Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ (1798 – 1957)

 

  •    Αναπλιώτης Αντ.
  •    Βαρδουνιώτης Δημ.
  •    Βυζάντιος Αλέξ.
  •    Γραικός Ρ.
  •    Δελή Εύα
  •   Δελή Υπατία
  •  Δημόπουλος Τάκης
  •  Κωστούρος Θ.
  •  Λογοθέτης Γεώργ.
  •  Μάναρης Ζ.
  •   Μουτζουρίδης Αλ.
  •   Μουτζουρίδης Πραξ.
  •   Νικολάρας Ανδρέας
  •   Παναγιωτόπουλος Σπ.
  •   Παπασπύρου Μήτσος
  •   Παράσχος Αχ.
  •   Πετρής Π.
  •   Στεφανόπουλος Τρ.
  •   Τσουκαντάς Γιώργος
  •   Φρεδιανός Τάκης
  •   Χαδιαράκος Αγγ.
  •   Χριστόπουλος Α.

 

Πηγές

 

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Read Full Post »

Άγγελος Τερζάκης  ( 1907 – 1979 )

 

Σύντομο βιογραφικό

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο από γονείς Κυνουριάτες το 1907. Ο πατέρας του, που ήταν δήμαρχος και βουλευτής, ήταν από τον Άγιο Πέτρο και η μητέρα του από τα Δολιανά Κυνουρίας.  Το 1915 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1929 πήρε το πτυχίο του στα Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το δικηγορικό επάγγελμα μόνο για δύο χρόνια. Το 1936 παντρεύτηκε την Λουίζα Βογάσαρη και το 1940 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Το 1947 συνεργάσθηκε με την εφημερίδα «Το Βήμα», ως κριτικός φιλολογικών και θεατρικών θεμάτων και το 1959 ταξίδευσε στην Ρουμανία και στην Ρωσία.

Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε νωρίς. Έγραψε πολλές συλλογές διηγημάτων, όπως » Ο Ξεχασμένος»(1925), «Του Έρωτα και του Θανάτου»(1943), αλλά και μυθιστορήματα, «Δεσμώτες»(1932), «Η Πριγκίπισα Ιζαμπώ»(1945), «Μυστική Ζωή» (1957). Παρουσίασε εξ`άλλου και θεατρικά έργα, «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ» (1936), «Γαμήλιο εμβατήριο» (1937), «Ο Σταυρός και το Σπαθί» (1939), «Εξουσιαστής» (1942), «Είλωτες» (1942), «Ο Ζηλιάρης» (1943), «Το μεγάλο παιχνίδι» (1944), «Αγνή»(1949), «Ο Θρύλος του Μυστρά» (1950), «Θεοφανώ» (1956) – Βυζαντινή τραγωδία, που θεωρείται το καλύτερο θεατρικό του έργο – «Νύχτα στη Μεσόγειο» (1956), «Τα Λύτρα της Ευτυχίας» (1956), «Θωμάς ο Δίψυχος» (1962), «Ο Πρόγονος» (1970), «Η Θυσία του Ισαάκ (1977).

«Eξήντα χρόνια Eθνικό Θατρο, 1932-1992», εκδ. Kδρος).

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

 

Το 1939 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Ο Άγγελος Τερζάκης έχει επίσης εκδώσει δοκίμια και μελετήματα, όπως ο «Προσανατολισμός του αιώνα» (1963).Έχει επίσης ένα πλούσιο μεταφραστικό έργο.

Η πνευματική του δραστηριότητα εκτείνεται και στον τομέα της έκδοσης περιοδικών. Το 1929 εκδίδει τα περιοδικά, «Πνοή» και «Λόγος», ενώ αργότερα, το 1963 θα διατελέσει διευθυντής του περιοδικού «Εποχές». Το 1964 παίρνει το βραβείο Δοκιμίου των «Δώδεκα». Διετέλεσε, τέλος, κατά περιόδους από το 1937: Γεν. Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου Ελλάδας, καλλιτεχνικός διευθυντής, Γεν. διευθυντής, κυβερνητικός επίτροπος και διευθυντής δραματολογίου και διευθυντής της Δραματικής του Σχολής, θεατρικός κριτικός σε εφημερίδες και φιλολογικός συνεργάτης από το 1947.

Το 1958 ο Άγγελος Τερζάκης τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και το 1969 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1966 διορίστηκε Μορφωτικός Σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1974 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου του 1979.

 

 

Πηγή

 

  • Το ΒΗΜΑ, 24/10/1999 , Σελ.: B04 – Πολυξένη Μπίστα*  

 

 

*Πολυξένη Κ. Μπίστα είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, συγγραφέας του βιβλίου «Γυναικεία προσωπογραφία στο πεζογραφικό έργο του Αγγελου Τερζάκη» (εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1998).

 

Read Full Post »

Καρούζος Νίκος (1926-1990)


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπως αναφέρεται σε πολλά και σπουδαία διαχρονικά αφιερώματα για τον ποιητή. Όμως σε επανεξέταση του τόπου γεννήσεως του ποιητή, η οποία έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (25 Ιουλίου 2022) και συγκεκριμένα από τον πρόεδρο της κ. Γεώργιο Γιαννούση, προέκυψε ότι ο μεγάλος Έλληνας ποιητής, γεννήθηκε στο  Άργος στο πατρικό σπίτι της οικογένειας που βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Ηφαίστου στο κέντρο της πόλης. Περισσότερα στο άρθρο «Νίκος Καρούζος – Η Αργείτικη καταγωγή του ποιητή και άλλα ενδιαφέροντα περί αυτής».      

Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη.

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού εκδόθηκε το 1954.

 

Νίκος Καρούζος

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές Η έλαφος των άστρων, Ο υπνόσακκος και Πενθήματα. Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου Αιώρηση, γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο, όπου και πέθανε.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τομές, η Λέξη. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Καρούζου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Νίκος Καρούζος», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.482- 483. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Ζήρας Αλεξ., «Καρούζος Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Λαλουδάκη Ελισσάβετ, «Νίκος Καρούζος (1926-1990), Χρονολόγιο», Διαβάζω393, 2/1999, σ.110-115, Παπακόγκος Κωστής, «Αιχμάλωτος της ελευθερίας», Η λέξη88-89, 10-11/1989, σ.885-891 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καρούζος Ν.Δ.», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

 

Πηγή


  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

 

Read Full Post »

Napoli di Romania

  

NAPOLI DI ROMANIA

 

«Ή πολιτεία αύτη, πού ô Σοφιανός την ονομάζει Νάπλι, οι Έλληνες Άνάπλια και ό Πτολεμαίος Ναυπλία, είναι μία άπα τις πιο φημισμένες πολιτείες, πού έκαμαν το μεγαλείο της αρχαίας Άργείας, γνωστής σήμερα με το όνομα Sacanie ή Romanie Mineure, πού είναι το πιο όμορφο μέρος του Μοριά…. Μέ μια λέξη μπορεί κανείς νά πει γι αυτή τη θέση (το Ναύπλιο) ότι ή φύση δεν ξέχασε τίποτα απ’ όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή και ότι ή τέχνη την αγάπησε ακόμη περισσότερο.

Το 1460 ό ΜεχμέτΒ’ αποφάσισε να την πάρει από τούς Βενετσάνους και έδωσε διάτα στον Μαχμούτ Πασά να την πολιορκήσει. Ήρθε  να τη χτυπήσει με μια μεγάλη στρατιά · όλες όμως οί προσπάθειες του βγήκαν ανώφελες· ή φρουρά έκαμε μια δυνατή αντίσταση, έτσι πού, υστέρα από αρκετές εφόδους, οι Άπιστοι υποχρεώθηκαν να λύσουν την πολιορκία με μεγάλες ζημιές. Ό Σουλεϊμάν, πού στάθηκε ένας από τούς αχόρταγους κατακτητές πού είχαν οί Τούρκοι, έστειλε το 1537 τον Κασίμ Πασά για να οργανώσει την πολιορκία αυτής της θέσης, δεν στάθηκε τυχερότερος του Μεχμέτ. Οι πολιορκημένοι την υποστήριξαν με τόση παλικαριά, πού ό Κασίμ, απελπισμένος να κυριέψει με δύναμη μια θέση τόσο καλά οχυρωμένη, πού τίποτα δεν τής έλειπε, από το φόβο ότι θά καταστρεφόταν ολότελα ή στρατιά του, αποφάσισε να φύγει. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από τότε και ξαναγύρισε και την παράδωσε στον Σουλεϊμάν.

 

Δέν χρωστούσε ωστόσο την κατάκτηση αύτη στη δύναμη των όπλων του, άλλα στη Δημοκρατία (τη Βενετία), πού, κουρασμένη από τόσους πολέμους και από έξοδα, θυσίασε τη θέση αυτή για να αγοράσει την ειρήνη, πού την είχε ανάγκη.

 

Το 1686 ό Αρχιστράτηγος Μοροζίνης, υστέρα από την ήττα του Σερασκέρη και το πάρσιμο των δύο Ναβαρίνων και τής Μεθώνης, νόμισε ότι ή πιο δοξασμένη επιχείρηση θα ήταν το πάρσιμο του Άναπλιού, τής πρωτεύουσας του Μοριά, πού θα εξασφάλιζε την απόκτηση του υπόλοιπου αυτής τής επαρχίας». («Ήθελε προπάντων να φτάσει πριν οι Τούρκοι οχυρώσουν το Παλαμήδι. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή τής πολιορκίας, των μαχών, τής επιμονής των Τούρκων να κρατηθούν στα κάστρα, τής παλικαριάς του Μοροζίνη,ένα τμήμα τής περιγραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα.)

 

napoli-romania

napoli-romania

 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

 

«Ό στρατηγός Καίνιγκσμαρκ διακρίθηκε, όπως το συνήθιζε, και σ’ αύτη την περίσταση, ένα άλογο σκοτώθηκε άποκάτω του, άλλα ανέβηκε αμέσως σ’ ένα άλλο και βρέθηκε παντού όπου ό κίνδυνος έκαμε αναγκαιότερη την παρουσία του. Ό στρατηγός πρίγκιπας τής Βρουνσβίκης και ό πρίγκιπας τής Τουρέννης έδωσαν όμοιες αποδείξεις τής αξίας τους. Ό Αρχιστράτηγος…. ΰστερ’ άπό την ήττα των έχθρων έκαμε στενότερη την πολιορκία με περισσότερη θέρμη… και για να υποχρεώσει τους  πολιορκουμένους να παραδοθούν γρήγορα είπε να υψώσουν οι στρατιώτες του στην άκρη των δοράτων τα κεφάλια τών εχθρών τον.

 

Τό θέαμα αυτό τους έκαμε νά ζητήσουν την επιείκεια του νικητή. Ύψωσαν τη λευκή σημαία. Σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Δυο Τούρκοι βγήκαν από την πόλη και παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο ένα γράμμα του Πασά πού έλεγε πώς ήταν έτοιμοι να του παραδώσουν τα κάστρα με τον όρο ότι θά έβγαιναν με τον οπλισμό και τα υπάρχοντα τους, ότι θα τούς άφηναν δύο γαλέρες πού ήταν στο λιμάνι για νά τούς μεταφέρουν στην Τένεδο και ότι  θα τούς παραχωρούσαν δυό ήμερες για νά εκτελέσουν την παράδοση.

 

Ό Αρχιστράτηγος τούς αρνήθηκε τούς σκλάβους και τις γαλέρες και τούς πρόσφερε τούς ίδιους όρους πού είχε δώσει στο Ναβαρίνο και στη Μεθώνη και να τούς οδηγήσει όπου θα ήθελαν πρώτα απ’ όλα όμως ζήτησε να του παραδώσουν το Κάστρο τής θάλασσας, πράγμα πού έγινε αμέσως, και μπήκε μέσα ή Βενετσάνικη φρουρά. Βρήκαν εκεί δεκαεφτά κανόνια χάλκινα, εφτά σιδερένια και ένα ολμοβόλο. Ζήτησε ακόμη να έχει οχτώ επίσημους Τούρκους για όμηρους, υστέρα’ απ’ αυτό άρχισε ή εφαρμογή τής παράδοσης και ή επιβίβαση των έχθρων στα πλοία.

 

Έτσι ή Napoli di Romania, πρωτεύουσα του Μοριά, πέρασε στην εξουσία τής Δημοκρατίας, αφού είχε στενάξει εκατόν πενήντα χρόνια κάτω από το ζυγό τούτων των «Απίστων».

 

  • Πηγή

P.M. Coronelli, Description géographique et historique de la Morée, du royaume du Negrepont, de lieux circonvoisins etc. Παρίσι 1687, σ.44-47.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

 Ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους (852 – 922)

   Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος, Ιστορικός

 

 

Ο «Βίος» του Αγίου Πέτρου, είναι η μόνη ιστορική πηγή η οποία μας προσφέρει πληροφορίες, αρκετά αόριστες, για την πορεία της ζωής και την πολυσχιδή δράση του μεγάλου αυτού ανδρός. Ο «Βίος» εγράφη λίγο μετά το θάνατο του Αγίου αλλά γύρω από το πρόσωπο του συγγραφέα υπάρχει μεγάλη ασάφεια και οι απόψεις των ερευνητών διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν ότι συγγραφεύς του «Βίου» είναι ο μαθητής του και διάδοχος του στον επισκοπικό θρόνο του Αργούς Κωνσταντίνος και άλλοι ο επίσης μαθητής του και μετέπειτα επίσκοπος Νικαίας Θεόδωρος.

Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 852 μ.Χ. Δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του όμως ο «Βίος» μας πληροφορεί ότι ήσαν ευσεβέστατοι, διακρίνονταν για τη φιλανθρωπία τους και εγαλούχησαν τα τέκνα τους με τα νάματα της χριστιανικής διδασκαλίας και με την επιταγή του «σωφρόνως βιούν».

Η οικογένεια είχε πέντε τέκνα, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι. Μας έχουν διασωθεί τα ονόματα των τεσσάρων αδελφών, Παύλος, Διονύσιος, Πέτρος, Πλάτων, αλλά όχι της αδελφής. Ο πρεσβύτερος Παύλος, πρώτος, εκάρη μοναχός και αυτόν ακολούθησε ολόκληρη η οικογένεια, με την μητέρα και τον πατέρα να μιμούνται τα τέκνα τους. Ο Πέτρος, σχεδόν παιδί, εισήλθε στο μοναστήρι, εκεί εσπούδασε και σε λίγα χρόνια, όπως μας λέγει ο βιογράφος του, ξεπέρασε όλους σχεδόν τους μεγαλύτερους του σε αρετή και σοφία.

 

Η διαμόρφωση του νεαρού Πέτρου στο μοναστήρι συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της Μακεδόνικης δυναστείας στην Κωνσταντινούπολη και με την περίοδο κρατικής και πνευματικής ανάτασης στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Στον καθαρά πολιτικό τομέα οι Άραβες και οι Βούλγαροι παραμένουν οι κύριοι αντίπαλοι του Βυζαντίου όμως ήδη ο αραβικός κόσμος, από το δεύτερο μισό του Θ’ αιώνα, παρουσιάζει σαφή συμπτώματα διάσπασης. Στον πνευματικό τομέα σημειώνεται αναγέννηση των κλασσικών σπουδών, στην οποία πρωτοστατεί η μεγάλη μορφή του πολυσχιδούς Φωτίου. Σ’ αυτό το γενικότερο ευνοϊκό κλίμα αναπτύσσεται ο Πέτρος και εξελίσσεται σε μια σπάνια προσωπικότητα στην οποία συνδυάζονται το άψογον ήθος και η αρετή με την υψηλή παιδεία. Η μελέτη των πατέρων της Εκκλησίας συνηγορευόταν από την βαθύτατη ενασχόληση με τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Οι επτά σωζόμενες ομιλίες του Πέτρου βρίθουν από αναφορές στους κλασσικούς συγγραφείς.

 

Το πνευματικό ανάστημα του Πέτρου άρχισε γρήγορα να επηρεάζει ακόμη και τους υψηλότερους εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ο Μυστικός (901-907 / 912-925), σαγηνευθείς από την προσωπικότητα του Πέτρου του πρότεινε το επισκοπικό αξίωμα αλλά ο Πέτρος δεν το δέχθηκε και προτίμησε να συνεχίσει την αποστολική του δράση ως απλός μοναχός.

 

 Μετά την άρνηση του Πέτρου να δεχθεί το επισκοπικό αξίωμα, ο Πατριάρχης μετά από πολλές προσπάθειες πείθει τον πρεσβύτερον αδελφόν του Αγίου, τον Παύλο, να ονομασθεί επίσκοπος Κορίνθου.

 

Συνόδευσε δε και ο Πέτρος τον αδελφόν του στην Πελοπόννησο, περίπου το 902 μ.Χ.

 

Η Πελοπόννησος, κατά την περίοδον αυτή εδεινοπάθει από τις πειρατικές επιδρομές με αποτέλεσμα την αραίωση του πληθυσμού, την εξαφάνιση της οικονομικής ζωής και τις συνεχείς αιχμαλωσίες των κατοίκων «υπό των αθέων Αγαρηνών».

 

Ο Πέτρος, σε αυτό το κλίμα, βοηθεί τον αδελφόν του στο ποιμενικόν του έργο στη μητρόπολη Κορίνθου και ταχύτατα η φήμη της αρετής του ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης επισκοπής και σχεδόν από όλη την ανατολική Πελοπόννησο συρρέουν πλήθη λαού για να τον συμβουλευθούν και να του ζητήσουν ηθική και υλική συμπαράσταση. Κατά την περίοδο της δράσης του Πέτρου αποθνήσκει ο μητροπολίτης Αργούς και τότε, με μια φωνή, οι κάτοικοι της πόλης απαιτούν από τον επίσκοπο Κορίνθου Παύλο να ορίσει ως νέο επίσκοπο Αργούς τον αδελφόν του Πέτρο. Οι πιέσεις είναι έντονες, όμως ο Πέτρος αρνείται να υποκύψει σ’ αυτές. Τελικά, για να αποφύγει την τεταμένη ατμόσφαιρα της Κορίνθου, αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη. Δεν γνωρίζουμε τον τόπον καταφυγής του, όμως ο βιογράφος του αναφέρει ότι ο Πέτρος αργότερα, είχε γράψει έναν απολογητικό λόγο για τη φυγή του, ο οποίος εχάθη.

 

Όμως η απουσία του Πέτρου δεν διαρκεί πολύ. Επιστρέφει στην Κόρινθο και τώρα ακούει με περισσότερη κατανόηση τους Αργείους, οι οποίοι του διεκτραγωδούν την κατάσταση στην επισκοπή τους. Η εκκλησία είχε παντελώς αποοργανωθεί, οι ιερείς δεν υπήρχαν, τα βρέφη πέθαιναν αβάπτιστα και οι νεκροί εθάπτοντο χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Μπροστά σ’ αυτή την τραγική κατάσταση ο Πέτρος υποχωρεί και περί το 912 ονομάζεται επίσκοπος Αργούς. Και από τη στιγμή αυτή αρχίζει ένα έργο ανόρθωσης της επισκοπής. Η ανορθωτική του δράση δεν περιορίζεται στην τακτοποίηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Μέριμνα για τα ορφανά και τους γέροντας, με την ίδρυση ορφανοτροφείων και γηροκομείων, μέριμνα για τους ασθενείς με την ίδρυση νοσοκομείων, μέριμνα για την παιδεία, με την ίδρυση σχολείων.

 

Αλλά πέρα από όλα αυτά η συνεχής παρουσία του ανάμεσα στο ποίμνιο του, ο παρηγορητικός του λόγος, η αγάπη του για τον πάσχοντα ανέδειξαν τον Πέτρο σε μια από τις λαμπρότερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες που έδρασαν στην Πελοπόννησο στους Μέσους χρόνους.

 

Από το συγγραφικό του έργο, το οποίο, στο σύνολο του, κατά τους ερευνητές, εγράφη κατά την περίοδο της επισκοπείας του σώζονται μόνον επτά. Οι τρεις (Εις Αναργύρους, Αγίαν Άνναν και Αγίαν Βαρβάραν) είναι λόγοι εγκωμιαστικοί. Ένας, (Εις τον Αθανάσιον Μεθώνης), επιτάφιος και τρεις (Εις τα Εισόδια, Εις την Σύλληψιν της Αγίας Άννης και Εις τον Ευαγγελισμόν) ερμηνευτικοί. Οι λόγοι του Πέτρου έχουν τον μανδύα της αρχαίας ελληνικής και πατερικής ρητορικής. Θαυμάσιον είναι το πλούσιον λεκτικόν του, το ήμερον, αισιόδοξον και πανηγυρικόν ύφος του και η πλοκή του λόγου. Ο ρήτωρ Άγιος δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει, αλλά να σώσει τις ψυχές του ποιμνίου του.

 

 Κατά την περίοδον της επισκοπής του Πέτρου δεινός λιμός έπληξε την Αργολίδα. Ο βιογράφος του Αγίου περιγράφει με ακρίβεια την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τονίζει ότι : «και τας οικίας και στενωπούς, και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και τα ύπαιθρα εμπλισθήναι νεκρών».

 

Αλλά και σε αυτή τη φοβερή δοκιμασία ο Πέτρος, με μια αληθινά θαυμαστή οργανωτική ικανότητα και με μια δραστηριότητα που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα κατόρθωσε να συγκεντρώσει ποσότητες σιτηρών, να οργανώσει συσσίτια, να λάβει μέριμνα για τους ενδεέστερους και να μειώσει τις συνέπειες της μάστιγας. Η συμβολή του Αγίου στην καταπολέμηση του λιμού συντελεί στην κατακόρυφη ενίσχυση του κύρους του μεταξύ του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Σλάβοι που κατοικούσαν στην περιοχή και επέμεναν στην ειδωλολατρεία οδηγήθηκαν στο βάπτισμα ως έκφραση ευγνωμοσύνης και σεβασμού προς τον Άγιο. Ουσιαστικά έχουμε μια αγιοποίηση του επισκόπου ενώ βρίσκεται στη ζωή.

 

Το έτος 920 0 Πέτρος, γέροντας ήδη εβδομήντα χρόνων και ασθενής καλείται από τον πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να λάβει μέρος στη Σύνοδο η οποία θα ρύθμιζε το πρόβλημα της τετραγαμίας. Ο Άγιος παρά την ηλικία του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, έλαβε μέρος στη Σύνοδο και υπέγραψε τα πρακτικά της.

 

Πιθανότερον έτος του θανάτου του Αγίου θεωρείται από τους ερευνητές το 922. Ο βιογράφος του Πέτρου περιγράφει τον θάνατο του κατά τρόπο μεγαλειώδη. Μόλις διαδόθηκε η είδηση ότι ο Άγιος ψυχορραγεί «συνέρρει το πλήθος των πόλεων και των κωμών αυτού δε παρήσαν και μοναζόντων αγέλαι και το κόσμιον των μοναζουσών». Και ο Πέτρος, με υπερκόσμια γαλήνη και με ένα χαμόγελο ευδαιμονίας, «ώσπερ μειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

 

Ένα άπειρο πλήθος κρατώντας λαμπάδας και ψάλλοντας ύμνους συνόδευσε το σκήνωμα του Αγίου εις τον ναόν της Παναγίας όπου τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία. Και το πρόσωπον του νεκρού «αθρόον φωτί περιελάμπετο… και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον ωσεί ζων και υπνών». Μετά την τελετήν οι κάτοικοι του Ναυπλίου και του Αργούς διαφώνισαν για τον τόπον όπου έπρεπε να ταφεί ο Πέτρος. Τελικά ο Άγιος ετάφη στο Άργος και ο τάφος του κατέστη τόπος προσκυνήματος για τον λαό διότι το λείψανο του «διαδήλους εδείκνυ τας ενεργείας μύρα προέχον ως εκ πηγής και δαίμονας απελαύον και νόσους παντοίας ιώμενον».

 

Ο Άγιος εορτάζει την 3ην Μαΐου, ημέρα του θανάτου του, ως φαίνεται. Δεν μας είναι γνωστή η ημερομηνία της καθιέρωσης του Πέτρου ως Αγίου. Πάντως πιστεύεται ότι ελάχιστο χρόνο μετά το θάνατο του ανακηρύχθηκε Άγιος διότι, ακόμη στη ζωή είχε τη φήμη του Αγίου και σημειοφόρου, αλλά και μετά θάνατον εθαυματούργησε.

Read Full Post »

 Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος , ο Αθηναίος ιαματικός ασκητής της Αργολίδος.

 

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.

Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.

Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.

Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.

 

Κλήμα γλυκύκαρπο, που βλάστησε στην Αθήνα
και μέθυσε με το νέκταρ
των αρετών του την πλούσια
γη της Αργολίδος, αποτελεί
ο όσιος ασκητής Θεοδόσιος ο Νέος.

(Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας)
 

 

Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.

Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αυγούστου.

 

Πηγή


  • Περιοδικό «Τόλμη», Αύγουστος 2007.

Read Full Post »

Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς  


 

 

Η εικόνα του Πολιούχου του Ναυπλίου, έργο του διάσημου αγιογράφου Δημ. Σ. Γεωργαντά, τιμημένου με το μετάλλιο του Βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου ΙΙΙ.

Αυτός ο ευλογημένος ήταν γέννημα θρέμμα του Ναυπλίου και ζωγράφος επιδέξιος ως προς το επάγγελμα. Αρραβωνιάστηκε εκεί την κόρη ενός χριστιανού και σε λίγες μέρες άκουσε κάποια σφάλματα για την αρραβωνιαστικιά του και την άφησε. Οι συγγενείς της κόρης, του έκαναν μαγικά, για να την αγαπήσει και να την πάρει. Έτσι σε λίγο καιρό υπό την επήρεια των μαγικών, έχασε ο νέος τα λογικά του και γυρνούσε από δω κι από κει.

Όταν τον είδαν οι Τούρκοι, έτσι αλλόκοτο, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει. Ο Θεός όμως τον λυπήθηκε και σε λίγες μέρες του έδωσε την υγεία του. Και ερχόμενος στα συγκαλά του, κατανοεί ότι είναι Τούρκος και ότι φορούσε στο κεφάλι άσπρο σαρίκι. Αμέσως το πετάει στο χώμα και αρχίζει να φωνάζει με δυνατή φωνή και με τόλμη μέσα στο πλήθος των Τούρκων ότι ήταν, είναι και θα είναι για πάντα χριστιανός. 

Οι Τούρκοι μόλις είδαν ότι μετάνιωσε, έτρεξαν καταπάνω του και δέρνοντας και σπρώχνοντας τον έφεραν στον κριτή. Ο κριτής επιχειρούσε με διάφορες πλεκτάνες, πότε κολακεύοντας και πότε φοβερίζοντας, να τον κάνει να αρνηθεί την Χριστιανική πίστη. Αλλά ο Μάρτυρας δεν τα λογάριαζε όλα αυτά και ακλόνητος έλεγε με τόλμη ότι δεν αρνείται τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, αλλά πιστεύει και Τον προσκυνά ως δημιουργό και σωτήρα του ενώ την πίστη στον Αλλάχ δεν την χρειάζεται και την αποστρέφεται. Όταν άκουσε αυτά ο κριτής έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. 

Αλλά οι Τούρκοι δεν τον άκουσαν και με το που τον έβγαλαν από το κριτήριο όρμισαν πάνω του όπως παλιά οι Ιουδαίοι στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και άλλοι με ξύλα, άλλοι με σπαθιά, άλλοι με μαχαίρια κατατρυπούσαν το κορμί του Μάρτυρα μέχρι που το κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια. 

Έτσι ετελειώθη την 1η Φεβρουαρόυ 1655 ο ευλογημένος Αναστάσιος και έλαβε του μαρτυρίου το στεφάνι και τώρα ευφραίνεται στο χορό των Μαρτύρων εις δόξαν του Τριαδικού Θεού. Με Βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935 καθιερώθηκε η 1η Φεβρουαρίου ως ημέρα ολοκληρωτικής αργίας των καταστημάτων Ναυπλίου. 

Άγιος Αναστάσιος

Η μνήμη του πανηγυριζόταν στον εν Ναυπλίω ενοριακό Ναό «Γενέσιον της Θεοτόκου», όπου υπάρχει ελαιόδενδρο που κατά την παράδοση συνδέεται με την άθληση του Νεοάρτυρος. Την 1η Φεβρουαρίου του 1990 θεμελιώθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κύριον Ιάκωβο και με τη συνδρομή των Τοπικών Αρχών και του ευσεβούς λαού σύντομα ανηγέρθη περικαλλής Ναός στην παραλιακή οδό Ναυπλίου Νέας Κίου. Στις 4 Ιουνίου του 1995 – συνέπεσε εκείνη τη χρονιά η Κυριακή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου – ο Μητροπολίτης Αργολίδος κύριος Ιάκωβος συμπαραστατούμενος υπό του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης καθώς και του Μητροπολίτου Άρτης ετέλεσε τα εγκαίνια του Ναού. 

Έκτοτε καθιερώθηκε να εορτάζεται κατ’ έτος πανηγυρικά εκτός από τη μνήμη του Μάρτυρα και η επέτειος των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου. Ακολουθίες συνέθεσαν ο Μητροπολίτης πρώην Καρπάθιου και Κάσου Νείλος Σμυρνιωτόπουλος και ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Την Ακολουθία της επετείου των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου εποίησε ο Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος Κορομπόκης. 

  

Πηγές 


 

  • ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ, παρά του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έκδοσις Τρίτη, Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, ΑΘΗΝΑΙ 1961, σελ. 74 και 75.   
  • Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, «Ασματικαί Ακολουθίαι εις τον Άγιον Νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα», εν Αθήναις 1968.

   

Διαβάστε ακόμη: 

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του. 

Read Full Post »

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου»


 

Το κοινωφελές Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» ιδρύθηκε το 1974 και έχει έδρα το Ναύπλιο. Σκοπός του είναι η έρευνα, η διάσωση, η μελέτη και η προβολή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.

Το Ίδρυμα εκδίδει βιβλία, κάρτες, ημερολόγια, αφίσες, καθώς και τα επιστημονικά περιοδικά «Εθνογραφικά» και «Ενδυματολογικά». Στην εκδοτική του δραστηριότητα περιλαμβάνεται επίσης η παραγωγή δίσκων με ελληνική δημοτική μουσική, από ηχοληψίες συνεργατών του στην ύπαιθρο και η παραγωγή CD-ROM, που διατίθενται στο Πωλητήριό του.

Το 1989, με τη μετατροπή του κτιρίου της αποθήκης του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού Ναυπλίου – που παραχωρήθηκε ευγενικά από το Δήμο Ναυπλιέων – το ΠΛΙ δημιουργεί το «Σταθμό«, έναν παιδότοπο με πολλαπλές λειτουργίες, όπου παρουσιάζεται ένα τμήμα των συλλογών του, που αφορά το παιδί: αντικείμενα σχετικά με τη γέννηση, τη βάπτιση, το σχολείο, φιγούρες του κουκλοθέατρου και του Καραγκιόζη, παιχνίδια όλων των ειδών. Σ’ αυτό το χώρο εκτελούνται τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα, που στοχεύουν στη μάθηση μέσα από το παιχνίδι και τη διασκέδαση, με αγάπη και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και το περιβάλλον.

  

Χρονολόγιο


 

Το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (ΠΛΙ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με πενταμελές παλαιότερα και επταμελές σήμερα Διοικητικό Συμβούλιο. Ιδρύθηκε το 1974 από την Ιωάννα Παπαντωνίου στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου Παπαντωνίου. Στεγάζεται στην τροποποιημένη σε μουσείο οικία του Βασιλείου Παπαντωνίου και η πρώτη έκθεση είχε θέμα «Πελοποννησιακές Φορεσιές».

Οι συλλογές του Ιδρύματος αριθμούν σήμερα πάνω από 27.000 αντικείμενα, που καλύπτουν όλους τους κλάδους που αφορούν στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Για την καλύτερη διαχείριση των συλλογών δημιουργήθηκε το πρόγραμμα ηλεκτρονικής καταγραφής μουσειακών συλλογών «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ». Το 1976 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου ο Στέλιος Παπαδόπουλος και δημιουργεί την απαραίτητη επιστημονική υποδομή.

Το 1977 ολοκληρώνεται η οικοδόμηση της νέας πτέρυγας και η ανακαίνιση του παλαιού κτιρίου από την αρχιτέκτονα Βιβή Μυλοπούλου και τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Κρητικό. Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ICOM.

Με την έκθεση αυτή το ΠΛΙ απέσπασε το 1981 το European Museum of the Year main Award (EMYA), που απονέμεται σε νέα ή ανακαινισμένα μουσεία «για την προσφορά του στη μελέτη του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, το μέγεθος και την ποιότητα των συλλογών του, την εκπαιδευτική και καινοτόμο – από αισθητικής πλευράς – έκθεση και την πρωτοτυπία των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής του ΕΜΥΑ.

Στον ερευνητικό τομέα, στις δεκαετίες 1970-1980, περιλαμβάνονται έρευνες σ’ όλη την Ελλάδα, με σκοπό την καταγραφή και μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, της μουσικής και του χορού, της προβιομηχανικής τεχνολογίας και του παιδικού παιχνιδιού.

Τα αποτελέσματα των ερευνών γίνονται ο κορμός της εκδοτικής δραστηριότητας του Ιδρύματος, με ξεχωριστή την παρουσία της επιστημονικής επετηρίδας «Εθνογραφικά», που σήμερα αριθμεί 13 τόμους και της νεότερης σειράς «Ενδυματολογικά», που έχουν ήδη εκδοθεί οι δυο πρώτοι τόμοι.

Το 1983 εκδίδεται το βιβλίο του διακεκριμένου Ελβετού εθνομουσικολόγου Samuel Baud-Bovy «Essai sur la chanson populaire grecqe», με πρόλογο του Φοίβου Ανωγειανάκη, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο διπλός μουσικός δίσκος με μουσική και τραγούδια από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, αποτέλεσμα της ερευνητικής εργασίας του Λάμπρου Λιάβα και του Νίκου Διονυσόπουλου.

Το 1985 ολοκληρώνεται η εθνομουσικολογική έρευνα σε χωριά της Κύπρου και αργότερα θα κυκλοφορήσει το μουσικό λεύκωμα «Ελληνική Δημοτική Μουσική της Κύπρου» σε επτά δίσκους, που αντιπροσωπεύουν μια επιλογή συνολικής διάρκειας 6 ωρών. Τη μουσική επιμέλεια είχε ο εθνομουσικολόγος Φοίβος Ανωγειανάκης. Την έρευνα προετοίμασε και οργάνωσε ο συνεργάτης του ΠΛΙ, Αλέκος Ιακωβίδης.

Τον Οκτώβριο του 1989 το ΠΛΙ ιδρύει το «Σταθμό», το πρώτο ελληνικό Μουσείο Παιδικής Ηλικίας, που στεγάστηκε στο μηχανοστάσιο του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού του Ναυπλίου. Στο «Σταθμό» εφαρμόζονται καθημερινά πρωτοποριακά προγράμματα για παιδιά. Σημαντική ήταν η συμμετοχή του ΠΛΙ στο πειραματικό πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός«.

Το 1989 στο ΠΛΙ ανατέθηκε από τη Μελίνα Μερκούρη το Εθνικό Αρχείο Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, ενώ πρόσφατα η Ιωάννα Παπαντωνίου ίδρυσε την Ελληνική Εταιρία Ενδυμασιολογίας, ως προέκταση του Αρχείου.

Ως μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το ΠΛΙ έχει οργανώσει οκτώ διεθνή συνέδρια και συναντήσεις.

Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεργασία του ΠΛΙ με το Δήμο Λευκωσίας, το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας και την Παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου.

Στους κύριους στόχους του ΠΛΙ συγκαταλέγεται η μετεκπαίδευση και χορηγία υποτροφιών. Από το 1981 μέχρι το 2003 στελέχη του όπως ο Λάμπρος Λιάβας, η Ρένα Λουτζάκη, η Βασιλική Μηναίου, ο Γιάννης Κάλτσας, η Κλειώ Γκουγκουλή και ο Βασίλης Ζηδιανάκης, έχουν μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό σε τομείς όπως η εθνομουσικολογία, η ανθρωπολογία του χορού, η συντήρηση υφασμάτων, η βιβλιοθηκονομία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η εθνολογία.

Το 1999 το ανανεωμένο κτίριο του Μουσείου «Βασίλειος Παπαντωνίου» στέγασε την έκθεση «Τα καλύτερα του ΠΛΙ«, σε σχεδιασμό του συνεργάτη του Ιδρύματος Σταμάτη Ζάννου. Η κτιριακή και γενικότερη ανανέωση οφείλεται στη γενναιόδωρη χορηγία του Λάζαρου Εφραίμογλου. Σημαντικά στοιχεία ανανέωσης ήταν ο χώρος υποδοχής και πολλαπλών χρήσεων, όπου από το 1999 έως σήμερα έχουν παρουσιαστεί 36 εικαστικές εκθέσεις και πολλές εκδηλώσεις, καθώς και το Πωλητήριο.

Το 2006, στα 32 του χρόνια, το ΠΛΙ γιόρτασε αλλάζοντας τις εκθέσεις του και το Πωλητήριο. Στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας «Σταθμός» παιδιά και καλλιτέχνες δημιούργησαν εικαστικές εγκαταστάσεις, προτείνοντας την αναμόρφωσή του.

Η νέα μόνιμη έκθεση αφιερώνεται στο «Ελληνικό Άστυ: Ναύπλιον 1822-1922«. Στο ισόγειο του Μουσείου, σε προθήκη, παρουσιάζονται ετερόκλητα μουσειακά αντικείμενα σε μια τολμηρή ελεύθερη εγκατάσταση για να τονιστεί η πολυμορφία των συλλογών του ΠΛΙ. Αυτή η μουσειολογική πρόταση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο σποραδικά ήδη από το 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2006 και στις Πτυχώσεις, την έκθεση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του 2004, στο νέο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.

Τα 32 χρόνια του ΠΛΙ χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη επιτόπια έρευνα των συνεργατών του σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στην Κύπρο και στην Κάτω Ιταλία

Read Full Post »

Παλαμήδι – Κάστρο Παλαμηδίου


 

Παλαμήδι(ον) ή Παλαμήδειον: Ονομαστός ιστορικός λόφος στα ανατολικά του Ναυπλίου με ισχυρότατο φρουριακό συγκρότημα. Έχει ύψος 216 μ. και η ανάβαση γίνεται είτε από αμαξιτή οδό, που ξεκινάει από την Πρόνοια και φθάνει μέχρι την πύλη του, είτε από σκάλα με 999; πέτρινα σκαλοπάτια, που κατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς του Όθωνος. Ο λόφος πήρε την ονομασία του από τον ήρωα του Τρωικού Πολέμου, το μυθικό Παλαμήδη, γιο του Ναυπλίου, ιδρυτή της Ναυπλίας, και της Κλυμένης (ή της Φιλύρας ή της Ησιόνης).
 

Κάστρο Παλαμηδίου

 
Το σημερινό φρούριο για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Ειδικότερα, πρώτος οχύρωσε συστηματικά (το 1687) το Παλαμήδι ο Φραγκίσκος Μοροζίνης (ο οποίος πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1694 στο Ναύπλιο και τάφηκε στη Βενετία), το έργο συνέχισε το 1690 ο Ιάκωβος Κορνέρ και τέλος το 1712 ο Ενετός προβλεπτής Αυγουστίνος Σαγρέδος ολοκλήρωσε το συγκρότημα και λάξευσε τη θολωτή κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη. Στο λόφο υπήρχαν παλαιότερα (από το 13ο αιώνα) ελαφρές οχυρώσεις, και ακόμα μεγαλύτερες έγιναν μετά τη χρησιμοποίηση της πυρίτιδας το 1500.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το φρουριακό συγκρότημα αποτελείται από 8 προμαχώνες, που καθένας τους περιβάλλεται από τείχος και, σε περίπτωση ανάγκης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνος του για άμυνα ή επίθεση. Τα ονόματά τους, αρχικά τούρκικα και μετά ελληνικά, είναι:

  •  Τζιδάρ Τάπια ή Προμαχώνας του Αγίου Ανδρέου ή Φρουραρχείον (επειδή εκεί ήταν το φρουραρχείο). Ο Ναός Αγίου Ανδρέα βρίσκεται μέσα στον ομώνυμο προμαχώνα. Στεγάζεται με ημικυλινδρικό θόλο και εισχωρεί κατά το ανατολικό μισό μέρος μέσα σε μία από τις καμάρες που στηρίζουν τον περίπατο των τειχών. Το ελεύθερο μέρος του είναι δίκλιτο.
  • Τάβελ Τάπια ή Φωκίων (κατ’ άλλους Φωκιανός).
  • Καρά Τάπια ή Θεμιστοκλής.
  • Μπαζιριάν Τάπια ή Μιλτιάδης (είναι ο ψηλότερος προμαχώνας, ύψους 22 μ., και έχει αποθήκες). Χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή του ήρωα της Επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
  • Σεϊτάν Τάπια ή Επαμεινώνδας (κοντά του έχει εντειχιστεί λίθινη πλάκα με τα σύμβολα της τουρκικής κατακτήσεως).
  • Τομπράκ Τάπια ή Λεωνίδας.
  • Γιουρούς Τάπια ή Αχιλλεύς (είναι ο χαμηλότερος από όλους, ύψους 6μ. και ονομάστηκε Γιουρούς Τάπια γιατί από εκεί μπήκαν μετά από έφοδο, στα τούρκικα «γιουρούς», στο φρούριο οι Τούρκοι και το κατέλαβαν από τους Ενετούς το 1715· από τον ίδιο προμαχώνα μπήκαν το 1822 και οι Έλληνες και κατέλαβαν το Παλαμήδι).
  • Δενίζ Καπού ή Ρομπέρ (προς τιμήν του Γάλλου φιλέλληνα Φραγκίσκου Ρομπέρ που πέθανε το 1826 από τα τραύματά του κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών).

 

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Η ιστορία του λόφου του Παλαμηδίου μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους Σταυροφόρους (1204) είναι αρκετά περιπετειώδης. Έως το 1205 ανήκε στον τοπικό άρχοντα Λέοντα Σγουρό. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία (1205-1389), και η Α’  Ενετοκρατία (1389-1540). Το 1540 καταλήφθηκε από τους Τούρκους (Α’ Τουρκοκρατία, έως το 1686), κατόπιν πάλι από τους Βενετούς (Β’ Ενετοκρατία 1686-1715) για να ακολουθήσει η Β’ Τουρκοκρατία από το 1715 μέχρι το 1822. Τη νύκτα της 29/30 Νοεμβρίου 1822 ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης με 350 (ή κατ’ άλλους 280) επίλεκτα παλληκάρια απελευθέρωσαν το Παλαμήδι και την επομένη το πρωί, 30 Νοεμβρίου, εψάλη δοξολογία στον εκεί μικρό ναό του Αγίου Ανδρέου από το Γεώργιο (Βελλίνη), ιερέα του ναού του Αγίου Γεωργίου.

Το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέου κτίστηκε το 1712 από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο και κάθε χρόνο στις 30 Νοεμβρίου, εορτή του τιμώμενου αγίου και επέτειο της απελευθερώσεως του Παλαμηδίου, τελείται εκεί δοξολογία και ακολουθεί η καθιερωμένη ομιλία. Το Παλαμήδι χρησιμοποιήθηκε αργότερα (μέχρι το 1916) ως φυλακές, και συγκεκριμένα ο προμαχώνας Μιλτιάδης για τους ισοβίτες ή θανατοποινίτες κατάδικους και οι λεγόμενες φυλακές του «Αγιαντρέα» ή «Κατάστημα» γι’ αυτούς που είχαν ελαφρότερες ποινές. Ένα μικρό πλάτωμα, το γνωστό ως «Αλωνάκι» χρησίμευε ως τόπος εκτελέσεων, ενώ οι δήμιοι, πρώην θανατοποινίτες, κατοικούσαν στο επιθαλάσσιο φρούριο, το Μπούρτζι. Στους πρόποδες του Παλαμηδίου, πάνω από την οδό Εικοστής Πέμπτης Μαρτίου, σώζεται ένας αιωνόβιος πλάτανος, που σκιάζει μία βενετσιάνικη κρήνη, την ονομαστή «Βρύση του Πλατάνου», από όπου τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς, οι κοπέλλες του Αναπλιού, ακολουθώντας την παράδοση, έπαιρναν το «αμίλητο νερό».

  

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »