Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

«Τημένιον, το λιμάνι του αρχαίου Άργους. Αναφορές αρχαίων και νέων συγγραφέων και ενδείξεις για την τοποθεσία, από το τέλος του 18ου αιώνα». Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και Πολεοδομία». Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, 28/4 – 1/5/1990. Γαλλική Σχολή Αθηνών, Αθήνα, 1998.


 

 

Εισαγωγή και μεθοδολογικές διευκρινίσεις

 

Η ονομασία Τημένιον στη μυθολογική εποχή προσδιόριζε τοποθεσία και, πιθανώς, μικρό οικισμό και, στην ιστορική εποχή του αρχαίου Άργους, το επίνειο και λιμάνι του, αλλά και την απόληξη των μακρών τειχών τα οποία οι Αργείοι είχαν επιχειρήσει, τότε, να οικοδομήσουν. Σήμερα, προσδιορίζει παράλια έκταση δυτικότερα της κωμόπολης της Νέας Κίου και αμέσως μετά από αυτήν, η οποία υπάγεται στα όρια του Δήμου Άργους και, από μια εικοσαετία, περίπου, αναπτύσσεται σε τόπο συχνά αυθαίρετης κατοικίας για κατοίκους του Άργους και των περιχώρων του.

 

Αεροφωτογραφία της παραλίας της Νέας Κίου και της πεδιάδας του Άργους (λίγο πριν ή λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο). Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

Αεροφωτογραφία της παραλίας της Νέας Κίου και της πεδιάδας του Άργους (λίγο πριν ή λίγο μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο). Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Για γνωστούς, πλέον, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους (μετοίκηση γηγενών αργείων στην Αθήνα, αμέσως μετά την περιπέτεια του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου πολέμου, επι­κράτηση του προτύπου άγριας κερδοσκοπίας επί της γης και συναφής εξασθένηση της ιστορικής μνήμης, που αντικαταστάθηκε από αόριστες και φλύαρες αναφορές στα περασμένα «μεγαλεία»), η ονομασία διατηρήθηκε από την αρχαία εποχή μέχρι τις μέρες μας αλλά τόσο η προέλευσή της, όσο και ο ακριβής τόπος τον οποίο προσδιόριζε αρχικά, παραμένουν σε κατάσταση νεφελώδους αορι­στίας. Σε τούτο έχουν ασφαλώς συμβάλει δύο αντικειμενικοί παράγοντες, δηλαδή η αλλαγή της μορφολογίας του εδάφους από την αρχαία εποχή και η έλλειψη συγκεκριμένων αρχαιολογικών ερευνών.

Ως προς τον πρώτο παράγοντα σημειώνουμε ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση η ριζική αλλαγή της παραλίας του Αργολικού Κόλπου, η επέκταση των θαλάσσιων υδάτων και η μετατροπή της παραλίας περίπου από τη θέση Κιόσκι (μετά το σημερινό εργοστάσιο «Πελαργός»), μέ­χρι τη Λέρνη – Μύλους σε βαλτώδη έκταση, που τμήμα της διασώζεται ως υγροβιότοπος βόρεια του σημερινού «Τημενίου». Η νέα μορφολογία και η αποφορά που αναδυόταν από τους βάλτους εμπόδιζε, ακριβώς, ταξιδιώτες και ερευνητές, από τα τέλη του 18ου αιώνα, να επιχει­ρούν τη διαδρομή Λέρνης – Ναυπλίου από την παραλία, με μία γραπτή, αρχειακή, πλέον, εξαίρεση, όπως θα δούμε παρακάτω.

 

Τα υπολείμματα υποβάθρων στην παραλία «Κιόσκι», κοντά στο εργοστάσιο «Πελαργός» (Μάρτιος 1992).

Τα υπολείμματα υποβάθρων στην παραλία «Κιόσκι», κοντά στο εργοστάσιο «Πελαργός» (Μάρτιος 1992).

 

Το έλος της Λέρνης, από το βιβλίο του Chr. Wordsworth, Greece, Λονδίνο (1853).

Το έλος της Λέρνης, από το βιβλίο του Chr. Wordsworth, Greece, Λονδίνο (1853).

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα μέλη της Γαλλικής Επιστημο­νικής Αποστολής στην Πελοπόννησο, το 1829, αποφεύγουν και αυτά τη διαδρομή παραλιακά, γι’ αυτό και παρουσιάζεται κενό στο έργο τους ως προς το σημείο τούτο. Είναι, επίσης, γνωστό ότι η αποξήρανση των παραλιακών βαλτωδών εκτάσεων, των οποίων η ύπαρξη συνέβαλλε παλαιότερα, ως ένα βαθμό, και στην ελονοσία που ενδημούσε στην Αργολίδα, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην εργασία των προσφύγων από την Κίο της Μ. Ασίας, που ίδρυσαν την κωμόπολη της Νέας Κίου. Αποξηραντικά έργα πρέπει να είχαν αρχίσει από την οθωνική εποχή, αφού στην περιοχή Κιόσκι οικοδομήθηκε το κτίριο του Ιπποφορβείου (έχει ενταχθεί στις εγκαταστάσεις του «Πελαργού»).

Ως προς τον δεύτερο παράγοντα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχει γίνει αρχαιολογική έρευνα, έστω και ολοκληρωμένη σωστική ανασκαφή, στην περιοχή, κατάσπαρτη, όπως θα δείξουμε, από υπολείμματα κτιρίων και εγκαταστάσεων της αρχαίας εποχής, αλλά και της εποχής της Τουρκοκρατίας και μετέπειτα (ιδιαίτερα στην περιοχή Σερεμέτι, όπου και ό,τι απέμεινε από τον «Πύργο του Νικηταρά»), όπως και από αρχαιολογικά μέλη. Κάτοικοι και κτηματίες έχουν, άλλωστε, ειδοποιήσει κατά καιρούς την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στην παρούσα μελέτη γίνεται απογραφή των αναφορών αρχαίων συγγραφέων για το Τημένιον, αλλά και δύο συγγραφέων του 19ου αιώνα που ασχολήθηκαν με τρόπο συστηματικό και αξιόλογο, ακόμα και υπό τα σημερινά δεδομένα, με την τοπογραφία του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του, δηλαδή των Αντ. Μηλιαράκη και I. Κ. Κοφινιώτη.

Πέρα από αυτούς, προχωρούμε στην κατα­γραφή και ανάλυση ενδείξεων για την τοποθεσία του Τημενίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Πρό­κειται για ενδείξεις χαρτογραφικές, για άλλες από αναφορές και αναλύσεις ταξιδιωτών, όπως και για στοιχεία από πληροφορίες του τοπικού Τύπου. Τέλος, λαμβάνονται υπόψη κάποιες προφορικές μαρτυρίες και καταθέσεις. Το υλικό προέρχεται από βιβλιογραφική, από αρχειακή και από επιτόπου έρευνα. Οι δύο πρώτες έγιναν στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, κατά κύριο λόγο, όπως και στο Παρίσι, στα Archives Nationales και στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού (Château de Vincennes). Οι πληροφορίες του τοπικού Τύπου προέρχονται από αποδελτίωση και κατάταξη των σχετικών αποκομμάτων – φωτοτυπιών κατά ενότητες, για την περίοδο από το 1827 μέχρι σήμερα. Εκτός από τον καθαυτό σκοπό της μελέτης, έμμεσος στόχος της είναι η παροχή ενός, έστω και ατελούς, ιστορικού υποβάθρου, για μελλοντική αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή, η οποία θα φέρει σε φως ενδιαφέροντα στοιχεία της τοπογραφίας και της οργάνωσης του χώρου, τόσο κατά τους αρχαίους όσο και κατά τους νεότερους χρόνους.

 

Αρχαίοι συγγραφείς για το Τημένιον και την περιοχή του

 

Ο Ηρόδοτος [1], στην αφήγησή του για τη σύγκρουση Αργείων και Σπαρτιατών και για την εισβολή του Κλεομένη στις περιοχές της επικράτειας του Άργους, γράφει [2]: «Αργείοι δε εβοήθεον πυνθανόμενοι ταύτα επί θάλασσαν ως δε αγχού μεν εγίνοντο της Τίρυνθος, χώρω δε εν τούτω τω κείται Σήπεια ούνομα, μεταίχμιον ου μέγα απολιπόντες ίζοντο αντίοι τοίσι Λακεδαιμονίοισι».

Ο Θουκυδίδης [3], στο τμήμα της ιστορίας του για τον Πελοποννησιακό πόλεμο που αναφέρεται στην εμπλοκή του Άργους σε αυτόν, κατά το καλοκαίρι του δεκάτου πέμπτου έτους του, γράφει [4]: «Ο δε δήμος των Αργείων εν τούτω, φοβούμενος τους Λακεδαιμονίους και την των Αθηναίων ξυμμαχίαν πάλιν προσαγόμενός τε και νομίζων μέγιστον αν σφάς ωφελήσαι, τειχίζει μακρά τείχη ες θάλασσαν, όπως, ην της γης είργωνται, ή κατά θάλασσαν σφάς μετά των Αθηναίων επαγωγή των επι­τηδείων ωφελή. Ξυνήδεσαν δε τον τειχισμόν και των εν Πελοποννήσω τινές πόλεων. Και οι μεν Αργείοι πανδημεί, και αυτοί και γυναίκες και οικέται, ετείχιζον και εκ των Αθηνών αυτοίς ήλθον τέκτονες και λιθουργοί. Kαι το θέρος ετελεύτα. Του δ’ επιγιγνομένου χειμώνος Λακεδαιμόνιοι ως ήσθοντο τειχιζόντων, εστράτευσαν ες το Άργος αυτοί τε και οι ξύμμαχοι πλην Κορινθίων υπήρχε δε τι αυτοίς και εκ του Άργους αυτόθεν πρασσόμενον. Ήγε δε την στρατιάν Άγις ο Αρχιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς. Και τα μεν εκ της πόλεως δοκούντα προϋπάρχειν ου προυχώρησεν έτι · τα δε οικοδομούμενα τείχη ελόντες και καταβαλόντες και Υσιάς χωρίον της Αργείας λαβόντες και τους ελευθέρους άπαντας ους έλαβον αποκτείναντες ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις».

Ο Στράβων [5] αναφέρει ειδικά για το Τημένιον, στα Γεωγραφικά του[6] : «Των δ’ Αργείων αι τε Πρασιαί και το Τημένιον, εν ω τέθαπται Τήμενος, και έτι πρότερον το χωρίον, δι’ ου ρει ποταμός ή Λέρνη καλουμένη, ομώνυμος τη Λίμνη, εν η μεμύθευται τα περί την Ύδραν. Το δε Τημένιον απέχει του Άργους εξ και είκοσι σταδίους υπέρ της θαλάττης, από δε του Άργους εις το Ηραίον τεσσαράκοντα, ένθεν δε εις Μυκήνας δέκα. Μετά δε το Τημένιον η Ναυπλία, το των Αργείων ναύσταθμον το δ’ έτυμον από του ταις ναυσί προσπελείσθαι».

Ο Πλούταρχος [7], στη βιογραφία του Αλκιβιάδη, δίδει τις εξής πρόσθετες λεπτομέρειες για την κατασκευή τειχών [8]: Ούτω δε των Λακεδαιμονίων εκπεσόντων, στρατηγός αποδειχθείς ο Αλκιβιάδης ευθύς Αργείους και Μαντινείς και Ηλείους συμμάχους εποίησε τοις Αθηναίοις. Και τον μεν τρόπον ουδείς της πράξεως επήνει, μέγα δ’ ην το πεπραγμένον υπ’ αυτού, διαστήσαι και κραδάναι Πελοπόννησον ολίγου δειν άπασαν (…). Μετά δε την μάχην ευθύς επέθεντο καταλύειν εν Άργει τον δήμον οι Χίλιοι και την πόλιν υπήκοον ποιείν Λακεδαιμόνιοι δε παραγενόμενοι κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αύθις δε των πολλών εξενεγκαμένων τα όπλα και κρατησάντων, επελθών ο Αλκιβιάδης την τε νίκην εβεβαίωσε τω δήμω, και τα μακρά τείχη συνέπεισε καθείναι και προσμίξαντας τη θαλασσή την πόλιν εξάψαι παντάπασι της Αθηναίων δυνάμεως, και τέκτονας και λιθουργούς εκ των Αθηνών εκόμισε και πάσαν ενεδείκνυτο προθυμίαν, ουχ ήττον εαυτώ κτώμενος ή τη πόλει χάριν και ισχύν. Έπεισε δε και Πατρείς ομοίως τείχεσι μακροίς συνάψαι τη θαλάσση την πόλιν».

Τέλος, ο Παυσανίας [9], στα Κορινθιακά, [10] γράφει για το Τημένιο και την περιοχή του: Απέχει δε Αργείων της πόλεως τεσσαράκοντα και ου πλείω στάδια ή κατά Λέρναν θάλασσα. Κατιόντων δε ες Λέρναν πρώτον μεν καθ’ οδόν έστιν ο Ερασίνος, εκδίδωσι δε ες τον Φρίξον, ο Φρίξος δε ες την θάλασσαν την μεταξύ Τημενίου και Λέρνης. Από δε Ερασίνου τραπείσιν ες αριστερά σταδίους όσον οκτώ, Διοσκούρων ιερόν έστιν ανάκτων πεποίηται δε σφισι κατά ταύτα και εν τη πόλει τα ξόανα. Αναστρέψας δε ες την ευθείαν τον τε Ερασίνον διαβήση και επί τον Χείμαρρον ποταμόν άφιξη (…). Εκ Λέρνης δε ιούσιν ες Τημένιον (το δέ Τημένιον έστιν Αργείων, ωνομάσθη δε από Τημένου τον Αριστομάχου καταλαβών γαρ και εχυρωσάμενος το χωρίον επολέμει συν τοις Δωριεύσιν αυτόθεν τον προς Τισαμενόν και Αχαιούς πόλεμον) ες τούτο ουν το Τημένιον ιούσιν ο τε Φρίξος ποταμός εκδίδωσιν ες θάλασσαν και Ποσειδώνος ιερόν εν Τημενίω πεποίηται και Αφροδίτης έτερον και μνήμα έστι Τημένου τιμάς έχον παρά Δωριέων των εν Αργεί. Τημενίου δε απέχει Ναυ­πλία πεντήκοντα, εμοί δοκείν, σταδίους, τα μεν εφ’ ημών έρημος, οικιστής δε εγένετο αυτής Ναύπλιος Ποσειδώνος λεγόμενος και Αμυμώνης είναι (…). Έστι δε εκ Λέρνης και ετέρα παρ’ αυτήν οδός την θάλασσαν επί χωρίον ο Γενέσιον ονομάζουσι προς θαλάσση δε του Γενεσίου Ποσειδώνος ιερόν έστιν, ου μέγα. Τούτου δέχεται χωρίον άλλο, Απόβαθμοι γης δε ενταύθα πρώτον της Αργολίδος Δαναόν συν ταις παισίν αποβήναι λέγουσιν».

Από τα αποσπάσματα αυτά γίνεται σαφές ότι στην αρχαία εποχή η περιοχή του Τημενίου ήταν προσιτή σε πλοία, ότι οι Αργείοι, κινητοποιώντας όλον τον πληθυσμό της πόλης και κατά προτροπή του Αλκιβιάδη, που συνέβαλε στην αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Άργος, επιχείρησαν να οικοδομήσουν μακρά τείχη, με τη συνδρομή και τεχνιτών από την Αθήνα, ώστε να ενώσουν την παραλία με την πόλη, ότι οι Σπαρτιάτες τα κατεδάφισαν, καθώς και ότι κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. στο Τημένιον υπήρχε ιερό του Ποσειδώνος και άλλο για την Αφροδίτη, όπως και ο τάφος του Τημένου. Σημειώνουμε πρόσθετα ότι, αν θεωρηθεί ως απόλυτα αξιόπιστος ο Στράβων (ενώ ο Παυσανίας σιωπά ως προς το σημείο αυτό, αν και γράφει ότι, στην εποχή του, το Ναύπλιον ήταν έρημο), «ναύσταθμος» του Άργους ήταν η πόλη αυτή, στην εποχή του τέλους του 1ου π.Χ. και των αρχών του 1ου μ.Χ. αιώνα.

 

Χαρτογραφικές απόψεις για το Τημένιον

 

Από τον εντοπισμό και την επισήμανση χαρτών, ιδιαίτερα της Πελοποννήσου, που χρονολογούνται ακόμα και από το τέλος του 16ου αιώνα, αναδεικνύεται η μεγάλη σύγχυση που επικρατεί γύρω από την τοποθεσία του Τημενίου, ενώ δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν (και ποιοι) από αυτούς στηρίζονται, ενδεχομένως, σε επισημάνσεις οικοδομικών υπολειμμάτων ή και τυχόν επιτό­που ευρημάτων. Οι αναφορές που κάνουμε, όπως και η δημοσίευση ορισμένων χαρτών, έχουν, εννοείται, χαρακτήρα ενδεικτικό, για να εικονίσουμε του λόγου μας το αληθές. Έτσι, λοιπόν, στους χάρτες του Mercator, όπως και σε άλλον του 1590 [11], το Τημένιον τοποθε­τείται σε απόσταση από την παραλία, στην ενδοχώρα. Το ίδιο συμβαίνει και με χάρτη στηριγμένο σε σημειώσεις του ίδιου και σχεδιασμένο από τον Ρ. Briet και άλλους (Παρίσι, 1705) [12].

Αντίθετα, το Τημένιον απουσιάζει από το χάρτη του λοχία Grognard, του 1745, ο οποίος ήταν πιλότος στην Τουλόν και τον είχε ετοιμάσει για τον κόμητα του Maurepas [13]. Ενώ στο χάρτη του Robert de Vangondy, υιού, του 1752 [14], το Τημένιον εμφανίζεται πάλι στην ενδοχώρα και ανατολικά της μιας και μοναδικής εκβολής των ποταμών, για να εμφανιστεί στην ακτή και δυτικά της ίδιας εκβολής, δέκα χρόνια αργότερα, στο χάρτη του d’Anville. [15] Στο έργο του Choiseul – Gouffier, το 1782 [16] από ταξίδι που είχε κάμει το 1776, το Τημένιον δείχνεται στο χάρτη της Αρχαίας Ελλάδας (και όχι σ’ εκείνον της Νέας Ελλάδας), στην εκβολή των ποταμών Ινάχου και Χαράδρου, ενώ στο χάρτη του Barbie du Bocage, σχεδιασμένο τον Οκτώβριο του 1785 και αναθεωρημένο το 1798, ο οποίος συνόδευε το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, τοποθετείται στην ακτή, ανατο­λικά της εκβολής του Ινάχου [17]. Στην ακτή τοποθετείται και στο χάρτη του D. Macpherson (1807) [18].

 

Χάρτης του Barbié du Bocage για το «Ταξίδι του νέου Ανάχαρση».

Χάρτης του Barbié du Bocage για το «Ταξίδι του νέου Ανάχαρση».

 

Στο έργο του Sonnini, που συντάχθηκε με εντολή του Λουδοβίκου 16ου[19], δεν επισημαίνεται το Τημένιο, που καταχωρήθηκε στη Γαλλική μετάφραση του έργου του Bartholdy, με εντυπώσεις από το ταξίδι του 1803-1804 (ο χάρτης είχε συνταχθεί το 1807)[20]. Αλλά και δεν εμφανίζεται σε άλλο χάρτη του Barbie du Bocage, που σχεδιάστηκε με διαταγή της κυβέρνησης το 1807 και δημο­σιεύθηκε το 1814, «με βάση τις παρατηρήσεις του Choiseul-Gouffier, του Fauvel, του Foucherot και άλλων, όπως και εκείνες των ελλήνων γεωγράφων Μελέτιος και Δημήτριος» (τα ονόματα των ελλήνων στα ελληνικά, πιθανώς να εννοείται ο Δανιήλ Φιλιππίδης)[21].

Ρητή αναγραφή «ερείπια του Τημενίου» βρίσκουμε σε μεταγενέστερο χάρτη του Lapie (Παρίσι, 1826), του οποίου το σχετικό απόσπασμα αναδημοσιεύουμε, με βάση «διάφορες πληροφορίες, υλικά κλπ.» και η τοποθεσία εμφανίζεται πολύ δυτικότερα των δύο εκβολών του Ινάχου και του Χαράδρου. Αντίθετα, καμία μνεία δεν γίνεται, δύο χρόνια αργότερα, σε χάρτη (1:500.000) που, σε λιθογραφία του F. G. Levrault, δημοσιεύεται στο Στρασβούργο, όπως και στο χάρτη της Ελλάδας που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του J. Emerson, Letters from the Aegean, Λονδίνο (1829) ο οποίος δεν είχε, πάντως, επισκεφθεί την Αργολίδα.

 

Χάρτης του Lapie (Παρίσι, 1826).

Χάρτης του Lapie (Παρίσι, 1826).

 

Πολύ σημαντικό είναι ότι, με βάση το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, του J.-J. Barthélémy, Άτλας που συντάσσεται και, το 1830, τυπώνεται από τον Α. M. Tardieu, εμφανίζει το Τημένιον στην ακτή, αλλά… δυτικά της μοναδικής εκβολής των Ινάχου – Χαράδρου[22]. Όπως και πολύ ενδιαφέρουσα είναι η «άποψη» που εμφανίζεται σε χάρτες με βάση τα δεδομένα της Γαλλικής Επιστημονι­κής Αποστολής στην Πελοπόννησο. Στον πρώτο από αυτούς, που βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλι­κού Στρατού [23], πάνω στην ακτή και κάτω από εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως «Μεγάλο έλος» και «ελώδεις εκτάσεις», υπάρχει η ένδειξη «λιμάνι του Άργους», ακριβώς στην κοινή εκβολή δύο ποταμών που δεν προσδιορίζονται. Στον δεύτερο, που συντάχθηκε στο γαλλικό Υπουργείο Πολέ­μου, κατά διαταγή του Πρωθυπουργού και Υπουργού Πολέμου, υπό τη διεύθυνση του Pelet και με συντάκτες και σχεδιαστές μέλη της Αποστολής (1833) [24], δεν εμφανίζεται το Τημένιον. Ενώ στον τρίτο από αυτούς [25] υπάρχει η ένδειξη «ερείπια» πολύ κάτω, προς Ν., από την εκβολή του Ερασίνου, στην ακτή, και σε απόσταση από τους Μύλους. Το Τημένιον εμφανίζεται και στο χάρτη που συνοδεύει το έργο του E. Curtius, Peloponnesos, Γκότα (1852), μεταξύ των εκβολών του Ερασίνου και των Ινάχου – Χαράδρου.

Φτάνουμε στον 20ο αιώνα. Στο χάρτη της Αργολίδας, που δημοσιεύεται στη 2η έκδοση (1911) του Guide Joanne  το Τημένιον εμφανίζεται στην ενδοχώρα, αλλά με ερωτηματικό, σε ευθεία γραμμή προς Ν. της Δαλαμανάρας, ενώ κοντά στην Τίρυνθα μνημονεύεται και η Σήπεια [26]. Στην πρώτη έκδοση της εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού, που αρχίζει να δημοσιεύεται από το τέλος της δεκαετίας του 1920, καταχωρείται χάρτης της Αργολίδας, που συντάχθηκε από τον Γ. Ζαγκάκη, «επί τη βάσει των χαρτών Α. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδου», όπου το Τημένιον εμφανίζεται στις εκβολές της Πάνιτσας (Χαράδρου) και του Ξεριά (Ινάχου). Τέλος, στον Guide Bleu του 1932 δημοσιεύεται με τις ίδιες ενδείξεις, όπως και στον Guide Joanne του 1911, χάρτης της Αργολίδας, όπου και πάλι το Τημένιον εμφανίζεται στην ίδια θέση και με ερωτηματικό. Ήταν η πιο συνετή και πραγματιστική άποψη, με βάση όσα εκθέσαμε μέχρις εδώ, ερμηνευόμενη από το ότι συντάκτης του Οδηγού για την Ελλάδα, του 1911, ήταν ο G. Fougères, Διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και καθηγητής στη Σορβόννη.

 

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

 

Αναλύσεις, μαρτυρίες και ευρήματα κατά το 19ο αιώνα

 

Στην ενότητα αυτή θα αναφερθούμε σε αναλύσεις, σε μαρτυρίες και σε ευρήματα για την περιοχή του Τημενίου, κατά το 19ο αιώνα, προσπαθώντας, έτσι, να φτάσουμε σε πιο συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά και επισημαίνοντας – το λέμε ευθύς εξαρχής – τη σύγχυση που διατρέχει ακόμη και τις αναφορές αυτές. Αρχίζουμε με τον αναπόφευκτο Pouqueville, ο οποίος στο έργο του Ταξίδι στο Μοριά, την Κωνσταντινούπολη και την Αλβανία, Παρίσι (1805), αναφέρει ότι: «Δεν φαίνεται πια τίποτε από το αρχαίο φρούριο (sic) του Τημενίου, που θα πρέπει να απείχε ένα τέταρτο της λεύγας από τον Ερασίνο αλλά στο ίδιο μέρος υπάρχει έλος, που μου είπαν ότι χρησιμοποιείται στην εξάτμιση του νερού για τις αλυκές (sic). Δεν σταματάμε να βλέπουμε ορυζώνες και χωράφια με άσπρες παπα­ρούνες» [27].

Είναι χαρακτηριστικό των όσων εκθέσαμε στην εισαγωγή ότι σε απομνημονεύματα ξένων αγωνιστών, που παρέμειναν για καιρό στην Ελλάδα, όπως του Maxime Reybaud [28], και οι οποίοι περιέγραψαν με ακρίβεια τους τόπους που γνώρισαν, δεν βρίσκουμε καν μνεία του Τημενίου, ενώ δίδονται πολλές λεπτομέρειες για την τοπογραφία και την εικόνα που τότε παρουσίαζαν οι γειτο­νικοί Μύλοι. Η προσέγγιση του Barbie du Bocage, με την εικόνα που μας παρέχουν τα ανέκδοτα χειρό­γραφα του αρχείου του, τα οποία βρίσκονται στη Γενναδειο [29], παρουσιάζει ενδιαφέρον περισσό­τερο από επιστημολογική, παρά από καθαρά επιστημονική πλευρά, δηλαδή περισσότερο μάς ενη­μερώνει για το πώς ο ίδιος χρησιμοποίησε πληροφορίες των Fauvel και Foucherot, του 1780-1782, αλλά και του 1793 (δεύτερο ταξίδι του Fauvel), παρά μας διαφωτίζει για την τοπογραφία της περιο­χής κατά την εποχή εκείνη.

Μεταφέρουμε πληροφορίες του Fauvel, από εγγραφή του Σεπτεμβρίου 1793 στο χειρόγραφο του [30] : «(…) πέρα από το έλος της Αλκυόνης φαίνονται δεξιά, πάνω σ’ ένα βουνό, τα ερείπια του φρουρίου του Τημενίου, του οποίου απομένουν ακόμη κάποιοι πύργοι, μακρύτερα, αριστερά, στην άκρη της θάλασσας βρίσκεται άλλο έλος, που οι περισσότεροι σύγχρονοι περιηγητές ονομάζουν έλος της Λέρνης (…). Το φρούριο του Τημενίου βρισκόταν 50 σταδίους από το Ναύπλιο, σήμερα η διαδρομή αυτή γίνεται σε δύο ώρες με τα πόδια. Αφού περάσουμε το Τημένιον βρίσκουμε μικρό ποτάμι, που κάνει μύλους να γυρίζουν. Μύλη (σ.σ. στα ελληνικά, στο κείμενο) είναι το όνομα αυτού του τόπου. Ο ποταμός αυτός θα πρέπει να είναι ο Φρίξος».

Προφανώς ο Fauvel είδε τα ερείπια του φρουρίου των Μύλων και … τα ταύτισε με το ανύπαρκτο φρούριο του Τημενίου (στην ίδια σύγχυση θα περιέπεσε και ο Pouqueville) και θα πρέπει να αναφέρω ότι σε άλλο χειρόγραφο του, του 1809 [31], γράφει ότι «της Λέρνης δεσπόζει ένα οχυρό (fortin)», δίχως ν’ αναφέρεται, πλέον, στο Τημένιον. Στο έργο, πάντως, του Barbie du Bocage, Τοπογραφική και ιστορική περιγραφή της πεδιάδας του ‘Αργους και ενός τμήματος της Αργολίδας  [32], έργο που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον (1834) και αποτελεί δημοσίευση χειρογράφου του, υπάρχουν ακριβείς υπολογισμοί, με βάση την σε βάθος ανάλυση των αναφορών αρχαίων συγγραφέων και το υπόμνημα του Mentelle, προς τη γαλλική Ακαδημία – το οποίο δεν μπορέσαμε να συμβουλευθούμε -, υπολογισμοί που συναντούν το αμετάτρεπτο όριό τους, δηλαδή την ακριβή, επιτόπια έρευνα. Ο συγγραφέας, με συνείδηση προφανώς του ορίου αυτού, σημειώνει εύλογα, πάντως, ότι «θεωρώ πως αν γίνονταν ανασκαφές σε αυτό το μέρος της πεδιάδας, κάλλιστα θα μπορούσαν να βρεθούν κάποια θεμέλια».

Πολύ μεγαλύτερη σημασία, από τις πηγές που αναφέραμε μέχρις εδώ, έχει, νομίζω, το άγνωστο και ανέκδοτο χειρόγραφο του Auguste Lagarde, μέλους της «Brigade Topographique» της Επιστημονικής Αποστολής του 1829, και αγνώστων λοιπών στοιχείων [33], που περιέχει ακριβέστα­τους υπολογισμούς και φέρει τον τίτλο: Δρομολόγιο από το Ναυαρίνο στο Ναύπλιο, μέσω Αρκα­δίας (σ.σ. Κυπαρισσίας) Σιδηροκάστρου, Σινάνου (σ.σ. Μεγαλόπολης), Τριπολιτζάς, Μύλων – Μάιος 1829. Αφού σημειώσει ότι από τον Αχλαδόκαμπο στους Μύλους η απόσταση είναι, με άλογο, τρεις ώρες και 59 λεπτά, προχωρεί προς το Ναύπλιο από την παραλία και, αφού περάσει από τέσσερις γέφυρες, σημειώνει στη συνέχεια και κατά σειρά : «Άργος στα αριστερά, το μέρος όπου βρισκόμαστε και το Ναύπλιο βρίσκονται στην ίδια ευθεία. Βράχοι ή ερείπια σε περισσότερο νερό, μέσα στη θάλασσα, δεξιά. Μια γέφυρα. Μια γέφυρα. Μια γέφυρα. Μολυσματικά έλη. Η θάλασσα εισβάλλει στην παραλία».

Και μετά πλησιάζει στο Ναύπλιο. Στο τέλος του χειρογράφου του, στη στήλη «περιγραφικές λεπτομέρειες», ο Lagarde αναφέρεται στην οχύρωση του Ναυπλίου και γράφει ότι τα έλη καλύ­πτουν όλο το βάθος του Αργολικού κόλπου, από τους Μύλους μέχρι το Ναύπλιο. Ενώ στην τελευ­ταία σελίδα και σε ειδική στήλη, όπου αναγράφει αποστάσεις «που υπολογίστηκαν κατά προσέγ­γιση, σε χρόνο και σε μέτρα», αναφέρει την απόσταση Μύλων – Ναυπλίου, από την παραλία, σε δύο ώρες και 22 λεπτά καθώς και σε 8.142,26 μέτρα. Η μαρτυρία του Lagarde αποτελεί και τη μοναδική αναφορά, γνωστή μέχρι σήμερα, μέλους της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής, για την περιοχή του Τημενίου. Ούτε στο δημοσιευμένο έργο της Αποστολής, ούτε σε έργα μελών της, όπως του Bory de Saint-Vincent [34], συναντούμε την παραμικρή άλλη μνεία.

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, ας αναφέρουμε μαρτυρίες που συναντήσαμε στον τοπικό Τύπο. Στην εφημερίδα Ο Άργος, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο, βρίσκουμε το 1845 την εξής είδηση [35]: «Προ ολίγων ημερών ανεκαλύφθησαν κατά τύχην εις εν τεμάχιον εθνικής γης κατά το Τημένιον δύω αρ­χαιότητες. Δεν ηδυνήθημεν να ίδωμεν τας αρχαιότητας ταύτας, διότι οι ευρόντες αυτάς τας απέκρυψαν, και μόλις χθες ο διοικητής Αργολίδος κατώρθωνε να παραλάβη την μιαν των αρχαιοτήτων τούτων, την οποίαν δεν ίδομεν ακόμη. Επληροφορήθημεν δε, ότι η αρχαιότης αυτή είναι ανάγλυφον παρασταίνον πέντε πρόσωπα, και φέρον επί της κεφαλίδος τας λέξεις Αριστόδημος ανέθηκε υφ’ έκαστον των τριών προσώπων ανά εν των εξής ονομάτων Μύσιος, Χρυσανθίς, Δαμάτηρ υπό τα δύω άλλα πρόσωπα δεν υπάρχει καμμία επιγραφή. Την δε άλλην αρχαιότητα, ο Διοικητής δεν κατώρθωσεν εισέτι να ανακάλυψη, άλλ’ ως επληροφορήθημεν αυτή είναι προτομή τις εστεμμένη, φέρουσα επί του βάθρου την επιγραφήν Ο δάμος ανέθηκε».

Το δημοσίευμα αυτό προκάλεσε ζωηρό ενδιαφέρον, και Ο Άργος επανέρχεται στο θέμα μετά λίγες μέρες, με μακροσκελέστατο άρθρο του [36], όπου δίδει μεγάλα αποσπάσματα αρχαίων συγγρα­φέων για την περιοχή της Λέρνας, αλλά τους προτάσσει το εξής σχόλιο:

 

«Η εύρεσις των δύω αρ­χαιοτήτων, περί ων εκάμομεν μνείαν εις το τελευταίον φύλλον μας, διήγειρε την περιέργειαν των φιλοκάλων Αργείων και Ναυπλιέων, και τίνες προτίθενται δι’ αδείας της Διοικήσεως να επιχειρήσωσιν ανασκαφάς κατά την Λέρναν και το Τημένιον».

 

Η εφημερίδα σύντομα επανέρχεται στο θέμα [37], με το εξής νέο σχόλιο, που περιέχει και πολύ­τιμες πληροφορίες ως προς τις αρχαιότητες και την τύχη τους στην Αργολίδα, την εποχή εκείνη :

 

«Το υπουργείον των Εσωτερικών παρήγγειλε την ενταύθα διοίκησιν ίνα εναπόθεση τας εν Τημενίω ευρεθείσας αρχαιότητας παρά τω ενταύθα Γυμνασίω, όπου διέταξε να εναποτίθενται και όσα άλλα λείψανα της αρχαιότητος ευρεθώσιν, ή προσφερθώσι δωρεάν από φιλοκάλους.

Το μέτρον του υπουργείου περί συστάσεως Μουσείου αρχαιοτήτων εις Ναύπλιον είναι ωφελιμώτατον, και δεν αμφιβάλλομεν ότι, όσον ούπω θέλουν φιλοτιμηθή πολλοί να προσφέρωσι τας ανά χείρας των αρχαιότητας.

Εύκολον είναι και εις Άργος, και εις Κορινθίαν, να ευρεθώσι πολύτιμα λείψανα αρχαιο­τήτων, άλλ’ ο εν ισχύϊ Νόμος, όστις κηρύττει ιδιοκτησίαν του δημοσίου όλας τας υπό εθνικήν γην ευρισκομένας παρ’ οιονδήποτε αρχαιότητας, είναι ή μεγαλύτερα αιτία, δι’ ην οι χωρικοί οσάκις ανακαλύψωσί τι, ει μεν είναι ευμετακόμιστον, το πωλούσιν εις τους έξωθεν ερχομένους ξένους, ει δε είναι πολύ ογκώδες το καλύπτουσι, δια να μη γίνη γνωστόν εις τας αρχάς και δημευθή.

Αι περί αρχαιοτήτων διατάξεις του νόμου έχουσιν ανάγκην μεταρρυθμίσεως, και ο αρμόδιος υπουργός ήθελε πράξει έργον ωφέλιμον, εάν υπέβαλλε νέον περί των αρχαιοτήτων νομοσχέδιον, επιστηριζόμενον εις βάσεις λογικωτέρας και εθνωφελεστέρας.

Ο περί αρχαιοτήτων Νόμος της Ρώμης δύναται να χειραγωγήση τους συντάκτας του νέου νομοσχεδίου.

Θέλομεν εκάστοτε δημοσιεύει προθύμως τα ονόματα εκείνων, οίτινες ήθελον ευαρεστηθή να πλουτίσωσι το μουσείον της Ναυπλίας, συνεισφέροντες τας εις χείρας των υπάρχουσας αρχαιό­τητας».

 

Δεν περνούν πολλές μέρες και Ο Άργος δημοσιεύει άρθρο («διατριβήν») [38], υπογραφόμενο από τον Α. Βλάσση, μέλος, όπως ο ίδιος γράφει, της Αρχαιολογικής Εταιρείας, που αναφέρεται με μεγα­λύτερη, προφανώς, ακρίβεια στα ευρήματα του Τημενίου, τα οποία είχαν ήδη ασφαλισθεί στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, τότε Μουσείο του Νομού. Πρόκειται, ίσως, για το σύνολο των ευρημάτων, αν και ο Βλάσσης δεν μνημονεύει επιγραφή ως προς την ανδρική προτομή. Κατά τον συγγραφέα, λοιπόν, του άρθρου είχαν βρεθεί:

«Α. Κεφαλή λίθου ανδρός τίνος, συντετριμμένον έχουσα τον τράχηλον.

Β. Βάθρον εκ του αυτού λίθου, εφ’ ω ίστατο η προτομή αύτη.

Γ. Εικών επίσης λίθου, παριστώσα εν αναγλύφω, ως ανέγνωμεν, εν ενί εκάστω των τριών προσώπων.

ΤΟΝ ΜΥΣΙΟΝ

ΤΗΝ ΧΡΥΣΑΝΘΙΔΑ (παρά δε αυτήν δύω εικόνες παίδων) ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ (παρ’ αυτήν θρόνος).

Άνωθεν δε της εικόνος ανέγνωμεν ΑΡΙΣΤΟΔΑΜΟΣ ΑΝΕΘΗΚΕΝ».

Και ο Βλάσσης διατυπώνει την εύλογη ερμηνεία ότι το ανάγλυφο παρίστανε τον Μύσιο, τη σύζυγο και τα παιδιά του, υποδεχόμενους την Δήμητρα όταν εκείνη έφτασε για πρώτη φορά στην Αργολίδα και το συνδέει με τη γιορτή της Δήμητρας που τελούσαν στη Λέρνη, όπως και με τις πλη­ροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για τον τάφο του Τημένου και για τον ίδιο.

Τέλος, με επιφύλαξη διατυπώνει και την υπόθεση ότι το ανάγλυφο είχε αφιερωθεί από τον Αριστόδημο, αδελφό του Τημένου και του Κρεσφόντη, ή από τα παιδιά του. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τόσο στην αρχή, όσο και στο τέλος του άρθρου του, προτρέπει την Αρχαιολογική Εταιρεία να επιχειρήσει έστω και μικρή ανασκαφή στην περιοχή όπου βρέθηκαν οι αρχαιότητες, ενώ η σύνταξη της εφημερίδας γρά­φει ότι δεν εκφράζει καμία κρίση ως προς τα αναγραφόμενα, προφανώς επειδή συμφωνεί μαζί του.

Με τις μαρτυρίες αυτές κλείνουμε την παρούσα ενότητα αλλά, όπως θα δούμε στην επόμενη, συμπληρωματικά στοιχεία για άλλα ίχνη κτιρίων παραθέτει ο I. Κοφινιώτης, που σχεδόν μόνον αυτός ασχολήθηκε με την τοπογραφία της περιοχής στο τέλος του 19ου αιώνα.

 

Οι νεότεροι συγγραφείς

 

Από τους νεότερους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την τοπογραφία της περιοχής, ο Αντ. Μηλιαράκης [39], στηριζόμενος και στις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, γράφει για τα ιερά που υπήρχαν εκεί, για τα τείχη και την κατεδάφισή τους, προσθέτοντας ότι «τούτο ήτο αποβάθρα θαλασσία της των Αργείων πόλεως», ότι «κείται εν τω δήμω Άργους» και ότι (Στράβων) «την θέσιν του Τημενίου ορίζουσι παρά την παραλίαν, αμέσως προς μεσημβρίαν της πόλεως Άργους». Και προσθέτει ότι «περί το Τημένιον και πλησίον της Τίρυνθος εκείτο η Σηπεία, ένθα υπήρχεν ιερόν άλσος του Άργους».

Στο έργο του, που δημοσιεύεται έξι χρόνια αργότερα [40], ο I. Κοφινιώτης αφιερώνει εκτενές μέρος του κεφαλαίου του στις πόλεις «περί το Άργος» και στο Τημένιο, αξιοποιώντας τους αρ­χαίους συγγραφείς αλλά και αναφέροντας τα εξής σημαντικά στοιχεία από την τοπογραφία της εποχής του: «Την θέσιν του Τημενίου ορίζουσι σήμερον παρά την παραλίαν αμέσως προς Μεσημ­βρίαν της πόλεως Άργους, εκεί δηλ. ένθα είνε η γέφυρα και το μαγαζείον του Μπάρμπα – Γιάννη, αν και το Τημένιον απέχει του μεν Άργους είκοσι και εξ σταδίους, της δε Ναυπλίας πεντήκοντα. Παρά την θέσιν ταύτην ευρίσκει τις εσκορπισμένα συντρίμματα κεράμων, αγγείων, παρά την ακτήν δε θεμέλια εκ μεγάλων λίθων τετραγώνων, άτινα δηλούσιν ότι ενταύθα ήτο η θαλάσσια αποβάθρα και ο λιμήν των Αργείων. Διευθυνόμενοι εντεύθεν εις το Άργος συναντώμεν λείψανα των μακρών τειχών (…) Πορευόμενός τις από του Τημενίου προς τους Μύλους κατά την ακτήν συναντά παχύτατον ψηφιδωτόν έδαφος προχωρούν εις την θάλασσαν, όπερ είναι τόσω στερεάς εργασίας, ώστε παρέχει αντίστασιν εις την σταθεράν κίνησιν των κυμάτων. Μεταξύ του Τημενίου και της Τιρύνθου έκειτο η Σήπεια (ως εκ του ονόματος φαίνεται, ότι ήτο υγρά και τελματώδης κατοι­κία) (…). Προχωρούντες εκ του Τημενίου προς την Λέρνην, μεταξύ της θαλάσσης και της αμαξιτής οδού ευρίσκομεν τον περίφημον κήπον Αγά τινος, ανήκοντα σήμερον εις τον κ. Κωνσταντίνον Μπελάλη. Περιηγούμενος τω 1812 μ.Χ. ο Chateaubriand είδεν εντός του κήπου τούτου λεύκας αναμεμι­γμένος μετά κυπαρίσσων, άφθονα εσπεριδοειδή δένδρα, μηλέας και συκάς εκ Λομβαρδίας».

Από την εποχή εκείνη μέχρι εντελώς πρόσφατα το Τημένιον δεν φαίνεται να απασχόλησε ιστορικούς ή ερευνητές. Αξίζει, όμως, ν’ αναφερθούμε σε δύο νεότατους συγγραφείς και στις από­ψεις που εκφράζουν σχετικά με το θέμα, δίχως να έχουν, όμως, προβεί σε ιδιαίτερες και νέες έρευνες. Ο Ν. Παπαχατζής, αναφερόμενος στο Τημένιον, μέσα από τη μνημειώδη έκδοσή του του Παυσανία, γράφει [41]: «Το Τημένιο βρισκόταν στην ακροθαλασσιά, μεταξύ των εκβολών του Ερασίνου και του Ινάχου, κοντά στη Νέα Κίο και στον εκεί αραιό συνοικισμό, στον οποίο τελευταία (sic) δόθηκε το όνομα Τημένιο. Άλλοτε στην ακροθαλασσιά υπήρχαν αρχαίοι οικοδομικοί λίθοι. Σήμερα η θάλασσα, σε μεγάλη απόσταση από τη γραμμή της παραλίας, είναι αβαθής και φαίνεται πως έχει κατακλύσει την περιοχή του ιερού. Σ’ απόσταση 60-65 μέτρων από τη σημερινή ακτή φαί­νονται, σε πολύ αβαθή νερά, ίχνη μώλων. Επειδή το Τημένιο ήταν η πλησιέστερη στο ‘Αργος παρα­λιακή θέση, τα μακρά τείχη θα χτίζονταν μεταξύ ‘Αργους και Τημενίου».

Αν και ο Παπαχατζής γράφει ότι οι οικοδομικοί λίθοι υπήρχαν άλλοτε στην παραλία, δημοσιεύει φωτογραφία όπου, όπως σημειώνει, «διακρίνονται κατάλοιπα λιμενικών εγκαταστάσεων». Στο Τημένιο αναφέρεται και ο Emilio Peruzzi, στο έργο του για τους Μυκηναίους [42], αναφερό­μενος στα δύο λιμάνια του ‘Αργους (Τημένιον-Ναύπλιον) και αναπαράγοντας απλώς το απόσπασμα του Στράβωνα.

 

Πληροφορίες, υπολείμματα και ευρήματα σήμερα

 

Είχα αρχίσει να συγκεντρώνω τα πρώτα στοιχεία για την παρούσα μελέτη, όταν κάτοικος της περιοχής Νέας Κίου, ο Παν. Ζαφείρης, με συνάντησε σε επιτόπια επίσκεψή μου και επέστησε την προσοχή μου σε ορισμένα ευρήματα και υπολείμματα κτιρίων, προς την ενδοχώρα και σε άμεση ευθεία από τους ογκολίθους που εξακολουθούν να φαίνονται σε αβαθή νερά της παραλίας, ανατο­λικά του «Πελαργού». Πρόκειται για την περιοχή που ακόμα και σήμερα ονομάζεται «Σερεμέτι», ονομασία που συναντάμε ακόμα και στους χρόνους του Καποδίστρια. Νέα επίσκεψή μου – που επανέλαβα μετά ένα χρόνο, με τον τέως Γεν. Γραμματέα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Ρ. Aupert, οπότε και έγιναν ακριβέστερες φωτογραφήσεις (τρεις από τις φωτογραφίες δημοσιεύ­ουμε εδώ) – έγινε στις 14-10-1982, σε θέση που απέχει γύρω στα 1.500 μ. από τη θά­λασσα και περίπου 300 από την κοίτη Ινάχου.

Ό,τι απομένει από τον «Πύργο του Νικηταρά».

Ό,τι απομένει από τον «Πύργο του Νικηταρά».

Στη θέση αυτή υπήρχε παλαιός ναός, του «Αγιαννάκου», που κατά την παράδοση είχε οικοδομηθεί από τον αγωνιστή Νικήτα Σταματελόπουλο («Νικηταρά τον Τουρκοφάγο»), μετά το θάνατο του Καποδίστρια και προς τιμήν του. Ο Νικηταράς κατείχε μεγάλη έκταση στο Σερεμέτι [43] και έκτισε και κατοικία («πύργος του Νικηταρά»), που μεγάλο μέρος της σωζόταν μέχρι τη δεκαετία του 1950 και σήμερα απομένει τμήμα των εξωτερικών τοίχων, σε κτηματική έκταση ιδιοκτησίας Π. Ε. Μπόμπου. Για το κτίριο αυτό, όπως για το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη (στα «Κολοκοτρωνέϊκα», έκταση που ανήκει σε απογόνους της οικογένειάς του, και βρίσκεται εκατέρωθεν του δρόμου Άργους – Ναυπλίου, κοντά στη διασταύρωση του παρακαμπτηρίου προς Λάλουκα), αλλά και για το σπίτι του Μιαούλη (πέτρινης κατασκευής, αριστερά του δρόμου προς Ναύπλιο και πριν περάσουμε τα πρώτα σπίτια της πόλης, σήμερα ιδιοκτησίας χήρας Χιλέλη), δεν είχε και δεν έχει ληφθεί καμία πρόνοια από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.

Βάθρο έξω από τη νέα εκκλησία του Αγ. Ιωάννη, στο Σερεμέτι.

Βάθρο έξω από τη νέα εκκλησία του Αγ. Ιωάννη, στο Σερεμέτι.

Ο παλαιός ναός κατεδαφίστηκε το 1980, στη θέση του οικοδομήθηκε άλλος (του τύπου «μικρός, περικαλλής, νεοπαραδοσιακός»), αποκαλύφθηκαν αρχαία μέλη, που είχαν χρησιμοποιηθεί προφανώς ως οικοδομική ύλη στον παλαιό ναό, πολλά σκεπάστηκαν από τα νέα μπάζα, ενώ βρήκαμε πλακωμένο και φωτογραφήσαμε βάθρο με ίχνη επιγραφής. Σε διπλανή ιδιοκτη­σία, εντοπίσαμε πολλά όστρακα, και υπολείμματα τάφου ή ναού Βυζαντινής εποχής, που φωτο­γραφήσαμε επίσης. Κατά τον P. Aupert, το βάθρο ανάγεται στη Ρωμαϊκή εποχή. Ο Π. Ζαφείρης μου υπέδειξε και αλλού αρχαιολογικά μέλη και μου ενεχείρισε φωτοτυπίες τριών εγγράφων εσωτερικής αλληλογραφίας υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού τα οποία είχαν συνταχθεί μετά από ενέργειές του, τόσο για έρευνες στην περιοχή όσο και για παράδοση των αρχαιολογικών μελών που κατείχε ο ίδιος, και είχαν κοινοποιηθεί και στον ίδιο. Κατά τις βεβαιώσεις του, στις αρχές του 1989, τίποτε δεν είχε προχωρήσει μέχρι τότε.

 Τέλος, παρουσιάζονται ευρήματα από διάνοιξη θεμελίων για οικοδόμηση παραθεριστικής κατοικίας πολύ κοντά στη θάλασσα, στο σημερινό οικισμό του Τημενίου.

Θα πρέπει να σημειώσω, επίσης, ότι κατά τη μαρτυρία του αργείου φιλάρχαιου Αρίσταρχου Τσακόπουλου, γιου του γνωστού ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου, τόσο ο πατέρας του, από τις αρχές του αιώνα όπως βεβαίωνε, όσο προ ετών και ο ίδιος, στους σωζόμενους ογκολίθους κοντά στον «Πελαργό» εντόπιζαν μεγάλους σιδερένιους κρίκους, του τύπου που τοποθετούνται σε προκυμαίες λιμανιών, για δέσιμο πλοιαρίων και μικρών πλοίων. Εξάλλου, έθεσα υπόψη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής τα παραπάνω στοιχεία, επισκεφθήκαμε τη Νέα Κίο και την παραλία της με τον Albert Hesse, που είχε έρθει στο Άργος για τοπογραφική έρευνα, με ηλεκτρονικές μεθόδους και με στόχο τον εντοπισμό των τειχών της αρχαίας πόλης, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να προχωρήσει πρόγραμμα για ανάλογο εντοπισμό θεμελίων κτιρίων στην περιοχή του Τημενίου. Κατά τη γνώμη του Χαρ. Κριτζά, με τον οποίο επισκεφθήκαμε την παραλία του Τημενίου το φθι­νόπωρο του 1985, η φωτογράφηση από αερόστατο, όπως εκείνη στην οποία είχε συμμετάσχει προ ετών για την Παλαιά Επίδαυρο, θα έλυνε ίσως κάποια προβλήματα, τουλάχιστον ως προς τα υπο­λείμματα που βρίσκονται στα αβαθή νερά, κοντά στον «Πελαργό».

 

Τμήμα των μακρών τειχών του Άργους (;), κατά τη διάνοιξη επίγειας αρδευτικής σήραγγας. Φωτογραφία του «ευρήματος του Αναβάλου», όταν είχε προχωρήσει η αρχική φάση των ανασκαφών. Ευγενική παραχώρηση της Δ' Εφορείας.

Τμήμα των μακρών τειχών του Άργους (;), κατά τη διάνοιξη επίγειας αρδευτικής σήραγγας. Φωτογραφία του «ευρήματος του Αναβάλου», όταν είχε προχωρήσει η αρχική φάση των ανασκαφών. Ευγενική παραχώρηση της Δ’ Εφορείας.

 

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, είναι ανάγκη να επισημάνω δύο εντελώς πρόσφατα γεγονότα που δημιουργούν άμεσους κινδύνους για ενδεχόμενες σύγχρονες και συστηματικές έρευνες με σκοπό τον οργανωμένον εντοπισμό αρχαίας υποδομής στην ευρύτερη περιοχή του Τημενίου δηλαδή από Κιόσκι μέχρι το τέλος των ορίων του σημερινού οικισμού Τημένιον. Πρόκειται για την επέκταση της αυθαίρετης δόμησης, δεύτερης και τρίτης κατοικίας, στην περιοχή του δεύτερου, που πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε ο τοπικός τύπος να φθάσει να την καταγγέλλει, σημειώνοντας και τις ανοχές των Αρχών, ήδη από το φθινόπωρο του 1989 αλλά και για το «σχέδιο», που φαίνεται να προωθείται σήμερα, για μπάζωμα της παραλίας, εμπρός από τον οικισμό του Τημενίου, σε από στάση μερικών δεκάδων μέτρων, σε συνδυασμό με τη δημιουργία νέου δρόμου, ο οποίος θα οδηγεί μεσόγεια από τη Νέα Κίο στους Μύλους, περνώντας μέσα από τον τελευταίο υγροβιότοπο που απέ μείνε σ’ όλη την περιοχή των επαρχιών Άργους και Ναυπλίου, τον γνωστό με το όνομα «Βάλτος» η «Ρουμάνι». Και στην περίπτωση αυτή παρατηρείται η ίδια ανοχή των κρατικών αρχών.

 

Συμπεράσματα

 

Τόσο από τις μαρτυρίες και αναφορές των αρχαίων συγγραφέων, όσο και από νεότερες μαρτυ­ρίες και αναλύσεις, συνδυασμένες και με ευρήματα ή υπολείμματα στην ευρύτερη περιοχή του Τημενίου, κύριες λιμενικές εγκαταστάσεις θα πρέπει να βρίσκονταν ανατολικά των εκβολών των ποταμών Ινάχου (Ξεριά) και Χαράδρου (Πάνιτσας), κοντά στο σημερινό εργοστάσιο «Πελαργός» και στη θέση «Κιόσκι», όπου και σήμερα εντοπίζονται υπολείμματα αποβάθρας (;). Όμως, ολόκληρη η περιοχή της παραλιακής ζώνης, από Κιόσκι μέχρι σχεδόν και τα όρια των Μύλων, περικλείει στοιχεία που δείχνουν θέσεις οικοδομημάτων ή μνημείων. Αλλά και στην άμεση ενδοχώρα (περιοχή Σερεμέτι), υπάρχουν απτότατες μαρτυρίες για ύπαρξη δόμησης της αρχαίας και ρωμαϊκής εποχής, αλλά και της εποχής της τουρκοκρατίας και μετέπειτα.

Η παντελής έλλειψη οργανωμένης αρχαιολογικής έρευνας, σήμερα αλλά και κατά τον 19ο αιώνα, όχι μόνον επέτρεψε την εξαφάνιση σημαντικών υπολειμμάτων της αρχαίας εποχής και οικοδομημάτων της νεότερης, αλλά υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρήσουμε ότι και σήμερα εκ των πραγμάτων επιτρέπει τη συνέχιση καταστροφών και «εξαλείψεων» στοιχείων και άλλων υπολειμ­μάτων. Νομίζουμε ότι δεν υπάρχουν, πλέον, πολλά χρονικά περιθώρια για αναβολές, αν θέλουμε να προλάβουμε τη «ροή των πραγμάτων». Από καθαρά οικονομική πλευρά, η οποία προβάλλεται φορτικά και, ίσως, όχι εντελώς άτοπα στις μέρες μας, η χρηματοδότηση μιας σύγχρονης και πολύ­πλευρης επιστημονικής έρευνας στην περιοχή είναι πολύ πιθανό ότι θα συνέβαλλε στη δημιουργία ενός «νέου προσώπου» για την ίδια τη Νέα Κίο και για την Αργολίδα γενικότερα, με συναφή προ­σέλκυση πολλαπλών επισκεπτών εκεί. Ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης είναι γνώστης της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει το (μη) σύστημα προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας. Μολοντούτο, θεωρεί ότι δεν είναι εντελώς μάταιη η προηγούμενη υπόμνηση και επίκληση…

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] 484 – 410 π.Χ. Οι χρονολογήσεις για τους πέντε αρχαίους συγγραφείς είναι από το Λεξικό Ελευθερουδάκη. Οι υπογραμμίσεις στα κείμενά τους, δικές μας.

[2] Ηρόδοτος, VI 77.

[3] 470 – 494 π.Χ.

[4] Θουκυδίδης, V 82, 5-83, 1-2.

[5] 67 π.Χ.-23 μ.Χ.

[6] Στράβων, VIII 6, 2.

[7] 46-127 μ.Χ.

[8] Πλούταρχος, Αλκιβ. 15, 1-6.

[9] Περιηγήθηκε και έγραψε μεταξύ 150 και 180 μ.Χ.

[10] Παυσανίας, II 36, 6-7 και 38, 1-4.

[11] Βρίσκεται και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, Τοπογραφία, φ. 47.

[12] Ό.π.

[13] Ο χάρτης φέρει τις ενδείξεις Carte de l’Archipel, présentée à Monseigneur le Comte de Maurepas par le Sr. Gro­gnard, pilote entretenu au Département de Toulon-1745, τρίτο φύλλο, Archives Nationales, NN 147, 29.

[14] Ο χάρτης φέρει την ένδειξη Graecia vêtus, έτος, το όνομα του σχεδιαστή, δίχως μνεία τόπου εκτύπωσης, βρί­σκεται και στη Γεννάδειο, G.T. 230.

[15] Ο χάρτης φέρει την ένδειξη Graeciae antiquae specimen geographicus, έτος, το όνομα του σχεδιαστή και «Louvre», ό.π.

[16] M. G. F. Α. de Choiseul – Gouffier, Voyage pittoresque de la Grèce I. H δημοσίευση του πρώτου μέρους του δεύτερου τόμου έγινε πολύ αργότερα, το 1809.

[17] Η Αργολίδα, η Επιδαυρία, η Τροιζηνία, η Ερμιονίδα, η νήσος Αίγινα και η Κυνουρία – για το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, χαρακτικό του P. F. Tardieu και σχεδίαση από τον L. Aubert. Βρίσκεται και στη Γεννάδειο, Τοπογραφία, φ. 47.

[18] Ό.π.

[19] Μετάφραση στα αγγλικά του έργου του, Travels in Greece and Turkey, Λονδίνο (1801). Ο χάρτης μεταξύ της Εισαγωγής και της σ. 1.

[20] J. L. S. Bartholdy,Voyage en Grèce II, Παρίσι (1807).

[21] Βρίσκεται και στη Γεννάδειο, G.T. 237.5.

[22] Ό.π. (σημ. 21), G.T. 222.

[23] Service Historique de l’Armée de Terre (στο εξής, S.H.A.T.), 4.10.C/65.

[24] Ό.π. (σημ. 21), G.T. 222.

[25] Ό.π. (σημ. 24).

[26] Η 2η έκδοση φέρει την ένδειξη «αναθεωρημένη και διορθωμένη». Βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[27] Σ. 500 της πρωτότυπης γαλλικής έκδοσης, απ’ όπου και η μετάφρασή μου. Αντίτυπό της βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[28] M. Reybaud, Mémoires de la Grèce II, Παρίσι (1825), για τη Λέρνη και την περιοχή της, αναφορές στις σ. 12-15.

[29] Τα χειρόγραφα αυτά αγοράστηκαν το 1889 από τον Γεννάδειο και φέρουν τον κωδικό αριθμό βιβλιοθήκης MSS 124-147. Ημιτελής βιογραφία του L. F. S. Fauvel από τον Ph.-E. Legrand δημοσιεύθηκε στη RA (1897), σ. 41-66, 185-201, 385-404. Εκεί και πληροφορίες για τον Foucherot. Για το πρώτο ταξίδι του Fauvel στην Ελλάδα, βλ. τη μελέτη του C. G. Lowe, Hesperia 5 (1936), σ. 206-224. Η μελέτη αυτή περιέχει το κείμενο του πρώτου τετραδίου του χειρογρά­φου του Fauvel, το οποίο μαζί με το δεύτερο βρίσκεται στα χφ. του Barbie du Bocage, ό.π., αρ. 133. Βιογραφία του τελευ­ταίου βλ. στο Grand Larousse Encyclopédique του 1960 : γεννήθηκε στο Παρίσι το 1760, όπου και πέθανε το 1825. Μαθη­τής του d’Anville (το 1777), διορίστηκε στο γεωγραφικό τμήμα της βιβλιοθήκης του Βασιλιά (1792), έγινε προϊστάμενος κτηματολογίου στο Υπουργείο των Εσωτερικών (1797) και καθηγητής στη Faculté des Lettres του Παρισιού, το 1809 (κοσμήτορας της το 1815). Έγραψε έργα γεωγραφίας και συνέταξε και Άτλαντα για την αρχαία ιστορία.

[30] Δεύτερο τετράδιο του Fauvel, υπογραμμένο από τον ίδιο, με τη χρονολογική ένδειξη «Le 5 Vendémiaire de l’An II» (που αντιστοιχεί στις 26, 27 ή 28 Σεπτεμβρίου 1793) και απευθυνόμενο «στον πολίτη Monges, Πρόεδρο της Ακαδημίας». Το χφ. φέρει την επισημείωση «Δεύτερο ταξίδι του κ. Φωβέλ». Το απόσπασμα που μεταφράζω είναι από τη σ. 7. Γεννάδειος, MSS 133.

[31] Το χφ. φέρει τη χρονολογία «8 Germinal An IO» (1809), το απόσπασμα που μεταφράζω είναι στην πίσω σελίδα του φύλλου αρ. 33. Γεννάδειος, MSS 134.

[32] Το βιβλίο τυπώθηκε στο βασιλικό τυπογραφείο του Παρισιού και βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[33] S.H.A.T., MR. 1628. Το χφ. αποτελείται από 34 σελίδες και κάθε σελίδα είναι χωρισμένη σε επτά στήλες, από τις οποίες κάθε μία και με τη σειρά περιέχει ονόματα τόπων, αποστάσεις μεταξύ σημαντικών σημείων, προσδιορισμό των σημαντικών σημείων (απ’ όπου και το απόσμασμα που παραθέτουμε, στη σ. 33), μήκος δρόμων, πλάτος δρόμων, περι­γραφικές λεπτομέρειες και γενικές παρατηρήσεις. Το όνομα του Lagarde δεν περιλαμβάνεται σε δημοσιευμένους κατα­λόγους, όπως από τον Μ. Α. Duheaume, των μελών, ανωτέρων και κατωτέρων, του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στο Μοριά, στο οποίο ανήκε και η Brigade Topographique.

[34] J.-B. Bory de Saint-Vincent, Relation du voyage de la Mission scientifique de Morée I, Παρίσι – Στρασβούργο (1837-1838).

[35] Τυπογραφείο του πρωτοπόρου της τυπογραφίας στην Αργολίδα, Κυδωνιέα Κ. Τόμπρα (τότε συνεταίρου με τον Κ. Ιωαννίδη), συντάκτης του ο Αθαν. Μπαρκουκόπουλος, φύλλο της 12-1-1845.

[36] Φύλλο της 26-1-1845.

[37] Φύλλο της 9-2-1845.

[38] Φύλλο της 3-3-1845, με συντάκτη τον Κ. Δ. Καρόπουλο. Το άρθρο του Α. Βλάσση δημοσιεύεται με τον τίτλο «Αρχαιολογικά» και φέρει την ένδειξη, στο τέλος, «Εν Ναυπλίω τη 28 Φεβρουαρίου 1845».

[39] Α. Μηλιαράκης, Γεωγραφία πολιτική, νέα και αρχαία, του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας, μετά γεωγραφικού πίνακος τον Νομού, Αθήναι (1886), σ. 45.

[40] I. Κ. Κοφινιώτης, Ιστορία του Άργους, μετ’ εικόνων, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, Αθήναι (1892). Ο Κοφινιώτης τελικά δεν δημοσίευσε παρά έναν τόμο, με την ιστορία του αρχαίου Άργους. Στον αθηναϊκό Τύπο είχαν καταχωρηθεί ολοσέλιδες διαφημίσεις, για αναγγελία της έκδοσης του τόμου με την ιστορία του ‘Αργους των μετέ­πειτα χρόνων. Ο τόμος αυτός δεν δημοσιεύθηκε ποτέ και δεν γνωρίζω που μπορεί να βρίσκονται σήμερα τα σχετικά χει­ρόγραφα, αν υπάρχουν ακόμη.

[41] Παπαχατζής 1976. Το απόσπασμα από τη σ. 294, σημ. 1 – όπου και η φωτογραφία με αρ. 327.

[42] E. Peruzzi, Mycenaeans in Early Latium, Ρώμη (1980).

[43] Πολύ σημαντικό για το θέμα αυτό είναι έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κωνστ. Ράδου, με αρ. 4331 και ημερομηνία 18-12-1829 (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Καποδιστριακό αρχείο, Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών, φ. 6), το οποίο απευθυνόταν στη Γραμματεία αυτή και αφορούσε πληροφορίες που εκείνη, με το έγγραφο της αρ. 334, του είχε ζητήσει για ορισμένα «εθνικά λειβάδια» του Άργους. Ο Ράδος γράφει σχετικά: Εν υπάρχει από το Κιόσκι μέχρι του Τρικαλύτη, εκτάσεως στρεμμάτων ως έγγιστα πεντακοσίων, και άλλο είναι κατά το Σερεμέτι, το οποίον είναι υπό την εξουσίαν του Στρατηγού Νικήτα, εκτάσεως στρεμμάτων και τούτο ως έγγιστα πεντακοσίων. Το χόρτον ωριμάζει πρωϊμότερα εις το Σερεμέτι, το όποιον είναι υπό την εξουσίαν του Στρατηγού Νικήτα. Το άλλον είναι ελεύθερον, και συμφέρει να διορισθώσι επιστάται εις την φύλαξίν του». Και ο Ράδος συνεχίζει με αναφορά σε άλλα 1400 στρέμματα εθνικής γης κοντά στο Ναύπλιο, που παρέμεναν και αυτά αφύλακτα. Για τον Νικηταρά και το Σερεμέτι έχουμε εντοπίσει και άλλα έγγραφα που σκοπεύουμε να δημοσιεύ­σουμε μελλοντικά. Σημειώνουμε εδώ, σε σχέση και με όσα αναφέραμε στις τρεις τελευταίες ενότητες της μελέτης μας, ότι καταπατήσεις και αυθαίρετες καλλιέργειες εθνικών γαιών γίνονταν σε όλη τη διάρκεια της οθωνικής εποχής, ακόμα και γύρω από το Ιπποφορβείο, όπως ρητά αναφέρεται σε έγγραφα και σε χάρτες των χρόνων εκείνων.

 

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και Πολεοδομία». Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου,  28/4 – 1/5/1990. Γαλλική Σχολή Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Read Full Post »

«Εξεγέρσεις στην Ελληνική χερσόνησο τον 16ο αιώνα και Οθωμανικές πηγές: Μια πρώτη προσέγγιση». Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΚΘ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 16-18 Μαΐου 2008. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2009.


 

 

Η σχέση ανάμεσα στις εξεγέρσεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την οθωμανική περίοδο και στις οθωμανικές πηγές γι’ αυτές μοιάζει σαν ένα σχήμα δύο ασύμπτωτων παράλληλων ευθειών. Το πρώτο θέμα έχει μελετηθεί διεξοδικά μέσα από τα δυτικοευρωπαϊκά αρχεία (κυρίως βενετικά και ισπανικά) από έλληνες ιστορικούς. Στο δεύτερο δεν έχει ακόμη στρέψει το ενδιαφέρον της η ελληνική ιστοριογραφία, καθώς για τη διεθνή είναι μάλλον ήσσονος σημασίας.

Η αξία των οθωμανικών πηγών για το θέμα των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο δεν είναι αυτονόητη, ούτε αυταπόδεικτη. Οι πηγές αυτές υπόκεινται σε ποικίλες δεσμεύσεις. Ειδικότερα για την περίοδο 1570-1620, οπότε συμβαίνουν οι πρώτες ευρείας έκτασης εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο μετά την Άλωση, σώζεται ένα κύριο είδος οθωμανικής πηγής, οι κώδικες διαταγμάτων της Υψηλής Πύλης (mühimme defterleri). Η μεθοδολογία, βέβαια, σύνταξης αυτών των πηγών δίνει και το πλαίσιο της ερευνητικής αξιοποίησής τους.

Οι κώδικες περιέχουν αντίγραφα των διαταγών ή των προσχεδίων τους που στέλνονταν από το κέντρο προς τις επαρχίες. Τα κείμενα αυτά καταχωρούνται μέσα στον κώδικα χωρίς τοπική διαφοροποίηση των αποδεκτών τους. Το κείμενο των διαταγών είναι ιδιαιτέρως λιτό και προϋποθέτει τη γνώση του περιεχομένου της σχετικής αναφοράς που υποβαλλόταν από τους κατά τόπους αξιωματούχους, προκειμένου ο σύγχρονος μελετητής να εξαγάγει ένα ασφαλές συμπέρασμα και να διαμορφώσει μια κατά το δυνατόν πλήρη εικόνα για μια υπόθεση. Επιπλέον, η διάσωση των κωδίκων στο «Πρωθυπουργικό Αρχείο» της Κωνσταντινούπολης (Başbakanlık Osmanlı Arşivi) δεν έχει γίνει με απόλυτη χρονολογική σειρά, ενώ το φαινόμενο της παρείσφρυσης σελίδων άλλου κώδικα σε κάποιον άλλο δεν είναι σπάνιο. Εκτός αυτών, δεν υπάρχει ακριβής χρονολογία έκδοσης για το κάθε διάταγμα. Αυτές οι δυσκολίες στην πράξη σημαίνουν ότι δεν είναι σαφές σε ποια ακριβώς ημερομηνία εκδόθηκε ένα συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά και σε ποια μορφή αυτό τελικά παραδόθηκε στον αποδέκτη του.

 

Πολεμικές επιχειρήσεις στην ελληνική χερσόνησο κατά το Β' μισό του 16ου αιώνα.

Πολεμικές επιχειρήσεις στην ελληνική χερσόνησο κατά το Β’ μισό του 16ου αιώνα.

 

Η άντληση πληροφοριών για εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο από «κώδικες διαταγμάτων σημαντικών υποθέσεων» περιορίστηκε για τις ανάγκες της παρούσας ανακοίνωσης δειγματοληπτικά σε δύο τέτοιους κώδικες, οι οποίοι περιέχουν διατάγματα που εκδόθηκαν ο πρώτος μεταξύ Σαφέρ 975 και Σαμπάν 976 (Αύγουστος 1567-Ιανουάριος 1569) και ο δεύτερος εν μέσω του δ΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου, του λεγόμενου «κυπριακού» και περιέχει καταχωρήσεις μεταξύ των μηνών Σεβάλ 977 και Ζίλχιτζε 979 (Μάρτιος 1570-Απρίλιος 1572). Οι χρονιές που καταλαμβάνουν αυτοί οι δύο κώδικες συμπίπτουν με περιόδους σημαντικών εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο.

Στόχος της ανακοίνωσης είναι να αξιολογηθεί το υλικό που περιέχουν οι δύο αυτοί κώδικες συγκριτικά με τα όσα είναι γνωστά από δυτικές πηγές για τις εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο, να συνοψιστεί η θεματολογία του και να διατυπωθούν κάποιες πρώτες σκέψεις για το πόσο μπορούν να βοηθήσουν οι οθωμανικές πηγές στη μελέτη του υπό πραγμάτευση θέματος.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Φ. Κοτζαγεώργη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εξεγέρσεις στην Ελληνική χερσόνησο τον 16ο αιώνα και Οθωμανικές πηγές – Μια πρώτη προσέγγιση.

 

Read Full Post »

Η παλαιοχριστιανική και πρωτοβυζαντινή Πελοπόννησος, Άννα Αβραμέα, Ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, «Οι Μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2000.


 

 

Η μελέτη ενός γεωγραφικού χώρου σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή αποτέλεσε από παλιά προτεραιότητα της ιστορικής έρευνας. Ο τόπος, ο χρόνος, οι άνθρωποι που έζησαν, καλλιέργησαν τη γη, οργάνωσαν το χώρο, έκτισαν τις πόλεις τους, τους οικισμούς τους και λάτρεψαν τον θεό, αλλά και τα συμβάντα, όσα προκλήθηκαν από τη φύση και τους ανθρώ­πους, συνιστούν τα μεγάλα προβλήματα της ιστοριογραφίας.

Η ιστορική προσέγγιση, όπως είναι γνωστό, συνεχώς ανανεώνεται και μεταβάλλεται θεω­ρητικά, μεθοδολογικά και θεματικά. Μια μελέτη που αναφέρεται στους πρωτοχριστιανικούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους, δηλαδή από τον 4ο ως τον 7ο αι., αντιμετωπίζει εκ προοιμίου όλες τις δυσκολίες που θέτει η εξέταση σύνθετων προβλημάτων και ιδιαίτερα αυτό της μετάβα­σης από έναν πολιτισμό στον άλλον, της μετάβασης από τον αρχαίο στον μεσαιωνικό κόσμο.

Παλαιότερα είχε υπογραμμισθεί ότι η πρωτοβυζαντινή περίοδος υπήρξε μια εποχή χωρίς τομές στους θεσμούς και τον πολιτισμό εφόσον η πόλη και η ιδεολογία της παρέμεναν στη θέση τους. Εξάλλου σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη άποψη η πρωτοβυζαντινή εποχή συνιστούσε μια άμεση συνέχεια της αρχαιότητας, αλλά ο κόσμος αυτός έφθασε σε ένα απότο­μο τέλος κατά τον 7ο αι. με την εξαφάνιση των πόλεων και τη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του αστικού πολιτισμού σε μια κοινωνία αγροτική και σε έναν πολιτισμό βασισμένο στην αγροτική οικονομία. Αυτή η διαδικασία, σύμφωνα πάντα με την ίδια θεωρία, συμπίπτει με την άφιξη και την εγκατάσταση των Σλάβων στα Βαλκάνια, γεγονός που αποτέλεσε το εξωτε­ρικό πλήγμα και συνετέλεσε στη μεταβολή.

Οι απόψεις που προαναφέρθηκαν σκοπό είχαν να παρουσιάσουν μια γενική θεώρηση και το πρόβλημα της μετάβασης από την αρχαιότητα στον μεσαίωνα αντιμετωπίσθηκε στο σύνο­λό του, ενώ η ανάλυση του φαινομένου της αλλαγής και της εσωτερικής εξέλιξης έγινε συνο­λικά για ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Ως εκ τούτου η λεπτομερής μελέτη μιας συγκεκριμένης περιοχής κρίθηκε απαραίτητη για να απαντήσει κανείς στο ιστορικό αίτημα. Το κενό αυτό προσπάθησα να καλύψω με μια εμπεριστατωμένη έρευνα για την παλαιοχρισταινική και πρωτοβυζαντινή Πελοπόννησο.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η παλαιοχριστιανική και πρωτοβυζαντινή Πελοπόννησος

Read Full Post »

Συμμετοχική κοινωνία  Βιβλίου, Δίκτυο «Βιβλιο-ισό-τοπα» – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου 


 

  

Πανεπιστήμιο  Πελοποννήσου

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Το δίκτυο «βιβλιο-ισό-τοπα», είναι ένας τόπος φιλίας και διαλεκτικής, διαδραστικής επικοινωνίας μέσω του βιβλίου. Αποσκοπεί στη διάνοιξη διόδων  μεταξύ του βιβλίου, των τεχνών και των πολιτισμών.  Πρωτίστως επιχειρεί  να καλλιεργήσει σε μικρούς και μεγάλους την επιθυμία προς το διάβασμα, να διεγείρει το ενδιαφέρον τους προς  τα νοήματα, μηνύματα, αξίες και πολλαπλούς τρόπους θεώρησης της ζωής.

Παράλληλα το Δίκτυο «βιβλιο-ισό-τοπα»  επιδιώκει να  δημιουργήσει γόνιμες συναντήσεις με στόχο το διάλογο, την ανταλλαγή απόψεων, στάσεων, τοποθετήσεων που θα οδηγήσουν στη διερεύνηση της ζωής και του κόσμου και στη διαθεματική και διαπολιτισμική θέασή τους.      

Ξεκινώντας από την εντοπιότητα, την ανάδειξη των  συγγραφέων και  δημιουργών  της Αργολίδας και της Πελοποννήσου,  επιδιώκει να γίνει ένα κέντρο ανάδυσης  γραφής, λόγου και πολιτισμού από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη. Συγχρόνως και σταδιακά θα προσεγγίσει άλλους πολιτισμούς μέσω των συγγραφέων ή των κειμένων τους.

Ένα μέρος των βιβλιο-ισο-τόπων σχετίζεται με το διαδίκτυο και την επικοινωνία μέσω αυτού. Το δίκτυο θα φιλοξενηθεί στην ιστοσελίδα του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου αλλά και από άλλους διαδικτυακούς τόπους με στόχο την επικοινωνία αναγνωστών, συγγραφέων και ενδιαφερομένων. Μέρος των δραστηριοτήτων θα είναι  διαδικτυακό.

 

Ενδεικτικές εκδηλώσεις/ δράσεις των βιβλιο-ισο-τόπων:

  • Παρουσίαση βιβλίου από τον συγγραφέα και συζήτηση με ειδικούς.
  • Συζήτηση για συγκεκριμένο βιβλίο το οποίο έχει αναγγελθεί ως αντικείμενο μελέτης – συζήτησης.
  • Ανάγνωση  βιβλίου ή αποσπασμάτων  από ηθοποιούς, φοιτητές, συμμετέχοντες, (Θεατρικό αναλόγιο).
  • Ανάγνωση ομαδική  ενός βιβλίου (μαραθώνιος) κατόπιν ανακοίνωσης-πρόσκλησης.
  • Ανάλυση ή Συζήτηση για ένα βιβλίο σε συνδυασμό με  τις τέχνες, θέατρο, κινηματογράφο, χορό κ.ά.
  • Ημερίδες, Συμπόσια, Συνέδρια, μόνιμες ή κινητές εκθέσεις, διαγωνισμοί  με θέματα που σχετίζονται με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, το θέατρο και άλλες δράσεις – εκδηλώσεις για θέματα όπως η συγγραφή, η μετάφραση, η λογοτεχνία μιας εποχής, ενός τόπου, η  διασύνδεση βιβλίων ή συγγραφέων κ.ά.
  • Δραστηριότητες για μικρούς και μεγάλους, όπως δημιουργική γραφή, δραματοποιήσεις, δημιουργίες βιβλίων, ανταλλαγές μέσω διαδικτύου
  • Αναγνώσεις, αφηγήσεις ή δημιουργίες παραμυθιών, κουκλοθεατρικών παραστάσεων, θέατρο σκιών, αγώνων κ.ά.

Τα «βιβλιο-ισό-τοπα» έχουν  ως βάση το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  και  λειτουργούν κατά το μεγαλύτερο μέρος στο Ναύπλιο. Οι συνεργασίες με άλλους φορείς είναι επιθυμητές. Οι εργαζόμενοι σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης κοινής και μη, τυπικής και άτυπης, καθώς και στη δια βίου εκπαίδευση είναι ευπρόσδεκτοι  ως μέλη των «βιβλιο-ισο-τόπων».

Επίσης προσκαλούμε κάθε κάτοικο της Αργολίδας και γενικά της Πελοποννήσου, ανεξάρτητα από ενασχόληση ή μορφωτικό επίπεδο, να γίνει κοινωνός της δράσης αυτής. Σήμερα, στην κοινωνία της κρίσης, το δίκτυο αυτό  μπορεί να ασκήσει ένα συνεκτικό ρόλο στα μέλη της κοινωνίας και να τους δώσει ένα τόπο έκφρασης και αναστοχασμού. 

Τέλος και με ιδιαίτερη χαρά τα «βιβλιο-ισό-τοπα» προσκαλούν  παιδιά και εφήβους, προκειμένου να αποκτήσουν κίνητρα προς τα βιβλία, να τα αγαπήσουν και να γίνουν ενεργοί, σκεπτόμενοι πολίτες.    

Οι εκδηλώσεις είναι δωρεάν και ανοιχτές για όλους. Όποιος επιθυμεί μπορεί να γράφεται μέλος προκειμένου να ενημερώνεται τακτικά μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.  

Πληροφορίες στη βιβλιοθήκη του Τμήματος ΤΘΣ του Πανεπιστημίου τηλ: 27520 96107

 

Read Full Post »

Δαλαμανάρα (Τοπωνύμια)


 

Δαλαμανάρα [1]. Δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Άργους και πάνω στον εθνικό δρόμο Άργους-Ναυπλίου, βρί­σκεται το πεδινό χωριό Δαλαμανάρα, δημιούργημα ίσως των χρόνων της πρώτης Ενετοκρατίας. Για την προέλευση του καταφανώς βε­νετσιάνικου αυτού τοπωνυμίου, κατέ­φυγε ο γράφων στον «Κατάλογον χει­ρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αγίου Μάρκου εν Βενετίᾳ», τον ο­ποίο είχε δημοσιεύσει ο Σπ. Μ. Θεο­τόκης κατ’ επιλογήν εκ της VI και VII σειράς, στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ [2]. Εκεί ανα­φέρεται ότι υπάρχει χάρτης με σχέ­διο της μάχης του Άργους, που έδω­σαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η Ιουνίου 1695.

Όπως φαίνεται στο φωτοαντίγραφο που παραθέτουμε παρακάτω, το όνομα του χωριού Δαλαμανάρα δίνει αφορμή να υποθέσει κανείς ότι είναι το ίδιο το αναφερόμενο στο ενετικό σχέδιο, La Manara, με την πρόθεση και το άρθρο dalla, όπως π.χ. στο επώνυμο Dalla Porta [3]. Το επώνυμο το απαντούμε στον An­drea Manara, που διορίστηκε το 1473 στο Magnifico Rezimento στη Με­θώνη, και το 1475 εκλέγεται soprastante de luoci [4]. Τον Ιούλιο του 1482, πάλι στη Μεθώνη, διορίζεται ο Manara από τον dominum castellanum et provisorem Mothoni, «protomagister cedronum» (επιστάτης ερ­γατών; κωπηλατών;) [5].

 

Σχέδιο της μάχης του Άργους, που έδωσαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η  Ιουνίου 1695.

Σχέδιο της μάχης του Άργους, που έδωσαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η Ιουνίου 1695.

 

Συμπληρωματικές πληροφορίες σχετι­κές με το επώνυμο Manara, οφείλον­ται στην Ιταλίδα φιλόλογο Μ. Borra, και είναι οι ακόλουθες:

«…Υπάρχει στην ιταλική ιστορία μία οικογένεια Manara, της οποίας η ύπαρξη και η σπουδαιότητα μαρτυρείται από το Μεσαίωνα. Η οικογένεια αυτή προέρχεται από το Borgo Val di Taro, στην επαρχία Parma, και έλαβε τίτλο ευγενείας από τους δούκες Farnese, κυρίους της Parma και Piacenza. Ένας από τους Farnese αυτούς, ο Alessandro, γιος του Ottavio, υπήρ­ξε γενναίος στρατηγός και διακρίθηκε στη ναυμαχία του Lepanto το 1571. Σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής, οι Farnese που έλαβαν μέρος στις επι­χειρήσεις εναντίον των Τούρκων στο πλευρό των Ενετών, συνοδεύονταν από διάφορα άτομα, που ανήκαν σε οικο­γένειες με τις οποίες είχαν δεσμούς».

Μια τέτοια μπορούσε να ήταν και η οικογένεια Manara. Έτσι μπορεί, εν­δεχομένως, να εξηγηθεί η εμφάνισή της στο Μοριά. Μια ακόμη υπόθεση θα μπορούσε να είναι και η εξής: Ο Luciano Manara, ο ήρωας της επαναστάσεως εναντίον των Αυστριακών το 1848, που είναι γνωστή ως «Οι πέντε ημέρες τού Μι­λάνου», γεννήθηκε στις 25/3/1825 στο Antegnate της επαρχίας Bergamo. Το Antegnate αυτό διετέλεσε υπό την ενετική κυριαρχία από το 1428 μέχρι το 1796, και ίσως να μην αποκλείεται η παρουσία μελών αυτής της οικογέ­νειας στο στρατό της Ενετίας.

Και τέλος, μία τρίτη πιθανή εξήγη­ση θα μπορούσε να είναι και η εξής: Στη βενετσιάνικη διάλεκτο υπάρχει η λέξη manara, που σημαίνει τσεκούρι (ιταλικά manaja). Σύμφωνα με αυτό το δεδομένο, θα ήταν αρκετά πιθα­νόν ένας οποιοσδήποτε Ενετός, φθά­νοντας σ’ αυτό τον τόπο, να τού έδω­σε αυτή την ονομασία La Manara, εξαιτίας κάποιου περιστατικού πού ίσως συνέβη εκεί»[6].

Στη Μεσσηνία και την Κορινθία, μανάρα λέγεται το μεγάλο τσεκούρι. Και μανάρι στη Σάμο.

  

Τάκης Μαύρος

Τάκης Μαύρος, «Συμβολή στο Τοπωνυμικό της Αργολίδας», Εθνογραφικά τόμος 2ος (Ανάτυπο), έκδοση, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο, 1979-80.

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Δαλαμανάρα (Τοπική Κοινότητα Δαλαμανάρας – Δημοτική Ενότητα Άργους), ανήκει στον Δήμο Άργους – Μυκηνών, κατά την απογραφή του 2001 είχε 730 κατοίκους.

[2] Έτος Γ’ (1930), τ. 20ν, σελ. 363.

[3] Κ. Σάθα, Μνημεία, VI, 284.

[4] Κ. Σάθα, Μνημεία, StatutaetCapitula, IV, 161.

[5] Αυτόθι, σελ. 185.

[6] Βιβλιογραφία: Albo nazionale famiglie nobili dello stato Italiano, Milano 1965, p. 400. Enciclopedia Italiana, Roma 1934. Miarana E., Luciano Manara, Milano 1932, Passim.

 

Read Full Post »

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Read Full Post »

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)


 

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,

καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή,

ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη

παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται.

Επιτάφιος του Περικλή

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) [1]: Ο μεγάλος ιστορικός, που αποτελεί την κορυφή του τριγώνου των ι­στορικών της αρχαίας Ελλάδας – στη βάση του στέκονται ο Ηρόδοτος που προηγήθηκε απ’ αυτόν και ο Ξενοφώντας που τον ακολούθησε – γεννή­θηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής από ευγενή και πλούσια οικογέ­νεια, που είχε θρακική καταγωγή και συγγένευε με το Μιλτιάδη και τον Κίμωνα. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, είχε οι­κογενειακά κτήματα και μεταλλεία χρυσού. Μορφώθηκε άριστα με δα­σκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα, το ρήτορα Αντιφώντα και πιθανότατα τους σοφιστές Γοργία, Πρόδικο και άλλους.

Το 424 π.Χ. ήταν στρατηγός και ως διοικητής μικρής μοίρας Αθηναϊ­κού στόλου στη Θράκη δεν κατόρθωσε να εμποδίσει το Σπαρτιάτη στρα­τηγό Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Οι Αθηναίοι τον καταδίκα­σαν σε εξορία (ή αυτοεξορίστηκε) και έζησε 20 χρόνια μακριά από την Αθήνα, στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη. Η εικοσάχρονη εξορία του, του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλούς τόπους, όπου διαδραμα­τίζονταν τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, να ερευνήσει, να συλλέξει πληροφορίες και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων. Μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων γύρισε για λίγο στην Αθήνα και τελικά πέθανε ξαφνικά στη Σκαπτή Ύλη από άγνωστη αιτία γύρω στο 399 π.Χ.

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

 

Στο έργο του, «Θουκυδίδου ξυγγραφή» το ονόμασαν οι Αλεξανδρι­νοί και το χώρισαν σε 8 βιβλία, περιγράφει την ιστορία του Πελοποννη­σιακού πολέμου από το 431 π.Χ. ως το 411 π.Χ. Εργάστηκε με επιστημο­νικό τρόπο. Υπέβαλλε τις πληροφορίες και τις πηγές του σε αυστηρό κρι­τικό έλεγχο. Διέκρινε τις αιτίες από τις αφορμές που προκαλούν κάθε γε­γονός. Με τον ορθολογισμό του απέκλεισε την άμεση επέμβαση των θεϊ­κών δυνάμεων στα ιστορικά φαινόμενα και έδωσε πρωταρχική σημασία στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, πολιτικούς ή οικονομι­κούς. Χρησιμοποίησε ακριβείς προσδιορισμούς του χρόνου και του τόπου και απέφυγε τις άσκοπες παρεκβάσεις και τα ανέκδοτα. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει την «αλήθεια», να αποκαλύψει τη νομοτέλεια που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση και να κληροδοτήσει στις μελλοντικές γενιές το έργο του σαν αιώνιο απόκτημα («κτῆμα ἐς αεί»).

Στις 45 συνολικά δημηγορίες, που υπάρχουν στο έργο του, διαγράφει με σαφήνεια και αμεσότητα την ψυχολογική ατμόσφαιρα, παρουσιάζει τους χαρακτήρες και τη νοοτροπία των δρώντων προσώπων, προβάλλει τα κίνητρα της δράσης τους και συνδέει την ανθρώπινη φύση με τις πρά­ξεις. Πιστεύει ότι τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της ανθρώ­πινης φύσης και συμπεριφοράς.

Στα πολιτικά του φρονήματα φαίνεται πως ήταν οπαδός της συγκρα­τημένης δημοκρατίας, της μετριοπαθούς και συνετής εξουσίας. Επαινεί τον Περικλή, που τον θεωρεί πρότυπο πολιτικού άνδρα. Είναι εχθρός της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και δίνει ένα συντριπτικό χαρακτηρισμό για τους ηγέτες της Κλέωνα και Υπέρβολο. Τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη μετριοπαθή ολιγαρχική διακυβέρνηση του 411 π.Χ. που, κατά τη γνώμη του, υπήρξε ένα λογικό κράμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Πάντως είναι ο πιο μεγάλος από τους αρχαίους ιστορικούς και ο πρώτος που εφάρμοσε την αυστηρά αμερόληπτη κριτική στην ιστορική έρευνα, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και η κορυφαία «μεγαλοφυΐα της αντικειμενικότητας».

 

Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

 

Ο Θουκυδίδης στο 1° βιβλίο της ιστορίας του (κεφ. 24-87) παρουσιάζει τα αίτια του πολέμου που ιστορεί. Βαθύτερο αίτιο («αληθέστατη πρόφασις») του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί την αύ­ξηση της Αθηναϊκής δύναμης και το φόβο που προκλήθηκε απ’ αυτή στη Σπάρτη και στους συμμάχους της ή όπως συμπλήρωσαν νεότεροι ιστορι­κοί, τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δυο συνασπισμών και των μελών τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα επεξέτεινε την εμπορική της δραστηριότητα στη Δύση και απείλησε σοβαρά τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Παράλληλα υποστήριζε την επικράτηση δημοκρατικών πολι­τευμάτων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη, που θα στηρίζονταν στις εμποροβιοτεχνικές και λαϊκές τάξεις. Η δραστηριότητα αυτή της Αθήνας αύξανε την οικονομική και πολιτική της επιρροή σε βάρος των «Λακεδαιμονίων και των συμμάχων» τους, που ευνοούσαν τις παλιές αριστοκρατικές δο­μές της κοινωνίας και τα ολιγαρχικά πολιτεύματα.

Ως αφορμές («ἐς τό φανερόν αἰτίαι») του πολέμου ο Θουκυδίδης α­ναφέρει τα Κερκυραϊκά, τα Ποτιδαιακά και το Μεγαρικό ψήφισμα. Το 433 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν αμυντική συμμαχία (επιμαχία) με τους Κερ­κυραίους, που από το 435 π.Χ. βρίσκονταν σε πόλεμο με τη μητρόπολή τους Κόρινθο, και ο αθηναϊκός στόλος απέτρεψε με την παρουσία του την ολοκληρωτική καταστροφή των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους στα Σύβοτα. Οι Κορίνθιοι για αντεκδίκηση βοήθησαν την Ποτίδαια να αποστατήσει από την Αθηναϊκή Συμμαχία και το 432 π.Χ. Κορίνθιοι ε­θελοντές συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους, που έσπευσαν να πολιορ­κήσουν την Ποτίδαια. Οι Αθηναίοι απάντησαν με το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο απαγόρευσαν στους Μεγαρείς να καταπλέουν στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας και να εμπορεύονται στις αγορές της Αττικής [2].

Ο Θουκυδίδης για να δείξει την ψυχολογική κατάσταση, που δη­μιουργήθηκε απ’ αυτά τα γεγονότα, και την ατμόσφαιρα, από την οποία ξεπήδησε ο πόλεμος, παραθέτει 4 δημηγορίες, που συγκροτούν δύο με­γάλες αντιθέσεις, κατά το πρότυπο των «δισσών λόγων» των σοφιστών. Πρώτα-πρώτα στο συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρ­τη το 432 π.Χ. μιλάει ένας απεσταλμένος της Κορίνθου, που κατηγορεί την Αθήνα και ζητάει να της κηρύξουν τον πόλεμο, και ένας απεσταλ­μένος της Αθήνας -βρισκόταν εκεί για άλλη υπόθεση- που υπερασπίζεται την Αθηναϊκή πολιτική. Κατόπιν στη Σπαρτιατική συνέλευση, όταν οι σύμμαχοι έφυγαν, μιλάει ο βασιλιάς Αρχίδαμος κατά του πολέμου και ο έφορος Σθενελαίδας, φανατικός πολεμόχαρος [3].

Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι κάτω από την πίεση των Κορινθίων κήρυ­ξαν τον πόλεμο, με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι παραβίασαν τις «τριακοντούτεις σπονδές» και με το καλοϋπολογισμένο πολιτικό σύνθη­μα της «απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή τυ­ραννία», που έβρισκε απήχηση στους δυσαρεστημένους συμμάχους της Αθήνας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, σελ. 38.

[3] Bury J., ό.π. σελ. 41.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Στοιχεία για την πρώτη δεκαετία του Δήμου Ναυπλιέων (1833-1843): Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους. Ελένη Καλαφάτη, Αρχιτέκτονας – Δρ Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Στα χρόνια του Αγώνα η πολιτική και διοικητική συγκέντρωση διακηρύσσεται ως θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος, ενώ επιχειρείται στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν η εγκαθίδρυση νέων ιεραρχημένων σχέσεων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές αρχές, που θα επιτρέψουν στις επαναστατημένες περιοχές να συγχωνευθούν σε μία νέα οργανική ενότητα.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Στην ίδια κατεύθυνση η πρώτη Αντιβασιλεία προχωρά στη θεσμοθέτηση ενός, συγκεντρωτικού και αυστηρά ιεραρχημένου διοικητικού συστήματος: η επικράτεια διαιρείται σε νομούς, οι νομοί σε επαρχίες, οι επαρχίες σε δήμους και κάθε στοιχείο εγκλείεται στο αμέσως ανώτερο του. Αυτός ο ορθολογισμός απαντά στην επιταγή για την πολιτική ενοποίηση του εθνικού εδάφους με την κατάργηση της τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το εργαλείο που επιτρέπει στο νέο κράτος να οργανώσει την επέμβασή του σε όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας των πολιτών.

Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια εξασφαλίζεται από τη δραστηριότητα περισσότερων αξιωματούχων με επικεφαλής τον Νομάρχη. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι βασικότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο επίπεδο των δήμων, όπου ο Δήμαρχος, ανώτατη εκτελεστική αρχή, ορίζεται και θεσμικά ως διφυές όργανο, κρατικό και δημοτικό συγχρόνως.

Στην ανακοίνωση αυτή θα επιχειρήσω, αξιοποιώντας υλικό από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου, να σκιαγραφήσω το γενικό περίγραμμα των δημοτικών λειτουργιών και της σχέσης με την κεντρική Διοίκηση, όπως αυτή διαμεσολαβείται από τον Νομάρχη κατά την πρώτη δεκαετία του Ελληνικού Βασιλείου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Καλαφάτη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους.

 

Read Full Post »

Το χωριό Bρούστι της Αργολίδας


 

Στο 14ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους – Καρυάς, η δεξιά διακλάδωση από την Αγριλίτσα οδηγεί βόρεια στο χωριό Βρούστι, από άνετο σχετικά δρόμο 6 χλμ. με λίγες μόνο στροφές. Μια σύντομη διαδρομή ανάμεσα σε ελαιώνες αρχικά και κατόπιν μέσα σ’ ένα τοπίο άγριας ομορφιάς, μια γοητευτική σύνθεση πέτρας, άγριων θάμνων και σιωπής, που καταλήγει σε μια πλατεία, όπου κάτω από έναν αιωνόβιο πλάτανο τρέχει γάργαρο νερό από μια τρικάμαρη πέτρινη βρύση.

Ορεινή κοινότητα με δύο συνοικισμούς παλαιότερα. Ο ορεινός οικισμός Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) του νομού Αργολίδας βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, στην πρώην επαρχία Άργους, και απέχει μόλις 20 χλμ. από το Άργος και 33 χλμ. από το Ναύπλιο. Το πεδινό Βρούστι, τα Σταθαίικα κοντά στο Κουτσοπόδι, ήταν μέχρι το 1920 χειμαδιό των τσοπάνηδων. Τώρα είναι ο βασικός οικισμός ενταγμένος αρχικά στο δήμο Κουτσοποδίου και σήμερα στο Δήμο Άργους.

Για την προέλευση της ονομασίας του Βρουστίου μπορούμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις, που στηρίζονται σε έγγραφα και ιστορικά στοιχεία και αποδίδουν στο όνομα αυτό γερμανικές, σλαβικές  και αλβανικές ρίζες.

Βρούστι Αργολίδας

Βρούστι Αργολίδας

Η γερμανική προέλευση του τοπωνυμίου μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι το τοπωνύμιο Βρούστι μνημονεύεται σε Βενετικά έγγραφα του 1465 κοντά στην Καρύταινα. Η Καρύταινα βρίσκεται κοντά και νότια της Φολόης, όπου ο βυζαντινός στρατηγός Στηλίχων νίκησε και διέλυσε τους συγκεντρωμένους εκεί εισβολείς Βησιγότθους μετά το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου (395μ.Χ.). Η Φολόη είναι περιοχή της ορεινής Ηλείας, στα σύνορα Αρκαδίας και Αχαίας στους ΝΔ πρόποδες του όρους Ερύμανθου και σε υψόμετρο 600 μέτρων. Η Ηλεία στα Ρωμαϊκά χρόνια εξακολουθεί να ευημερεί, αφού λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων συρρέουν σε όλη την περιοχή άνθρωποι από όλη τη γνωστή δύση (αθλητές και θεατές) φέρνοντας πλούτο και οι Ρωμαίοι ευεργετούν τις πόλεις της Ηλείας με πλουσιοπάροχες δωρεές. Μετά την κατάργηση όμως των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ. Χ. και το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου η περιοχή αντιμετώπισε κρίση και παρακμή, ενώ Γότθοι επιδρομείς από το 267μ.Χ. βλάπτουν όλη την Ηλεία.

Οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι υπήρξαν οι δύο κύριοι κλάδοι του γερμανικού φύλου των Γότθων. Μαζί με άλλα βαρβαρικά φύλα απασχολούσαν με λεηλασίες και μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά την τελευταία περίοδο της ζωής της, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως εποχή των Μεγάλων Μεταναστεύσεων. Οι Βησιγότθοι αρχικά αναδείχθηκαν ως ξεχωριστή πληθυσμιακή ομάδα κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., αρχικά στην Βαλκανική, όπου και συμμετείχαν σε πολλές εκστρατείες κατά της Ανατολικής και της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ηγεμόνας των Γότθων Αλάριχος το 396 μ.Χ. κατεβαίνει ανενόχλητος από τη Θεσσαλία στην Πελοπόννησο καταστρέφοντας και λεηλατώντας ό,τι βρίσκει μπροστά του. Οι επιδρομείς των Γότθων του Αλάριχου καίνε την Κόρινθο, καταλαμβάνουν το Άργος και τη Σπάρτη και κάνουν κέντρο των επιχειρήσεων τους το οροπέδιο της Φολόης, όπου εγκαθίστανται. Ο Αλάριχος μάλιστα διαμέλισε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τις γύρω πόλεις της Ακρώρειας, το Λασιώνα, τον Οπούντα και την Ψωφίδα.

Τότε ο Στηλίχων, στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού και ουσιαστικός κυβερνήτης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους,  ξεκινάει την άνοιξη του 397 μ.Χ από την Ιταλία, αποβιβάζεται στο Λέχαιο της Κορινθίας και περικυκλώσει αιφνιδιαστικά τους Γότθους στο οροπέδιο Φολόη. Πολλούς τους σκοτώνει και τους υπόλοιπους μαζί με τον Αλάριχο τους αναγκάζει να κρυφτούν στο δάσος, στις σπηλιές και στις ρεματιές. Η σύγκλητος της Κωνσταντινούπολης όμως χαρακτήρισε την κίνηση του Στηλίχωνα προδοσία, γιατί δεν άφησε να καταστραφεί τελείως ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός, ενώ ο Αλάριχος κατόρθωσε να φύγει από τον Κορινθιακό Κόλπο στην Ήπειρο και από εκεί το 401μ.χ. στη δύση.

Φαίνεται ότι οι Βησιγότθοι του Αλάριχου έδωσαν το εδαφωνύμιο Βρούστι, από τη γερμανική λέξη Brust, που σημαίνει στήθος, σε κάποια τοποθεσία στην περιοχή αυτή προς την πλευρά της Αρκαδίας. Το τοπωνύμιο αυτό μαρτυρείται στην περιοχή αυτή της Αρκαδίας και την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατά το 1465. Από εκεί πιθανότατα μεταφέρθηκε και στο Αργολικό Βρούστι, το οποίο πρέπει να εποικίσθηκε από το Θεόδωρο Παλαιολόγο με εποίκους από το αντίστοιχο Αρκαδικό.

Η Δυναστεία των Παλαιολόγων ήταν η τελευταία αυτοκρατορική οικογένεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Γενάρχης της ήταν ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας το 1261, και η Δυναστεία των Παλαιολόγων διήρκεσε μέχρι τις 29 Μαΐου 1453 και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα των Κωνσταντίνο ΙΑ’ Παλαιολόγο.

Κρήνη - Βρούστι Αργολίδας

Κρήνη – Βρούστι Αργολίδας

Ο Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, δεύτερος δεσπότης του Μορέως (1382-1407), το 1384 παντρεύτηκε τη Βαρθολομαία, κόρη του άρχοντα της Κορίνθου και δούκα των Αθηνών Νέριο Α΄ Ατσαϊόλι και μαζί με τον πεθερό του κατέλαβαν το 1388 το Άργος και το Ναύπλιο, πόλεις που ανήκαν στη Βενετία. Το 1394 όμως υπό την απειλή των Οθωμανών Τούρκων αναγκάστηκε να ζητήσει τη συμμαχία των Βενετών και επέστρεψε το Άργος στη Βενετία. Το 1394 βρέθηκε στην αυλή του Οθωμανού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ στις Σέρρες μαζί με άλλους ηγεμόνες των Βαλκανίων. Ο σουλτάνος τον κράτησε αιχμάλωτο και τον πήρε μαζί του, για να προελάσει στη νότια Ελλάδα.

Ο Θεόδωρος Α΄ κατάφερε να δραπετεύσει από το Οθωμανικό στρατόπεδο και κατέφυγε στην Πελοπόννησο, όπου άρχισε να προετοιμάζει την άμυνα του δεσποτάτου. Στα πλαίσια των μετακινήσεων πληθυσμών για την οργάνωση της άμυνάς του φαίνεται πως μετέφερε κατοίκους από το Αρκαδικό Βρούστι στην Αργολίδα και τους εγκατέστησε στην περιοχή του σημερινού Βρουστίου, στο οποίο έδωσαν αυτή την ονομασία που είχαν και στην Αρκαδία, γιατί πραγματικά το ύψωμα της Αργολίδας, όπου είναι το Βρούστι, μοιάζει με στήθος και η φυσική του θέση είναι ένα «μπαλκόνι», που βλέπει απέναντί του τις κορυφές του Αρτεμισίου και την Καρυά, στα πόδια του την Αγριλίτσα και τη Φρέγκαινα, ενώ από το εξωκκλήσι του Αη- Λια φαίνονται βόρεια και ανατολικά το Νεοχώρι, η Στέρνα, το Μαλαντρένι, το Κουτσοπόδι και πολλά ακόμα χωριά του κάμπου.

Ο Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος μάλιστα ήθελε να ασφαλίσει την Πελοπόννησο οχυρώνοντας και τον Ισθμό και προσπάθησε να δώσει την Κόρινθο στη Βενετία με αντάλλαγμα τη συμμετοχή της στα έξοδα του τείχους του Ισθμού. Οι διαπραγματεύσεις όμως με τη Βενετία απέτυχαν και οι Τούρκοι το 1397 πραγματοποίησαν μια από τις φοβερότερες επιδρομές στην Πελοπόννησο καταστρέφοντας ολοσχερώς το Άργος που ανήκε στη Βενετία.

Η εκδοχή αυτή μπορεί να συνδυαστεί λογικά με την παράδοση, που λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Και στις δύο περιπτώσεις οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού προέρχονται από την Αρκαδία και τους εγκατέστησε στην περιοχή αυτή είτε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος είτε κάποιος πασάς στα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα μ. Χ., αφού οι Τούρκοι από το 1460 είχαν καταλάβει την Πελοπόννησο.

Υπάρχει όμως και η εκδοχή της αρβανίτικης προέλευσης του Βρουστίου, η οποία στηρίζεται στην αρβανίτικη ονομασία του όρους Μπαχριάμι (Κορυφή), στις πλαγιές του οποίου υπάρχει το Βρούστι, και σε άλλα τοπωνύμια, που υποδηλώνουν ότι και στο Βρούστι εγκαταστάθηκαν Αρβανίτες.

Είναι γνωστό ιστορικά ότι στις αρχές του 14ου αιώνα νομάδες Αλβανών ποιμένων, που στη χώρα τους αντιμετώπιζαν εμφυλίους πολέμους και έριδες, εγκατέλειπαν την πατρική τους γη και με τα κοπάδια τους κατέβαιναν νοτιότερα, για να βρουν καλύτερη τύχη. Οι Αλβανοί αυτοί ποιμένες ήταν ορεσίβιοι και σκληραγωγημένοι και αποτελούσαν κατάλληλο υλικό για μισθοφόρους στους στρατούς των τοπικών ηγεμόνων της Στερεάς και της Πελοποννήσου. Στους Αλβανούς αυτούς οι Έλληνες και Φράγκοι άρχοντες, οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν για πολεμικούς σκοπούς, έδιναν μισθό κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους υπηρεσίας και έπειτα τους παραχωρούσαν και γεωργικό κλήρο σε ορεινές κυρίως περιοχές. Οι Αλβανοί άφηναν ευχαρίστως τη ζωή του ποιμένος για το γεωργικό επάγγελμα, που τους εξασφάλιζε μόνιμη και σταθερή κατοικία, αξιοποιούσαν την ακαλλιέργητη και εγκαταλελειμμένη χώρα και γίνονταν χρήσιμοι και καλοί γεωργοί. Αυτό είναι το όνειρο του κάθε τσοπάνη σ’ οποιαδήποτε φυλή και αν ανήκει, να αποκτήσει κλήρο και να εγκατασταθεί κάπου μόνιμα. Έτσι έχομε τους πρώτους Αλβανικούς εποικισμούς σε περιοχές της χώρας μας. 

Στο μέτρο αυτό έκανε ευρύτατη χρήση για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς και ο δεσπότης της Πελοποννήσου Θεόδωρος Παλαιολόγος (1383-1407) λίγα χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Ο δεσπότης αυτός κάλεσε επίτηδες τα τελευταία έτη της ηγεμονίας του (1405) 10.000 Αλβανούς ποιμένες και τους εγκατέστησε στις χώρες του δεσποτάτου του, κατά προτίμηση σε ορεινές περιοχές, δίνοντάς τους αξιόλογο γεωργικό κλήρο. Με τον τρόπο αυτό απέκτησε και ωφελίμους υπηκόους, ικανούς για τα έργα της ειρήνης, και πρόθυμους και ικανούς πολεμιστές, αν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. 

Οι Αλβανοί που κατέβηκαν στην Ελλάδα ανήκαν στη φάρα των Τόσκηδων, μια από τις τρεις Αλβανικές φάρες. Οι άλλες δύο ήσαν οι Γκέκηδες και οι Λιάπηδες. Οι Τόσκηδες ήταν ορθόδοξοι Χριστιανοί, εν αντιθέσει με τους Γκέκηδες και Λιάπηδες, που ήταν καθολικοί και κατοικούσαν το τμήμα της Αλβανίας νότια του Σκούμπη ποταμού. Γείτονες με τους Έλληνες της Ηπείρου, είχαν επηρεασθεί από το Ελληνικό στοιχείο και είχαν αποκτήσει πολλές ομοιότητες με τους Έλληνες. Η Τουρκοκρατία επίσης προκάλεσε την εχθρότητα των Αλβανών εποίκων προς τους κατακτητές και αλλόθρησκους Τούρκους και τους ένωσε περισσότερο με τους Έλληνες. 

Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, ανάμεσα στους πρώτους κατοίκους, που εγκαταστάθηκαν στο Βρούστι, να υπήρχαν και αλβανόφωνοι ή να προστέθηκαν αργότερα με τις μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Αναφέρεται μάλιστα και μια συγκεκριμένη περίπτωση εγκατάστασης Αρβανιτών στο Βρούστι. Στο διάστημα 1388-1394 κάποιοι Αρβανίτες από τη φάρα των Μπουαίων με επικεφαλής τον Πέτρο Μπούα Σκλέπα (=κουτσός), αρχηγό των Μπουαίων και των Αρβανιτών της Αρκαδίας, αναμείχτηκαν στη διαμάχη ανάμεσα στους Παλαιολόγους του Μυστρά και τους Κατακουζηνούς της Μάνης, που διεκδικούσαν το Δεσποτάτο του Μοριά. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος βρήκε μια ομάδα απ’ αυτούς που είχαν εγκατασταθεί στην Παλαιοκατούνα της Αργολίδας, μια περιοχή ανάμεσα στην Αγριλίτσα και το Μάζι. Οι Αρβανίτες κατοικούσαν σε οικισμούς γνωστούς στα αρβανίτικα ως «κατούντ», κατούνες, που ήταν περισσότερο τόποι όπου κατασκήνωναν περιοδικά, παρά μόνιμες εγκαταστάσεις. Τους Αρβανίτες αυτούς ο Θεόδωρος Παλαιολόγος τους χώρισε στα δύο και έστειλε τους μισούς στο Βρούστι και τους υπόλοιπους τους άφησε και δημιούργησαν το χωριό Μάζι στους ανατολικούς πρόποδες του Αρτεμισίου.

 Από τους Αρβανίτες που κατοίκησαν στο Βρούστι ήταν φυσικό να μείνουν και κάποια γλωσσικά στοιχεία αποτυπωμένα στα ονόματα και στις τοποθεσίες του χωριού, όπως το Μπαχριάμι, η Λουτσίτσα, η Μοτσιάρα κ.α. Το χωριό του Βρουστίου πάντως δε φαίνεται να έχει σχέση με τα άλλα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας (Χαρβάτι, Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπερμπάτι, Μπέλεσι, Πρίφτιανι, Κούτσι κ.α.), αλλά σίγουρα υπήρχαν ανάμεσα στους κατοίκους του και αλβανόφωνοι.

 

Παραδοσιακή οικία στο Βρούστι Άργους

Παραδοσιακή οικία στο Βρούστι Άργους

 

Μια τρίτη εκδοχή αποδίδει στο όνομα του χωριού σλάβικες ρίζες. Συγκεκριμένα ο γερμανός γλωσσολόγος και βυζαντινολόγος Μαχ Φάσμερ (Max Vasmer)  στο έργο του «Οι Σλάβοι στην Ελλάδα» και στο κεφάλαιο περί Αργολίδος σημειώνει ότι το όνομα Βρούστι έχει σλαβική αφετηρία και σημαίνει τόπο άδενδρο, σκληρό τοπίο. Πράγματι η πέτρα και η σιωπή είναι τα χαρακτηριστικά του χωριού, ιδιαίτερα σήμερα που είναι σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Ένας συνδυασμός που προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα γαλήνης, ηρεμίας, αλλά και αδιόρατου φόβου, που προέρχεται από τη θέα των πέτρινων χαλασμάτων, των εγκαταλελειμμένων σπιτιών, που στέκουν βουβά με τα πορτοπαράθυρα σφαλιστά ή μισάνοιχτα να κρέμονται, αφού δεν άντεξαν τη σκουριά του χρόνου, τη δύναμη των βοριάδων, τη φυγή και την απουσία των ανθρώπων. Αν ισχύει αυτό όμως, τότε έπρεπε να υπάρχουν πάρα πολλά ίδια τοπωνύμια, πού να δηλώνουν τις γυμνές από δένδρα εκτάσεις ή περιοχές. Τοπωνύμιο Βρούστι όμως, εκτός Αργολίδας και Αρκαδίας, πουθενά αλλού δεν υπάρχει.

Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε να δεχθούμε με ικανή βεβαιότητα ότι ο πρώτος οικισμός του Βρουστίου στην Αργολίδα δημιουργήθηκε στο τέλος του 14ου αιώνα με εποίκους από την Αρκαδία και η ονομασία του χωριού Βρούστι προέρχεται από το αντίστοιχο της Αρκαδίας, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το γερμανικό Brust, που σημαίνει στήθος.

Το Βρούστι το μνημονεύει και η Βενετική απογραφή του 1700 με 20 οικογένειες και 81 κατοίκους συνολικά.   Το 1834 έχει 26 οικογένειες και 96 κατοίκους. Το 1886 το Βρούστι είχε 156 κατοίκους, όπως σημειώνει ο Αντώνης  Μηλιαράκης στο έργο του «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Τα στοιχεία της απογραφής του ελληνικού πληθυσμού του 1879 εμφανίζουν το Βρούστι με 156 κατοίκους. Αυτά τα στοιχεία φαίνεται πως είχε υπόψη του Ο Μηλιαράκης, γιατί στην επόμενη απογραφή του 1889 το Βρούστι εμφανίζεται με 190 κατοίκους. Δέκα χρόνια αργότερα οι κάτοικοι του χωριού φτάνουν στους 210, σύμφωνα με την απογραφή του 1896 και σταδιακά αυξάνονται, για να φτάσουν στους 343 στην απογραφή του 1920. Το 1928 εμφανίζονται για πρώτη φορά μόνιμοι κάτοικοι και στα Σταθαίικα, τα χειμαδιά των Βρουσταίων, που σιγά – σιγά αυξάνουν το μόνιμο πληθυσμό τους σε βάρος του κύριου οικισμού του Βρουστίου, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

 

Απογραφή 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Βρούστι 343 257 342 318 226 105 67 41 40 19
Σταθαίικα   121 109 113 203 230 199 235 315 273
Σύνολο 343 378 451 431 429 335 266 276 355 299

 

Η μελέτη της εξέλιξης του πληθυσμού δείχνει ότι τα Σταθαίικα μετά από μια σταθερότητα μέχρι το 1950 αναπτύσσονται πληθυσμιακά και τριπλασιάζουν τους κατοίκους τους το 2001, ενώ παρουσιάζουν μια μικρή μείωση στην τελευταία απογραφή του 2011. Αντίθετα ο πληθυσμός του Βρουστίου αυξάνεται σταθερά από το 1920, φτάνει στην κορύφωσή του το 1940 με 342 κατοίκους και αρχίζει να μειώνεται ραγδαία από το 1950 κατά 50 % περίπου κάθε δεκαετία, για να ερημώσει σχεδόν και να φτάσει τους 19 μόνο κατοίκους στην απογραφή του 2011.

Σήμερα μοναδικά σημάδια ζωής στο Βρούστι ένα μακρινό κουδούνισμα από τα λιγοστά γιδοπρόβατα που απέμειναν, ένα γαύγισμα, ένα βέλασμα, το νερό που κελαρίζει στη ρεματιά το χειμώνα και 15 περίπου – ασπρομάλληδες οι περισσότεροι- κάτοικοι, που προσπαθούν να κρατήσουν την τελευταία του ανάσα. Οι πολυπληθείς κάποτε οικογένειες των Αγγελοπουλαίων, Γκολφιναίων Σταυροπουλαίων, Βασιλοπουλαίων, Σωτηροπουλαίων, Χριστοπουλαίων, Ταραντιλαίων, Τοτσικαίων, Μαντεσαίων, Μητσακαίων, Ρεμπελέων κ.α. αναζήτησαν καλύτεροι τύχη στην Αυστραλία, την Αμερική, την Αθήνα και το Άργος από τη δεκαετία του 1960 και κατά κανόνα πρόκοψαν όλοι τους. Στα σοκάκια και τις αυλές του χωριού, που κάποτε ζωντάνευαν από τις κουβέντες, τα τραγούδια, τις φωνές, τις μουσικές και τα μοιρολόγια των ανθρώπων, σήμερα βασιλεύει η σιωπή. 

Παρόλα αυτά κάποιοι φαίνεται να ελπίζουν το ξανάνιωμα του χωριού. Ορισμένοι βρουστιώτες που ξαναχτίζουν τα πατρικά τους σπίτια, κάποιοι ξένοι που αγοράζουν και αναπαλαιώνουν τα παραδοσιακά σπίτια και άλλοι που ανακαλύπτουν την παρθένα ομορφιά αυτού του τόπου και αναζητούν εδώ μια γωνιά για να στεριώσουν. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και κάποιες προτάσεις τουριστικής αξιοποίησης των μοναδικών πέτρινων σπιτιών και του παλιού σχολείου με την ένταξή τους σε προγράμματα αγροτουρισμού και τη μετατροπή τους σε ξενώνες, κάτι που θα αποτελούσε «φιλί της ζωής» για το χωριό. Το μοναδικό της Αργολίδας ίσως, που ολόκληρο – σπίτια, μάντρες, αποθήκες, αχυρώνες, φούρνοι, κρήνες, αλώνια, πεζούλες, σκάλες, αυλές–  είναι χτισμένο από πέτρα.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Πηγές


 

  • Ιστορία του ελληνικού έθνους, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974.
  • Μηλιαράκης Αντώνιος, «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού νομού Αργολίδος και Κορινθίας», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1886.
  • Παναγιωτόπουλος Β., «Πληθυσμός και Οικισμοί Πελοποννήσου 13ος –18ος αιώνας», Ιστορικό αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1885.
  • Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εν Αθήναις, 1860.
  • Πέππας Ε. Ιωάννης, « Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής », Αθήνα 1990.
  • Πούλος Χρ. Ιωάννης , Οι Αρβανίτες της Πελοποννήσου», Παρνασσός, τόμ. 1ος , Αθήναι 1877.
  • Σάθας Κ. «Η τουρκοκρατούμενη Ελλάς », Αθήνα 1967.
  • Τότσικας Αλέξης,  «Ορεινές Διαδρομές, Οδοιπορικό στα χωριά της δυτικής Αργολίδας», Έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, 1999.

Read Full Post »

Εκλογικός κατάλογος του δήμου Μεγαλόπολης του νομού Αρκαδίας (1875). Στοιχεία επαγγελματικής απασχόλησης των κατοίκων.


 

 

Η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των κυριότερων κέντρων της Πελοποννήσου, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελεί ένα ελκυστικό πεδίο έρευνας. Ωστόσο, η όποια σχετική προσπάθεια καλείται να αντιμετωπίσει ποικίλες δυσκολίες. Στο πλαίσιο αυτής της διερεύνησης, η περιοχή της Αρκαδίας παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς πολλές πτυχές της ιστορικής πορείας της παραμένουν άγνωστες. Ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς του αρκαδικού νομού που αξίζει να μελετηθεί είναι και η Μεγαλόπολη, τόσο η πόλη όσο και η ευρύτερη περιοχή της.

     

Ο δήμος Μεγαλόπολης ορίστηκε ως ένας από τους δήμους της ομώνυμης επαρχίας, με βάση το βασιλικό διάταγμα της 9ης/21ης Νοεμβρίου 1834/1835 που προσδιόριζε τη γενικότερη διοικητική συγκρότηση του νομού Αρκαδίας [1]. Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο ο δήμος περιλάμβανε έντεκα οικισμούς. Μετά από  διοικητικές μεταβολές που σημειώθηκαν το επόμενο διάστημα, ο δήμος κατά το 1841 περιέκλειε δεκαπέντε οικισμούς συμπεριλαμβανομένης και της έδρας του (Σινάνου) [2]. Στην περιοχή δεν έλαβε χώρα κάποια σημαντική διοικητική μεταβολή μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους και ειδικά μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, η ευρύτερη επαρχία της Μεγαλόπολης εξελίσσεται από κάθε άποψη, οικιστική, οικονομική, κοινωνική, πληθυσμιακή αναπτύσσοντας μία νέα δυναμική [3].

Η κεντρική πλατεία Μεγαλόπολης το 1928. Αρχείο: 3ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης.

Η κεντρική πλατεία Μεγαλόπολης το 1928. Αρχείο: 3ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης.

Αναφορικά με τη ζωή του τόπου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο εκλογικός κατάλογος του δήμου Μεγαλόπολης του έτους 1875 [4] προσφέρει πληροφορίες ποικίλου χαρακτήρα για τους κατοίκους της περιοχής. Επικυρώθηκε στις 25 Ιουνίου 1875 και αποτελείται από 1.398 εγγραφές. Περιλαμβάνονται μόνο οι άρρενες με πολιτικά δικαιώματα στο δήμο. Στην έδρα του δήμου, στη Μεγαλόπολη (Σινάνου) καταγράφονται 255 εκλογείς. Οι υπόλοιποι 1.143 σημειώνονται στα ακόλουθα δεκατέσσερα χωριά τα οποία συναποτελούν το δήμο: Μερζέ, Βρωμοσέλα, Αγιάσμπεϊ, Κασίμη, Σιάλεσι, Ρουσβάναγα, Καρούμπαλι, Ραψομάτι, Τσιαπόγα, Κιοσέ, Αλιάγα, Κασιδοχώρι, Κερκέζι, Σούλου [5]. Ο μέσος όρος ηλικίας των καταγεγραμμένων κατοίκων είναι, κατά προσέγγιση, τα 34 έτη. Για να εκτιμηθεί το αριθμητικό μέγεθος αυτών των πληροφοριών, σημειώνεται πως με βάση τα διαθέσιμα απογραφικά δεδομένα, το 1870 ο συνολικός πληθυσμός του δήμου περιλάμβανε 4.297 άτομα ενώ το 1879, 5.000 κατοίκους [6].

Σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο επάγγελμα των εκλογέων, μέσα από τη σχετική επεξεργασία των δεδομένων, διαπιστώνονται τα παρακάτω. Η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα των κατοίκων είναι η γεωργική. Ωστόσο, παρατηρείται μία σαφής διαφοροποίηση μεταξύ της έδρας του δήμου, της Μεγαλόπολης και των γύρω οικισμών. Στα γύρω χωριά οι άρρενες εκλογείς στη συντριπτική τους πλειοψηφία (σε ποσοστό 98,6%), απασχολούνται ως γεωργοί. Εντός της πόλης της Μεγαλόπολης παρατηρείται μία επαγγελματική εξειδίκευση, έστω και σε χαμηλό βαθμό. Εδώ, οι απασχολούμενοι στον πρωτογενή τομέα της οικονομικής παραγωγής (γεωργία, κτηνοτροφία κλπ) αποτελούν το 61,96% του συνόλου. Ακολουθεί ο τριτογενής τομέας της οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο απασχολείται το 31,77 % των κατοίκων. Επικρατούν τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τομείς παροχής υπηρεσιών καθώς και με το εμπόριο. Σημαντική είναι επίσης και η παρουσία όσων απασχολούνται ως δημόσιοι υπάλληλοι. Τέλος, ο δευτερογενής τομέας παραγωγής (τεχνίτες, βιοτέχνες κλπ) αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο του συνόλου στην έδρα του δήμου (6,27%), με το επάγγελμα του μπαλωματή να κυριαρχεί. Αξίζει να σημειωθεί πως τα εν λόγω στοιχεία, αν και συνιστούν ποσοτικά καθώς και αποσπασματικά δεδομένα, διατηρούν την ιστορική τους σημασία. Σε συσχετισμό με άλλες κατηγορίες πηγών, μπορούν να οδηγήσουν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα αναφορικά με την ιστορική εξέλιξη της περιοχής.

 

Σοφία Μπελόκα

Ιστορικός

 

 

α/α

 

κατηγορίες επαγγελματιών του δήμου 

(αλφαβητικά)

 

αριθμός

ατόμων

 

1 αγωγεύς 3

 

2 αλμπάνης

 

1
3 αμπατζής

 

1
4 απόμαχος

 

1
5 απόστρατος

 

1
6 αρτοποιός

 

1
7 αστυνόμος

 

1
8 γεωργός

 

1.268
9 γραμμ. εφορίας

 

1
10 γυμνασιάρχης

 

1
11 δήμαρχος

 

1
12 δημοτικός εισπράκτωρ

 

1
13 δικαστικός κλητήρ

 

4
14 δικηγόρος

 

4
15 επαρχιακός κλητήρ

 

1
16 έπαρχος

 

1
17 ιατρός

 

1
18 ιδιώτης

 

5
19 καπνοπώλης

 

1
20 καφεπώλης

 

2
21 κλητήρ εφορίας

 

1
22 κρεοπώλης

 

2
23 κτηματίας

 

9
24 μαθητής

 

16
25 μεταπράτης

 

17
26 μπαλωματής

 

8
27 ποιμήν

 

5
28 ράπτης

 

2
29 σανδαλοποιός

 

1
30 σκυτοτόμος

 

1
31 στρατιώτης

 

4
32 στρατιωτικός

 

1
33 τέκτων

 

2
34 τηλεγραφοφύλαξ

 

1
35 υπάλληλος

 

4
36 υπηρέτης

 

19
37 φαρμακοποιός

 

2
38 φοιτητής

 

2
39 χωροφύλαξ

 

1
        

           σύνολο

 

 

1.398

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Υποσημειωσεις


[1] Φλούδας Ι. Νικόλαος, Διοικητικά επαρχίας Μεγαλοπόλεως, Μεγαλόπολη 1954,  σσ. 8-10.

[2] Ονομάστηκε επίσημα Μεγαλόπολις το 1885, βλ.  Φλούδας Νικόλαος, ό. π., σ. 19.

[3] Παπανικολάου Ι. Κώστας, Μεγαλόπολη. Γενική Ιστορία της επαρχίας, Αθήνα 1986, σσ. 264-267.

[4]  Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκελος 30, Συλλογή Βλαχογιάννη

[5] Οι ονομασίες των οικισμών διατηρούν την ορθογραφία του αρχικού κειμένου.

[6] Φλούδας Νικόλαος, ό. π., σ. 11.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »