Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Φυλακές Ναυπλίου

 

Όλα τα κάστρα να χαθούν όλα και να ρημάξουν

Το Παλαμήδι το πικρό θεός να το φυλάξη.

Εκεί ‘ναι οι κατάδικοι όλο βαρυποινίτες.

Μέσα είναι κι ο άνδρας μου στα σίδερα βαλμένος.

Με δυο ζυγίτσες σίδερα στα πόδια και στα χέρια…

Στη φυλακή τον έχουνε στα σκοτεινά μπουντρούμια

 

Της δρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΓΕΡΟΥΚΗ  ειδικής επιστήμονος Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

Όταν ο Μάουρερ επισκέφτηκε τις φυλακές, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του, διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα» [«Ο Ελληνικός Λαός» (1835), μτφρ. Όλγα Ρομπάκη, 1976, παραγρ. 365].  Οι καλές προθέσεις του I. Γενάτα, υπουργού Δικαιοσύνης του Καποδίστρια, δεν είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα στην κατεύθυνση της καλυτέρευσης των συνθηκών κράτησης στις φυλακές- φρούρια του Ναυπλίου. Σε έκθεση του 1830, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνό­τητα των» (Μεν. Τουρτόγλου, «Αι φυλακαί επί Καποδίστρια», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τεύχος 5, Αθήνα 1954, σ. 157).

Κατά την καποδιστριακή περίοδο, το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης των κρατουμένων στις φυλακές του Ναυπλίου αντιμετωπιζόταν με εκκλήσεις στη «φιλανθρωπία» των ιατρών, «εκ των ενόντων», για να μην επιβαρυνθεί το Εθνικό Ταμείο…

 «Προς τον Πρόεδρον της επί του Ορφανοτροφείου Επιτροπής

 Επειδή πολλοί των εν τη φυλακή της πόλεως ταύτης ενδεών, ασθενούντες, έχουσι χρείαν επισκέψεως ιατρού, διά να απαλλαγή το πτωχόν εθνικόν Ταμείον από έξοδα (…) θέλετε προσκα­λέσει τον Ιατρόν του Ορφανοτροφείου κον Δελλαπόρτα, να ενδίδη εις τας προσκλήσεις του Δικαστηρίου, (…) το οποίον η Γραμματεία είναι βεβαία ότι θέλει κάμει ευχαρίστως, γνωρίζουσα την φιλεύσπαγχνον ψυχήν του».

Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου.

 «Είναι απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κκ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

Η σύγκριση με τα σύγχρονα και πολιτισμένα Σωφρονιστήρια της Ιονίου Πολιτείας γίνεται αμείλικτη. Μετά την Ένωση, ο Κ.Π. Καλλιγάς απαγγέλλει το 1866 ένα δριμύ «Κατηγορώ» σε ομιλία του που δημοσιεύεται στην «Πανδώρα» (τόμος ΙΖ’, φυλλάδιο 396) :

 «Οστις εξ ημών μάλιστα είχεν την ευκαιρίαν να επισκεφθή τα Σωφρονιστήρια Κερκύρας και Κεφαλληνίας, δεν ηδυνήθη Βεβαίως να μη υποκύψη εις την εντύπωσιν, την οποίαν προκαλεί η αντίθεσης συστήματος μεταχειριζομένου τον άνθρωπον ως ον λογικόν, παραβαλλομένου προς τα ημέτερα καταγώγια, εντός των οποίων ο όμοι­ος ημών ρίπτεται ως ον ουτιδανόν και απόβλητον».

 

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

 

 

 Το φρούριο του Παλαμηδιού χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τους βαρυποινίτες μέχρι το 1925. Επισκέπτες (1888) διηγούνται με φρίκη ότι «μετά την δύσιν του ηλίου, η φρουρά εξηνάγκαζε τους φυλακισμένους να εισέλθουν εις τας γύρω της αυ­λής ταύτης βαθείας, υγράς, θολωτάς αποθήκας… όπου ο αήρ ως εκ του βάθους των δεν ανενεούτο ποτέ. Εκεί οι φυλακισμένοι… επλάγιαζον φύρδην-μίγδην επάνω εις τας πλάκας, έχοντες διά προσκέφαλα μεγάλους αργούς λίθους, κλειδωμένοι εκεί μέσα δι’ όλην την νύκτα» (Αλ. Οικο­νόμου, «Τρεις Άνθρωποι», τ. Α, Αθήνα, 1950, σελ. 504).

 Ο Μιχαήλ Μητσάκης το 1887 αρθρογραφεί στην «Εστία», περιγράφοντας με δαντικό τόνο τη ζωή στις φυλακές του Παλαμηδιού.

 «Τι τρώγλαι και τι άβυσσοι και τι έρεβος και τι αγωνία!… Ο αναβαίνων (…) επί της κορυφής του, και εκείθεν εμβλέπων εις τα σπλάγχνα του, κά­τω, εις τας εσκαμμένας υπόγειας φύλακας του Μιλτιάδου [μια από τις δυο φυλακές του Παλαμη­διού], καταλαμβάνεται υπό σκοτοδίνης. Νομίζεις ότι βλέπεις τα έγκατα πελωρίου τέρατος… όπερ κατεβρόχθισεν εκατοντάδας όντων, άτινα ανακι­νούνται ανησύχως εντός των απειρομεγέθων στο­μαχικών θυλάκων του. Είναι λοιπόν δυνατόν να ζώσι – δέκα, είκοσι, τριάκοντα έτη!- άνθρωποι ε­κεί μέσα! Είναι όμοιοι ημών λοιπόν τα φασματώδη αυτά νευρόσπαστα, τα τεθαμμένα πεντήκο­ντα μέτρα υπό την επιφάνειαν (…) Ζώσιν (…) εις τα σκαφέντα κάθυγρα δωμάτια των (…) ο εις επί του άλλου, έχοντες ως στρώμα το έδαφος, το χώμα, ως θέρμασιν των βδελυρών σαρκίων των την επαφήν, ως ορίζοντα τον απέναντι τοίχον… Ζώσιν εις τας οπάς ιων(…) αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσουν μόνον ως κατοικίαι ασπαλάκων (…), ζώσιν εις τον Αράπην  [έτσι ονόμαζαν το μπουντρούμι του Παλαμηδιού], το φοβερόν υποχθόνιον σπήλαιον, όπου ουδέποτε εισήλθε φως, όπου κατέρχεσαι δια περιαιρετών κλιμάκων εις τρεις ή τεσσάρας αλλεπάλληλους λάκκους, τον ένα βαθύτερον του άλλου, τον ένα ζοφερώτερον του άλλου, τον ένα απαισιώτερον του άλλου, όπου το φέγγος των λύχνων σβέννυται αυτομάτως εκ της υγρασίας, όπου ασφυκτιάς μετά εν μόλις από της εισόδου σου λεπτόν, οπόθεν εξερχόμε­νος φέρεις τεθαμβωμένους ως να ετυφλώθης αίφ­νης τους οφθαλμούς και θαμβούντα τα ώτα και την κεφαλήν ιλιγγιώσαν…».

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στην Πελοπόννησο και έρχεται σε επαφή με την οικτρή κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. Συγκλονισμένος, γράφει τις εντυπώσεις του, οι οποίες δημοσιεύονται το 1892 στην «Εστία» («Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Αθήνα, εκδ. Ροές, 1998):

 «Πρώτη μου δουλειά, όταν έφθασα στο Ναύπλιο, ήτο να ιδώ το Παλαμήδη (…) ετράβηξα ίσα ‘ς του Μιλτιάδη. Και τι φοβερές φυλακές! (…) είδα διά πρώτην φοράν τους φυλακισμένους… Άλλοι περιπατούν απάνου κάτου, με μικρά μου­διασμένα βήματα, (…) άλλοι καταμόναχοι με χαμηλωμένο το κεφάλι, συλλογισμένοι (…) άλλοι καθισμένοι εις τα πεζούλια επριόνιζαν ξυλάκια, είτ’ έγλυφον κόκκαλα διά την τέχνην τους (…) άλλος έπλεκε καλτσοδέτες και τρεις (…) μισόγυμνοι εσαπούνιζαν τα ασπρόρουχά τους!(…) όλοι εκείνοι ήσαν διά θάνατον, είτε ισοβίως καταδικασμένοι… Εις μιαν γωνιά της αυλής βλέπω την θύρα μανταλωμένη και τρία κεφάλια που κοίταζαν από το στρογγυλό σιδηροφραγμένο παραθύρι. Λιοντάρια μέσα στο κλουβί δεν θα κύτταζαν έτσι.

Εκεί είναι ο Αράπης. Όποιοι κάνουν άτακτα τους βάνουμ’ εκεί… Έχουν κόμματα κι εδώ μέσα. Είναι παρέες παρέες… Χθες εμαχαίρωσαν ένα…

Εις την άλλην άκρη της γέφυρας είναι η Στε­νή… Σκοτάδι… εικοσιπέντε ανθρώπους, ελεεινούς, πατείς με πατώ σε».

Την επόμενη μέρα ο Καρκαβίτσας αποφασίζει να μπει ο ίδιος μέσα στον «Μιλτιάδη», να μιλήσει «με τον Σπανόν και με τον Ντερβίση και με τους άλλους κακούργους» (περιβόητους ληστές του 19ου αιώνα).

«Ο Μιλτιάδης (…) τους σκάφτει σαν επίβουλο σαράκι, τους λύνει έναν έναν τους αρμούς, τους παίρνει ω φως, τα νειάτα, την υγεία (…) εγύριζαν εκεί μέσα με σκοτωμένο χρώμα όλοι, με κόκκινα ματόφυλλα και άσπρα μάτια, με λερά ρούχα, α­νήμποροι και αθάρρετοι (…) επήγα κ’ εγύρισα όλα τα δωμάτια. Παντού η ίδια θλιβερά εντύπωσις (…) Δέκα βήματα δεν ημπορούν να κάνουν εις τον Αράπη (…) κάτω λίμνη νερού που σταλά­ζει χειμώνα καλοκαίρι μέσ’ από τα πλευρά του βράχου (…) Οι κατάδικοι μου έφεραν καφέ (…) εμαζεύθησαν πολλοί (…) Αρχισαν τα παράπονα τους (…) διά το ψωμί που είναι φαρμάκι μοναχό, διά τον επιστάτην που ούτε τους κοιτάζει (…) μπά­ζει μέσα την φρουρά και τους αρχίζει στο ξύλο…

-ποιος παίζει καλλίτερο μπουζούκι;

-να ειπής ένα της φυλακής.

«Εμένα με δικάσανε στα σίδερα να λυώσω

Δε με δίκασαν ξάμηνο, δε με δίκασαν χρόνο,

Μόν με δίκασαν ‘πιζωής στα έρημα μπου­ντρούμια…»».

Ο συγγραφέας περιγράφει και τη δεύτερη φυλακή που στεγάζεται στο φρούριο του Παλαμηδιού, τον «Άγιο Ανδρέα». Εκεί επισκέπτεται και το πρόχειρο νοσοκομείο των κρατουμένων.

«Είναι κτίριο χαμη­λό, στενό και μακρύ (…) πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί μέσα άρρωστοι (…) εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δυο ψηλές σανίδες καθέ­νας, διπλωμένοι σαν κουβάρι, μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα (…) Αν έχη η σακκούλα τους, θα πάρουν λίγο κρέας, αν δεν έ­χη, πλακώνουν με λιθάρια την κοιλιά τους, όπως κι οι άλλοι (…) τα γιατρικά τα παίρνουν από το στρατιωτικό νοσοκομείον (…) είναι ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Καν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί να ανεβοκατεβαίνει το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται διά φυλακισμένους!..». Στον Άγιο Ανδρέα κρατούνται όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι… Είναι κάθε ηλικίας και τάξεως. Βλέπεις είκοσι χρονών παιδί ως εξηνταπέντε χρονών γέροντα. Φορούν κάθε εί­δους φορεσιά και φουστανέλλες και στενά και βράκες (…) φέσια ψηλά του Τούνεζι [Τυνησίας] και φέσια χαμηλά τούρκικα, ημίψηλα ξεθωρια­σμένα και σκούφιες ψαράδικες…».

Εκτός από τον Μιλτιάδη κατ τον Άγιο Ανδρέα στο Παλαμήδη, ο Καρκαβίτσας επισκέφθηκε και τις άλλες φυλακές του Ναυπλίου:

Το Βουλευτικό, που βρισκόταν στην κεντρικό­τερη πλατεία του Ναυπλίου, τον Πλάτανο. Χτίστη­κε επί Τουρκοκρατίας ως λαμπρός «Τεκκές... του τάγματος του Μεβλεβή… καμάρι όλων των τούρ­κων». Μετά την απελευθέρωση, εκεί συνεδρίαζε η Βουλή. Χρησίμευσε ακόμη ως θέατρο, ως δικαστήριο (εκεί καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης) και τέλος ως φυλακή για υποδίκους.

 «Μέσα σε λιθοστρωμένη, βρωμερή, υγρή, ανήλιαστη αυλή, περικλεισμένη από τα ψηλά κτίρια, εζούσαν κι εκινούντο κι εργάζοντο και ανέπνεαν κι επλύνοντο οι κατάδικοι…… Μέσα στη χάβρα του Βουλευτικού, η τοπικιστική ομαδοποίηση των κρατουμένων επέβαλλε να βρίσκο­νται «οι Λάκωνες χωριστά από τους Ρουμελιώτες, οι Ρουμελιώτες χωριστά από τους Θεσσαλούς (…) πέντε, δώδεκα, δεκαπέντα άτομα εκεί, έτοιμοι να ριχθούν σαν τα σκυλιά και να πετσοκοπούν με την άλλη παρέα».

Το Μπούρτζι, τον τρομερό «θαλασσόπυργο», όπου κρατούνταν οι σκληροί κατάδικοι, οι οποίοι είχαν προβιβαστεί σε δήμιους για τις θανατικές εκτελέσεις που διεκπεραίωναν «εις το Οπλοστάσιο, όπου σταίνουν τη φοβερή μηχανή τους».

 Ο Τελώνης, ο Μπεκιάρης, ο Αλεβιζόπουλος, ο Σοφράς, ο Αμοιραδάκης («κι αν έκαμε με το χέρι του είκοσι εννιά εκτελέσεις ώς τώρα, (…) έχει ασκητική φυσιογνωμία (…) και ημπορούσε να διδάξη σε πολλούς την ημερότη»).  Ο τελευταίος διηγείται «τας θανατικός εκτελέσεις του (…) ποιοι από τους θανατωμένους εφάνησαν παλληκάρια και ποιοι δειλοί…

 -Χαίρεσαι όταν πρόκειται να κάμης εκτέλεση;

-Μπα, περικαλιέμαι να μην τύχη, μα σαν τύχη
τι να κάνω; Εγώ είμαι τ’ όργανο…»       

 Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η ιστορία των Φυλακών », σελ. 40-43, τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Αργολίδα – Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick NorthGuilford (1766-1827)


 

Ο Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας, λόρδος Γκίλφορν δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές  από την περιοδεία του σε διάφορα μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας μετά το 1791.

 «Αναμφίβολα – γράφει – έχω κάποια προκατάληψη, αλλά θεωρώ ότι οι Έλληνες του 19ου αιώνα είναι πολύ ανώτεροι από εκείνους του 15ου… Η εντύπωση που υπάρχει γι’ αυτούς στη Δύση είναι πολύ λανθασμένη και ελλιπής και δεν πιστεύω ότι οποιοδήποτε άλλο έθνος στον κόσμο θα μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα κάτω από τόσο μακρόχρονη και φοβερή σκλαβιά».

 Ο Γκίλφορντ τονίζει την πολιτιστική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σημειώνοντας:

 – Τα σπίτια των Τούρκων είναι χωρίς συμμετρία και έχουν εμφάνιση αθλιότητας και παρακμής, με τοίχους από λάσπη.

– Η διαφθορά τους είναι πολύ πιο επαίσχυντη και η τυραννία τους πολύ πιο ανυπόφορη απ’ ό,τι περίμενα.

 Χαρακτηρίζει την Τριπολιτσά άθλια ενώ βρίσκει  καλοχτισμένο και καθαρό το  Άργος και το Ναύπλιο.  Ας δούμε τι γράφει για την Αργολίδα.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Φύγαμε από την Κόρινθο το βράδυ της 14ης Ιουνίου και φτάσαμε σε 3 ώρες σε ένα άθλιο χάνι, όπου περάσαμε τη νύχτα. Το επόμενο πρωί ξεφύγαμε λίγο από το δρόμο μας για να δούμε 4 δωρικούς κίονες, λείψανα ενός ναού που πιθανόν χτίστηκε από τον Αύγουστο ή τον Αδριανό, καθώς έχουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τους αρχαίους που βρίσκονται κοντά στη Νεμέα.

Έπειτα από την επίσκεψη αυτή, φτάσαμε σε 2 ώρες στα ερείπια των Μυκηνών, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος του Αγα­μέμνονα από το λόρδο Ελγιν και τώρα γίνονται πολλές ανασκαφές από τον πασά. Ο τάφος έχει πολύ ενδιαφέρον καθώς είναι το πιο αρχαίο μνημείο στην Ευρώπη. Είναι υπόγειος. Η είσοδος γίνεται από μια μεγάλη αιγυπτιακή πόρτα που στενεύει προς τα πάνω και καλύπτεται από μια πέτρα που έχει μήκος 7,5 μ., πλάτος 5,5 μ. και ύψος 1,8 μ. Στο εσωτερικό ο τάφος είναι θολωτός με βάση έναν κύκλο διαμέτρου 13 μ. Κοντά σ’ αυτόν ο πασάς ανοίγει έναν άλλο παρόμοιας κατασκευής, αλλά όχι τόσο μεγάλο.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Η ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν. Υπάρχουν ίχνη των τειχών και η πύλη με ένα ανάγλυφο ενός κίονα με δύο λιοντάρια σε όρθια στάση. Τα κεφάλια τους είναι σπασμένα, αλλά φαίνεται ότι ήταν τόσο κακοφτιαγμένα που θα μπορούσα να φανταστώ ότι έχουν τοποθετηθεί εκεί από τους κόντηδες του Άργους του 14ου αιώνα, αν δεν αναφέρονταν από τον Παυσα­νία. Γευματίσαμε στην εξοχική κατοικία ενός Τούρκου ευγενούς, περίπου ένα μίλι από τις Μυκήνες, και μετά προχωρήσαμε έξι μίλια διά μέσου μιας πλούσιας και όχι άσχημα καλλιεργημένης πεδιάδας, πάνω από την ξερή κοίτη του Ινάχου (που ήταν ξερή από την εποχή του Παυσανία) προς το Άργος.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. Καταλύσαμε στο σπίτι ενός διακεκριμένου γιατρού της περιοχής, που λεγόταν κυρ Χριστόδουλος Σεβαστός, ο οποίος διαθέτει μια καλά επιλεγμένη βιβλιοθήκη με βιβλία που συγκέντρωσε στην Ιταλία. Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκου­ραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή. Από τότε που οι Βενετοί εγκατέλειψαν τον Μοριά με τη συνθήκη του Πασάροβιτς στις αρχές του περασμένου αιώνα, έχει χτιστεί στο Άργος ένα ωραίο τζαμί και ένα τουρκικό σχολείο απέναντι του, το οποίο πήγαμε να δούμε κατά την επιστροφή από την επίσκεψη στο σπίτι του κυβερνήτη. Είναι χτισμένο γύρω από μια αυλή με ένα περιστύλιο, όπου ένας τρελός δερβίσης διάβαζε σε μερικά αγόρια που τον κορόιδευαν. Δεν ήταν όμως ένας κανονικός ιερέας.

 Από το Άργος ξεκινήσαμε περίπου στις πέντε την Κυριακή το πρωί και αφού διασχίσαμε το όρος Αρτεμίσιο, από έναν υποφερτό δρόμο, φτάσαμε εδώ περίπου στις έξι το απόγευμα (εννοεί στην Τρίπολη).  Η απόσταση είναι 30 μίλια και στο δρόμο κάναμε δύο στάσεις. Περίπου δύο μίλια από την πόλη συναντήσαμε το δραγουμάνο και γραμματέα του πασά με μια πολυπληθή συνοδεία και μερικά υπέροχα άλογα, ένα από τα οποία με επίχρυσο κασά, ίππευσα για μισό μίλι σε πλήρη καλπασμό και οι νεαροί φίλοι μου δήλωναν ότι δεν ήμουν τόσο καλός ανταγωνιστής και δεν έδειχνα σημάδια της εξαιρετικής τόλμης που γέμιζε την ευγενή ψυχή μου. Αντάλλαξα πάντως το πολεμικό μου άτι με ένα ήμερο άλογο, από εκείνα του δραγουμάνου, με το οποίο ίππευσα ήρεμα μέχρι την πόλη.

 Φύγαμε από την Τρίπολη την Πέμπτη 5 Ιουλίου και φτάσαμε το βράδυ στην  αρχαία Λέρνα, που λέγεται τώρα Μύλοι του Άργους, όπου μας πρόφτασε ο Απόστολος Καψά­λης, γραμματέας του βεζίρη Βελή πασά, ο οποίος είχε έρθει μαζί μας από τη Μάλτα και σκόπευε να μας συνοδεύσει μέχρι το μέρος της επιβίβασης μας σε πλοίο.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

Κρατσάιζεν Καρλ – Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

 Περίπου στις 8 το βράδυ μπήκαμε σε ένα καΐκι για να περάσουμε τον Αργολικό κόλπο και φτάσαμε τα μεσάνυχτα στο Ναύπλιο. Πήγαμε αμέσως σε ένα πολύ καλό σπίτι κοντά στο μόλο, μέσα στην πόλη, που ανήκε στο δρα Γιακόμπη, έναν Έλληνα γιατρό, που είχε υπηρετήσει στο στρατό μας στην Αίγυπτο. Κοιμηθήκαμε εκεί και το άλλο πρωί πήγαμε να δούμε την πόλη, που ίσως είναι η  πιο καλοχτισμένη και καθαρότερη από όσες έχουμε δει στην Τουρκία, και σε πολύ όμορφο μέρος. Ήταν ο τόπος διαμονής του Βενετού διοικητή και ένα μέρος αξιόλογου εμπορίου, αλλά τώρα έχει μόνο πολύ λίγους κατοίκους και αυτοί είναι κυρίως Τούρκοι. Οι Βενετοί είχαν φτιάξει μια πολύ ωραία προβλήτα στην παρα­λία, αλλά τώρα είναι τόσο ρηχά τα νερά, που δεν μπορούνε να πλησιάσουν πλοία με φορτία. Υπάρχουν πολύ λίγα λείψανα της αρχαιότητας, αλλά πολλά από τα κτίρια που χτίστηκαν από τους Βενετούς, τα οποία ο γιατρός μας, που μίλαγε γαλλικά μαζί μας τα οποία είχε μάθει στη Γερμανία, τα θεωρούσε πολύ παλιά και μας δημιούργησε σύγχυση για κάμποσο καιρό, κα­θώς παρατήρησα ότι έμοιαζαν πολύ νεότερα από τα ελληνικά ερείπια.

 Φεύγοντας από την πόλη, περάσαμε από ένα σπίτι όπου μερικές Τουρ­κάλες χαίρονταν για μια περιτομή. Μας πειράζανε από τα παράθυρα και ανταλλάσσαμε αστεία χωρίς να μας διακόψει κάποιος από τους άντρες συ­νοδούς που στέκονταν στην πόρτα του κήπου. Όλες φορούσαν βέλο.

 Περίπου 2 μίλια από το Ναύπλιο βρίσκονται τα τείχη της αρχαίας Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, η οποία ήταν ερειπωμένη στην πιο ακμαία εποχή της Ελλάδας και ακόμη παραμένει στην ίδια κατάσταση, μια συλλογή από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ογκόλιθους που θα μπορούσαν να βρεθούν. Διασχίσαμε μια απόσταση περίπου 20 μιλίων σε μια ακαλλιέργητη περιοχή χωρίς δάση, αλλά κατάφυτη από αρωματικούς θάμνους, μέχρι το Λιγουριό, ένα μικρό ελληνικό χωριό όπου κοιμηθήκαμε, και το επόμενο πρωί είδαμε τα απομεινάρια του παλαιού ναού του Ασκληπιού, που επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε από τους Ρωμαίους, και ένα όμορφο θέατρο, δουλειά του Πολύκλειτου, περίπου 2 μίλια από το Λιγουριό και 5 από την Επίδαυρο. Προχωρήσαμε προς τη θάλασσα, όπου επιβιβαστήκαμε σε μια μικρή βάρκα μετά το δείπνο και φτάσαμε νωρίς το πρωί με φόρτσα κουπί στο νησί Αίγινα.

  

Πηγές

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη,  Αθήνα,  2000, Ακαδημία Αθηνών.

Read Full Post »

Όσκαρ Ουάιλντ  – Ταξίδι στην Ελλάδα 1877

 

Οδοιπορικό σε Ολυμπία, Βάσσες, Άργος, Ναύπλιο, Αίγινα, Αθήνα, Μυκήνες.

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου. Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875. Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες – όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον «γλιτώσει» από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της. Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν. Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες’ ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »

Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.  

 

Στο θέατρο του Άργους

 

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:

κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας

 δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία

τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά

εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς

μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,

 οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη

και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.

 

Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,

το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,

ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,

διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,

       ο κόσμος γέμισε πανούκλα,

αμαρτία και έγκλημα,

ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

                                              Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

                                    (Μετάφραση: Γιάννης Καρβέλας, Μάιος 2001)

 

 

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 10-05-09, διαβάζουμε:

 

«Για να είναι κανείς αρχαίος Eλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή. Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ’ ουσίαν σύγχρονο».

Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ’ ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ’ το λαιμό του, όπως σ’ έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς:

«Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ’ το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ’ το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο Μακ Mίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν’ άκουσε απ’ τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό – δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ–, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Εψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ’ το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Άργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών – η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.

Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλήμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.

 

 Πηγές

 

  • Στοχασμοί /Oscar Wilde, μετάφρ. Αλεξ. Γ. Μαρπουτζόγλου.Εν Αθήναις :Γ. Φέξης,1915.
  • Για το ταξίδι του Oscar Wilde  στην Ελλάδα, Patrick Sammon,  3ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, Ιουν. 2006)
  • Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
  • Αργείων Πνεύμα, Διογένης Μαλτέζος, «Το Αρχαίο Θέατρο Άργους, με αφορμή ένα ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ», σελ. 102-107, τεύχος 2, Άργος, 2001.
  • Διαδίκτυο: Όσκαρ Ουάιλντ: «επιτέλους στο χώμα της Ελλάδας».

 

 

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Βιολονίστας»

 

Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣO Εκδοτικός οίκος “ Εκ Προοιμίου” και η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, διοργανώνουν μια βραδινή συνάντηση για να τιμήσουν  τον εξαιρετικό Συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Καρακάση, στον πολυχώρο Kandinsky, στον πεζόδρομο Μιχαήλ Στάμου 2 στο Άργος, στις 18 Μαΐου στις 8 το βράδυ. Με την συντροφιά ενός εκλεκτού και χυμώδους κρασιού ή ενός αρωματισμένου καφέ, θα μιλήσουμε για σαγηνευτικές περιπέτειες, ανθρώπινα δεινά, μοιραίες συναντήσεις, για ένα βιολί… Θα επιχειρήσουμε να γίνουμε συνταξιδιώτες του – έστω για μια νυχτιά – σε ένα μαγικό ταξίδι στο άχρoνο, για να νοιώσουμε τα βαριά ανατολίτικα αρώματα της Πόλης ή  για να χαθούμε στην λεπτή αχλή των μύθων της Βιέννης και της  Βουδαπέστης.    

Για να γνωρίσουμε όλα αυτά, που ο δικός μας Κώστας Καρακάσης, ως ένας κοσμοπολίτης παρατηρητής, μας εξιστορεί με περισσή ευαισθησία και ποιητική μαεστρία  στο νέο του βιβλίο, Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣ, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ξεναγός μας, στις μυστικές πτυχές των παθών των πρωταγωνιστών του έργου, θα είναι ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας Γιώργος Κόνδης ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης και ο Συγγραφέας. Επίτιμος προσκεκλημένος μας ο Συγγραφέας και Δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας.

 

Με ιδιαίτερη χαρά σας καλούμε για μια πραγματικά ξεχωριστή βραδιά.

Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)

 

Πέραν του Ισθμού

Πέραν του Ισθμού

Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.

Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη   και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.  

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.

 

Πηγή

 Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.

Read Full Post »

Buchon, Jean Alexandre – Ναύπλιο

 

 

 

JEAN ALEXANDRE BUCHON (1791-1849), French scholar, was born on the 21st of May 1791 at Menetou-Salon (Cher), and died on the 29th of August 1849 . 

Από το βιβλίο του, J.A. Buchón, La Grèce continentale et la Morée. Voyage en 1840 et 44. Παρίσι 1843, διαβάζουμε για το Ναύπλιο.

 

 

[….] Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πολιτεία, κανονική και καθαρά χτισμένη ανάμεσα στα ριζά του οχυρωμένου βουνού πού φέρνει ακόμη το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναυπλίου και τής θάλασσας. «Έχει όλη την όψη μιας από τις πολιτείες μας της Δύσης, από την καλή και την κακή μεριά, την τάξη, άλλα κάποτε και την όχληση. Οι δρόμοι του είναι ίσιοι και καλά πλακοστρωμένοι, τα σπίτια έχουν ταιριαστό ύψος – στις δύο δημόσιες πλατείες είναι φυτεμένα δέντρα, τα μεγάλα μαγαζιά, τα χτισμένα άλλοτε άπα τούς Βενετσάνους στους πρόποδες του κάστρου και το Κυβερνείο, το χτισμένο από τον Καποδίστρια όταν έμενε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα, αν όχι τα κομψότερα κτίρια των μεγάλων μας πόλεων και σαν τελευταία και πλήρη απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκει κανείς εδώ αυτό πού μόνο στην Αθήνα συναντάει με υποφερτό, στην Πάτρα με ικανοποιητικό και στην Κόρινθο με υποτυπώδη τρόπο: ένα πανδοχείο… δηλαδή ένα άσυλο, όπου κάθε άτομο, υποχρεωμένο από τις υποθέσεις του, από τα γούστα ή από τα πάθη του να γυρίσει στον κόσμο, βρίσκει, μιαν ανταύγεια της σπιτικής του ευμάρειας… και πάνω άπ’ όλα ένα καταφύγιο όπου, μόνος με παρουσία του εαυτού του μπορεί ν’ αναλογιστεί όσα είδε και αισθάνθηκε, να σκεφτεί τούς μακρινούς φίλους του, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να προσβάλει αυτούς πού τον φιλοξενούν, και να μιλήσει μαζί τους με τη γλυκιά οικειότητα της επιστολικής επικοινωνίας.

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1Εμείς οι άλλοι, οι χορτασμένοι άνθρωποι της Δύσης, χαιρόμαστε όλα αυτά τα αγαθά χωρίς να ρωτιόμαστε τί αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος γερός χαίρεται την υγεία του… Δεν μαθαίνει κανείς να εκτιμάει την αξία όλων αυτών των θησαυρών παρά αν τούς στερηθεί λίγες στιγμές και δυστυχώς, μόλις ταξιδεύει κανείς στην Ανατολή, είναι υποχρεωμένος πάντα να στερείται άπ’ όλα αυτά, έκτος από την διαύγεια του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ήλιου, τη χάρη τής νύχτας, το θαύμα της φύσης.Το Ναύπλιο υπήρξε, ως το τέλος του 1834, ή έδρα τής Κυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους. Η ξαφνική αυτή απόκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτευούσης έφτασε για να διαμορφώσει ένα πληθυσμό τόσο επιδεκτικό στον πολιτισμό τον πιο λεπτό, όπως είναι ό ελληνικός λαός. Οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στις γαλλικές μόδες– πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψότητα και πολλές θα ξεχώριζαν στις συναθροίσεις μας τις πιο λαμπρές, όχι μόνο με τον τύπο αυτό της ζωντανής και καθαρής ομορφιάς πού πήραν από την προγονή τους την Ελένη, αλλά και με την άνεση και την τέλεια χάρη των τρόπων τους, πού μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ όσο και ανάμεσα στις γυναίκες τής Γαλλίας. Επέρασα στο Ναύπλιο μερικές βραδιές με εύκολη συζήτηση, έτσι πού θα μπορούσα να πιστέψω ότι βρισκόμουν ακόμη στους δρόμους τής Anjou, της Ville-‘l Évêque και τς Astorg… Το Ναύπλιο είναι ένας τόπος ισχυρός. Έχει τις πλαγιές του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη φρουρά του, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του, πού κλείνουν, και τα συνθήματα του. Με το βασίλεμα του ήλιου οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίνονται στον διοικητή, τόσο το χειρότερο για σας αν έχετε μείνει πολύ έξω για να θαυμάσετε τα αρχαία τείχη της Τίρυνθος, της καλά οχυρωμένης (Ιλιάδος Π, 559), τη θέση όπου υπήρξε το Άργος, και τα θαυμαστά ερείπια των αρχαίων Μυκηνών… «Όταν δύσει ο ήλιος, δεν θα ξαναμπείτε στο Ναύπλιο και θα χρειαστεί να μετανοήσετε για τις χαρές της εκδρομής σας πηγαίνοντας να βρείτε ένα κατάλυμα σ’ ένα ακάθαρτο χάνι ή καραβάνσεράϊ της Πρόνοιας. […]

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1791-1846Γυρίζοντας ο Buchón από την εκδρομή του «στα βασίλεια του βασιλιά Αγαμέμνονα», περιδιαβάζει στην πολιτεία και στα κάστρα του Άναπλιού και αντιγράφει λατινικές επιγραφές των Βενετσάνων. Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου προσέχει μια τοιχογραφία, αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντά Βίντσι. Κοντά στην εκκλησία του Άγιου Νικήτα (Νικολάου;), πού κατεδαφίστηκε στα χρόνια του Καποδίστρια για να γίνει ό Μεγάλος Δρόμος, προσέχει πάνω σ’ ένα σκαλί μιαν επιγραφή, με το όνομα του Francisco Grimani «supremo classis moderatori qui urbem extra monumentis firmavit». Από μιαν εκδρομή του στο Τολό γύρισε στο Ναύπλιο πριν από τη δύση του ήλιου, γιατί ό διοικητής Αλμέϊδα φροντίζει να κλείνει τις θύρες στις 8 το βράδυ, σαν σε μια πόλη πού φοβάται εχθρικές επιθέσεις, μια φροντίδα στρατιωτική ανώφελη και πολύ δυσάρεστη για όλους τούς κατοίκους και για τον μικρόν αριθμό των ξένων πού φτάνουν εκεί. ( Σέμνη Καρούζου)

 

διαβάστε περισσότερα

 

Πηγές

 

  • J.A. Buchon, « La Grèce continentale et la Morée», Voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, σελ. 380-393, Paris, 1843.
  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο»,  Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα, 1979.

Read Full Post »

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».

 

 

Περιγραφή:

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».Σέμνη Καρούζου (18898 Δεκεμβρίου 1994). Το Ναύπλιο, η γραφική αυτή πόλη του Μοριά, είναι γεμάτη με μνήμες ιστορικές. Η συγγραφέας, από τις πρώτες Ελληνίδες αρχαιολόγους, αφηγείται τους αρχαίους μύθους που σχετίζονται με το Ναύπλιο και προχωρεί στο ξετύλιγμα της ιστορίας, από την αρχαιότητα ως τη Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία και, τέλος, ως τα χρόνια του Κλασικισμού, στον 19ο αιώνα, όταν το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.

Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας

Χρονολογία Έκδοσης:

 1979
Σελίδες: 216

Read Full Post »

«Το Ναύπλιο των περιηγητών» της ιστορικού της τέχνης κ. Αφροδίτης Κούρια.

Περιγραφή

 

«Το Ναύπλιο των περιηγητών»[…] Το βιβλίο αυτό, καρπός πολύχρονης ενασχόλησης μου με το Ναύπλιο των Ευρωπαίων περιηγητών από τη σκοπιά του ιστορικού της τέχνης, εξετάζει όψεις και πτυχές της εικονογραφίας της πόλης με την ευρύτερη περιοχή της, στα ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της κάθε εποχής και σε συνάρτηση με την εξέλιξη του περιηγητισμού όπως αυτή γίνεται αισθητή στο θεματικό περιεχόμενο, στις διαδικασίες δημιουργίας και στη μορφολογία των έργων (χαρακτικών και ζωγραφικών). Σε αρκετές περιπτώσεις τα γραπτά ντοκουμέντα, ο πρωτογενής λόγος των περιηγητών συνεισφέρουν τη διαφωτιστική μαρτυρία τους και προσφέρουν ερεθίσματα για μια επαρκέστερη ανάγνωση των εικόνων. Στο κεφάλαιο «Το Ναύπλιο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, 16ος-18ος αιώνας» εξετάζονται οι μηχανισμοί παραγωγής των πρώιμων, εντύπων, εικόνων, οι ιδιαιτερότητές τους, η κωδικοποιημένη γλώσσα τους και η βαρύνουσα σημασία τους σε διάφορα επίπεδα. Κάποια έργα του τέλους του 18ου αιώνα, φορείς μιας νέας αντίληψης, οδηγούν στον 19ο.

 

Το επόμενο κεφάλαιο, «Περιηγητές στο Ναύπλιο και την περιοχή του στον 19ο αιώνα«, εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, όπως είναι η πολυμορφία του υλικού, η ισχυρή παρουσία της αδιαμεσολάβητης δημιουργίας (σχέδια, υδατογραφίες) με την αμεσότητα και την υποκειμενικότητα της, η βούληση τεκμηρίωσης, η ανάδειξη του πραγματικού, του προσδιορισμένου τοπικά και χρονικά. Παράλληλα με τα έργα δίνεται έμφαση και στα πρόσωπα των περιηγητών, στην εμπειρία του ταξιδιού, στη βιωματική σχέση τους με αυτά που βλέπουν, σχεδιάζουν και ζωγραφίζουν.

 

Ο ταξιδιώτης του 19ου αιώνα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος, «ευάλωτος» στο πνεύμα του τόπου (genius loci). Από αυτήν την άποψη το Ναύπλιο είναι ασφαλώς μια παραδειγματική περίπτωση. Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Σταθμοί της πολεμικής και πολιτικής ιστορίας του Ναυπλίου – Η μαρτυρία της εικόνας«, με βασικό άξονα την οπτική του περιηγητισμού εξετάζεται η μαρτυρία έντυπων και ζωγραφικών εικόνων σε σχέση με γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και την τύχη της πόλης στον 19ο αιώνα.


Πυρήνας της έκδοσης αυτής είναι τα χαρακτικά της πλούσιας συλλογής της οικογένειας Γιάννη Φωτόπουλου, της σημαντικότερης συλλογής περιηγητικών χαρακτικών του Ναυπλίου. Μια αντιπροσωπευτική επιλογή (από θεματική και μορφοπλαστική άποψη) δημοσιεύεται εδώ, πλαισιωμένη από χαρακτικά, σχέδια, υδατογραφίες και ελαιογραφίες ελληνικών και γερμανικών μουσείων, του Δήμου Ναυπλίου, του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, καθώς και άλλων ιδιωτικών συλλογών. Ορισμένα από αυτά τα έργα δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. […]


(από το προλογικό σημείωμα της συγγραφέως)

 

Εκδότης: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος

ISBN: 960-7059-18-2

Έτος έκδοσης: 2007

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »