Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο


  

Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).

 

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις του νομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και […] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):

 «τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».

Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα […] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).

 

Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεται μια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

 

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

 

 Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

 

Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).

 

Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

 

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).

Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια […] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

  

Ρωμαϊκή κοινωνία

  

El matrimonio romano

Πολλές ομοιότητες στα δεδομένα που σχετίζονται με τον αρχαιοελληνικό γάμο εντοπίζονται στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τον συνηθέστερο, για τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, τύπο γάμου (matrimonium τύπου manus), η νύφη περνά και εδώ από την εξουσία του πατέρα της (potestas) σε αυτή του συζύγου. Εντούτοις, δεν απουσιάζει η περίπτωση όπου η γυναίκα συνάπτει γαμήλιο συμβόλαιο με το οποίο παραμένει στη δικαιοδοσία του δικού της pater familias ή ακόμα και sui iuris και διατηρεί το όνομά της (nomen gentile) και τη δική της περιουσία (πρακτική που παραπέμπει σε σύγχρονες συνήθειες).

O μέσος όρος ηλικίας γάμου (16­-20 για την κοπέλα και 27-30 για τον άνδρα) συμπίπτει με τα αρχαιοελληνικά δεδομένα. Απαραίτητες προϋποθέσεις βέ­βαια για τη σύναψη νόμιμου γάμου είναι και οι δυο μελλόνυμ­φοι αφενός να έχουν έλθει τουλάχιστον σε σωματική ωριμό­τητα (pubertas) -η οποία κατά το νόμο συνάδει με το 12ο έτος για τα κορίτσια και το 14ο για τα αγόρια- και αφετέρου να είναι Ρωμαίοι πολίτες, ή στην περίπτωση που ο ένας δεν είναι να έχει τουλάχιστον το αμφίπλευρο δικαίωμα γάμου (conubium), προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των τέκνων.

Επίσης, και στη ρωμαϊκή κοινωνία θεσπίζονται νόμοι που τιμωρούν τους ανύπαντρους (υποβιβάζοντάς τους πολι­τικά και φορολογικά). O αρραβώνας υφίσταται και στους Ρωμαίους, όμως δεν είναι ξεκάθαρο πως ορίζονται τα περιουσιακά, ενώ επιπλέον εμφανίζεται και μια καινοτομία όπου ο γαμπρός περνάει δα­χτυλίδι στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της νύ­φης (κάτι που θυμίζει έντονα τα σημερινά δεδομένα). Κοινά στοιχεία εντοπίζονται και στο τελετουργικό του γάμου. Για παράδειγμα, αρχικά την παραμονή του γάμου η νύφη προσφέρει ρούχα και παιχνίδια των παιδικών της χρόνων στους θεούς (που εδώ εκπροσωπούνται από τους Λάρητες και την Εστία).

Το νυφικό της ένδυμα αποτελείται από μακρύ άσπρο χιτώνα (tunica recta) ζωσμένο με μάλλινη ζώνη που κλείνει με το ηράκλειο άμμα (cingulum herculeum), ενώ το γνωστό πέ­πλο (που σε αυτή την περίπτωση είναι κόκκινο=flameum) κα­λύπτει το πρόσωπο. Η τελετή ξεκινά και πάλι στο πατρικό της νύφης, όπου πέρα από τις θυσίες γίνονται και οιωνοσκοπίες (extispicium) θεώρησης εντοσθίων ζώων για την επιβε­βαίωση συγκατάθεσης των θεών, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το γαμήλιο συμβόλαιο, όπου και εδώ το ζευ­γάρι πιάνεται από το δεξί χέρι (dextrarum iunctio), τυπικό που τελούσε η επίτιμη ακόλουθος (νυμφεύτρια) και εντοπί­ζεται και στον σύγχρονο θρησκευτικό γάμο.

 

Mariage romain, E. Guillaume, musée d'Orsay

 

Έπεται το κα­θιερωμένο εορταστικό γαμήλιο συμπόσιο και, κατόπιν, για να οδηγηθεί η νύφη στη νέα της κατοικία σχηματίζεται και πάλι πομπή, της οποίας όμως ηγούνται τρεις αμφιθαλείς φέ­ροντας δάδες και άδοντας σκωπτικά στιχάκια (fescennini versus). Η νύφη σηκώνεται ψηλά για να περάσει το κατώφλι, ενώ το τυπικό της υποδοχής διαφέρει αρκετά, αφού την πε­ριμένει στο αίθριο ο σύζυγος, ο οποίος της προσφέρει νερό και φωτιά, ενώ εκείνη του αντιπροσφέρει ένα ασσάριο, άλλο ένα αφιερώνει στην εστία για την οικογενειακή θεότητα (lar familiaris) και ένα τρίτο ρίχνει στο κοντινότερο στη νέα της οικία σταυροδρόμι.

Οι διαφορές στη ρωμαϊκή κοινωνία εντοπίζονται εντονό­τερες στη θέση της έγγαμης γυναίκας, αφού ως κυρία (matrona) τοποθετείται στην ίδια θέση με το σύζυγό της, μετέχει μαζί με τους άνδρες σε συμπόσια εντός και εκτός της οικίας της, σε θεατρικές παραστάσεις και αγώνες στην αρένα, ενώ έχει πρόσβαση και στις θέρμες, χωριστά ή και ταυτόχρονα με τους άνδρες.

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως «λέσχη ανδρών»», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.

 

Μαρία Γκιρτζή

Δρ Αρχαιολογίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.

[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ANDREWS Α., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
  • ΑΝΤΩΝΙΟΥ Α.Φ., «Το τελετουργικό του γάμου στην Αρχαία Ελλάδα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 26-27.
  • AUSTIN M.M. / P. VIDAL-NAQUET, Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Τ. Κουκουλιός, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.
  • BALTRUSCH Ε., Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της αρχαίας λακωνικής πόλης, μτφρ. Χ. Μπαλόγλου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2004.
  • BLANCK H., Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, μτφρ. Α. Μουστάκα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
  • ΒΡΕΤΤΟΣ Λ., Γάμος, γέννηση, θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Σαβ­βάλα, Αθήνα 2003.
  • BAUSSIER S., Οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Modern Times, Αθήνα 2004.
  • CANTARELLA E., «Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής επο­χής», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 14-18.
  • ΓΚΙΚΑΣ Σ., Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1997.
  • ΔΗΜΑΚΗΣ Π., «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
  • FLACELIÈRE R., Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.
  • – Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • HOOKER J.T., Ancient Spartans, J.M. Dent & Sons,London1980.
  • ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ K.M. / Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ, Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000.
  • ΚΟΝΝΟΛΛΥ Π. / Χ. ΝΤΟΤΖ, Η αρχαία πόλη. Η ζωή στην Αθήνα και στη Ρώμη, μτφρ. Μ. Λεβεντοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001.
  • MAFFRE J.J., Η ζωή στην Κλασική Ελλάδα, μτφρ. Ε. Τσελέντη, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988.
  • MOSSÉ C., Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Κ. Μπούρας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003.
  • – Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • REINSBERG C., Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Δ. Γεωργοβασίλης και Μ. Pfreimter, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • ROYER S. / C. SALLES / F. TRASSARD, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, μτφρ. Κ. Σέρβη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004.
  • ROBINSON C.E., Everyday Life in AncientGreece,OxfordClarendon Press,Oxford1972.
  • WEBSTER T.B.I., Everyday Life in Classical Athens, Batsford ltd,London1969.
  • WILKINSON P.H., Η ιστορία μέσα από την πέτρα. Η αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Χούνας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2001.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008.

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Μότσης Φώτης


  

Φώτης Μότσης

Ο Φώτης Μότσης γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκκα Σούλι, το 1955. Από τα ιδρυτικά μέλη της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο ως εκπαιδευτικός.

 

Βιβλία του:

¨Κραυγές¨ (Σείριος, 1973), ποίηση

¨Απολογία των δρόμων¨ (Ελεύθερος Τύπος, 1983), ποίηση

¨Το μικρό απέραντο¨ (Ελλέβορος, 1999), ποίηση

¨Υδράργυρος ρέων¨ (Ελλέβορος, 2001), δοκίμια

¨Ο Ιούδας της νύχτας¨ (Ελλέβορος, 2003), ποίηση

¨Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου¨ (Ελλέβορος, 2005), ποίηση

¨Ηπειρώτικο¨ (Ελλέβορος, 2006), ποίηση

¨Νυχτερινό γαίας απείρου¨ (Ελλέβορος, 2007), ποίηση

 

χάρος ἄπειρος

 

΄Τοιμάζονται νά σφάξουν τό βαθύ τό αἷμα

Νά λαξοπελεκήσουν τά πλευρά τοῦ ὄρους   

Νά τ΄ἀποθέσουνε στήν πύρα ἐπάνω τῆς ψυχῆς τους

καθώς ἀπ΄τό ἡφαίστειο ἀναδεύουνε ίσκιοι λαμπροί

γιά ν΄ἀνασάνουν λαγαρόν αὐγερινό

τοῦ ἀποθαμένου τήν ἀνάσα

 

Ἐκεῖθε τά λιγνά πλευρά τῶν πεθαμένων

Ὅσων ἀκόμα ἀλυχτᾶν στό Σούλι

Ὅσων πηδᾶνε ἀϊσκιωτα ἀπό πηγάδι σέ πηγάδι

Στίβουν τό ἀναπάντεχο νερό

Δένουν στόν κόμπο τῆς Ἤπειρος τά σπλάχνα

Σβῶλο τά κάνουν

Bίγλα στό φρύδι τοῦ ὁρίζοντα

 

Σωρός τά ξύλα στήν αὐλή    

Mέ τόν σαπίτη μέ τή δεντρογαλιά καί τό κονάκι

στόν λήθαργο στήν τσέπη τοῦ χειμώνα

 

Χιόνι μεγάλο ἔρχεται ἀσήκωτο

Κιόλας ἀκούγεται ἀπό τά μακρινά

τραχύ τό βογγητό τῆς ἀγκαλιᾶς πού πάει νά σμίξει

Γυρνᾶν στή ρίζα τους τά δέντρα

Χορεύουνε τόν γύρο τῆς καρδιᾶς τους    

Τόν θάνατο ἀναπαριστοῦν χαρούμενα

μέ ρίζα ἀπ’ τόν λυγμό κομμένη     

 

Σφιχταγκαλιάζουν αἷμα τά κλαριά   

ἀνάβουν τά δαδιά τους ὅλα

Φυσᾶνε στό κλαρίνο χέρια δάχτυλα λυγμοί ἀνήφορος

Φυσᾶνε σ’ ὅλα τά μεριά ὁλοῦθε

γιά νά διαβεί το ψίκι μέ τόν χάρο

 

Ἔρχονται τότες φίλοι κι΄ ἄλλοι

νά ΄μολογήσουν τήν καλή κουβέντα    

νά πιοῦνε τό ρακί

Καί ἱστοροῦν τόν ἔρωτα

Ὅ,τι δέν ἔχει ἀρχή

καί πέρας οὔτε

Ὡσάν  ζωνάρι τοῦ θεοῦ

 

Φτύνουν στή χούφτα ροζιασμένη τήν εὐχή          

Καί φτύνουν τρίς πρός ὅλες τίς μεριές

τοῦ κόρφου τους

να μήν μᾶς ἀνταμώσει ἐδώ πάνω ὁ Ἄδης

Και το ξορκίζουνε μέ τοῦ στανιοῦ τόν λόγο

μέ τά καμώματα τῆς μυγδαλιᾶς

στά ἄσπρα της φουστάνια καί στά ρόδινα

 

Ἄγαρμποι ἀφτιασίδωτοι 

Μόλις ροβολημένοι ἀπό τίς λίπες

Φουμάρουν τά μουστάκια τοῦ καλαμποκιοῦ

Φουμάρουνε τῆς γῆς ὁλάκερης τον ἴλιγγο

Σέ κάθε χῶμα  Σ΄ ὅλα της τά βάθη ἀναρριγούν

Σφαδάζουνε στόν κάθε στεναγμό της

γιά ν΄ ἀκουμπήσουν ὕστερα ἀέρινα στό χῶμα

σέ γῆ πού ντύθηκε στ’ ἀνθρώπινα καί σεργιανᾶ

τρελλή χορευταρού στή σερνική τή νιότη ἔμπροσθεν

Καιρός χειμώνας Ἄπειρος

 

Ἐκειός

μέ κοντομάνικη φανέλα

Τό στῆθος δάσος κουμαριές ἀλλοπαρμένες

νά αἱμορραγοῦν ἀπ’ τόν καρπό κόκκινη μέθη

Δάχτυλα ἴσαμε τό σπυρί τοῦ ἀφαλοῦ τῆς γῆς

καί πρόσωπο ἄφοβο στόν ἥλιο

σταχυολογοῦσε τῆς μέρας τά καμώματα

Ἄρμεγε βροχές ἀπ’ τό πολύ ἀψηλά τό σύγνεφο

Μετροῦσε τίς ξερακιανές ρωγμές στόν πάτο στό πηγάδι

ὅπου εἶχε λέει κατηφορίσει φάρες καί φάρες

ὥσπου νά ΄βρεῖ τό ἄκριντο νερό τό ἀμίλητο

τό πετρωμένο αγερικό

γιά νά τό πιεῖ  νά γιάνει ὁ ἔρωτας

 

Καί ἦταν πάλι

μέσα σέ τούτη τήν ἀχλή ὀρθός

Στό διάβα τῶν ψυχῶν ξανά ὁλόρθος  

Ἐλαφροπετάει τή μιά ἀπό βουνό σέ ράχη

Ὕστερα ἐρωτοφιλεῖ τόν ἥλιο

Ἐνδύεται κατάσαρκα τούς δρόλαπες

Ποδένεται ὅλης τῆς θάλασσας τό ρίγος

καί δράμει νά κουρνιάσει

στ΄ ἀντραλεμένα γένεια τοῦ θεοῦ

 

Στούς ἴσκιους πού χαράζει ἀνάμεσο

τά φτερωτά τά ἄλογα στά κυριακάτικά τους

καί ἡ βηματισιά ἀπ΄τίς ψυχές

ὅσων ὁ Ἀχέροντας ἀρνήθηκε νά βρέξει

 

Ψηλόλιγνες γυναῖκες κυπαρίσσια γνέφανέ του

Ἄλλες  καμώνονταν τό δέντρο

Τή στιβαρή δεσιά στά ἄσπρα καί μέ τά φτερά

στό ἀπανώχειλο τοῦ λάκκου

Ἄλλες ἦσαν ἰτιές  ἦταν ἀνθοί

καθώς ὁδεῦαν ἄδουσες στήν κρήνη

καί ἴσα πού φύσαγε στό διάβα τους

ὁ ψίθυρος 

 

Θώπευση τρυφερή κρυφό φιλί

καλοστρωμένη ἀτσάλα

 

Στά πόδια του λησμονημένος ὕπνος

ἀνάδινε ἐρωτικά τριφύλλια

 

Ἄ! πῶς εἶν΄ ὁ θάνατος ὅμοια ἡ ζωή

Πῶς εἶναι ἡ ζωή θανάσιμη ἐδῶ πέρα

 

Τό βλέμμα της

ἀράγιστο ἴσαμε τώρα

λές

τῆς  μάνας πού τόν ἔκλαιγε ἀκόμα

 

 

 

ηπειρώτικο

Στην Ήπειρο

η ώρα της αυγής στιγμή

ήχος μέλας

του στεναγμού από τα βάθη του έρωτα

από την κόκκινη καρδιά του μαύρου κότσυφα

κι᾽ από το σπλάχνο του πουλιού πού λέει τα

χρώματα

Θεός πελώριος αφήνει στο κατόπι δρόμο λάλο

διαβαίνει τους λυγμούς της νύχτας καβαλάρης

στήνει με κεραυνό με πάταγο

την καλυβούλα του φωτός ψηλά πίσω απ΄ τον ήλιο

στα σκοτάδια

Δεν λογαριάζει σύμφωνα λαλεί λαλεί

και δεν κοντανασαίνει

παρά εκεί όπου ο αλαργινός ο φθόγγος

αϊ, αϊ, ούουου, ούουου

αφήνει τόπο στον ψιλό λυγμό

στο μοιρολόι

ομολόγει την καλημέρα στο τοπίο

σε  άλλον θεό χαμογελά

αγριεύει

Read Full Post »

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της


 

Η πορφύρα, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιό­τερη και ακριβότερη βαφή της αρχαιότητας. Επί αιώνες ο όρος πορφύρα προκα­λούσε σύγχυση, διότι χρησιμοποιήθηκε τόσο για τα κοχύλια, από τα οποία παρα­λαμβάνεται η βαφή, όσο και για την ίδια τη βαφή, που ο Αριστοτέλης την είχε ονο­μάσει «άνθος», καθώς και για τα βαμμένα ενδύματα με χρήση της ίδιας της βαφής. Στην έρευνά μας καταγράφουμε και θεωρούμε ως πορφύρα την ίδια τη βαφή από τα κοχύλια, μία βαφή χρώματος κόκκινου έως ιώδους. Από τα βάθη των αιώνων, οι Μινωίτες της Κρήτης και του Αιγαίου γενικότερα γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν πρωτοποριακά την πορφυροβαφή.

Όστρακο πορφύρας

Σύμφωνα με την παράδοση, ο σκύλος του Ηρακλή έφαγε κοχύλια και το στόμα του βάφτηκε κόκκινο. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι το ίδιο συνέβη με τους ανθρώ­πους, αφού τα κοχύλια αποτελούσαν τροφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και των βασιλιά­δων. Κατά τη μυθολογία, όταν ο Περσέας ανα­δύθηκε από το νερό, η θεϊκή του καταβολή ανα­γνωρίστηκε από τον Δία διότι φορούσε πορφυ­ρό μανδύα. Ο Θησέας, πάλι, όταν προκλήθηκε από τον Μίνωα να αποδείξει τη θεία καταγωγή του, βυθίζεται στη θάλασσα και στη συνέχεια αναδυόμενος φοράει πορφυρό ένδυμα, που του έδωσε η Αμφιτρίτη. Ομοίως, ο Ιάσονας είχε πορ­φυρό χιτώνα που του έδωσε η Αθηνά.

Στα ομη­ρικά έπη συχνά αναφέρονται τα αλιπόρφυρα εν­δύματα και βλέπουμε τον Αγαμέμνονα με πορ­φυρό βασιλικό μανδύα, όπως και τον Οδυσσέα, ο δε Αχιλλέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί στη σκηνή του πορφυρά καλύμματα.

Ήδη οι Ασσύριοι καταγράφουν δυο είδη πορφυροχρώματος, το Argamannu, δηλαδή το κόκκι­νο, και το Takiltu, δηλαδή το βιολετί, και επηρέα­σαν τους Πέρσες. Αργότερα, ο Αριστοτέλης κα­ταγράφει επίσης δυο χρωματικές ποικιλίες, τη φοινικική, δηλαδή την κόκκινη και την αλουργή, δηλαδή την ιώδη. Ο Αισχύλος αναφέρει ότι ήταν η πλέον ακριβή βαφή της αρχαιότητας, ισάξια του χρυσού και του αργύρου.

Ο Ηρόδοτος ανα­φέρει ότι ο Κροίσος πρόσφερε στους Δελφούς πορφυροβαμμένα ενδύματα, ενώ ο Ξενοφών ανα­φέρει ότι ο Κύρος ο Μέγας επί των ημερών του επέβαλε στην Περσία την πορφυρά χλαμύδα, ως ένδυμα των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας του και μάλιστα με βιολετιά απόχρωση. Στην Αθήνα ο Αλκιβιάδης, επηρεασμένος από την Ανα­τολή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, φορούσε, για να εντυπωσιάσει, πορφυρό χιτώνα. Στη μάχη του Άκτιου η Κλεοπάτρα στο βασιλικό πλοίο για να ξεχωρίζει είχε καραβόπανο βαμμένο με πορφύρα.

Ο Νέρωνας θεώρησε την πορφύρα χρώμα της αυτοκρατορίας με τύπους amethystica (δη­λαδή χρώματος αμέθυστου) και Τύρια (κόκκινη), ενώ επί Διοκλητιανού η πορφύρα γίνεται αυτοκρατορικό σύμβολο και, στη συνέχεια, επικρατεί ο όρος βασιλική πορφύρα μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στη στέψη του στον Μιστρά αναφέρεται ότι φορούσε ο ίδιος πορφυρό χιτώ­να. Για λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, μετά την πτώση του Βυζαντίου, σταμάτησε η πα­ραγωγή πορφυροβαφής.

Οι πληροφορίες που κατέγραψαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα 3000 χρόνια της ιστορίας της πορφύρας αφήνουν πολλά ερωτηματικά που δη­μιουργούν σύγχυση. Αυτό διότι οι αρχαίοι συγ­γραφείς που ασχολήθηκαν με την πορφύρα δεν ήταν ειδικοί στις βαφές υφασμάτων, όπου επι­κρατούσε πλήρης μυστικοπάθεια. Οι νεότεροι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την πορφύ­ρα επαναλαμβάνουν παλαιότερες θεωρήσεις και υπεραπλουστεύσεις και αφήνουν αναπάντητους πολλούς προβληματισμούς. Σήμερα, οι ανασκα­φές και οι έρευνες είναι μάρτυρες και έχουν δώ­σει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι τρία είδη κοχυλιών έχουν χρησιμοποιηθεί στη Μεσόγειο για την ανάληψη της βαφής: Murex brandaris, purpura haemastoma και murex trunculus.

 

Κοχύλια τύπου Murex

 

Τα δυο πρώτα είδη έδιναν βαφή κόκκινη, το δε τρίτο ιώ­δη, αυτή που κατέγραψε ο Αριστοτέλης. Στο Αι­γαίο τα εργαστήρια παρασκευής και χρήσης της  βαφής ήταν αρκετά. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κως, η Αμοργός, η Νίσυρος (που είχε και το αρχαίο όνο­μα Πορφυρίς), η Χίος και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η Φώκαια, η Λυδία και η Φρυγία, και στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, η Λακωνία, η Κόρινθος και η Ερμιόνη, στην οποία επικεντρώ­θηκε και η έρευνά μας.

Τελευταία, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως εγκαταστάσεις προρφυροβαφείων και στον Κεραμεικό του 1ου αιώνα π.Χ. Στη Μεσό­γειο, η Κύπρος και μετά η Τύρος και η Σιδώνα στη Φοινίκη είχαν αναπτύξει περίφημα βιομηχα­νικά κέντρα πορφύρας με τους Φοίνικες να κυ­ριαρχούν στη Μεσόγειο, δημιουργώντας και άλ­λα κέντρα στην Αίγυπτο, στον κόλπο της Σύρτης και στη Σικελία.

 

Η ερμιονική πορφύρα

 

Κατά την αρχαιότητα η Ερμιόνη ήταν σημαντικό κέντρο παραγωγής πορφυροβαφής και βαψίμα­τος νημάτων-υφασμάτων. Οι αρχαίοι συγγρα­φείς, όταν γράφουν για την Ερμιόνη, δεν παρα­λείπουν να σημειώσουν ότι υπήρξε μεγάλο κέ­ντρο πορφυροβαφής. Ακόμη και στη Χάρτα του Ρήγα σημειώνεται η θέση της Ερμιόνης και δίπλα η φράση «εδώ ευγαίνει Πορφύρα». Ο Πλούταρ­χος αναφέρει ότι ο Μ. Αλέξανδρος, όταν κατέλα­βε τα Σούσα, εντυπωσιάστηκε από την ερμιονική πορφύρα που βρήκε. Συγκεκριμένα καταγράφει:

«Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα.» (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

Επειδή κατά την αρχαιότητα οι λέξεις πορ­φύρα, «άνθος», βαφή, αλουργών κ.ά. χρησιμοποιούνταν τόσο γι’ αυτήν καθ’ αυτή την προφυροβαφή, όσο και για τα ήδη βαμμένα υφάσματα και τις διαδικασίες βαφής, το κείμενο του Πλου­τάρχου όχι μόνο είναι δυσνόητο αλλά δημιουργεί και σύγχυση όσον αφορά τη χημική πλευρά του θέματος. Προτού σχολιάσουμε το κείμενο θα πε­ριγράψουμε την τεχνολογία της πορφύρας για να γίνουν κατανοητές ορισμένες λεπτομέρειες.

 

Τεχνολογία της πορφύρας

 

Η βαφή («άνθος», κατά τον Αριστοτέλη) υπάρχει στα κοχύλια, σε αδένα που τον αφαιρούσαν με κα­τάλληλο ακαριαίο σπάσιμο του οστράκου και με ζωντανό τον οργανισμό, έτσι ώστε να μη διαχυθεί στο σώμα και απωλεσθεί η βαφή. Σε κάθε κοχύλι μέτριου μεγέθους η βαφή είναι ελάχιστη και απαι­τούνται δεκάδες χιλιάδες όστρακα για τη βαφή ενός χιτώνα. Η συλλογή των οστράκων γινόταν, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, την άνοιξη, διαπι­στώσαμε όμως ότι η βαφή υπάρχει στον αδένα του οστράκου όλο το χρόνο και είναι εκμεταλλεύ­σιμη.

Τα όστρακα είναι σαρκοφάγα, και αυτό το εκμεταλλεύθηκαν οι ειδικοί συλλέκτες (πορφυρευτές), χρησιμοποιώντας πλεγμένα καλαθάκια με διάφορα δολώματα (π.χ. μύδια). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες, ευκολότερες τεχνικές, όπως για παράδειγμα το πόντισμα του δέρματος ζώων και ψόφιων ψαριών, όπου τα κοχύλια μαζεύονται σε σωρό. Στη συνέχεια, οι συλλέκτες τα χώριζαν σε είδη και μεγέθη.

 

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Μετά τη λήψη του αδένα με τη βαφή ακολουθούσε ξήρανση και λεπτή κονιοποίη­ση σε γουδί. Συντήρηση της βαφής μπορούσε να γίνει με τη βοήθεια μελιού σε σφραγισμένα πιθάρια. Εάν τα όστρακα ήταν μικρά, τα έσπαγαν και χρησιμοποιούσαν όλη τη μάζα για τα περαιτέρω. Από χημική άποψη, θεωρούμε αδιανόητη την απο­μόνωση καθαρής βαφής από την πορφυρομάζα κατά την αρχαιότητα.

Η τεχνική της βαφής με πορφύρα βαμβα­κιού και μαλλιών ήταν μεγάλο μυστικό και γινόταν σε αρκετά στάδια με πολύπλοκες διεργα­σίες. Σήμερα όμως η τεχνική είναι γνωστή σε γε­νικές γραμμές και μοιάζει με εκείνη της βαφής του φυσικού ινδικού (Ίσατης, στις παραμεσόγει­ες χώρες), αφού στην αρχαιότητα ήταν μοναδι­κές βαφές αναγωγής, με ίδια πρόδρομη χημική ένωση το ινδοξύλιο, όπου μετατρέπεται σε ινδικοτίνη (βαφική χημική ένωση του ινδικού και Ίσατης) και 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη, που είναι βαφική χημική ένωση της πορφύρας.

Η 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη απομονώθηκε το 1909 από τον Friedlander, ο οποίος υπολόγισε ότι για1,4 γρ. βαφής χρειάζονται 12.000 όστρακα! Ο μόνος προβληματισμός σήμερα σχετικά με την αρχαία συνταγή βαψίματος με πορφύρα, αφορά το γε­γονός ότι δεν είναι ακριβώς γνωστός ο χρόνος χρήσης των αρχαίων αναγωγικών συστημάτων, που θα περιγράψουμε παρακάτω.

Στην αρχή γινόταν πλύσιμο του μαλλιού ή του βαμβακιού σε λουτρό με τη βοήθεια εκχυλίσματος σαπωναρίας, που ήταν άφθονη στις πα­ραμεσόγειες χώρες. Το αυτοφυές αυτό φυτό περιέχει σαπωνίνη, που διαλύεται στο νερό με αφρισμό και γνώριζε ευρεία χρήση στην αρχαιό­τητα για το πλύσιμο νημάτων, υφασμάτων κ.ά.

Η ίδια η πορφυρομάζα αρχικά διαλυόταν σε αλα­τόνερο για αρκετές ημέρες, διότι είχε γίνει αντι­ληπτό από την πείρα ότι η βαφή διαλύεται σε θα­λασσινό νερό. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι έμενε σε αλμυρό νερό για τρεις ημέρες και μετά σε ήπια θερμοκρασία τη σιγοθέρμαιναν σε μολύβδινα καζάνια για δέκα ημέρες, ώστε να γίνει καλύτε­ρη διάλυση και να ελαχιστοποιηθεί η μάζα σαν χυλός. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου αφαιρούσαν τα περιττά υλικά, δηλαδή υπολείμ­ματα σάρκας, μικρά κομμάτια οστράκων, αν υπήρχαν κ.ά. Πιθανό να γινόταν και ξήρανση του χυλού, ώστε να μειωθεί ο όγκος. Ακολουθούσε ένα στάδιο βαφής που το γνώριζαν λίγοι.

Πρέπει να τονιστεί ότι η βαφή δεν μπορούσε να βάψει απευθείας, αφού ήταν αδιάλυτη σε βρόχινο νερό. Έπρεπε πρώτα να μετατραπεί σε λευκοένωση η οποία ήταν διαλυτή σε νερό (ακριβώς ίδια διεργασία όπως εκείνη που ακολουθούνταν για την ινδικοτίνη από ινδικό και Ίσατη). Στην πραγματικότητα γίνεται μια ενδομοριακή «μετάλλαξη» προς λευκο-ινδικοτίνη και στη συνέχεια επαναφορά της στην αρχική μορφή με οξείδωση. Η λευκοένωση αυτή δημιουργούνταν σε δοχεία με αναγωγικές διαδικασίες, δηλαδή με τη βοήθεια αλκάλεως και παρουσία αμμωνίας.

Για τη δημιουργία του αλκαλικού διαλύματος χρησιμοποιούσαν σβησμένη άσβεστο (Ca(OΗ),2) και στάχτη από ξύλα (αλισίβα) για τη δημιουργία υδροξειδίου του καλίου ή στάχτη από φύκια, για τη δημιουργία υδροξειδίου του νατρίου. Ακόμη φαίνεται ότι έβρισκαν χρήση και πίτουρα σιτα­ριού ή βρώμης, σαν παράγοντες αναγωγής. Για τη δημιουργία αμμωνίας χρησιμοποιούνταν πα­λιά ούρα. Τα βακτηρίδια των ούρων για την επι­βίωσή τους απαιτούν οξυγόνο και τελικά παρέ­χουν αμμωνιακό διάλυμα σε 2-3 εβδομάδες. Αυ­τός ήταν ο λόγος που τα βαφεία βρίσκονταν μα­κριά από την πόλη, λόγω της έντονης δυσάρε­στης οσμής από τα παλιά ούρα, που μαζί με την αποσύνθεση της σάρκας του οστράκου δημιουργούσε ανυπόφορη μυρωδιά που διαπότιζε δέρμα και ρούχα.

Τέτοιες εγκαταστάσεις αποθή­κευσης ούρων βρέθηκαν στις ανασκαφές στις Ράχες στα Ίσθμια (4ος οι. π.Χ.) καθώς και στον Κεραμεικό πρόσφατα (1ος αι. π.Χ.). Ακόμη, αυ­τός ήταν ο λόγος που η πορφύρα έπαψε να χρη­σιμοποιείται μετά την πτώση του Βυζαντίου, όπου η βαφή εξέλιπε εντελώς, όπως προαναφέ­ραμε.

Οι Μωαμεθανοί θεωρούν τα ούρα ακά­θαρτο προϊόν και απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη χρήση τους, με συνέπεια να μην υπάρχει άλ­λο αναγωγικό σύστημα την εποχή εκείνη και έτσι να τελειώσει η βασιλεία της πορφύρας έπειτα από 3000 χρόνια με τον πάπα Παύλο το 1464 μ.Χ. να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κοχενίλη στο χρωματισμό των αμφίων του.

Στη διεργασία του βαψίματος η ζύμωση του λουτρού βαφής κρατούσε αρκετές ημέρες, ώστε να προκύψει πλήρης η λευκοένωση υπό μορφή διαλυτού άλατος. Τελικά γινόταν βάπτιση του μαλλιού στον κάδο. Ως προς τη φύση των μαλ­λιών, ο Πλάτωνας αναφέρει στο βιβλίο Δ των Πο­λιτικών: «[…] οι βαφείς επειδάν βουληθώσι βάψαι έρια ώστ’ είναι αλουργά, πρώτον μεν εκλέγονται εκ το­σούτων χρωμάτων μίαν φύσιν την των λευκών».

Τα μαλλιά βάφονταν πάντα στρουθισμένα, αλλά συνήθως άκλωστα, μέθοδο που ακολουθούσαν οι παραμεσόγειες χώρες καθώς και η Ινδία και η Περσία μέχρι τον 18ο αιώνα. Το υπό βαφή υλικό ανακινούνταν ελαφρά στον κάδο μέ­χρις ότου δεχτεί με δεσμούς υδρογόνου τη λευ­κοένωση μέχρι κορεσμού. Ακολουθούσε έκθεση στον ήλιο και στον αέρα, ώστε να προκληθεί οξείδωση και η λευκοένωση να μετατραπεί εκ νέ­ου σε 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη και να προκύψει το πορφυρό χρώμα. Ακολουθούσε πλύσιμο καλό με αλατόνερο, ξύδι κ.ά., ώστε να απομακρυνθούν οι δυσάρεστες οσμές και το χρώμα να αποκτήσει λαμπρότητα και αντοχή.

Πρέπει να τονιστεί ότι το πορφυροβαμμένο ύφασμα είχε μεγάλη αντοχή στο πλύσιμο, το φως κ.λπ., όπως ακριβώς και το ινδικό. Ακόμη πρέπει να τονίσουμε ότι οι αρχαίοι βαφείς είχαν αντιληφθεί ότι η ανάμειξη διαφό­ρων ειδών κοχυλιών (σε «άνθος» βέβαια) σε ορι­σμένες αναλογίες και ο κατάλληλος τρόπος πα­ρασκευής του αναγωγικού λουτρού ήταν αυτά που έδιναν την ποικιλία χρώματος στην πορφύρα με τους εκλεκτούς τόνους και τις λεπτές αποχρώσεις. Ακόμη, η επανάληψη της βάπτισης στο ίδιο λουτρό – κάδο ή σε διαφορετικό με άλλο εί­δος κοχυλιών θεωρούνταν δεδομένη. Οι απο­χρώσεις της πορφύρας που είχαν μεγάλη εκτίμη­ση ήταν η σκούρα κόκκινη, σαν πηγμένο αίμα, γνωστή ως πορφύρα της Τύρου, και εκείνη με χρώμα αμέθυστου, που έβαφαν τα βαφικά εργα­στήρια της Ερμιόνης.

Βέβαια, υπήρχαν και διά­φορες παραλλαγές, αφού οι προσπάθειες των πορφυροβαφείων για μεγαλύτερα κέρδη τους εί­χαν οδηγήσει σε νέες ανακαλύψεις χρωματικών τόνων. Όπως προαναφέραμε, τα κοχύλια τύπου brandaris και purpura haemastoma έδιναν κόκκι­νη χροιά. Το κοχύλι τύπου trunculus έδινε ιώδη προς μπλε χροιά.

Σήμερα γνωρίζουμε το λόγο αυτής της χρωματικής διαφοροποίησης. Τα δυο πρώτα περιέχουν κατά αποκλειστικότητα 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη, σαν βαφική χημική ένωση, ενώ η τρίτη ποικιλία συνδυασμό ινδικοτίνης (μπλε) με 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνης (κόκκινη), ώστε να προκύψει ιώδης χροιά. Μια άλλη παράμετρος ήταν και ο τόπος συλλογής της τρίτης ποικιλίας, διότι επηρέαζε την αναλογία των δυο βαφών και συνε­πώς την τελική χροιά.

 

Τα αρχαία βαφεία της Ερμιόνης και κριτική της ερμιονικής πορφύρας στα Σούσα

  

Τα αρχαία εργαστήρια παρασκευής της πορφυ­ροβαφής και οι εγκαταστάσεις του βαφείου βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο της σημερινής πό­λης της Ερμιόνης, στο σημερινό Μπίστι, που κα­τά την αρχαιότητα ονομαζόταν «Ποσείδιον». Έτσι, η έντονη άσχημη οσμή των βαφείων διέφευγε προς τη θάλασσα. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. χτίστηκε στο μέσο του ακρωτηρίου, στη σημερι­νή θέση «πλατεία», μεγάλος ναός του Ποσειδώ­να, ή της Αθηνάς, και πιθανότατα οι ιερείς του ναού είχαν τον έλεγχο και τη διαχείριση των ερ­γαστηρίων. Σε αρκετές θέσεις σήμερα υπάρχουν μεγάλες αποθέσεις οστράκων με σπασμένα κε­λύφη. Η επιτόπια εξέταση δεν έδωσε ενδείξεις ότι οι αρχαίοι έπαιρναν το «άνθος» ανοίγοντας το κέλυφος του κοχυλιού σε κατάλληλη θέση.

 

Η Ερμιόνη από το Μπίστι, περίπου 1924. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. χτίστηκαν τα περιμετρικά τείχη της Ερμιόνης που είχαν ως συνδετικό υλικό κελύ­φη σπασμένα από όστρακα αντί χαλικιού. Διαπι­στώσαμε ότι 18% του συνδετικού υλικού ήταν σπασμένα όστρακα, που σημαίνει ότι πάνω από 250 τόνοι έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο του αρχαίου τείχους δηλαδή τουλάχιστον 10 εκατομ­μύρια κελύφη. Επίσης, με κελύφη μπάζωσαν τους χώρους μέσα από την πλευρά του τείχους. Η χρήση των σπασμένων οστράκων ως συνδετι­κό υλικό συνεχίστηκε και αργότερα. Ακόμη και ο ανεμόμυλος που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αι­ώνα μ.Χ. από τους Ερμιονίτες αγωνιστές Μητσαίους έχει ως συνδετικό υλικό σπασμένα όστρακα.

Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι τα εργαστήρια βα­φής πρέπει να ήταν στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο ανεμόμυλος των Μητσαίων. Πρέπει να άρχισαν να λειτουργούν τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. και εξακολουθούσαν μέχρι τον 6ο αιώ­να μ.Χ. Κατά τα 1000 και πλέον χρόνια λειτουρ­γίας στην Ερμιόνη χρησιμοποιήθηκαν εκατοντά­δες εκατομμύρια κοχύλια. Συλλέκτες οστράκων υπήρχαν σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή της Ερμιό­νης, αφού χρειάζονταν εκατομμύρια όστρακα ετησίως. Αυτός που ασχολούνταν με τη συλλογή των οστράκων ονομαζόταν πορφυρευτής. Συγκέ­ντρωνε τα κοχύλια και σε τακτά διαστήματα τα παρέδιδε ζωντανά στο Μπίστι.

Η αρχαία πόλη Αλιείς, που άκμασε τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. στον κόλπο του Πόρτο Χελιού και που σήμερα είναι βυ­θισμένη σχεδόν ολόκληρη στη θάλασσα, ήταν πι­θανότατα κέντρο συλλογής οστράκων, που τα παρέδιδαν στην Ερμιόνη για τα περαιτέρω. Σε αυ­τό συνηγορεί και το γεγονός ότι στις ανασκαφές, που έγιναν στο Πόρτο Χέλι, δεν βρέθηκαν σωροί από όστρακα, τα οποία συνεπώς δίνονταν αλλού. Προφανώς, όλη η ευρύτερη περιοχή «δούλευε» συγκεντρώνοντας κοχύλια. Η εξαγωγή της βαφής από τα όστρακα γινόταν στο πορφυρείο, όπου βρισκόταν και το κεντρικό εργαστήριο. Οι σωροί από σπασμένα κοχύλια μαρτυρούν τη θέση του πορφυρείου. Από την επιτόπια εξέτασή μας στην περιοχή έχουμε την εντύπωση ότι τα εργαστήρια (πορφυρεία) πρέπει να βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο του ακρωτηρίου. Δυστυχώς, δεν έχουν γίνει ανασκαφές στην περιοχή, εκτός από αυτήν που έγινε το 1908 από τον Φιλαδελφέα, ο οποίος είχε στόχο τις μυκηναϊκές αρχαιότητες και τον κύριο ναό του Ποσειδώνα.

Τα εργαστήρια βαφής χρειάζονταν βρόχινο νερό και άρα και στέρνες αποθήκευσης. Στο Μπίστι υπάρχουν αρκετές, οι περισσότερες λαξευ­μένες σε βράχους. Επίσης, στις εγκαταστάσεις έπρεπε απαραίτητα να υπάρχουν δοχεία χημικών, όπως καυστικής σόδας ή ποτάσας, σάπωνες κ.ά., καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης παλιών ούρων. Πρότυπα βαμμένα νήματα σαν δείγματα και σκεύη ανάμειξης, ζυγαριές κλπ. θεωρούνταν αυτονόητα. Η ύπαρξη αυτών δικαιολογεί τα ευρή­ματα και τα ιδιόρρυθμα σκεύη που βρέθηκαν στη θέση Ράχες στα Ίσθμια, όπου έγιναν ανασκαφές σε μεγάλο αρχαίο βαφείο.

 

Κοχύλι τύπου Murex-brandaris, που θεωρείται βασικό είδος της περιοχής της Ερμιόνης.

 

Ο αριθμός των κοχυ­λιών που συγκεντρώνονταν στο Μπίστι έφτανε αρκετές χιλιάδες την ημέρα, τα οποία έδιναν 10-20 κιλά πρώτη ύλη πορφυροβαφής. Συνεπώς, έπρεπε να υπήρχε ειδικός χώρος αποθήκευσης. Η επιτήρηση ήταν αυτονόητη και αυστηρή, και η οικονομική σημασία για την πόλη μεγάλη. Έτσι εξηγείται και η ακμή της πόλης με το χτίσιμο των τειχών, των ναών κ.ά. Η διαχείριση τόσο μεγάλου πλούτου απαιτούσε ανθρώπους με γνώση, που γνώριζαν την εσωτερική και εξωτερική αγορά, αφού το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος ήταν για εξαγωγή. Αν δεχθούμε ότι τα εργαστήρια λει­τούργησαν περίπου 1000 χρόνια με μια μέση επε­ξεργασία 10.000 οστράκων την ημέρα, τότε κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους έγινε η επεξεργα­σία 2 ως 3 δισεκατομμυρίων κοχυλιών!

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Πλούταρ­χου για την πορφύρα της Ερμιόνης, που βρήκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα, οι ερμηνείες του είναι δυο. Στο κείμενο δεν ξεκαθαρίζεται αν βρέθηκαν 5000 τάλαντα βαφής ή υφασμάτων βαμμένων με πορφύρα, που είχαν αποθηκευτεί πριν από 190 χρόνια, ολόφρεσκων με τη βοήθεια μελιού. Επί­σης, αναφέρεται έλαιο για τη δημιουργία λευκής  πορφύρας, που σαν όρος είναι ακατανόητος, αν πρόκειται για ύφασμα.

Ο Πλούταρχος, που έζη­σε τον 1ο αιώνα μ.Χ., ασφαλώς θα διάβασε κά­που αυτή την πληροφορία για γεγονότα που έγι­ναν τέσσερις αιώνες πριν, και το πιθανότερο εί­ναι να μην κατάλαβε πως από πορφυρά βαφή προκύπτει λευκή. Ηθελημένα, λοιπόν, έγραψε συγκεχυμένα, ώστε να μην είναι εύκολο να δια­κρίνει κανείς αν εννοούνται υφάσματα ή καθαρή πορφυροβαφή. Από χημική άποψη, όμως, φαίνε­ται ότι στα Σούσα βρέθηκε βαφή και όχι υφά­σματα. Ορισμένα δοχεία θα περιείχαν την αδιάλυτη κόκκινη πορφυροβαφή σε σκόνη, δηλαδή την πορφυρομάζα από τον αδένα του κοχυλιού μαζί με μέλι ως συντηρητικό, ενώ άλλα δοχεία θα είχαν τη λευκοένωση με πυκνό διάλυμα καυ­στικού αλκάλεως.

Είναι γνωστό ότι τα πυκνά αλ­καλικά διαλύματα, κατά την αφή, δημιουργούν μια αίσθηση που μοιάζει με εκείνη του λαδιού. Συνεπώς, αυτό είναι πιθανότατα το λευκό έλαιο που αναφέρει ο Πλούταρχος. Εάν δεχτούμε ως βάρος βαφής τα 5000 τάλαντα, πρόκειται για 130.000 κιλά. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο αυ­τή στην Ερμιόνη υπέστησαν επεξεργασία για εξαγωγή πάνω από 100 εκατομμύρια κοχύλια. Αν δεχτούμε ότι τα εργαστήρια μπορούσαν να επεξεργαστούν ημερησίως μερικές χιλιάδες κο­χύλια, είναι φανερό ότι τα βαφεία πρέπει να δού­λεψαν εντατικά για 50 χρόνια περίπου.

Η Περσι­κή Αυτοκρατορία με τον Δαρείο Α’ (522-486 π.Χ.) φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή και δόξα με κέ­ντρο του αχανούς κράτους τα Σούσα, μέχρι να τα κυριεύσει ο Μ. Αλέξανδρος το 330 π.Χ. επί Δαρείου Γ’. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι τα εργα­στήρια της Ερμιόνης τροφοδοτούσαν τους Πέρ­σες με πορφυροβαφή για τουλάχιστον δυο αιώ­νες, αποκομίζοντας τεράστια έσοδα και δίνο­ντας μεγάλη ακμή στην πόλη με το χτίσιμο τει­χών, ναών κ.λπ. Το ερώτημα είναι γιατί ο Κύρος ο Μέγας, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες και μέγας βασιλιάς, ενώ είχε υπό την κατο­χή του όλα τα πορφυροβαφεία της Φοινίκης και μετά την προσάρτηση της Μ. Ασίας τον 6ο αιώ­να π.Χ. όλες επίσης τις εγκαταστάσεις πορφύ­ρας στα δυτικά παράλιά της, αποθήκευσε και προφανώς χρησιμοποιούσε πορφύρα εισαγω­γής από μια εχθρική χώρα και ειδικότερα από την Ερμιόνη.

Από την επιτόπια συλλογή οστρά­κων, που υπάρχουν κυρίως στην Ερμιόνη (murex trunculus), και την αφαίρεση των πορφυρο-αδέ­νων, διαπιστώσαμε ότι τα χέρια μας βάφονταν με ιώδες χρώμα, βιολετί, στη χροιά του αμέθυ­στου. Παρόμοιο χρώμα προέκυψε με απλή διεργασία βαφής κατευθείαν από το «άνθος» σε λευ­κό βαμβακερό ύφασμα. Βάψαμε τόσο με «άν­θος» από τα κοχύλια Ερμιόνης, όσο και με τις ποικιλίες της Τύρου (που υπάρχουν στη θάλασ­σα της Ερμιόνης, αλλά σε μικρό ποσοστό), όπου προέκυψε κόκκινη χροιά, σε αντιδιαστολή με τα κύρια κοχύλια της Ερμιόνης (trunculus) που έδωσαν χροιά αμέθυστου.

Θεωρούμε ότι η χρωματική χροιά ήταν ιδιόμορφη και εντυπωσιακή και αυτός ήταν ο λόγος της επιλογής της από τη βασιλική αυλή του Κύρου και του Δαρείου στη συνέχεια. Επί των ημερών μας δεν υπάρχει καμία ανά­μνηση από τα περίφημα πορφυροβαφεία της Ερμιόνης, παρά μόνο οι σωροί από τα σπασμένα όστρακα, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το ακρωτήριο των αρχαίων εργαστηριακών εγκατα­στάσεων, μάρτυρες του αρχαίου μεγαλείου και της δόξας της πόλης.

 

 Δρ. Σταύρος Πρωτοπαπάς           

Χημικός μουσείων                          

Βασίλης Γκάτσος

Χημικός

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Χρωμάτων και Πε­ρί τα ζώα ιστορίαι,  εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • BERNS R. S.,  Billimeyer and Saltzman’s Principles of Color Technology, J.Wiley&Sons,New York,  2000.
  • BRUNELLO F., The Art of Dyeing in the History of Mankind,  Ed. Ν. Pozza,Vicenza 1973.
  • ΓΚΑΤΣΟΣ Β., Η των Ερμιονέων πόλις, έκδ. του συγγραφέα, Πειραιάς, 1996.
  • COOKSEY C. J. – «TLC of the Indigoid Colorants in Shelltish Purple», στο Dyes in History and Archaeology, τόμ. 14,  Ed. Ρ. Walton Rogers,Amsterdam1995.
  • FORBES R. J., Studies in Ancient Tech­nology, τόμ. 4. E.J. Brill, Leyden 1964.
  • FRIEDLANDER Ρ., «Uber den Farbstoff des antiken Purpurs aus murex bran-daris», Berichte der Deutschen Chemis­chen Gesellschaft, τόμ. 42 (1909),  σ. 765-770.
  • HEINISCH Η. F., «Ancient Purple: An Historical Survey», FibreEng. Chem. 18 (1957), σ 203-206.
  • JACKSON J., «The Geographical Distribution of the Shell-Purple Industry», Memoirs Manchester Phil. Soc., τόμ. LX, μέρος 2, No 7,Manchester1916.
  • ΚΑΡΔΑΡΑ Xρ., «Βαφή, βαφεία και βαφαί κατά την αρχαιότητα». HESPERIA XLII (1974), σ. 447-453.
  • MCGOVERN Ρ. – MISHEL R., «Royal Purple Dye», Analytical Chemistry 57/14, American Chemical Society 1985, σ. 1514A-1522A.
  • ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Βίοι Παράλληλοι, Αλέ­ξανδρος – Καίσαρ, παράγρ. 36 έκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993. PONTING K.G., A Dictionary of Dyes and Dyeing,  Mills and Boon Ltd,Lon­don 1980.
  • REINHOLD Μ., «History of Purple as a Status in Antiquity», Collection Latomus, τόμ. 116,Brussels 1970.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.

 

Read Full Post »

Υφάντριες


 

Υφάντριες σε κάθετο αργαλειό - Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

Η ύφανση με τον αργαλειό ήταν μία από τις σημαντικότερες ασχολίες των γυναικών από την αρχαία εποχή. Όλα τα μινωικά και μυκηναϊκά ανάκτορα (2η χιλιετία π.Χ.) εί­χαν εργαστήρια με κατακόρυφους αργα­λειούς. Στην Οδύσσεια (ραψ. α) ο Τηλέμα­χος παροτρύνει τη μητέρα του Πηνελόπη ν’ ασχολείται με τη ρόκα και τον αργαλειό της. Ο αργαλειός κατά τους νεότερους χρό­νους ήταν ένα από τα προικιά της νύφης. Όλα σχεδόν τα νοικοκυριά είχαν αργαλειό, γιατί ήταν για την οικοδέσποινα πράγματι ένα εργαλείο – από τη λέξη αυτή προέρχε­ται ο αργαλειός -, με το οποίο υφαίνονταν όλα όσα είχε ανάγκη η οικογένεια: σεντό­νια, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, είδη ρουχισμού (από τα σπάργανα του μωρού και τα εσώρουχα μέχρι υφάσματα για χοντρές φορεσιές), μεταξωτά, κεντητά· κι ακόμη: κιλίμια, κουρελούδες, κουβέρτες, φλοκά­τες, χαλιά.

Στην Κρήτη ο αργαλειός ονομαζόταν αργαστήρι, δηλαδή εργαστήριο, γιατί στο δωμάτιο αυτό, συνήθως στον οντά, υπήρ­χε ακόμη η ανέμη, η ρόκα, το αδράχτι, τα χειρόχτενα για γνέσιμο του πρόβειου μαλ­λιού, τα μασουράκια, οι σαΐτες, οι κλωστές, οι κούκλες (τσουκλιά), καλάθι με βελόνες και είδη ραπτικής και πολλά άλλα· και σ’ αυτό το δωμάτιο έγνεθε ή έπλεκε η γιαγιά και η κόρη ύφαινε όσο η μητέρα κεντούσε ή και το αντίθετο.

Πρώτη ύλη για την ύφανση ήταν κυρίως το πρόβειο μαλλί από τα οικόσιτα πρόβα­τα. Μετά την κουρά των προβάτων τον Μά­ιο, οι χωρικοί βάζανε τα μαλλιά σε τσου­βάλια και πήγαιναν στο ποτάμι να τα πλύ­νουν. Είχανε μαζί τους κι ένα μεγάλο κα­ζάνι, για να ζεσταίνουν νερό. Έριχναν το μαλλί στο καυτό νερό και μετά το χτυπού­σαν στις πέτρες με ξύλα, τις κοπανίδες, να φύγει η βρομιά. Ύστερα το ξέπλεναν με μπόλικο καθαρό νερό και το άφηναν να στραγγίσει. Κατόπιν επέστρεφαν στο σπί­τι και το άπλωναν στους φράχτες κι όπου αλλού μπορούσαν, για να στεγνώσει. Απ’ όλη αυτή τη διαδικασία του πλυσίματος και καθαρίσματος, η καθαρή ίνα είχε βάρος κα­τά 50% περίπου λιγότερο από το αρχικό του μαλλιού. Το άλλο 50% ήταν ιδρώτας, λιπαρές ουσίες, σκόνη, κοπριά, βρομιά και ξένα σώματα. Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το ξάσιμο, πρώτα με τα χέρια κι ύστερα με τα χει­ρόχτενα ή με τη λαναρίστρα, ώστε να γίνει αφράτο – αφράτο σαν πούπουλο.

Το περισσότερο μαλλί γινόταν κλωστή για τον αργαλειό. Κρατούσαν όμως και λίγο, για να πλέξουν οι γυναίκες πουλόβερ, ζακέτες, κάλτσες και άλλα είδη ρουχισμού. Έβαζαν, λοιπόν, μια τουλούπα, μαλλί στη ρόκα και με το αδράχτι που στη βάση του είχε το σφοντύλι, ένα στρογγυλό ξύλο για γρήγο­ρη περιστροφική κίνηση, έφτιαχναν μια κλωστή χοντρή, κατάλληλη για πλέξιμο.

Μετά τη νηματοποίηση έπρεπε το νή­μα να βαφεί. Πριν από πολλά χρόνια δεν χρησιμοποιούσαν χημικά παρασκευάσμα­τα, αλλά έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν α­πό τη φύση. Το καφέ το έπαιρναν από τα φύλλα καρυδιάς ή τα καρυδότσουφλα, το κίτρινο από τα φύλλα άσπρης μουριάς, το μαύρο από τα μούρα μαύρης μουριάς. Μά­ζευαν ρίζες από διάφορα φυτά και δένδρα, βελανίδια, αγριοπιπεριές, τριαντάφυλλα κι ό,τι άλλο θα μπορούσε να τους δώσει κά­ποιο χρώμα. Έβραζαν τα νήματα σ’ αυτά τα χρωματικά διαλύματα, ρίχνοντας λίγο ξίδι και αλάτι, για να μην ξεβάφουν. Όμως, όλη η διαδικασία και η τέχνη της βαφής με φυσικά στοιχεία ήταν δύσκολη, κουραστι­κή και το αποτέλεσμα όχι ικανοποιητικό, γιατί τα χρώματα δεν ήταν ανεξίτηλα και τα ρούχα ξεβάφανε και ξεθωριάζανε, ιδιαί­τερα στο ζεστό νερό.

Αργότερα οι γυναί­κες αγόραζαν χημικές μπογιές, για να βά­φουν τα νήματα, όπως γίνεται και για το βάψιμο των πασχαλινών αβγών. Πάντως, όλη η διαδικασία από το πλύ­σιμο του μαλλιού μέχρι και τη βαφή των νημάτων, ήταν χρονοβόρα και πολύ κου­ραστική. Γι’ αυτό, από τη στιγμή που η τε­χνολογία προχώρησε και άρχισαν να λει­τουργούν λαναροκλωστήρια, οι γυναίκες έ­παψαν να βασανίζονται κι έδιναν το μαλλί από τα πρόβατά τους στα εργαστήρια αυ­τά, τα οποία έπλεναν το βρόμικο μαλλί, το λανάριζαν, το νηματοποιούσαν, το έβαφαν και παρέδιδαν στην πελάτισσά τους νήμα σε τσουκλιά (κούκλες) ή σε μπομπίνες. Τέτοια λαναροκλωστήρια στο Άργος ήταν του Προβατάκη, του Ανέστη, του Αν­δρέα Καχριμάνη και του Σταύρου Ιωαννίδη κοντά στη Βρασέρκα.

 

Διάσιμο

 

Χειροκίνητη ξύλινη διάστρα, Μουσείο Τέχνης Μεταξιού – Σουφλί

Το διασίδι είναι το νήμα για το στημόνι. Για να τυλιχτούν όλες οι κλωστές του στημονιού στον αντίστοιχο κυλινδρικό άξονα του αργαλειού, οι υφάντρες χρησιμοποιού­σαν τη διάστρα· και όλη η διαδικασία ονο­μάζεται διάσιμο. Η διάστρα ήταν ένα φορητό ξύλινο πλαίσιο με δυο πατούρες, για να στέκεται όρθιο, το οποίο γινότανε διπλό με ένα ε­σωτερικό χώρισμα. Κατά μήκος των κατα­κόρυφων πλευρών υπήρχαν τρυπούλες απ’ όπου περνούσαν βέργες ή λεπτά καλάμια. Στα καλάμια αυτά περνούσαν καλαμένια μασούρια με τυλιγμένη την κλωστή. Την κλωστή την αγόραζαν σε κούκλες – έτοι­μη, βαμμένη- την έβαζαν στην ανέμη και με τον αδράχτη τη μασούριζαν σε μεγάλα χοντρά καλάμια μήκους25 εκατοστών πε­ρίπου. Μπορεί στη διάστρα να έβαζαν 30-50 μασούρια, ανάλογα με το φάρδος του πανιού που θέλανε να υφάνουνε.

Τραβούσε, λοιπόν, η υφάντρια (ή κα­λύτερα η διαστρούδα) τις κλωστές από όλα τα καλάμια ταυτόχρονα και τις περνού­σε όλες μαζί από τα παλούκια που είχε καρφώσει σε κάποιον υπαίθριο τοίχο, κάνοντας ζιγκ – ζαγκ, γιατί δεν ήταν δυνατόν να βρε­θεί τόσο μακρύς τοίχος όσο το μάκρος της κλωστής. Όλες οι κλωστές μαζί θα απο­τελούσαν το στημόνι του αργαλειού. Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο του διασίματος, δη­λαδή να μπούνε όλες οι κλωστές μαζί, να γίνουνε ένα χοντρό «σκοινί».

Ύστερα έπαιρναν από τον αργαλειό τον κύλινδρο του στημονιού ή (καλύτερα) τον γυρνούσαν ανάποδα και στερέωναν ό­λες τις κλωστές από την άκρη τους καλά, να μη φύγει καμία. Μια γυναίκα καθότανε σε μια καρέκλα ανάποδα και τραβούσε με δύναμη το «σκοινί» με τις κλωστές, ώστε να είναι καλά τεντωμένες, μία άλλη γυρ­νούσε τον κύλινδρο και τύλιγε το στημόνι, ενώ δύο ακόμη γυναίκες, βάζοντας και 2-3 καλάμια ανάμεσα, τις άπλωσαν όμορφα-όμορφα, ώστε η μια κλωστή να μην καβα­λικεύει την άλλη. Το τρίτο στάδιο ήταν να τοποθετηθεί ο κύλινδρος με το στημόνι κανονικά στη θέση του στον αργαλειό, να περαστούν οι κλωστές πρώτα από τα μιτάρια και ύστερα από το χτένι και να στερεωθούν στο πίσω μέρος όπου κάθεται η υφάντρια και υφαίνει, δηλαδή στο αντί. Ο αργαλειός ήταν έτοιμος πια να λειτουργή­σει και να υφάνει.

 

Περιγραφή και λειτουργία του αργαλειού

 

Παραδοσιακός ξύλινος αργαλειός (ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ.)

Ο αργαλειός έχει το σχήμα ορθογώνιου πα­ραλληλεπίπεδου. Έχει τέσσερα κατακόρυ­φα δοκάρια, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με οκτώ οριζόντια χοντρά σανίδια, δύο σε κάθε πλευρά. Τα τέσσερα χαμηλά σανί­δια είναι προσαρμοσμένα σε ύψος μισού μέτρου περίπου από το δάπεδο, ενώ τα άλ­λα τέσσερα δένουν τα κατακόρυφα δοκά­ρια στην απόληξή τους. Τα δύο κατακόρυ­φα δοκάρια, που ευρίσκονται στο εμπρός μέρος του αργαλειού, φέρουν από μία καμπυλόσχημη εσοχή, όπου προσαρμόζεται ένα κυλινδρικό ξύλο. Στο ξύλο αυτό τυλί­γεται το στημόνι, δηλαδή όλες οι κλωστές που εκτείνονται τεντωμένες κατά μήκος του αργαλειού και αποτελούν τη βάση του υφαντού.

Οι κλωστές αυτές περνάνε πρώτα α­πό τα μιτάρια, τα οποία είναι διπλά. Η πρώτη κλωστή περνάει από την πρώτη θέση του πρώτου μιταριού· η δεύτερη κλωστή από την πρώτη θέση του δεύτερου μιταριού· η τρίτη κλωστή από τη δεύτερη θέση του πρώτου μιταριού· η τέταρτη κλωστή από τη δεύτερη θέση του δεύτερου μιταριού κ.ο.κ. Δηλαδή, αν θα αριθμούσαμε τις κλω­στές του στημονιού, θα λέγαμε ότι αυτές με μονό αριθμό (1,3,5,7) περνάνε από το πρώτο μιτάρι και αυτές με ζυγό αριθμό (2,4,6,8) από το δεύτερο μιτάρι. Το κάθε μιτάρι ελέγχεται από ένα λουρί, την πατητήρα (ή ποδαρίτσα ή ποδαρικό), που πατά­ει η υφάντρια με το πόδι της. Η υφάντρια κάθεται πάντοτε στο πίσω μέρος του αργαλειού. Στη συνέχεια οι κλωστές του στημονιού περνάνε από το χειρόχτενο με την ίδια σειρά (η πρώτη μονή, η πρώτη ζυγή, η δεύτερη μονή, η δεύτερη ζυγή κ.ο.κ.). Στη συνέχεια το στημόνι καταλήγει στο πίσω μέρος του αργαλειού, στο αντί, ένα κυλιν­δρικό επίσης ξύλο, όπου τυλίγεται το υφα­σμένο πανί.

 

Χειροκίνητος ξύλινος αργαλειός, Μουσείο Τέχνης Μεταξιού – Σουφλί

 

Όταν η υφάντρια πατήσει το ένα πο­δαρικό, το ένα μιτάρι τραβιέται προς τα κά­τω και το άλλο σηκώνεται. Τότε οι κλω­στές του στημονιού μοιράζονται: οι μισές πάνε επάνω και οι άλλες μισές κάτω. Από το κενό που δημιουργείται περνάει η σαΐ­τα, η οποία έχει μέσα της ένα μασουράκι με κλωστή. Αυτή η κλωστή, που σταυρώ­νεται με τις κλωστές του στημονιού, είναι το υφάδι. Όταν η σαΐτα περάσει από τη μιαν άκρη του στημονιού στην άλλη, η υφάντρια χτυπάει μια φορά την κλωστή με το χτένι, αλλάζει πατητήρα, χτυπάει δυο φορές, αλ­λάζει πάλι πατητήρα και χτυπάει το χτένι ακόμη μία φορά, για να καθήσει και να «κολλήσει» η κλωστή στο υφασμένο πανί.

Αυτά τα ρυθμικά χτυπήματα (τακ, τακ-τακ, τακ) μοιάζουν με μουσική· και η ποίηση, ανώνυμη και επώνυμη, την έχει τραγουδή­σει με εξαίσιο τρόπο. Με την αλλαγή της πατατήρας, οι δυο ομάδες κλωστών του στημονιού αλλάζουν θέση και η σαΐτα ξαναπερνάει από εκεί που βγήκε.

Επίσης, ο κύλινδρος του στημονιού έ­χει δύο διαμπερείς τρύπες, από όπου περ­νάει ο σφίχτης. Ο σφίχτης είναι ένα ίσιο ξύλο, που ακουμπάει χάμω και κρατάει τε­ντωμένο το στημόνι. Με ανάλογο τρόπο κρατιέται τεντωμένο και το αντί από την άλλη μεριά. Αυτός είναι σε γενικές γραμ­μές ο τύπος του λεγόμενου οριζόντιου αρ­γαλειού, επειδή το στημόνι και το υφαντό ευρίσκονται σε οριζόντια θέση, σε αντίθε­ση με τους κατακόρυφους της αρχαιότη­τας.

 

Ο αρχαίος αργαλειός (κάθετος αργαλειός με βάρη)

 

Φυσικά, ο ίδιος αργαλειός μπορεί να υφάνει και λινά και βαμβακερά και μετα­ξωτά υφάσματα. Πάντως, είναι εκπληκτικό και χαίρε­σαι να βλέπεις μια έμπειρη υφάντρια να πε­τάει με καταπληκτική ταχύτητα και μαε­στρία τη σαΐτα από τη μια άκρη του στημονιού στην άλλη, να χτυπάει ρυθμικά το χτένι και ξυπόλυτη ν’ αλλάζει ποδαρίτσα. Είναι εκπληκτικό να περιεργάζεσαι το υ­φαντό, που πολλές φορές έχει χρώματα και σχέδια. Είναι θαυμάσιο που οι κοπέλες των χωριών μας κάποτε ύφαιναν τα προικιά τους, χωρίς να είναι απαλλαγμένες από τις δουλειές του σπιτιού ή από τις αγροτικές ασχολίες. Με τη βοήθεια της μάνας και της γιαγιάς έκαναν θαύματα. Είναι εντυπωσια­κό το γεγονός ότι τα κορίτσια ύφαιναν στον ελεύθερο χρόνο τους.

Αν αναλογιστούμε ό­τι σήμερα τα κορίτσια μας και γενικά όλοι μας αναλώνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας στην τηλεόραση, στα τηλεφωνήματα, στις καφετερίες και στις βόλτες και ότι η ύφαν­ση ήταν παραγωγική αλλά και κουραστική ενασχόληση, αντιλαμβανόμαστε όλοι μας πόσες ώρες το 24ωρο εργάζονταν. Όμως, και οι ίδιες οι γυναίκες χαίρο­νταν τα υφαντά τους και καμάρωναν.

Ό­ταν τελείωναν ένα υφαντό, καλούσαν τις γειτόνισσες να το δουν και να ευχηθούν. Και τελικά καθιερώθηκε από παλιά να με­ταφέρονται τα προικιά της νύφης με τραγούδια και όργανα στο σπίτι του γαμπρού την τελευταία Πέμπτη πριν από το γάμο και να στρώνουν το νυφικό κρεβάτι με σεντό­νια που είχε υφάνει η νύφη και να πετάνε φλουριά συγγενείς και φίλοι. Εκείνες οι πα­λιές εποχές είχαν απέραντη ομορφιά.

 

Υφάντριες στο Άργος

 

Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν πολλές υφάντριες στο Άργος, οι οποίες εργάζονταν επαγγελματικά. Οι περισσότερες από αυτές είχαν κι από 5-6 μαθήτριες, που μάθαιναν την τέχνη της υφαντικής, για να μπορούν να υφάνουν τα προικιά τους ή και για ν’ ασχοληθούν επαγγελματικά. Είχαμε την ευκαιρία και τη χαρά να επισκεφτούμε την Ελένη Γάτσιου – Γερούλη, η οποία έχει το εργαστήριό της στην οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας 57. Αυτή τη στιγμή (2007) είναι η μοναδική υφάντρια στο Άργος, που εξακολουθεί να εργάζεται επαγγελματικά. Υφαίνει κυρίως κιλίμια για κυρίες, οι οποίες έχουν στα σπίτια τους χω­ριάτικη διακόσμηση και ανάλογη επίπλω­ση. Γεννήθηκε στο Κρυονέρι Αργολίδας. Σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε στο Άρ­γος και μαθήτευσε στην Ελένη Μαυρόγιαννη. Το 1961 απέκτησε δικό της εργαστήριο και με τον καιρό απέκτησε τη φήμη ε­πιδέξιας υφάντριας κιλιμιών, τα οποία ε­ντυπωσιάζουν με τα σχέδιά τους και τα φα­νταχτερά τους χρώματα.

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Άλλες γνωστές υφάντριες, εκτός από την Ελένη Γερούλη και την Ελένη Μαυρόγιαννη, ήταν η Μιμή Γάτσου, η Κούλα Τσώρου, οι αδελφές Βασιλική και Σοφία Κατσαούνη, η Ελευθερία Καλιάτση-Δρίτσα, η Α­θανασία Διαμαντή, η Ελένη Σταυροπούλου, η Ελένη Κλεισάρη, η Μαρία Κιάφη, οι α­δελφές Μαριγούλα και Πετρούλα Μισινέζη, η Κατίνα Μώρου, η Κατίνα Αργυράκη, η Κατίνα Τσιραμανέ, η Ευγενία Γαβρίλη, η Παναγούλα Μπουγιώτη, η Ιωάννα Νικολοπούλου, η Κατίνα Χαβιαρλή, η Γωγή Κο­λιάτσου, οι αδελφές Παναγούλα και Γεωρ­γία Μπαλντά, η Βασιλική Σωτηροπούλου, η Γωγώ Νικολοπούλου, η Μαρία Ρηγοπού­λου, η Γεωργία Σωτηροπούλου, η Πόπη Ιατροπούλου, η Ελένη Κερασιώτη, οι αδελφές Νούλα και Μαρία Κλησιάρη, η Τασία Διαμαντή, η Μάρθα Αγγελοπούλου, η Γωγώ Αρματά, η Κούλα Αθηνιού, η Δήμητρα Μπρακατσά και πολλές άλλες.

Πολλές υφάντριες, ίσως οι περισσό­τερες οι οποίες εργάζονταν επαγγελματι­κά, ύφαιναν κιλίμια, όπως η Ελένη Γερούλη και η Κατίνα Μούκιου, ή καραμελωτές μάλλινες κουβέρτες, όπως η Γωγώ Κολιά­τσου. Οι κουβέρτες αυτές ήταν πολύ γερές και ανθεκτικές, πολύ ζεστές και εντυπωσί­αζαν με τα ωραία τους σχέδια και τα φα­νταχτερά τους χρώματα. Οι υφάντριες αυ­τές εκτοπίστηκαν σιγά-σιγά από τους υφα­ντουργούς, οι οποίοι διέθεταν ηλεκτροκί­νητους αργαλειούς. Είναι γνωστές ως «κουβερτούδες, ή «κιλιμούδες», αλλά οι χαρακτη­ρισμοί αυτοί δεν είναι καθόλου εύηχοι. Οι πελάτισσές τους έδιναν πρόβειο μαλλί, που προερχόταν συνήθως από τα οικόσιτα πρόβατά τους, και έπαιρναν έτοιμη την κουβέρτα ή το κιλίμι.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Θεαίος Αργείος Παλαιστής (5ος αιώνας)


 

Αγώνας πάλης

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.): Σπουδαίος και επιφανής Αργείος αθλητής. Γιος του Ουλία και  συγγενής από τη μητέρα του με τον Θράσυκλο και τον Αντία (ολυμπιονίκες στα Νέμεια και στα Ίσθμια, τιμήθηκαν με χρυσές φιάλες, χλαμύδες και εξωμίδες). Νικητής στην πάλη [1] σε πολλούς αγώνες.

Ειδικότερα, υπήρξε ολυμπιονίκης στην Πυθιάδα [2], τρεις φορές στα Νέμεια [3], τρεις φορές στα Ίσθμια [4], δύο φορές στα Εκατόμβια [5], που τελούνταν στο Άργος και δύο φορές στα Παναθήναια [6]. Οι Αθηναίοι δικαίως τον τίμησαν και τον δόξασαν για τη νίκη του δίνοντάς του ως βραβείο έναν αμφορέα [7] γεμάτο με ιερό λάδι. Ο Πίνδαρος ύμνησε τη ρώμη, την ανδρεία και την αγωνιστικότητά του αφιερώνοντάς του τη δέκατη επινίκια ωδή (Πινδ. Νεμ. 10, 21). Με την ωδή αυτήν επαινεί το ήθος του και τα ευγενή αισθήματά του, καθώς επίσης και την πατρίδα που τον ανέθρεψε.

 

[…] «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του» […]

 

Ο Θεαίος μετά από αυτά τα κατορθώματά του είχε κάθε λόγο να καυχιέται και να υπερηφανεύεται ότι δε θα ζει πλέον στο Άργος χωρίς παρρησία, κοιτώντας χαμηλά στο έδαφος, αλλά θα έχει τη δύναμη να προχωρά με θάρρος και το κεφάλι ψηλά, χωρίς ντροπή. Επιπλέον, πίστευε ότι το γένος των προγόνων του θα είναι τιμημένο στους αιώνες, επειδή θα τους δίνει αίγλη και λαμπρότητα ο ίδιος με τα κατορθώματα των νικών του. (Πινδ. Νεμ. 10, 39)

 

[…] «Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη-,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.» [8] […]

  

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η Πάλη, αρχαιότερη μορφή των αγώνων, απαιτεί δύναμη τέχνη και τεχνική. Το αγώνισμα αυτό εμφανίζεται με δύο μορφές: την όρθια πάλη, στην οποία στόχος του αθλητή ήταν να ρίξει κάτω τρεις φορές τον αντίπαλό του, και την κάτω πάλη, κατά την οποία οι αθλητές πάλευαν πεσμένοι κάτω και ο νικητής έπρεπε να αναγκάσει τον αντίπαλό του να παραδεχτεί την ήττα του.     

[2] Πύθια ή Πυθιάδα: οι δεύτεροι σε σπουδαιότητα πανελλήνιοι αγώνες,  ιδρύθηκαν κατά τη μυθική παράδοση από τον Απόλλωνα μετά τη νίκη του εναντίον του Πύθωνος. Αναδιοργανώθηκαν το 582 π.Χ. και έπαυσαν να τελούνται κατά το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ.

[3] Νέμεα ή Νέμεια: Αθλητικοί αγώνες που διεξάγονταν στη Νεμέα κατά την  αρχαιότητα. Καθιερώθηκαν το 573 π.Χ. προς τιμή του Δία.

[4] Ίσθμια: Αθλητικοί αγώνες που διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια. Η ίδρυσή τους οφείλεται στο Θησέα προς τιμή του πατέρα του Ποσειδώνα ή στο Σίσυφο προς τιμή του ήρωα Μελικέρτη.

[5] Εκατόμβια: η γιορτή των Ηραίων ονομαζόταν και Εκατόμβια εξαιτίας του αριθμού των θυσιαζομένων ζώων. Τελούνταν το μήνα Ηραίο, προς τιμήν της Ήρας.

[6] Παναθήναια: Αρχαία ελληνική γιορτή των Αθηνών, αφιερωμένη στη θεά Αθηνά και λάμβανε χώρα στην πόλη κάθε τέσσερα χρόνια.        

[7] Οι Αθηναίοι τιμούσαν τους νικητές των Παναθηναίων με λαμπρούς αμφορείς διακοσμημένους περίτεχνα, γεμάτους λάδι από τα ιερά ελαιόδεντρα, τα οποία βρίσκονταν στο ιερό ναό της Αθηνάς.

[8] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

  

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα, 1996. 
  • Διογένη Μαλτέζου, « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 4, Αύγουστος 1982.

 

  

Read Full Post »

Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής 


 

Ο Ηρόδοτος μας παραδίδει ότι περί το 600 π.Χ. οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι ήσαν οι καλύτεροι μουσικοί ανάμεσα στους Έλληνες [1]. Μολονότι το σχετικό εδάφιο του πατέρα της Ιστορίας αμφισβητείται, τα στοιχεία, που διαθέτουμε σήμερα για το θέμα, επιβεβαιώνουν αυτή την υπεροχή των Αργείων. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να ιχνηλατήσουμε την εξέλιξη της μουσικής στο Αρχαίο Άργος, όσο μας το επιτρέπουν οι ιστορικές πηγές, τα αρχαιολογικά ευρήματα και οι σύγχρονές μας μουσικολογικές  μελέτες.

Το παλαιότερο, ίσως, σχετικό αρχαιολογικό εύρημα από την περιοχή είναι η παράσταση μιας τρίχορδης λύρας σε θραύσμα αγγείου από την Τίρυνθα, που χρονολογείται στον 12ο π.Χ. αιώνα [2]. Τα όργανα της  οικογένειας της λύρας – κιθάρας αρχικά είχαν μόνο τρεις χορδές, άρα εδώ έχουμε απεικόνιση ενός οργάνου πρώιμης χρονικά περιόδου. Κατά τη Μυθολογία την τέταρτη χορδή πρόσθεσε στα όργανα αυτά ο Λίνος, γιός του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης, σε μυθικούς ακόμη χρόνους.      

Η ιστορική μνήμη μάς παραδίδει σαν πρώτο σημαντικό Αργείο μουσικό τον κιθαριστή Αριστόνικο [3]. Ο Αριστόνικος ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την «ψιλήν κιθάρισιν», δηλαδή την εκτέλεση  μουσικής από μόνο κιθάρα, solo κιθάρα, τον 7ο π.Χ. αιώνα, μέχρι τότε υπήρχε μόνο «κιθαρωδία», δηλαδή τραγούδι (ωδή) με συνοδεία κιθάρας. Καθιερώνοντας ο Αριστόνικος την «ψιλήν κιθάρισιν», την σκέτη κιθάριση, αποδέσμευσε την κιθάρα από τον συνοδευτικό χαρακτήρα της στο τραγούδι και την ανάδειξε σε ανεξάρτητο μουσικό όργανο.

Σήμερα μπορούμε να αντιληφθούμε καλά την σημασία αυτής της καινοτομίας, αν αναλογισθούμε τί διαφορά έχουν η κιθάρα ή το πιάνο, όταν συνοδεύουν τραγούδι και ποιές γνώσεις και ικανότητες απαιτούνται, όταν αυτά τα όργανα χρησιμοποιούνται για σολιστική παρουσίαση αυτοτελών έργων για πιάνο ή κιθάρα. Και οι αρχαίοι είχαν ήδη εκτιμήσει ακριβώς αυτή τη διαφορά, γι’ αυτό, και επί αυλωδίας, νικητή στεφάνωναν μόνο τον αοιδό και όχι και τον συνοδό αυλητή.

Τόση ήταν η απήχηση αυτής της ενέργειας του Αριστόνικου ώστε η ψιλή κιθάριση θεωρήθηκε σπουδαίο επίτευγμα και καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στις μεγάλες Πανελλήνιες εορτές. Γνωρίζουμε ότι το αγώνισμα αυτό, «τῶν κιθαριστῶν τῶν ἐπὶ τῶν κρουμάτων τῶν ἀφώνων»[4], εισήχθη για πρώτη φορά, λίγα χρόνια μετά τον Αριστόνικο, στα Πύθια των Δελφών στα 558 π.Χ. και πρώτος νικητής αναδείχθηκε τότε ο Αγέλαος από την Τεγέα.

Η καθιέρωση του αγωνίσματος της solo κιθάρας στα Πύθια μας οδηγεί και σε άλλες σκέψεις. Η κιθάρα την εποχή εκείνη, και για χρόνια μετά, είχε επτά χορδές (εικ. 1), όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και σε αυτή την αγγειογραφία, είναι όμως ευνόητο ότι οι κιθαριστές δεν χρησιμοποιούσαν μόνο τους επτά φθόγγους, τις επτά νότες που αντιστοιχούσαν στις ισάριθμες χορδές, αλλά με κατάλληλους δακτυλισμούς διέκοπταν τη δόνηση των χορδών σε διάφορα σημεία, όπως διακρίνουμε να κάνει με το αριστερό του χέρι ο μουσικός της εικόνας, έτσι ώστε να παράγονται και άλλοι φθόγγοι. Την ίδια αρχή εφαρμόζουν μέχρι και σήμερα όσοι παίζουν κιθάρα ή μπουζούκι ή όργανα της οικογένειας του βιολιού, πιέζοντας με το αριστερό τους χέρι τις χορδές στη ταστιέρα των οργάνων αυτών.

 

Εικ. 1. Θραύσμα ερυθρόμορφου αττικού αγγείου του 490 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Ακρ. 609.

 

Η ψιλή κιθάριση διατηρήθηκε στους διάφορους ανά την Ελλάδα μουσικούς αγώνες σε όλη την διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας. Εδώ (εικ. 2) μπορούμε να δούμε ένα κιθαριστή, μάλλον σε επίσημο μουσικό αγώνα, που φορά στεφάνι και πολυτελές ένδυμα συναυλίας και είναι πλαισιωμένος από δύο κριτές.   

 

Εικ. 2. Κιθαρωδός σε μουσικό αγώνα στον ερυθρόμορφο αμφορέα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. 5ος π.Χ. αιώνας. Μουσείο Λούβρου, G1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Lewandowski.

 

Σύγχρονος με τον Αριστόνικο υπήρξε ένας άλλος Αργείος μουσικός, αυλητής αυτός, ο Ιέραξ, που ήταν διαπρεπής μουσικός των χρόνων του, του 7ου αιώνα π.Χ. Κατά τον Πολυδεύκη [5] ο Ιέραξ ήταν μαθητής τού μεγάλου αυλητή Ολύμπου, του τελευταίου από την ονομαστή μυθική αυλητική Φρυγική τριάδα, που την αποτελούσαν οι: Ύαγνις, Μαρσύας και Όλυμπος. Ο Ιέραξ πέθανε νέος, πρόλαβε, όμως, να αφήσει σημαντικό έργο, που αφορούσε συνθέσεις για αυλούς. Το όνομά του στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής μουσικής συνδέεται με τρεις μορφές, με τρία είδη συνθέσεων για αυλούς, τα οποία επινόησε αυτός : τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν.

Ο ιεράκειος νόμος ήταν σύνθεση για αυλούς και, όπως όλοι οι νόμοι της αρχαίας ελληνικής μουσικής, αποτελούσε σημαντική σύνθεση υψηλών απαιτήσεων∙ ήταν μια πολύ πειθαρχημένη και αυστηρού χαρακτήρα μορφή – μουσική φόρμα, τόσο από πλευράς σύνθεσης όσο και από πλευράς εκτέλεσης. Οι συνθέτες των μουσικών νόμων, αλλά και οι παρουσιαστές τους, ήσαν υποχρεωμένοι να τηρούν τα διάφορα στοιχεία αυτών των συνθέσεων απαρέγκλιτα σαν να επρόκειτο για νόμους της Πολιτείας, και μάλιστα από αυτήν την υποχρέωση οι συνθέσεις αυτές ονομάστηκαν νόμοι. Ειδικά οι ιεράκειοι νόμοι είχαν, φαίνεται, τόσες ιδιαιτερότητες και τόσες δυσκολίες κατά την εκτέλεσή τους, ώστε υπήρχαν ειδικές αυλητρίδες που έπαιζαν στον αυλό τους αποκλειστικά ιεράκειους νόμους [6].

Το ιεράκειον μέλος ήταν ένα άλλο είδος οργανικής σύνθεσης που το έπαιζαν και πάλι με αυλούς, συνοδεύοντας τα κορίτσια που κρατούσαν τα λουλούδια, τις «ανθεσφόρες», κατά την πομπή προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, που τελούσαν στο Άργος [7]. Κάθε φορά, με την ευκαιρία αυτής της πομπής, οι μεταγενέστεροι αυλητές επί αιώνες συνέθεταν νέα ιεράκια μέλη.

Τέλος η ενδρομή ήταν και αυτή ένα είδος σύνθεσης για αυλό, διακεκριμένη και σπουδαία, την οποία πρώτος εμπνεύστηκε και συνέθεσε ο Ιέραξ, και η οποία καθιερώθηκε να συνοδεύει στους Ολυμπιακούς αγώνες το αγώνισμα του πεντάθλου κάθε φορά, με νέα έργα αυτού του είδους. Τις συνθέσεις αυτές τις θεωρούσαν τόσο σπουδαίες ώστε να τις δημιουργούν και να τις παρουσιάζουν διάσημοι αυλητές, όπως υπήρξε ο Πυθόκριτος ο Σικυώνιος, που παρουσίασε έξι φορές ενδρομή στους Ολυμπιακούς αγώνες στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. [8], ενώ παράλληλα ο ίδιος είχε  αναδειχθεί και άλλες έξι φορές πυθιονίκης-αυλητής στους Δελφούς. Για τις νίκες του αυτές, μάλιστα, τιμήθηκε με ανάγλυφη ενεπίγραφη στήλη στην Ολυμπία. Οι ενδρομές εξακολούθησαν να συνοδεύουν το πένταθλο (άλμα, δρόμος, δίσκος, ακόντιο και πάλη) μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή από συνήθεια πλέον, τότε, όμως, οι συνθέσεις αυτές κατέληξαν να είναι ασήμαντες και αδύναμες και οπωσδήποτε όχι ανάλογες προς την αρχαιοπρεπή και σπουδαία μορφή που είχε συλλάβει ο Ιέραξ, ο πρώτος δημιουργός τους [9].    

Η έντονη μουσική ανάπτυξη εξακολούθησε να σημειώνεται στο Άργος και στην Αργολίδα γενικά και κατά τη διάρκεια του 7ου , 6ου  και 5ου αιώνα π.Χ. Τότε παρουσιάστηκαν μεγάλες μουσικές μορφές όπως ο αυλητής και ποιητής Σακάδας, η σπουδαία Αργεία ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα, ο μουσικός και πρώτος θεωρητικός της μουσικής Λάσος ο Ερμιονεύς, ο Μικύλος, του οποίου μάλιστα έχει σωθεί το χάλκινο κύμβαλo (εικ.3) με την επιγραφή ΤÔΙ ΑỈCΚΛΑΠΙÔΙ ẢΝÉΘΕΚΕ ΜΙΚÝΛΟC και άλλοι.     

 

Εικ. 3. Χάλκινο Κύμβαλο του Μικύλου. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρ. ευρ. 10870 της Συλλογής Χαλκών του Μουσείου.

 

Στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται στο Άργος ένας από «τοὺς εὑρετὰς τῆς πρώτης μουσικῆς» (κατά τον Λυσία [10]), είναι ο ονομαστός αυλητής Σακάδας ο Αργείος. Αρχικά ο Σακάδας ήταν ποιητής, συνθέτης μελοποιημένων ελεγείων και αυλωδός, αλλά αργότερα στράφηκε στην καθαρά αυλητική τέχνη [11]. Όπως παλαιότερα ο συμπατριώτης του Αριστόνικος διαχώρισε την κιθαρωδία σε κιθάριση και ωδή, έτσι και ο Σακάδας απελευθέρωσε τον αυλό από τη συνοδεία του τραγουδιού και τον ανέδειξε σε αυθύπαρκτο όργανο. Όταν στα 586 π.Χ. καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στα Πύθια, στους Δελφούς, η εκτέλεση σόλο αυλού, δηλαδή η σκέτη αύληση, ο Σακάδας αγωνίστηκε και νίκησε παρουσιάζοντας εκεί, στο Θέατρο των Δελφών (εικ. 4), για πρώτη φορά τον Πυθικό Νόμο. Κατά τον Παυσανία [12] τη νίκη του αυτή την επανέλαβε και στις δύο επόμενες πυθιάδες με νέους Πυθικούς νόμους, καθιερώνοντας τη νέα αυτή μορφή σύνθεσης.

 

Εικ. 4. Θέατρο των Δελφών.

 

Ο Πυθικός νόμος ήταν μια σύνθεση που είχε σκοπό να περιγράψει την πάλη του Απόλλωνος με τον Πύθωνα, τον  φοβερό δράκοντα-φίδι, που αρχικά ήταν ο κύριος των Δελφών, και να υμνήσει την τελική νίκη του θεού.

Τον Πυθικό νόμο αποτελούσαν τα εξής πέντε μέρη :

1ο) η πείρα (εισαγωγή δηλαδή), όπου ο θεός εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου πριν αρχίσει τον αγώνα,

2ο) ο κατακελευσμός (δηλαδή η πρόκληση,), εδώ ο θεός προκαλεί σε αγώνα τον Πύθωνα,

3ο) το ιαμβικόν, όπου ο αυλός διηγείται μουσικά τον κυρίως αγώνα. Στο μέρος αυτό επιχειρείται η μίμηση από τον αυλό του τριξίματος των δοντιών του πληγωμένου δράκοντα με τον λεγόμενο οδοντισμό,

4ο) το σπονδείον, όπου δηλώνεται η νίκη  του θεού και τέλος

5ο) η καταχόρευσις, ο επινίκιος χορός, όπου ο θεός γιορτάζει χορεύοντας  τη νίκη του.

Και μόνη η απαρίθμηση των μερών του Πυθικού νόμου είναι αρκετή για να καταστήσει σαφές ότι τα έργα αυτά ήσαν συνθέσεις μεγάλης έκτασης και πολλών απαιτήσεων.

Η εντύπωση που δημιούργησε ο Πυθικός νόμος ήταν τόσο έντονη, ώστε, κατά τον Παυσανία [13], ο Σακάδας έγινε αιτία να διαλυθεί η απέχθεια που έτρεφε ο Απόλλων προς τους αυλητές, κατάλοιπο της έχθρας του θεού προς τον αυλητή  Μαρσύα, μετά τον μεταξύ τους μουσικό αγώνα.

Τα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια του Πυθικού νόμου διατηρήθηκαν από τους μεταγενέστερους συνθέτες, που ήσαν συγχρόνως και οι εκτελεστές τους, αναλλοίωτα για αιώνες, μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ., οπότε και τροποποιήθηκε ο Πυθικός νόμος από τον Τιμοσθένη, τον ναύαρχο του φιλότεχνου βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου (309-247 π.Χ.) [14].

Τους αυλητές που έπαιζαν τους Πυθικούς νόμους τους ονόμαζαν πυθικούς αυλητές ή πυθαύλες και τους αυλούς που μεταχειρίζονταν για την παρουσίασή τους πυθικούς αυλούς [15] . Εδώ (εικ. 5) Βλέπουμε αυλητή με επίσημο ένδυμα να παίζει τον δίαυλό του σε μουσικό αγώνα.

 

Εικ. 5. Ερυθρόμορφος αμφορέας των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Πυθικός νόμος είναι η πρώτη γνωστή σύνθεση προγραμματικής μουσικής, της οποίας γνωρίζουμε την υπόθεση που διηγείται η μουσική. Με τον όρο προγραμματική μουσική ονομάζουμε σήμερα στη μορφολογία μια ελεύθερη φόρμα – μορφή, που έχει σκοπό να εκφράσει με ήχους, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, μια σκέψη, μια υπόθεση ή να διηγηθεί ένα ποίημα. Στη νεώτερη εποχή αυτός που καθιέρωσε την προγραμματική μουσική ήταν ο Έκτωρ Μπερλιόζ (Hector Berlioz, 1803-1869), μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα.

Με τις νίκες του εκείνες ο Σακάδας έγινε ο ιδρυτής της περίφημης αυλητικής παράδοσης, της αυλητικής σχολής του Άργους, σχολής που για πολλούς αιώνες ανταγωνιζόταν την επίσης ονομαστή Θηβαϊκή αυλητική σχολή, που ίδρυσε εκεί ο εξίσου σπουδαίος Θηβαίος αυλητής Πρόνομος. Μάλιστα μεταξύ των δύο αυτών παραδόσεων αναπτύχθηκε μεγάλη άμιλλα, που γνωρίζουμε ότι ίσχυε τουλάχιστον μέχρι το 369 π.Χ., όταν οι Αργειακοί και οι Βοιωτικοί αυλοί συναγωνίζονταν, παίζοντας αντίστοιχα συνθέσεις του Σακάδα και του Προνόμου, καθώς συνόδευαν το κτίσιμο των τειχών, των ναών και των κατοικιών της Πελοποννησιακής Μεσσήνης [16].

Βιογραφικές πληροφορίες για τον Σακάδα δεν μας έχουν διασωθεί, φαίνεται όμως ότι ήταν γενικά καταξιωμένη μουσική προσωπικότητα με πανελλήνια προβολή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανίου [17] ο Πίνδαρος είχε αφιερώσει στον Σακάδα κάποιον ύμνο ή τουλάχιστον τον ανέφερε σε κάποιο προοίμιό του, όπου φαίνεται ότι σχολίαζε το μέγεθος των αυλών του Αργείου αυλητή. Με αφορμή μάλιστα εκείνο το εδάφιο του Πινδάρου, ο Παυσανίας ψέγει τον γλύπτη του αγάλματος του Σακάδα, που ο ίδιος είδε να υπάρχει στο ιερό άλσος των Μουσών στον Ελικώνα ανάμεσα στα αγάλματα των Μουσών, γιατί στο άγαλμα εκείνο, κατά τον Περιηγητή, δεν τηρήθηκαν οι αναλογίες αυλητή – αυλών που ανέφερε ο Πίνδαρος.

Ο Ψευδο – Πλούταρχος, εκτός του Πυθικού νόμου, αποδίδει στον Σακάδα και άλλες δημιουργίες, όπως τον Τριμερή νόμο [18]. Ο Τριμερής ή Τριμελής νόμος ήταν μια σύνθεση, που περιελάμβανε Δώριο, Φρύγιο και Λύδιο τρόπο και ο Σακάδας συνέθεσε τρεις στροφές και δίδαξε τη χορωδία να τραγουδάει την πρώτη στροφή σε Δώριο, τη δεύτερη σε Φρύγιο και την τρίτη σε Λύδιο τρόπο. Η ύπαρξη των τριών διαφορετικών αρμονιών-τρόπων έδωσε και τον χαρακτηρισμό τού Τριμερούς στη σύνθεση αυτή. Ο Πλούταρχος προσθέτει, βεβαίως, ότι ως εφευρέτης του νόμου αυτού αναφέρεται κάπου ο Κλονάς ο Σικυώνιος.            

Ο Ψευδο – Πλούταρχος συνεχίζει να μας πληροφορεί ότι ο Σακάδας μαζί με τον Θαλήτα από τη Γόρτυνα, τον Ξενόδαμο από τα Κύθηρα, τον Ξενόκριτο από τους Λοκρούς και τον Πολύμνηστο από την Κολοφώνα υπήρξαν οι συνδημιουργοί της δεύτερης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής (παράδοσης). Η ομάδα αυτή των μουσικών θέσπισε στη Σπάρτη τις Γυμνοπαιδίες, όπου είχαμε τους τρεις χορούς : των γερόντων, των ανδρών και των παίδων με τα γνωστά τους τραγούδια [19]. Οι ίδιοι μουσικοί οργάνωσαν στην Αρκαδία τις Αποδείξεις, για τις οποίες δεν έχουμε πληροφορίες, και τέλος στο Άργος τα Ενδυμάτια.

Τα Ενδυμάτια ήσαν εορτή που τελούσαν στο Άργος προς τιμήν της Ήρας, ανάλογη προς τα Παναθήναια των Αθηνών, σε αυτήν οι ιέρειες της θεάς περιέβαλλαν το λατρευτικό άγαλμά της με το «πάτος», τον ποδήρη πέπλον της Ήρας (το πάτος, του πάτους). Κατά την εορτή αυτή έψαλλαν τις ειδικές συνθέσεις των Ενδυματίων του Σακάδα.

Κατά τον Ψευδο – Πλούταρχο [20] η ομάδα αυτή των πέντε μεταρρυθμιστών, παρά τους νεωτερισμούς που εισήγαγε, δεν απομακρύνθηκε από το υψηλό ύφος των παλαιοτέρων μουσικών και κυρίως του Τερπάνδρου, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής της πρώτης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής∙  ειδικά δε ο Σακάδας αναφέρεται ότι, αν και καινοτόμησε ως προς τη ρυθμοποιΐα, διατήρησε την υψηλή μορφή στις συνθέσεις του.

Ο Παυσανίας [21] και πάλι μας πληροφορεί ότι είδε τον τάφο του Σακάδα στο Άργος, κοντά στο γυμναστήριο του Κυλάραβι και στη εκεί πύλη, οκτώ ολόκληρους αιώνες μετά τον θάνατο του μουσικού.  Από τον Ησύχιο παραδίδεται και ένα πνευστό όργανο με το όνομα «σακάδιον», που η κατασκευή του αποδίδεται στον Σακάδα, αυτό όμως μας είναι άγνωστο από άλλες πηγές (Ησύχιος, λήμα σακάδιον).

Ο Σακάδας, εκτός από διάσημος μουσικός ήταν και πολύ καλός ποιητής, όπως όλοι οι ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Από τα  μουσικά έργα του Σακάδα δεν έχει διασωθεί κανένα δείγμα, από τα ποιητικά του έργα γνωρίζουμε μόνο τον τίτλο ενός, πρόκειται για ένα ποίημά του με τίτλο «Ἰλίου Πέρσις», Πάρσιμο του Ιλίου, Άλωση της Τροίας, όπου, κατά τον Αθήναιο [22], ο Σακάδας κατονόμαζε «πάμπολλους» από εκείνους που είχαν κρυφθεί στον Δούρειον Ίππο [23].  Εδώ (εικ. 6) βλέπουμε μιαν χαρακτηριστική απεικόνιση του Δουρείου Ίππου σε ανάγλυφο αγγείο, με παραστάσεις από την άλωση της Τροίας, αγγείο που είναι σύγχρονο ή λίγο προγενέστερο της εποχής του Σακάδα, και που σήμερα κοσμεί το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μυκόνου.     

 

Εικ. 6. Μεγάλος ανάγλυφος αμφορέας του 7ου π.Χ. αιώνα, του γνωστού κεραμεικού εργαστηρίου αναγλύφων αγγείων της Τήνου, που βρέθηκε στη Χώρα της Μυκόνου και είχε χρησιμοποιηθεί για ταφή. Αριθμός Καταλόγου 2240 του Αρχαιολογικού μουσείου Μυκόνου.

 

Λίγο μεταγενέστερη του Σακάδα είναι μια σπουδαία γυναικεία μορφή, η λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα, αυτή έζησε στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Υπήρξε σπουδαία ποιήτρια και μουσικός. Πρέπει εδώ να διευκρινισθεί και πάλι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας όλοι οι ποιητές, και οι μεγάλοι τραγικοί, ήσαν συγχρόνως και πολύ καλοί μουσικοί και μελοποιούσαν οι ίδιοι τα δημιουργήματά τους, άλλωστε ειδικά η λυρική ποίηση όχι μόνο ήταν μελοποιημένη, αλλά είχε συνοδεία κυρίως λύρας, τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια, και ακριβώς στη συνοδεία του οργάνου αυτού οφείλει τον επιθετικό προσδιορισμό της, πρόκειται, δηλαδή, για ποίηση προορισμένη να τραγουδιέται με συνοδεία λύρας.

Αν και η Τελέσιλλα έζησε σε χρόνια ιστορικά, οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή της είναι αρκετά συγκεχυμένες. Κατά τον Πλούταρχο[24], ήταν γόνος επιφανούς και ένδοξης αργειακής οικογένειας, χωρίς να διευκρινίζεται σε τί συνίστατο η οικογενειακή αυτή δόξα. Ο Πλούταρχος επίσης μας πληροφορεί ότι ήταν λεπτοκαμωμένη και ότι στη νεανική της ηλικία ήταν φιλάσθενη, πράγμα που της δημιουργούσε πολλά δυσάρεστα  προβλήματα, ώστε χρειάστηκε να ζητήσει τη συμβουλή του Μαντείου των Δελφών∙ η απάντηση της Πυθίας ήταν : «τὰς Μούσας θεραπεύειν». Ο χρησμός αυτός, φαίνεται ότι ικανοποίησε τη νεαρή Τελέσιλλα, η οποία τον ακολούθησε, καλλιέργησε τις φυσικές ικανότητες, που, αναμφίβολα, είχε και κατέληξε να θεωρείται και από τους συγχρόνους και από τους μεταγενεστέρους της σαν μια πολύ μεγάλη ποιητική και μουσική μορφή. Έξι αιώνες αργότερα ο επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την θαυμάζει και την συγκαταλέγει, μαζί με την Σαπφώ, μεταξύ των εννέα Μουσών που ανέδειξε η Γη[25], σε αντιδιαστολή προς τις εννέα Ουράνιες Μούσες [26].

Γνωρίζουμε ότι η Τελέσιλλα υπήρξε σύζυγος του Ίδα, ο οποίος, μετά τον θάνατό της, ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της, του οποίου έχει σωθεί το επίγραμμα [27]. Το επίγραμμα αυτό αναφέρει :

 

 «Σῆμά τοι, ὦ γλυκερὴ Τελέσιλλα, ἐνθάδε καλὸν

τεῦξεν Ἴδας ἀλόχῳ, λάχειν ἥ οἱ πᾶν τὸ περισσὸν

πίστεος[28], εὐνοίας, ἀρετῆς ἀγανοφροσύνης τε,

ὄφρα καὶ ἐσσομένοισι τεὸν κλέος ἄφθιτον εἴη.»

 Σε ελεύθερη μετάφραση :

Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, εδώ ωραίο

έκτισε ο Ίδας στη σύζυγο, που του έτυχε, η οποία του πρόσφερε περίσσια

πίστη, εύνοια, αρετή και πραότητα,

ώστε να είναι η δόξα σου αθάνατη και στους μεταγενέστερους.

 

Από το επίγραμμα αυτό μαθαίνουμε τις αρετές που διέκριναν την Τελέσιλλα, εν τούτοις από τους ιστορικούς και τους αρχαίους συγγραφείς που την αναφέρουν (Παυσανίας, Πλούταρχος, Αθήναιος, Πολυδεύκης και άλλοι) δεν μας έχουν διασωθεί άλλες πληροφορίες για τη ζωή της, δεν γνωρίζουμε πότε γεννήθηκε, σε ποιά ηλικία, πού και πότε πέθανε κ.ο.κ.

Γύρω από το όνομά της και τη δράση της αναπτύχθηκε μια παράδοση, που παρουσιάζει την ποιήτρια σαν μια μοναδική ηρωική μορφή, που κατόρθωσε με τη γενναία στάση της και τα ενθουσιαστικά πατριωτικά ποιήματά της να εμψυχώσει τους γέροντες, τις γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά και να τους παρατάξει με επιτυχία εναντίον των Σπαρτιατών, που επιζητούσαν να καταλάβουν το Άργος, αφού οι μάχιμοι  άνδρες της πόλης είχαν σκοτωθεί μέχρις ενός, περί το 494 π.Χ., στη μάχη της Σηπείας. Τελικά ο στρατός των Σπαρτιατών υποχώρησε και η πόλη του Άργους δεν κυριεύθηκε.

Τα βεβαιωμένα ιστορικά γεγονότα είναι ότι οι Σπαρτιάτες, ήδη μετά την επικράτησή τους στον δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο (669-657 π.Χ.), θέλησαν να καταστούν η μοναδική ηγέτιδα δύναμη στη Πελοπόννησο, εμπόδιο σε αυτή τους την επιδίωξη συναντούσαν το Άργος∙ υπομονετικά, όμως, και επί ενάμιση αιώνα προωθούσαν το σκοπό τους, άλλοτε με πολεμικές πράξεις και άλλοτε με διπλωματικές ενέργειες. Τελικά λίγο μετά το 500 π.Χ., πιθανότατα το 494 π.Χ., ο δραστήριος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ο Α΄, ετεροθαλής ομοπάτριος αδελφός του Λεωνίδα, νίκησε κατά κράτος τον στρατό των Αργείων πλησίον της Τίρυνθος, στη Σηπεία, όπου κατά τον Ηρόδοτο [29] σκοτώθηκαν 6.000 Αργείοι, και όσοι  επέζησαν της μάχης και κατέφυγαν, ως ικέτες, στο παρακείμενο του πεδίου της μάχης ιερό άλσος του Άργου, κάηκαν ζωντανοί, κατόπιν διαταγής του Κλεομένους[30]. Παρόλη τη νίκη του αυτή ο Σπαρτιάτης βασιλιάς δεν προχώρησε, κατά τον Ηρόδοτο, σε κατάληψη της πόλης, εξ αιτίας των διαφορών που είχε με τον δεύτερο βασιλιά της Σπάρτης, τον Δημάρατο.       

Μετά την καταστροφή αυτή, και προφανώς αργότερα, αναπτύχθηκε η αργειακή παράδοση, που παρουσίασε την ποιήτρια Τελέσιλλα σαν ηρωική υπερασπίστρια της πόλης της. Όπως προσφυώς παρατηρεί ο Μ. Μιτσός [31], ο σύγχρονος των γεγονότων Ηρόδοτος, που περιγράφει με λεπτομέρειες την εκστρατεία εκείνη, δεν αναφέρει να είχε μια τέτοια δράση η Τελέσιλλα, πράγμα περίεργο, αν τα γεγονότα είχαν συμβεί όπως τα παραδίδουν ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος. Οι τελευταίοι αυτοί, πιθανώς να άντλησαν τις πληροφορίες τους από μεταγενέστερες πηγές, όταν είχε πλέον αναπτυχθεί και εδραιωθεί στη συνείδηση των Αργείων ο θρύλος γύρω από  την Τελέσιλλα.

Ο Παυσανίας [32] περιγράφει ότι είδε περί το 170 μ.Χ. στο επάνω μέρος  του θεάτρου του Άργους, και προ του ιερού της Αφροδίτης που υπήρχε εκεί, μια ανάγλυφη στήλη, που παρουσίαζε την Τελέσιλλα να κρατά στα χέρια της κράνος και να ετοιμάζεται να το βάλει στο κεφάλι της, ενώ στα πόδια της ήσαν ριγμένα τα βιβλία της, και μάλιστα, με αφορμή αυτήν ακριβώς τη στήλη, μας αναφέρει την θρυλούμενη ηρωική στάση της ποιήτριας. Πιθανώς οι Αργείοι να θέλησαν να παρουσιάσουν την Τελέσιλλα σαν περίπτωση ανάλογη με εκείνη του Τυρταίου στη Σπάρτη. Αγνοούμε, λοιπόν, λεπτομέρειες από τη ζωή της σπουδαίας αυτής λυρικής ποιήτριας, και οι σύγχρονοί μας ιστορικοί βάσιμα αμφισβητούν την ακρίβεια του ωραίου μύθου που την περιβάλλει.

Για την ποιητική της δραστηριότητα γνωρίζουμε ότι στα ποιήματά της χρησιμοποιούσε δικό της μέτρο, το τελεσίλλειο μέτρο. Τα ποιήματά της είχαν τον τίτλο Άσματα, ήσαν όλα λυρικά ποιήματα, συνήθως παρθένια, και κατά καλή συγκυρία έχουν διασωθεί κάποια μικρά αποσπάσματα από τα άσματά της εις Άρτεμιν, εις Απόλλωνα, εις Νιόβην και ίσως εις τους γάμους Διός – Ήρας.

Ο Παυσανίας [33] μας παραδίδει ότι στη κορυφή του όρους Κορυφαίον, πλησίον της Επιδαύρου, υπήρχε ιερό της Αρτέμιδος Κορυφαίας, και ότι αυτό το ιερό το μνημόνευσε η Τελέσιλλα σε κάποιο άσμα της. Θεωρείται πιθανόν ότι σε εκείνο το ποίημά της ανήκουν οι δύο ακόλουθοι διασωθέντες στίχοι [34]:

 

 Ἅδ’ Ἄρτεμις, ὦ κόραι,                                 αυτή δε η Άρτεμις, κορίτσια,

    φεύγοισα τὸν Ἀλφεόν.                                 αποφεύγοντας τον Αλφειόν.

 

Τέλος στην Επίδαυρο βρέθηκε επιγραφή  σε γκρίζο σκληρό ασβεστόλιθο με κόκκινα νερά, σπασμένη σε τρία τεμάχια. Η επιγραφή έχει χαραγμένους τρεις Ύμνους, ο πρώτος Ύμνος είναι αφιερωμένος σε όλους τους θεούς, ο δεύτερος στον Πάνα, και ο τρίτος στη Μητέρα των θεών. Ο Ύμνος στη Μητέρα των θεών (Ματρὶ θεῶν), την Ρέα, έχει τελεσίλλειο μέτρο, αποδίδεται στην Τελέσιλλα και έχει σωθεί ολόκληρος, σχεδόν ακέραιος.

Ο ωραίος αυτός Ύμνος είναι ο εξής :         και σε μετάφραση :

 

   Ματρὶ θεῶν.                                               Στη Μητέρα των θεών.

Ὦ Μνημοσύνας κόραι                               Ω κόρες της Μνημοσύνης

δεῦρ’ ἔλθετε ἀπ’ ὠρανῶ                             ελάτε εδώ από τον ουρανό

καί μοι συναείσατε                                    και τραγουδήστε μαζί μου

τὰν ματέρα τῶν θεῶν,                               την μητέρα των θεών,

ὡς ἦλθε πλανωμένα                                  που ήρθε αφού περιπλανήθηκε

κατ’ ὤρεα καὶ νάπας,                                στα όρη και στα φαράγγια

σύρουσ’ ἀβρόταν κόμαν,                          τραβώντας την ιερή κόμη,

κατωρημένα φρένας.                                 έχοντας τελείως χάσει τον νου της. 

Ὁ Ζεὺς δ’ ἐσιδὼν ἄναξ                             Όταν όμως είδε ο βασιλιάς Δίας 

τὰν ματέρα θεῶν,                                      την μητέρα των θεών,

κεραυνόν ἔβαλλε – καὶ                              έριχνε κεραυνό – και

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε –                              έπαιρνε τα τύμπανα – 

πέτρας διέρρησε – καὶ                               έσπαζε τις πέτρες – και 

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε – .                             έπαιρνε τα τύμπανα – .  

Μάτηρ, ἄπιθ’ εἰς θεούς,                             Μητέρα, άπελθε προς τους θεούς,

καὶ μὴ κατ’ ὄρη πλανῶ,                            και μη πλανάσαι στα όρη,

μή σε χαροποὶ λέοντες                              μήπως λαμπροί λέοντες

ἢ πολιοὶ λύκοι –                                         ή γκριζωποί λύκοι –

ἔδωσι πλανωμέναν.                          σε κατασπαράξουν ενώ περιπλανάσαι.

Καὶ οὐκ ἄπειμι εἰς θεούς,                          Και δεν απέρχομαι προς τους θεούς,

ἂν μὴ τὰ μέρη λάβω,                                 αν δεν λάβω τα μερίδια μου,

τὸ μὲν ἥμισυ οὐρανῶ,                               το μισό μεν του ουρανού,

τὸ δὲ ἥμισυ γαίας,                                     το μισό δε της γης,

πόντω τὸ τρίτον μέρος∙                             της θάλασσας το ένα τρίτον∙

χοὔτως ἀπελεύσομαι.                                και έτσι θα φύγω.

Χαῖρ’ ὦ μεγάλα                                         Χαίρε, ω μεγάλη 

ἄνασσα, Μᾶτερ Ὀλύμπω[35] .       βασίλισσα, Μητέρα του Ολύμπου.     

 

Το αρχαίο κείμενο είναι εύκολα κατανοητό ακόμη και με ελάχιστες γνώσεις αρχαίων ελληνικών, ενώ συγχρόνως διατηρεί τη μουσικότητά του, που δεν μπορεί να αποδώσει καμία μετάφραση. Η επιγραφή αυτή φυλάσσεται, δεν εκτίθεται, στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου. Με ενθουσίασε η ωραία ιδέα που μου διατύπωσε ο συνάδελφος – αρχαιολόγος κ. Χρήστος Πιτερός, να γίνει, δηλαδή, αντίγραφο της επιγραφής αυτής και να τοποθετηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους. Εύχομαι αυτό να είναι σχετικά εύκολο να πραγματοποιηθεί, ώστε η πολύ μεγάλη  Αργεία ποιήτρια Τελέσιλλα να βρει τη θέση της στο Μουσείο της γενέτειράς της.      

Με το τέλος του 6ου αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. συντελείται μια ιστορική πρόοδος σε ότι αφορά τη μουσική γενικά. Τώρα οι μουσικοί συστηματοποίησαν την ενασχόλησή τους με την τέχνη τους και σαν φυσική συνέπεια προέκυψε η ανάγκη καταγραφής των έργων τους, ανάγκη που τελικά κατέληξε στη δημιουργία της «παρασημαντικής», της πρώτης μουσικής γραφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πότε και πού άρχισαν αυτές οι προσπάθειες καταγραφής της μουσικής. Μέχρι τώρα η αρχαιότερη αναφορά, και αυτή έμμεση, μας δίνει χρονολογία γύρω στα 470 π.Χ. Γνωρίζουμε, δηλαδή, ότι τότε ο Πίνδαρος απέστειλε από την Ελλάδα στο ιερό του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο έναν Ύμνο προς τιμήν του θεού [36], πράγμα που προϋπέθετε μουσική γραφή και μάλιστα γνωστή και κατανοητή και στους ιερείς του Άμμωνος Διός, διότι τότε οι Ύμνοι ήσαν πάντοτε μελοποιημένοι από τους ίδιους τους ποιητές τους. Αυτής της εποχής ή λίγο παλαιότερο είναι και το δείγμα αποτύπωσης μουσικής που μας παρέχει το επίνητρο της Ελευσίνας  (εικ. 7), όπου έχουμε προφανώς καταγραφή ενός πολύ σύντομου σκοπού σαλπίσματος. Εδώ μουσικά σημεία είναι τα γράμματα ή μάλλον οι συλλαβές που πλαισιώνουν την Αμαζόνα.

 

Εικ. 7. Θραύσμα 1 του Επινήτρου της Ελευσίνας. Μουσείο Ελευσίνας, αρ. 465 και παλαιός αρ. 907.

 

Η αρχαία ελληνική μουσική γραφή είναι γνωστή σε μας σήμερα κυρίως χάρη στους πίνακες του συγγράμματος Εισαγωγή Μουσική του θεωρητικού της μουσικής Αλυπίου, 3ος – 4ος αιώνας μ.Χ., ώστε με τη βοήθειά τους να είναι αναγνώσιμα τα ελάχιστα (περί τα 60 ή λίγα περισσότερα) γραπτά μουσικά κατάλοιπα της Ελληνικής Αρχαιότητας, παρτιτούρες θα λέγαμε, που, όμως, όλα πλην ενός, είναι πολύ κατεστραμμένα. Γενικά πιστεύεται ότι η οργάνωση της μουσικής γραφής ακολούθησε διάφορα εξελικτικά στάδια για να καταλήξει σε ένα σύστημα αλφαβητόμορφης μουσικής γραφής, όπου χρησιμοποίησε ως σύμβολά της τα γράμματα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου κανονικά ή παραποιημένα, ορθά, (εικ. 8) πλάγια, ύπτια, απεστραμμένα, ανεστραμμένα, διπλά, τετράγωνα, καθειλκυσμένα, ελλιπή κ.ο.κ. Οι αρχαίοι Έλληνες διαμόρφωσαν τελικά διπλή μουσική γραφή, είχαν δηλαδή άλλα σύμβολα για την οργανική μουσική, την κρουματογραφία, και άλλα για την φωνητική μουσική, την μελογραφία. Τα ίδια τα σχήματα των μουσικών συμβόλων της οργανικής γραφής, της κρουματογραφίας, θυμίζουν την αρχαϊκή μορφή που είχαν τα γράμματα των μέσων χρόνων του 5ου αιώνα π.Χ.

 

Εικ. 8. Πίνακας με σύμβολα αρχαίας παρασημαντικής.

 

Ας δούμε τα συμπεράσματα δύο διεθνώς καταξιωμένων ειδικών μελετητών του θέματος. Κατά τον καθηγητή Egert Pöhlmann [37] «περισσότερες δυνατότητες συγκρίσεων προσφέρουν τα αλφάβητα του Άργους και των Μυκηνών. . .  Αυτό που βλέπουμε να προκύπτει, συνεχίζει, είναι ότι οι απαρχές της μουσικής γραφής της κρουματογραφίας, θα πρέπει να αναζητηθούν στο Άργος και να χρονολογηθούν στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στο τελευταίο τέταρτο του οποίου πρέπει να δημιουργήθηκε και η μελογραφία.»..

Για το ίδιο θέμα ο M. L. West συμπεραίνει ότι : «την οργανική παρασημαντική, ή εν πάση περιπτώσει τον αρχικό της πυρήνα, την εφηύρε κάποιος μουσικός από την Αργολίδα, όχι πολύ αργότερα από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και πιθανώς λίγο νωρίτερα. Δεν μπορεί κανείς να μη νοιώσει έκπληξη, σημειώνει, από τη σύμπτωση ότι δύο από τους παλαιότερους γνωστούς θεωρητικούς (της μουσικής) κατάγονται από αυτήν ή από κοντινή περιοχή, ο Λάσος ο Ερμιονεύς και ο Επίγονος ο Σικυώνιος» [38]

Ήδη κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., λοιπόν, διάσημοι Αργείοι μουσικοί είχαν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στα μουσικά πράγματα της Ελλάδος. Ο Αριστόνικος και ο Σακάδας καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες. Ο Ιέραξ και ο Σακάδας επινόησαν και καθιέρωσαν ιδιαίτερες μορφές (φόρμες) αξιόλογων συνθέσεων και γενικά εισήγαγαν καινοτομίες, που συνέβαλαν στην εξέλιξη της μουσικής εκείνων των χρόνων.

Ο Σακάδας συμμετείχε στην διαμόρφωση των εορτών των Γυμνοπαιδιών στη Σπάρτη, των Αποδείξεων στην Αρκαδία και των Ενδυματίων στο Άργος. Ο Λάσος ο Ερμιονεύς μελέτησε τη μουσική θεωρητικά και είναι ο πρώτος που συνέγραψε θεωρητικό σύγγραμμα περί μουσικής, άλλωστε στις ενέργειες του Λάσου οφείλεται και η εισαγωγή και καθιέρωση του διθυράμβου ως αυτοτελούς αγωνίσματος στους μουσικούς αγώνες των διαφόρων εορτών.

Τέλος η μελέτη της αρχαίας παρασημαντικής σήμερα, είκοσι έξι  αιώνες μετά τη δημιουργία της, υποδεικνύει σαν τόπο επινόησής της την Αργολίδα του 5ου αιώνα π.Χ.  Όλα αυτά τα δεδομένα δικαιώνουν το εδάφιο του Ηροδότου που αναφέρθηκε στην αρχή, εύλογα στα χρόνια εκείνα οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι είναι οι πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων στη μουσική, αφού είχαν συμβάλλει ουσιαστικά με τόσα νέα στοιχεία στην ανάπτυξή της.

Μετά από αυτή την ακμή περί τα μουσικά πράγματα μέχρι και τον 5ο αιώνα π.Χ., η μουσική κίνηση στο Άργος και την Αργολίδα εξακολούθησε να είναι ζωηρή, περιοριζόταν, όμως, πλέον στο να παρακολουθεί τις γενικές εξελίξεις, χωρίς να προσφέρει νέες πρωτότυπες ιδέες. Οι ποιητικές και μουσικές δημιουργίες των Αργείων τώρα μιμούνται τα παλαιότερα πρότυπα και, χωρίς να τα φθάνουν σε ποιότητα, επισκιάζονται από εκείνα. Η ιστορική μνήμη και οι πηγές μάς δίνουν κάποιες σχετικές πληροφορίες για μερικούς μουσικούς, μάλλον πενιχρές, ικανές όμως να βεβαιώσουν την ύπαρξη έντονης μουσικής δραστηριότητας.

Σημαντικό γεγονός  τον 4ο  με 3ο αιώνα π.Χ., είναι η ίδρυση  του μεγάλου  ελληνιστικού θεάτρου του Άργους (εικ. 9), που είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα θέατρα της αρχαίας Ελλάδος, με χωρητικότητα 20.000 θεατών στην πλήρη ανάπτυξή του, και που σήμερα σώζεται σε σχετικά καλή κατάσταση. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι είναι λαξευμένο στον φυσικό βράχο. Το θέατρο αυτό έχει το συνηθισμένο σχήμα του αρχαίου θεάτρου και αντικατέστησε το παλαιότερο θέατρο των Κλασικών Χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια.

 

Εικ. 9. Το μεγάλο Θέατρο του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων.

 

Τις θεατρικές και μουσικές ανάγκες της πόλης εξυπηρετούσε αργότερα και το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων (εικ. 10), που επίσης σώζεται σε ικανοποιητική κατάσταση. Από το Άργος, μάλιστα, μας έχει σωθεί και ένα εισιτήριο θεάτρου. Πρόκειται για ένα ενεπίγραφο πήλινο εισιτήριο σε σχήμα πυραμίδας του 3ου αιώνα π.Χ., που φέρει επιγραφή με τα ονόματα  ΣΤΡΑΤΩΝ/ΑΝΤΑΝΔΡΑ [39], προφανώς είναι τα ονόματα των κατόχων του, είχαμε λοιπόν επώνυμα εισιτήρια ήδη από τότε.   

 

Εικ. 10. Το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων.

 

Στα 270-260 π.Χ. μεταφέρθηκε στο Άργος η τέταρτη σε σημασία Πανελλήνια Εορτή, τα Νέμεα ή Νέμεια, και έκτοτε η διοργάνωσή της κάθε δύο χρόνια ήταν αποκλειστική ευθύνη των Αργείων. Τά Νέμεια τα τελούσαν προς τιμήν του Νεμείου Διός και ο εορτασμός τους στο Άργος έδωσε ιδιαίτερη λαμπρότητα στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης, γιατί με την ευκαιρία της τέλεσης των μουσικών αγώνων των Νεμείων συνέρρεαν στην πόλη πολλοί διάσημοι μουσικοί.  

Κατά την Αρχαιότητα όλοι όσοι είχαν επαγγελματική ασχολία τη μουσική, την ποίηση, το θέατρο  θεωρούσαν ότι ήσαν στην υπηρεσία του Διονύσου, και υπό την προστασία του, και απεκαλούντο Τεχνίτες Διονύσου. Αρχικά οι τέχνες αυτές εξυπηρετούσαν αποκλειστικά θρησκευτικές ανάγκες και σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Από τον 4ο αιώνα π.Χ., όμως, άρχισε σιγά-σιγά να διαφοροποιείται η στενή σχέση τους με τη θρησκεία, και, καθώς με την πάροδο των χρόνων το θρησκευτικό στοιχείο ατόνησε, επικράτησε η εκκοσμίκευσή τους, αν και πάντα διατήρησαν κάποια υποτυπώδη θρησκευτική επίφαση.

Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. όλοι οι επαγγελματίες μουσικοί διαφόρων οργάνων, ποιητές, δραματικοί ποιητές, υποκριτές – δηλαδή ηθοποιοί, διδάσκαλοι και ποιητές διθυράμβου, χορευτές, χορωδοί, σκηνικοί τεχνίτες, κήρυκες και όλοι οι σχετικοί καλλιτέχνες είχαν αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική συνείδηση και είχαν συμπήξει  επαγγελματικές ομάδες, που τις ονόμαζαν Κοινά Τεχνιτών Διονύσου.

Τα Κοινά αυτά εμφανίζονται οργανωμένα  την εποχή αυτή, σχεδόν ταυτόχρονα, σε ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο. Η πρώτη σαφής αναφορά που έχουμε προέρχεται από ένα ψήφισμα των Δελφών του 279 π.Χ., το οποίο παρέχει στο Κοινὸν Τεχνιτῶν Διονύσου Ἰσθμοῦ – Νεμέας δικαίωμα προμαντείας, προεδρίας και προδικίας [40]. Αμέσως μετά ένα χρόνο, στα 278 π.Χ., ακολουθεί νέο ψήφισμα των Αμφικτυόνων των Δελφών, που παρέχει ανάλογα και περισσότερα προνόμια στη Σύνοδον τῶν ἐν Ἀθήναις Τεχνιτῶν Διονύσου [41]. Ακολούθησαν : το Κοινὸν τῶν ἐπ’ Ἰωνίας καὶ Ἑλλησπόντου Τεχνιτῶν Διονύσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Αἰγύπτου, το Κοινὸν τῶν ἐν τῷ κατὰ Κύπρον γραμματείῳ περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Δωδεκανήσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν στη Δύση (Ιταλία, σημερινή Νότια Γαλλία) και τέλος, περί τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. πλέον, εμφανίζεται η ἀπὸ τῆς Οἰκουμένης Σύνοδος τῶν Τεχνιτῶν Διονύσου, με έδρα τη Ρώμη.

Στα  Κοινά αυτά προΐστατο ο κατά τόπους ιερεύς Διονύσου. Τα μέλη των Κοινών έχαιραν ιδιαίτερων τιμών και προνομίων, που τους εξασφάλιζαν καλή επαγγελματική σταδιοδρομία και διάφορες διευκολύνσεις στη ζωή τους γενικότερα, αλλά τους δημιουργούσαν και υποχρεώσεις προς το Κοινόν, η αθέτηση των οποίων επέφερε και ποινές, συνήθως χρηματικές. Άξιο επισήμανσης είναι ότι την πρωτοπορία στην δημιουργία των  Κοινών την είχαν οι Πελοποννήσιοι Τεχνῖται Διονύσου Ισθμού-Νεμέας.    

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ψήφισμα του έτους 114 π.Χ. του «Κοινοῦ τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας τῆς ἐν Ἄργει συνόδου» [42]. Από το ψήφισμα αυτό πληροφορούμεθα ότι υπήρχε Σύνοδος Τεχνιτών Διονύσου Άργους και ότι αυτή ανήκε στο Κοινό Τεχνιτών Ισθμού-Νεμέας. Από το ίδιο ψήφισμα μαθαίνουμε τα ονόματα τριών Αργείων τεχνιτών της εποχής, αυτοί είναι : ο Αριστοκλής, γραμματεύς της Συνόδου, ο Ξένων, άρχων και ταμίας της Συνόδου και ο Ζήνων ο Εκατοδώρου, τον οποίο η Σύνοδος με το ψήφισμα αυτό τιμά με χρυσό στεφάνι και χάλκινο ανδριάντα για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο Κοινό.   Οι διάφορες πηγές μάς έχουν διασώσει τα ονόματα και κάποια άλλα στοιχεία συνολικά για περισσότερους από 60 Τεχνίτες Διονύσου από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή διαχρονικά.                        

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα από τη πόλη του Άργους μαζί με άλλες πληροφορίες γραπτών πηγών συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τη μουσική κίνηση της πόλης. Αναφέρθηκε ήδη ότι τις μουσικές και θεατρικές ανάγκες των πολιτών ικανοποιούσαν το Θέατρο των κλασικών χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια, το μεγάλο Θέατρο των ελληνιστικών χρόνων, το λαξευμένο στον φυσικό βράχο, χωρητικότητας 20.000 θεατών, αριθμός ενδεικτικός της ανάγκης εξυπηρέτησης μεγάλου αριθμού θεατών, και το Ρωμαϊκό Ωδείο της πόλης.              

Μια σειρά εορτών πανελλήνιας ακτινοβολίας προσέδιδε μεγάλη κινητικότητα στα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης. Εκτός από τη μεγάλη πανελλήνια εορτή των Νεμείων, ονομαστή τοπική εορτή με πανελλήνια ακτινοβολία ήταν τα Ηραία, εορτή προς τιμή της Ήρας, θεάς πολιούχου του Άργους. Την εορτή τελούσαν ανά τέσσερα χρόνια, στο μέσον της κάθε ολυμπιάδας, διαρκούσε δε μέχρι και τρεις μέρες και αποτελούσε τη βάση της αργειακής χρονολόγησης. 

Η εορτή άρχιζε στο στάδιο της πόλης με μουσικούς, αθλητικούς-γυμνικούς και ρητορικούς αγώνες. Την πανελλήνια σημασία της εορτής πιστοποιεί και ο χάλκινος τρίποδας (εικ. 11), που βρέθηκε στον τάφο του Φιλίππου, στη Βεργίνα, που χρονολογείται στα 430-420 π.Χ. και φέρει την επιγραφή «παρ’ Ἥρας Ἀργείας εἰμὶ τῶν ἄθλων». Προφανώς αποκτήθηκε από κάποιο βασιλικό πρόγονο και συνόδευσε τον Φίλιππο στον τάφο του, σαν πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

 

Εικ. 11. Ο χάλκινος τρίποδας του τάφου του Φιλίππου από τα Ηραία του Άργους.

 

Μετά το τέλος των αγώνων ξεκινούσε από την πόλη μεγαλοπρεπής πομπή προς το Ηραίον, που βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών, στη σημερινή κοινότητα Νέου Ηραίου, έχοντας επί κεφαλής την πρωθιέρεια της θεάς και με συνοδεία αυλών. Το Ηραίον (εικ. 12) ήταν το εκτεταμένο ιερό της θεάς και μεταξύ των άλλων οικοδομημάτων του δέσποζε ο ναός της θεάς, που στα χρόνια εκείνα φιλοξενούσε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας, έργο του Πολυκλείτου.

 

Εικ. 12. Το Ηραίον του Άργους.

           

Στη πόλη, και κοντά στο ναό της Λητούς, υπήρχε ο ναός της Ανθείας Ήρας [43], όπου, κατά την πομπή που τελούσαν προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, «ανθεσφόρες» παρθένοι, κρατούσαν λουλούδια και βάδιζαν υπό τους ήχους των αυλών, που έπαιζαν το ιεράκειον μέλος, την ειδική για την περίσταση σύνθεση του Ιέρακα, όπως μας πληροφορεί και ο Πολυδεύκης [44].

Στην πόλη τελούσαν επίσης Εκατόμβοια, με θυσία εκατό βοών, και την «εξ Άργους Ασπίδα». Όλες αυτές οι εορτές περιελάμβαναν και μουσικούς αγώνες, όπου διακρίθηκαν κατά καιρούς μουσικοί και ποιητές από ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο, όπως συμπεραίνουμε από διαφόρους καταλόγους νικητών.

 Κατά τον  Παυσανία ο Ηγέλεως, γυιός του Τυρρηνού, ίδρυσε στο Άργος ναό της Αθηνάς – Σάλπιγγος [45] και ήταν αυτός και ο αδελφός του Μήλας, που πρώτοι εισήγαγαν τη σάλπιγγα στις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην εικόνα 13  μια πτερωτή Νίκη σαλπίζει την ευτυχή έκβαση μάχης, ίσως κάποιας ναυμαχίας. Οι Αργείοι πραγματοποιούσαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις με συνοδεία σαλπίγγων, ενώ οι Σπαρτιάτες με συνοδεία αυλού (εικ. 14), οι Κρήτες με συνοδεία λύρας κ.ο.κ.    

 

Εικ. 13. Νίκη με σάλπιγγα σε χρυσό στατήρα Δημητρίου του Πολιορκητού. (Θησαυρός Επιδαύρου) του 300 π.Χ. περίπου. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Εικ. 14. Κορινθιακός Κρατήρ του 7ου π.Χ αιώνα. Ρώμη Villa Giulia. Αυλητής σε μάχη.

Την εικόνα της μουσικής κίνησης της πόλης συμπληρώνουν ακόμη κάποια εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους. Στην προθήκη 20 του ισογείου εκτίθεται θραύσμα οστέινου αυλού (εικ. 15) του 7ου αιώνα π.Χ. με δύο τρήματα, δύο οπές∙  στην εντοιχισμένη προθήκη 13 του ισογείου επίσης εκτίθεται το επεξεργασμένο κέλυφος χελώνας (εικ. 16) που αποτελούσε ηχείο λύρας  και βρέθηκε μαζί με ένα δεύτερο κέλυφος σε αποθέτη των Υστεροαρχαϊκών Χρόνων (6ος αιώνας π.Χ.) κοντά στο Αρχαίο Θέατρο.

 

Εικ. 15. Θραύσμα οστέινου αυλού. 7ος π.Χ. αιώνας.

 

Εικ. 16. Ηχείο λύρας των Υστεροαρχαϊκών χρόνων.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύρα, που ήταν εφεύρεση του Ερμού, ήταν ένα έγχορδο όργανο που είχε για ηχείο κέλυφος χελώνας. Στην εικόνα 17 βλέπουμε την περίφημη λύρα του Έλγιν του 5ου αιώνα π.Χ., που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Τα πιο κατάλληλα για τη χρήση αυτή ήσαν τα κελύφη της κρασπεδωτής χελώνας (testudo marginata), που συναντάται σε μεγάλους πληθυσμούς και στο Παρθένιον όρος, το σημερινό Παρθένι, μεταξύ Τεγέας και Αρκαδίας, όπου υπήρχε και ιερό του Πανός, ο Παυσανίας μάλιστα σημειώνει την καταλληλότητα αυτής της χελώνας για ηχεία λύρας [46].

 

Εικ. 17. Η λύρα του Έλγιν. 1816. 6-10. 501. Βρετανικό Μουσείο.

 

Ανάμεσα  στα γλυπτά του Μουσείου Άργους, στον πρώτο όροφο όπου η έκθεση γλυπτών, ξεχωρίζει η εικονιστική κεφαλή του Σοφοκλέους (εικ. 18) τύπου Farnese, που βρέθηκε στο Κεφαλάρι του Άργους και είναι αντίγραφο έργου του 3ου αιώνα π.Χ., καθώς και ένα άγαλμα Μούσας (εικ. 19) που κρατά λύρα. 

 

Εικ. 18. Κεφαλή Σοφοκλέους. Αρ. κατ. 33.

 

 

Εικ. 19. Μούσα με λύρα. Αρ. κατ. 4.

Τέλος στον αύλειο χώρο του Μουσείου εκτίθεται ωραίο ψηφιδωτό δάπεδο (εικ. 20) του 5ου ή 6ου αιώνα μ.Χ., με παράσταση διονυσιακής σκηνής Σατύρου με βυκάνη και ορχηστρίδας με κύμβαλα, που πιστοποιεί ότι η μουσική εξακολούθησε να είναι προσφιλής ενασχόληση των Αργείων και κατά την  Ύστερη Αρχαιότητα. 

 

Εικ. 20. Ψηφιδωτό δάπεδο με σκηνή χορού Σάτυρου και ορχηστρίδας.

 

Το περίφημο μεγάλο Θέατρο  του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων, έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης Αρχαίων Θεάτρων του Σωματείου «Διάζωμα» και ελπίζεται ότι σύντομα θα επιτευχθεί η ανάδειξή του.

 

Κατερίνα Παπαοικονόμου-Κηπουργού

Μουσικός-Αρχαιολόγος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηροδότου 3, 131, 3.

[2] Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου, αρ. ευρετηρίου 14376.

[3] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIV637 f.

[4] Παυσανίου Φωκικά X, VII, 7.

[5] Πολυδεύκους Ονομαστικόν  IV, 78 και 79.

[6] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIII, 570 b, 26.

[7] Πολυδεύκους Ονομαστικόν IV 78.

[8] Παυσανίου Ηλιακά Β, VI, XIV, 9 και 10.

[9] Ψευδο-Πλουτάρχου Ηθικά. Περί Μουσικής 1140 D, 6.

[10] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1135 E, 14.

[11] Ψευδο – Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 Α, 8.

[12] Παυσανίου Φωκικά Χ, VII, 4.

[13] Παυσανίου Κορινθιακά II, ΧΧΙΙ, 9.

[14] Σχόλιο 34 στο Περί Μουσικής του Ψευδο-Πλουτάρχου. Ηθικά. Τόμος 29. Εκδόσεις Κάκτος. Σελ. 272.

[15] Πολυδεύκους ’Ονομαστικόν IV, 81.

[16] Παυσανίου Μεσσηνιακά IV, XXVII, 7.

[17] Παυσανίου Βοιωτικά ΙΧ, ΧΧΧ, 2.

[18] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 A, B, 8.

[19] Πλουτάρχου Λυκούργος 21.

[20] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής1135 F.

[21] Παυσανίου Κορινθιακά ΙΙ, ΧΧΙΙ, 9.

[22] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ 210 c.

[23] Bergk Theodorus Poetae Lyrici Graeci, Τόμος ΙΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882. Σελ. 201. Σακάδα Ἰλίου Πέρσις.

[24] Πλουτάρχου Ηθικά245 C και εξής.

[25] Πρήξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Κόριννα, Νοσσίς και Μυρτίς.

[26] Παλατίνη Άνθολογία. Επίγραμμα Αντιπάτρου Θεσσαλονικέως ΙΧ, 26. Τόμος ΙΙ. Σελ. 6.

[27] Παλατίνη Ἀνθολογία Επίγραμμα II 553. Τόμος ΙΙΙ. Σελ. 182.

[28] Τηρήθηκε η ορθογραφία της επιγραφής.

[29] Ηροδότου Ιστορίαι 6, 77.

[30] Παυσανίου  ΙΙ, ΧΧ, 8.

[31] Μιτσού Μ. Άργολική Προσωπογραφία  σελ. 171.

[32] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧ, 7.

[33] Παυσανίου II, XXVIII, 2.

[34] Theodorus Bergk Poetae Lyrici Graeci. Τόμος IΙΙ. Σελ. 381.

[35] Iscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι. Επιγραφή 131. Αριθμός Καταλόγου 1277 του Αρχαιολογικού Μουσείου Επιδαύρου.

[36] Παυσανίου Βοιωτικά IX, XVI, 1.

[37] Έγκερτ Πέλμαν – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Σελ. 38-40.

[38] M. L. West Αρχαία Ελληνική Μουσική. Σελ. 358-359.

[39]  Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG) XI 356.

[40] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 460.

[41] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 399.

[42] Inscriptiones Graecae (IG) IV 558.

[43] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧΙΙ, 1.

[44] Πολυδεύκους Ὀνομαστικόν  IV 78.

[45] Παυσανίου Κορινθιακά II, XXI 3.

[46] Παυσανίου Ἀρκαδικά VIII, LIV, 7.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Αθήναιου Δειπνοσοφισταί. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι I – VII. 1957- 1966.
  • Βρεττού Λ., Λεξικό τελετών, εορτών και αγώνων αρχαίων Ελλήνων. Εκδόσεις Κονιδάρη. Αθήνα  22002.
  • Βυζαντίου Σκ., Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Εν Αθήναις 1882.
  • Δημητρόπουλου Αχ. – Ιωαννίδη Γ., Ερπετά της Ελλάδας και της Κύπρου. Έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Αθήνα 2002.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος διά μέσου των αιώνων. Χωρίς Εκδότη. Πύργος, 1968.
  • Ηροδότου, Ιστορίαι. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι Ι-IΙ. 1957.  
  • Μιτσού Μ. Θ., Αργολική Προσωπογραφία. Έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Αρ. 36. Εν Αθήναις 1952.
  • Μιχαηλίδη Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής. Έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Αθήνα 21989. 
  • Μπανάκα – Δημάκη Άννα. «Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους». Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.
  • Μποσνάκη Δ. και Γκαγκτζή Δ. (Επιμέλεια Έκδοσης), Αρχαία Θέατρα. Εκδόσεις Ίτανος. Αθήνα 1998.
  • Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κατ., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις Γεωργιάδης. Αθήναι 2007.
  • Παπαστάμου Δημ., Ασκληπιός-Επίδαυρος και το Μουσείο της. Εκδόσεις Απόλλων. Αθήναι 1979.
  • Παπασταύρου Ι. Στ., Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος. Εκδόσεις Χιωτέλλη. Αθήναι 1969.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Έκδοση Teubner. Τόμοι I και ΙΙ. Λειψία 1881-1883.
  • Πέλμαν Ε. – Σπηλιοπούλου Ι., Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα 2000.
  • Πλουτάρχου Ηθικά. Εκδόσεις Κάκτος. Τόμοι: 2, 7 και 29. Αθήνα 1995 και 1997.
  • Πολυδεύκους, Ονομαστικόν.  Τόμοι Ι και ΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1900 και 1931.
  • Στεφανή Ι. Ε., Διονυσιακοί Τεχνίται. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο. 1988.
  • West M. L., Αρχαία Ελληνική Μουσική. Μετάφραση Στάθης Κομνηνός. Εκδόσεις Παπαδήμα. Αθήνα 1999.
  • Anthologia Palatina. Έκδοση Didot. Τόμοι ΙΙ και ΙΙΙ. Παρίσι 1888 και 1890.
  • Bergk Theoδorus Poetae Lyrici Graeci. Τόμος III. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882.
  • Grimal P., Dictionnaire de la Mythologie Grecque et Romaine. Presses Universitaires de France, Paris.1958.
  • Hagel Stefan, Ancient Greek Musik. A New Technical History.CambridgeUniversity Press, December 2009.
  • Inscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι και ΙΙ. 1929 και Τόμος VII 1892. Βερολίνο.
  • Le Guen Brigitte, Les Associations de Technites Dionysiaques à l’époque Hellénistique. Τόμοι 1 καί 2. Nancy : Association pourla Diffusion dela Recherche sur l’ Antiquité (ADRA). 2001.
  • Martianus Capella, De Armonia (βιβλίο ΙΧ). Έκδοση. Adolfus Dick, προσθήκες Jean Préaux. Στουτγάρδη 1969.  
  • Pickard – CambridgeA. W., The Dramatic Festivals of Athens. Έκδοση Clarendon Press. Oxford. 21968.
  • Pöhlmann E. and West M. L., Documents of ancient Greek music. Clarendon Press.Oxford. 2001.
  • Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG). Τόμος ΙΙΙ 1929 και Τόμος ΙΧ 1954.
  • Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG). Dittenberger. Λειψία 1915-1920. Έκδοση Τρίτη

 

 

 

Read Full Post »

Γυναίκα, δουλεία και ελευθερία στην ελληνική αρχαιότητα


 

Τα κοινωνικά συστήματα της αρχαιότητας είχαν ενσωματώσει το θεσμό της δουλείας στις δομές τους. Γνωρίζουμε από πληθώρα πηγών ότι, ενώ οι ενήλικοι άνδρες συνήθως θανατώνονταν είτε στο πεδίο της μάχης είτε κατά την κατάληψη κάποιας πόλης, οι γυναίκες και τα παιδιά αιχμαλωτίζονταν και πωλούνταν ως δούλοι (ήδη από την ομηρική εποχή).[1]

 

Η Γυναίκα στην Αρχαιότητα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Ποια ήταν όμως η σχέση ανάμεσα στους δούλους, άνδρες και γυναίκες, και στις γυναίκες της δουλοκτητικής τάξης; Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστέψει κανείς ότι οι γυναίκες-δουλοκτήτες ή οι σύζυγοι των δουλοκτητών ήταν πιο ήπιες στη μεταχείριση των δούλων, ότι δεν τους εκμεταλλεύονταν άγρια τόσο στο οικονομικό όσο και στο σεξουαλικό επίπεδο; Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, όμως φαίνεται ότι οι γυναίκες δεν υπήρξαν καλύτερες, ούτε χειρότερες, από τους άνδρες σε καμία εποχή, και ότι το φύλο του εκμεταλλευτή δεν επηρέαζε αποφασιστικά το βαθμό εκμετάλλευσης των δούλων, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις.

 

Ανταγωνισμός μεταξύ νόμιμης συζύγου και δούλης – παλλακίδας

 

Από την ομηρική εποχή ο σεξουαλικός ανταγωνισμός μεταξύ της νόμιμης συζύγου και της δούλης-παλλακίδας ήταν έντονος, ιδιαίτερα αν η σύζυγος ήταν στείρα ή είχε γεννήσει μόνο κόρες: αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ομηρικά έπη ως ιστορικές πηγές, τότε θα συμπεράνουμε ότι τα νόθα παιδιά που ήταν οι καρποί των ενώσεων του κυρίου και κάποιας δούλης είχαν μια στοιχειώδη κοινωνική αναγνώριση και ίσως κάποια δικαιώματα στην πατρική περιουσία. Τουλάχιστον σε αυτά τα συμπεράσματα καταλήγει κανείς, αν αναλογιστεί ότι στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος, όταν επισκέπτεται το παλάτι του Μενελάου και της Ελένης στη Σπάρτη, παρευρίσκεται σε διπλές γαμήλιες τελετές: της νόμιμης θυγατέρας του ζεύγους Ερμιόνης αλλά και του νόθου γιου που ο Μενέλαος είχε αποκτήσει από τη σχέση του με μια δούλη.[2]

Στην Ιλιάδα, η ιέρεια της Αθηνάς, η Θεανώ, αποτελεί σπάνιο παράδειγμα ανεκτικής συζύγου: έφθασε στο σημείο να θηλάζει η ίδια τον νόθο γιο του άνδρα της, του Αντήνορα, για να τον ευχαριστήσει.[3] Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα της Ανδρομάχης παρόμοια λόγια, που όμως φαίνεται να είναι επινόηση του τραγικού ποιητή, καθώς στην Ιλιάδα δεν υπάρχει σχετική αναφορά και το παράδειγμα της Θεανώς αναφέρεται ως σπανιότατη περίπτωση συζυγικής ανοχής.[4]

Καθώς σε κάθε πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα αξιολογείται με μοναδικά κριτήρια την ομορφιά της και την αναπαραγωγική της ικανότητα, καμία νόμιμη σύζυγος δεν θα ήταν τόσο ανόητη ώστε να αποδεχτεί την παλλακίδα του άνδρα της και τα νόθα παιδιά του: κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε σοβαρό κλονισμό της θέσης της μέσα στον «οίκο».

Απεικόνιση της δολοφονίας της Κασσάνδρας σε ερυθρόμορφη κύλικα του 5ου αι. π.χ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις σωζόμενες τραγωδίες και των τριών μεγάλων τραγικών έχουν ως κεντρικό ή δευτερεύον θέμα τη σύγκρουση συζύγου και παλλακίδας: στο πρώτο έργο της αισχύλειας τριλογίας Ορέστεια, τον Αγαμέμνονα, κυριαρχεί η σύγκρουση της δεσποτικής και αρχομανούς Κλυταιμνήστρας και της αιχμάλωτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας. Οι ομηρικές βασίλισσες φαίνεται ότι βρίσκονταν συχνά στην ίδια θέση με τις ασσύριες ομόλογές τους, που υποδέχονταν τις αιχμάλωτες γυναίκες και συχνά ήταν υπεύθυνες για την επιλογή των παλλακίδων που θα στελέχωναν το χαρέμι του άνδρα τους.[5]

Όμως, οι αρχαίες βασίλισσες του ελληνικού χώρου δεν ήταν τόσο ανεκτικές: στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι ο πατέρας του Οδυσσέα, ο Λαέρτης, αν και αγόρασε αντί υψηλής τιμής τη δούλη Ευρύκλεια, δεν την έκανε παλλακίδα του, για να μη στενοχωρήσει τη νόμιμη σύζυγό του, την Αντίκλεια.[6] Στην Ιλιάδα, αντίθετα, υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα στον Φοίνικα και στον πατέρα του, σύγκρουση με μήλο της έριδας την παλλακίδα του πατέρα και με υποκινήτρια τη νόμιμη σύζυγο και μητέρα του Φοίνικα.[7]

Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τόσο το σύζυγό της Αγαμέμνονα, όσο και την αθώα παλλακίδα του, την Κασσάνδρα, όχι γιατί τρέφει αγάπη για το σύζυγό της και αισθάνεται προδομένη αλλά γιατί προσβλήθηκε η βασιλική της τιμή:

 

«Και αυτήν την απόφασίν μου ενόρκως σου την ανακοινώνω. Μα την τελεία Δίκη της θυγατέρας μου, μα την Άττην και την Ερινύα, χάριν των οποίων εφόνευσα αυτόν εδώ, δεν θα πατήσει μέσα εις το σπίτι μου ίχνος φοβίας, όσον καιρό ανάβει την εστία ο Αίγισθος αφοσιωμένος σε μένα, όπως και πριν. Αυτός αποτελεί για μένα θαρραλέα προστατευτική ασπίδα. Κάτω νεκρός ευρίσκεται αυτός, αφού επρόδωσε εμένα και εχαριτολογούσε με τις Χρυσηίδες εις την Τροία. Το ίδιο κείται νεκρή και αυτή η αιχμαλωτισμένη μάντισσα και ερωμένη του, η πιστή του συγκοιμώμενη, με την οποία πλάγιαζε στο στρώμα του πλοίου. Δεν έμειναν ατιμώρητοι. Αυτός με τον τρόπο που σας περιέγραψα. Και αυτή, αφού σαν κύκνος θρήνησε τον θάνατό της, έπεσε πάνω στον αγαπημένο της νεκρή».[8]

 

Έχει προηγηθεί η σύγκρουση των δύο γυναικών, κατά την οποία η Κασσάνδρα παρέμεινε βουβή, ενώ η Κλυταιμνήστρα οδηγήθηκε από έναν ψευδή οίκτο προς μια προσπάθεια ταπείνωσης της Κασσάνδρας, η οποία αντιμετωπίζεται ως βάρβαρη, άλαλη, αγρίμι που μόλις έχει αιχμαλωτιστεί.[9] Η D.E. McCoskey ανέπτυξε την εξής θέση, με βάση τη σύγκρουση των δύο γυναικών: η Κλυταιμνήστρα, τυφλωμένη από την αρχομανία της, δεν θέλει να δει ότι μπορεί να υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στην Κασσάνδρα και την ίδια, και οι δύο ως γυναίκες είναι θύματα της πατριαρχίας.

Όμως, η Κλυταιμνήστρα επιδιώκει να δράσει ως «υπερ-γυναίκα», αρνούμενη το φύλο της, και η θεά Αθηνά θα την πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, καθώς, αρνούμενη τη θηλυκή της υπόσταση, θα ψηφίσει υπέρ της αθώωσης του γιου και δολοφόνου της αργείας βασίλισσας.[10]

Αργότερα, ο Δίων Χρυσόστομος, εκπρόσωπος της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής, που έζησε κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ., επιχείρησε να ρίξει φως στην άγνωστη προσωπικότητα της πρώτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Χρυσηίδας, και έμμεσα στη συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας, στον 61ο λόγο του, με τίτλο «Χρυσηίδα».

Εκεί υποστηρίζει ότι η βουβή, ως χαρακτήρας, Χρυσηίδα ήταν μια έξυπνη γυναίκα που ώθησε τον πατέρα της να την εξαγοράσει μόνον όταν κατάλαβε πόσο ωμός ήταν ο Αγαμέμνονας: αφού πρόσβαλε δημόσια τη νόμιμη γυναίκα του, που ήταν η μητέρα των παιδιών του και βασίλισσα, πώς θα φερόταν απέναντι στην ίδια, μια ασήμαντη δούλη-παλλακίδα, μόλις κουραζόταν από τα θέλγητρά της (Ιλιάδα Α 113-115); Επίσης, ο Δίων παρουσιάζει τη Χρυσηίδα να προβληματίζεται όταν μαθαίνει ότι οι Aτρείδες «γυναικοκρατούνταν» και ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν μια σκληρή και δυναμική γυναίκα: μια τέτοια σύζυγος ήταν κακός οιωνός για οποιαδήποτε παλλακίδα.

Η σύγκρουση συζύγου-παλλακίδας παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στην τραγωδία του Ευριπίδη Ανδρομάχη, όπου η νόμιμη σύζυγος του Νεοπτόλεμου, η Ερμιόνη και η παλλακίδα του, η Ανδρομάχη, συγκρούονται άγρια: η Eρμιόνη παραμένει στείρα και, έξαλλη που η Ανδρομάχη έχει χαρίσει γιο στον Νεοπτόλεμο, αποπειράται, με τη βοήθεια του πατέρα της Μενέλαου, να σκοτώσει και την Ανδρομάχη και το γιο της. Στη μακρά στιχομυθία ανάμεσα στις δύο γυναίκες, η Ερμιόνη, ελαφρόμυαλη και αλαζονική, προσπαθεί να υποβιβάσει την αντίπαλό της στο επίπεδο του «φύσει δούλου», του ανόητου βάρβαρου. Της τονίζει ότι είναι ένα τίποτα, μια αιχμάλωτη, δούλη σε ξένη γη, χωρίς ελπίδα για βοήθεια από κανέναν.[11]

Η Ερμιόνη περηφανεύεται για την πλούσια προίκα της, για τη δυνατότητα που της δίνει να μιλάει ελεύθερα, αλλά δεν έχει καμία δύναμη απέναντι στον άνδρα της: αν αυτός καταλάβει το σχέδιό της την περιμένει ο θάνατος ή η υποδούλωση.[12] Όντας γυναίκα, η εξουσία της πάνω στους δούλους περιορίζεται σημαντικά από εκείνη του συζύγου της επάνω της.

Οι γυναίκες ως λάφυρα πολέμου: μετά την κατάληψη της Τροίας, ο Αίος ο Λοκρός βιάζει την Κασσάνδρα. Ερυθρόμορφο κύπελλο, περ. 440-430 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Το ίδιο ισχύει για την άτυχη σύζυγο του Ηρακλή, τη Δηιάνειρα, αν και αυτή παρουσιάζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Τραχίνιαι  ως μια συμπαθής μορφή. Ύστερα από χρόνια μοναξιάς και ανοχής των άπειρων απιστιών του συζύγου της, δεν μπορεί να αντέξει να μοιράζεται το συζυγικό κρεβάτι με μια άλλη: αυτό συνιστά κλονισμό της θέσης της στον οίκο και δεν μπορεί να το αφήσει έτσι. Όμως, σε αντίθεση με την Κλυταιμνήστρα και την Ερμιόνη, είναι μια καλόψυχη γυναίκα: συμπονά την άτυχη Ιόλη, την παλλακίδα του Ηρακλή, όταν τη βλέπει μέσα στο κοπάδι των αιχμάλωτων γυναικών που ο Ηρακλής στέλνει στον οίκο του ως λάφυρα, μετά την άλωση της Οιχαλίας: «Με πλημμυρίζει, φίλες μου, οίκτος να βλέπω αυτές τις άμοιρες στην ξένη γη, ξεσπιτωμένες κι ορφανές και σκλάβες. Γεννήθηκαν ελεύθερες και τώρα το πικρό ψωμί θα τρώνε της δουλείας».[13]

Η Δηιάνειρα δεν έχει σκοπό να σκοτώσει την Ιόλη ούτε να τη βλάψει με κάποιον άλλο τρόπο. Θα επιχειρήσει απλά να ξανακερδίσει την αγάπη του Ηρακλή με το μαγικό φίλτρο που της έδωσε ο Κένταυρος Νέσσος πριν πεθάνει, δίχως να γνωρίζει ότι πρόκειται για δηλητήριο.

Από τις τρεις αυτές τραγικές ηρωίδες εκείνη που πλησιάζει περισσότερο τη μέση αρχαία Ελληνίδα είναι η Δηιάνειρα. Η θέση της νόμιμης συζύγου μπορούσε να κλονιστεί σοβαρά από το δεσμό του άνδρα της με μια δούλη, αν και στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. η νομοθεσία δεν άφηνε περιθώρια για να γίνουν τα παιδιά ενός τέτοιου δεσμού τίποτα περισσότερο από δούλοι.

Για την ακρίβεια καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας η νομική θέση ενός παιδιού καθοριζόταν από τη νομική θέση της μητέρας του: το παιδί μιας δούλης ήταν, από νομική άποψη, δούλος. Όμως, διαφορετικές πηγές μας παρουσιάζουν δούλες να σφετερίζονται αντικείμενα και προνόμια της κυρίας τους χάρη στην εύνοια του κυρίου. Σε ένα μύθο του Αισώπου, μια άσχημη και κακότροπη δούλη κατάφερε να την αγαπήσει ο κύριός της και εκείνη με το χρυσάφι που της έδινε στολιζόταν και μάλωνε με την κυρά της.[14] Τελικά, χρειάστηκε η επέμβαση της θεάς Αφροδίτης, για να συμμαζευτεί κάπως η υπερφίαλη δούλη.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι μια επιγραφή (αχρονολόγητη) χαραγμένη σε όστρακο, που βρέθηκε στην αρχαία αγορά της Αθήνας: πρόκειται για το κείμενο της επιστολής μιας Αθηναίας που, ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, έμαθε ότι κατά την απουσία της ο σύζυγός της όχι μόνο απελευθέρωσε τη δούλη και ερωμένη του αλλά και συζούσε ανοιχτά μαζί της και της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τα ρούχα και τα κοσμήματα της γυναίκας του. Η αθηναία κυρία έγινε έξαλλη που ο σύζυγος ξεπέρασε κάθε όριο και έγραψε αμέσως στους συγγενείς της, ζητώντας τους να επέμβουν γιατί η συμπεριφορά του συζύγου εξευτέλιζε όχι μόνο την ίδια αλλά και ολόκληρο το γένος τους.[15]

Σε μια ερμηνεία ονείρου από τον Αρτεμίδωρο (2ος αι. μ.Χ.), μια υπηρέτρια που κάποιος την είδε στον ύπνο του να απαγγέλλει ευριπίδειους στίχους («Ψήσε, κατάκαψε τις σάρκες μου, χόρτασε από μένα»), έπεσε θύμα της άγριας ζηλοτυπίας της κυρίας της, κι ο συγγραφέας βρήκε πολύ φυσικό το ότι απήγγειλε στίχους από την Ανδρομάχη.[16]

Όμως και μια δούλη μπορούσε να βλάψει την κυρία της: σε ένα άλλο όνειρο, αυτή τη φορά μιας ελεύθερης γυναίκας, η υπηρέτρια έπλεκε τα μαλλιά της και χρησιμοποίησε παρά τη θέλησή της την εικόνα της που ήταν ζωγραφισμένη σε έναν πίνακα, καθώς και τα ρούχα της, σαν να επρόκειτο να παρελάσει σε πομπή. Πολύ σύντομα, η υπηρέτρια τη χώρισε από τον άνδρα της, με συκοφαντίες.[17]

Τέλος, κάποιες επιγραφικές μαρτυρίες (από την ελληνιστική εποχή) υποδηλώνουν ότι αν η νόμιμη σύζυγος ήταν στείρα, ο σύζυγος που αποκτούσε γιο από μια δούλη-παλλακίδα μπορούσε να απελευθερώσει την ίδια και το παιδί και να τους καταστήσει συγκληρονόμους με τη νόμιμη χήρα του. Αυτό έπραξε κάποιος Κλεομάντης σε μια απελευθερωτική επιγραφή του 2ου αιώνα π.Χ. από τους Δελφούς.[18]

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η απελπισία της Κρέουσας, της βασίλισσας της Αθήνας στην τραγωδία Ίων του Ευριπίδη, όταν οι ακόλουθές της τής ανακοινώνουν ότι ο βασιλικός της σύζυγος, ο Ξούθος, ανακάλυψε ότι έχει έναν νόθο γιο και ότι σκοπεύει να τον φέρει στην Αθήνα και να τον αναγορεύσει διάδοχο του θρόνου που ανήκε στην ίδια, η οποία καταγόταν από τον Κέκροπα, τον πρώτο βασιλιά της Αττικής. Η αθηναία πριγκίπισσα δεν μπορεί να δεχτεί ότι στον οίκο της θα γίνει διάδοχος ο γιος ενός ξένου (ο Ξούθος δεν ήταν Αθηναίος) και μιας δούλης: «Και το χειρότερο θα πάθεις, Δέσποινα. Έναν χωρίς μάνα και όνομα και σκλάβας γιο θα σου στήσει αφέντη. Αν ήταν γιος αρχόντισσας και σ’ έπειθε αφού είσαι άτεκνη – ας το ’φερνε αν ήθελε».[19]

 

Η συμπεριφορά των γυναικών της δουλοκτητικής τάξης απέναντι στους δούλους

 

Κυρία, η οποία απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο της, ενώ μια δούλη τη δροσίζει κουνώντας μια βεντάλια. Αμφορέας της Απουλίας των μέσων του 4ου αι. π.χ.

Αφήνοντας κατά μέρος την ιδιάζουσα συμπεριφορά απέναντι στις δούλες-παλλακίδες, ποια ήταν η γενικότερη στάση των ελεύθερων γυναικών απέναντι στους δούλους; Οι γυναίκες δεν διέφεραν σε γενικές γραμμές από τους άνδρες στη συμπεριφορά τους απέναντι στους δούλους: εκμεταλλεύονταν την εργασία τους, τους τιμωρούσαν το ίδιο σκληρά όταν έκαναν σφάλματα ή όταν επιχειρούσαν να δραπετεύσουν.

Στις τραγωδίες του Ευριπίδη Μήδεια, Ίων, Ιππόλυτος, οι ηρωίδες, Μήδεια, Κρέουσα και Φαίδρα, στηρίζονται για βοήθεια σε δούλους: η Μήδεια και η Φαίδρα βασίζονται στη βοήθεια της παλιάς τους τροφού, ενώ η Κρέουσα απολαμβάνει την πολύτιμη βοήθεια του ηλικιωμένου παιδαγωγού της. Οι παλιοί παιδαγωγοί, οι παλιές τροφοί συνδέονται με έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με τις κυρίες (και τους κυρίους τους), όπως φαίνεται και από τα πορίσματα της διατριβής της Κατερίνας Συνοδινού.[20] Αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Οι παιδαγωγοί και οι τροφοί είναι οι δούλοι που είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να απελευθερωθούν και χωρίς υλικά ανταλλάγματα.

Αλλά και οι ίδιες οι κυρίες συχνά έτρεφαν μεγάλη αγάπη για τους θρεπτούς και τις θρεπτές, δούλους και δούλες που τους ανέθρεψαν οι ίδιες μαζί με τα αληθινά παιδιά τους: έτσι, η θρεπτή της σκληρής Βίτιννας, που θέλει να στείλει τον εραστή δούλο της στον δημόσιο χώρο βασανιστηρίων για να μαστιγωθεί ως τιμωρία στην απιστία του με μια φίλη της, μεσολαβεί για χάρη του με επιτυχία[21] ( 3ος αι. π.Χ.). Η Βίτιννα την είχε αναθρέψει μαζί με την κόρη της.

Η Α. Ρουσσοπούλου σε ένα νομικό άρθρο της σχολίασε μια απελευθερωτική επιγραφή από την Κάλυμνο του 2ου αιώνα μ.Χ. Σε αυτήν κάποια Αγαθή Δωροθέου, Αντιόχισσα, απελευθέρωσε ένα κορίτσι το οποίο είχε «λάβει», και όχι αγοράσει, αφού πρώτα, το κορίτσι αυτό, η Αφροδεισία, «παρέμενε» κοντά της έως το θάνατό της. Σύμφωνα με τη Ρουσσοπούλου, η Αφροδεισία δεν ήταν «θρεπτή», αλλά παραδόθηκε βρέφος στην Αγάθη μάλλον από τους γονείς της.

Η Αγάθη, προφανώς άτεκνη, χρειαζόταν την υποστήριξη της Αφροδεισίας στα γηρατειά της. Η Ρουσσοπούλου βρήκε παραλληλισμό με τις «ψυχοκόρες» της νεότερης εποχής.[22] Σε μια άλλη επιγραφή από τη Βέροια, της ίδιας εποχής, μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Αριάγνη, στην αίτηση για βοήθεια που έστειλε στα αδέλφια της πήρε αρνητική απάντηση μαζί με τη συμβουλή να μην απελευθερώσει τη δούλη της καθώς ήταν το στήριγμα των γηρατειών της.[23]

Αλλά και για τις ταφικές τιμές, όταν δεν υπήρχαν παιδιά, ήταν απαραίτητοι οι δούλοι: δεν είναι τυχαίο ότι στις επιγραφές της Λυκίας απαντά η λέξη «μνημόδουλος», αυτός ήταν ο δούλος που αναλάμβανε τη φροντίδα του τάφου του κυρίου του με ανταμοιβή την απελευθέρωσή του. Στο λεξικό Liddel-Scott αναφέρεται ως αμφίβολης σημασίας και ότι απαντά στο ΤΑΜ 2 (3) στην πόλη Αρύκανδα.

Στην ίδια όμως πόλη μια γυναίκα, η Αρισταινέτη, μετά το θάνατο της κόρης της αναφέρει σε επιγραφή ότι θα απελευθερώσει τις δύο «προικαίαις» δούλες της για να προσφέρουν ταφικές τιμές στους τάφους της ίδιας και της κόρης της.[24]

Το ότι οι θρεπτοί αποτελούσαν μέλη του οίκου αποδεικνύεται από λυκιακές επιγραφές όπου οι θρεπτοί εξασφαλίζουν μια θέση στον οικογενειακό τάφο: π.χ. σε μια επιγραφή από την Τερμεσσό, η Αυρηλία Αθηναΐς αναφέρει ότι κατασκεύασε τη σωματοθήκη για την ίδια, τις κόρες της και τη θρεπτή της.[25]

 

Ταφική στήλη της Μνησαρέτης, όπου νεαρή υπηρέτρια κοιτάζει την αποθανούσα κυρία της. Αττική, περ. 380 π.χ., Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

 

Όμως και η άλλη όψη, εκείνη της σκληρότητας που άγγιζε την απανθρωπιά ήταν εξίσου συχνή: οι γυναίκες-δούλοι ειδικά βρίσκονταν στο έλεος των κυριών τους, καθώς περνούσαν τον περισσότερο καιρό μαζί τους στον οίκο.

Έτσι στους «Μιμίαμβους» του Ηρώνδα οι κυράδες φέρονται βάναυσα στις δούλες τους, τις κατηγορούν για τεμπελιά και τις απειλούν με ξυλοδαρμό «Κορριτώ: Κάθησε, Μητρώ. (Στη δούλα). Ξεκουμπίσου και φέρε μια πολυθρόνα στην κυρία. Σήκω όρθια, είπα! Πρέπει όλα να της τα λες. Δεν θα κάνεις τίποτα, κακομοίρα μου, από μόνη σου; Δεν βαριέσαι, κοτρώνα έχω βάλει σε αυτό το σπίτι, όχι δούλα. Όταν όμως έρθει η ώρα να λάβεις το μερτικό σου από το αλεύρι, μετράς και τον τελευταίο κόκκο. Κι αν τόσο δα χυθεί στο πάτωμα, όλη τη μέρα γκρινιάζεις και ξεφυσάς και οι φωνές διαπερνούν όλους τους τοίχους. Τι τρίβεις εκεί; Βρήκες την ώρα, μωρή λησταρχία, να τα γυαλίσεις; Να ’χεις χάρη που έχω επίσκεψη την κυρία γιατί αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ τι γεύση έχει το χέρι μου».[26]

Σε έναν άλλο μιμίαμβο, το «Προσκύνημα στον Ασκληπιό», μία από τις προσκυνήτριες μεταχειρίζεται με εξίσου άθλιο τρόπο την (μάλλον νουμιδή) δούλη της: «Στ’ ορκίζομαι σ’ αυτόν τον θεό Κύδιλλα, γιατί με κάνεις να ανάβω χωρίς να το θέλω, στ’ ορκίζομαι λέω που θα έρθει μέρα που το βρωμοκέφαλό σου αυτό θα το ξύνεις και θα κλαις».[27]

Σε ένα μύθο του Αισώπου, ένας άνδρας έχει εκπλαγεί τόσο από τη σκληρή συμπεριφορά της γυναίκας του προς τους οικιακούς δούλους ώστε την έστειλε στον πατέρα της με κάποιο πρόσχημα για να δει αν θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο και σε εκείνους τους δούλους που δούλευαν έξω από το σπίτι. Όταν γύρισε και τη ρώτησε γι’ αυτό το θέμα, του απάντησε ότι οι αγελαδάρηδες και οι βοσκοί την κοίταζαν με μισό μάτι, και τότε ο σύζυγος εξερράγη από το θυμό του για τη συμπεριφορά της.[28]

Στην τραγωδία του Ευριπίδη Υψιπύλη, η ηρωίδα, πρώην βασίλισσα της Λήμνου, και δούλη-τροφός του Οφέλτη, γιου του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου και της Ευρυδίκης, άθελά της γίνεται αιτία του θανάτου του νήπιου: η βασίλισσα Ευρυδίκη είναι ανελέητη στην απόφασή της για την τιμωρία της τροφού: «Δούλα ξενόφερτη κι αγορασμένη, που ’χεις στην κάθε ανάγκη εύκολο δάκρυ, θα μου πληρώσεις το χαμό του γιου μου με το δικό σου θάνατο, να ξέρεις».[29]

Η μητέρα του γιατρού του 2ου αιώνα μ.Χ., του Γαληνού, χαρακτηρίζεται από το γιο της ως οργιλωτάτη, ως μια δεύτερη Ξανθίππη.[30] Αυτή η γυναίκα, που ζούσε στα οικογενειακά κτήματα έξω από την Πέργαμο, όταν πάθαινε κρίσεις θυμού, ξεσπούσε δαγκώνοντας και δέρνοντας τις δούλες της. Η κακομεταχείριση των δούλων από τις καταπιεσμένες γυναίκες της δουλοκτητικής κοινωνίας ήταν συχνή ιδίως στη ρωμαϊκή περίοδο: αποκλεισμένες από τον δημόσιο βίο, υποταγμένες στο σύζυγο, με περιορισμένα δικαιώματα, αυτές οι γυναίκες ξεσπούσαν την οργή τους πάνω στους δούλους που βρίσκονταν πιο χαμηλά από τις ίδιες στην κοινωνική ιεραρχία.

 

Ρωμαία κυρία, καθισμένη σε πολυθρόνα, απολαμβάνει τις περιποιήσεις τεσσάρων θεραπαινίδων. Μαρμάρινο ανάγλυφο από το Neumagen της Γερμανίας, 3ος αι. μ.Χ

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι έλειπαν και παραδείγματα γυναικών που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη στοιχειώδη για ανθρώπινα όντα ευαισθησία: π.χ. στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου Λευκίππη και Κλειτοφών (2ος αι. μ.Χ.), το πορτρέτο της πλούσιας κυρίας Μελίττης είναι ανθρώπινο: έχοντας χηρέψει πρόσφατα, η Μελίττη ξαναπαντρεύεται με ένα νεότερό της άνδρα, τον ήρωα του έργου, τον Κλειτοφώντα, και ενώ επισκεπτόταν για επιθεώρηση τα κτήματά της, έπεσε στα πόδια της μια γυναίκα σε άθλια κατάσταση, παρακαλώντας την, σαν γυναίκα προς γυναίκα, να δείξει οίκτο.[31]

Η γυναίκα αυτή ήταν η αληθινή σύζυγος του Κλειτοφώντα, η Λευκίππη, που είχε πωληθεί ως δούλη από τους απαγωγείς της, και τώρα βασανιζόταν από τον σαδιστή επιστάτη της Μελίττης, γιατί αρνιόταν να υποκύψει στις σεξουαλικές του ορέξεις: η Μελίττη έδειξε οίκτο αλλά κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο την εποχή εκείνη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση όπου η κυρία ένιωθε τα κοινά στοιχεία που την ένωναν με τη δούλα: την αδυναμία τους ως γυναικών σε μια πατριαρχική κοινωνία.

Από την ομηρική εποχή εκφράστηκε η άποψη της δυστυχίας της αρχόντισσας που ο πόλεμος τη μετέτρεψε σε δούλη: π.χ. στο διάλογο του Έκτορα και της Ανδρομάχης, ο Έκτορας ανάμεσα στα άλλα λέει: «Όταν χαλκάρματος κάποιος Αχαιός πάρει τη λευτεριά σου και ξοπίσω του σε σέρνει δακρυσμένη. Και στο Άργος πέρα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης κι από τη Μεσσηίδα ή την Υπέρεια σου λέει νερό να φέρνεις, πολύ άθελά σου, μα ανημπόρετη θα σε βαραίνει ανάγκη».[32]

Εξάλλου, όταν η Εκάβη μαθαίνει ότι δόθηκε με κλήρο στον Οδυσσέα, τον χειρότερο δυνατό αφέντη, και εκφράζει την απελπισία της, δέχεται την παρηγοριά του Ταλθύβιου, που της λέει ότι έτυχε σε καλή δέσποινα, εννοώντας την Πηνελόπη.[33]

Για τις δούλες, που κατά κανόνα δούλευαν στον οίκο, σημασία είχε κυρίως το ποιόν της δέσποινας, κάτω από την επίβλεψη της οποίας θα δούλευαν και λιγότερο του αφέντη, ο οποίος ασχολούνταν με την επίβλεψη των αρσενικών που δούλευαν στα χωράφια. Εξάλλου, και ο Ισχόμαχος, ο ήρωας του διαλόγου «Οικονομικός» του Ξενοφώντα (4ος αιώνας π.Χ.), στην εκπαίδευση της νεαρής συζύγου του, τονίζει ότι ανάμεσα στα βασικά της καθήκοντα είναι η επίβλεψη των δούλων του οίκου ακόμα και ο έλεγχος της σεξουαλικής ζωής τους.[34]  «Εκείνη όμως έπρεπε επίσης να καταπιαστεί ενδεχομένως με τα εργόχειρα. Κυρίως να πλησιάζει τον αργαλειό για να διδάξει ό,τι ήξερε καλύτερα από τους άλλους και να μάθει απ’ τη μεριά της ό,τι γνώριζε λιγότερο καλά».[35]

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχθεί κανείς την άποψη του καθηγητή κοινωνιολογίας Orlando Patterson ότι η ιδέα της προσωπικής ελευθερίας είχε εφευρεθεί από τις γυναίκες της ελληνικής τραγωδίας. Πολύ σωστά η καθηγήτρια φιλοσοφίας Βούλα Λαμπροπούλου επισημαίνει ότι αν και στις τραγωδίες οι γυναικείες φωνές υψώνονται προς υπεράσπιση της ειρήνης και της ελευθερίας, σε πρακτικό επίπεδο οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας δεν είχαν τη δυνατότητα, ίσως ούτε την επιθυμία να προκαλέσουν κοινωνικές μεταβολές. Επιπλέον, όντας μέλη βασιλικών οίκων δεν είχαν κοινά ταξικά συμφέροντα με τους δούλους και εκείνο που είχε σημασία για τις ίδιες ήταν η ευημερία του οίκου τους.[36]

Αν και οι γυναίκες, όπως και οι δούλοι, ανήκαν στα καταπιεσμένα στρώματα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, η καταπίεσή τους δεν ήταν ομόλογη: σαφώς οι γυναίκες της ελίτ κυριαρχούσαν επί των δούλων ή ακόμα και επί των φτωχών ελεύθερων ανδρών, τουλάχιστον από την ελληνιστική εποχή.

 

Κώστας Μαντάς

Δρ. Αρχαίας Ιστορίας

Πανεπιστήμιο Bristol

  

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Κ. Μαντάς, «Δούλοι και δουλεία στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.

[2] Βλ. Α. Λεντάκης, Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα ή Πώς κατασκευάζεται η γυναίκα;, Αθήνα 1986, σ. 260-261.

[3] Ιλιάδα Ζ 298 κ.ε.

[4] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 213-214.

[5] Βλ. G. Lerner, The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.

[6] Οδύσσεια  α  430-433.

[7] Ιλιάδα  Ι 447-457.

[8] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 132 κ.ε, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1973, σ. 69.

[9] Στο ίδιο, 56.

[10] D.E. McCoskey, «Slavery and the division of women in Aeschylus’ Oresteia», στο S.R. Joshel /S. Murnaghan (επιμ.), Women and Slaves in Greco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998, σ. 35-55.

[11] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 137 κ.ε.

[12] Στο ίδιο, 927.

[13] Σοφοκλής, Τραχίνιαι, 298-302, μετ. Κ. Γεωργουσόπουλος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003.

[14] Αισώπου μύθοι, τ. Α΄, εκδ. Τολίδη, μετ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 41.

[15] Α.Ν. Oikonomides, «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Αthenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.

[16] Αρτεμίδωρος, 4.59.284.

[17] Στο ίδιο.

[18] T. Wiedemann, Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988, σ. 48-49.

[19] Ευριπίδης, Ίων, 835-841.

[20] K. Synodinou, On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977, σ. 62-65.

[21] Ηρώνδας, Μιμίαμβοι, μετ. Ρ. Μανθούλης, Αθήνα 2000, σ. 74-75.

[22] Α. Ρουσσοπούλου, «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Bήμα 13 (1965), σ. 163-165.

[23] SEG  XXXVI, 1986, num.590.

[24] SEG  XLIV, 1994, num. 1155.

[25] ΤΑΜ  ΙΙΙ.Ι, num. 237.

[26] Ηρώνδας, ό.π., σ. 83.

[27] Στο ίδιο, σ. 61.

[28] Αισώπου μύθοι, ό.π.

[29] Ευριπίδης, Υψιπύλη, μετ.- διασκευή Τ. Ρούσσος, εκδ. Κάκτος, σ. 95.

[30] Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, λ. «Γαληνός».

[31] Αχιλλέας Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.17.

[32] Ιλιάδα Ζ  454, κ.ε., μετ. Καζαντζάκη-Κακριδή.

[33] Ευριπίδης, Τρωάδες, 275-280.

[34] Ξενοφών, Οικονομικός  VII, 36-37.

[35] Y. Garlan, Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ. 179.

[36] Βούλα Λαμπροπούλου, Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006, σ. 15-19.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  •  GARLAN Y., Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988.
  • JOSHEL S.R. / S. MURNAGHAM, Women and Slaves in Graeco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998.
  • ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Β., Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006.
  • ΛΕΝΤΑΚΗΣ Α., Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα;, Αθήνα 1986.
  • LERNER G., The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.
  • ΜΑΝΤΑΣ K., «Δούλοι και ελεύθεροι στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.
  • —, Όψεις του θεσμού της δουλείας στους διαλόγους του Δίωνα Χρυσοστόμου, Αθήνα 2008.
  • OIKONOMIDES A.N., «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Athenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.
  • ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ Α., «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Βήμα 13 (1965), σ. 163-165.
  • SYNODINOU Κ., On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977.
  • WIEDEMANN Τ.Ε.J., Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988.

Πηγή


Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 112, Σεπτέμβριος 2009.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »