφραγμένο παραθύρι. Λιοντάρια μέσα στο κλουβί δεν θα κύτταζαν έτσι.

Εκεί είναι ο Αράπης. Όποιοι κάνουν άτακτα τους βάνουμ’ εκεί… Έχουν κόμματα κι εδώ μέσα. Είναι παρέες παρέες… Χθες εμαχαίρωσαν ένα…

Εις την άλλην άκρη της γέφυρας είναι η Στε­νή… Σκοτάδι… εικοσιπέντε ανθρώπους, ελεεινούς, πατείς με πατώ σε».

Την επόμενη μέρα ο Καρκαβίτσας αποφασίζει να μπει ο ίδιος μέσα στον «Μιλτιάδη», να μιλήσει «με τον Σπανόν και με τον Ντερβίση και με τους άλλους κακούργους» (περιβόητους ληστές του 19ου αιώνα).

«Ο Μιλτιάδης (…) τους σκάφτει σαν επίβουλο σαράκι, τους λύνει έναν έναν τους αρμούς, τους παίρνει ω φως, τα νειάτα, την υγεία (…) εγύριζαν εκεί μέσα με σκοτωμένο χρώμα όλοι, με κόκκινα ματόφυλλα και άσπρα μάτια, με λερά ρούχα, α­νήμποροι και αθάρρετοι (…) επήγα κ’ εγύρισα όλα τα δωμάτια. Παντού η ίδια θλιβερά εντύπωσις (…) Δέκα βήματα δεν ημπορούν να κάνουν εις τον Αράπη (…) κάτω λίμνη νερού που σταλά­ζει χειμώνα καλοκαίρι μέσ’ από τα πλευρά του βράχου (…) Οι κατάδικοι μου έφεραν καφέ (…) εμαζεύθησαν πολλοί (…) Αρχισαν τα παράπονα τους (…) διά το ψωμί που είναι φαρμάκι μοναχό, διά τον επιστάτην που ούτε τους κοιτάζει (…) μπά­ζει μέσα την φρουρά και τους αρχίζει στο ξύλο…

-ποιος παίζει καλλίτερο μπουζούκι;

-να ειπής ένα της φυλακής.

«Εμένα με δικάσανε στα σίδερα να λυώσω

Δε με δίκασαν ξάμηνο, δε με δίκασαν χρόνο,

Μόν με δίκασαν ‘πιζωής στα έρημα μπου­ντρούμια…»».

Ο συγγραφέας περιγράφει και τη δεύτερη φυλακή που στεγάζεται στο φρούριο του Παλαμηδιού, τον «Άγιο Ανδρέα». Εκεί επισκέπτεται και το πρόχειρο νοσοκομείο των κρατουμένων.

«Είναι κτίριο χαμη­λό, στενό και μακρύ (…) πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί μέσα άρρωστοι (…) εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δυο ψηλές σανίδες καθέ­νας, διπλωμένοι σαν κουβάρι, μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα (…) Αν έχη η σακκούλα τους, θα πάρουν λίγο κρέας, αν δεν έ­χη, πλακώνουν με λιθάρια την κοιλιά τους, όπως κι οι άλλοι (…) τα γιατρικά τα παίρνουν από το στρατιωτικό νοσοκομείον (…) είναι ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Καν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί να ανεβοκατεβαίνει το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται διά φυλακισμένους!..». Στον Άγιο Ανδρέα κρατούνται όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι… Είναι κάθε ηλικίας και τάξεως. Βλέπεις είκοσι χρονών παιδί ως εξηνταπέντε χρονών γέροντα. Φορούν κάθε εί­δους φορεσιά και φουστανέλλες και στενά και βράκες (…) φέσια ψηλά του Τούνεζι [Τυνησίας] και φέσια χαμηλά τούρκικα, ημίψηλα ξεθωρια­σμένα και σκούφιες ψαράδικες…».

Εκτός από τον Μιλτιάδη κατ τον Άγιο Ανδρέα στο Παλαμήδη, ο Καρκαβίτσας επισκέφθηκε και τις άλλες φυλακές του Ναυπλίου:

Το Βουλευτικό, που βρισκόταν στην κεντρικό­τερη πλατεία του Ναυπλίου, τον Πλάτανο. Χτίστη­κε επί Τουρκοκρατίας ως λαμπρός «Τεκκές... του τάγματος του Μεβλεβή… καμάρι όλων των τούρ­κων». Μετά την απελευθέρωση, εκεί συνεδρίαζε η Βουλή. Χρησίμευσε ακόμη ως θέατρο, ως δικαστήριο (εκεί καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης) και τέλος ως φυλακή για υποδίκους.

 «Μέσα σε λιθοστρωμένη, βρωμερή, υγρή, ανήλιαστη αυλή, περικλεισμένη από τα ψηλά κτίρια, εζούσαν κι εκινούντο κι εργάζοντο και ανέπνεαν κι επλύνοντο οι κατάδικοι…… Μέσα στη χάβρα του Βουλευτικού, η τοπικιστική ομαδοποίηση των κρατουμένων επέβαλλε να βρίσκο­νται «οι Λάκωνες χωριστά από τους Ρουμελιώτες, οι Ρουμελιώτες χωριστά από τους Θεσσαλούς (…) πέντε, δώδεκα, δεκαπέντα άτομα εκεί, έτοιμοι να ριχθούν σαν τα σκυλιά και να πετσοκοπούν με την άλλη παρέα».

Το Μπούρτζι, τον τρομερό «θαλασσόπυργο», όπου κρατούνταν οι σκληροί κατάδικοι, οι οποίοι είχαν προβιβαστεί σε δήμιους για τις θανατικές εκτελέσεις που διεκπεραίωναν «εις το Οπλοστάσιο, όπου σταίνουν τη φοβερή μηχανή τους».

 Ο Τελώνης, ο Μπεκιάρης, ο Αλεβιζόπουλος, ο Σοφράς, ο Αμοιραδάκης («κι αν έκαμε με το χέρι του είκοσι εννιά εκτελέσεις ώς τώρα, (…) έχει ασκητική φυσιογνωμία (…) και ημπορούσε να διδάξη σε πολλούς την ημερότη»).  Ο τελευταίος διηγείται «τας θανατικός εκτελέσεις του (…) ποιοι από τους θανατωμένους εφάνησαν παλληκάρια και ποιοι δειλοί…

 -Χαίρεσαι όταν πρόκειται να κάμης εκτέλεση;

-Μπα, περικαλιέμαι να μην τύχη, μα σαν τύχη
τι να κάνω; Εγώ είμαι τ’ όργανο…»       

 Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η ιστορία των Φυλακών », σελ. 40-43, τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Αργολίδα – Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick NorthGuilford (1766-1827)


 

Ο Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας, λόρδος Γκίλφορν δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές  από την περιοδεία του σε διάφορα μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας μετά το 1791.

 «Αναμφίβολα – γράφει – έχω κάποια προκατάληψη, αλλά θεωρώ ότι οι Έλληνες του 19ου αιώνα είναι πολύ ανώτεροι από εκείνους του 15ου… Η εντύπωση που υπάρχει γι’ αυτούς στη Δύση είναι πολύ λανθασμένη και ελλιπής και δεν πιστεύω ότι οποιοδήποτε άλλο έθνος στον κόσμο θα μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα κάτω από τόσο μακρόχρονη και φοβερή σκλαβιά».

 Ο Γκίλφορντ τονίζει την πολιτιστική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σημειώνοντας:

 – Τα σπίτια των Τούρκων είναι χωρίς συμμετρία και έχουν εμφάνιση αθλιότητας και παρακμής, με τοίχους από λάσπη.

– Η διαφθορά τους είναι πολύ πιο επαίσχυντη και η τυραννία τους πολύ πιο ανυπόφορη απ’ ό,τι περίμενα.

 Χαρακτηρίζει την Τριπολιτσά άθλια ενώ βρίσκει  καλοχτισμένο και καθαρό το  Άργος και το Ναύπλιο.  Ας δούμε τι γράφει για την Αργολίδα.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Φύγαμε από την Κόρινθο το βράδυ της 14ης Ιουνίου και φτάσαμε σε 3 ώρες σε ένα άθλιο χάνι, όπου περάσαμε τη νύχτα. Το επόμενο πρωί ξεφύγαμε λίγο από το δρόμο μας για να δούμε 4 δωρικούς κίονες, λείψανα ενός ναού που πιθανόν χτίστηκε από τον Αύγουστο ή τον Αδριανό, καθώς έχουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τους αρχαίους που βρίσκονται κοντά στη Νεμέα.

Έπειτα από την επίσκεψη αυτή, φτάσαμε σε 2 ώρες στα ερείπια των Μυκηνών, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος του Αγα­μέμνονα από το λόρδο Ελγιν και τώρα γίνονται πολλές ανασκαφές από τον πασά. Ο τάφος έχει πολύ ενδιαφέρον καθώς είναι το πιο αρχαίο μνημείο στην Ευρώπη. Είναι υπόγειος. Η είσοδος γίνεται από μια μεγάλη αιγυπτιακή πόρτα που στενεύει προς τα πάνω και καλύπτεται από μια πέτρα που έχει μήκος 7,5 μ., πλάτος 5,5 μ. και ύψος 1,8 μ. Στο εσωτερικό ο τάφος είναι θολωτός με βάση έναν κύκλο διαμέτρου 13 μ. Κοντά σ’ αυτόν ο πασάς ανοίγει έναν άλλο παρόμοιας κατασκευής, αλλά όχι τόσο μεγάλο.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Η ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν. Υπάρχουν ίχνη των τειχών και η πύλη με ένα ανάγλυφο ενός κίονα με δύο λιοντάρια σε όρθια στάση. Τα κεφάλια τους είναι σπασμένα, αλλά φαίνεται ότι ήταν τόσο κακοφτιαγμένα που θα μπορούσα να φανταστώ ότι έχουν τοποθετηθεί εκεί από τους κόντηδες του Άργους του 14ου αιώνα, αν δεν αναφέρονταν από τον Παυσα­νία. Γευματίσαμε στην εξοχική κατοικία ενός Τούρκου ευγενούς, περίπου ένα μίλι από τις Μυκήνες, και μετά προχωρήσαμε έξι μίλια διά μέσου μιας πλούσιας και όχι άσχημα καλλιεργημένης πεδιάδας, πάνω από την ξερή κοίτη του Ινάχου (που ήταν ξερή από την εποχή του Παυσανία) προς το Άργος.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. Καταλύσαμε στο σπίτι ενός διακεκριμένου γιατρού της περιοχής, που λεγόταν κυρ Χριστόδουλος Σεβαστός, ο οποίος διαθέτει μια καλά επιλεγμένη βιβλιοθήκη με βιβλία που συγκέντρωσε στην Ιταλία. Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκου­ραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή. Από τότε που οι Βενετοί εγκατέλειψαν τον Μοριά με τη συνθήκη του Πασάροβιτς στις αρχές του περασμένου αιώνα, έχει χτιστεί στο Άργος ένα ωραίο τζαμί και ένα τουρκικό σχολείο απέναντι του, το οποίο πήγαμε να δούμε κατά την επιστροφή από την επίσκεψη στο σπίτι του κυβερνήτη. Είναι χτισμένο γύρω από μια αυλή με ένα περιστύλιο, όπου ένας τρελός δερβίσης διάβαζε σε μερικά αγόρια που τον κορόιδευαν. Δεν ήταν όμως ένας κανονικός ιερέας.

 Από το Άργος ξεκινήσαμε περίπου στις πέντε την Κυριακή το πρωί και αφού διασχίσαμε το όρος Αρτεμίσιο, από έναν υποφερτό δρόμο, φτάσαμε εδώ περίπου στις έξι το απόγευμα (εννοεί στην Τρίπολη).  Η απόσταση είναι 30 μίλια και στο δρόμο κάναμε δύο στάσεις. Περίπου δύο μίλια από την πόλη συναντήσαμε το δραγουμάνο και γραμματέα του πασά με μια πολυπληθή συνοδεία και μερικά υπέροχα άλογα, ένα από τα οποία με επίχρυσο κασά, ίππευσα για μισό μίλι σε πλήρη καλπασμό και οι νεαροί φίλοι μου δήλωναν ότι δεν ήμουν τόσο καλός ανταγωνιστής και δεν έδειχνα σημάδια της εξαιρετικής τόλμης που γέμιζε την ευγενή ψυχή μου. Αντάλλαξα πάντως το πολεμικό μου άτι με ένα ήμερο άλογο, από εκείνα του δραγουμάνου, με το οποίο ίππευσα ήρεμα μέχρι την πόλη.

 Φύγαμε από την Τρίπολη την Πέμπτη 5 Ιουλίου και φτάσαμε το βράδυ στην  αρχαία Λέρνα, που λέγεται τώρα Μύλοι του Άργους, όπου μας πρόφτασε ο Απόστολος Καψά­λης, γραμματέας του βεζίρη Βελή πασά, ο οποίος είχε έρθει μαζί μας από τη Μάλτα και σκόπευε να μας συνοδεύσει μέχρι το μέρος της επιβίβασης μας σε πλοίο.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

Κρατσάιζεν Καρλ – Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

 Περίπου στις 8 το βράδυ μπήκαμε σε ένα καΐκι για να περάσουμε τον Αργολικό κόλπο και φτάσαμε τα μεσάνυχτα στο Ναύπλιο. Πήγαμε αμέσως σε ένα πολύ καλό σπίτι κοντά στο μόλο, μέσα στην πόλη, που ανήκε στο δρα Γιακόμπη, έναν Έλληνα γιατρό, που είχε υπηρετήσει στο στρατό μας στην Αίγυπτο. Κοιμηθήκαμε εκεί και το άλλο πρωί πήγαμε να δούμε την πόλη, που ίσως είναι η  πιο καλοχτισμένη και καθαρότερη από όσες έχουμε δει στην Τουρκία, και σε πολύ όμορφο μέρος. Ήταν ο τόπος διαμονής του Βενετού διοικητή και ένα μέρος αξιόλογου εμπορίου, αλλά τώρα έχει μόνο πολύ λίγους κατοίκους και αυτοί είναι κυρίως Τούρκοι. Οι Βενετοί είχαν φτιάξει μια πολύ ωραία προβλήτα στην παρα­λία, αλλά τώρα είναι τόσο ρηχά τα νερά, που δεν μπορούνε να πλησιάσουν πλοία με φορτία. Υπάρχουν πολύ λίγα λείψανα της αρχαιότητας, αλλά πολλά από τα κτίρια που χτίστηκαν από τους Βενετούς, τα οποία ο γιατρός μας, που μίλαγε γαλλικά μαζί μας τα οποία είχε μάθει στη Γερμανία, τα θεωρούσε πολύ παλιά και μας δημιούργησε σύγχυση για κάμποσο καιρό, κα­θώς παρατήρησα ότι έμοιαζαν πολύ νεότερα από τα ελληνικά ερείπια.

 Φεύγοντας από την πόλη, περάσαμε από ένα σπίτι όπου μερικές Τουρ­κάλες χαίρονταν για μια περιτομή. Μας πειράζανε από τα παράθυρα και ανταλλάσσαμε αστεία χωρίς να μας διακόψει κάποιος από τους άντρες συ­νοδούς που στέκονταν στην πόρτα του κήπου. Όλες φορούσαν βέλο.

 Περίπου 2 μίλια από το Ναύπλιο βρίσκονται τα τείχη της αρχαίας Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, η οποία ήταν ερειπωμένη στην πιο ακμαία εποχή της Ελλάδας και ακόμη παραμένει στην ίδια κατάσταση, μια συλλογή από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ογκόλιθους που θα μπορούσαν να βρεθούν. Διασχίσαμε μια απόσταση περίπου 20 μιλίων σε μια ακαλλιέργητη περιοχή χωρίς δάση, αλλά κατάφυτη από αρωματικούς θάμνους, μέχρι το Λιγουριό, ένα μικρό ελληνικό χωριό όπου κοιμηθήκαμε, και το επόμενο πρωί είδαμε τα απομεινάρια του παλαιού ναού του Ασκληπιού, που επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε από τους Ρωμαίους, και ένα όμορφο θέατρο, δουλειά του Πολύκλειτου, περίπου 2 μίλια από το Λιγουριό και 5 από την Επίδαυρο. Προχωρήσαμε προς τη θάλασσα, όπου επιβιβαστήκαμε σε μια μικρή βάρκα μετά το δείπνο και φτάσαμε νωρίς το πρωί με φόρτσα κουπί στο νησί Αίγινα.

  

Πηγές

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη,  Αθήνα,  2000, Ακαδημία Αθηνών.

Read Full Post »

Όσκαρ Ουάιλντ  – Ταξίδι στην Ελλάδα 1877

 

Οδοιπορικό σε Ολυμπία, Βάσσες, Άργος, Ναύπλιο, Αίγινα, Αθήνα, Μυκήνες.

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου. Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875. Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες – όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον «γλιτώσει» από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της. Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν. Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες’ ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »

Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.  

 

Στο θέατρο του Άργους

 

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:

κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας

 δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία

τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά

εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς

μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,

 οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη

και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.

 

Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,

το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,

ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,

διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,

       ο κόσμος γέμισε πανούκλα,

αμαρτία και έγκλημα,

ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

                                              Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

                                    (Μετάφραση: Γιάννης Καρβέλας, Μάιος 2001)

 

 

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 10-05-09, διαβάζουμε:

 

«Για να είναι κανείς αρχαίος Eλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή. Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ’ ουσίαν σύγχρονο».

Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ’ ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ’ το λαιμό του, όπως σ’ έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς:

«Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ’ το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ’ το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο Μακ Mίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν’ άκουσε απ’ τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό – δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ–, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Εψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ’ το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Άργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών – η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.

Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλήμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.

 

 Πηγές

 

  • Στοχασμοί /Oscar Wilde, μετάφρ. Αλεξ. Γ. Μαρπουτζόγλου.Εν Αθήναις :Γ. Φέξης,1915.
  • Για το ταξίδι του Oscar Wilde  στην Ελλάδα, Patrick Sammon,  3ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, Ιουν. 2006)
  • Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
  • Αργείων Πνεύμα, Διογένης Μαλτέζος, «Το Αρχαίο Θέατρο Άργους, με αφορμή ένα ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ», σελ. 102-107, τεύχος 2, Άργος, 2001.
  • Διαδίκτυο: Όσκαρ Ουάιλντ: «επιτέλους στο χώμα της Ελλάδας».

 

 

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Βιολονίστας»

 

Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣO Εκδοτικός οίκος “ Εκ Προοιμίου” και η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, διοργανώνουν μια βραδινή συνάντηση για να τιμήσουν  τον εξαιρετικό Συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Καρακάση, στον πολυχώρο Kandinsky, στον πεζόδρομο Μιχαήλ Στάμου 2 στο Άργος, στις 18 Μαΐου στις 8 το βράδυ. Με την συντροφιά ενός εκλεκτού και χυμώδους κρασιού ή ενός αρωματισμένου καφέ, θα μιλήσουμε για σαγηνευτικές περιπέτειες, ανθρώπινα δεινά, μοιραίες συναντήσεις, για ένα βιολί… Θα επιχειρήσουμε να γίνουμε συνταξιδιώτες του – έστω για μια νυχτιά – σε ένα μαγικό ταξίδι στο άχρoνο, για να νοιώσουμε τα βαριά ανατολίτικα αρώματα της Πόλης ή  για να χαθούμε στην λεπτή αχλή των μύθων της Βιέννης και της  Βουδαπέστης.    

Για να γνωρίσουμε όλα αυτά, που ο δικός μας Κώστας Καρακάσης, ως ένας κοσμοπολίτης παρατηρητής, μας εξιστορεί με περισσή ευαισθησία και ποιητική μαεστρία  στο νέο του βιβλίο, Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣ, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ξεναγός μας, στις μυστικές πτυχές των παθών των πρωταγωνιστών του έργου, θα είναι ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας Γιώργος Κόνδης ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης και ο Συγγραφέας. Επίτιμος προσκεκλημένος μας ο Συγγραφέας και Δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας.

 

Με ιδιαίτερη χαρά σας καλούμε για μια πραγματικά ξεχωριστή βραδιά.

Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »