Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Κασομούλης Νικόλαος (1795 – 1872)


Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1795 και πέθανε το 1872. Από τα νεανικά του χρόνια έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Πολέμησε στα Ψαρά, στην Ύδρα , στους Μύλους, στο Μεσολόγγι. Πρωτοστάτησε στη Έξοδο και περιέγραψε κατόπιν με αφηγηματική δύναμη τη γενναιότητα των πολιορκημένων. Πολέμησε επίσης στην Αττική και στην Κόρινθο.

 

Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872)

Αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων του Αγώνα, γεννημένος στην Κοζάνη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές της επανάστασης του Ολύμπου.* Μετά την αποτυχία της, κατέφυγε στην περιοχή του Ασπροπόταμου και έγινε γραμματικός του καπετάνιου Στορνάρη, τον οποίο και ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Υπήρξε συνεργάτης του Καραϊσκάκη. Το 1826 βρίσκεται μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, μαζί με τους αδερφούς του, Δημήτριο και Γεώργιο. Συνέταξε την απόφαση της εξόδου καθ’ υπαγόρευση του Επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ και επιφορτίστηκε την αποστολή να συντονίσει τις ενέργειες όλων των τμημάτων, ώστε να επιτύχει η Έξοδος. Κατά την έξοδο τραυματίστηκε θανάσιμα ο αδερφός του Δημήτριος.

Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Έγινε φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, καθώς και φρούραρχος στη Λαμία και το Μπούρτζι. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων το 1836, για την οποία δίνει πολύτιμες πληροφορίες στο Ημερολόγιο.  Έγραψε τα απομνημονεύματα του Αγώνα με τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», έργο σημαντικό για την Επανάσταση, αλλά και για την κοινωνία της εποχής.

Στο έργο του Κασομούλη, εκτός των άλλων, βρίσκουμε και πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την καθημερινότητα κατά το 19ο αιώνα, αλλά και σχετικά με τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των αγωνιστών του ΄21, τον τρόπο ενδυμασίας και γενικά τον τρόπο ζωής κατά την περίοδο αυτή. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την ανάλυση και την περιγραφή των κωδικών επικοινωνίας, τόσο των κυρίαρχων όσο και των επιμέρους περιθωριακών συμπεριφορών, οι οποίες χαρακτηρίζουν την εποχή του 19ου αιώνα στα Βαλκάνια και ειδικότερα στις ελληνικές περιοχές.

 

Υποσημείωση


  

* Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη.

Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά». Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα.

Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο.

Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιθωριακοί», τεύχος 265, 16 Δεκεμβρίου 2004.
  • Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Αρ. Τεύχους 133, Σεπτέμβριος 2007.

Read Full Post »

Η Επανάσταση του ’21 και η αναγνώριση της Ελλάδας από την Αϊτή (1822)


Η Αϊτή υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Το 1822, ο πρόεδρος της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγιέ (JeanPierre Boyer), απέστειλε στην Ελληνική Επιτροπή των Παρισίων και τα μέλη του «διευθυντηρίου» της, Αδαμάντιο Κοραή, Κ. Πολυχρονιάδη, Α. Βογορίδη και Χρ. Κλωνάρη, επιστολή, με την οποία η χώρα της Καραϊβικής αναγνώριζε τότε την ανεξάρτητη Ελλάδα.

Ζαν Πιερ Μπουαγιέ

Είχε προηγηθεί επιστολή του Κοραή και άλλων επιφανών Ελλήνων των Παρισίων προς τον Βόγιερ, με την οποία του ζητούσαν βοήθεια για την Επανάσταση, κατόπιν συστάσεων του περίφημου στρατηγού Λαφαγιέτ και του Επισκόπου Βλαισών Γρηγορίου, που είχε επισκεφθεί την περιοχή. Η Αϊτή, προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν η πρώτη χώρα που κατάργησε τη δουλεία και κυβερνήθηκε από μαύρους.

Το γράμμα προς τον Αδαμάντιο Κοραή και τους άλλους τρεις Έλληνες, διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του φιλικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος:

 

Επιστολή Μπουαγιέ προς Αδαμάντιο  Κοραή

 

Ιωάννης Πέτρου Βόγερ, πρόεδρος του Χαϊτίου (Αϊτή), προς τους πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Χρ. Κλωνάρην.

Εις τα Παρίσια

Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20ή παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας. Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται την ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ην μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε.

Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και διά των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας.

Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου, εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ων έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκη, επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ου η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος.

Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα, υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ης προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν.

Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, ας λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεικνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ην επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων.

Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας

 

Πηγές


  • Καθημερινή, αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.
  • Διονυσίου Κόκκινου «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος 2, σελίδες 444-446, και Τάσου Βουρνά, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», Αθήνα, εκδόσεις Τολίδης, σελ. 94.
  • Ελευθεροτυπία, «Το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας», Χρήστος Μιχαηλίδης, Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010.

  

 

Αϊτή – Από την επανάσταση των σκλάβων στην απόλυτη φτώχεια


Mark Danner

The New York Times

H Αϊτή είναι η αγαπημένη τραγωδία όλων. Πολύ πριν την πλήξει η καταστροφική μανία του Εγκέλαδου, ο έξω κόσμος, και ιδιαίτερα οι Αμερικανοί, μιλούσαν για την Αϊτή μόνον με όρους συνώνυμους της μιζέριας και της δυστυχίας.

Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα μυστικιστικό γύρω από τα δεινά της χώρας αυτής, ούτε καμία κατάρα που την καταδιώκει. Από την ανεξαρτησία της, αλλά και πριν από αυτή, υπεύθυνοι για τα δεινά της Αϊτής υπήρξαν άνθρωποι, όχι δαίμονες. Αν και φυσική καταστροφή, ο σεισμός οδήγησε στο θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους εξαιτίας της διαφθοράς και της αδυναμίας του κράτους της Αϊτής. Όση κι αν είναι η βοήθεια που θα λάβει η χώρα αυτή δεν θα μπορέσει να ανακάμψει αν δεν αντιμετωπισθούν τα αίτια που είναι υπεύθυνα για τα δεινά της.

 

Ένδοξη ιστορία


 

Επανάσταση στη Αϊτή

Το 1804 η ανακήρυξη της ελεύθερης Δημοκρατίας της Αϊτής αποτέλεσε ιστορικό θρίαμβο για το έθνος αυτό. Είναι δύσκολο πραγματικά να υπερβάλλει κανείς αναφερόμενος στην ένδοξη ιστορία της γέννησης αυτού του κράτους. Εκατοντάδες χιλιάδες σκλάβοι από την Αφρική είχαν δουλέψει σκληρά για να καταστήσουν το Σαντ Ντομίνγκ, όπως ήταν τότε γνωστή η Αϊτή, την πλουσιότερη αποικία της γης, ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ζαχαροκάλαμου, τον πιο ακριβό καρπό του 18ου αιώνα. Από γενιά σε γενιά, οι δευτερότοκοι γιοι των πλούσιων γαλλικών οικογενειών έφθαναν από τη Γαλλία στην άλλη άκρη του κόσμου προκειμένου να αναλάβουν τις τεράστιες φυτείες, να χαρούν όσα είχαν να προσφέρουν οι καλλίγραμμες σκλάβες από την Αφρική και να φτιάξουν τις περιουσίες τους.

Ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής εκείνης οι συνθήκες που επικρατούσαν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου ήταν άθλιες. Οι σκλάβοι πέθαιναν νέοι. Έκαναν λίγα παιδιά. Όσο αυξάνονταν οι εξαγωγές ζάχαρης και καφέ, αυξάνονταν οι εισαγωγές νεαρών Αφρικανών. Κι έτσι όταν έφτασε η ώρα της μεγάλης εξέγερσης του 1791, η πλειοψηφία των περίπου 500.000 μαύρων που ξεσηκώθηκαν είχαν γεννηθεί στην Αφρική, μιλούσαν αφρικανικές γλώσσες και λάτρευαν Αφρικανούς θεούς.

Maitland και Louverture

Στη διάρκεια μιας απίστευτα σύνθετης δεκαετούς σύγκρουσης, αυτοί οι Αφρικανοί στρατιώτες-σκλάβοι υπό την ηγεσία θρυλικών αρχηγών όπως ο Τουσέν Λουβερτούρ και ο Ζαν Ζακ Ντεσαλίνες, νίκησαν τρεις δυτικούς στρατούς, μεταξύ των οποίων την υπερδύναμη της εποχής, τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στη διάρκεια ενός πραγματικά άγριου πολέμου – «Κάψτε σπίτια, κόψτε κεφάλια», ήταν το σύνθημα του Ντεσαλίνες- οι σκλάβοι δολοφόνησαν τα λευκά αφεντικά τους και κατάφεραν να διώξουν τα υπόλοιπα από τη γη αυτή.

Την 1η Ιανουαρίου του 1804, όταν ο Ντεσαλίνες δημιούργησε τη σημαία της Αϊτής, αφαιρώντας το λευκό τμήμα από τη γαλλική σημαία, είχε πετύχει ό,τι δεν είχε πετύχει ο Σπάρτακος. Είχε οδηγήσει σε θρίαμβο τη μοναδική επιτυχημένη εξέγερση σκλάβων στην ιστορία.

Η Αϊτή έγινε η πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία του κόσμου και η δεύτερη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου. Δυστυχώς, η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την επαναστατική της διακήρυξη «όλοι οι άνθρωποι γενιούνται ίσοι», αντιμετώπισαν αυτούς τους ανθρώπους που είχαν κερδίσει μόνοι τους την ελευθερία τους με περιφρόνηση και φόβο. Η Αϊτή αποτελούσε παράδειγμα ενός αγώνα για την ελευθερία που απλώς είχε παρατραβήξει σκορπώντας τον τρόμο στους γαιοκτήμονες του αμερικανικού νότου που διατηρούσαν ακόμη σκλάβους.

 

Το εμπάργκο


 

Για το λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνταν επί έξι δεκαετίες να αναγνωρίσουν την Αϊτή, μέχρι που το έκανε ο Αβραάμ Λίνκολν το 1862. Αντιθέτως, μαζί με τις υπόλοιπες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες… αντάμειψαν την Αϊτή με ένα ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο, αναγκάζοντάς την παράλληλα να πληρώσει αποζημιώσεις στον πρώην αποικιοκρατικό της δυνάστη.

Το νέο έθνος, με τις φυτείες και τις πόλεις του κατεστραμμένες από τον πόλεμο, γονάτισε υπό το βάρος των αστρονομικών αποζημιώσεων, οι οποίες στραγγάλισαν την οικονομία της για περισσότερο από έναν αιώνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, της απομόνωσης και της περιφρόνησης, γεννήθηκε το περίεργο πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο θύμιζε κακοφορμισμένο μοντέλο της κοινωνίας των σκλάβων της εποχής της αποικιοκρατίας.

Λίγο μετά την ανεξαρτησία, οι μεγάλες φυτείες διαλύθηκαν και τμήματά τους μοιράστηκαν στους πρώην σκλάβους, γεγονός που κατέστησε την Αϊτή μια χώρα μικρών γαιοκτημόνων, η απομωνομένη ύπαιθρος της οποίος παρέμενε, σε ό,τι αφορούσε τη γλώσσα, τη θρησκεία και της συνήθειες, βασικά αφρικανική.

Ανίκανοι να αντικαταστήσουν τους λευκούς, τα μέλη της νέας αϊτινής ελίτ εγκατέλειψαν τις φυτείες και αποφάσισαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον μόνο θεσμό που μπορούσε να επιβάλλει φόρους στα προϊόντα τους: την κυβέρνηση. Όσο οι απελεύθεροι σκλάβοι δούλευαν σκληρά για να κάνουν τη γη τους να αποδώσει, η ισχυρή μειοψηφία απομυζούσε τους καρπούς των κόπων τους μέσω της φορολογίας.

Η αϊτινή ιστορία έκτοτε αποτελείται από μια μακρά σειρά συγκρούσεων για τον έλεγχο του κράτους μεταξύ φραξιών που πολλές φορές καθορίζονταν από το χρώμα του δέρματος. Η άσκηση της πολιτικής δεν ήταν παρά μια διαρκής ίντριγκα, γεμάτη συγκρούσεις, ανατροπές και δολοφονίες.

 

Η αμερικανική κατοχή και η δικτατορία Papa Doc


 

Το 1915 οι λευκοί επέστρεψαν, με την απόβαση Αμερικανών πεζοναυτών σε μια επιχείρηση που είχε στόχο τον τερματισμό μιας σύγκρουσης, η οποία υπό τη σκιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έμοιαζε να αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Στη διάρκεια της σχεδόν εικοσαετούς κυριαρχίας τους, οι Αμερικανοί έχτισαν στην Αϊτή δρόμους και γέφυρες, έστησαν τις υποδομές για τη δημιουργία της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς και έστειλαν τους Αϊτινούς στο εξωτερικό να σπουδάσουν, με την ελπίδα δημιουργίας μιας πιο σταθερής μεσαίας τάξης.

Όταν αποχώρησαν, στην πραγματικότητα λίγα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αϊτινός εθνικισμός, ο οποίος είχε πυροδοτηθεί εκ νέου με την άφιξη των Αμερικανών, οδήγησε τελικώς στην εξουσία το 1957 τον Φρανσουά Ντιβαλιέ, τον περίφημο Papa Doc έναν από τους πιο αιμοσταγείς δικτάτορες της ιστορίας.

Η εποχή Ντιβαλιέ έληξε το 1986 με την ανατροπή του γιου του Ζαν Κλοντ, γνωστού ως Baby Doc, και έδωσε τη θέση της στην τελευταία φάση της ασταθούς αϊτινής ιστορίας η οποία έχει τα τελευταία 25 χρόνια σηματοδοτηθεί από δικτατορίες και εξεγέρσεις, κάποιες σχετικά δημοκρατικές εκλογές, μια δεύτερη αμερικανική κατοχή και καμιά δωδεκαριά Αϊτινούς ηγέτες, που εναλλάσσονται στην εξουσία της πιο φτωχής χώρας του δυτικού ημισφαιρίου.

Καθημερινή, Αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.

 

Read Full Post »

 

Η αρχαία Ναυπλία. Χάραξη σε ατσάλι, G.N. Wright, London, περίπου το 1840.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου το 1840.

Χάραξη σε ατσάλι, G.N. Wright, London π. 1840.  

 

Read Full Post »

Τελέσιλλα η Αργεία λυρική Μούσα


  

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Η πόλη του Άργους, από τις πρώτες ελληνικές πόλεις που αναφέρονται στην ιστορία και τη μυθολογία, χτισμένη από το 2.600 π.χ. στην ίδια θέση που επιβιώνει και σήμερα, είναι γνωστή  για το πολύπλευρο ιστορικό ρόλο  που διαδραμάτισε στις 5 περίπου χιλιετίες της ζωής της.  Ελάχιστα όμως είναι γνωστά για την πολιτιστική ζωή και δραστηριότητα του Άργους, ιδιαίτερα στην αρχαιότητα. Φαίνεται πως η πνευματική παραγωγή των Αργείων δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί  αποτελεσματικά τα σημαντικά πνευματικά και πολιτικά κέντρα  με τα οποία γειτόνευε και μοιραία λειτουργούσε ανταγωνιστικά: Την Τίρυνθα και τις Μυκήνες στην αρχαϊκή εποχή, την Αθήνα, τη Σπάρτη και την Κόρινθο στην κλασική περίοδο, τα άλλα κέντρα που επιβλήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο από την Ελληνιστική Εποχή και αργότερα.

Η γεωγραφική θέση του Άργους φαίνεται πως έπαιξε κι εδώ το ρόλο της. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι και στα νεώτερα χρόνια, παρά το σημαντικό ρόλο που έπαιξε το Άργος στην επανάσταση του 1821, δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο, αλλά επισκιάστηκε από το Ναύπλιο, την Αθήνα και άλλα μικρότερα επαρχιακά κέντρα. Όλα αυτά δε σημαίνουν  βέβαια ότι η πόλη του Άργους έμεινε στο περιθώριο. Αντίθετα μάλιστα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμποροβιοτεχνικό κέντρο από την αρχαιότητα ακόμα και δεν έλειψαν οι  σημαντικές προσωπικότητες από την πόλη.

Ενδεικτικά μπορεί να σημειώσει κανείς ότι ο Φείδων, ο σημαντικότερος αρχαίος βασιλιάς του Άργους, είναι αυτός που πρώτος έκοψε αργυρά νομίσματα στην Ελλάδα, τον 7ο π.Χ. αιώνα. Στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους το Άργος αναδείχτηκε σε κέντρο πλαστικής με τεράστια συμβολή στην τέχνη. Το αργειακό εργαστήρι είναι από τα σημαντικότερα της αρχαίας Ελλάδας κυρίως της χαλκοπλαστικής και Αργείοι ήταν οι μεγάλοι γλύπτες της αρχαιότητας Αγελάδας και Πολύκλειτος. Το Άργος διέθετε το αρχαίο του θέατρο, το μοναδικό λαξευμένο σε βράχο στις Ν.Α. πλαγιές της Λάρισας, αρχαίας ακρόπολης  του Άργους, θέατρο σύγχρονο αλλά μεγαλύτερο της Επιδαύρου (χωρούσε 20.000 θεατές) με εξαιρετική ακουστική κι αυτό. Αργείος ήταν και ο μουσικός Σακάδας.

Στον κατάλογο όμως των Αργείων πνευματικών ανθρώπων ανήκει και μια γυναίκα με εξαιρετική προσωπικότητα και σημαντική προσφορά στην πόλη της, η αρχαία λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα. Θεωρείται μια ποιητική ευφυΐα που κέρδισε το θαυμασμό των συγχρόνων της, καταξιώθηκε ως λυρική ποιήτρια στην εποχή της, απέκτησε τεράστια φήμη και πανελλήνια εμβέλεια σε σημείο ώστε να τη συγκρίνουν με την ξακουστή Σαπφώ από τη Λέσβο και την Κόρρινα από την Κόρινθο, και να την τιμούν με το διακριτικό επίθετο «αγακλή» δηλαδή περίφημη, ξακουστή, δοξασμένη. Ο επιγραμματοποιός μάλιστα Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την κατατάσσει στις εννέα μεγάλες ποιήτριες της αρχαιότητας σ’ ένα επίγραμμά του αφιερωμένο σ’ αυτές: [1]

«Αυτές τις γυναίκες ανέδειξε ο Ελικώνας με θεϊκή λαλιά στους ύμνους και η Μακεδονική κορυφή του Ολύμπου: Την Πρήξιλλα, τη Μοιρώ, τη φωνή της Ανύτης, το θηλυκό Όμηρο, τη Σαπφώ, το στολίδι για τις ομορφομαλλούσες της Λέσβου, την Ήριννα, την Τελέσιλλα την ξακουστή, και σένα Κόρρινα, που τραγούδησες την πολεμική ασπίδα των Αθηναίων, τη Νοσσίδα τη γλυκομίλητη και τη γλυκολαλούσα Μύρτιν, όλες εργάτισσες ατέλειωτων σελίδων. Εννέα μούσες ο μέγας Ουρανός, εννέα επίσης και η Γη γέννησε, αστέρευτη χαρά για τους ανθρώπους».

Στο επίγραμμα λοιπόν μνημονεύονται με τ’ όνομά τους οι 9 πιο γνωστές ποιήτριες της αρχαίας Ελλάδας, ανάμεσά τους και η Αργείτισσα Τελέσιλλα, (Πρήξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Νοσσίς, Μυρτίς, Κόρρινα) που θεωρούνται μάλιστα ισότιμες και ισάξιες με τις εννέα μούσες του Ολύμπου (Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη). [2]

Τόσο σημαντική και ονομαστή ήταν στην αρχαιότητα η Αργεία λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα, μα είναι σχεδόν άγνωστη σε μας, ακόμα και στους Αργείους. Η άγνοια αυτή οφείλεται ίσως στις συγκεχυμένες πληροφορίες που μας παρέδωσε η αρχαιότητα για τη ζωή της και στη μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από το πρόσωπο της Τελέσιλλας.

Γνωρίζουμε ότι καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, που ήταν φημισμένη για κάποιο ένδοξο παρελθόν της σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου, [3] που υποστηρίζει ότι ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη στη νεανική της ηλικία. Η ασθενική της φύση φαίνεται πως την ανάγκαζε να ζει απομονωμένη και κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς συναναστροφές και κοινωνικότητα, ώσπου αποφάσισε να απευθυνθεί στο Μαντείο για να μάθει για την εξέλιξη της υγείας της.

Το «Μαντείο του Θεού» απάντησε στη μικρόσωμη και ασθενική Τελέσιλλα ότι θα βρει την υγεία και την επιτυχία της, εφόσον υπηρετεί τις Μούσες. Η μαντική προσταγή «τας Μούσας θεραπεύειν» σε συνδυασμό με το έμφυτο ποιητικό της ταλέντο και την έφεσή της για τη μουσική έκαναν την Τελέσιλλα να αφοσιωθεί με πάθος στην ποίηση και τη μουσική, να βρει νόημα στη ζωή της και να κατακτήσει την πνευματική ομορφιά. Επιβεβαιώνεται έτσι η παράδοση που θέλει να αποδίδει τα πνευματικά χαρίσματα σε άτομα που στερούνται το σωματικό κάλλος. [4] 

Πότε έγιναν αυτά, πότε έζησε δηλαδή η Τελέσιλλα δε γνωρίζουμε ακριβώς. Κανένας συγγραφέας, αρχαίος ή σύγχρονος, απ’ αυτούς που λίγο ή πολύ αναφέρουν και σχολιάζουν την ποιήτρια στα έργα τους, δε δίνει ακριβείς πληροφορίες για το χρόνο της γέννησής της και για την ηλικία της. Όλες οι πηγές, αρχαίες και νεώτερες, αναφέρουν την Τελέσιλλα ως πρωταγωνίστρια που έσωσε το Άργος, όταν ο Σπαρτιάτης Κλεομένης εξεστράτευσε εναντίον του Άργους. Η χρονολογία όμως αυτής της εκστρατείας του βασιλιά Κλεομένη και της μάχης που επακολούθησε ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη. Τοποθετείται στο 519, στο 509 ή στο 494 π.Χ. Η τελευταία αυτή χρονολογία φαίνεται  η πιθανότερη.[5]

Ο συσχετισμός της Τελέσιλλας μ’ αυτά τα γεγονότα οδηγεί τις περισσότερες πηγές να αναφέρουν δίπλα στο όνομά της τη χρονολογία 510 π.Χ. χωρίς να διευκρινίζουν αν αυτή αναφέρεται στη γέννηση της ποιήτριας ή στη μάχη των γυναικών του Άργους και των Σπαρτιατών. Αν υποθέσουμε ότι η Τελέσιλλα γεννήθηκε στα 510 π.Χ. θα πρέπει να ήταν 16 χρονών, όταν το 494 π.Χ. έγινε η επίθεση των Σπαρτιατών εναντίον του Άργους.[6]

Τέτοια όμως υπόθεση αποκλείεται, γιατί θα ήταν δύσκολο να δεχθούμε ότι η Τελέσιλλα σε τόσο μικρή ηλικία  είχε τη δύναμη να ξεσηκώσει τις συμπατριώτισσές της και να πολεμήσουν τους Σπαρτιάτες. Λογικότερο φαίνεται να τοποθετήσουμε τη γέννησή της ανάμεσα στο 520 – 515 π.Χ.,[7] οπότε στα γεγονότα του 494 π.Χ. θα είχε ηλικία τουλάχιστον 20 – 25 χρόνων και συνεπώς την ψυχική και πνευματική ωριμότητα να υπερασπιστεί την πατρίδα της που κινδύνευε.

Σύγχρονη λοιπόν του Πίνδαρου και της Κόρρινας η Τελέσιλλα, δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή της. Από την Ελληνική Ανθολογία[8] μαθαίνουμε ότι είχε σύζυγο τον Ευξενίδα, ο οποίος μετά το θάνατό της  ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της με το εξής επίγραμμα:

« Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, έστησε εδώ

Ο Ευξενίδας για τη γυναίκα που παντρεύτηκε,

γιατί πάντα ήταν γεμάτη πίστη, εύνοια, αρετή

και αγάπη. Ας μένει και για τους μεταγενέστερους

η φήμη σου αξέχαστη για πάντα».

 

Ιδανική σύζυγος λοιπόν η Τελέσιλλα, αλλά και μεγάλη ποιήτρια αναγνωρισμένη πανελλήνια και καύχημα για το Άργος, δεν υστερούσε σε φιλοπατρία και ηρωισμό, αρετές που την οδήγησαν στο λαμπρό κατόρθωμα να σώσει το Άργος, την πόλη της, από την επιβουλή των στρατιωτών του Κλεομένη. Αξίζει να παρακολουθήσουμε αυτή τη δραστηριότητα της Τελέσιλλας, που παραδίδεται απ’ όλες τις αρχαίες πηγές με διάφορες παραλλαγές, χωρίς όμως κανείς να αμφισβητεί την ιστορική αλήθεια των γεγονότων.

Η Σπάρτη μετά τη νίκη στο Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (669-657) είχε την άνεση και την επιθυμία να διεκδικήσει την ηγεμονία σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο. Στην προσπάθειά της αυτή εμπόδιο στεκόταν το Άργος. Οι δυο πόλεις ποτέ στην αρχαιότητα δεν είχαν καλές σχέσεις, λειτουργούσαν ανταγωνιστικά και πάντοτε είχαν διαφορές σε επίμαχα ζητήματα.[9] Για να κατακτήσουν λοιπόν οι Σπαρτιάτες την ηγεμονία της Πελοποννήσου έπρεπε να εξασθενήσουν και να ταπεινώσουν το Άργος. Επιχείρησαν, πράγματι, μακροχρόνια στρατιωτική και διπλωματική επίθεση εναντίον του. Το 550 π.Χ. κατέλαβαν με τη βία τα Κύθηρα και τα παράλια του Μαλέα, που ήταν κτήσεις του Άργους. Γύρω στο 546 π.Χ. μετά από σκληρό αγώνα πήραν από το Άργος τις περιοχές της Κυνουρίας και της Θυρέας.

Η κρίσιμη στρατηγική σημασία των περιοχών αυτών ανάγκασε τους Αργείους, όταν συνήλθαν από τις ήττες, να επιχειρήσουν καταστρεπτικό πόλεμο για την ανάκτηση της Κυνουρίας. Την περίοδο αυτή (520 – 487 π.Χ.) βασίλευε στη Σπάρτη ένας ικανός, θαρραλέος και σκληρός άνδρας, ο Κλεομένης ο Α’, γιος του Αναξανδρίδα του 15ου του  βασιλικού οίκου των Αγιαδών.  

Ο Κλεομένης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει οριστικά με τους Αργείτες κατακτώντας την πόλη τους και προετοίμασε με κάθε λεπτομέρεια την επιχείρησή του. Δεν παρέλειψε μάλιστα να ζητήσει και σχετικό χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, που του απάντησε ότι θα κυριεύσει το Άργος.[10] Γύρω στο 500 π.Χ. ο Κλεομένης εκστρατεύει εναντίον του Άργους και φθάνει στον ποταμό Ερασίνο, που κατά τον Ηρόδοτο ξεκινάει από τη λίμνη Στυμφαλία, χύνεται σ’ ένα κρυφό χάσμα και αναφαίνεται στο Άργος.[11]

Ο Κλεομένης, τηρώντας πιστά τα θρησκευτικά έθιμα για να διασφαλίσει την επιτυχία της εκστρατείας του, θυσίασε στον ποταμό Ερασίνο, αλλά η θυσία δεν του έδωσε καλά σημεία και αναγκάστηκε να πάρει το στρατό του και να υποχωρήσει στη Θυρέα, στην περιοχή του Άστρους. Εκεί θυσίασε έναν ταύρο στη θάλασσα, επιβίβασε το στρατό σε πλοία και αποβιβάστηκε στην περιοχή της Σήπειας, μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας. Οι Αργείοι έσπευσαν να στρατοπεδεύσουν στη Σήπεια, απέναντι από το Στρατό των Σπαρτιατών, χωρίς να φοβούνται την αναμέτρηση, παρά μόνο μήπως νικηθούν με δόλο από τους Σπαρτιάτες, γιατί όταν απειλήθηκαν από τον Κλεομένη ζήτησαν και πήραν χρησμό από την Πυθία, που έλεγε:[12]

 «Όταν η θηλυκή νικήσει τον αρσενικό,

τον διώξει και δοξασθεί ανάμεσα στους Αργείους,

τότε πολλές Αργείτισσες θα ξεσχίσουν τα μάγουλά τους,

ώστε κάποτε να πει κάποιος μεταγενέστερος άνθρωπος:

ο φοβερός τριπλοτυλιγμένος όφις χάθηκε νικημένος από δόρυ».

Θηλυκή για τους Αργείους ήταν η Σήπεια και αρσενικός ο Κλεομένης,[13] αλλά φοβόντουσαν το φοβερό όφι, το δόλο, γι’ αυτό αποφάσισαν να ακολουθούν πιστά τα σήματα του κήρυκα των αντιπάλων, για να μην εξαπατηθούν. Ό,τι έλεγε ο κήρυκας να κάνουν οι Σπαρτιάτες, το ίδιο έκαναν και οι Αργείοι. Ο πανέξυπνος Κλεομένης όμως αντελήφθη την τακτική των Αργείων και παράγγειλε κρυφά στους στρατιώτες του να πάρουν τα όπλα και να ετοιμασθούν για επίθεση, όταν ο κήρυκας δώσει το σύνθημα για μεσημεριανό φαγητό, για «άριστον».[14]

Έτσι, όταν ο κήρυκας έδωσε σήμα για φαγητό, οι Αργείοι κάθισαν για συσσίτιο και οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και οι Αργείοι ζαλισμένοι από τον αιφνιδιασμό δεν πρόλαβαν  να αντισταθούν. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν, ενώ όσοι γλύτωσαν κατέφυγαν στο πυκνό άλσος της Σήπειας, που οι Αργείτες  το θεωρούσαν ιερό, γιατί ήταν αφιερωμένο στον Άργο, γιο του Δία και της Νιόβης και διάδοχο του βασιλιά Φορωνέα, από τον οποίο πήρε και η πόλη το όνομά της. Ο Κλεομένης, μια και ήταν ανόσιο να εισβάλει με το στρατό του στο ιερό άλσος, μεταχειρίστηκε και πάλι το δόλο για να εξοντώσει τους αποκλεισμένους Αργείους.

Πληροφορήθηκε από αυτομόλους Αργείους, που είχε κοντά του, τα ονόματα όσων είχαν αποκλεισθεί στο ιερό άλσος και έστειλε τον κήρυκα να τους καλεί ονομαστικά να βγουν λέγοντάς τους ότι είχε πάρει τα λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Πενήντα Αργείτες που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και βγήκαν έξω τους συνέλαβε ο Κλεομένης και τους σκότωσε. Κάποια στιγμή όμως ένας από τους αποκλεισμένους στο πυκνό άλσος Αργείους ανέβηκε σ’ ένα δέντρο και είδε τι γινόταν έξω.

Από κείνη τη στιγμή σταμάτησαν να βγαίνουν έξω αυτοί που προσκαλούνταν. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους είλωτες να συσσωρεύσουν φρύγανα γύρω από το άλσος και κατόπιν έβαλε φωτιά και το έκαψε μαζί με τους αποκλεισμένους Αργείους. Την ώρα που καιγόταν το Άλσος ο Κλεομένης ρώτησε έναν αυτόμολο σε ποιον είναι αφιερωμένο και, όταν εκείνος του απάντησε ότι είναι αφιερωμένο στον Άργο, πίστεψε ότι αυτό ήταν το «Άργος» που του είχε πει ο χρησμός ότι θα κυριεύσει και αναφώνησε με αναστεναγμό.[15] «Απόλλωνα που δίνεις τους χρησμούς, πόσο με εξαπάτησες λέγοντάς μου ότι θα κυριεύσω το Άργος! Καταλαβαίνω ότι ο χρησμός που μου ’δωσες ξεπληρώθηκε».

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Οι Αργείτες πάντως αποδεκατίστηκαν απ’ όλο το μάχιμο ανδρικό πληθυσμό τους, αφού σκοτώθηκαν στη Σήπεια επτά χιλιάδες επτακόσιοι εβδομήντα επτά Αργείοι κατά τον Πλούταρχο και τον Πολύαινο[16] ή πέντε χιλιάδες κατά τον Παυσανία ή έξι χιλιάδες κατά τον Ηρόδοτο. Μετά απ’ αυτά, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο[17] που φαίνεται ότι αντλεί τις πληροφορίες του από Σπαρτιατικές πηγές, ο Κλεομένης διέταξε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του να επανέλθει στη Σπάρτη και με χίλιους μόνο επίλεκτους πήγε στο Ηραίον του Άργους για να θυσιάσει.

Ο ιερέας της Ήρας του το απαγόρευσε λέγοντας ότι δεν είναι όσιο να θυσιάζουν οι ξένοι και ο Κλεομένης διέταξε τους είλωτες να τον μαστιγώσουν και θυσίασε δια της βίας. Το άγαλμα της θεάς τότε έβγαλε φωτιά από το στήθος και όχι από το κεφάλι, όπως έπρεπε, και ο Κλεομένης κατάλαβε ότι η θεά δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει απροστάτευτο το Άργος και επανήλθε στη Σπάρτη χωρίς να επιχειρήσει επίθεση στο Άργος.

Εκεί κατηγορήθηκε από τους εχθρούς και τους αντιπάλους του ότι δωροδοκήθηκε για να μην καταλάβει το Άργος, αλλά υποστηρίζοντας στην απολογία του πως πίστεψε ότι εκπληρώθηκε ο χρησμός του Δία με την κατάληψη του ιερού του Άργου και ότι αποτράπηκε με τη στάση της Ήρας από την κατάληψη του Άργους, έπεισε τους εφόρους, που ανήκαν άλλωστε στην παράταξή του, και τον αθώωσαν με μεγάλη πλειοψηφία. Η διήγηση αυτή απέβλεπε προφανώς να δικαιολογήσει τους Σπαρτιάτες και τον Κλεομένη για την αποτυχία τους να κυριεύσουν το Άργος μετά τη νίκη τους στη Σήπεια.

Πιστότερα την πραγματικότητα όμως φαίνεται να απεικονίζουν ο Παυσανίας και ο Πολύαινος,[18] που αποδίδουν τη σωτηρία του Άργους στον ηρωικό ρόλο της ποιήτριας Τελέσιλλας. Σύμφωνα μ’ αυτές τις πηγές, λοιπόν, ο Κλεομένης μετά τη νίκη του στη Σήπεια βάδισε εναντίον του Άργους, που ήλπιζε ότι θα το κυριεύσει εύκολα απογυμνωμένο από τους άνδρες υπερασπιστές του.

Το Άργος κινδύνευε άμεσα με μόνους  υπερασπιστές τους γέρους, τα παιδιά και της γυναίκες κάθε ηλικίας. Την κρίσιμη αυτή στιγμή η ποιήτρια Τελέσιλλα συγκέντρωσε τους γέρους, τα παιδιά και τις γυναίκες του Άργους, τους έδωσε κάθε λογής όπλο που βρήκε στα σπίτια και τους ναούς, τόξα και βέλη, κοντάρια, ασπίδες, μαχαίρια, σπαθιά, ξύλα και πέτρες, και τις παρέταξε στα τείχη και τις επάλξεις έτοιμες για αντίσταση. Όταν πλησίασαν οι Σπαρτιάτες, είδαν τις Αργείτισσες απτόητες μπροστά τους και την Τελέσιλλα στραμμένη προς τον ουρανό να αναπέμπει δεήσεις στους θεούς: «Ω Άρτεμη, ω Απόλλωνα! Βοηθήστε μας να σώσουμε την πατρίδα!».

Αιφνιδιάστηκαν φυσικά από την αυτοσχέδια καθοδηγήτρια, που έδινε το σύνθημα του συναγερμού και τις κατευθύνσεις για την άμυνα του Άργους, και βρέθηκαν σε δίλημμα φοβερό: Αν έκαναν επίθεση και τις σκότωναν, θα γίνονταν μισητοί και άνανδροι που σκότωσαν γυναίκες. Αν αποτύγχαναν στην επίθεσή τους, θα ήταν καταγέλαστοι που ξακουστοί πολεμιστές αυτοί νικήθηκαν από γυναίκες με επικεφαλής, μάλιστα, μια ποιήτρια, την Τελέσιλλα. Δοκίμασαν να τις τρομάξουν με αλαλαγμούς και αντάρα, αλλ’ αυτές στέκονταν ακλόνητες στις επάλξεις.

Έκαναν κάποιες επιθέσεις εναντίον τους, αλλά οι γυναίκες τις απέκρουσαν. Τελικά οι περήφανοι Σπαρτιάτες του Κλεομένη αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν για να βγουν από το αδιέξοδο με ακέραιη την αξιοπρέπειά τους.[19] Τελικά το Άργος δεν έπεσε! Σώθηκε από τον ηρωισμό των γυναικών του και τη γενναιότητα της έξοχης ποιήτριας Τελέσιλλας, που διέψευσε μ’ αυτό τον τρόπο πανηγυρικά το γνωστό αξίωμα «η τέχνη για την τέχνη». Γι ̉αυτή την πράξη της θαυμάστηκε η Τελέσιλλα και μνημονεύεται πιο πολύ από τις αρχαίες πηγές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υστέρησε στην ποιητική δημιουργία.

Αντίθετα η Τελέσιλλα είχε αφοσιωθεί με πάθος στην ποίηση και στη μουσική μετά το χρησμό που πήρε από το θεό και μ’ αυτή τη δραστηριότητά της κατάφερε όχι μόνο να δυναμώσει το σώμα της και να αποκαταστήσει την υγειά της, αλλά και να τη θαυμάσουν όλοι οι Αργείτες και, προπαντός, οι Αργείτισσες για την «ποιητική» της. Φαίνεται ότι ο ενθουσιασμός που προκαλούσε με τα ποιήματά της ήταν εκείνος με τον οποίο κατάφερε, ως άλλος Τυρταίος, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους να υπερασπισθούν οπλισμένοι τα τείχη της πατρίδας τους που κινδύνευε. Τα ποιήματά της έφεραν τον τίτλο «άσματα» και ήταν ύμνοι προορισμένοι για χορούς, κυρίως παρθένων, ένα ποιητικό είδος που το εκτιμούσαν πολύ στην εποχή της. Τις λυρικές αυτές δημιουργίες της αφιέρωνε στις μούσες και στους θεούς Άρτεμη και Απόλλωνα, που ήταν οι κυριότεροι εμπνευστές της.

Δυστυχώς,[20] από τα ποιήματα αυτά σωθήκαν ελάχιστα μόνο αποσπάσματα και άλλες πληροφορίες για το έργο της από έμμεσες πηγές. Από μια επιγραφή της Επιδαύρου, που αναφέρει ο Παυσανίας,[21] μαθαίνουμε ότι «στην κορυφή του όρους Κορυφός (ή Κόρυφον, νοτιοανατολικά του ιερού της Επιδαύρου υπάρχει ιερό της κορυφαίας Αρτέμιδος, το οποίο μνημονεύει σε κάποιο ποίημα της η Τελέσιλλα».

 Απ’ αυτό, πιθανόν, το άσμα έχουν σωθεί δύο μόνο στίχοι:[22]                  

«Την Άρτεμη τραγουδήστε, κόρες,

που αποφεύγει τον Αλφειό…»

Από τους στίχους αυτούς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ποίημα ήταν εμπνευσμένο από το μύθο για τον ποταμό Αλφειό. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτό το μύθο, ο Αλφειός, που λατρευόταν στην αρχαιότητα σαν προσωποποιημένος θεός με τεράστιες ικανότητες πλουτοδοσίας, ένιωθε για την Άρτεμη ασίγαστο ερωτικό πάθος.[23] Η θεά, κόρη του Δία και δίδυμη αδελφή του Απόλλωνα, για να μην πέσει στα χέρια του Αλφειού, άλειφε με λάσπη το πρόσωπό της και τα πρόσωπα των Νυμφών που τη συνόδευαν, και ο Αλφειός δε μπορούσε να την αναγνωρίσει. Ο θρύλος του ερωτοχτυπημένου Αλφειού με την Άρτεμη, που τον απέφευγε, ήταν, φαίνεται, η αιτία που  την Άρτεμη στην περιοχή  της Ηλείας την ονόμαζαν «Αλφειούσα, Αλφειαία, Αλφειωνία ή Ποταμία». Και την εικόνα της φυγής της θεάς συνθέτει με έμμετρο τρόπο το δίστιχο της Τελέσιλλας.

Σύμφωνα με άλλη πληροφορία[24] η Τελέσιλλα είχε συνθέσει μια ωδή για τον Απόλλωνα, που ονομαζόταν «Φιληλιάς», αυτός δηλ. που αγαπάει τον Ήλιο. Το άσμα αυτό το τραγουδούσαν, ίσως, οι εργάτες, όταν πήγαιναν  με συννεφιά στα χωράφια να δουλέψουν και παρακαλούσαν τον ήλιο να βγει από τα σύννεφα και να ζεστάνει την ατμόσφαιρα.[25]

Κάποιο άλλο ποίημα της Τελέσιλλας πρέπει να ήταν αφιερωμένο στη Νιόβη και στα παιδιά της, γιατί ο Απολλόδωρος[26] μας δίνει την πληροφορία ότι «από τα αγόρια της Νιόβης σώθηκε ο Αμφίων και από τα κορίτσια η Χλωρίς η μεγαλύτερη, που την παντρεύτηκε ο Νηλέας, σύμφωνα όμως με την Τελέσιλλα σώθηκαν ο Αμύκλας και η Μελίβοια, που  σκότωσαν με τόξο τον Αμφιώνα». Από το ποίημα όμως αυτό της Τελέσιλλας δε σώθηκε ούτε λέξη!

Κατά πάσα πιθανότητα η Τελέσιλλα είχε συνθέσει και ένα ποίημα για τους γάμους του Δία με την Ήρα, αν κρίνουμε από ένα σχόλιο στο στίχο 64 του ποιήματος του Θεόκριτου «Συρακόσιαι ή Αδωνιάζουσαι», που περιέρχεται σε ένα πάπυρο (αρ.1487 Ρ.), και αναφέρει ότι «όλα τα ξέρουν οι γυναίκες, ακόμα και πως ο Δίας παντρεύτηκε την Ήρα».[27] Τον υπαινιγμό αυτό τον αποδίδουν στη Τελέσιλλα.

Το μοναδικό ποίημα της Τελέσιλλας που σώθηκε ολόκληρο και μάλιστα όχι σε πάπυρο, αλλά ως επιγραφή χαραγμένη σε λίθο του 3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνος, που βρέθηκε στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, είναι ένας ύμνος στη «μητέρα των θεών», που αξίζει να τον παραθέσουμε, όπως μας παραδόθηκε στο αρχαίο κείμενο, και σε μετάφραση:[28]

 

[Ματρί Θεών]                                             [Στη Μητέρα των Θεών]

                                                                        

Ω Μνημόσυνας κόραι                                    Κόρες της Μνημοσύνης

Δευρ’ έλθετε απ’ ωρανώ                                ελάτε εδώ απ’ τον ουρανό

και μοι συναείσατε                                        και τραγουδήστε μαζί μου

ταν ματέρα των θεών,                                   τη μητέρα των θεών,

ως ήλε πλανωμένα                                        που ήρθα, αφού περιπλανήθηκα

κατ’ ώρεα και νάπας                                      στα όρη και στις πηγές

σύρουσα αβρόταν κόμαν,                              με ανεμοπαρμένα τα μαλλιά

κατωρημένα φρένας.                                     ξετρελαμένη στα βουνά.

Ο Ζεύς δ’ εσιδών άναξ                                   Και ο βασιλιάς ο Δίας σαν είδε

ταν Ματέρα των θεών,                                  τη μητέρα των θεών

κεραυνόν έβαλλε και                                     έριξε κεραυνό και

τα τύμπαν’ ελάμβανε,                                    πήρε τα τύμπανα,

πέτρας διέρρησε και                                      έσπασε τα βράχια

τα τύμπαν’ ελάμβανε                                     και πήρε τα τύμπανα.

Μάτηρ, άπιθ’ εις θεούς,                                 -Μητέρα, φύγε στους θεούς

και μη κατ’ όρη πλανώ,                                  και μη γυρνάς στα όρη,

μη σε χαροποί λέον-                                      γιατί τ’ άγρια λιοντάρια

τες ή πολιοί λύκοι                                          και οι γκρίζοι οι λύκοι

[έδωσι πλανωμέναν.]                                    [θα σε φάνε κυνηγημένη.]

και ουκ άπειμι εις θεούς,                                -Δε θα φύγω στους θεούς

αν μη τα μέρη λάβω,                                     αν δεν πάρω μερίδια,

το μεν ήμισυ ουρανώ,                                    το μισό απ’ τον ουρανό,

το δε ήμισυ Γαίας,                                         τ’ άλλο μισό απ’ τη γη,

πόντω το τρίτον μέρος˙                                 το τρίτο μέρος απ’ τη θάλασσα,

χούτως απελεύσομαι,                                     κι έτσι θ’ αποχωρήσω.

χαιρ’ ω μεγάλα άνα                                       -Χαίρε, μεγάλη βασίλισσα,

σα Μάτερ Ολύμπω.                                        Μητέρα του Ολύμπου.

 

 

Στους 28 στίχους του ποιήματος, που σώθηκαν σχεδόν αυτούσιοι, εξιστορείται με γλαφυρότητα η δραματική περιπλάνηση της Μητέρας των θεών, της Ρέας Κυβέλης, που σε έξαλλη κατάσταση διεκδικεί από το Δία μερίδιό της απ’ τα μέρη του κόσμου, τον Ουρανό, τη γη, και τη θάλασσα. Ο μύθος για τη σύγκρουση του Δία με τη μητέρα του, τη Ρέα, που δε μας είναι γνωστός από αλλού, φαίνεται ότι είναι πνευματικό δημιούργημα της Τελέσιλλας. Ευρηματική, λοιπόν, η ποιήτρια στο θέμα της πλάθει ένα μεγαλειώδη μύθο με έντονο το τραγικό στοιχείο στην περιγραφή της και με απλό ύφος, που η παρεμβολή όμως λόγου και αντίλογου του δίνουν εξαιρετική ζωηράδα.

Αοιδός με τη λύρα του

Αξιοσημείωτα στοιχεία είναι η επίκληση στις εννέα Μούσες, τις Κόρες της Μνημοσύνης και του Δία, στην αρχή του ποιήματος, επίκληση που συνεχίζει την παράδοση του Ομήρου και άλλων επικών ή λυρικών ποιητών, που συνήθιζαν να επικαλούνται τη βοήθεια κάποιας θεάς ή μούσας για να ολοκληρώσουν με επιτυχία το έργο τους, η έντονη φυσικότητα με την οποία αναφέρεται στο πάθος της θεάς, στη φύση και στα άγρια θηρία, η ειλικρινής αφοσίωση στους θεούς με ψυχική ευγένεια και ευαισθησία και ένας αδιόρατος τόνος απαισιοδοξίας που διακρίνεται στο πείσμα και την επιμονή της Ρέας, αλλά και του Δία.

Τα στοιχεία αυτά, που χαρακτήριζαν, προφανώς, όλα τα ποιήματά της, έκαναν  τον αρχαίο σχολιαστή του Ομήρου να σημειώσει[29] ότι η Τελέσιλλα και ο Ξενοφών είναι υποδείγματα αρετής και καλοκαγαθίας.

Η γλώσσα της Τελέσιλλας ήταν λυρική κοινή γλώσσα της εποχής με μικρές αποκλίσεις. Όλα σχεδόν τα ποιήματά της ήταν μελικά, τονίζουν δηλ. για να τραγουδιούνται˙ το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι είχε καθιερώσει δικό της ποιητικό μέτρο με εναλλαγή μακρών και βραχέων συλλαβών[30] που οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι του έδωσαν το όνομά της, γιατί το βρήκαν μοναδικό, το ονόμασαν δηλ. «Τελεσίλλειον».

Η Τελέσιλλα όμως δεν έμεινε, δυστυχώς, γνωστή από την ποίησή της, αλλά από το κατόρθωμά της να σώσει το Άργος κατά τη διάρκεια του Κλεομενικού πολέμου. Δεν έπαψε πάντως να συγκινεί με την προσωπικότητά της και μεταγενέστερους ανθρώπους. Αμέσως μετά την απόκρουση των Σπαρτιατών στη μάχη του 494 π.Χ. στο Άργος, για να θυμούνται τον ηρωισμό και τη νίκη της Τελέσιλλας και των γυναικών του Άργους, έχτισαν ένα ναό του Ενυαλίου, του πολεμικού δηλαδή, του Φονικού Άρη, ο οποίος στο Άργος  μάλιστα εθεωρείτο ως θεός των γυναικών.[31] Προς τιμή του Ενυαλίου και των γυναικών που πολέμησαν για την πατρίδα τους έκαναν κάθε χρόνο, στην επέτειο της μάχης, μια γιορτή, που τη ονόμαζαν «Υβριστικά».

Στη γιορτή αυτή οι γυναίκες φορούσαν ανδρικά ενδύματα και οι άνδρες γυναικεία, για να θυμίζουν το κατόρθωμα των ανίσχυρων γυναικών, που αντιμετώπισαν τους αρειμάνιους Σπαρτιάτες πολεμιστές και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν. Η αλλαγή, βέβαια, αυτή των ενδυμάτων σχετίζεται με γαμήλιο θρησκευτικό έθιμο όχι μόνο του Άργους, αλλά και της Σπάρτης, της Κύπρου και άλλων πόλεων, σύμφωνα με το οποίο την πρώτη νύχτα του γάμου η νύφη φορούσε ανδρικό χιτώνα και τεχνητό γένειο, ενώ ο γαμπρός ντύνονταν γυναικεία και έκοβε τα μαλλιά του. Στο Άργος πάντως το έθιμο είχε συνδεθεί με τη Τελέσιλλα. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει[32] ότι ψήφισαν και νόμο που επέβαλε στις Αργείτισσες να φορούν τεχνητό πώγωνα, όταν κοιμούνται με τους άνδρες τους!

Ο νόμος αυτός εξηγείται από το γεγονός ότι μετά τη μάχη της Σήπειας και τον αποδεκατισμό των Αργείων ανδρών αναγκάστηκαν στο Άργος, για να αντιμετωπίσουν τη λειψανδρία, να παραχωρήσουν το δικαίωμα του πολίτη σε αρκετούς περίοικους,[33] και οι γνήσιες Αργείτισσες που παντρεύτηκαν έπρεπε να τους θυμίζουν μ’ αυτό τον τρόπο την ταπεινή καταγωγή και την κατωτερότητα τους. Ο Παυσανίας, εξάλλου, αναφέρει[34] ότι πάνω από το αρχαίο θέατρο του Άργους είδε ένα ιερό της Αφροδίτης και μπροστά στο άγαλμά της μια στήλη με ανάγλυφη παράσταση της λυρικής ποιήτριας Τελέσιλλας. Η ποιήτρια παρουσιαζόταν εκεί με τα βιβλία της σκορπισμένα στα πόδια της και μ’ ένα κράνος στο χέρι, που ετοιμαζόταν να το φορέσει.

Με τη στήλη αυτή, που δυστυχώς δε σώθηκε, οι Αργείοι τίμησαν την Τελέσιλλα και της απέδωσαν εύγλωττα τα δυο χαρακτηριστικά, που την έκαναν αξιοθαύμαστη, την ποιητική της τέχνη με τα βιβλία και την ηρωική προσφορά της στην πατρίδα με το κράνος.

Να προσθέσουμε ότι στο αρχοντικό του Τσώκρη στο Άργος βρίσκεται μέχρι σήμερα ανάγλυφο γυναίκας εντοιχισμένο κάτω από τον κεντρικό εξώστη του κτηρίου. Παριστάνει γυναικεία μορφή που στέκεται όρθια πάνω στους κοθόρνους της, φοράει δωρική εσθήτα με μακρές πτυχές και κρατάει με το δεξί της χέρι ένα στεφάνι. Μπροστά της βρίσκεται ένα μικρό παιδί γυμνό, που με το αριστερό του χέρι κρατάει το ριγμένο στην πλάτη μανδύα του και με το δεξί του χέρι προσπαθεί να πάρει το στεφάνι από τη γυναίκα, αλλά δεν το  φτάνει.

Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει[35] ότι το ανάγλυφο αυτό παριστάνει την ποιήτρια Τελέσιλλα σε υπερήφανη δωρική στάση και το παιδί, που είναι μπροστά της, συμβολίζει τη φτερωτή ευφυΐα. Σύμφωνα με άλλες απόψεις[36] το ανάγλυφο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την Τελέσιλλα, αλλά είναι επιτύμβιο, που παριστάνει τη νεκρή μητέρα με το νεκρικό στεφάνι στο χέρι, και το ζωντανό ορφανό παιδί της, που δε μπορεί να φθάσει το στεφάνι, όπως δεν μπορεί να πλησιάσει τη νεκρή μητέρα του. Αν πρόκειται βέβαια για παράσταση της Τελέσιλλας, θα είναι η μοναδική που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, αφού ένα άλλο άγαλμα της Τελέσιλλας που αναφέρεται[37] ότι είχε κατασκευάσει ο περίφημος Αθηναίος αγαλματοποιός Νικήρατος, σύγχρονος του Περικλή και του Αλκιβιάδη, δε βρέθηκε πουθενά.

Μπορεί, λοιπόν, τα μνημεία και το ποιητικό έργο της Τελέσιλλας να μη σώθηκαν, το όνομά της όμως, η προσωπικότητα και η δράση της δε ξεχάστηκαν για πολλούς αιώνες, αφού μνημονεύεται, όπως είδαμε, από μια σειρά αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτος, Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Παυσανίας, Απολλόδωρος, Αθήναιος, Λουκιανός, Πολύαινος κ.α.), που φτάνουν ως το 2ο μ.Χ. αιώνα. Από κει και πέρα ήταν φυσικό εξαιτίας της έλλειψης άμεσων πηγών να ατονήσει η μνήμη και το ενδιαφέρον για την ηρωική αυτή λυρική ποιήτρια. Το όνομά της, πάντως, δεν ξεχάστηκε από τους Αργείτες.

Μνημονεύεται και σήμερα σε μια μικρή πλατεία στην αρχή της οδού Ινάχου, μετά τους «Πέντε Δρόμους», που έχει ονομασθεί «Πλατεία Τελέσιλλας» και αναγράφεται σε σχετική πινακίδα. Θα μπορούσε η εργασία αυτή να προκαλέσει την ευαισθησία των σημερινών συμπατριωτών της Τελέσιλλας, για να αποκαταστήσουν τη μνήμη της; Μια προτομή της Αργείας λυρικής ποιήτριας Τελέσιλλας στη ομώνυμη σημερινή πλατεία του Άργους θα αποτελούσε όχι μόνο ένδειξη σεβασμού της πνευματικής παράδοσης, αλλά και πολιτιστική περιουσία για την  πόλη του Άργους. Το χαμένο άγαλμα της Τελέσιλλας, που περιγράφει ο Παυσανίας, λύνει τα πρακτικά προβλήματα, που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς επικαλούμενος την έλλειψη προτύπου για τη μορφή της ποιήτριας.

 

Αλέξης Α. Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, Άργος, 1994.

Υποσημειώσεις


[1] Ελληνική Ανθολογία, 9,26.

[2] Βλ. και Α. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός, τ.2. σελ. 103, 437.

[3] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245: «Ταύτην δε φάσιν οικίας ούσαν ενδόξου»… «τω σώματι νοσηματικήν».

[4] Παράδοση σύμφωνη με τις αρχαίες ελληνικές αξίες «μέτρον» και «ύβρις», γιατί αν κάποιος διαθέτει πνευματικά χαρίσματα και σωματική ομορφιά ξεπερνά ίσως τον κοινό άνθρωπο και πλησιάζει επικίνδυνα την τελειότητα, που οι θεοί τη φθονούν.

[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, Τόμος ΙΙ, σελ. 289. Βλέπε και Παυσανία: Κορινθιακά, μετάφραση και σχόλια Ν. Παπαχατζή σελ. 139, σημ. 2.

[6] Ν. Α. Παπαδάκης, Φτερουγίσματα στον αρχαιοελληνικό κόσμο, σελ. 73-74, Αθήνα 1976.

[7] Άλλες πηγές, όπως ο Ευσέβιος, που τοποθετούν τη γέννηση της Τελέσιλλας στην 82η Ολυμπιάδα, δηλ. το 451 π.χ. πρέπει να θεωρούνται αναξιόπιστες, γιατί η χρονολόγηση αυτή δε συμφωνεί με τα γεγονότα του 494 π.χ., στα οποία σίγουρα πρωταγωνίστησε.

[8] Ελληνική Ανθολογία, 316.

[9] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΙ, σελ. 221 κ.ε.

[10] Ηροδότου Ιστορία, 6, 76: «Κλεομένεϊ γαρ μαντευομένω εν Δελφοίσι εχρήσθη Άργος αιρήσειν».

[11] Ηροδότου, 6, 76.

[12] Ηροδότου, 6, 77.

[13] Η διπλή σημασία του χρησμού ήταν στις λέξεις «θηλυκό και αρσενικό» που αντιστοιχούσαν στη Σπάρτη (θηλυκή) και στον Άργο, γενάρχη του Άργους (αρσενικό). Αργότερα είπαν ότι η νίκη της «θηλείας κατά του άρρενος» ήταν η νίκη της Τελέσιλλας κατά του Κλεομένη, ερμηνεία κατασκευασμένη εκ των υστέρων και λαθεμένη, γιατί το κατόρθωμα της Τελέσιλλας οδήγησε στη σωτηρία, όχι στην καταστροφή του Άργους και το θρήνο των γυναικών της πόλης, που προέβλεπε ο χρησμός.

[14] Παραστατική περιγραφή του περιστατικού κάνει ο Πολύαινος (Στρατηγικά, 1,11).

[15] Ηροδότου, Ιστορία, 6, 80: «Ω Άπολλον Χρηστήριε, η μεγάλως με ηπάτηκας φάμενος Άργος αιρήσειν συμβάλλομαι δ’ εξήκειν μοι το χρηστήριον».        

[16] Η πλαστότητα του πρώτου αριθμού αποδεικνύεται εύκολα από το γεγονός ότι περιέχει αποκλειστικά τον αριθμό επτά (7.777), αριθμό με μυστηριακή σημασία για τους αρχαίους (βλέπε Μ. Ιατρού, Ο αριθμός 7, Αθήνα 1965).

[17] Ηροδότου, Ιστορία, 6,81 κ.ε.

[18] Βλέπε Παυσανία, Κορινθιακά, 2, 20, 7 και Πολυαίνου, Στρατηγικά, 8,33.

[19] Παυσανίου, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 9.

[20] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245 κ.ε.

[21] Παυσανίου, Κορινθιακά, ΙΙ, 28, 2: «Επί δε τω άκρα του όρους κορυφαίας εστίν ιερόν Αρτέμιδος, ου και Τελέσιλλα εποιήσατο εν άσματι μνήμην».

[22]«Άδ’ Άρτεμις, ω κόραι φεύγουσα τον Αλφεόν». 

[23] Ν. Α. Παπαδάκης, ο.π. σελ. 77.

[24] Αθήναιος, XIV, 619 Β: «Η εις τον Απόλλωνα ωδή Φιληλιάς ως Τελέσιλλα παρίστησιν».

[25] Ακριβώς αντίστοιχο στο θέμα και το περιεχόμενο είναι ένα δημοτικό τραγούδι, γνωστό στην περιοχή, που σ’ ένα του τετράστιχο λέει:

«έβγα, ήλιε, έβγα,/έβγα λιγουλάκι/για να σεργιανίσουμε/μες στο περιβολάκι».

[26] Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, ΙΙΙ, 5: «εσώθη δε των μεν αρρένων Αμφίων, των δε θηλέων Χλωρίς η πρεσβυτέρα, η Νηλεύς συνώκηκε, κατά δε Τελέσιλλαν εσώθηκαν Αμύκλας και Μελίβοια, ετοξεύθη δε υπ’ αυτών Αμφίων».

[27] «Πάντα γυναίκες ίσαντι, και ως Ζευς αγάγεθ’ Ήραν». Βλέπε: A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας,  μτφρ. Α. Τσοπανάκη, σελ. 270-271.

[28] D. L. Page, Lurica Graeca Selecta, oxonii, MCM LXVIII, σελ. 248-9. Βλέπε και ASCLEPIEYM, HYMNI 131.

[29] Σχόλιο στον 289 της Ομήρου Οδύσσειας: «καλή τε μεγάλη τε εκ της κατά την όψιν κοσμότητος και αιδούς και τούτο υπονοείν δίδωσι καθά και Ξενοφών και Τελέσιλλα η Αργεία διαγράφουσιν αρετής και καλοκαγαθίας εικόνα».

[30] Ο τύπος του «Τελεσίλλειου» μέτρου είναι: υ_  υ υ _  υ _  Χρησιμοποιεί δηλ. επτασύλλαβο στίχο με συλλαβές: μακρά (ή βραχεία), μακρά, βραχεία, βραχεία, μακρά, βραχεία, μακρά.

[31] Λουκιανού, Ερωτικός, 30, 431: «….η Σπαρτιάταις ανθωπλισμένη Τελέσιλλα, δι’ ην εν Άργει Θεός αριθμείται γυναικών Άρης». Βλέπε και Ν. Δεπάστα, Η κατά του Άργους εκστρατεία του Σπαρτιάτου Βασιλέως Κλεομένους του Λ’ και η Τελέσιλλα (494 π.Χ.), Στρατιωτική Επιθεώρηση, Τ. 1, 1980.

[32] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245 F: «…έθεντο νόμον τον κελεύοντα πώγωνα δειν εχούσας συναναπαύεσθαι τοις ανδράσι τας γεγαμημένας».

[33] Αριστοτέλους, Πολιτικά, ν, 1303 α 6: «…και εν Άργει των εν τη βδόμη απολομένων υπό Κλεομένους του Λάκωνος ηναγκάσθηκαν παραδέξασθαι των περιοίκων τινάς».

[34] Παυασανία, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 8.

[35] Βλέπε Ι. Κοφινιώτου, Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, Αθήνα 1982, σελ. 113.

[36] Βλέπε και Β. Δωροβίνη, Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, XII, τ.2, 1980, σελ. 182.

[37] Βλ. Ν. Δεπάστα, ο.π., σελ. 100, σημ. 3.

Read Full Post »

Λεούσης Ανδρέας (1899-1965) 


 

   

Λεούσης Ανδρέας (1899-1965)

Ο Ανδρέας Λεούσης γεννήθηκε το 1899 στην Καρυά Αργολίδας από αγροτική οικογένεια. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στην Καρυά και το Γυμνάσιο στο Άργος. Φοίτησε στις Ιατρικές Σχολές των Πανεπιστημίων του Βερολίνου και της Λειψίας και έλαβε το δίπλωμα του της Γενικής Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Χάγης-Γερμανίας, ένα από τα παλαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης που ιδρύθηκε το 1502. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο το 1930 του απονεμήθηκε ο τίτλος του  Δόκτορος με τη διδακτορική διατριβή  “Ιστορία της υπινιακής παρακέντησης”. 

Ως φοιτητής στη Γερμανία είχε εκλεγεί Πρόεδρος του Συλλόγου των Ελλήνων Φοιτητών Γερμανίας, μιας γενιάς φοιτητών που ανέδειξε πολλούς  διακριθέντες επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικούς και διπλωμάτες, ένας δε εξ’ αυτών ήταν και  ο στενός του φίλος Ξενοφών Ζολώτας. 

Από το 1930 μέχρι το 1941 εργάστηκε στις Πανεπιστημιακές κλινικές της Χάγης και της Λειψίας. Ταυτόχρονα από το 1934 άσκησε την ιατρική ως παθολόγος, διατηρώντας ιδιωτικό Ιατρείο στο Κέντρο της Λειψίας με ιδιαίτερη επαγγελματική επιτυχία. Με την κήρυξη του πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα, στο τέλος του Φεβρουαρίου 1941 και εγκαταστάθηκε στο Άργος εξασκώντας τη γυναικολογική-μαιευτική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής , ως γνώστης της γερμανικής γλώσσας, βοήθησε πολλούς συμπολίτες του μεσολαβώντας στη Γερμανική Διοίκηση. 

Το 1944 παντρεύτηκε την Αργείτισα Ασπασία Διαμαντοπούλου και απέκτησε με αυτήν δυο τέκνα, τον Γεώργιο και την Ήβη. Εργάστηκε στο Άργος και στο Ναύπλιο, σε διάφορες θέσεις. Στο ΠΙΚΠΑ, στο ΙΚΑ, στο Κρατικό Νοσοκομείο του Άργους ως Γενικός Διευθυντής, στο Αγροτικό Ιατρείο Καρυάς, αλλά και ως ιδιωτεύων Γυναικολόγος- Παθολόγος. Ήταν ιδρυτικό μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Άργους. 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητος, άσκησε την Ιατρική ως λειτούργημα. Είχε ισχυρή άποψη για την υποχρέωση του ιατρού να βοηθά τους ασθενείς του, λέγοντας: ” Η πόρτα του ιατρείου μου είναι ανοιχτή για όλους. Αυτός που δεν έχει χρήματα να με πληρώσει, με αμείβει με την ευγνωμοσύνη του. Αυτή την αμοιβή επιδιώκω γιατί αυτή ταιριάζει  στον λειτουργό της ιατρικής”. Πέθανε το 1965. 

   

Πηγή  


 

  • Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», φύλλο 3268, Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010.

Read Full Post »

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998) 


 

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998)

Ο Μπιτζής Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου και της Αθηνάς, γενικός χειρουργός που για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συνέδεσε τ’ όνομά του με την ύπαρξη του Νοσοκομείου Άργους, γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Αργολίδας το 1921. Το 1938 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διέκοψε τις σπουδές το 1940, με την κήρυξη του Ελληνο–Ιταλικού Πολέμου. Υπηρέτησε (23-11– 42 έως 15 -07-46) στην β’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα” σαν “άμισθος υποβοηθός” και στη συνέχεια (16–07–46 έως 27–04-49) σαν “ημερομίσθιος βοηθός” στην  Α’  Χειρουργική  κλινική του ίδιου νοσοκομείου. 

Εν τω μεταξύ ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές ( Πτυχίο Ιατρικής 30 Μαΐου 1946) και το Μάρτιο του 1949 κλήθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του. Υπηρέτησε 4 χρόνια σε στρατιωτικά νοσοκομεία: 428 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Φλώρινας ( ως οπλίτης ιατρός από 07 – 06 -49 έως 24 – 11-49), 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας (ως έφεδρος ανθυπίατρος από 18–06-50 έως 24–12-51),  401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών ( ως έφεδρος ανθυπίατρος από 27–12– 51 έως 23-09- 52 στη χειρουργική κλινική).  Έλαβε τον τίτλο της ιατρικής ειδικότητας του χειρουργού στις 07-08-52. 

Όταν επιτέλους απολύθηκε από το στρατό (23 – 11 – 52), εργάστηκε στην Ορθοπαιδική Κλινική του Ν. Παίδων “Αγία Σοφία”, στο Ριζάρειο Νοσοκομείο, Αθηνών “Ο Άγιος Γεράσιμος ” (Δαφνί), 29 -11- 52 έως 11 –07 – 53 “ ως ημερομίσθιος ιατρός του Ν.329/ 1945” βοηθός “Χειρουργικού Ιατρείου”, όπου μυήθηκε στις χειρουργικές επεμβάσεις επί  του εγκεφάλου

Παντρεύτηκε τη Παναγιώτα Μπαμπέ από το Μαντούδι της Εύβοιας και απέκτησε δυο κόρες , τη Θένια (Αθήνα) που σπούδασε Οδοντιατρική και εργάζεται με επιτυχία στην Αθήνα και τη Μαρία που σπούδασε οικονομίκα και διοίκηση επιχειρήσεων και κάνει καριέρα  σαν ανώτερο διοικητικό στέλεχος μεγάλης επιχείρησης. 

Στιγμές ανάπαυλας στο μπαλκόνι της κλινικής

Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Άργος. Σαν ιδιώτης ίδρυσε τη χειρουργική κλινική “Γαληνός” σε οίκημα ιδιοκτησίας Αργυράκη και εργάσθηκε σ’ αυτή μέχρι το 1960, όταν εγκαταστάθηκε στο ιδιόκτητο κτίριο της μικτής χειρουργικής – Μαιευτικής Γυναικολογικής Κλινικής Άγιοι Ανάργυροι”, μαζί με το Μαιευτήρα Σαράντο Δαυρόπουλο. Στο χειρουργικό τμήμα της κλινικής αρχικά συνεργάστηκε με το χειρουργό Ανδρέα Ντρούλια μέχρι που ο Δημήτριος Λίτσας εγκαταστάθηκε σαν μόνιμος συνεργάτης, εγκαταλείποντας τη δική του χειρουργική κλινική. 

Στην Κλινική “Άγιοι Ανάργυροι” εργάστηκαν σαν συνεργάτες πολλοί χειρουργοί διαφόρων ειδικοτήτων. Αναφέρω μερικούς, όπως ο οφθαλμίατρος Δημήτριος Καρκούλης, ο Ωτορινολαρυγγολόγος Νίκος Μουσούρος, ο Ουρολόγος Αλέξανδρος Ντούτσιας, ο Αγγειοχειρουργός Πέτρος Αποστολόπουλος , οι Γενικοί Χειρουργοί Δημήτριος Μελιγκώνης και Ανδρέας Πραξιτέλους, οι Μαιευτήρες Πάνος Ηλιακόπουλος, Γιώργος Ηλιόπουλος και ο Αθανάσιος Λυκάκης, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος Διευθυντής του  Μ– Γ Τμήματος. 

Στις 18 Μαΐου  1957 ανέλαβε τη Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου  Άργους , όταν αυτό στεγαζόταν ακόμη στο Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο. 

Η κλινική «Άγιοι Ανάργυροι»

Από το 1957  μέχρι και το 1963 είναι ο μόνος ιατρός της χειρουργικής κλινικής. Το νοσοκομείο διαθέτει ένα μόνο  “εσωτερικό βοηθό” ιατρό για όλα  τα τμήματα. Χειρουργεί και αντιμετωπίζει μόνος 1733 ασθενείς, 300 περίπου χειρουργικές επεμβάσεις το χρόνο. Όλες αυτές χωρίς παρουσία ειδικού Αναισθησιολόγου. Ταυτόχρονα βλέπει 2000 περίπου ασθενείς κάθε χρόνο στα εξωτερικά ιατρεία, σε 24ωρη βάση λειτουργίας. 

Την 5η Μαΐου 1965 του απενεμήθη από το Νοσοκομείο Άργους “ εύφημος μνεία λόγω εξαιρετικών προς το ίδρυμα προσφερθεισών υπηρεσιών”. 

Το 1985 ξεκίνησε η εφαρμογή του ΕΣΥ. Στις 31 – 01- 1986 αποχώρησε από την  υπηρεσία στο δημόσιο, “απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσης” σύμφωνα με την τότε νομική ορολογία. Συνέχισε να εργάζεται σαν ιδιώτης χειρούργος για μικρό χρονικό διάστημα. 

Ταλαιπωρήθηκε περισσότερα από 10 χρόνια από βασανιστική νευραλγία του τριδύμου. Τέλος τον  Οκτώβριο του 1998 έχασε τη ζωή του από μετεγχειρητική επιπλοκή, όταν υποβλήθηκε σε ενδοκρανιακή έγχυση για καταστολή της δραστηριότητας του Γασερείου Γαγγλίου. 

Αναφέρονται οι επιστημονικές ανακοινώσεις γιατί από αυτές αναδεικνύονται τα ιατρικά προβλήματα που απασχολούσαν τους συναδέλφους στα χρόνια 1951 – 1958: αιμοφιλία, αδενοπάθεια, τέτανος, γρίπη. 

  

  1. Αυρηλιώνης Διον. και Μπιτζής Εμ. Περίπτωσις Αιμοφιλίας χειρουργηθείσα δις επιτυχώς. Νοσοκομειακά Χρονικά. 11 (3) , 1951.
  2. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Πρωτοπαθής μεσεντέριος αδενοπάθεια υποδυόμενη ενδοκοιλιακόν όγκον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  3. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Αι νεώτεραι αντιλήψεις περί τετάνου σήμερον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  4. Μπιτζής Εμ. Η επιπλοΐτις ως ιδία νοσηρά οντότης. Ιατροχειρουργική Εταιρία  Αθηνών, συνεδρίασις 28 – 03 – 56.
  5. Μπιτζής Εμ. Τα υποτροπιάζοντα κατά την επιδημίαν της γρίπης γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και αι σημειωθείσαι επιπλωκαί τούτων. Ιατροχειρουργική Εταιρία Αθηνών, συνεδρίασις 05 – 02- 58.

Παραθέτω την προσωπική μου άποψη και εμπειρία από τη συνεργασία μαζί του. Η δήλωση αυτή κρίνεται απαραίτητη, γιατί κάποιοι συνάδελφοι τον γνώρισαν  κάτω από διαφορετικές συνθήκες και έχουν διαφορετική γνώμη από αυτή που εδώ εκφράζεται. 

Συναντήθηκα πρώτη φορά μαζί του τον Αύγουστο του 1979, όταν τον επισκέφτηκα στην κλινική, να ζητήσω τη συνεργασία του. Μου εξήγησε τις συνθήκες εργασίας, με λεπτομέρειες που αποδείχτηκαν απολύτως ακριβείς. Η σαφήνεια και η ειλικρίνεια χαρακτήριζαν πάντα τη συμπεριφορά του. Ειλικρίνεια  αφοπλιστική και για πολλούς ενοχλητική. 

 Η αρχή της συνεργασίας μας ήταν δύσκολη. Δεν είχε εμπειρία γενικής αναισθησίας με μυοχάλαση. Έτσι τις πρώτες φορές που την είδε θορυβήθηκε. Ειδικά την πρώτη φορά πίστεψε πως ο ασθενής  έπαθε κάτι ανεπανόρθωτο. Όταν του εξήγησα μου δήλωσε: “Εγώ θέλω τον άρρωστο να σείεται, να αντιδράει, να τον καταλαβαίνω”. Γρήγορα προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα  της Αναισθησιολογίας, αν και πολλές φορές, όταν αντιμετωπίζαμε προβλήματα δήλωνε: “Προτιμάω να φωνάζει ο άρρωστος, παρά εγώ”. 

 Η προσωπική μας σχέση ήταν πολύ καλή. Είχα  την υποστήριξη του κάθε φορά που τη χρειάστηκα. Ακόμη και οι πολιτικοί καυγάδες  μας ήταν σχεδόν προσποιητοί. Το προσωπικό του νοσοκομείου που τον γνώριζε από παλιά, δήλωνε με έμφαση, πως ο ψυχισμός και η συμπεριφορά του άλλαξε από τότε που απέκτησε συνεργάτη αναισθησιολόγο. Φαίνεται πως το άγχος, η ευθύνη και ο εκνευρισμός που του δημιουργούσε η χειρουργική επέμβαση χωρίς ειδική αναισθησία, αλλοίωνε συνολικά τη διάθεση  και το χαρακτήρα του. Η ηρεμία στο χειρουργείο ανέδειξε μια προσωπικότητα ευχάριστη με σκωπτική διάθεση και καυστικό και ιδιότυπο χιούμορ. 

Κύριος, με όλες τις έννοιες του όρου, απόλυτα έντιμος συνεργάτης, πρόθυμος αρωγός των νέων γιατρών σε κάθε επίκληση. Οι ελάχιστοι γιατροί που εφημερεύαμε  στο Νοσοκομείο μέχρι το 1985, σ’ αυτόν βρίσκαμε αμέριστη βοήθεια, οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, για περιστατικά κάθε ειδικότητας. Πάντα πρόθυμος και αποτελεσματικός, δεν δυσανασχέτησε ποτέ στα βίαια νυχτερινά ξυπνήματα. Βοηθός όλων των άλλων χειρουργικών ειδικοτήτων, του Ουρολόγου, του Ορθοπαιδικού και του Μαιευτήρα. Στη διάρκεια της θητείας του δεν έγινε καμία καισαρική τομή χωρίς  τη βοήθεια του. 

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω πως υπήρξε δάσκαλος της χειρουργικής τεχνικής και της επιστήμης για τους νεώτερους συναδέλφους, χωρίς την ιδιαίτερη έμφαση που συνηθίζεται στις μέρες μας. Τους μετέφερε την πολύχρονη πείρα του και τους δίδαξε την επιλογή της ελάχιστης επέμβασης που θα έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε μια φουρνιά νέων χειρουργών που με ενθουσιασμό επιθυμούσαν το μέγιστο αποτέλεσμα, έδειξε με τον τρόπο του τη συντηρητικότερη επιλογή. Κι αν αυτή η προσφορά του δεν αναγνωρίστηκε αμέσως, μπορώ από τη σκοπιά του αναισθησιολόγου να βεβαιώσω, πως μετά από χρόνια, οι ίδιοι τότε νέοι  χειρούργοι εφαρμόζουν τις αρχές που από  το Μανώλη Μπιτζή διδάχτηκαν. 

Τσελφές Παναγιώτης  

Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους  

Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 5, Μάρτιος 2005.

Read Full Post »

Φίλης  Α. Γιάννης  (Καθηγητής – Ποιητής & πεζογράφος)


  

Ο Γιάννης Α. Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου το 1950. Έλαβε το δίπλωμα ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο το 1973. Μεταξύ 1973-1975 υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Έλαβε M.S. (1978), Engineer Degree (1979), και Ph.D. (1980) στην επιστήμη συστημάτων από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA).

Από το 1980 έως το 1986 ήταν επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (Boston University), Η.Π.Α. Από το 1986 εργάζεται στο Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης, όπου είναι καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής Παραγωγής με Υπολογιστές (CAM). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι ο στοχαστικός έλεγχος, τα συστήματα διακεκριμένων γεγονότων και εφαρμογές σε συστήματα παραγωγής και περιβαλλοντικά συστήματα.

Ο Γ. Φίλης έχει βραβευθεί ως ποιητής και πεζογράφος. Έχει δημοσιεύσει 5 ποιητικές συλλογές μία εκ των οποίων στα Αγγλικά, 3 μυθιστορήματα και 2 δημοφιλή περιβαλλοντικά βιβλία, ένα εκ των οποίων δημοσιεύθηκε και στα Ιταλικά. Έχει βραβευθεί επανειλημμένως για το λογοτεχνικό του έργο στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ.

 

Μερικές από τις διακρίσεις του είναι:

• Πρώτο βραβείο ποίησης από το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών το 1976.
• Βραβείο Καλύτερου Βιβλίου της χρονιάς 1985 για την ποιητική συλλογή «O Ζαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί» από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.
• Λογοτεχνικό Βραβείο Harry Kurnitz στο UCLA δύο φορές το 1979 και 1980.
• «Outstanding Professor of the Year 1986″ Boston University.
• Χρυσό Μετάλλιο, Ναυτικό Μουσείο Κρήτης, 2004.
• Χρυσό Μετάλλιο, Λέσχη Φιλελευθέρων, Αθήνα 2005.
• Βραβείο Δήμου Χανίων «Για την πολύπλευρη και μακροχρόνια προσφορά του στην πόλη των Χανίων», 2005.
• Αναγόρευση σε “Εταίρο”, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Χανιά, 2006.
• Tau Beta Pi, μέλος.
• Sigma Xi, μέλος.

Ήταν προεδρεύων των:

• 5th Int. Conf. on Advances in Communication and Control, Rethymno, Greece, 1995
• 3rd and 5th Int. Conf. Management of Technological Change, Chania, Greece, 2003 and 2005

Διετέλεσε Πρόεδρος του Συνεδρίου Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων το 1996 και το 2001.

Επίσης υπήρξε μέλος των ακόλουθων επιτροπών εκδόσεων:

• Αρχισυντάκτης τόμου για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα, Συνέδριο Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων, 1996.
• Επίτιμο μέλος εκδοτικής επιτροπής για την Encyclopedia of Life Support Systems, International Foundation for Water Science and Technology.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Environmental Engineering and Management, 2002- σήμερα.
• Μέλος εκδοτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Robotics and Automation Magazine, 1998-2001.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Systems Journal, 2007- σήμερα.
• Εκδότης του περιοδικού Journal of Intelligent and Robotic Systems, 2006 – σήμερα.

Υπήρξε πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης για 10 έτη έως το 2005

  

Λογοτεχνικό έργο


Ο Γιάννης Α. Φίλης έχει δημοσιεύσει πἐντε ποιητικές συλλογές: 

«Ο Zαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1985.
«Σίσυφος», Εξάντας, Αθήνα, 1998.
«Αρχάριος Οδυσσέας», Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004. 
“ Novice Odysseus”, Salonica Press, New York, 2005, η ίδια ποιητική συλλογή Αγγλικά.
“Ελπήνωρ – Ένας Χαρτογράφος χωρίς Μνήμη”, Κάκτος, 2005.

«Δυτικά του Ομήρου«,  Εκδόσεις Μελάνι, 2009.

τρία μυθιστορήματα:

•    «Πέραν των Συμπληγάδων», Εξάντας, Αθήνα, 1991.
•    «Το Στρατόπεδο», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000.
•    “Μια Σταγόνα στο Χείμαρρο”, Seaburn Publications, Νέα Υόρκη, 2006.

δύο γνωστά περιβαλλοντικά βιβλία:

•    «Η Τελευταία Πνοή του Πλανήτη Γή», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1984. Ένα βιβλίο για τα οικολογικά προβλήματα του πλανήτη μας και τον αγώνα των εξοπλισμών.
•    «Το Λυκόφως του Ανθρώπινου Είδους», Εξάντας, Αθήνα, 1994. Οικολογικό βιβλίο. Το ίδιο βιβλίο εκδόθηκε επίσης και στα Ιταλικά από τον οίκο BIOS το 1996.

Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε Ελληνικά και Αμερικάνικα περιοδικά. Μεταφράσεις των ποιημάτων του κυκλοφορούν στα Γαλλικά και Γερμανικά. Έχει λάβει πολλά βραβεία στην Ελλάδα για το λογοτεχνικό του έργο καθώς και το βραβείο Harry Kurnitz Literary Award δύο φορές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA). Είναι μέλος του Ελληνικού ομίλου PEN Club and του Poets and Writers στις ΗΠΑ.

Πηγή


  •  Πολυτεχνείο Κρήτης, Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης.

Read Full Post »

Τσουκαντάς Α. Γιώργος (1904-1973)


  

Μολονότι όλη η δημιουργικότητα του Τσουκαντά τελικά στράφηκε στο επιστημονικό του έργο, εν τούτοις έγραψε αξιόλογα ποιήματα. Η ποίησή του, πηγαία και απέριττη, αγνή και ειλικρινής, εξωτερικεύει τα αισθήματα και βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο και μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση. Μια ρομαντική και νοσταλγική διάθεση – χωρίς να λείπει και ο ανθρώπινος απαισιόδοξος και αισιόδοξος στοχασμός – επιζητεί να τονίσει λυτρωτική έφεση. Πολλοί στίχοι του είναι εμπνευσμένοι από τα τοπία και την φύση της Αργολίδας, του τόπου που θεωρεί πραγματική του πατρίδα.

 

Γιώργος Τσουκαντάς

Ο Γιώργος Τσουκαντάς, γιατρός & λογοτέχνης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904 και απεβίωσε το 1973.  Σπούδασε ιατρική και από το  1927 εγκαταστάθηκε στη Λύρκεια της Αργολίδος, για λόγους υγείας. Εκεί έμεινε μέχρι το 1943 ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού. Ο πατέρας του ήταν από την Αθήνα και η μητέρα του από την Λυρκεία. Γι» αυτό την αγαπούσε σαν δεύτερη πατρίδα του. Από το 1943 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού ως ιδιώτης και ως ελεγκτής του Ι.Κ.Α. Στα 1935 παντρεύτηκε τη φαρμακοποιό Ελένη Παπανικολάου από τη Λυρκεία με την οποία έκανε δύο γιούς, το Θάνο που σπούδασε γιατρός και το Σπύρο που σπούδασε πολ. Μηχανικός. Στα 1942 φυλακίστηκε από τους Ιταλούς για εθνική δράση.

Υπήρξε σύμβουλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Γενικός Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Γιατρών Λογοτεχνών.

Φοιτητής εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Όρθρος» (Αθήνα 1923-24). Από το 1973 έως τo 1941 εξέδωσε το περιοδικό «Ηραία» στο Άργος σε συνεργασία με το λογοτέχνη Γ. Ξ. Λογοθέτη. Το έργο του Τσουκάντα είναι πολύπλευρο, ιστορικό, λογοτεχνικό, επιστημονικό, μυθολογικό, ποιητικό.

Σε φιλολογική εκδήλωση. Από αριστερά: Κ. Μεραναίος, Στρατής Μυριβήλης και Γ. Τσουκαντάς.

Ποιήματα δημοσίευσε σε περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Το 1947 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Πέστροφες». Το 1967 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη»„ με ποίηση μεστή και αξιόλογη, στην οποία περιέρχεται και το αριστουργηματικό του ποίημα «Πέταξες». Αυτό και μόνο φτάνει για να τον καθιερώσει σαν ποιητή. Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971. Είναι μια στροφή προς τον ελεύθερο στίχο χωρίς να καταστρέφει το λυρισμό και τη φιλοσοφία του: «Κοιτάω κατάματα το θάνατο, τις πλάτες εμπιστεύομαι στον Φοίβο», εξομολογείται στο «Παράπονο». Η ποίηση του είναι πηγαία, απέριττη, ειλικρινής. Εξωτερικεύει τα αισθήματα και τα βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο, που μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση.

Μία πλούσια εξωτερική απόκριση είναι ολόκληρη η ζωή του. Ποιητής στην ιδέα, στη φράση, στην απαγγελία και στους τρόπους ακόμα της ζωής. Παράλληλα με την ποίηση καλλιεργεί και την επιστήμη. Δημοσίευσε αξιόλογες εργασίες, επιστημονικές – ιστορικές, που φέρουν τη σφραγίδα της έρευνας του και προβάλλουν τον άνθρωπο με τις ανησυχίες και τη δίψα για πνευματικά επιτεύγματα.

  

Ενδεικτικά έργα του:


 

Στα 1923 , δηλαδή μόλις 19 ετών εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό » Όρθρος » ενώ ήταν ακόμα φοιτητής της Ιατρικής Σχολής. 

Την περίοδο 1934-1940 δημοσιεύεται η πρώτη σειρά με θέματα μυθολογίας & ιστορίας , ανάμεσά τους καταγράφονται τα ακόλουθα :

– Μυθολογία της αρχαίας Λυρκείας (1934)

– Γενεαλογία των Δαναών (1940)

– Γενεαλογία των Ατρειδών (1940)

– Άργος και Δωδώνη , οι ρίζες της φυλής μας (1940)

– Η Ωραία Ελένη και ο Τρωικός πόλεμος (1940)

– Ο Αργείος ήρως Μελάμπους , πρώτος ψυχαναλυτής (1940)

Το 1947 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή » Πέστροφες »

Το 1948 σε συνεργασία με τον Γ. Ξ. Λογοθέτη , συνεκδότη του περιοδικού » Ηραία » , εκδίδει την ανθολογία » Ποιηταί της Αργολίδας «. 

Το 1955 δημοσιεύει τις έρευνες:  » Ο Μελάμπους πρώτος μύστης » & » Ο ιατρομάντης Μελάμπους και το ψυχοσύμπλεγμα του Ιφίκλου». 

Το 1958 δημοσιεύει  το » Άλκαθος , ο τραγικός βασιλιάς των Μεγάρων «, και την ποιητική ανθολογία » Αναπλιώτες «.

Το 1958 έως 1961 δημοσιεύει ιστορικά άρθρα & μελέτες , όπως :

– Περίανδρος (1958)

– Οι μυθολογικές ρίζες της Ελληνικής ιστορίας (1960)

– Αίγισθος (1960)

– Η τραγική γενιά των Τανταλιδών (1961)

Το 1961 δημοσιεύεται στο περιοδικό » Κασταλία » , το άρθρο του » Η Ελληνική γραφή στις μυθικές μας παραδόσεις » και στην συνέχεια ακολουθούν τα μελετήματα :

– Η αρχαία Σπάρτη και η δυναστεία των Τυνδαριδών (1962)

– Η αρχαία Αρκαδία και η δυναστεία των Πελασγών (1963)

– Μυθολογικά μελετήματα (1965)

Το 1967 θα εκδώσει την δεύτερη ποιητική συλλογή , με τίτλο » Αμφιλύκη »   (η λέξη αμφιλύκη δηλώνει το τελευταίο μέρος της νύχτας) .

Το 1970 δημοσιεύει στην » Κασταλία «, το δοκίμιό του με τίτλο » Στρατής Μυριβήλης . Ο άνθρωπος «. 

Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971.

 

Πηγές


Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 3, Απρίλιος 2004.

Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.

Read Full Post »

Σπηλιωτόπουλου Αδελφοί


Δημητσάνα

 

Πολύ μεγάλη ιστορική αξία έχει η κωμόπολη της Γορτυνίας Δημητσάνα. Το όνομά της πρωτοσυναντάται το 963π.Χ. Άκμαζε επί Τουρκοκρατίας, κατοικούμενη από 1500 κατοίκους και έχοντας σουλτανικά προνόμια. Μεγάλη δόξα γνώρισε και από την ίδρυση της περίφημης Σχολής της το 1764, στην οποία συνέρρεε η νεολαία της Ελλάδας στο σύνολό της και η οποία λόγω της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της μετατράπηκε σε λαμπρό πνευματικό φυτώριο του υποδουλωμένου Έθνους. Υπήρξε κοιτίδα πολλών μεγάλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους και 6 πατριάρχες, 70 αρχιερείς, ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, οι Καράκαλοι, ο περίφημος μητροπολίτης Λακεδαίμονας Ανανίας Λαμπάρδης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η Δημητσάνα διευκόλυνε με έξοχο τρόπο τον Ιερό Αγώνα, αποτελώντας το πολεμικό του εργοστάσιο. Η γη της ήταν πλούσια στην παραγωγή νίτρου, από το οποίο κατασκευάζεται η πυρίτιδα. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα της χώρας αυτής είχαν εκτιμήσει οι Τούρκοι και οι Βενετοί. Οι Τούρκοι της ΙΖ’ εκατονταετηρίδας είχαν εγκαταστήσει εκεί δημόσιο πυριτιδοποιείο. Αλλά και οι ντόπιοι ασχολούνταν κατ’ οίκον με την τέχνη αυτή και βαθμιαία εξελίχθηκαν σε καλούς πυριτιδοποιούς. Ο μητροπολίτης Ανανίας έκτισε εκεί, γύρω στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, δύο πυριτιδόμυλους, τους οποίους όμως κατέστρεψαν οι Τούρκοι το 1767.

Ανάμεσα στους θαυμαστούς γόνους της Δημητσάνας συγκαταλέγονται και οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος, λαμπροί αστέρες της Επανάστασης, αγνοί και ανεκτίμητοι πατριώτες. Πριν το 1821 ήταν εγκατεστημένοι ως έμποροι στην Ύδρα. Ωστόσο, από το 1818, μετά την κατήχηση από τον Αναγνωσταρά, έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και αναδείχθηκαν σε θερμότατους επαναστάτες, στο έπακρο του σωβινισμού (υπερβολικού και αλαζονικού πατριωτισμού) και παρείχαν τεράστιες εξυπηρετήσεις και θυσίες στην πατρίδα.

Πρωτίστως είχαν την πατριωτική ιδέα να αναστήσουν το πυριτιδοποιείο της Δημητσάνας, χάριν της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και αναπτύσσοντας το κατεστραμμένο έργο του μητροπολίτη Ανανία ή, όπως λέει ο Μιχαήλ Οικονόμου, μετατρέποντας την περιουσία τους σε νίτρο και θείο. Για τον σκοπό αυτό διέλυσαν το εμπορικό κατάστημά τους στην Ύδρα και έφυγαν για τη Δημητσάνα. Με τη συνδρομή των ίδιων και άλλων Φιλικών Εταίρων ανοικοδομήθηκαν οι ερειπωμένοι πυριτιδόμυλοι του Ανανία. Με τον ίδιο τρόπο μεταποίησαν και άλλους υδρόμυλους της κωμόπολης και τους εμπλούτισαν με μεγάλη ποσότητα απαιτούμενων υλικών για την παραγωγή πυρίτιδας. Στους απορημένους δε Τούρκους δικαιολογούνταν, λέγοντας πως εργάζονται για το εμπόριο πυρίτιδας στα νησιά.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821, παραμονές της Επανάστασης, εργάζονταν δραστήρια στη Δημητσάνα πέντε πυριτιδόμυλοι, αποταμιευόταν δε πυρίτιδα σε μοναστήρια, απρόσιτα σπήλαια, απομακρυσμένους ληνούς και διάφορα υπόγεια. Η εργασία αυτή δεν ήταν εντελώς ακίνδυνη, όμως η ευφυΐα και ο πατριωτισμός των Δημητσανιτών έκαναν τα πάντα πραγματοποιήσιμα. Συνέβη να προδοθεί η εργασία αυτή στην εξουσία και να καταγγελθεί ότι κατασκευαζόταν πυρίτιδα για τον αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποσταλεί από την Τρίπολη μπουμπασίρης (ανακριτής) για εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο εκείνος επέστρεψε άπρακτος, διαψεύδοντας την καταγγελία, η οποία απέβη άγονη, διότι οι Σπηλιωτόπουλοι εξαγόρασαν αδρώς την εύνοια και σιωπή του ανακριτή και του καϊμακάμη (τοποτηρητή) του απόντα τότε βαλή του Μωρηά στην Τρίπολη.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι πυριτιδόμυλοι αυτοί αυξήθηκαν σε 14 και παρήγαγαν, με αδιάκοπη εργασία, μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, με την οποία τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα της επανάστασης. Υπολογίσθηκε δε η καθημερινή αυτή παραγωγή σε 150 οκάδες άριστης πυρίτιδας σε κάποιους και 300-500 σε άλλους. Το εργοστάσιο αυτό χορήγησε πολεμοφόδια κατά τον αγώνα σε Πελοπόννησο, Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη, Κασσάνδρα και Άθω.

Εντός του έτους 1821 οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν δωρεά στην Πελοπόννησο μόνο, ανερχόμενη σε 13.106 οκάδες πυρίτιδας, 3.510 οκάδες σφαιρών και 804.320 φυσίγγια, όπως επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί.

Οι Σπηλιωτόπουλοι εντούτοις δεν περιορίσθηκαν μόνο στην πυριτιδοποιία, αν και μόνο από αυτή θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε μεγάλους ευεργέτες του Έθνους. Αλλά αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, γύρω στα τέλη Μαρτίου, μετέβησαν σε μέρη ευρύτερης δράσης.

Πρώτος ο Νικόλαος κατευθύνθηκε στο Άργος, όπου με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συνέστησαν την επαναστατική τοπική διοίκηση υπό το όνομα Καγγελαρία και ξεκίνησαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τόσο ενθουσιώδης ήταν ο Νικόλαος ώστε εκπαίδευε κάθε μέρα τους Αργείους στα όπλα, χωρίς να έχει ο ίδιος καμία γνώση της τακτικής, όπως λέει ο Σπηλιάδης.

Από το Άργος έφυγε για την Ύδρα και συνεργάστηκε με τον φίλο του αρχιεπαναστάτη Αντώνιο Οικονόμου για την εξέγερσή της, η οποία πραγματοποιήθηκε τη 16η Απριλίου. Από εκεί επανήλθε στο Άργος και κατόπιν μετέβη στους Καλτεζούς, όπου την 26η Μαΐου συμμετείχε στην πρώτη Εθνική Συνέλευση που συγκροτήθηκε εκεί και τον Ιούνιο στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

Ο δε Σπύρος, αφού τακτοποίησε τις εργασίες του πυριτιδοποιείου, στρατολόγησε σώμα αποτελούμενο από Δημητσανίτες και θέτοντας τον εαυτό του επικεφαλής τους, έφυγε με προορισμό τον Κολοκοτρώνη, υπό τις εντολές του οποίου αγωνίστηκε έκτοτε, εκτελώντας μάλιστα την εμπιστευτική υπηρεσία του υπασπιστή του. Σύντομα προστέθηκε σε αυτή την ομάδα και ο Νικόλαος.

Την 14η Ιουνίου οι Σπηλιωτόπουλοι έγραψαν από τα Τρίκορφα στην Ύδρα προς τον προσφάτως αφιχθέντα Υψηλάντη θερμότατο γράμμα με πατριωτικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για την αίσια άφιξή του, αποκαλώντας τον άλλο Μωυσή και λαμπρότατο προστάτη του ελληνικού γένους και έγραφαν συν τοις άλλοις ότι «η Πελοπόννησος αναπνέει τώρα τον ζωογόνο αέρα της χρηστής ελπίδας και παρηγοριά της». Ο δε Υψηλάντης απάντησε με ωραία επιστολή, γράφοντας ότι είναι ευτυχής, ότι έζησε για να αγωνισθεί υπέρ της φίλτατης πατρίδας και είναι ακόμα ευτυχέστερος που βρήκε τέτοιους συναγωνιστές.

Οι Σπηλιωτόπουλοι αγωνίσθηκαν με ενθουσιασμό σε όλους τους Δραμαλικούς πολέμους. Κατά τη διάρκεια αυτών ο Σπύρος εκτελούσε χρέη υπασπιστή του Αρχηγού, διορίσθηκε όμως επισήμως τον Σεπτέμβριο του 1822 με το εξής έγγραφο:

Ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Με την παρούσα διορίζω τον κ. Σπύρο Σπηλιωτόπουλο αγιουτάντε μου και τον διατάσω να φροντίζει να καταμετρά όσα στρατεύματα καταφθάνουν ή κατευθύνονται προς το γενικό στρατόπεδο ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση να τα αναφέρει με ραπόρτο του προς τη Σεβαστή Γερουσία και προς εμένα. Ομοίως να εκτελεί και κάθε άλλη υπουργική αρμοδιότητα, που ήθελε να του αναθέτω. Όλοι οι καπεταναίοι και στρατιώτες γνωρίζοντας τον πρέπει να ακολουθείτε την καταμέτρησή του και τις οδηγίες του, γιατί κατά την καταμέτρησή του θα δίδονται τα ταΐνια.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1822 στην Τριπολιτσά

(Τ.Σ.) θεοδορίς κολοκοτρώνης

Οι πατριώτες αδελφοί, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θυσίασαν για την πατρίδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότερα από 300.000 γρόσια.

Ο δε Σπύρος σημείωσε και πολιτική δράση. Διετέλεσε πληρεξούσιος Ναυπλίου στην Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 και της Πρόνοιας του 1832.

Κατά την έλευση του Κυβερνήτη το 1828 ήταν δημογέροντας Ναυπλίου. Αλλά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1831 στο Ναύπλιο, καταδιώχθηκε με πολλούς άλλους, λόγω της αντίθεσής του προς τον Κυβερνήτη, συνελήφθη ως ύποπτος συνωμότης, φυλακίσθηκε στο φρούριο Μπούρτζι, από όπου όμως δραπέτευσε με λέμβο και κατέφυγε στην Ύδρα, την εστία των αντικαποδιστριακών.

Οι Σπηλιωτόπουλοι είχαν και αδελφή, ονόματι Ελεούσα, η οποία παντρεύτηκε τον Αργείο κτηματία Νικόλ. Παναγόπουλο.

Από τους δύο αδελφούς ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος, παντρεύτηκε στην Ύδρα, πέθανε δε κατά τα πρώτα έτη της επανάστασης ή κατ’ άλλους τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο.

Και  ο Σπύρος, στην αρχή του αγώνα, παντρεύτηκε την Κατήγκω, κόρη του προκρίτου συμπολίτη του Αθαν. Αντωνόπουλου, έχοντας παράνυμφο τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη, ύστερα όμως, αφού πέθανε η σύζυγός του, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο το 1828 με την Αλεξάνδρα, κόρη του επιφανέστατου Αργείου Θεοδωράκη Βλάσση, έχοντας παράνυμφο τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Με αυτήν απέκτησε τρία παιδιά, τον Τιμολέοντα, πρωτοδίκη και εισαγγελέα, την Αβροκόμη και την Χαρίκλεια σύζυγο του διαπρεπούς Αθηναίου Πέτρου Πανταζή, εφέτη και δικηγόρου στο Ναύπλιο. Ο Σπύρος, μετά τον νέο του γάμο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, αργότερα δε το 1841 στο Ναύπλιο, όπου απολάμβανε τη μέγιστη υπόληψή του. Δημιούργησε αρκετά μεγάλη περιουσία, ιδίως στη Σικυώνα, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου είχε δύο κατοικίες, στη μία από τις οποίες δημιουργήθηκε η πρώτη δημοτική λέσχη την 8η Απριλίου 1834, βρίσκονταν δε και οι δύο στη μεγαλύτερη οδό της πόλης, που οδηγούσε από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος και προς τον νότον, η μία στο σημερινό δημαρχείο (1913), η άλλη στην πλατεία των ανακτόρων, όπου κατόπιν ήταν το φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν.

Τέλος ο Σπύρος πέθανε την 5η Αυγούστου 1841 στο Ναύπλιο από κακοήθη πυρετό, ακριβώς την ημέρα κατά την οποία διορίσθηκε δήμαρχος Ναυπλίου, η δε σύζυγός του τον ακολούθησε κατά το έτος 1875.

  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων


  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα, είναι συνδεδεμένο με πολλά σημαντικά γεγονότα κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Στους ευρύτερους χώρους του, θόλους και υπόγεια, είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών αναγκαίων για την κατασκευή πυρίτιδας, όταν εγκαταστάθηκαν στη Δημητσάνα το 1819 χάριν του Αγώνα, μετά το κλείσιμο της μεγάλης εμπορικής επιχείρησής τους στην Ύδρα. Επίσης, σε αυτό το σπίτι αποθήκευαν και κατεργασμένη πυρίτιδα, όταν άρχισαν να επισκευάζουν τους κατεστραμμένους μπαρουτόμυλους και εκείνους που οι ίδιοι με φροντίδα τους δημιούργησαν πριν από την εξέγερση, για να τους κάνουν δεκατέσσερις μετά  το ξέσπασμα της Εθνεγερσίας.

Στην αυλή του σπιτιού τους λειτουργούσε φούρνος που παρασκεύαζε ψωμί για την τροφοδοσία των μαχόμενων Ελλήνων και στα υπόγεια του λειτουργούσε χυτήριο που μετέβαλλε τα μεταλλικά σκεύη σε βόλια.

Το σπίτι αυτό ήταν ο δέκτης μηνυμάτων για την πορεία του Αγώνα. Ακόμα ήταν ο δέκτης παραγγελιών που έστελναν οι αρχηγοί των στρατοπέδων, των μαχόμενων τμημάτων των εξεγερθέντων Ελλήνων και οι Εκπρόσωποι της Προσωρινής Κυβέρνησης για τον εφοδιασμό τους με πολεμικά εφόδια, τρόφιμα και άλλα είδη.

Ο συγγραφέας Επ. Σπηλιωτόπουλος αναφέρει ότι  σε αυτό το σπίτι οι προγονοί του Αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι «εφιλοξένησαν πολλάκις τον Κολοκοτρώνην, τον Ανδρούτσον, τον Καραϊσκάκην, τους Μαυρομιχαλαίους και τον συγγενήν των Σταϊκόπουλον κ.λπ. αγωνιστάς, αι προσωπογραφίαι των οποίων παρά διασήμου ζωγράφου εκόσμουν αίθουσάς των, διατηρηθείσαι μέχρι σήμερον (1972) εις χείρας μου και είδον ημέρας σπανιωτάτης ευκλείας και τιμής».*

  

Οι μπαρουτόμυλοι


 

Ερείπιο μπαρουτόμυλου

«Πολλοί Δημητσανίτες εφτιάνανε μπαρούτι. Στον Αγώνα του Εικοσιένα η Δημητσάνα ήτανε “μπαρουταποθήκη”. Τότε, οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, που ήσαντε Δημητσανίτες, ήρθανε από την Ύδρα κι εφτιάσανε  στη Δημητσάνα αρκετούς μπαρουτόμυλους. Μόλις άρχισε η επανάσταση, οι μύλοι εγινήκανε πιο πολλοί και, μάλιστα, λένε πως μπαρούτι εφτιάνανε και στα σπίτια τους ακόμα πολλοί Δημητσανίτες, εκτός από τους μπαρουξήδες που εδουλεύανε στους μύλους, και το κοπανάγανε στα χαβάνια που είχανε στο σπίτι.

Λένε πως τους δυο πρώτους μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα τους έφτιασε πριν από το 1770 ο μητροπολίτης Λακαιδεμόνιος Ανανίας Λαμπάρδης. Υπήρχανε πολλοί μπαρουξήδες (μπαρουτοποιοί) στη Δημητσάνα, που είχε βγει και επώνυμο Μπαρουξής.

Το υλικό για το μπαρούτι ήτανε το κάρβουνο, το νίτρο και το θειάφι. Το κάρβουνο εγινότανε από κλίματα, σπαρτά, αλλά το καλύτερο υλικό ήταν η ασφάκα (σφάκα). Το νίτρο μαζευότανε δύσκολα. Το επαίρνανε από τις ακαθαρσίες των ζώων. Το νίτρο το ονομάζανε “βοτάνι” και γι’ αυτό εκείνοι που το μαζεύανε ελεγόσαντε βοτανιαραίοι. Εμαζεύανε τη κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά ήτανε πολύ καλό υλικό οι κοτσιλιές από τα πουλιά και ιδίως από τα αγριοπερίστερα. Μετά από αυτή τη λεπτομέρεια να ειπούμε ότι τις ακαθαρσίες τις ερίνανε σε καζάνια κι ανάβανε και φωτιά και  με νερό αυτό έβραζε και το νίτρο έβγαινε πάνω – πάνω.

Πολλοί εμαζώχνανε το νίτρο. Μόλις το ετοιμάζανε, το παραδίνανε στην εκκλησία, για να πάρουνε την αμοιβή τους. Από την εκκλησία επηγαίνανε το νίτρο στους μπαρουτόμυλους. Το τειάφι (θειάφι) οι Δημητσανίτες το επέρνανε από τι εμπόριο. Αυτά τα τρία υλικά το νίτρο, το τειάφι και το κάρβουνο, τα εκοπανάγανε στα ξύλινα χαβάνια.

Κάθε μπαρουτόμυλος είχε το σύστημα αυτό που κοπανιότανε το μπαρούτι, δηλαδή τα χαβάνια, τα κοπάνα και τη φτερωτή.

Μουσείο Υδροκίνησης

Πάνω στη φτερωτή πέφτει το νερό με ορμή και κινάει το μύλο και έτσι ανεβοκατεβαίνουνε τα ξύλινα κόπανα και κοπανάνε τα τρία υλικά. Δηλαδή, τα κόπανα συνδέονται με ένα κεντρικό άξονα και αυτός με τη φτερωτή. Εκεί υπάρχει ένα “χωνί” (ξύλινο κωνικό βαρέλι, που η διάμετρος του στο σημείο εκροής στενεύει συστηματικά για να αυξάνεται η ταχύτητα του νερού), που μέσα σε αυτό έπεφτε με δύναμη το νερό από ψηλά κι εκίναγε τη φτερωτή. Έτσι “επέρνανε  μπρος” και τα κόπανα και ανεβοκατεβαίνανε και “εζυμώνανε” το υλικό. Κάθε μπαρουτόμυλος είχε μέχρι δεκατέσσερα γουδιά (κόπανα με τα χαβάνια). Το κάθε χαβάνι εχώραγε δέκα οκάδες. Τα χαβάνια ήσαντε στερεωμένα μέσα στο έδαφος. Οι μπαρουτόμυλοι (κόπανα, φτερωτή, άξονας κ.λπ.) εφτιαχνόσαντε με ξύλο. Στον ίδιο τόπο, εκτός από το μπαροτόμυλο, υπήρχε μια χαμωκέλα που  εβάνανε πρωτύτερα τα υλικά, μια αποθήκη που εβάνανε το μπαρούτι  μόλις εγινότανε και πιο μακρύτερα οι μπαρουξήδες είχανε το μαγειρείο τους και την τραπεζαρία τους. Εκεί εξεκουραζόσαντε.

Με τον καιρό αλλάξανε οι μπαρουτόμυλοι και το μπαρούτι έβγαινε αλλιώτικα. Είχανε πια ένα λιθάρι που γυρνάει γύρω – γύρω και λιώνει το υλικό του μπαρουτιού. Το λιθάρι εκινιότανε πάλι με τη φτερωτή κι απάνω της ερχότανε με πίεση το  νερό. Εφτιάνανε δυο λογιώνε μπαρούτι. Το ένα  ήτανε μπαρούτι κυνηγιού και το άλλο ήτανε μπαρούτι για υπονόμους (φουρνέλα).

Οι μπαρουξήδες είχανε ένα καντάρι που εζυγιάζανε τα υλικά, μεγάλες σκάφες  που εζημώνανε το μπαρούτι και κοσκινά, για να ξεχωρίζουνε ποιο μπαρούτι ήτανε για το κυνήγι και ποιο για τα φουρνέλα. Για το ξεχαβάνιασμα είχανε ξύλινες κουτάλες. Είχανε ακόμα φτυάρια, για να ανακατώνουνε το υλικό και κάτι βούρτσες, για να σκουπίζουνε το υλικό που έβγαινε έξω από τα χαβάνια και να το ξαναρίνουνε μέσα.

Το κοπανισμένο μπαρούτι μετά το λιάζανε  στις “λιάστρες” (λινά πανιά) και μετά το κοσκινάγανε οι μπαρουξήδες το εγυαλίζανε σκέτο και αργότερα με γραφίτη  (δηλαδή αρχικά βάζανε το μπαρούτι μέσα σε βαρέλι προορισμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής. Aπό τη συνεχή τριβή των κόκκων του μπαρουτιού μεταξύ τους και με την επιφάνεια του βαρελιού επιτυγχάνεται το γυάλισμα. Αργότερα μαζί με το μπαρούτι ρίχνανε στο περιστρεφόμενο βαρέλι και γραφίτη). Το μπαρούτι πια είναι έτοιμο».**

  

Υποσημειώσεις


 * Α. Καρδάσης, Δημητσάνα, μια δοξασμένη πόλη, Αθήνα, 1988, σελ. 386-7.

** Μαρτυρία Σπύρου Σεργόπουλου, συμπληρωμένη με στοιχεία από το Μουσείο Υδροκίνησης.  

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Δήμητρα Αγγελοπούλου, «Δημητσάνα, Λαογραφώντας τη μνήμη», εκδόσεις ergo, Αθήνα, 2006.

 

  

Read Full Post »

O Μακρυγιάννης στο Άργος


Το Άργος, μετά την Αθήνα, είναι η πολιτεία εκείνη που συνδέθηκε περισσότερο στενά με το Ρουμελιώτη αγωνιστή της Παλιγγενεσίας Γιάννη Μακρυγιάννη, κι αυτό όχι τόσο  εξαιτίας των δεσμών του μαζί της – ο αλαφροΐσκιωτος αυτός επαναστάτης μάλλον έμεινε στο περιθώριο της κοινωνικής και όχι μόνον ζωής του τόπου – όσο εξαιτίας του γεγονότος ότι στο Άργος παρέμεινε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και εκεί άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του, ένα έργο που όχι άδικα έφθασε να γίνει το ευαγγέλιο του νέου ελληνισμού.

 

«Από τα ’26, που έπεσαν στα χέρια μου τα «Απομνημονεύματα», ως τα σήμερα» – δηλαδή στα 1943 – «δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση», μας εξομολογείται ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό κείμενό του που δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο των Δοκιμίων του.[1]

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το ποιος ήταν ο Μακρυγιάννης δε θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν κάποια στοιχεία απ’ τη ζωή του δε μας επέτρεπαν να εκτιμήσουμε σφαιρικότερα το έργο του. Ήταν ένας απλός αλλ’ αντιπροσωπευτικός άνθρωπος του λαού στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια. Όχι ότι δεν ήταν χαρισματική προσωπικότητα. Ήταν, όπως ήταν και πάρα πολλές άλλες στα δύσκολα εκείνα χρόνια του ελληνισμού.

Γιος του αρματολού Δημήτρη Τριανταφύλλου, γεννήθηκε στα 1797 κάτω από δύσκολες συνθήκες, σε ένα μικρό χωριό, το Αβορίτι του Λιδωρικού, και λόγω ύψους πήρε το παρωνύμιο «Μακρυγιάννης», με το οποίο πέρασε στην ιστορία. Ο πατέρας του χάθηκε  στα 1804, κατά το μεγάλο διωγμό της κλεφτουργιάς, και η οικογένεια χάρη στην αυταπάρνηση της μάνας κατόρθωσε να καταφύγει στη Λειβαδιά. Εκεί τον έβαλαν υπηρέτη σ’ ένα σπίτι. Τα αφεντικά  όμως, γράφει ο ίδιος, «ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου».[2]

Στα δεκατέσσερά του οι δικοί του τον έστειλαν στην Άρτα, υπηρέτη στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη, ενός από τους γραμματικούς του Αλή. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού.

Καταδιώχθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν το Σατράπη των Ιωαννίνων και κατέφυγε στον παλιό αρματολό Γώγο Μπακόλα, τον οποίο και ακολούθησε στις πρώτες φάσεις της επανάστασης. Ο Μπακόλας, παρ’ ότι τελικά κατέφυγε στους Τούρκους, υπήρξε ο μοναδικός οπλαρχηγός που όχι μόνο ξέφυγε από τον ψόγο του Μακρυγιάννη αλλά απέσπασε τα εγκώμιά του.[3]

Τον Απρίλη του 1822, επικεφαλής τεσσάρων χωριών των Σαλώνων, έφθασε στην Ανατολική Ελλάδα και έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις, για να καταλήξει τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στη Αθήνα. Εκεί θα τεθεί υπό τις διαταγές του Οδυσσέα Ανδρούτσου και θα συνεργασθεί με τον Γιάννη Γκούρα. Όμως, είτε  γιατί απογοητεύτηκε από την τυραννική   συμπεριφορά των πρώην αρματολών είτε γιατί δίπλα τους  δεν υπήρχαν περιθώρια διάκρισης και ικανοποίησης των φιλοδοξιών του – κι ο Μακρυγιάννης ήταν φιλόδοξος όσο κι αν προσπαθεί να το διαψεύσει στο κείμενό του – πήρε το δρόμο για την Πιάδα κι από εκεί  θα φθάσει στις 25 Οκτωβρίου 1823 στο Άργος.

Έκτοτε, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές ως το Δεκέμβρη του 1831, το Άργος και ο κάμπος του θα είναι ο χώρος της δράσης του. Εκεί αργότερα θα αρχίσει να γραφεί τα Απομνημονεύματά του.

«1829. Φλεβαρίου 26, Άργος. Είμαι διορισμένος», γράφει, «από την κυβέρνηση του Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθμός είναι εδώ εις Άργος κάθομαι και αγρικιώμαι με την κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες μ’ αρχές κι’ αξιωματικούς… και εξακολουθώ τα χρέη μου καθήμενος τον περισσότερον καιρόν εδώ. Και για να μην τρέχω εις τους καφενέδες και σε άλλα τοιαύτα και δεν τα συνηθώ… εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου… και να τα γλέπουν οι νεότεροι και οι μεταγενέστεροι νάχουν περισσότερη αρετή και πατριωτισμόν. Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν…».[4]

Για το έργο αυτό του Μακρυγιάννη έχει γίνει λόγος πολύς, προεξαρχόντων του Γιώργου Θεοτοκά (1941) και του Γιώργου Σεφέρη (1943). Ο πρώτος τοποθετεί τα Απομνημονεύματα στο κέντρο της συζήτησης γύρω από τους στόχους της λογοτεχνικής γενιάς του ΄30, ενώ ο δεύτερος δε θα διστάσει να μας πει πως ο «Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».

Πράγματι πρόκειται για μια γνήσια λαϊκή έκφραση, η οποία όμως είχε τα προηγούμενά της. Κι αυτά τα βρίσκουμε σε σειρά κειμένων λαϊκής επιστολογραφίας των χρόνων της τουρκοκρατίας, στα οποία, ατυχώς, δε δόθηκε η πρέπουσα σημασία. Για παράδειγμα: «Ένα τουφέκι όρισες και τόδωκα˙ μ’ ας είναι καλά οπού θα μου το φτιάσουν ασημένιο˙ και α δε μου αξίζει το φιλεύω», γράφει κάποιος άσημος Έλληνας του ΙΗ΄ αιώνα.[5]

Δίπλα όμως στο έργο του Μακρυγιάννη στέκονται και οι πίνακές του. Εδώ η εικόνα ζωντανεύει τη γραφή, όπως η αγιογραφία έδινε ψυχή στα παλιά συναξάρια και έκανε τους τοίχους της εκκλησιάς να μιλούνε για τα πάθη του Χριστού και τα μαρτύρια των αγίων. Με αυτόν, τον ίδιο αφηγηματικό τρόπο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, θα μας δώσει ο Παναγιώτης Ζωγράφος το στοχασμό του ρουμελιώτη στρατηγού.[6]

Εμείς όμως  δε θα σταθούμε – είναι εξάλλου πέρα από τις δυνατότητές μας – στη λογοτεχνική αξία των Απομνημονευμάτων  του Μακρυγιάννη. Μας ενδιαφέρει η καθαρά ιστορική τους πλευρά. Και εδώ, χωρίς να αμφισβητήσουμε την πρόθεση του αφηγητή να σημειώσει «γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος»,[7] είμαστε εντούτοις υποχρεωμένοι να σταθούμε κριτικά απέναντι στο κείμενό του.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο εκδότης  των Απομνημονευμάτων, υποστήριξε τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του Μακρυγιάννη. Αρετές όμως που τις διαχώρισε από την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία. Και πράγματι έτσι είναι. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής καταθέτει – έτσι πιστεύει πως κάνει – την αλήθεια. Όμως πρόκειται για τη δική του αλήθεια, μια αλήθεια κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από το πάθος.[8] Στην αφήγησή του δε θα βρει κανείς ούτε ίχνος συμπάθειας ή κατανόησης για πρόσωπα με τα οποία συγκρούστηκε, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που θα δώσει μισή την αλήθεια, για να μην πιστωθούν τη δόξα οι αντίπαλοί του. Εύγλωττη απόδειξη η περίπτωση της εισβολής του Δράμαλη στο Μοριά ή η ταύτιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνημε τονΚιαμίλμπεη της Κορίνθου.[9]

Είναι αναγκαίο επίσης να αναφερθούμε και στους ιδεολογικούς άξονες του Μακρυγιάννη. Η πατρίδα και η θρησκεία κατέχουν κυρίαρχη θέση στη σκέψη και στο έργο του. Η πατρίδα όμως είναι ταυτισμένη με τους νόμους και την τάξη. Τότε μονάχα υπάρχει πατρίδα, όταν υπάρχουν νόμοι καλοί.  Η ευταξία ήταν γι’ αυτόν το παν. Γι’ αυτό αναδέχεται  με προθυμία καθήκοντα αστυνομικά[10], γι’ αυτό και διαμορφώνει μια σχέση μεταφυσική με το «Σύνταγμα». Εδώ εντοπίζεται η μικροαστική  του συνείδηση, συνείδηση διαμορφωμένη μέσα στα πλαίσια της προεπαναστατικής εμπορικής του δραστηριότητας, και η αντίθεσή του με την αυταρχική έκφραση του αρματολισμού.

«Κι αυτά τα καπετανλίκια», γράφει, «ήταν κλέφτικα πράγματα, όταν ήταν οι Τούρκοι στην πατρίδα μας αφεντάδες»[11]. Αυτός προσβλέπει μόνο στους νοικοκυραίους, που τους θεωρεί ραχοκοκαλιά του έθνους. Επίσης κύριο ρόλο στην ψυχοσύνθεση του Μακρυγιάννη παίζει η αίσθηση της αδικίας. Η βία των κατακτητών σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια. Οι Τούρκοι θα χαθούν, γιατί αδίκησαν το ραγιά. Ο Αρβανίτης Σμαήλμπεης Κόνιτζα λέει σε μια συγκέντρωση στην Άρτα: «Πασάδες και μπέηδες…θα χαθούμε!Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή  και τον αφανίσαμε˙ και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι»[12].

Με ιδιαίτερη μάλιστα αυστηρότητα κρίνει τις αδικίες των Ελλήνων κι αυτό θα τον φέρει σε αντίθεση με τον Ανδρούτσο, το Γκούρα και το Μαμούρη. Συνεχίζει ο ρουμελιώτης αγωνιστής  μια πανάρχαιη ελληνική αντίληψη που πρωτοσυναντιέται στους Πέρσες του Αισχύλου. Η «ύβρις» στην περίπτωση του Ξέρξη, οι «αμαρτίες» των βυζαντινών αργότερα και οι αδικίες τέλος των Τούρκων θα επιφέρουν την καταστροφή τους. Τέλος ιδιαίτερα στενή και άμεση είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Από το πανηγύρι τ’ Αγιαννιού στη Δεσφίνα, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όπου πρωτόκανε συμφωνίες με τον άγιο[13], και στη συνέχεια η σχέση του Μακρυγιάννη με την Παναγία και τους Αγίους είναι καθημερινή και προσωπική, για να κορυφωθεί στο τέλος της ζωής του, στο θρησκευτικό παραλήρημα των Οραμάτων και θαμάτων του[14]. Εξάλλου δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι στη θεία παρέμβαση για τη νεκρανάσταση της Ελλάδας αφιέρωσε το πρώτο από τα κάδρα του.

Παρ’ όλο που ο Μακρυγιάννης φθάνει στην Αργολίδα μετά από ένα χρόνο, εντούτοις η πρώτη του αναφορά στον τόπο γίνεται με την καταγραφή της εισβολής του Δράμαλη. Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο του έργου του, που έχει άμεση σχέση με την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία του. Κατ’ αυτόν η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη οφείλετο αποκλειστικά στον έλεγχο των Μεγάλων Δερβενιών από τους Ρουμελιώτες. «Τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά», γράφει, «και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησο και χαθή ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο θα είχε να χαθή;».[15]

Αναμφίβολα ο Οδυσσέας, οι Βιλιώτες και οι Περαχωρίτες, αν και δε κατάφεραν να εμποδίσουν την κάθοδο του Δράμαλη στο Μοριά – και σ’ αυτό συνετέλεσαν οι ραδιουργίες του Αρείου Πάγου – εντούτοις στη συνέχεια παρεμπόδισαν αποτελεσματικά τις αποστολές εφοδίων από την Κεντρική Ελλάδα. Όμως, η καταστροφή της τουρκικής στρατιάς υπήρξε αποτέλεσμα της στρατιωτικής ιδιοφυΐας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη αλλά και της απροθυμίας του Χορσέφ πασά, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, να σπεύσει σε βοήθειά της. Αν και στα Απομνημονεύματα δε δίνει την οφειλόμενη σημασία στη μεγάλη αυτή νίκη, αφιερώνει εντούτοις μια από τις εικόνες του στις μάχες εκείνων των ημερών.

Πρόκειται για μια θαυμάσια άποψη του αργολικού πεδίου, όπου η ποιητική άδεια δεν αλλοιώνει την τοπογραφία της περιοχής. Στο υπόμνημα όμως του πίνακα υποτιμάται προκλητικά η συμβολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και η άμυνα του φρουρίου του Άργους, ενώ η ιδέα του αποκλεισμού των στενών αποδίδεται στο Νικηταρά, στο μοναδικό από τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς που ο Μακρυγιάννης είχε κάποια συμπάθεια, περισσότερο εξαιτίας των πολλών εξόδων του στη Ρούμελη.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η αντίθεση Ρουμελιωτών και Μοραϊτών προκρίτων και οπλαρχηγών, αντίθεση που κορυφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1824, όταν κατά τον εμφύλιο πόλεμο τα ρουμελιώτικα στρατεύματα που έφερε η κυβέρνηση στο Μοριά, για να καταστείλει την αντίσταση των Πελοποννησίων – και σ’ αυτό ο Μακρυγιάννης έπαιξε καθοριστικό ρόλο – λειτούργησαν σαν στρατός κατοχής. Το ίδιο έγινε και κατά την αναρχία, που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Οι Μοραΐτες κατηγορούσαν τους Ρουμελιώτες για τη λεηλασία του τόπου τους και ότι πολέμησαν πάντα με μισθό, ενώ αντίθετα οι Ρουμελιώτες τους Πελλοπονήσιους ότι τους ήθελαν για είλωτες και πως δεν ενδιαφέρονταν για την απελευθέρωση της Ρούμελης.

Ο Μακρυγιάννης μάλιστα με τη γνωστή αφέλειά του αποδίδει την κατηγορία αυτή και στον Καποδίστρια. Ενώ ήταν γνωστές, και όφειλε και ο ίδιος να τις γνωρίζει, οι προσπάθειες του άτυχου Κυβερνήτη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας και για το ζήτημα των συνόρων. Το σημαντικό, όμως, στην αντιπαλότητα αυτή είναι ότι δεν εστιάζεται στις σχέσεις  των μεγάλων καπεταναίων της εποχής, Κολοκοτρώνη, Οδυσσέα, και Καραϊσκάκη, οι οποίοι είχαν πολύ καλές σχέσεις, ίσως γιατί ένιωθαν ότι τους απειλούσαν κοινοί κίνδυνοι, αλλά σε οπλαρχηγούς δεύτερης και τρίτης τάξης, στους πρόκριτους και στους πολιτικούς. Και σε αυτή τη κατηγορία άνηκε και ο Μακρυγιάννης.

Η παραμονή του Μακρυγιάννη στη περιοχή του Άργους διακρίνεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει τον Οκτώβριο του 1823, όταν πρωτοφτάνει στο Άργος, και τελειώνει με τη μετάβασή του στην Αθήνα για να γιατρευτεί από τις πληγές του τον Ιούλιο του 1825, μετά τη μάχη των Μύλων. Εκεί στα τέλη του 1825 θα παντρευτεί την Αικατερίνη, θυγατέρα του Αθηναίου προύχοντα Χατζηγεωργαντά Σκουζέ. Κατά την περίοδο αυτή ο ρουμελιώτης αγωνιστής θα εμπλακεί στον εμφύλιο, στο πλευρό των κυβερνητικών, και μετά την επικράτησή τους θα πολεμήσει κατά του Ιμπραήμ στο Νιόκαστρο και στους Μύλους[16].

Η δεύτερη  περίοδος ταυτίζεται με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα και διαρκεί ως το Μάιο του 1833, οπότε φεύγει για την Αθήνα. Κατά τη δεύτερη περίοδο θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην πόλη του Άργους, όπου θα παραμείνει ως τη ρήξη του Δεκεμβρίου 1831, οπότε στα δραματικά γεγονότα εκείνης της εποχής μόλις θα κατορθώσει να στείλει την οικογένειά του στο Ναύπλιο, ενώ η περιουσία του – «όλο μου το πράμα» καθώς γράφει – αν δε διαγουμίστηκε απ’ τους αντιπάλους του έγινε παρανάλωμα του πυρός. Μετά τη ρήξη του Άργους ακολούθησε τους Συνταγματικούς στην Περαχώρα και επέστρεψε μαζί τους, στο Ναύπλιον πλέον, στα τέλη Μαρτίου του 1832.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου ο Μακρυγιάννης με έδρα το Άργος θα είναι αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου μέχρι και το Μάιο του 1830, οπότε θα αντικατασταθεί από το Νικηταρά, και στη συνέχεια – από 1 Ιανουαρίου 1831 – θα διοριστεί, πάλι με έδρα το Άργος, μέλος του Αναθεωρητικού [Στρατιωτικού] Δικαστηρίου. Εκεί, από τις 26 Φεβρουαρίου 1829 μέχρι και το φθινόπωρο του 1831, γράφηκε και το πρώτο βιβλίο και το δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του, δηλαδή ως τη δολοφονία του Καποδίστρια. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο – τα μετά θάνατο του Καποδίστρια – όλες οι αναφορές στα γεγονότα γίνονται σε χρόνο αόριστο, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε  ότι γράφτηκε στο Ναύπλιο  μετά την επιστροφή του Μακρυγιάννη και την ανάρρωσή του από τις κακουχίες του χειμώνα του 1831 προς 1832.

Όταν ο Μακρυγιάννης έφθασε στο Άργος (Οκτώβριος 1823) το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό βρίσκονταν στα πρόθυρα της ρήξης. Ήδη το πρώτο είχε κινήσει τη διαδικασία για την ανατροπή του δεύτερου, διαδικασία που κατά τρόπο αναμφισβήτητα παράνομο ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Ήδη όλο το δεύτερο εξάμηνο του 1823 είχε σημαδευτεί από την αντίθεσή τους. Τα δυο Σώματα μετακινούνταν συνεχώς. Τελευταία το Εκτελεστικό από τις 26.9.1823 βρισκόταν στο Ναύπλιο, το οποίο κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ενώ το Βουλευτικό από 17.10.1823 στο Άργος.

Το Βουλευτικό υπό την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου εξέφραζε τους πρόκριτους των νησιών, τους ισχυρούς πρόκριτους της Πελοποννήσου  Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο αλλά και άλλους σημαντικούς τοπικούς παράγοντες, ενώ το Εκτελεστικό με βασικό του έρεισμα τον Θ. Κολοκοτρώνη εξέφραζε ένα κράμα μοραΐτικου τοπικισμού και στρατιωτικού πνεύματος.

«Ήρθα εδώ», γράφει ο Μακρυγιάννης. «Ήταν το βουλευτικόν σώμα. Στάθηκα κάμποσες ημέρες˙ παρουσιάστηκα και τους είπα˙  δεν μεταθέλουμε όλοι όσοι ήρθαμε να ξέρουμε από καπεταναίους˙  ό,τι διαταγές είναι από την κυβέρνησιν, εκείνο είμαστε πρόθυμοι να κάμωμε, να πάμε ομπρός»[17].

Διατέθηκε στη δύναμη του Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον διέταξε να «σταθεί με τον Γενναίον τον υγιόν του» γράφει ο Μακρυγιάννης φανερά ενοχλημένος από το νεαρό της ηλικίας του Γενναίου[18]. Τους χώρισαν 8 χρόνια, παρά ταύτα αρχικά τα ταίργιασαν. Παρόλο όμως που ανήκε στη δύναμη του Εκτελεστικού, ο Μακρυγιάννης από την αρχή στάθηκε με το μέρος του Βουλευτικού. «Με το Βουλευτικόν», γράφει, «ήταν το δίκαιον και η πατρίδα»[19]. Δε γνώριζε ο Μακρυγιάννης ποιός είχε το δίκιο; Αναμφίβολα ναι. Όμως «δεν ήταν με το πνεύμα των καπεταναίων», όπως ο Οδυσσέας είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Κολοκοτρώνη.

Έτσι η πρώτη του δράση ήταν, κατ’ αυτόν, η προστασία των αρχείων του Βουλευτικού. «…με έκραξε», σημειώνει, «το Βουλευτικόν και μου είπε όλα τα αίτια και πως οι άλλοι θέλαν να τους πάρουν τ’ αρχεία…Μου ζήτησε βοήθεια. Τότε μιλάμε με τον καλόν πατριώτη Θοδωρή Ζαχαρόπουλον και συμφώνως και οι δυο μας παίρνουμε τ’ αρχεία  όλα του Βουλευτικού και τα κρύψαμε, και δεν τα πήραν οι άλλοι…»[20].

Η πραγματικότητα όμως δε συμφωνεί με το ρουμελιώτη αγωνιστή. Σε μια προσπάθεια συνδιαλλαγής, μετά την παράνομη καθαίρεση των 2 μελών του Εκτελεστικού, του Ανδρέα Μεταξά και του Χαραλάμπη Περρούκα, στις 26.11.1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς και Τσόκρηςεμφανίστηκαν ενώπιον του Βουλευτικού στο Άργος και, όταν απέτυχαν να πείσουν τα μέλη του, τους αφαίρεσαν τα αρχεία και τη σφραγίδα, τα οποία όμως στη συνέχεια κατάφερε με απάτη να τα παραλάβει και να τα επιστρέψει ο πολιτάρχης του Άργους  Θ. Ζαχαρόπουλος.

Οι βουλευτές τη νύχτα της 30.11.1823 πήγαν για λόγους ασφαλείας στοΚρανίδι, όπου διόρισαν νέο Εκτελεστικό, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε αμέσως – στην αρχή κρυφά και  στη συνέχεια φανερά – ο Μακρυγιάννης για να προκαλέσει την οργή των Κολοκοτρωναίων για την παρασπονδία του. «Οι Κολοκοτρωναίγοι φοβέριζαν εμένα, αν με πιάσουνε θα με γδάρουνε ζωντανόν», γράφει[21]. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου, το πρώτο εξάμηνο του 1824, ο Μακρυγιάννης θα πολεμήσει κατά των «αντικυβερνητικών» και στον κάμπο του Άργους θα κερδίσει τις πρώτες του στρατιωτικές δάφνες.

Ήδη στις 6.3.1824 τα κυβερνητικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τους Μύλους, όπου εγκαθίσταται, το νέο Εκτελεστικό, και στις 13.3.1824 το Άργος, οι κάτοικοι του οποίου – ή σημαντικό τουλάχιστον μέρος τους – διέκειντο φιλικά προς τη νέα Διοίκηση. Το Μ. Σάββατο φθάνει ο Μακρυγιάννης νικητής από τη Τρίπολη στο Άργος, όπου είναι συγκεντρωμένο όλο το Βουλευτικό και αναλαμβάνει την ευθύνη της φρουράς του γιατί «οι καπεταναίοι της Ρούμελης ήταν όλοι ενωμένοι με τον Κολοκοτρώνη και η συντροφιά τους να γένη σύστημα καθώς το θέλαν αυτήνοι, κι ετοιμάζονταν να μπούνε μέσα. Έφθασε  ο Δυσσέας εις το Κουτζοπόδι κι ένα σώμα του Καραϊσκάκη, κι όταν έμαθαν οπού παραδόθη η Τριπολιζτά ενέκρωσαν»[22].

Τότε θα επιτύχει με την επίδειξη των λιρών να αποσπάσει τους στρατιώτες από τους καπεταναίους τους. «Μήνα είναι εδώ ο Δυσσσέας», τους λέει «ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης, να μην σας πληρώνουν ποτές; Εδώ είναι Κουντουριώτης, οπούφερε ένα καράβι γιομάτο τάλαρα. Νόμους θέλει καλούς να γένουν δια την πατρίδα και χρήματα ξοδιάζει όσα θέλει κάθε Έλληνας»[23]. Τα επιχειρήματά του ήταν πειστικότατα. Όλοι έσπευσαν να στηρίξουν τους «καλούς νόμους» του Κουντουριώτη.

Τα κυβερνητικά στρατεύματα, συνεχώς πλέον ενισχυόμενα, άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιον, που κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Μια προσπάθεια διάσπασης της πολιορκίας και ενίσχυσης του φρουρίου με εφόδια από τους Νικηταρά, Γενναίο Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα και Απ. Κολοκοτρώνη το πρώτο δεκαήμερο του Μάη αποτυγχάνει. Και ο Μακρυγιάννης από τους βασικούς συντελεστές της αποτυχίας. Οι μάχες κράτησαν από τις 8 ως της 12 Μάη του 1824 με επίκεντρο τους οδικούς άξονες Κουτσοπόδι – Δαλαμανάρα – Ναύπλιο και Μπέρπακα – Κούτσι – Ναύπλιο και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην παράδοση του Ναυπλίου.

Από το Κουτσοπόδι κινήθηκαν οι Νικηταράς και Πλαπούτας και από το Ναύπλιο οι Π. Κολοκοτρώνης και Δ. Τσόκρης, οι οποίοι συναντήθηκαν στη Δαλαμανάρα. Εκεί δέχτηκαν την επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων υπό τον Κ. Σκούρτη και του ιππικού υπό τον Χατζηχρήστο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ανάλογη απόπειρα της επόμενης μέρας οδήγησε σε σύγκρουση κοντά στο Κούτσι. Και πάλι κυβερνητικά στρατεύματα αναδείχθησαν νικηφόρα. Οι μάχες συνεχιστήκαν με αποτέλεσμα τον  τραυματισμό του Τσόκρη, και την παρ’ ολίγο σύλληψη του Νικηταρά.

«Σε δυο μέρες μας πλάκωσαν όλοι»,  διηγείτε ο Μακρυγιάννης.

«Πολεμήσαμε˙ αυτήνοι ήθελαν να πιάσουνε την κούλια της Νταλαμανάρας˙ βαρεθήκανε εκεί από μας, σκοτωθήκανε καμπόσοι. Έπιασα την κούλια μαζί με τον Χατζηχρήστο, την βαστήξαμε ένα μερόνυχτον˙ πολεμούσαμε νύχτα και ημέρα… Τότε έβαλα ένα πάτερον στην κούλιαν και κολλήσαμε απάνου, ότι δεν είχε πάτωμα˙ και κολλώντας απάνου τους βαρούγαμε είς το κρέας˙ κι άφησαν το χωριόν˙ ότ’ ήθελαν να το βαστούνε, νάχουν την είσοδο από το Κούτζι εις τ’ Ανάπλι να μπάζουνε ζωοτροφές των δικώνε τους. Σαν τους χτυπήσαμε, άφησαν το χωριόν την Νταλαμανάραν εις την εξουσίαν μας κι αυτήνοι όλοι πήγαν εις το Μπέρμπακα και σ’ εκείνα τα χωριά ολόγυρα…Κινήθηκαν τότε αυτήνοι με τον ζαϊρέ να μπούνε εις τ’ Ανάπλι. Πήγε ο Χατζηχρήστος αναντίον τους, τον μπλόκαραν. Σηκώθηκα να πάγω ένα μιντάτι του Χατζηχρήστου˙ εις τον δρόμον οπούνε το χωριόν του Χατζηχρήστου, το Μπολάτι, τόχε πιασμένο ο φίλος μου ο Νικήτας να μας βαρέση. Τους ριχτήκαμε απάνου τους και τους τζακίσαμε και τους πήγαμε κυνηγώντας κοντά εις το Μπέρμπακα˙ κοντέψαμε να φάμε το βράδυ ψωμί με τον αδελφό μου Νικήτα˙ παρά τρίχα γλύτωσε»[24].

Οι μάχες του κάμπου υπήρξαν καταλυτικές για την τύχη του Ναυπλίου, το οποίο παραδόθηκε από τον Π. Κολοκοτρώνη, και στις 12 Ιουνίου το «άτι του Μοριά» όπως το έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης, βρισκόταν στα χέρια Κουντουριώτη. Ο Μακρυγιάννης έγινε αντιστράτηγος και η Διοίκηση του χάρισε ένα άλογο για τη συμβολή του στη επικράτησή της. Στην περίπτωση αυτή της πρώτης φάσης του εμφυλίου επιδείχθηκε μακροθυμία και στις 2.7.1824 δόθηκε γενική αμνηστία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει νέος εμφύλιος.

Το Εκτελεστικό υπό την επιρροή πλέον του Ιωάννη Κωλέτη προέβη σε όλες τις «αναγκαίες» για την επίσπευσή του ενέργειες. Και σ’ αυτή τη φάση ο Μακρυγιάννης θα παίξει το ρόλο του και θα συντελέσει στην είσοδο ρουμελιώτικων στρατευμάτων στο Μοριά υπό τον Γκούρα και άλλους καπεταναίους. Τα στρατεύματα αυτά, ακόμη και οι άνδρες του Μακρυγιάννη, αντιμετώπισαν την Πελοπόννησο ως κατεχόμενη χώρα, γεγονός που προκάλεσε το μίσος των Πελοποννησίων αλλά και την αγανάκτηση του ίδιου του ρουμελιώτη αγωνιστή[25], ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις λεηλασίες και συμφορές που ακολούθησαν.

«Είπα της κυβέρνησης ότι εγώ σε εφύλιον πόλεμον, και νόμους φκιάνοντας, δεν ματαμπαίνω˙  μπεζέρισα˙ να μου δώσουνε μίαν διαταγή να πάγω εις Ρούμελη ν’ αγωνιστώ δια τους Τούρκους, ειδέ να διαλύσω το σώμα μου… Μου είπαν να λάβουν σκέψη δι’ αυτό˙ και το σώμα μου να το τοποθετήσω εις τα χωριά, εις τ’ Άργος», γράφει στα Απομνημονεύματά του αναφερόμενος στο Γενάρη του 1825[26].

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Στο Άργοςδεν έμεινε πολύ, γιατί το Φεβρουάριο διατάχθηκε να μεταβεί στην Αρκαδία  για την αποκατάσταση της τάξης. Πριν όμως φτάσει εκεί, αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ – 11 και 12 Φεβρουαρίου – στη Μεθώνη. Τα αρχικά σχέδια ανατράπηκαν, ακολούθησε η τραγελαφική εκστρατεία  του Κουντουριώτη και η ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι.

Οι Έλληνες κλείστηκαν στα κάστρα – Νιόκαστρο και Παλιοναβαρίνο – κι ανάμεσά τους ο Μακρυγιάννης και ο Τσόκρης. Ο πρώτος θα μείνει στο Νιόκαστρο ώς το τέλος, ενώ ο άλλος θα βγει στο «νησί», στη Σφακτηρία, και μετά την τραγική κατάληξη της 26ης Απριλίου – της φαρμακερής εκείνης μέρας για την πατρίδα – θα μπει στο Παλιοναβαρίνο, όπου και θα αναλάβει της διαπραγματεύσεις με τον Ιμπραήμ για την παράδοσή του στις 30 Απριλίου. Το ίδιο θα κάνει λίγο αργότερα, στις 11 Μαΐου, και ο Μακρυγιάννης για το Νιόκαστρο. Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Ναύπλιο και, όταν ο Κολοκοτρώνης θα προσπαθήσει να κρατήσει τον Αιγύπτιο ηγέτη στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου), αυτός θα βρίσκεται στον Αχλαδόκαμπο με τον Υπουργό πολέμου σε ρόλο επιμελητείας.

Και σ’ αυτή την περίπτωση δε χάνει την ευκαιρία να διαστρεβλώσει κατά τρόπο εξόφθαλμα άδικο την αλήθεια, για να κατηγορήσει τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. «Ευτύς οπού τον είδαν μπροστά τους», γράφει, «άφησαν τις θέσες τους και πήραν τα βουνά. Και πέρασε ο Μπραΐμης εις τα Ντερβένια απολέμιστος. Εφύλιους πολέμους και φατρίες ΄πιτηδεύεται ο Αρχηγός να κάνη, Τούρκους δεν έχει κώλο να πλησιάζη κοντά τους»[27].

Εδώ, όσο κι αν φαίνεται από πρώτη άποψη απλό, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν πρόκειται για την «αλήθεια του Μακρυγιάννη» ή για σκόπιμη συκοφαντία. Φαίνεται όμως πως ο ρουμελιώτης αγωνιστής είχε μια ιδιότυπη, παράξενη σχέση με την πραγματικότητα.

Τελικά θα αποσυρθεί στους Μύλους, όπου θα προετοιμάσει την άμυνά τους για ενδεχόμενη επίθεση των Αιγυπτίων. Ο Ιμπραήμ με μια ταχύτατη προέλαση θα μπει τα ξημερώματα τις 11ης Ιουνίου στην Τριπολιτσά και την επομένη θα βρεθεί στον αργολικό κάμπο. Το απόγευμα τις 13ης οι Αιγύπτιοι θα επιτεθούν στην ελληνική φρουρά των Μύλων, η οποία θα ανταπεξέλθει νικηφόρα με ελάχιστες απώλειες.

Αναμφίβολα ο Μακρυγιάννης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της πρώτης ελληνικής νίκης, μιας νίκης όμως που, αν ιδωθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους, δεν έχει τις διαστάσεις που συνήθως της αποδίδουμε. Είναι απολύτως πλέον βέβαιο πως η κατάληψη των Μύλων δεν υπήρξε βασικός στόχος του Ιμπραήμ. Η αποτελεσματική όμως άμυνα των Ελλήνων τους πρόσφερε την αναγκαία ηθική επικουρία, την πεποίθηση ότι οι Αιγύπτιοι δεν ήταν αήττητοι.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Ο Μακρυγιάννης διηγείται με τρόπο εύγλωττο και συναρπαστικό τα προ, τα κατά και τα μετά τη μάχη. Περισσότερο όμως  συναρπαστικός είναι ο σχετικός  πίνακάς του. Εδώ ο στοχασμός του αγωνιστή και το χέρι του Παναγιώτη Ζωγράφου ξαναζωντανεύουν με χρώματα δυνατά το χώρο και τη μάχη. Προκαλούν μάλιστα τον ερευνητή σε μια απόπειρα σύγκρισης της τότε με τη σημερινή τοπογραφία του κρίσιμου χώρου.

Παρόλο που έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές, όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, υδρευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, εντούτοις πιστεύουμε πως υπάρχει δυνατότητα για μια τέτοια απόπειρα. Και το ζήτημα επείγει, αφού οι τελευταίες μνήμες κινδυνεύουν να σβήσουν για πάντα. Ο Μακρυγιάννης δεν ενδιαφέρεται ειδικότερα για τις κινήσεις του Αιγύπτιου ηγέτη στον αργολικό κάμπο, δεν προβληματίζεται για την αιφνιδιαστική κάθοδό του σ’ αυτόν, ούτε ακολουθεί κάποια χρονολογική τάξη στη βραχεία σχετική αναφορά του. «Την ίδια βραδυά», γράφει, «έφυγε από κει ο Μπραΐμης δια νυχτός. Αφάνισε και σκλάβωσε όλα τα χωριά. Και το Άργος το έκαψε και σκλάβωσε πολλούς, ότι οι αρχηγοί τ’ Άργους, ο Τζόκρης κι οι άλλοι, πήραν τις σπηλιές. Από εκεί πήγε ο Μπραΐμης απ’ όξω τ’ Ανάπλι˙ έκαμαν ολίγον ακροβολισμόν κι έφυγαν και πήγαν εις την Τριπολιτζά»[28].

Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν κάπως διαφορετικά. Ο Ιμπραήμ το βράδυ της μάχης διανυκτέρευσε στο Κεφαλάρι, το πρωινό της επομένης έστειλε ανιχνευτές προς Κουτσοπόδι και Ναύπλιο και την αυγή της 15ης Ιουλίου βρέθηκε στον Προφήτη Ηλία, στη Γλυκιά. Οι ιππείς του αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να κόψουν το νερό της πόλης και αφού απωθήθηκαν υπό την πίεση των πολυβόλων του Παλαμηδιού, επέστρεψε στο Άργος, το οποίο παρέδωσε στις φλόγες πριν αναχώρησει την ίδια ημέρα για την Τριπολιτσά.

Ο Μακρυγιάννης εδώ αναφέρεται ευθέως υποτιμητικά στον Τσόκρη, ότι πήρε τις σπηλιές, υπαινισσόμενος την οχύρωση εκ μέρος του Αργείτη οπλαρχηγού των σπηλαίων της Ανάληψης και της Αγίας Ιερουσαλήμ, γεγονός που λειτούργησε σωτήρια για τους κατοίκους της περιοχής τόσο κατά την περίοδο της παρουσίας του Ιμπραήμ στο Μοριά όσο και κατά τον εμφύλιο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Μακρυγιάννης αδικεί κατάφορα τον Αργείτη οπλαρχηγό, συμπολεμιστή του στο Νιόκαστρο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά τη συμβολή του στην υπεράσπιση της Σφακτηρίας και του Παλιοναβαρίνου υπό ακραία τραγικές συνθήκες[29].

Λίγο αργότερα ο Μακρυγιάννης θα αναχωρήσει στην Αθήνα, για να θεραπεύσει το τραύμα του χεριού του από τη μάχη των Μύλων, ενώ ο Τσόκρης θα παραμείνει στην περιοχή, φυλάσσοντας τα περάσματα από τον κάμπο της Τριπολιτσάς σε εκείνον του Άργους. Ταυτόχρονα θα επισκευάσει το φρούριο της πόλης και θα την προστατέψει από τις αυθαιρεσίες των μετακινουμένων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων ως την άφιξη του Καποδίστρια. Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα είχαν εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα στην Αργολίδα καθ ̉ όλη τη διάρκεια του 1827. Στο Ναύπλιο ο Γρίβας και ο Φωτομάρας, ελέγχοντας το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ αντίστοιχα, μετέβαλαν την πόλη σε πεδίο μάχης.

Η απελπισία των χωρικών οδήγησε σε ένοπλες ρήξεις, όπως στις «Σκηνές της Δαλαμανάρας» τον Αύγουστο του 1827, όταν οι αγανακτισμένοι χωρικοί σκότωσαν δύο ρουμελιώτες άτακτους, και στη σύγκρουση στο Μπουγιάτι το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν οι Αργείτες επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του οπλαρχηγού Ι. Στράτου που ζητούσαν να πάρουν 100 σφαχτά. Η άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ομαλοποίησε αμέσως την κατάσταση. Οι κάτοικοι μετά από χρόνια άρχισαν να βλέπουν μέρες καλύτερες. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να ενεργοποιήσει όλες τις δυνάμεις του επαναστατημένου έθνους.

Στα πλαίσια αυτά διόρισε το Μακρυγιάννη αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης Πελοποννήσου, ένα είδος Χωροφυλακής, με έδρα το Άργος[30]. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής ήταν ο πλέον κατάλληλος για τα καθήκοντα αυτά, αφού όλη του τη ζωή, μετά την πατρίδα και τη θρησκεία, θέλησε να υπηρετήσει τους «νόμους»[31].

Για το Άργος της εποχής εκείνης, που έσφυζε από ζωή, ο Μακρυγιάννης δεν μας δίνει πολλές πληροφορίες. Κάποια στιγμή μόνον μιλάει για Μεσολογγίτισσες που ζητιάνευαν στην πόλη. Φαίνεται πως ήταν αποκομμένος από την κοινωνική ζωή του τόπου και οι συναναστροφές του περιορίζονταν σε κάποιους συμπατριώτες του. Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε πιστά τον Κυβερνήτη. Διετέλεσε πληρεξούσιος των Αρτινών στην Δ’ Εθνική Συνέλευσηστα 1829 και φαίνεται ενοχλημένος που η φρουρά της ανατέθηκε στο Νικηταρά. Το πρώτο όμως εξάμηνο του 1830 προσχώρησε στην αντιπολίτευση, γεγονός που ανάγκασε τον Καποδίστρια να τον αντικαταστήσει με το Νικηταρά και να επιχειρήσει να τον στείλει αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης στα νησιά. Τελικά θα παραμείνει στο Άργος, αλλά τόσο αυτός όσο και άλλοι ρουμελιώτες θα έλθει σε αντίθεση όχι μόνο με την κυβέρνηση αλλά και με τους ντόπιους.

«Εδώ εις τ’ Άργος», σημειώνει την άνοιξη του 1831, «ο Τζόκρης, ο Καλλέργης, οι άλλοι όλοι ήταν ένα˙ είπαν κι έκαναν μίαν μυστική συνέλεψη οι Αργίτες να διώξουν από τ’ Ανάπλι κι από δω όλους τους αναντίους κι εμένα»[32].

Θα παρουσιαστεί όμως στον Καποδίστρια και θα αποτρέψει την προοπτική αυτή. Στο εξής η καταφορά του κατά του Κυβερνήτη, κυρίως όμως εναντίον των αδελφών του και του Κολοκοτρώνη, θα είναι χωρίς έλεος και θα φθάσει στα όρια τις μονομανίας. Θα καταθέσει μάλιστα μέσω του Μιαούλη στην αντιπολίτευση της Ύδρας την πρόταση κατάληψης του Παλαμηδιού, για να εκβιάσουν τον Καποδίστρια να συγκαλέσει νέα, πατριωτική, Εθνική Συνέλευση. Φαίνεται όμως ότι ως ένα σημείο είχε κάποιο δίκιο.

 «Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος», γράφει αναφερόμενος στον κυβερνήτη, «ποτέ δεν θέλησα να είμαι αναντίος του, ότι μπεζερίσαμεν από τις ακαταστασίες. Αλλά οι Κολοκοτρωναίγοι και η συντροφιά τους με κατάτρεχαν δια μέσον του Κυβερνήτη κι αδελφών του».[33]

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το Άργος θα γίνει και πάλι θέατρο δραματικών σκηνών. Τις ταραγμένες εκείνες μέρες του Νοεμβρίου του 1831 άρχισαν να φτάνουν στην πόλη για τη συγκρότηση της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης πληρεξούσιοι άγνωστου αριθμού και προέλευσης και ασαφούς νομιμότητας. Οι κυβερνητικοί που προωθούσαν την εκλογή του Αυγουστίνου ως νέου κυβερνήτη άρχισαν με το πρόσχημα της τήρησης της τάξης να μεταφέρουν στρατεύματα στο Άργος. «Από τ’ Ανάπλι, οπού το είχαν δικοί τους», σημειώνει ο Μακρυγιάννης, «κρυφά δια νυκτός κουβαλούσαν κανόνια, πολεμοφόδια και τάβαναν εις την καζάρμα όπου ήταν το ιππικό. Αρχηγός του ιππικού ήταν ο Καλλέργης. Κι όλο ετοιμαζόταν.

Κι εμείς κοιμόμαστε»[34].

Κανείς όμως δεν κοιμόταν. Το Άργος στις αρχές του Δεκεμβρίου, όπως γράφει ο Λασάνης, «επαράσταινε μάλλον στρατόπεδο παρά τόπον εθνικής συνελεύσεως». Τότε θα εκδηλωθεί και απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακρυγιάννη. «Τότε κυρίως πιάσαν ένα σπίτι και το τρύπησαν, και την νύχτα οπού θα διαβώ, οπού ήμουν εις τους φίλους, να ρίξουν να με σκοτώσουν» γράφει[35]. Ειδοποιήθηκε όμως έγκαιρα και σώθηκε.

Οι εργασίες της Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου. Οι κυβερνητικοί συνεδρίαζαν στο καποδιστριακό σχολείο, ενώ οι συνταγματικοί σε άλλο, άγνωστο οίκημα. Η αναμενόμενη ρήξη επήλθε αμέσως μετά την εκλογή του «μπεκρή και παραλυμένου» κατά τον Μακρυγιάννη, Αυγουστίνου ως Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Το πρωινό της 9ης Δεκεμβρίου οι κάτοικοι της πόλης πανικοβλημένοι άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο και τον κάμπο. «Ούτε από την Τριπολιτσάν του Ιβραΐμ πασά», γράφει ο Κασομούλης, «δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος…». Στις 2 το μεσημέρι άρχισαν οι συγκρούσεις.

Να πως περιγράφει ο Μακρυγιάννης τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«Διατάζει ο νέος Κυβερνήτης τον αρχηγόν της καβαλαρίας μ’ όλο το σώμα του και το πεζικόν της γραμμής και κανόνια κι άταχτον και ρίχνονται άξαφνα εις το σπίτι μου. Έκαμεν ο θεός και ήταν καμπόσοι αξιωματικοί εκεί γύρα την γειτονιά και είχαν ανθρώπους. Πιάστη το ντουφέκι˙ βαρούγαν το σπίτι μου με κανόνια. Συγχρόνως βάρεσε κι ο γενναίος Τζαβέλας  εις το παζάρι όπου ήμαστε…Εκεί οπού πολεμούσαμεν εις το παζάρι, όπου μας βάρεσαν άξαφνα, ήρθαν και μου είπαν βαρούνε το σπίτι μου. Τότε πήγα εκεί. Αρχίσαμεν και πολεμούσαμεν – και βαρούσαν με τα κανόνια. Τους χαλάσαμεν ένα δύο φορές. Πολέμησαν ώς το βράδυ. Σαν είδαν οπού δεν μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπόν τους (ότι τους είχε διαταμένους ο νέος κυβερνήτης εμένα να βαρέσουνε διότι γύρισα τους πληρεξούσιους και την φρουρά του), αφού δεν έκαμαν τίποτας εις το σπίτι μου, τζακίστηκαν και πάνε στην κατάρα του θεού˙ μεγάλη χάρη χρεωστούμεν οι στρατιωτικοί και πολιτικοί εις τους αγαθούς Έλληνες οπού ήταν με τα τάματα και τους είπαν να μας βαρέσουν και δεν θέλησαν. Τους είπανε. “Δεν βαρούμεν τους πληρεξουσίους της πατρίδος μας και αρχηγούς μας”. Τότε γύρισαν με τ’ εμάς όπου δεν είχαμεν τελείως δύναμιν. Από το μισό παζάρι κι απάνου, όλο εκείνο το μέρος το βαστούσαν εκείνοι ώς το κάστρο. Από το παζάρι το μισό και κάτου το βαστούσαμεν εμείς. Αυτήνοι γύμνωσαν όλο το μέρος οπούταν   μ’αυτούς και φεύγαν οι φαμελιές με το βιον τους και έρχοταν σ΄εμάς˙ μίαν τρίχαν δεν έχασαν. Τέτοια ευλογία ήταν. Το ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν από τόνα μέρος κι από τ’ άλλο περίπου από τρακόσοι πενήντα, όλο τ’ άνθος…»[36]

Οι συνταγματικοί, όμως, δεν άντεχαν την πίεση τον κυβερνητικών στρατευμάτων και πρότειναν στον Αυγουστίνο να τους επιτρέψει να φύγουν ασφαλείς στη Στερεά. Η πρόταση, παρά την αντίθετη γνώμη κάποιων ακραίων στοιχείων του κυβερνητικού στρατοπέδου, έγινε δεκτή και στις 12 Δεκεμβρίου οι πολιορκούμενοι συνταγματικοί αναχώρησαν. Δυο φάλλαγες 2.000 περίπου ανδρών – στη μέση οι πληρεξούσιοι κι ο Κωλέτης – πήραν το δρόμο για την Κόρινθο. Στο Άργος επανήλθε πρόσκαιρα η ησυχία, το σπίτι όμως του Μακρυγιάννη φαίνεται πως καταστράφηκε. «…ο Καλλέργης εις τ’ Άργος», γράφει λίγο αργότερα, « κι οι σύντροφοί του δεν μ’ άφησαν ούτε στάχτη εις το σπίτι μου[37]. Και μας καταδίκασαν όλους εις θάνατον, διατί δεν σταθήκαμεν εις τ’ Άργος να μας σκοτώσει ο Αυγουστίνος Καποδίστριας»[38].

«Μακρυγιάννης» του Γιώργου Αγγελόπουλου, χαλκογραφία με καλέμι.

Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Άργος με τα στρατεύματα των συνταγματικών στις 26 Μαρτίου 1832. Οι κάτοικοι βγήκαν και τους «καρτέρεσαν με δάφνες»[39]. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Παρά όμως την κυβερνητική αλλαγή στο Ναύπλιο, τα πράγματα δε βελτιωθήκαν. Οι γαλλικές λόγχες, που έφερε ο Κωλέτης εξασφάλιζαν την τάξη στην πόλη, η συμπεριφορά τους, όμως, απέναντι στους Έλληνες ήταν προκλητικά περιφρονητική. Ήταν φανερό ότι δεν εγγυώντο πλέον την τάξη, αλλά ασκούσαν πολιτική. Έξω από τα τείχη της πόλης βασίλευε η αυθαιρεσία των στρατιωτικών. Το Άργος είχε παραδοθεί στη διάκριση του φοβερού Θεοδωράκη Γρίβα, ο οποίος νεμόταν τις προσόδους του.

 Μέσα σ’ αυτή τη γενική αναρχία το Σεπτέμβριο του 1832 συστήθηκε στο Άργος μια Στρατιωτική Επιτροπή, για να κατανείμει τα συγκεντρωμένα στην Αργολίδα στρατεύματα στις διάφορες επαρχίες, αφενός για να τηρήσουν την τάξη και αφετέρου για να συντηρηθούν.

 «…πήγαμεν εις Άργος και συστήσαμεν μίαν στρατιωτική επιτροπή δια να κονομήση τ΄ αναγκαία των ανθρώπων και να βάλη τα σώματα εις χωριά. Διορίσαμεν τον Κολοκοτρώνη, τον Νότη, τον Κριτζώτη, τον Τζόκρη, τον Στράτον, τον Τζαβέλα, τον Χατζηχρήστον και μέρασαν το κάθε σώμα εις χωριά. Διόρισαν κι εμένα εις τα χωριά της Κόρθος», σημειώνει ο Μακρυγιάννης[40].

Η στάση των γαλλικών στρατευμάτων είχε εξοργίσει όλους τους στρατιωτικούς, εκτός από τον Μακρυγιάννη, ο οποίος φανατικός οπαδός της τάξης – ή μάλλον της τάξης του Κωλέτη εκείνη την εποχή – είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό τους παρά τη γενική κατακραυγή εναντίον τους.

«Τ ̉Ανάπλι», γράφει, «πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ό,τι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν και τ’ άλλα μέρη της πατρίδας. Αυτήνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν. Χάριτες τους χρωστάγει η πατρίδα αυτηνών των γενναίων αντρών, και γκενεραλαίων κι αξιωματικών, γκενεράλ Γκενώ και γκενεράλ Κορβέ κι αλλουνών»[41].

Στα τέλη του 1832 στο Άργος, εν αναμονή της άφιξης του βασιλιά, είχε συγκεντρωθεί πλήθος άτακτων στρατευμάτων. Ο Κωλέτης με τη συνδρομή των αντιπρέσβεων των Μεγάλων Δυνάμεων έστειλε στο Άργος 4 λόχους του 21ου Γαλλικού Συντάγματος Πεζικού με 2 κανόνια με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να εκκενωθούν χώροι για την υποδοχή βαυαρικών στρατευμάτων. Στην πραγματικότητα όμως η μεταφορά αποσκοπούσε στην επέκταση του κυβερνητικού ελέγχου. Για το σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν και άλλοι 4 γαλλικοί λόχοι από τη Μεσσηνία  με επικεφαλής  το συνταγματάρχη Stoffel.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν εκρηκτική και το μίσος κατά των Γάλλων αβυσσαλέο. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί από τους άτακτους του Τσόκρη και του Κριεζιώτη. Έτσι η 4η Ιανουαρίου του 1833 εξελίχτηκε στην πλέον αποφράδα ημέρα για το Άργος. Τριακόσιοι περίπου άνθρωποι – αθώοι άμαχοι, κυρίως  γυναικόπαιδα – υπήρξαν τα θύματα της γαλλικής αντίδρασης[42].

Ο Μακρυγιάννης, που την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο Ναύπλιο, υπερβάλλει και πάλι το ρόλο του.

«Σε λίγες μέρες», γράφει, «ανταίνει ο Κριτζώτης κι ο Τζόκρης εις τ’ Άργος και είχαν ένα σώμα μεγάλο – και οι Φρατζέζοι ολίγοι. Και τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα περίπου από τριακόσιοι. Τότε μου είπε η Διοίκηση και πήρα τον Ντεληγιώργη και Δανήλη Πανά και πήγαμεν κι ανταμώσαμεν  τους γκενεραλαίους κι άλλους αξιωματικούς και τους μιλήσαμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκίμασαν όλα τα μέλη της κυβερνήσεως και οι πληρεξούσιοι κι όλοι οι κάτοικοιτ’ Αναπλιού δι’ αυτό το τρελό κίνημα αυτηνών των ανόητων, όπου πάντοτες ταράττουν την ησυχίαν, και ήμαστε βοηθοί τους όλοι μας. Τότε ησύχασαν˙ και ήρθαμεν όλοι μαζί εις το Ανάπλι – και αν κάμη χρεία να τους χτυπήσωμεν όλοι. Όμως εκείνοι οι γενναίγοι ήρωες διαλύθηκαν κακώς κακού…»[43].

Όμως  τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και όλα δείχνουν – μόνο ο Μακρυγιάννης ίσως δεν το είδε – ότι οι Γάλλοι περίμεναν την αφορμή των ατάκτων για να την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Και μόνον όταν η γαλλική φρουρά του Ναυπλίου τον αφόπλισε άρχισε να κατανοεί κάπως την κατάσταση, αλλά και τότε η οργή του εντοπίζεται μόνον στον αφοπλισμό των οπλαρχηγών. «Ποίον βάρβαρον έθνος», λέγει διαμαρτυρόμενος στον κομαντάτη της πιάτζας, «έκαμε όσα κάνει το γαλλικόν έθνος σ’ εμάς τους Έλληνες; Όλους μας έκαμαν άτιμους και άναντρους και μας ξαρματώνουν με την δύναμή τους και μας κάνουν γυναίκες…»[44].

Ο εύπιστος ρουμελιώτης αγωνιστής ενθουσιάζεται με την άφιξη του βασιλιά.

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι ανασταίνεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβημένη», γράφει εν είδει ημερολογίου στα Απομνημονεύματά του. «Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμεν με την δύναμη του θεού. Δόξα νάχη το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε πολυέλαιγε, πολυέσπλαχνε! Τα 1833 Γενάρη 18 άραξε εις τ’ Ανάπλι…»[45].

Η απογοήτευση όμως δε θα αργήσει να’ρθει. Του πρότειναν να μπει στη Χωροφυλακή υπό την αρχηγία του Γάλλου σαινσιμονιστή Graillard και να βάλει τα «στενά». «Ούτε εις την οδηγίαν του Γραλλιάρη μπαίνω”, τους είπα ʺούτε τα φορέματά μου βγάζω”. Τότε σαν δεν θέλησα να μπώ εις αυτήνη την ΄πηρεσία, πήρα την άδεια και με την φαμελιά μου πέρασα εις την Αθήνα, ότι είδα ότι του κάκου κοπιάζαμεν. Και η  δυστυχία εμάς και της πατρίδα μας»[46].

Ήταν τέλη Μαΐου του 1833. Ο Μακρυγιάννης δεν θα ξαναγυρίσει πλέον στον αργολικό κάμπο. Μπροστά του ανοίγονται νέοι ορίζοντες , νέοι αγώνες για την πατρίδα και τη θρησκεία.

Οι συνεχείς αναφορές στις εμφύλιες συγκρούσεις είναι πράγματι απογοητευτικές. Όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα στην ταραγμένη περίοδο 1823- 1833 και φαίνεται πως τα πράγματα, κάτω από την πίεση συγκεκριμένων αναγκών και συμφερόντων, δεν μπορούσαν να εξελιχτούν διαφορετικά. Οι ισχυροί πρόκριτοι του Μοριά κυρίως και δευτερευόντως της Ρούμελης φιλοδοξούσαν να πάρουν τη θέση του απερχόμενου Τούρκου τιμαριούχου και υπό αυτήν την προοπτική ήταν φυσικό να νιώθουν ως άμεση απειλή τη λαϊκή απαίτηση για διανομή των εθνικών γαιών.

Οι στρατιωτικοί ηγέτες διεκδικούσαν μεγαλύτερο ρόλο στη διεύθυνση των υποθέσεων της εξεγερμένης πατρίδας από εκείνο που ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν. Οι πλούσιοι προύχοντες των ναυτικών νησιών με δοσμένη την αγγλική οικονομική και πολιτική υποστήριξη απαιτούσαν τον πρώτο λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ οι πολιτικοί, σχεδόν όλοι ετερόχθονες, προσπαθούσαν να επικρατήσουν κτίζοντας διαρκώς νέες συμμαχίες και ισορροπίες. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα του ανταγωνισμού και των παθών δεν έμενε χώρος για αγίους και είναι σφάλμα να εξιδανικεύουμε πρωταγωνιστικές μορφές του αγώνα, είτε ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι αυτός είτε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης ή οποιοσδήποτε άλλος.

Αντίθετα, όπως απαιτεί ο ποιητής, το έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό. Ίσως τότε μόνον μπορέσει κι η ιστορία να επιτελέσει το σκοπό της, δηλαδή να διδάξει. Και το Άργος κομβικό γεωπολιτικά σημείο της επαναστατημένης Ελλάδας, ήταν φυσικό να γνωρίσει τις συνέπειες της επανάστασης και του εμφυλίου σπαραγμού. Τις καταστροφές του Καχαγιάμπεη, του Δράμαλη και του Ιμπραήμ ήλθαν να συμπληρώσουν οι λεηλασίες των Μανιατών και των άταχτων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων. Παρά όμως τις συνεχείς συμφορές είναι αξιοσημείωτη η πίστη των κατοίκων σε ένα καλύτερο αύριο και η ευκολία με την οποία ξανάκτιζαν τη ζωή, πριν ακόμη πάψουν τα ερείπια να καπνίζουν.

Κώστας Δανούσης

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

Υποσημειώσεις


[1] Γεωργίου Σεφέρη, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης» στο Δοκιμές, εκδ. Ίκαρος, τ. Α’, Αθήνα 1984, σελ. 228-263 και ειδικότερα 228.

 [2] Βασική έκδοση των απομνημονευμάτων του είναι: Αρχεία Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Εκδίδονται επιμέλεια Ιωάννου Βλαχογιάννη. Β’, Αρχείον του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, 1907. Έκτοτε το έργο είδε πολλές επανεκδόσεις. Στην περίπτωσή μας χρησιμοποιείται η έκδοση Α. Καραβία, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά (χ.τ.χ.), σελ. 16. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η εξαίρετη εισαγωγή του νεαρού τότε ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά (σ.θ’-λζ’).

[3] «Ήτανε πολλά άξιος και γενναίος ο Γώγος…», ό.π., σ. 32-5,39.

[4] Ό.π., σ. 11.

[5] Σπύρου Ασδραχά, «Δύο μαρτυρίες από την Τουρκοκρατία», Επιθεώρηση Τέχνης, 5 (1957), και ό.π., σ. κδ’.

[6] Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα, Στοχασμός Μακρυγιάννη, χειρ. Παναγιώτη Ζωγράφου, Εικονογραφία του Εικοσιένα, εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι 1976, και της ίδιας «Εικονογραφία του Αγώνα», στο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο πολεμιστής και συγγραφέας. Καθημερινή. Επτά ημέρες, 8.6. 1997, σ. 16 – 21.

[7] Ό.π., σ. 13.

[8] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986, και Γιώργου Γιαννακόπουλου, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη. Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003.

[9] «Ήταν ο Κιαμίλμπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι οι Τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων», ό.π., σ. 13-14. Εδώ, βέβαια, τίθεται και το ζήτημα της περιουσίας του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

[10] Κώστα Δανούση – Γεωργίου Καραβίτη, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα 1997,σ.26

[11] Ό.π., σ. 94.

[12] Ό.π., σ. 30-31.

[13] Ό.π., σ. 16.

[14] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα. Εισαγωγή, κείμενο, σημειώσεις Άγγελου Παπακώστα. Πρόλογος Λίνου Πολίτη, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983. Βλέπετε επίσης Αθανασόπουλου, «Τα νυχτερινά απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη», στον τόμο Πράματα και οράματα στρατηγού Μακρυγιάννη, σειρά Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 30, Αθήνα 1994, σ. 11- 43.

[15] Ό.π., σελ. 67.

[16] Ό.π., σ. 191, 204 επόμ. Επίσης Ελευθερίου Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά στην Αργολίδα, εκδ. Αετός.

[17] Ό.π., σ. 133.

[18] Ό.π., σ. 133.

[19] Ό.π., σ. 134.

[20] Ό.π., σ. 135.

[21] Ό.π., σ. 143,158.

[22] Ό.π., σ. 144.

[23] Ό.π., σ. 144.

[24] Ό.π., σ. 147.

[25] «Την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία και η πατρίς κατάντησε η παλιόψαθα των ατίμων». Ό.π., σ. 175.

[26] Ό.π., σ. 180.

[27] Ό.π., σ. 204.

[28] Ό.π., σ. 216.

[29] Ό.π., σ. 216, 304.

[30] Ό.π., σ. 285.

[31] «Είκοσι έξι μήνες έκαμα σ’ αυτήνη την ΄πηρεσίαν…» Ό.π., σ. 302.

[32] Ό.π., σ. 304.

[33] Ό.π., σ. 307.

[34] Ό.π., σ. 313.

[35] Ό.π., σ. 314.

[36] Ό.π., σ. 315 – 316.

[37] Για το σπίτι του Μακρυγιάννη κατά τη διαμονή του στο Άργος υποστηρίχθηκε ότι ήταν ανατολικά από το ναό του Αγίου Ιωάννου και το αντίστοιχο κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Βλέπετε Β. Δωροβίνη, «Το σπίτι του Μακρυγιάννη», Οικολογία και Περιβάλλον, Φεβρουάριος 1984, σ. 19, και του ίδιου «Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος», Νέα Εστία, τχ. 1448 (1.11.1987), σ. 1439-1440. Το ζήτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό για παραπέρα έρευνα και συζήτηση.

[38] Ό.π., σ. 320.

[39] Ό.π., σ. 319.

[40] Ό.π., σ. 328.

[41] Ό.π., σ. 323.

[42] Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη, «Η εν Άργει σφαγή κατά το 1833», Παρνασσός, 14 (1891), σ. 37 επόμ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος διαμέσου των αιώνων, Αθήναι 1996, σ. 297 – 301, και Κώστα Δανούση, «Η σφαγή του Άργους (1833). Η απολογία της Στρατιωτικής Επιτροπής». Δελτίον Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, 50 (1992), σ. 196 – 200.

[43] Ό.π., σ. 329 – 330.

[44] Ό.π., σ. 331.

[45] Ό.π., σ. 339.

[46] Ό.π., σ. 352.

Διαβάστε επίσης:

 


Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »