Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Δελής Χρήστος (1887-1960)


 

Χρήστος Δελής

Ο δημοσιογράφος και ποιητής  Χρήστος Δελής γεννήθηκε στη Κίο της Μικράς Ασίας το 1887. Τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο στην Κίο και το Ελληνικό – Γαλλικό Λύκειο της Κωνσταντινούπολης. Δίδαξε σε σχολεία της Κωσταντινούπολης γράφοντας υπέρ της δημοτικής γλώσσας σε μια εποχή και σε μια περιοχή κυριαρχίας του λογιοτατισμού. Αγωνίστηκε για να μη στρατεύονται οι Έλληνες της Τουρκίας στα φοβερά τάγματα εργασίας. Παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την Υπατία Αδαμαντιάδη και απέκτησαν μια κόρη, την Εύα (1921), η οποία έφυγε νωρίς από τη ζωή, το 1940, σε ηλικία 19 ετών.      

Το πρώτο του βιβλίο «Τα Χουχλίδια», ποιήματα και διηγήματα, το εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το 1908. Το 1910 κυκλοφορεί το εβδομαδιαίο σατυρικό περιοδικό «Άνω Κάτω». Εκδίδει ακόμα τα «Φιλολογικό Πάσχα» και το Ημερολόγιο «Περίδρομος». Το 1919 εκδίδεται το δεύτερο βιβλίο του «Ηρωικά διηγήματα του Ταβάν Ταμπουρού». Έγραψε ποιήματα λυρικά και σατυρικά.

Ημερολόγιο «Περίδρομος», 1915.

Όταν, μετά την καταστροφή, εγκαταστάθηκε στη νέα του πατρίδα, τη Νέα Κίο, συνέχιζε να γράφει σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά («Τα Ηραία», του Άργους) σατιρίζοντας την κοινωνική ζωή της Αργολίδας. Υπέγραφε με το όνομα «Τρελός» (η σημασία του «Δελής» στα τούρκικα). Τα σατιρικά του ποιήματα έκρυβαν «πίκρα για την καταστροφή του ‘22, το χαμό της κόρης του Εύας,» (Λιαλιάτσης) την πνευματική φτώχεια του αργείτικου κάμπου.

Πρωτοστάτησε στις ενέργειες για την ίδρυση της Νέας Κίου ως πρόεδρος Επιτροπής που είχε δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό το 1925. Ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μ. Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της Ν. Κίου και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Το 1932 μάλιστα το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους  Γερμανούς στα χρόνια της Κατοχής. Υπήρξε για δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Νέας Κίου. Απεβίωσε το 1960. Οι τοπικές εφημερίδες μίλησαν εγκωμιαστικά για την πνευματική και κοινωνική προσφορά του, τόσο στη Νέα Κίο, όσο και γενικότερα στην Αργολίδα.  

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

Διάλεξη του Ευάγγελου Χρυσού στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Ευάγγελος Χρυσός, Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδος).

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του Κέντρου μας, θα είναι: «Γότθοι και Σλάβοι στην Πελοπόννησο».

Η σειρά εκδηλώσεων Events Series 2012 πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους -Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα  από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  11  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο  κ. Γιώργος Δημόπουλος

Νευρολόγος- Ψυχίατρος

Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής

με θέμα:

« Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα

 από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γιώργος  Δημόπουλος


  

Γεννήθηκε στον Ελαιώνα του Δήμου Διακοπτού. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός του Υγειονομικού. Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία-Ψυχιατρική και αργότερα στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει πλήθος Εκπαιδευτικών Ιατρικών συνεδρίων και σεμιναρίων τόσο εις την ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή. Από το 1977 είναι ειδικευμένος ιατρός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ως Νευρολόγος- Ψυχίατρος και Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής με έμφαση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003 με την «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ πρώτο μέλημα στη ζωή». Συνέχισε το 2006 με  την «ΑΛΗΘΕΙΑ πόση αλήθεια αντέχουμε» από τις εκδόσεις      «Αυτογνωσία». Το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο « Ελληνικά  Γράμματα» από τον οποίο εκδόθηκε το δοκίμιο «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ο καθρέφτης της ψυχής» και το 2009 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ. Το μυστικό της επιτυχίας». Το 2011  6 Απριλίου εκδόθηκε το δοκίμιο «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»  και  στις  11  Ιουλίου  του  ίδιου έτους το δοκίμιο «ΑΓΑΠΗ» λένε η αγάπη κατοικεί στ’ αστέρια.

Έχει τιμηθεί για την κοινωνική προσφορά του με το Χρυσό Σταυρό της Χιλιετηρίδος από την Παλαίφατο Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους το 2004. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της Ελληνικής  Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις σε Πνευματικά Κέντρα και Στελέχη Επιχειρήσεων με θέμα: « Αυτογνωσία Αυτοβελτίωση και επιτυχία στο επάγγελμα». Είναι έγγαμος με τη δικηγόρο Αναστασία Δημοπούλου και έχει  τρία παιδιά.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Read Full Post »

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα, Ηλίας Γιαννικόπουλος, «Μνημοσύνη», Ετήσιον Περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Αθήνα.

Αποθήκευση Έγγραφου: Ειδήσεις του αρχείου Περούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα.

 

Read Full Post »

Περιπέτειες Κρανιδιωτών ναυτικών στη θάλασσα των Κυθήρων (Τέλη 18ου αι.)


 

Στο Τοπικό Αρχείο Κυθήρων σώζονται δέσμες εγγράφων με γενικό τίτλο «Prove di Fortuna e Processi sopra li Naufraggi», οι οποίες ανήκουν χρονικά στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στην περίοδο 1767-1792 [1]. Πρόκειται για ανέκδοτο υλικό, πλούσιο σε ειδήσεις για τη ναυ­τιλιακή κίνηση στην περιοχή των Κυθήρων. Γενικότερα όμως παρέχει άφθονες πληροφορίες για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους. Ανάλογα έγγραφα υπάρχουν και σε άλλα αρχεία των βενετο­κρατούμενων εκείνη την περίοδο νησιών, καθώς και στην ίδια τη Βενετία [2]. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά κάθε καπετάνιος ή ιδιοκτήτης πλοίου που ναυάγησε ή έπαθε ζημιές, ήταν υποχρεωμένος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες να παρουσιασθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του τόπου όπου συνέβη το ατύχη­μα και σε περίπτωση που βρισκόταν στο εξωτερικό, στις προξενικές αρχές, για να αναφέρει τις ζημιές που έπαθε το ίδιο το πλοίο ή το φορτίο του (ναυάγιο, βλάβη, πυρκαγιά), καθώς και τα αίτια που τις προξένησαν (καιρι­κές συνθήκες, πειρατές ή κουρσάροι).

 

Κύθηρα

 

Η «Prova di Fortuna» ονομαζόταν και «Processo sopra il Naufraggio» γιατί η αρμόδια αρχή ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει πρακτικά (δικογραφία) για τα αίτια του ατυχήματος βάση ερω­τηματολογίου που έθετε υπόψη του καπετάνιου και των μελών του πληρώμα­τος, κυρίως σε περίπτωση αμφιβολιών. Στα πρακτικά καταγράφονταν ακόμα αναλυτικά το είδος και το βάρος του φορτίου που μετέφερε το πλοίο, όπως επίσης και ο αριθμός των προσώπων που επέβαιναν σε αυτό. Επισυνάπτον­ταν, τέλος, οποιεσδήποτε πληροφορίες που θα διαφώτιζαν την υπόθεση [3]. Αφού ολοκληρωνόταν η παραπάνω διαδικασία, η αρμόδια υπηρεσία του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει το πλήρωμα του πλοίου να συνεχίσει το ταξίδι του, εισπράττοντας βέβαια το ανάλογο χρηματικό ποσό[4].

Από τις «Prove di Fortuna» που σώζονται στο Τοπικό Αρχείο Κυθή­ρων επέλεξα ενδεικτικά τρεις υποθέσεις, τις οποίες θεώρησα αντιπροσωπευ­τικές αλλά και ιστορικά χρήσιμες και ενδιαφέρουσες, γιατί είχαν τρία κοινά σημεία. Πρώτο, τα πλοία που αναφέρονται σε αυτές αναχώρησαν από το ίδιο λιμάνι, τα Χανιά. Δεύτερο, μετέφεραν και τα τρία κατά κύριο λόγο σαπούνι και τρίτο, είχαν καπετάνιους και πλήρωμα από το Κρανίδι. Ας εξετάσουμε λοιπόν αναλυτικά αυτά τα τρία επεισόδια που συνέβησαν στη θάλασσα των Κυθήρων.

Επεισόδιο πρώτο: Μια βάρκα από το Κρανίδι με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μιχάλη του Κωσταντή, μετέφερε 29 κιβώτια σαπούνι και κά­στανα από τα Χανιά στη Σμύρνη. Το εμπόρευμα ανήκε σε Χανιώτη Τούρκο έμπορο. Εκτός από το πλήρωμα το οποίο ήταν συνολικά πέντε ναυτικοί, στο πλοίο επέβαιναν και δύο ταξιδιώτες, ένας Γάλλος ναυτικός και ένας Τούρκος. Η βάρκα ξεκίνησε από τα Χανιά στις 14 Μαρτίου του 1780, αλλά εξαιτίας του δυνατού βορείου ανέμου αναγκάστηκε την επομένη ημέρα να προσορμισθεί στην περιοχή Άγιος Νικόλαος του Αυλέμονα Κυθήρων. Στην προσπάθειά της όμως να εισέλθει στον όρμο έσπασε το τιμόνι. Από το τράνταγμα του φορτίου η βάρκα θα βυθιζόταν, αν δεν την βοηθούσε ένα άλλο βενετικό πλοίο που είχε αράξει πριν από ήμερες στο ίδιο λιμάνι.

Στη συνέχεια το εμπόρευμα της βάρκας φορτώθηκε στο βενετικό πλοίο γιατί εκείνη βυθίστηκε σχεδόν ολόκληρη. Ο καραβοκύρης όμως της βάρκας δεν παρουσιάστηκε εγκαίρως για να συνταχθεί η «Prova di Fortuna» επειδή ισχυριζόταν ότι το εμπόρευμα ήταν κλεμμένο. Με διαταγή όμως του Προ­βλεπτή και Καστελάνου των Κυθήρων Pietro Marcello [5] αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Την επομένη ημέρα η βάρκα τραβήχτηκε έξω και εκλέχτηκαν δύο εκτιμητές κατάλληλοι για να υπολογίσουν το εμπό­ρευμά της, το οποίο, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας ανερχόταν σε 450 πιάστρα. Ύστερα από δύο ημέρες, στις 17 Μαρτίου του 1780, η βάρκα απέπλευσε από τα Κύθηρα για να συνεχίσει προφανώς το ταξίδι της [6].

 

Views in the Seven Ionian Islands, Edward Lear, London 1863. The castle of Kythera and Kapsali and the Kytherian peasants. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Επεισόδιο δεύτερο: Το δεύτερο πλοίο ήταν μια σακολέβα [7] από το Κρανίδι, με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μανώλη Φούτα. Το καράβι ξεκίνησε από τα Χανιά στις 30 Δεκεμβρίου 1780 ημέρα Σάββατο με φορτίο 12 κιβώτια σαπούνι, λεμόνια και κάστανα, για λογαριασμό του ίδιου του καραβοκύρη, με προορισμό το Ναύπλιο. Το πλήρωμα αποτελούσαν 8 ναυτικοί και 4 Τούρκοι επιβάτες. Ξημερώνοντας η Κυριακή και αφού είχε αφήσει τα Κύθηρα, το πλοίο προσπαθώντας να περάσει το ακρωτήριο του San Angelo (Μαλέας)[8] έχασε από δυνατό βόρειο άνεμο έναν ναυτικό και τη φελούκα του [9]. Τελικά προσάραξε στην Αγία Πελαγία, collegata per fianco nella sabionera χωρίς σπουδαίες ζημιές. Ακολουθήθηκε και σ’ αυτήν την περίπτωση η προβλεπό­μενη από τους νόμους διαδικασία.

Η αξία των εμπορευμάτων εκτιμήθηκε σε 300 πιάστρα. Όμως σε επιστολή του συνημμένη στην «Prova di Fortuna» στις 21 Μαρτίου ο Βενετός υποπρόξενος (vice console) στα Χανιά, Luca Corner[10], αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος από τα Χανιά, ονομαζόμενος Οσμάν Αγάς, συμπλοιοκτήτης του καραβοκύρη Μανώλη Φούτα, ισχυριζό­ταν ότι είχε φορτώσει στο πλοίο σαπούνι, από το οποίο κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων, όταν εκείνο αναγκάστηκε να προσαράξει στα Κύθηρα, εν γνώσει του καραβοκύρη. Έτσι ο υποπρόξενος ζητά από τον Προβλεπτή και Καστελάνο των Κυθήρων, Pietro Marcello να διερευνήσει την υπόθεση με τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί ο Τούρκος έμπορος και για έναν επιπρόσθετο λόγο: οι Τούρκοι ήταν υπεροπτικοί απέναντι στους Βενετούς εμπόρους στο λιμάνι των Χανίων και για την ειρηνική διεξαγωγή του εμπορίου έπρεπε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να τους ενοχλήσει. Στην απάντησή του ο Καστελάνος των Κυθήρων βεβαιώνει ότι από το σαπούνι που μετέφερε ο Κρανιδιώτης καπετάνιος δεν κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων αλλά το σαπούνι δόθηκε σε 50 περίπου πρόσωπα, που χρειάστηκαν για να ανελκύσουν το πλοίο. Έτσι στη δεύτερη επιστολή του στις 24 Μαΐου 1781 ο Βενετός υποπρόξενος παραδέχτηκε ότι ο Τούρκος έλεγε ψέματα και ότι τελικά ο καραβοκύρης δεν σφετερίστηκε τα χρήματα [11].

Επεισόδιο τρίτο: Χρονολογείται δώδεκα περίπου χρόνια αργότερα από τα άλλα δύο, στις 29 Απριλίου 1792. Πρόκειται ξανά για μία σακολέβα από τα Χανιά, ονομαζόμενη Beata Vergine, με τούρκικη σημαία και καπετά­νιο τον Κρανιδιώτη Λουκά Λέκκα. Είχε φορτίο 145 κιβώτια σαπούνι και πλήρωμα επτά ναυτικούς και έναν έμπορο από τα Γιάννενα. Από τις υπο­γραφές του πληρώματος μαθαίνουμε ότι εκτός από τον καραβοκύρη, Κρανι­διώτες ήταν οι τέσσερις από τους επτά ναυτικούς. Το πλοίο ξεκίνησε από τα Χανιά στις 10 Απριλίου με προορισμό την Άρτα. Στη διαδρομή προς τα Κύθηρα, επειδή καταδιωκόταν από μία μαλτέζικη γαλεότα, προσπάθησε να κρυφτεί στα νησάκια Κόφες (σημ. Κοφινίδια), αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί έπεσε επάνω σε ένα άλλο πλοίο, το όποιο σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του πληρώματος θεωρήθηκε πειρατικό, επειδή δεν διακρινόταν η σημαία του.

Ο καραβοκύρης για να αποφύγει τα πυρά του πειρατικού πλοίου αναγ­κάστηκε να αγκυροβολήσει στον όρμο των Μυρτιδιών, πιστεύοντας ότι σ’ αυτό το μέρος θα ήταν ασφαλής. Όμως μετά από ελάχιστη ώρα είδε να τους πλησιάζουν δύο βάρκες αρματωμένες οι οποίες θεώρησε ότι ανήκαν στο πειρατικό πλοίο. Έτσι αναγκάστηκε να εγκατάλειψη το καράβι και να κατέβη στο νησί ο ίδιος και το πλήρωμα έκτος από τον έμπορο, ένα ναυτικό και το μούτσο που παρέμειναν σ’ αυτό. Οι υποτιθέμενοι πειρατές αφού έκοψαν την άγκυρα του πλοίου το οδήγησαν μέχρι το δικό τους, τελικά όμως το εγκατέλειψαν στην τύχη του. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι το εχθρικό πλοίο δεν ήταν πειρατικό, όπως αρχικά πίστευαν αλλά γαλλική φρεγάτα, που προφανώς ασκούσε πειρατεία.

Σ’ αυτό το σημείο ο καπετάνιος μαζί με το πλήρωμα (εκτός από τα τρία προαναφερθέντα πρόσωπα) αναχώρησε με τα πόδια για το Καψάλι απ’ όπου θα έπαιρνε βοήθεια για να διασώσει ότι μπορούσε. Όσοι όμως είχαν μείνει μέσα στο πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν, αλλά ο άνεμος δεν τούς το επέ­τρεψε και αναγκάστηκαν να πετάξουν στη θάλασσα 28 κιβώτια σαπούνι. Καθώς είχαν καταστραφεί τα πανιά, το πλοίο αφέθηκε μόνο του στον άνεμο, ο οποίος τους οδήγησε στις ακτές της Κορώνης, όπου παρέμειναν τέσσερις ημέρες. Κατόπιν γύρισαν πίσω στα Κύθηρα και αγκυροβόλησαν στην ακτή που βρίσκεται ανάμεσα στα Μυρτίδια και το Μελιδόνι και εκεί συναντήθη­καν με τον καπετάνιο και το υπόλοιπο πλήρωμα, οι οποίοι είχαν έλθει στο μεταξύ για να περισυλλέξουν την κομμένη άγκυρα. Η ατυχία τους όμως συνεχίστηκε, γιατί κατά την επιστροφή τους στο Καψάλι, απ’ όπου θα προ­μηθεύονταν καινούργια πανιά, έπεσαν επάνω σ’ ένα βράχο, ο οποίος στάθη­κε αιτία ν’ ανοίξει ρωγμή στο πλοίο. Στην περίπτωση αυτή ο Προβλεπτής και Καστελάνος των Κυθήρων, Antonio Dandolo[12], ρώτησε ξεχωριστά όλους τους επιβάτες του πλοίου για να βεβαιωθεί και να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα του ατυχήματος. Από την κατάθεση του εμπόρου έγινε γνωστό ότι είχε ναυλώσει το πλοίο προς 192,2 πιάστρα και είχε επενδύσει στο φορτίο του άλλα 600 πιάστρα [13].

 

A Series of Twelve Views in the Mediterranean Grecian Archipelago Bosphorus and the Black Sea, Cospatrick Baillie Hamilton, London 1857. View of the Kapsali bay ant the castle of Kythera. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Αυτά τα τρία επεισόδια δεν είναι βέβαια μοναδικά, γιατί τέτοιου είδους κινδύνους αντιμετώπιζαν όλοι οι ναυτικοί στα ταξίδια τους επί αιώνες. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι για πρώτη φορά μπορούμε να παρακολουθήσουμε από κοντά το ταξίδι ενός πλοίου όχι στην αρχή του (εξασφάλιση φορτίου, συγκρότηση πληρώματος, επισκευές και ανεφοδιασμός), ούτε στο τέλος του (απολογισμός, κατανομή δηλαδή των κερδών και των ζημιών) [14], αλλά κατά τη διάρκεια της πορείας του. Πληροφορίες γι’ αυτό το στάδιο του ταξιδιού σώζονται κυρίως από περιγραφές ταξιδιωτών και όχι από τους ίδιους τους ναυτικούς [15]. Ένα στοιχείο που χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι τα κύρια αίτια των ατυχημάτων ήταν ο δυνατός άνεμος, αλλά και οι πειρατικές επιδρομές, που συνήθως σημειώνονταν στην περιοχή των Κυθήρων.

Οι συνθήκες ναυ­σιπλοΐας στη θάλασσα της νότιας Πελοποννήσου, κυρίως στο στενό Κυθήρων – Κάβο Μαληά, ήταν δύσκολες σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, όπως συνάγεται τόσο από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών όσο και από τα πολλά ναυάγια που συνέβαιναν στην περιοχή, εξαιτίας των δυνατών ανέμων και των θαλασσίων ρευμάτων. Παράλληλα ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα στη νότια Πελοπόννησο και την Κρήτη αποτελούσε χώρο κατάλληλο για λεία ή επιδρομή των πειρατών και των κουρσάρων, επειδή ήταν υποχρεωτικό πέ­ρασμα για όσα πλοία ταξίδευαν προς τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσο­γείου. Επιπλέον οι πειρατές επιδίωκαν τη σύγκρουση στην συγκεκριμένη περιοχή, επειδή η επιχείρηση, χάρη στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, συνή­θως θα είχε επιτυχία [16].

 

Χάρτης

 

Όμως από τις «Prove di Fortuna» μπορούμε να εξάγουμε και άλλα στοιχεία όπως για τον τύπο, την προέλευση και τη σημαία των πλοίων, την αξία, το είδος και την ποσότητα του φορτίου, τον αριθμό και την καταγωγή των πληρωμάτων και τα λιμάνια, για τα οποία προορίζονταν τα εμπορεύμα­τα. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω επεισόδια, τα τρία πλοία που αναφέρον­ται ήταν μικρού εκτοπίσματος (βάρκα και δύο σακολέβες). Το ένα είχε τούρ­κικη σημαία, ενώ στα άλλα δύο αυτή δεν σημειώνεται. Τα πληρώματά τους αριθμούσαν από 5 έως 8 ναύτες και το βασικό εμπόρευμα που μετέφεραν, εκτός από τα κάστανα και τα λεμόνια, ήταν το σαπούνι, που προερχόταν από τις σαπουνοποιΐες των Χανιών. Η συνολική αξία του φορτίου των πλοίων σε πιάστρα ήταν 400 (μαζί με το πλοίο), 300 και 792,2 αντίστοιχα.

Τόπος αναχωρήσεως και των τριών πλοίων ήταν τα Χανιά. Η εμπορική ανάπτυξη της περιοχής αυτής συνδέεται με τη ραγδαία επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας. Η αύξηση της παραγωγής λαδιού με τη σειρά της δημιούρ­γησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας σαπουνιού. Όπως είναι γνωστό στα τέλη του 18ου αι. ανθούσε η σαπουνοποιΐα στην Κρήτη. Μεγάλες ποσότητες σαπουνιού εξάγονταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και στην Αίγυπτο. Ειδικότερα η Κων­σταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη απορροφούσαν το 73% των εξαγωγών του κρητικού σαπουνιού την περίοδο 1782-1788[17].

Τόποι προορισμού των πλοίων ήταν τρία σημαντικά λιμάνια της Ανα­τολικής Μεσογείου αυτή την περίοδο. Είδαμε ότι στη Σμύρνη, που αναφέρε­ται ως τόπος προορισμού στο πρώτο επεισόδιο, έφθαναν μεγάλες ποσότητες κρητικού σαπουνιού και είναι γνωστό ότι ήταν ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [18]. Η κίνηση επίσης στο λιμάνι του Ναυπλίου, το οποίο αποτελεί τόπο προορισμού στο δεύτερο επεισόδιο, ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Το Ναύπλιο μαζί με το λιμάνι της Πάτρας ήταν από τα σημαντικότερα εξαγωγικά κέντρα σιταριού στην Πελοπόννησο [19]. Στο τρίτο επεισόδιο ως τόπος προορισμού αναφέρεται η Άρτα, η οποία υπήρξε ονομαστή σκάλα διακινήσεως προϊόντων σε ολό­κληρο το 18ο αιώνα. Εξάλλου από το 1702 υπήρχε εκεί γαλλικό προξενείο για να ελέγχει τις ναυτιλιακές δραστηριότητες και να προστατεύει το γαλλι­κό εμπόριο [20].

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η καταγωγή των πληρωμάτων, το Κρανίδι στην προκειμένη περίπτωση. Η καταγωγή σπουδαίων ναυτικών από την περιοχή αυτή της Πελοποννήσου αποτελούσε παράδοση ισάξια με άλλων ναυτικών περιοχών[21]. Δύο μεγάλες οικογένειες εφοπλιστών, του Γκίνη και του Χατζηαναργύρου κατάγονταν από το Κρανί­δι [22]. Είναι γνωστό επίσης ότι οι ναυτικοί του τόπου κατά τον 19ο αι. έχτισαν το ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου [23]. Η δράση των Κρανιδιωτών ναυτικών πρέπει να ενταχθεί στην ευρύτερη ανάπτυξη της ελληνικής ναυτι­λίας που σημειώνεται αυτή την περίοδο. Εξάλλου η αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Βενετία μετά το 1765 έδωσε νέα ώθηση στη ναυτιλιακή κίνηση των λιμανιών τόσο των βενετοκρατούμενων όσο και των τουρκοκρατούμενων περιοχών [24].

 

Αγγελική Πανοπούλου

Ανακοίνωση στο Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990) 

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τοπικό Αρχείο Κυθήρων, Κατάστιχα Βενετικής Καγκελαρίας, 75 άρ. 20 (477), [στο εξής: Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ.]. Για το Αρχείο Κυθήρων βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Les archives vénitiennes de Cythére. Un fonds historique négli-sé, Byzantinische Forschungen 5 (1977), σσ. 249-252 (= Βενετική παρουσία στα Κύθηρα. Αρχειακές Μαρτυρίες, Αθήνα 1991, αρ. Β’).

[2] Για τις «Prove di Fortuna» που υπάρχουν στο Αρχείο της Κεφαλονιάς, βλ. G. Ζ a c c h é, «Prove di Fortuna»: Una inedite fonte per lo studio della navigazione commerciale nelle acque di Cefalonia nel XVIII secolo, Πρακτικά του E’ Διεθνούς Πανιωνίου Συνεδρίου, τ. 1, Αργοστόλι 1989, σ. 155. Του ίδιου, «Prove di Fortuna», fonti inedite per lo studio dei rischi della navigazione mercantile (XVI-XVIII secolo): il caso di Cefalonia, Studi Vene­ziani 15 (1988), σσ. 253-270, όπου και βιβλιογραφία για ανάλογα έγγραφα που σώζονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. «Prove di Fortuna» σώζονται και στο Κρατικό Αρ­χείο της Ραγούζας (σημ. Dubrovnic). Βλ. J. L u e t i c, «Prove di fortuna», di navi veneziane a Ragusa, Bolletino dell’ Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano 2 (1960), σσ. 215-221.

[3] Zacché, «Prove di Fortuna», Una inedite fonte, ο.π., σσ. 156-157. Για την πρα­κτική της συντάξεως της «Prove di Fortuna», τόσο στις βενετοκρατούμενες περιοχές όσο και στις τουρκοκρατούμενες, βλ. Δ. Γκόφα, Η φόρτωσις επί του καταστρώματος. Ιστορικά. Συμβολή εις την Ιστορίαν του εθιμικού ναυτικού δικαίου της Μεσογείου ιδία δε του ελληνικού, Αθήναι 1965, σσ. 116-117. Ο Γ. Κωνσταντινίδης, Καράβια, καπετάνιοι και συντροφοναύται, 1800-1830, Αθήνα 1954, σ. 54 ορίζει ως εξής την «Prova di Fortuna»: «ήτο πιστοποιητικόν εκδιδόμενον παρά κοινότητος ή άλλης αρχής, προς τον πλοίαρχον σκάφους ναυαγήσαντος ή υποστάντος αβαρίαν ή ζημίας». Η «Prova di For­tuna» ήταν έγγραφο ανάλογο με τη σημερινή «διαμαρτυρία». Βλ. Α. I. Τζαμτζή, Ναυτικοί, καράβια και λιμάνια, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, έκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 119.

[4] Σε κάθε «Prova di Fortuna» αναγράφεται κατάλογος των εξόδων του πλοίου για την ανέλκυσή του και την παραμονή του στο λιμάνι (πληρωμή εργατών, εκτιμητών της αξίας του φορτίου, κ.λπ.). Υπήρχαν μάλιστα σύμφωνα με τα έγγραφα ειδικοί για την ανέλκυση πλοίων, οι recuperadori.

[5] Τα Κύθηρα διοικούσε Προβλεπτής και Καστελάνος (Provveditor e Castellari), βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Επτάνησα, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτι­κή Αθηνών, τ. 10, Αθήνα 1974, σ. 220. Ο Pietro Marcello διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1778-1780 (C. Hopf, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Βερολίνο 1873, σ. 413).

[6] Γ.Α.Κ., T.A.K., δέσμη άρ. 13 [1780]: «Processo per il Naufragio di una barca Cragnidiota a saccoleva del caravochiro Micali di Constantin».

[7] Γι’ αυτό τον τύπο πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σσ. 115 και 140. Βλ. επίσης Σ. Φ. Αργυρού, Η πειρατεία από το 1500 π.Χ. έως το 1860. Ιστορία και Θρύλος, Αθήνα 21963, σ. 172 σημ. 16.

[8] Το ακρωτήριο Μαλέας ονομαζόταν από τους δυτικούς περιηγητές San Angelo, βλ. ΜΕΕ, τ. ΣΤ’, σ. 576 (λ. Μαλέας) και Ε. A r m a ο, In giro per il mar Egeo con Vincenzo Coronelli. Note di Tipologia, Toponomastica e Storia Medievali, dinasti e famiglie italiane in Levante, Φλωρεντία 1951, σ. 325.

[9] Για τον τύπο του πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 157.

[10] Ερρ. Μοάτσου, Το βενετικόν προξενείον Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Ανέκδοτα έγγραφα (1672-1682), Θησαυρίσματα 6 (1969), σσ. 238-243. Βενετός πρόξενος στα Χανιά εγκαθίσταται μετά το 1765, όταν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της Βενετίας με την Τουρκία. Βλ. σχετικά Γιολάντας Τριανταφυλλίδου- Baladie, Το εμπόριο και η οικονομία της Κρήτης (1669-1795), Ηράκλειο 1988, σ. 73. Στοιχεία για τον υποπρόξενο Luca Corner υπάρχουν και στις δύο παραπάνω μελέτες.

[11] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη άρ. 14 [1780]: «Processo per Naufragio della barca patro-neggiata da Manoli Futa Cragnidioto con carico di sapone alle rive di Santa Pelagia con suporte lettere del vice console Veneto di Canea».

[12] Ο Antonio Dandolo διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1790-1792 (Hopf, ό.π., σ. 413).

[13] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη αρ. 22 [1792]: «Prova di Fortuna del carabochiro Luca Lecca di Giorgachi da Cranidi del sacoleva con bandiera ottomana nominatola Beata Vergine, ut intus».

[14] Β. Κρεμμυδά, Ελληνική Ναυτιλία 1776-1835, τ. 2. Οι Μηχανισμοί, Αθήνα 1986, σσ. 62-63.

[15] Ο.π., σ. 62 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σσ. 81-84.

[16] Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρό­νους της τουρκοκρατίας 1390-1358, Αθήνα 1985, σ. 327 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σ. 86-88.

[17] Τριανταφυλλίδου-Baladié, ο.π., σσ. 133-166, ειδικότερα τη σ. 139. Β. Κρεμμυδά, Οι σαπουνοποιΐες της Κρήτης στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1974, σ. 59 και Yo­lande Triantafyllidou, L’ industrie du savon en Crète au XVIII siècle: aspects écono­miques et sociaux, Études Balkaniques 11/4 (1975), σσ. 75-87.

[18] Για τα προϊόντα που εισάγονται και εξάγονται από το λιμάνι της Σμύρνης βλ. Elena Frangakis-Syrett, The commerce ofSmyrna in the Eighteenth Century (1700-1820), Αθήνα 1992, σσ. 189-247.

[19] Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) (με βάση τα γαλλικά αρχεία), Αθήνα 1972, σσ. 21-25.

[20] Σ. Βορείου (=Σ. Μάξιμου), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, Αθήνα 1940, σ. 10 και Γ. Α. Σιορόκα, Το γαλλικό προξενείο της Άρτας (1702-1789), Ιωάννινα 1981, σ. 37-55.

[21] Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Το Κρανίδι, κομμάτια από την χαμένη ιστορία του, Κόρινθος 1980, σσ. 19-20 και Marina Petronoti, The organization of production and labour at Kranidi (1821-1900), Actes du He Collogue International d’ Histoi­re, Économies Méditerranéennes Équilibres et Intercommunications XHIe-XIXe siècles, τ. 2, Αθήνα 1986, σσ. 266-267 και σσ. 273-274.

[22] Β. Κρεμμυδά, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, τ. Α’ Χατζηπαναγιώτης – Πολίτης, Αθήνα 1973, σ. 143 σημ. 1 και σ. 144 σημ. 5.

[23] (Ντιάνας Αντωνακάτου – Τ. Μαύρου), Αργολίδος περιήγησις, Έκδοσις Νομού Αργολίδος 1973, σ. 144-145 και Καρανικόλα, ο.π., σ. 43 – 45.

[24] Γ. Λεονταρίτη, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων 1981, σσ. 37-52. (Πρώτη δημοσίευση στον τόμο Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 29 – 42).

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.   

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »