Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio – Volume I: Dispacci from Nauplion (1479-1483)


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Dianna Gilliland Wright

John R. Melville – Jones

UNIPRESS

PADOVA

Italy 2008

[…] Bartolomeo Minio q. Marco was elected provveditor and capitaneo of Napoli di Romania in February 1478-79 to replace the previous rettor of Nauplion, Christoforo de Priuli, who died before the end of his term. Leonardo Diedo, capitaneo of Coron, was transferred to Nauplion until Minio arrived. As Minio’s first letter reports, he got as far as Modon in September, but did not arrive in Nauplion until 8 November, as Venetian shipping was either suspended or on war alert because of the Ottoman attack on the Ionian Islands.

Bartolomeo was about 40 when he began the Nauplion assignment, the usual age for a provveditor in the stato da mar. The dispacci suggest that he had a tendency to migraines and an aching neck. Perhaps marked by the early loss of his mother, he appears in his letters as a lonely man, writing of himself as “essendo solo rector,” rarely mentioning officials other than those who came by galley for rare, brief stays, never mentioning the name of the assistant on whom he relied the most, the cancellier for whom he fought a long and tiring battle with Venetian bureaucracy. In the final dispaccio of 25 March 1483, he mentions “nui suo rectori” and “nui suo provveditori” but these refer to rettori of other citta`. Five years later, there were at least thirteen officials appointed to Nauplion in addition to the provveditor, and Minio may have had several of these with him: this cannot be deduced from the dispacci and cannot be assumed, given the many variations from the standard noted at Nauplion. His wife’s brother, “mio cognado Piero Trevisan,” commanded a light galley and came to Nauplion several times on assignment. Minio looked forward to Trevisan’s visits, and in the dispacci emphasized their relationship— “mio cognado”— insisting on it in what he perceived as the blank face of Venetian bureaucracy. As official papers, the dispacci give no suggestion as to what non-official correspondence he might have had […]

Read Full Post »

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686


 Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco MorοsiniΑυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχλεδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

 

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo (16 Αυγούστου 1650 – 9 Δεκεμβρίου 1718)


 

Ιερωμένος, κοσμογράφος, πρόεδρος της υδροδυναμικής, με εκατόν σαράντα εκδόσεις, ο Coronelli ήταν υπεύθυνος, ως το 1707, για την παραγωγή, από το πολυπληθές εργαστήριό του, πλούσιων χαρτογραφικών εκδόσεων που επηρέασαν την εξέλιξη των έντυπων γεωγραφικών εκδόσεων. Τα σχέδιά του συνοδεύουν έκτοτε πάμπολλες επανεκδόσεις ή μεταφράσεις των έργων του, είτε εικονογραφούν μεταγενέστερα ταξιδιωτικά χρονικά, ιστορικά συγγράμματα και γεωγραφικά έργα.

Ιδρυτής της Γεωγραφικής Ακαδημίας των Αργοναυτών στη Βενετία, ανέλαβε να απεικονίσει τις νικηφόρες μάχες των συμπατριωτών του κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο (1684-87).

Στην  Ελλάδα έρχεται  την ίδια  εποχή και επισκέπτεται πολλές περιοχές μεταξύ αυτών και την Αργολίδα, όπου και κάνει καταγραφή  περιοχών της σε σχέδια και χάρτες.  Το 1688 εκδίδει  στην Βενετία το βιβλίο, « Memorie Istoriografiche deRegni della Morea, Negroponte e Littorali fina Salonichi Accresciute in questa seconda edizione», στο οποίο αφιερώνει αρκετές σελίδες στο Άργοςκαι τοΝαύπλιο.

 

Βιογραφία


  

Vincenzo Coronelli

Vincenzo Coronelli

Ο Vincenzo Coronelli γεννήθηκε  στη Βενετία στις 15 Αυγούστου 1650 και ήταν το πέμπτο παιδί ενός Βενετού ράφτη που λεγόταν Μaffio Coronelli. Στα δέκα του χρόνια, ο νεαρός Vincenzo εστάλη στην πόλη της Ravenna και μαθήτευσε δίπλα σ’ ένα ξυλογράφο. Το 1663 τον αποδέχτηκαν στο Μοναστικό Τάγμα των Φραγκισκανών, και έγινε δόκιμος μοναχός το 1665. Στην ηλικία των 16 εξέδωσε την πρώτη από τις 140 διαφορετικές δουλειές του. Το 1671 μπήκε στο μοναστικό τάγμα της Santa Maria Gloriosa dei Frari στη Βενετία και το 1672 ο Coronelli εστάλη στο Κολέγιο του Saint Apostoli στη Ρώμη όπου έκανε το διδακτορικό του στη Θεολογία το 1674. Υπερείχε επίσης στη μελέτη της Αστρονομίας και στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Λίγο πριν το 1678 ο Coronelli άρχισε να δουλεύει ως Γεωγράφος και ήταν επιφορτισμένος να δημιουργήσει ένα σετ από γήινες και ουράνιες σφαίρες για τον Ranuccio II Farnese, Δούκα της Πάρμα. Κάθε μια από τις κατασκευασμένες σφαίρες ήταν πέντε πόδια σε διάμετρο και τόσο εντυπωσίασαν το Δούκα, που έκανε τον Coronelli  Θεολόγο του. Η φήμη του Coronelli σαν θεολόγου μεγάλωνε και το 1699 διορίστηκε Γενικός Πατέρας ( Father General) στο Τάγμα των Φραγκισκανών.

 

Σφαίρες για το Λουδοβίκο XIV 


 

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

O Καρδινάλιος Cesar dEstrees, φίλος και σύμβουλος του Λουδοβίκου XIV και πρεσβευτής στη Ρώμη, έδειξε στο Δούκα της Πάρμα τις σφαίρες και κάλεσε τον Coronelli στο Παρίσι το 1681 να κατασκευάσει ένα ζευγάρι σφαίρες για το Most Christian King. O Coronelli μετακόμισε στη Γαλλική πρωτεύουσα το 1681, όπου έζησε για 2 χρόνια. Κάθε σφαίρα αποτελούνταν από άξονες με κυρτό ξύλινο σκελετό περίπου δέκα πόδια ύψος και τέσσερες ίντσες πλάτος στον ισημερινό. Το ξύλο ήταν επικαλυμμένο με στρώση από ασβεστοκονίαμα περίπου 1 ίντσα πάχος και καλυμμένο με στρώση από σκληρό μη επεξεργασμένο ύφασμα (υλικό). Αυτό μετά περιτυλίγεται σε στρώμα ¼ της ίντσας δύο πολύ λεπτών (φίνων, κομψών) υφασμάτων το οποίο εξασφαλίζει υποστήριξη για τις ζωγραφισμένες πληροφορίες των σφαιρών. Αυτές οι σφαίρες είναι 384 cm στη διάμετρο και ζυγίζουν περίπου 2 τόνους, βρίσκονται εκτεθειμένες στην Εθνική Βιβλιοθήκη Francois Mitterramd στο Παρίσι.

  

Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

 

 
Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

  

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco Morοsini.  Αυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχέδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

  

Μετέπειτα Ζωή


 

Λόγω της φήμης του δούλεψε σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες τα χρόνια που ακολούθησαν, και επέστρεψε μόνιμα  στη Βενετία το 1705. Στη Βενετία άρχισε το δικό του κοσμογραφικό σχέδιο και εξέδωσε τους τόμους του Atlante Veneto. Στην πατρίδα του ίδρυσε την πρώτη γεωγραφική κοινωνία, την Accademia Cosmografica degli Argonauti. Κατείχε τη θέση του Κοσμογράφου της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι τελευταίοι έξι τόμοι από τη Biblioteca SarcoProfana εκδόθηκαν από τον Coronelli. Ήταν ένα είδος εγκυκλοπαίδειας όπου οι καταχωρήσεις ήταν αλφαβητικά.

Ο Coronelli πέθανε στην ηλικία των 68 ετών στη Βενετία έχοντας δημιουργήσει εκατοντάδες χάρτες στη ζωή του. Ανθεκτικές σφαίρες του Coronelli είναι σήμερα εγκατεστημένες σε διάφορες συλλογές. Ζεύγη από τις πιο φημισμένες πλατιές (110cm διάμετρο) σφαίρες είναι για παράδειγμα στη Biblioteca Marciana στην Βενετία, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας και στο Clobe Museum (Μουσείο της Υδρογείου) στη Βιέννη, στη βιβλιοθήκη του Stift Melk, όπως επίσης στα Trier, Πράγα, Παρίσι, Λονδίνο, Ουάσιγκτον. Το Ransom Center στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin έχει ζεύγος σφαιρών του Coronelli μια γήινη και μια ουράνια σφαίρα. Το 1952 ιδρύθηκε στη Βιέννη το,  The International Coronelli Society for the Study of Globes, και πήρε το όνομα του Coronelli προς τιμή του.

 

Επιλεγμένοι χάρτες

1690-91 Atlante Veneto

1696-97 Isolario dell’ Atlante Veneto

1692 Corso geografico universale

1695 Re-issued

1693 Epitome Cosmografica

1693 Libro dei Globi

1701 Re-issued

1695 World Map

1696 Pacific Ocean

 

Μερική Βιβλιογραφία

 

Morea, Negroponte & Adiacenze (1688).

Atlante Veneto (1691 – 1696).

Ritratti de celebri Personaggi (1697).

Lo Specchio del Mare (1698).

Singolarità di Venezia (1708-1709).

Roma antico-moderna (1716).

Η μετάφραση από τα Αγγλικά έγινε από την  Άνσα Καραχάλιου, ενώ τα Ιταλικά κείμενα απέδωσε στα Ελληνικά ο Δημήτρης Αργυράκης.

   

Πηγές


  • Accademia Cosmografica degli Argonauti.
  • The International Coronelli Society for the Study of Globes.
  • National Maritime Museum, Greenwich, London.
  • Epitome cosmografica. 

  

Read Full Post »

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο –  Buchon, J. A. C.


 

 Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για το Ναύπλιο εκείνης της εποχής.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πόλη ομοιόμορφα και καλά κτισμένη ανάμεσα στους πρόποδες του οχυρωμένου βουνού, που φέρει ακόμα το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναύπλιου και τη θάλασσα.  Έχει την όψη μιας από της δυτικές μας πόλεις, με τα καλά και τα κακά της, την τάξη, αλλά και ενίοτε την ταλαιπωρία . Οι δρόμοι της είναι στενοί και αρκετά καλά πλακοστρωμένοι. Τα σπίτια της, έχουν το ύψος που πρέπει. Οι δύο πλατείες της είναι δεντροφυτεμένες. Τα μεγάλα καταστήματα, που είχαν χτίσει παλιά οι Βενετοί στους πρόποδες του κάστρου, και το κυβερνείο, που είχε χτίσει ο Καποδίστριας την εποχή που κατοικούσε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα αν όχι τα πιο κομψά κτίσματα των μεγάλων πόλεών μας, και για τελευταία και ολοκληρωτική απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκουμε εδώ, ό, τι υπάρχει μόνο στην Αθήνα με πρόσφορο τρόπο, στην Πάτρα με ικανοποιητικό τρόπο, και στην Κόρινθο περιορισμένα: ένα πανδοχείο δηλαδή, ίσως η πιο χρήσιμη των ευρωπαϊκών εισαγωγών στην ανατολή, ένα πανδοχείο, δηλαδή ένα άσυλο όπου κάθε άνθρωπος, αναγκασμένος από τις δουλειές του, τα γούστα του ή τα πάθη του, να ταξιδεύει σ΄ όλο τον κόσμο, μπορεί να ελπίσει ότι θα βρει στοιχεία που του θυμίζουν τις οικιακές του ανέσεις: φως, φωτιά, ένα τραπέζι, καρέκλες, τα απαραίτητα για να   καθαρίσει και να δροσίσει το κουρασμένο του κορμί, ένα κρεβάτι για να ξεκουραστεί, ένα γεύμα για ν΄ ανακτήσει δυνάμεις, και πάνω απ΄ όλα, ένα αναπαυτήριο όπου, μόνος με τον εαυτό του, μπορεί ν΄ αναλογιστεί τι είδε και μύρισε, να σκεφτεί τους απόντες φίλους του χωρίς να φοβάται μήπως προσβάλει τους οικοδεσπότες του, και να συζητήσει μαζί τους μέσω της τρυφερής οικειότητας της ανταλλαγής αλληλογραφίας.

Εμείς, οι μπαφιασμένοι άντρες της Δύσης, απολαμβάνουμε όλα αυτά τα αγαθά, χωρίς να φανταζόμαστε το πόσο αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος καλά στην υγεία του χαίρει άκρας υγείας, όπως ένας άνθρωπος σβέλτος απολαμβάνει την λειτουργία των άκρων του, χωρίς να σκέφτεται σε όλους τους συνδυασμούς κινήσεων που χρειάζονται για να επιτευχτεί η ισορροπία και για να τεθεί σε κίνηση η ανθρώπινη μηχανή.  Δεν εκτιμούμε την αξία αυτών των θησαυρών παρά μόνο όταν τους στερηθούμε για λίγο· και δυστυχώς, λίγο να ταξιδέψεις στην Ανατολή, πάντα είμαστε καταδικασμένοι να στερηθούμε τα πάντα, πλην την καθαρότητα του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ηλίου, τη γοητεία των νυχτών, τη μεγαλοπρέπεια της φύσης.

Το Ναύπλιο ήταν, μέχρι το τέλος του 1834, η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης του νέου Ελληνικού κράτους.  Αυτή η προσωρινή κατάκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτεύουσας ήταν αρκετή για ν΄ αλλάξει έναν πληθυσμό τόσο ικανό στον πιο εκλεκτικό πολιτισμό όπως είναι ο ελληνικός πληθυσμός.  Οι γυναίκες υιοθέτησαν τις συνήθειες της Γαλλίας· πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψό τρόπο, και μερικές δεν θα πέρναγαν απαρατήρητες ακόμα και στις πιο λαμπρές μας δεξιώσεις, όχι μόνο χάρις αυτού του είδους ομορφιάς έντονης και αγνής που έλαβαν από την προγιαγιά τους Ελένη, αλλά λόγω της άνεσης και της τελειότητας των τρόπων τους, που μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ σε σχέση με τις γυναίκες της Γαλλίας.  Πέρασα στο Ναύπλιο κάποιες βραδιές με κουβεντούλες όπου θα μπορούσα να αισθανθώ ότι βρίσκομαι ακόμα στους δρόμους του Ανζού, του Βιλ-Λεβέκ και του Αστόργκ. Μαζί μ΄ αυτά τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, πρέπει να δέχεσαι και τα κάποια μειονεκτήματά του.  Το Ναύπλιο είναι οχυρό.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Έχει τα πρανή του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη στρατιωτική του μονάδα, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του που κλείνουν και τα παραγγέλματά του.  Στη δύση του ηλίου, οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίδονται στον ταγματάρχη·  τόσο το χειρότερο για σας αν  μείνατε παραπάνω χρόνο για να θαυμάσετε τα παλαιά ομηρικά τείχη  της καλά οχυρωμένης Τίρυνθας, τον τόπο όπου είναι το Άργος, και τα μεγαλοπρεπή ερείπια της παλαιάς πόλης των Μυκηνών, της καλοκτισμένης πόλης των Μυκηνών, της πόλης των Μυκηνών με τους φαρδιούς δρόμους, της πόλης των Μυκηνών που αγάπησε η Ήρα. Ο ήλιος έπεσε, δεν πρόκειται να μπείτε στο Ναύπλιο πια· και θ΄ αναγκαστείτε να ξεπληρώσετε τις απολαύσεις  της ημερήσιας σας εκδρομής πηγαίνοντας να βρείτε στέγη σε κάποιο βρώμικο χάνι ή καραβανσεράι του προαστίου της Πρόνοιας, εκτός κι αν προτιμάτε, όπως το έκανα πολλές φορές όταν ταξίδευα, να κοιμηθείτε υπαίθρια στα γόνιμα χωράφια του Αργολικού κάμπου.   Παρά λίγο αυτό να πάθω και εγώ στο Ναύπλιο· ευτυχώς όμως είχα μια εξαιρετική άμαξα, και προβλέποντας κάποια καθυστέρηση, είχα προνοήσει να ενημερώσω τον Στρατηγό Αλμέϊδα, στρατηγό του Ναυπλίου, ο οποίος μου είχε κάνει τη χάρη να χαλαρώσει κάπως για μένα το σύνηθες παράγγελμα.  Οι απολαύσεις του χανιού της Πρόνοιας δεν είχαν καμία γοητεία για μένα σε σύγκριση με τη δελεαστική προοπτική ενός πανδοχείου.  Εξάλλου, η εκδρομή στην Τίρυνθα, στο Άργος και στις Μυκήνες, αξίζει να κινδυνέψεις να κοιμηθείς πολλά βράδια στην ύπαιθρο· πρόκειται για μια συνήθεια που αργά ή γρήγορα θα αποκτήσεις στην Ελλάδα.

Τα αρχαία χρόνια το Ναύπλιο ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης του Άργους, με τον ίδιο τρόπο που ο Πειραιάς ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης της Αθήνας.  Η πρώτη μου σκέψη ήταν λοιπόν να πάω πρώτα απ΄ όλα να επισκεφθώ την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες μαζί.  Ένας αμαξιτός δρόμος φθάνει από το Ναύπλιο ως τους πρόποδες των λόφων όπου ήταν κτισμένη η πόλη των Μυκηνών, περνώντας από την Τίρυνθα και το Άργος.  Οι άμαξες πολιτογραφούνται  στο Ναύπλιο.  Μου έστειλαν μία και πήρα το δρόμο. 

Ζήτησα να κάνει μια μικρή στάση μέσα στην πόλη για να επισκεφτώ την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος όπου είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, τον οποίο είχα γνωρίσει και συμπαθήσει· και λίγο έξω από την πόλη, έξω από το προάστιο Πρόνοια, πήγα επίσης και επισκέφτηκα το βράχο πάνω στο οποίο οι  Βαυαροί  βάζουν να σκαλίσουν, σε μίμηση του Λιονταριού της Λουσέρνας αφιερωμένο στη μνήμη των Ελβετών πεσόντων στη Γαλλία στις 10 Αυγούστου, ένα ξαπλωμένο λιοντάρι για να τιμήσει τους Βαυαρούς που πέθαναν υπηρετώντας την Ελλάδα.  Αυτό το μνημείο, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, δεν έχει προχωρήσει πολύ.  Λίγα μέτρα από εκεί βρίσκεται η πειραματική φάρμα που άρχισε την εποχή του Καποδίστρια και που έχει πολύ παραμεληθεί σήμερα.

[…] Επέστρεψα στο Ναύπλιο γοητευμένος από την εκδρομή μου στο κράτος του βασιλιά Αγαμέμνονα, και άρχισα να διασχίζω στην πόλη για να μελετήσω, τη μια μετά την άλλη, τα σημάδια των διαφόρων αρχαιοτήτων που είναι συγκεντρωμένες εκεί.  Δεν βρήκα πια ίχνος του φημισμένου σιντριβανιού στα νερά του οποίου η Ήρα έβρισκε ξανά κάθε χρόνο την παρθενιά της.  Επίσης δεν βρίσκουμε και πολλά απομεινάρια του μεσαίωνα.  Μόνο το 1247, υπό την αιγίδα του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, οι Γάλλοι πρίγκιπες του Μοριά κατάφεραν ν΄ αρπάξουν την πόλη του Ναυπλίου με την βοήθεια των Βενετών συμμάχων τους, που απέκλειαν την τοποθεσία αυτή από θαλάσσης, ενώ ο πρίγκιπας  Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν την περικύκλωνε από στεριά.  Δύο κάστρα προστάτευαν τότε την πόλη: το κάστρο του Παλαμηδιού, τοποθετημένο πάνω από το βουνό που δεσπόζει στο Ναύπλιο, και ένα δεύτερο κάστρο μέσα στην ίδια την πόλη, πάνω στο βράχο, που παρακολουθεί την είσοδο του λιμανιού.  Οι Γάλλοι κατέκτησαν το πρώτο, που πήρε την ονομασία Φράγκικο, και άφησαν στους Έλληνες το άλλο, που ονομάστηκε ρωμαϊκό κάστρο.  Αυτό το τελευταίο έχει κτιστεί στην τοποθεσία ενός αρχαίου ελληνικού κάστρου.  Βρίσκουμε μέσα στον τοίχο, σε αρκετά μεγάλο ύψος, τις μεγάλες τετράπλευρες πέτρινες βάσεις που αποτελούν και το πιστοποιητικό της προέλευσής τους.  Ανεβαίνουμε στο Παλαμήδι από έναν δρόμο μακρύ αλλά ευκολοδιάβατο, από τη μεριά της εξοχής, ή από γρήγορα σκαλιά, από τη μεριά της πόλης.  Τα σκαλιά κατασκευάστηκαν ξανά προσφάτως από τους φυλακισμένους που κρατούνται στο κάστρο.

Κατά τη διάρκεια όλου του δέκατου τρίτου αιώνα και των πρώτων χρόνων του δέκατου τέταρτου αιώνα, το Ναύπλιο και το Άργος έμειναν στα χέρια των Βιλ-Χαρντουέν·  αλλά μετά το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, πρίγκιπα της Αχαΐας και σύζυγο της Μαρίας ντε Αινώ, εγγονής του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, η αναρχία εξαπλώθηκε σ΄ όλο το Μοριά, και ο καθένας προσπάθησε να σφετεριστεί τις φεουδαρχίες που του ήταν πιο αρεστές.  Τέσσερα χρόνια περίπου πριν το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, ο πιο ισχυρός εκ των φεουδαρχών του, ο Γκοτιέ ντε Μπριέν, Δούκας της Αθήνας, είχε υποκύψει το 1310 στη μάχη κατά των Καταλανών· ο γιος του, που ονομαζόταν Γκοτιέ όπως και εκείνος, προσπάθησε το 1336, να κατακτήσει ξανά το δουκάτο της οικογένειάς του, αλλά μάταια, και θέλησε αργότερα ν΄ αποζημιωθεί αρπάζοντας τη φεουδαρχία της Φλωρεντίας. Πέθανε στο Πουατιέ χωρίς να  έχει αφήσει διάδοχο.

Η Ισαβέλλα, η αδερφή του, άφησε αντιθέτως έξι παιδιά με το σύζυγό της Γκοτιέ ντ΄Ανγκιέν.  Ο ένας πήρε τον τίτλο του Δούκα της Αθήνας, ένας άλλος πήγε και κατέκτησε την κομητεία του Λέτσε στην Ιταλία· ο τελευταίος, ονόματι Γκι ντ΄ Ανγκιέν, πήγε να βρει την τύχη του στην Ελλάδα, και κατάφερε να εγκατασταθεί στη φεουδαρχία του Ναυπλίου και του Άργους.  Ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν απέκτησε μόνο μια κόρη, τη Μαρία, που άφησε, όπως το είπα πιο πάνω, ως κληρονόμο των δυο αυτών ισχυρών φεουδαρχιών.  Η Μαρία παντρεύτηκε έναν ευγενή βενετό, τον Πέτρο Κορνάρο, που πέθανε πριν προλάβει ν΄ αποκτήσει παιδιά.  Οι βενετοί εποφθαλμιούσαν εδώ και καιρό το Ναύπλιο. 

Το έτος 1388, την 2α  Σεπτεμβρίου, για να αποτρέψουν, δήθεν, τα φεουδαρχία να πέσουν στα χέρια είτε των Τούρκων, είτε των Ελλήνων, οι οποίοι τα εποφθαλμιούσαν, σε βάρος της Μαρίας ντ΄ Ανγκιέν, της τα αγόρασαν με αντίτιμο ένα ετήσιο εισόδημα ύψους πεντακοσίων χρυσών δουκάτων.  Από τη μεριά της, η Μαρία ντ΄ Ανγκιέν υποσχέθηκε να μην παντρευτεί ξανά, τόσο με ευγενή βενετό όσο με οποιονδήποτε άλλον.  Αλλά ο Νέριο Ατσιαγιουόλι, άρχοντας της Κορινθίας, αντιστάθηκε με επιτυχία στην κατάκτηση από του Βενετούς, και πήρε το Άργος και το Ναύπλιο στα χέρια του.  Αφού χρίστηκε Δούκας της Αθήνας το 1394, συνέταξε την διαθήκη του στο τέλος εκείνης της χρονιάς· βρίσκουμε σ΄ αυτή κάποιους όρους που αφορούν το Άργος και το Ναύπλιο:

  « Θέλουμε, λέει, ο χρυσός σταυρός διακοσμημένος με  σμαράγδια και άλλες πολύτιμες πέτρες, να δοθεί, για τη σωτηρία της ψυχής μας, στον Επίσκοπο του Άργους.

 Θέλουμε να δοθούν στον Αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους τα διακόσια πενήντα χρυσά δουκάτα που παρακρατήσαμε από τα έσοδα της εκκλησίας της Αθήνας τη χρονιά που ο εν λόγω Επίσκοπος ήταν βικάριος της εκκλησίας της Αθήνας.

 Θέλουμε και διατάζουμε στο Νάπολι ντι Ρομάνια να κατασκευαστεί ένα νοσοκομείο για τους φτωχούς, και κληροδοτούμε σ΄ αυτό το νοσοκομείο όλα τα κινητά και ακίνητα του Άργους για την κατασκευή του εν λόγω νοσοκομείου· εκτός από 100 … το χρόνο που θα πρέπει να δοθούν στην εκκλησία του Άργους ώστε να γίνεται κάθε Δευτέρα μια νεκρώσιμη ακολουθία (ρέκβιεμ) για την ψυχή μας.

 Θέλουμε αυτό το νοσοκομείο να κατασκευαστεί και να διοικείται από τους κληρονόμους μας, από τους αξιωματικούς του Άργους και του Ναυπλίου και από τον αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους, και ό, τι από τα τρία τέταρτα αυτών των διοικητών θα αποφασίζουν να γίνεται.

 Θέλουμε ο εν λόγω Επίσκοπος του Άργους να πάρει τη διοίκηση του μοναστηρίου μας με τις μοναχές του Ναυπλίου και να μπορεί να τοποθετεί και να μεταθέτει την ηγουμένη και τις άλλες επικεφαλείς αυτού του μοναστηριού, όπως καλύτερα θα του φαίνεται · όμως οτιδήποτε θα πρέπει να πληρώσει το εν λόγω μοναστήρι θα το πληρώνει στο εν λόγω νοσοκομείο και όχι σε άλλα.»

Κατά τη διάρκεια που ο Νέριο Ατσιαγιουόλι ήταν, το 1394, κρατούμενος των Γασκώνων και Καταλανών της Αθήνας, ένας εκ των γαμπρών του, ο Κάρολος Τόκκο, κόμης της Κεφαλονιάς και δεσπότης της Άρτας, άρπαξε αυτά τα δυο φεουδαρχία που απαιτούσαν μάταια οι Βενετοί. Η Βενετία ωστόσο κατέκτησε το Ναύπλιο στα πρώτα χρόνια του δέκατου πέμπτου αιώνα, αλλά το έχασε μετά τη μάχη του 1538. Ο Μοροσίνι την κατέκτησε ξανά μαζί με όλη τη Μορέα το 1586.  Οι Βενετοί την έχασαν πάλι τον Ιούλιο του 1714.

Κατά τη διάρκεια της κατάκτησή τους, κατασκεύασαν πάνω σ΄ ένα βράχο μεμονωμένο ανάμεσα στα νερά, απέναντι από το λιμάνι του Ναυπλίου, ένα τρίτο κάστρο, με σκοπό την προστασία της πόλης, με την οποία συνδεόταν μ΄ έναν λιμενοβραχίονα και του έδωσαν το όνομα, φρούριο του Περάσματος.  Πάνω σ΄ αυτό το βράχο και σ΄ ό, τι είχε απομείνει από αυτό το κάστρο έκτισαν οι Τούρκοι το κάστρο Μπούρτζι για την είσπραξη των διοδίων.  Βλέπουμε ακόμα, στο σημείο της θάλασσας με το μικρότερο βάθος, απομεινάρια των πιλοτών που συνέδεαν παλιά αυτό το κάστρο με την πόλη.  Πάνω στην πύλη της πόλης που βρίσκεται πλησιέστερα του κάστρου, υψώνεται επίσης το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σκαλισμένο πάνω σ΄ ένα θυρεό και δίπλα του, βρίσκονται δύο οικόσημα βενετικών οικογενειών, με το σκούφο του δουκάτου ως έμβλημα.

Διαβάζουμε ακόμα την ακόλουθη επιγραφή:

 

POST URBES ARCESQUE EXPUGNATAS VALIDEQUE MUNITAS

POST SEXIES FUGATOS HOSTES, HOC REGNUM PATRIAE RESTITUIT

FRANCISCUS MAURECENUS C. SUPus  ARMus MODERATOR,

ET ALEXANDER BONO, MAXIME TRIREMIS GUBERNATOR,

HOC AETERNITATIS MONUMENTUM POSUIT.

A. D. MDCLXXXVII.

 

Πάνω σε κομμάτια από τα τείχη που οδηγούσαν από εκεί προς το Παλαμήδι, βλέπουμε άλλα οικόσημα σκαλισμένα στο μάρμαρο με το φράγκικο έμβλημα.  Άλλα δυο μνημεία της τελευταίας εποχής της βενετικής κατοχής στέκονται ακόμα.  Το ένα είναι ένα μεγάλο και όμορφο κτίριο που χρησιμοποιείται σήμερα ως στρατώνας και είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος του παλιού Ελληνικού κάστρου·  περιείχε παλαιά όλα τα γραφεία και μαγαζιά της βενέτικης κυβερνήσεως. 

Το άλλο είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,  που είναι καθόλα βενετική ως προς την αρχιτεκτονική και τις διακοσμήσεις.  Οι καμάρες των θόλων είναι επικαλυμμένες με τοιχογραφίες στον ιταλικό ρυθμό του τέλους του δέκατου έβδομου αιώνα, και μερικές από αυτές τις τοιχογραφίες είναι αρκετά μέτριες.  Στην είσοδο πάνω από το κλίτος, σε ένα φαρδύ κομμάτι τοίχου που δεσπόζει ανάμεσα στις δυο στήλες, βρίσκεται μια κόπια αρκετά καλή, επίσης τοιχογραφία, του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Στο μεγάλο θόλο του κέντρου είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός· στις τέσσερες γωνίες είναι οι τέσσερεις ευαγγελιστές με τα ζώα που χρησιμοποιούν ως έμβλημά τους, όλο αυτό ζωγραφισμένο με τρόπο αρκετά ευρύ και όχι με τα κλισέ που χρησιμοποιούσαν για πολλούς αιώνες οι Έλληνες ζωγράφοι για τους πίνακες των εκκλησιών τους.  Οι ζωγραφιές των θόλων είναι μυστικιστικές.  Αφθονούν εκεί τα φτερά των χερουβείμ και τους βλέπουμε μαζεμένους γύρω από το μυστικό κηροπήγιο.

Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που γκρεμίστηκε την εποχή του Καποδίστρια για ν΄ ανοίξει ο μεγάλος δρόμος, βρισκόταν η ακόλουθη επιγραφή:

 

FRANCISCO GRIMANO

SUPREMO CLASSIS MODERATORI,

QUI URBEM EXTRA MUXIMENTIS FIRMAVIT,

INTUS HAC CONSILII EDE EXORNAVIT,

ANNONA PROVIDIT,

LECIBUS ORDINAVIT,

NAUPLIA VOVET.

ANNO DOMINI MDCCVIII.

 

Από το Ναύπλιο, θα έκανα μια εκδρομή με άλογο στο λιμάνι του Τολού, όπου οι Ενετοί είχαν εγκαταστήσει το οπλοστάσιο τους και την αποθήκη κατασκευής τους. Πολλά από τα πολεμικά τους πλοία βυθίστηκαν από τους Τούρκους όταν ξαναπήραν το Μοριά στα χέρια τους το 1715. Δεν είχε παραμείνει σ’ αυτό τον τόπο κανένα ίχνος αρχαίας κατασκευής, εκτός εάν υπάρχουν τα ερείπια ενός Ελληνικού παλατιού στο βουνό μπροστά στο λιμάνι του Τολού. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρείχε καλλιεργήσιμα εδάφη σε κάποιους μετανάστες από την Κρήτη, δίνοντας τους κάποια χρήματα για να κτίσουν και κάποια σιτηρά για να σπείρουν.

Πενήντα οικογένειες έχουν εγκατασταθεί εκεί και τα σπίτια τους περιβάλλονται απ’ όλες τις πλευρές από ωραία δέντρα λεμονιάς δημιουργώντας ένα μικρό χωριό τοποθετημένο στην άκρη της θάλασσας. Τη στιγμή που το επισκέφτηκα δεν κατοικούνταν πλέον, παρά μόνο από γυναίκες. Όλοι οι άνδρες είχαν φύγει κρυφά για να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Έμεινα κατά τη διάρκεια των στιγμών της μεγάλης ζέστης καθισμένος κάτω από τις λεμονιές, απολαμβάνοντας το φρέσκο αέρα της θάλασσας, και γυρνούσα στο Ναύπλιο πριν το δειλινό διότι ο Κυβερνήτης Almeide φρόντιζε να κλείνουν οι πόρτες στις 8 το βράδυ, όπως μέσα σε μια πόλη η οποία οχυρώνεται για τις επιθέσεις των εχθρών. Στρατιωτική προφύλαξη άχρηστη και δυσάρεστη για όλους τους κατοίκους και για μικρό αριθμό ξένων που φτάνουν εκεί.

  

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

  

Πηγή

  •  Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 

Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Χρονολόγιο (1797-1864)

   


 «Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

(Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη)

  

Χρονολόγιο

     

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

1797. Γέννηση του Γιάννη Μακρυγιάννη στο μικρό οικισμό Αβορίτι, κοντά στο Λιδορίκι της Δωρίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τριανταφυλλοδημήτρης αλλά από τους συμπολεμιστές του έλαβε το παρωνύμιο Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματός του. Νωρίς μένει ορφανός, όταν ο πατέρας του φονεύεται σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Με τη μητέρα του Βασιλική, καταφεύγει στη Λιβαδειά.

1811. Εγκαθίσταται στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στον συμπατριώτη του Αθανάσιο Λιδωρίκη, έμπιστο του Αλή Πασά.

Σύντομα ασχολείται με το εμπόριο, και στις παραμονές της Επανάστασης έχει ήδη αποκτήσει ικανή περιουσία.

1820. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία. Συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και βασανίζεται επί 75 ημέρες.

1821. Σχηματίζει ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και ενώνεται με το επαναστατικό σώμα υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα.

1822. Συνεργάζεται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην απελευθέρωση των Αθηνών.

1823. Ορίζεται «πολιτάρχης» των Αθηνών. Διαφωνία του με τον Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Αναχωρεί για τη Ρούμελη με τον Νικηταρά και μαζί νικούν στη μάχη της Βελίτσας. Φθάνει στην Πελοπόννησο με το στράτευμα των Ρουμελιωτών και συμμετέχει στην εμφύλια ρήξη με το μέρος των κυβερνητικών.

1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει την ανταρσία στο Ναύπλιο.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

1825.  Αναλαμβάνει διοικητής της Αρκαδίας. Πολεμά στο Νιόκαστρο και στους Μύλους του Άργους, όπου τραυματίζεται σοβαρά. Φθάνει στην Αθήνα και μάχεται ηρωικά κατά την πολιορκία της πόλεως από τον Κιουταχή. Παντρεύεται την κόρη του Γ. Σκουζέ, Αικατερίνη. Μεταβαίνει στην Ύδρα προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού.

1826. Παραίτησή του από το βαθμό του στρατηγού, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Αναλαμβάνει και πάλι πολιτάρχης στην Αθήνα, όπου πολεμά υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη και τραυματίζεται τρεις φορές.

1827. Διαφωνεί με τον Καραϊσκάκη όσον αφορά την τακτική των επιχειρήσεων. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου.

1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου.

1829. Αρχίζει τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του στο Άργος, τα οποία θα ολοκληρώσει το 1850.

1830. Απομακρύνεται από τη θέση του έπειτα από διαταγή του Καποδίστρια, στον οποίο καταλόγιζε σφάλματα στη άσκηση της πολιτικής του.

1831. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος των «συνταγματικών».

1832. Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο και εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της χώρας, πράξη που ο Μακρυγιάννης θεωρεί σωτηρία για την Ελλάδα.

1833. Υποδέχεται με ενθουσιασμό την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, όμως σύντομα αρχίζει να απογοητεύεται από τις ενέργειες της Αντιβασιλείας και αποσύρεται στην Αθήνα όπου ασχολείται με το κτίσιμο του σπιτιού του και την πολυμελή οικογένειά του.

1834. Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος της Αθήνας. Συνοδεύει τον Όθωνα κατά την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα.

1835. Διαμάχη με τον Άρμανσμπεργκ. Με προτροπή του το Δημοτικό Συμβούλιο εκδίδει ψήφισμα για τη χορήγηση Συντάγματος. Το Συμβούλιο παύεται.

1836. Προσκαλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο να ζωγραφίσει, με την καθοδήγησή του, τις μάχες του Αγώνα.

1839. Σε γεύμα που παραθέτει στο σπίτι του παρουσιάζει τους 24 πίνακες που φιλοτέχνησε ο Π. Ζωγράφος με τη βοήθεια των δύο του γιών.

1840. Οργανώνει κίνημα εναντίον του Όθωνα για την παροχή Συντάγματος.

1843. Πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος.

1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Αντιδικία με τον Δ. Καλλέργη με αφορμή το ρόλο τους στην Επανάσταση. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλλέτη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.

1851. Στην Αθήνα κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

1852.  Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικίαν του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.

1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.

1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη.

1857. Επισκέπτεται τα Επτάνησα.

1859. Επισκέπτεται τη Ζάκυνθο.

1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα Ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Του απονέμεται ο τίτλος του υποστρατήγου.

1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση.  

 

Πηγές

   

  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα/Tα Νέα, 2006.

 

Διαβάστε επίσης:



Read Full Post »

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Μόναχο – Staatliche Graphische Sammlung.

Η Graphische Staatliche Sammlung στο Μόναχο είναι ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα συλλογής γραφικών στον κόσμο.

Read Full Post »

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά)

Karl von Heideck 1837

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Η Πύλη της Ξηράς

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »