Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή «Φραγκοκλησιά»)


Τέμενος. Ναύπλιο, Β’ Οθωμανική περίοδος (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Ο Λαμπρυνίδης μαρτυρεί ότι πιθανώς στη θέση αυτή να προϋπήρχε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1389) γυναικεία μονή του Δυτικού δόγματος, προτείνοντας την ταύτισή της με μονή η οποία αναφέρεται στη διαθήκη του Δούκα των Αθηνών Nerio Acciaiuoli, του έτους 1394. Πάντως, σε άλλο σημείο ο Λαμπρυνίδης αναφέρει ότι στη θέση αυτή υπήρχε «αρχαίος ενετικός ναός». Η σημερινή μορφή του μνημείου παραπέμπει σαφώς σε τέμενος, που η τοπική παράδοση αποδίδει στη χήρα του Αγά Πασά, Φατμέ, η οποία φέρεται να το ανήγειρε στη μνήμη του συζύγου της μετά τον αιφνίδιο θάνατό του. Σε πηγές του 19ου αιώνα μαρτυρείται ως «τέμενος Ιτς Καλέ» («τέμενος του εσωτερικού φρουρίου»), από την τουρκική ονομασία της Ακροναυπλίας, λόγω του ότι το τέμενος ήταν κτισμένο στις βόρειες κλιτύες της.

Το 1839, με τη μεσολάβηση του βασιλιά Όθωνα, ο Δήμος Ναυπλίου παραχώρησε το τέμενος στην Καθολική Εκκλησία*, για τις εκκλησιαστικές ανάγκες των τριακοσίων περίπου Ελλήνων και ξένων Καθολικών – κυρίως των Βαυαρών στρατιωτών που ανήκαν στην ακολουθία του βασιλιά. Ο Όθωνας αφιέρωσε το ναό στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σε ανάμνηση της μεταμόρφωσης της Ελλάδας μετά την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς.

Κατόπιν ορισμένων επισκευών, τα εγκαίνια του ναού έγιναν το 1840. Το κτίσμα αυτό φέρει έντονες ομοιότητες με το Βουλευτικό, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς τη δόμησή του, με τη διαφορά ότι είναι κτισμένο σε μικρότερη κλίμακα. Είναι προσανατολισμένο στα νοτιοανατολικά, προς τη Μέκκα, έχει βαριές αναλογίες και χαμηλό ημισφαιρικό τρούλο. Είναι δομημένο κατά την ισόδομη λαξευτή τοιχοποιία.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Όσον αφορά στο εσωτερικό του, αξίζει να αναφερθεί η λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret**, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών. Ο ναός κοσμείται επίσης από ελαιογραφία που φέρει παράσταση της Αγίας Οικογένειας (Sacra Famiglia), αντίγραφο του έργο του Ραφαέλο. Ο πίνακας αποτελεί δωρεά του βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου (1843).

Βορειοδυτικά του ναού υπάρχει υπόγεια θολωτή κρύπτη, βάθους 3μ., προγενέστερη του τεμένους, η οποία χρησίμευε ως δεξαμενή. Το 1839 συγκεντρώθηκαν στην κρύπτη τα οστά των φιλελλήνων καθώς και των Βαυαρών στρατιωτών της ακολουθίας του Όθωνα οι οποίοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 και 1834 και είχαν ενταφιαστεί αρχικά στο παλαιό νεκροταφείο του Ναυπλίου, κοντά στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων.

Δυτικότερα του ναού υπήρχε οθωμανικό λουτρό, ισόγειο μετά την απόδοση του ναού στους Καθολικούς μετασκευάστηκε σε πρεσβυτέριο και σε εκθεσιακό χώρο κειμηλίων και βιβλίων, με την προσθήκη ορόφου. Η τοιχοποιία του είναι παρόμοια με αυτήν της Καθολικής Εκκλησίας, του Βουλευτικού και του ισογείου του μεντρεσέ. Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου είναι καλή. Κατά καιρούς έχουν πραγματοποιηθεί μικρής κλίμακας εργασίες συντήρησης του ναού, ενώ η κρύπτη έχει αναστυλωθεί. Επίσης, ο πίνακας με την παράσταση της Αγίας Οικογένειας έχει συντηρηθεί το 1989 και η «αψίδα Τουρέ» το 2002.

 

Αναστασία Βασιλείου

  

Υποσημειώσεις


* Να σημειωθεί ότι ο Καθολικός Ναός λειτουργεί συνεχώς από το 1839 έως τις ημέρες μας.

** Εις μνήμη της δράσης των Γάλλων Φιλελλήνων κατά την ελληνική επανάσταση.

 

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

 

Read Full Post »

«Τριανόν» (ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου)


Τέμενος, Β’  μισό 16ου αι.

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το παλαιό τζαμί στην πλατεία Συντάγματος αποτελεί ίσως το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του β’ μισού αιώνα στην πόλη. Βρισκόταν  στη συνοικία του του Μεγάλου Βεζίρη ή στη συνοικία του χανιού του Σουλτάν Αχμέτ (φαίνεται ότι και οι δύο πήραν το όνομά τους από κάποιο τέμενος). Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί , η πλούσια πόλη του Ναυπλίου διέθετε πολλά τεμένη, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία δεν προέρχονταν από μετατροπή χριστιανικού ναού. Ο ίδιος περιηγητής αναφέρει δύο τεμένη με μεγάλους μιναρέδες στην αγορά της πόλης. Πιθανότατα το ένα από αυτά ήταν το γνωστό σε μας «Τριανόν». Ο Εβλιγιά δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία στο τέμενος αυτό, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα απλό, λιτό τέμενος, επαρχιώτικης τεχνοτροπίας, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφιερώματα ή διακοσμήσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα τεμένη της Πελοποννήσου.

Το τέμενος* μετατράπηκε κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας σε χριστιανικό ναό του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο. Κατά τη διάρκεια της Β’ Οθωμανικής περιόδου χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την απελευθέρωση στέγασε το πρώτο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων.

Το 1915 μετατράπηκε σε ωδείο και θέατρο, για να γίνει αργότερα δημοτικός κινηματογράφος με την επωνυμία «Τριανόν», μια επωνυμία με την οποία είναι γνωστό το μνημείο στους κατοίκους. Σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκθέσεων. Για τη μορφή του τεμένους περισσότερα στοιχεία αντλούμε από τις απεικονίσεις των Ευρωπαίων περιηγητών, ιδιαίτερα από την υδατογραφία του G. Haubenschmidt της Οθωμανικής περιόδου.

Το Παλαιό Τζαμί είναι ένα κτίριο με απλή ορθογωνική κάτοψη, το οποίο καλύπτεται από σχεδόν οκταγωνικό τρούλο. Το τέμενος, υπερυψωμένο στην αρχική του φάση, διέθετε μικρή αυλή στα δυτικά, που δεν σώζεται σήμερα, στην οποία οδηγούσε κλίμακα. Η είσοδος έχει κιονοστήρικτο προστώο που στεγάζεται από τρεις τρουλίσκους.

Πέντε θύρες στα δυτικά οδηγούν από το προστώο στον κεντρικό χώρο. Η τετράγωνη αίθουσα προσευχής στεγάζεται από τον μεγάλο κεντρικό τρούλο μέσω ημιχωνίων. Το χαμηλό τύμπανο του κεντρικού τρούλου διατρυπούν συμμετρικά διατεταγμένα μονόλοβα παράθυρα. Παράθυρα ανοίγονται σε όλες τις όψεις του μνημείου. Όλα τα παράθυρα ήταν μονόλοβα, τοξωτά.  Η συνήθης διάταξη είναι στην κάτω στάθμη τέσσερα ανοίγματα σε βόρεια και νότια όψη (αρκετά εκ των οποίων είναι σήμερα κλεισμένα ή τροποποιημένα) και δύο στην ανατολική όψη. Στην άνω στάθμη υπάρχουν τριάδες ανοιγμάτων, εκ των οποίων το μεσαίο είναι μεγαλύτερο και στέκει ψηλότερα από τα δύο εκατέρωθεν. Σήμερα υφίσταται μόνο το μεσαίο σε κάθε όψη, ενώ τα μικρότερα είναι φραγμένα.

Για τα υπερώα που πιθανότατα υπήρχαν καθώς και για τη μορφή και τον τύπο των κλιμακοστασίων δεν μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες, δεδομένου ότι, κατά τη μετατροπή του τεμένους σε θέατρο, προστέθηκε μεσοπάτωμα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η τοιχοποιία είναι κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα στο τύμπανο του τρούλου και σε επιλεγμένα σημεία (λ.χ. στην όψη του προστώου).

Η υπόλοιπη τοιχοποιία είναι από αδρά πελεκημένους λίθους, μικρού σχετικά μεγέθους, με παρεμβολή τεμαχίων οπτόπλινθου, όπως συμβαίνει και στα μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία της περιοχής. Στις γωνίες χρησιμοποιούνται καλά πελεκημένοι λίθοι, κυρίως πωρόλιθοι, ενώ τα περιθυρώματα όλων των ανοιγμάτων είναι ιδιαίτερα προσεγμένα στην όψη, με χρήση σχεδόν αποκλειστικά πωρόλιθου. Στην αρχική του φάση το τέμενος δεν φαίνεται να διέθετε άλλους χώρους πέραν των κυρίων. Αν και επρόκειτο για επαρχιακό τέμενος, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή για τα μέτρα της εποχής και της περιοχής όπου χτίστηκε.

Οι βασικές αρχές της οθωμανικής αρχιτεκτονικής τηρήθηκαν με ευλάβεια, ενώ δόθηκε και προσπάθεια για μια αρμονία στην αρχιτεκτονική έκφραση, όπως θα ταίριαζε σε μια πόλη φημισμένη όπως το Napoli di Romania των Βενετών.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, κατά τη Β’ Ενετοκρατία το τέμενος μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, δωρεά του Βενετού αρχιστράτηγου Φραγκίσκου Μοροζίνι στο φραγκισκανικό τάγμα, το 1687. Σε αυτή μάλλον τη φάση κλείσθηκαν ορισμένα από τα ανοίγματα, ιδιαίτερα στους πλάγιους τοίχους και πιθανότατα για καθαρά στατικούς λόγους. Κατά προτεραιότητα κλείστηκαν τα μικρά ανοίγματα, ενώ διατηρήθηκαν τα παράθυρα της ανώτερης στάθμης. Μετά την Απελευθέρωση (1828-1833), το κτήριο στέγασε το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων και κατόπιν – για μικρό διάστημα – αποτέλεσε μητροπολιτικό ναό του Ναυπλίου.

Στην υδατογραφία του Haubenschmidt** το μνημείο φαίνεται σε αυτή του τη φάση. Το προστώο και η δυτική αυλή αφέθηκαν ως είχαν, ενώ στον ανατολικό τοίχο το μιχράμπ διαπλατύνθηκε, ώστε να σχηματιστεί η αψίδα του ιερού βήματος στο πάχος του τοίχου. Δυστυχώς δε μας σώζονται στοιχεία για το μιναρέ. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τη θέση του, είναι δε πιθανό ο αρχικός να κατεδαφίστηκε από τους Ενετούς στην περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας.

 

Γεώργιος Τσεκές

 

Υποσημείωση


* τέμενος το [témenos] : 1α. ιερός χώρος που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα. β. χώρος μουσουλμανικής λατρείας· τζαμί. 2. (μτφ.) ίδρυμα αφιερωμένο στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, όπως π.χ. πανεπιστήμιο, ωδείο κτλ.: Iερό ~ των Mουσών. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη).

** Έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

 

 

Read Full Post »

H Οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα


 Επιμέλεια έκδοσης: Έρση Μπρούσκαρη

Έκδοση Υπουργείου Πολιτισμού – Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών  Αρχαιοτήτων.

Αθήνα 2009.

H Οθωμανική αρχιτεκτονική στην ΕλλάδαΈνας θαυμάσιος τόμος, προϊόν συλλογικής δουλειάς, αφιερωμένος στην οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα κυκλοφορεί από το Υπουργείο Πολιτισμού. Για τον τόμο συνεργάστηκαν η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, οι Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, οι Εφορείες Νεώτερων Μνημείων, οι Υπηρεσίες Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων, καθώς και άλλοι επιστημονικοί συνεργάτες. Στόχος της έκδοσης είναι η ανάδειξη του οθωμανικού μνημειακού πλούτου στην Ελλάδα, καθώς και η προβολή του σημαντικού έργου προστασίας και συντήρησης που έχει πραγματοποιηθεί από τις υπηρεσίες του ΥΠΠΟ σ’ αυτό το αξιόλογο πολιτιστικό μας απόθεμα. Ο τόμος περιλαμβάνει εισαγωγικά άρθρα, που αφορούν στον οθωμανικό πολιτισμό, 191 περιγραφικά λήμματα των πλέον αντιπροσωπευτικών οθωμανικών μνημείων, θρησκευτικών και κοσμικών, φωτογραφίες και σχέδια. Τα κείμενα παρέχουν πλούσιο ιστορικό υλικό για την παρουσία και τη δράση του οθωμανικού στοιχείου στον ελλαδικό χώρο και προσφέρουν μία ολοκληρωμένη εικόνα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων.

Τα μνημεία που περιλαμβάνονται στον τόμο καλύπτουν μια ευρύτερη περίοδο, από το 14ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι σελίδες 121 – 133 είναι αφιερωμένες στην οθωμανική αρχιτεκτονική στο Άργος και στο Ναύπλιο.

  

Από την εισαγωγή του βιβλίου, Έρση Μπρούσκαρη


 […] Ο κατάλογος που ακολουθεί δεν είναι εξαντλητικός, κατεβλήθη ωστόσο προσπάθεια να είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικός, τόσον όσον αφορά τα είδη των κτηρίων όσο και τις περιοχές της Ελλάδος, στις οποίες αυτά βρίσκονται. Ακόμη, προκειμένου να αποκτήσει ο αναγνώστης μια συνολική εικόνα της αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής, κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθούν στον παρόντα τόμο όχι μόνον κτήρια αμιγώς οθωμανικά ως προς τη λειτουργία ή την αρχιτεκτονική τους, όπως π.χ. τζαμιά, ιμαρέτ, χαμάμ, τεκέδες κ.λ.π., αλλά και κάστρα, γεφύρια, χάνια ή κατοικίες που ήσαν σε χρήση από όλο τον πληθυσμό.
Ο τόμος διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελείται από τρία εισαγωγικά κεφάλαια, εκ των οποίων το πρώτο δίνει ιστορικές πληροφορίες για την Οθωμανική αυτοκρατορία γενικά αλλά και για τον ελλαδικό χώρο ειδικά, ενώ τα επόμενα αναφέρονται στα χαρακτηριστικά της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. […]

Το κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής εισάγει ουσιαστικά τον αναγνώστη στο κύριο, δεύτερο, μέρος όπου περιγράφονται τα μνημεία ανά γεωγραφική περιοχή. Σε αρκετές περιπτώσεις προτάσσεται ένα κατατοπιστικό σημείωμα για τις πόλεις στις οποίες αυτά βρίσκονται, και τη συγκρότησή τους κατά την Οθωμανική περίοδο. Πολύτιμος αρωγός στο οδοιπορικό αυτό ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος κατά τον 17ο αιώνα ταξίδεψε στις πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μας έδωσε την περιγραφή πολλών μνημείων. Όσο κι αν η μαρτυρία του έχει θεωρηθεί υπερβολική ή μη ακριβής σε κάποιες περιπτώσεις, πάντως αποτελεί πλούσια δεξαμενή πληροφοριών, η οποία σε συνδυασμό με άλλες πηγές, ιστορικές, αρχειακές, αρχαιολογικές κ.λ.π., μας βοηθά στην ταύτιση και χρονολόγηση μνημείων.

Προσπαθήσαμε ώστε τα λήμματα των μνημείων να έχουν ενιαία μορφή, και να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Έτσι το κάθε λήμμα περιλαμβάνει ιστορικά στοιχεία (όπου υπάρχουν), χρονολόγηση, αρχιτεκτονική περιγραφή, αλλά και τις κυριότερες επεμβάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης που έχουν γίνει σε αυτά, καθώς και αναφορά στις νέες χρήσεις που έχουν αποκτήσει αρκετά μνημεία, προκειμένου να ενταχθούν στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή του τόπου.

Ο τόμος κλείνει με ένα χρονολόγιο, ένα γλωσσάρι για τους αρχιτεκτονικούς κυρίως όρους που χρησιμοποιούνται στο κείμενο και πιθανόν να δυσκολέψουν τον μη ειδικό αναγνώστη, και, τέλος, με την παράθεση της βιβλιογραφίας. […]

Ευχαριστούμε το Υπουργείο Πολιτισμού και την Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, για την δωρεά δύο τόμων στην βιβλιοθήκη μας.

 

Read Full Post »

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)


 

Karl von Heideck

Karl von Heideck

Γερμανός στρατιωτικός, γεννημένος στη Λορένη. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Μονάχου και το 1826, με υπόδειξη του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ήλθε στην Ελλάδα και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής εράνων στο Ναύπλιο. Πολέμησε με το βαθμό του συνταγματάρχη στον Πειραιά στον στρατό του Καραϊσκάκη. Επί Καποδίστρια έγινε φρούραρχος Ναυπλίου και διαδέχθηκε τον Φαβιέρο στη διοίκηση του τακτικού στρατού. Φρόντισε για την επισκευή ερειπωμένων φρουρίων, ίδρυσε οπλοστάσιο στο Ναύπλιο και συνέβαλε στην ίδρυση της Σχολής Ευελπίδων. Το 1829 αρρώστησε και επέστρεψε στην Βαυαρία. Ενημέρωσε πλήρως τον Λουδοβίκο για την κατάσταση του στρατού στην Ελλάδα, για τις συχνές ταραχές και τις καταχρήσεις, γεγονός που επηρέασε άμεσα τον Λουδοβίκο στο σχεδιασμό των επιλογών του στο ζήτημα της διάλυσης των ατάκτων.

Με την κάθοδο του Όθωνα διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας και τάχθηκε υπέρ της εκτέλεσης του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Λίγο πριν από την ενηλικίωση του Όθωνα επέστεψε στο Μόναχο και προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου. Τα απομνημονεύματα του Εϊδεκ δημοσιεύτηκαν το 1900 στο περιοδικό «Αρμονία». Τον συναντάμε και με τα ονόματα Έϊντεκ, Άιντεκ, Χάιδεκ και Χαϊδέγγερ.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο ελληνικός στρατός το 19ο αιώνα», τεύχος 70, 15 Φεβρουαρίου 2001.
  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

Read Full Post »

Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος – Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Σύμφωνα με τοπική παράδοση, το τέμενος* αυτό κτίστηκε από έναν πλούσιο Οθωμανό αγά, τον Αγά Πασά, ο οποίος ήθελε να εξιλεωθεί για ένα στυγερό έγκλημα που είχε διαπράξει. Ο αγάς είχε σκοτώσει δύο νεαρούς από τη Βενετία που είχαν έρθει στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν το θησαυρό που είχε κρύψει κάποιος πρόγονός τους στα χρόνια της Β’ Ενετοκρατίας. Νιώθοντας όμως τύψεις για την αποτρόπαια πράξη του, λέγεται ότι έχτισε με το χρυσάφι που ανακάλυψε, τέμενος, το οποίο έμεινε γνωστό ως «τζαμί του Αγά Πασά». Ο πασάς δεν πρόλαβε να δει την αποπεράτωση του τεμένους, καθώς έπεσε από τον εξώστη του σπιτιού του την ώρα που επέβλεπε τις εργασίες.

Σύμφωνα με μαρτυρία ανώνυμου Λαγκαδινού λογίου, αρχιτέκτονας του τεμένους φέρεται να είναι ο Αντώνιος Ρηγόπουλος από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας. Επρόκειτο για ονομαστό πρωτομάστορα, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη». Πιθανώς αυτό το «μέγα ειδωλείον» να ταυτίζεται με το τέμενος του Αγά Πασά.

Το 1822, μετά την απελευθέρωση της πόλης, το τέμενος ήταν ερειπωμένο. Τον Ιούνιο του 1824 αποφασίστηκε η επισκευή του, προκειμένου να στεγαστεί εκεί η Βουλή του επαναστατημένου έθνους, βάσει σχεδίων του στρατιωτικού μηχανικού Θεοδώρου Βαλλιάνου. Υπεγράφη μάλιστα συμφωνητικό κατασκευής, πρωτοποριακό στοιχείο για την εποχή εκείνη.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1825 έγιναν τα εγκαίνια του Βουλευτικού και εδώ λειτούργησε η Βουλή των Ελλήνων έως και την άνοιξη του 1826. Αυτή υπήρξε η σπουδαιότερη χρήση του κτηρίου, και με την ονομασία «Βουλευτικό» έχει μείνει γνωστό μέχρι σήμερα.

Στις 2 Ιουλίου 1827, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων Παλαμηδίου και Ακροναυπλίας, Θ. Γρίβα και Ν. Φωτομάρα, ένα βλήμα κατέστρεψε τμήμα του τρούλου του Βουλευτικού. Μάλιστα, εκείνη την ώρα συνεδρίαζε η Βουλή, και σκοτώθηκε ο Βουλευτής Βάλτου Χρήστος Γεροθανάσης.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου, περίπου το 1937.

 

Όταν το Ναύπλιο έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους (1827-1834), υπήρχε έντονο πρόβλημα στέγης. Το Βουλευτικό, όπως και όλα τα σημαντικά κτήρια της εποχής, χρησιμοποιήθηκε στο πέρασμα του χρόνου για ποικίλους σκοπούς, ως φυλακή, δικαστήριο (όπου και έλαβε χώρα το 1834, κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας, η δίκη των οπλαρχηγών της Επανάστασης Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Δημήτριου Πλαπούτα), σχολείο, νοσοκομείο, στρατώνας, αίθουσα χορού, μουσείο και αποθήκη αρχαιοτήτων, ωδείο.

Αποτελεί χαρακτηριστικό τέμενος της επαρχιακής οθωμανικής αρχιτεκτονικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από τις βαριές αναλογίες και τον ογκώδη τρούλο του. Έχει προσανατολισμό προς τη Μέκκα και είναι μεγάλων διαστάσεων, διώροφο˙ το ισόγειο συνίσταται σε δέκα ορθογώνια δωμάτια, ενώ το τέμενος καταλαμβάνει τον όροφο.

Η πρόσβαση στο τέμενος γίνεται με κλίμακα στα βορειοδυτικά. Στην είσοδο του υπήρχε αρχικά ανοιχτό κιονοστήρικτο προστώο, το ρεβάκ, καλυπτόμενο με τρουλίσκους, το οποίο λέγεται ότι κατέρρευσε στις αρχές του 20ού αιώνα από σεισμό. Η μορφή του προστώου μαρτυρείται σε σχέδιο του L. Lange, το οποίο χρονολογείται το 1834.

Ο κυρίως χώρος του τεμένους συνίσταται σε μια τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο με οκτάπλευρο τύμπανο. Τον τρούλο περιτρέχει εσωτερικά ξύλινος εξώστης, ενώ στα δυτικά υπάρχει υπερώο. Το τέμενος είναι δομημένο κατά το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας, με υλικό δομής τον ασβεστόλιθο.

Λέγεται μάλιστα ότι οι λίθοι προέρχονται από τη Μονή Καρακαλά, που βρίσκεται 13χλμ. Βορειοανατολικά του Ναυπλίου. Κατά τις αναστηλωτικές εργασίες της δεκαετίας του 1990 αποκαλύφθηκε στο μιχράμπ τοιχογραφία με ανεικονική διακόσμηση.

Το μνημείο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Κατά τα έτη 1994-1999 πραγματοποιήθηκαν στο κτίσμα αναστηλωτικές εργασίες, που αφορούσαν μεταξύ άλλων στην αποκατάσταση του τρούλου και των τρουλίσκων, των ελκυστήρων, των δαπέδων, στην αφαίρεση των νεώτερων κατασκευών, τη διάνοιξη των κτισμένων παραθύρων, την κατασκευή νέου ξύλινου παταριού και των κλιμάκων που συνδέουν τους ορόφους. Το κτήριο σήμερα λειτουργεί ως χώρος διαλέξεων, συνεδρίων, συναυλιών κλπ. Στο ισόγειο του Βουλευτικού στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη Ναυπλίου.

Αναστασία Βασιλείου

  

Υποσημείωση

 * τέμενος το [témenos] : 1α. ιερός χώρος που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα. β. χώρος μουσουλμανικής λατρείας· τζαμί. 2. (μτφ.) ίδρυμα αφιερωμένο στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, όπως π.χ. πανεπιστήμιο, ωδείο κτλ.: Iερό ~ των Mουσών. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη).

 

Πηγή

  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς Άργους (1831-2003)

  

 

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Πληθώρα στοιχείων που προέρχονται από τα (ΓΑΚ) Γενικά Αρχεία του Κράτους,  καθώς και παλαιότερες τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες πιστοποιούν την ίδρυση και λειτουργία της Αλληλοδιδακτικής Σχολής στην Καρυά Αργολίδας. Το 1831 οι κάτοικοι με την ενθάρρυνση του Αρχιερέα Ηλιουπόλεως Άνθιμου καταφέρνουν το χωριό να αποκτήσει Αλληλοδιδακτικό Σχολείο το μοναδικό στην περιοχή της ορεινής Αργολίδας. Βάσει των εγγράφων του Υπουργείου Θρησκείας και των σχολικών φακέλων διακρίνεται η παιδαγωγική ικανότητα και η άριστη γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του αγνώστων στοιχείων δασκάλου.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Ο μισθός του είχε οριστεί από τους κατοίκους  στους εξήντα φοίνικες μηνιαίως. Από τους πρώτους μήνες της λειτουργίας της σχολής, οι κάτοικοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο δάσκαλο και ζητούν την βοήθεια της πολιτείας . Με το υπ’αριθ. 2.541/18/7/1831 διάταγμα διατέθηκαν για τον μισθό του δασκάλου τριάντα φοίνικες. Η επιχορήγηση αυτή ίσχυσε μόνο για ένα μήνα τον Αύγουστο του 1831. (εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ 21 Αυγούστου 1984 Σχολεία της περιοχής Άργους 1828-1833 του Βασίλη Κ. Δωροβίνη).

Από το καταστατικό των διδακτικών καταστημάτων Άργους προκύπτει ότι η σχολή λειτουργούσε έως τον Μάιο του 1832. Τα επόμενα στοιχεία που αφορούν το σχολείο της Καρυάς τα βρίσκουμε σε έγγραφο του 1866 που ακολουθεί. (Κάντε κλικ για μεγέθυνση)

 

Τριμηνιαίος έλεγχος.

Τριμηνιαίος έλεγχος.

Είναι ένας τριμηνιαίος έλεγχος που υπογράφεται από τον δάσκαλο και διευθυντή Κωνσταντίνο Α. Παπαφλέσσα τον πρώτο Καρυώτη δάσκαλο. Από το έγγραφο αυτό παίρνουμε στοιχεία για την λειτουργία και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το δημοτικό σχολείο γενικότερα.  Οι προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της εποχής που διασώθηκαν από στόμα σε στόμα μαρτυρούν ότι το σχολείο στεγαζόταν στον προαύλιο χώρο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δυτικότερα του ναούΓια είκοσι χρόνια το σχολείο λειτουργεί με τον ίδιο δάσκαλο αλλά πλέον στεγάζεται στην οικία κληρονόμων Γεωργίου Σπανού στο κάτω χωριό. Μετά το 1886 ακολουθούν οι δάσκαλοι Παναγής Ράπτης και Παναγής Γεωργαντόπουλος από την Ακράτα Αιγείρας Κορινθίας.

Τον Ιούλιο του  1900 βγήκε σε δημοπρασία  η εργολαβία της κατασκευής του σημερινού κτηρίου του σχολείου. Χτίστηκε σύμφωνα με το σχέδιο του νομομηχανικού Δ. Καλλία και τύπου Β (μονοτάξιο σχολείο). Με το ΦΕΚ 174 13/6/1900 τεύχος3ο   Αρ.  12158 Π.Ε΄  και την υπογραφή του υπουργού Εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως Σ.Ε. Στάη εγκρίνεται η κατασκευή μονοταξίου δημοτικού σχολείου αρρένων είς το χωρίον Καρυά του δήμου Λυρκείας της επαρχίας Άργους του νομού Αργολίδος και ο προϋπολογισμός του φθάνει το ποσό των 16400 δραχμών. Η δημοπρασία θα γινόταν στο Άργος από τις 21 έως 23 Ιουλίου. Δεν αναλαμβάνει κανείς την κατασκευή του κτηρίου και η  διαδικασία επαναλήφθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους . (ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΑΣ Ξενοφώντα Χρ. Ηλία, εκπαιδευτικού).

Στο βιβλίο της αρχιτέκτονα – μηχανικού και καθηγήτριας του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Ελένης Καλαφάτη «ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ 1821-1929» Αθήνα 1988 σελίδα 178,  δεν προκύπτει  ότι διατέθηκαν χρήματα από το κληροδότημα του Ανδρέα Συγγρού  για ανοικοδόμηση σχολικών κτηρίων μέχρι το 1927. Δυστυχώς δεν υπάρχει στα ΓΑΚ Ναυπλίου φάκελος που να αφορά το σχολείο της Καρυάς και που να προσδιορίζει το ακριβές έτος που χτίστηκε το κτήριο. Υπολογίζεται περίπου στην πρώτη δεκαετία του 1900. 

Μιχαήλ Φλέσσας

Μιχαήλ Φλέσσας

Στις 30/6/1928 με την υπ’ αριθ. 179 απόφαση του ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ δίδεται έπαινος και τιμητική διάκριση στον Καρυώτη δάσκαλο Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα για το ότι επιτεύχθηκε  χάρη στη μεγάλη του προσπάθεια η ανοικοδόμηση (πιθανός η προσθήκη της αίθουσας ) του δημοτικού σχολείου Καρυάς. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται και φτάνουμε στο 1933 και στα μαθητολόγια και το διδακτικό προσωπικό που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Καρυώτη δάσκαλου Σπύρου Καραμούντζου, Λόγια Καρυάς.

Οι Καρυώτες δάσκαλοι Σπύρος Καραμούντζος  η Ελένη Παπαγεωργίου (Καραμούντζου) σύζυγος Κων/νου Παναγιωτόπουλου, οι Γεώργιος και Αλέξανδρος Παπασπυρόπουλος  υπηρετούν το σχολείο έως τον Ιανουάριο 1944 που κλείνει λόγω Γερμανικής κατοχής. Επαναλειτουργεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με 157 μαθητές και μαθήτριες και δάσκαλο τον Δημήτριο Κουγέα.  Ακολουθούν οι Μιχάλης Κλεόπας, ο Κων/νος Λάμπρου και η  Φωτεινή Φίλη έως το 1950. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται έως  το 2003 με τελευταία δασκάλα την Μαρία Μποζιονέλου.

Ελένη Γ. Καραμούντζου – Παπαγεωργίου. Η πρώτη καρυώτισσα δασκάλα.

Ελένη Γ. Καραμούντζου – Παπαγεωργίου. Η πρώτη καρυώτισσα δασκάλα.

 

Οι φωνές των παιδιών δεν ακούγονται πια, το προαύλιο άδειασε και η πορεία του σχολείου προδιαγεγραμμένη και ίδια με των υπολοίπων σχολειών της Ελληνικής επαρχίας που ερημώνει περισσότερο μέρα με την ημέρα.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

  

  • Αθουσάκης Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις Καταγράμμα, Κόρινθος, 2003.
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτήρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1829», Αθήνα 1988.
  • Δωροβίνης Βασίλειος, «Σχολεία της περιοχής Άργους», εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ, φύλλο 21ης Αυγούστου 1984.
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας», Αθήνα, 1994.
  • Καραμούντζος Σπυρίδων, «Λόγια Καρυάς», Αθήνα 2007.


Read Full Post »

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)


 

Παγκόσμια φιλοσοφική, προοδευτική και φιλανθρωπική μυστική εταιρία, η οποία είχε ρίζες στα μυστήρια της αρχαιότητας και εμφανίσθηκε υπό τη σημερινή μορφή και ονομασία κατά τον 17ο αιώνα, οπότε και αντικατέστησε τις αδελφότητες των τεχνικών οικοδομών.  

  Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο τεκτονισμός έχει ως έμβλημα την τριλογία «Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφότητα» και εργάσθηκε αδιαλείπτως για την απελευθέρωση των καταδυναστευμένων λαών. Στη συμβολή του οφείλεται η Βορειοαμερικανική ανεξαρτησία, η Γαλλική Επανάσταση, η Ιταλική Ένωση, η Ένωση της Επτανήσου κ.λ.π. Τέλος στον τεκτονισμό οφείλεται η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, της οποίας οι ιδρυτές υπήρξαν ανώτεροι τιτλούχοι του τάγματος. Από την ίδρυσή του ο τεκτονισμός περιέλαβε στους κόλπους του τις μεγαλύτερες πολιτικές, επιστημονικές, φιλολογικές και στρατιωτικές φυσιογνωμίες.

Το 1786 τέθηκε υπό την αιγίδα του Αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκου του Μεγάλου, ο οποίος και συνέταξε τα Μεγάλα Συντάγματα που διέπουν το τάγμα και ισχύουν έως σήμερα. Στην Αγγλία αρχηγός του τάγματος είναι ο εκάστοτε διάδοχος του θρόνου, στη Δανία ο βασιλιάς, κ.λ.π. Στην Αμερική σχεδόν όλοι οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας, από τον Ουάσιγκτων και έπειτα, υπήρξαν τέκτονες.

 

Ελληνική Επανάσταση


 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Η συμβολή του τεκτονισμού στην Ελληνική Επανάσταση αρχίζει έναν αιώνα πριν την έκρηξή της. Οι Στοές της Δύσης, διαφωτισμένες από τους Έλληνες λογίους, που μεταλαμπάδευσαν,  μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έγιναν κέντρα αμιγούς φιλελληνισμού. Με την άφιξη του 19ου αιώνα, το κίνημα για την απελευθέρωση της Ελλάδας απέκτησε τη μεγαλύτερη ένταση. Ήδη ο Ρήγας Φεραίος, εμπνευσμένος από τον τεκτονισμό, είχε συστήσει στη Βιέννη μυστική εταιρία αδελφοποίησης των λαών που βρίσκονταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, με σκοπό την αλληλοβοήθεια ενάντια στον κοινό τύραννο. Με αυτό το σκοπό είχε ιδρυθεί στις χώρες της Αδριατικής όμοια μυστική εταιρία κατά των τυράννων, παραφυάδα του τεκτονισμού με το όνομα BuonoCoudzinos. Υπό την επίδραση του Ρήγα συστάθηκε επίσης στη Σερβία παρεμφερής εταιρία. Το 1812 ιδρύεται από τον τέκτονα Αλ. Μαυροκορδάτο στη Μόσχα η μυστική εταιρία του «Φοίνικα» και στο Παρίσι η εταιρία της «Αθηνάς» και της «Φιλαθηναϊκής Ακαδημίας». Το 1813 αυτές τις εταιρίες διαδέχονται η «Ελληνογαλλική Εταιρία» και η «Εταιρία των Φιλομούσων», υπό την αιγίδα του τέκτονα Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά το έτος αυτό ο Διονύσιος Ρώμας ιδρύει στην Κέρκυρα την πρώτη «Εθνική Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος», στη δε Ζάκυνθο και Λευκάδα δύο ανεξάρτητες στοές, οι οποίες είχαν κύριο σκοπό την προετοιμασία των Ελλήνων για τον αγώνα της ανεξαρτησίας .*

Μετά από λίγο, περνώντας από τη Λευκάδα, ο έμπορος από την Οδησσό Εμμανουήλ Ξάνθος, μυείται στην εκεί Στοά. Λίγο αργότερα μυείται στη Στοά της Ζακύνθου ο μετέπειτα αρχιστράτηγος της ελληνικής επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το 1811 πραγματοποιείται στο Παρίσι, μετά από υπόδειξη του Ναπολέοντα Γ’, η ίδρυση αμιγώς τεκτονικής μυστικής εταιρίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας, υπό τον κόμη Σουαζέλ Γκουφφιέ και τους Χατζή Μόσχο και Ζαλίκη. Ο Ζαλίκης συμβολικώς ονομάσθηκε «Ξενοδόχος», το δε κατάστημά του «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Στην εταιρία αυτή μυήθηκαν εκτός των Ελλήνων και άπειροι φιλέλληνες τέκτονες. Κυριότερος από τους πρεσβευτές της εταιρίας αυτής ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος κατά την επιστροφή του στη Μόσχα μύησε και τον Νικόλαο Σκουφά. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα η εταιρία αυτή μεταφέρθηκε στη Μόσχα, τα δε μέλη της στο Παρίσι ίδρυσαν το «Φιλελληνικό των Παρισίων Κομιτάτον». Ήδη στις παραδουνάβιες χώρες και στην ίδια τη Ρωσία ο τεκτονισμός είχε εξαπλωθεί, πολλοί δε εξέχοντες Έλληνες πολιτικοί και έμποροι, ανάμεσά τους και ο Καποδίστριας, η οικογένεια Υψηλάντη κ.α. ήταν μέλη διαφόρων στοών.

Το 1814 ο Εμμανουήλ Ξάνθος, που επέστρεψε από τη Λευκάδα στην Οδησσό, συνδέθηκε με τους Τσακάλωφ και Σκουφά και υπέδειξε την ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας» που οργανώθηκε με βάση τις αρχές του τεκτονισμού. Η εταιρία αυτή συστάθηκε την 25η Οκτωβρίου 1814, οι πρώτοι δε που μυήθηκαν στους ανώτερους βαθμούς ήταν τέκτονες.**

Η άμεση επιτυχία της Φιλικής Εταιρίας οφείλεται σε χαρακτηριστικό γεγονός το οποίο συνέβη κατά τη λήξη του συνεδρίου της Βιέννης, όταν ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον Μέττερνιχ να ασχοληθεί το συνέδριο με τη βελτίωση της τύχης των δύστυχων Ελλήνων. Αυτός τότε του απάντησε πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ελληνικού έθνους. «Από τη στιγμή εκείνη…», γράφει στα απομνημονεύματά του ο Νικόλαος Υψηλάντης, «…στα βλέμματα των Ελλήνων διαγραφόταν η σταθερότητα μια μεγάλης απόφασης∙ και ενώ προβληματιζόταν για να βρουν τα μέσα ώστε να εκτελέσουν αυτή τη σκέψη, η οποία τους είχε απορροφήσει ολοκληρωτικά, ενστερνίσθηκαν τα ιερά μυστήρια της αδελφότητας (του τεκτονισμού) που τους ενέπνεε την απελευθέρωσή τους». Τέλος, η αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας ανατέθηκε στον τέκτονα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η απελευθερωτική δράση των τεκτονικών Στοών των Επτανήσων, των οποίων μέλος υπήρξε και ο Διονύσιος Σολωμός, εξακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης και μετά από αυτήν, με την προσάρτηση των νήσων στην Ελλάδα, στην οποία πρωτοστάτησαν.

 

Απελευθερωτικοί αγώνες

 


  

Η πρώτη*** «Μεγάλη Ανατολή» στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα ιδρύθηκε το 1867, το δε «Ύπατο Συμβούλιο» το 1872 με πρώτο αρχηγό και ιδρυτή τον Δημ. Ροδοκανάκη, ο οποίος εκλήθη  γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό από την Αγγλία. Έκτοτε συνεχίζεται η εθνική εργασία του τεκτονισμού στην Ελλάδα, με ενεργή συμμετοχή σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες, της Κρήτης, Μακεδονίας, Ηπείρου, Κύπρου, κ.λ.π. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η προσπάθεια του ελληνικού τεκτονισμού για τη βελτίωση της τύχης των αιχμαλώτων αφ’ ενός και την αποκατάσταση των προσφύγων αφ’ ετέρου υπήρξε ζωηρή και καρποφόρα. Πραγματοποιήθηκαν απ’ ευθείας συνεννοήσεις με τις τεκτονικές δυνάμεις της Τουρκίας, που είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση πολλών αιχμαλώτων και απευθύνθηκε έκκληση προς όλες τις τεκτονικές δυνάμεις του κόσμου.**** Ο τεκτονισμός υποκίνησε τον ζήλο των αμερικανικών οργανώσεων που είχαν καταφθάσει αποτελούμενες από διαπρεπείς τέκτονες αντιπροσώπους (Μοργκεντάου κ.λ.π.), τους δέχθηκε στις Στοές του επικαλούμενος τα τεκτονικά τους αισθήματα και με απ’ ευθείς συνεννοήσεις πέτυχε να συγκεντρώσει σημαντικά χρηματικά βοηθήματα για τους πρόσφυγες. Σήμερα (δηλαδή το 1930), στην Αθήνα και τον Πειραιά λειτουργούν, εξαρτώμενες από τη «Μεγ. Ανατολή της Ελλάδος», γύρω στις είκοσι  τεκτονικές στοές, πάνω από τριάντα δε στην επαρχία και κάποιες στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτος, Κύπρος), μετέχουν δε σε αυτές και πολλοί πολιτικοί, στρατιωτικοί (στρατηγοί, ναύαρχοι, ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί) και ανώτεροι κληρικοί.*****  

 

Υποσημειώσεις

 


 

* Υπήρξε δε από τότε τέτοια εθνική δράση από τις δύο αυτές στοές που ανάγκασε τον τότε Άγγλο αρμοστή της Κέρκυρας Μαίτλαντ να διατάξει τον έπαρχο Ζακύνθου Ρώσση να συλλάβει αυτούς που συνωμοτούσαν κατά της ακεραιότητας της Τουρκίας και να κατασχέσει τα αρχεία των στοών. Όταν η αστυνομία πολιόρκησε τη στοά της Ζακύνθου, ο μεγάλος δάσκαλος Διονύσιος Ρώμας διεμήνυσε στον έπαρχο Ρώσση, που ήταν ένας απλός τέκτονας μαθητής τότε, ότι τον καθιστά υπεύθυνο απέναντι στην παγκόσμια αδελφότητα, ακόμα και αν ένας μόνο τεκτονικός φάκελος ερχόταν σε χέρια μη τεκτόνων. Ο Ρώσσης πτοήθηκε και διέταξε τη λύση της πολιορκίας. Με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν τα έγγραφα, τα οποία θα πρόδιδαν την επανάσταση που προετοιμαζόταν.

** Ο Νικόλαος Υψηλάντης στα απομνημονεύματά του (σελ. 67-80) αφηγείται συγκινητικά επεισόδια για τον ξάδελφό του Κωνστ. Μάνο και τον Γ. Καντακουζηνό, οι οποίοι λόγω του πόθου τους να μυηθούν στους ανώτερους βαθμούς της Φιλικής Εταιρίας, ικέτευσαν να μυηθούν προηγουμένως στον τεκτονισμό. Ο Νικόλαος Υψηλάντης, αδελφός του Αλεξάνδρου, του Δημητρίου και του Γεωργίου, πολέμησε στο πλευρό του Αλεξάνδρου Κ. Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία ως αρχηγός του Ιερού Λόχου και φυλακίστηκε μαζί του στην Αυστρία, στο φρούριο Μούνκουτς.

***  Τεκτονική Στοά Ναυπλίου,  λειτούργησε κανονικά το 1826.

**** Όλοι οι τέκτονες στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποίησαν το πρωί της δεύτερης Κυριακής του Μαΐου 1923 επιβλητική τελετή στον Παρθενώνα και ενέκριναν το παρακάτω ψήφισμα: «Οι Έλληνες τέκτονες, οι οποίοι  συνήλθαμε στην Αθήνα, στον Παρθενώνα της Ακρόπολης, διαμαρτυρόμαστε κατά των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούν να τυραννούν και να σφαγιάζουν αθώους στον Καύκασο, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία και Συρία, με σκοπό την εξόντωση των μη τουρκικών πληθυσμών. Ως κοσμοπολίτες ανθρωπιστές, κάνουμε έκκληση στις τεκτονικές δυνάμεις της υδρογείου και τους πολιτισμένους λαούς, επικαλούμενοι τα ευγενικά τους αισθήματα για τη σωτηρία των στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων, Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων δύστυχων, των οποίων ο αναμενόμενος θάνατος είναι βέβαιος. Ζητούμε τον φιλάνθρωπο οβολό τους για τη συντήρηση των προσφύγων, των οποίων τα απαραίτητα για επιβίωση είναι ανεπαρκή».

***** Ο τεκτονισμός, ο οποίος βρισκόταν σε διάσταση με τον Καθολικισμό για καθαρά ιστορικούς λόγους, έχει αντιθέτως άριστες σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Προτεσταντισμό. Ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος και πάρα πολλοί άλλοι ιεράρχες και ανώτεροι κληρικοί είναι τέκτονες.

 

Πηγή

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος (1790-1872)


  

Ένα από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας. Διακεκριμένος νομομαθής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ήταν υπεύθυνος για τα θέματα της δικαιοσύνης, της εκκλησίας και της παιδείας. Επειδή όμως αγνοούσε ή παραγνώριζε τον τοπικό παράγοντα και την ελληνική πραγματικότητα, έφτασε σε ακρότητες ή εφάρμοσε μέτρα που δικαιολογημένα δημιούργησαν αντιδράσεις.

 

 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Βαυαρός νομομαθής και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στο Ερπολτσχάιμ και σπούδασε στη Χαϊδελβέργη και το Παρίσι. Έγινε δικαστικός, μέλος της Ακαδημίας και καθηγητής της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1829 έλαβε τον τίτλο του συμβούλου του κράτους και του ιππότη, ενώ με την εκλογή του Όθωνος ως βασιλιά της Ελλάδας ο Μάουρερ, ήρθε στο Ναύπλιο και διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας, επιφορτισμένος με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Εκκλησίας και της Παιδείας.

Από τη θέση αυτή συνέστησε το Μάρτιο του 1833 επιτροπή για τη ρύθμιση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, επιδιώκοντας να θέσει τέλος στη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε τότε στη ζωή της Εκκλησίας. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν, ύστερα από εισήγηση του Φαρμακίδη, η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελληνικής Εκκλησίας τον Ιούλιο του 1833 και η υπαγωγή της στην κρατική εξουσία.

Εμμέσως στόχος του Μάουρερ και της Αντιβασιλείας ήταν και η αποδυνάμωση των επιμέρους εξουσιών στην ελληνική κοινωνία – ανάμεσα σ’ αυτές περιλαμβάνονταν φυσικά και ο κλήρος. Τον Ιούλιο του 1834 ο Μάουρερ, μετά από σοβαρή κρίση ανάμεσα στα μέλη της Αντιβασιλείας (ήρθε σε σύγκρουση με τον Άρμανσμπεργκ, στην αγγλόφιλη πολιτική του οποίου αντιδρούσε, γιατί ο ίδιος φερόταν ως  γαλλόφιλος),  ανακλήθηκε από το βασιλιά της Βαυαρίας στο Μόναχο και το 1847 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1833, με απόλυτη μυστικότητα και χωρίς να ειδοποίηση το υπουργικό συμβούλιο, υπέγραψε μαζί με τον Άμπελ τη διαταγή σύλληψης του Κολοκοτρώνη και των συντρόφων του.     

Πέθανε στο Μόναχο σε ηλικία 82 ετών, αφήνοντας πίσω του ικανό για την Ελλάδα νομοθετικό έργο, καθώς και μια τρίτομη συγγραφή «περί των εθίμων των Ελλήνων» (1843).

  

Στο βιβλίο του Δημήτρη Φωτίαδη διαβάζουμε:

  

[…] Μάουρερ. Ο πιο καπάτσος από τους αντιβασιλιάδες που μας έστειλε ο Λουδοβίκος στάθηκε ο Γεώργιος φόν Μάουρερ, σύμβουλος της επικρατείας στη Βαυαρία και καθηγητής στα νομικά στο πανεπιστήμιο του Μονάχου. Είτανε 43 χρονών, επαρμένος και σχολαστικός. Όσο σπάταλος ο Άρμανσπεργκ, τόσο τσιγγούνης αυτός. Λογάριασε πως στεκόταν μία μοναδική ευκαιρία να οικονομήσει, από τον πλούσιο μισθό του, όσα μπορούσε πιότερα λεφτουδάκια νάχει να τα χαίρεται άμα θα γύριζε στη Γερμανία. Είταν όμως δουλευτής. Από τα ξημερώματα ίσαμε βαθειά τη νύχτα βρισκόταν αδιάκοπα βυθισμένος στα χαρτιά του σκαρώνοντας βουνά διατάγματα και νόμους, σίγουρος πώς άμα τους αποχτούσαμε με μιάς θα ευτυχίσουμε.

Αδιαφορούσε βέβαια αν είτανε ή όχι φτιαγμένοι πάνω σε μέτρα που ταίριαξαν στα δικά μας˙ μέσα στη σχολαστική σοφία του δεν καταδέχτηκε να το ξετάσει. Τους μαστόρευε, καθώς λέει ο Μέντελσον  Μπαρτόλντυ (Γερμανός ιστορικός), για «Νεφελοκοκυγίαν τινά, όπως θα ωνόμαζεν αυτήν ο Αριστοφάνης». Στο μίσος που έτρεφε ο βαυαρέζος αυτός χαρτογιακάς ενάντια στους ήρωες της λευτεριάς μας, χρωστάμε πολλά απ’ όσα ακολούθησαν[…].

Αν κ’ έμεινε τόσον καιρό στον τόπο μας και τον κυβέρνησε κ’ έφτιασε σωρούς τους νόμους για να ευτυχίσουμε, τόσο τον είχε μάθει, ο σοφός αυτός άνθρωπος, που φεύγοντας έγραψε στο βιβλίο του πώς η Ελλάδα…βγάζει ζάχαρη, χουρμάδες και καφέ! (Μάουρερ op. cit. τ. β’, σ. 256-257) […].

  

Πηγές


  •  Ανωνύμου, «Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος», Ιλισσός, τομ. 4 Αρ. 24, Αθήνα, 1872.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου2000.
  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού, 7ο Ε.Γ./5, «Η δίκη των στρατηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα», ταξίαρχου Γεωργίου Καραμπατσόλη.

 

 

 

Read Full Post »

Δαναοί (μυθολογία)


 

Η Λιβύη κόρη του Έπαφου και βασίλισσα της ομώνυμης χώρας, γέννησε με τον Ποσειδώνα δίδυμους γιους τον Αγήνορα και τον Βήλο. Ο Αγήνωρ αναχώρησε για τη Φοινίκη όπου ίδρυσε βασίλειο και έγινε γενάρχης μιας μεγάλης γενιάς. Ο Βήλος πήρε το βασίλειο της Αιγύπτου, παντρεύτηκε την κόρη του Νείλου Αγχινόη και απέκτησε κι αυτός δίδυμους γιους τον Αίγυπτο και τον Δαναό, στον οποίο έδωσε το βασίλειο της Λιβύης, τον δε Αίγυπτο όρισε για διάδοχό του. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, πενήντα κόρες ο Δαναός.

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αίγυπτου στην πατρική κληρονομιά. Θέλοντας να συμφιλιωθούν, ο Αίγυπτος πρότεινε στον Δαναό να νυμφευθούν οι γιοι του τις πενήντα κόρες του.

Εκτός από τις διαφορές για τα όρια των κρατών τους, ο Δαναός απέρριπτε κατηγορηματικά την πρόταση του αδελφού του να νυμφευθούν οι ανεψιοί του τις πενήντα κόρες του, θεωρώντας τους αιμόμικτους αυτούς γάμους ανόσια πράξη.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι είχε πάρει χρησμό από έναν Αιγύπτιο μάντη, πως θα θανατωνόταν από έναν γιο του αδελφού του. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του, και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα.

Με τις οδηγίες της Αθηνάς ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορον (πενηντάκωπο πλοίο) την Δαναΐδα,[1] και παίρνοντας τις κόρες του αναχώρησε με προορισμό το αργολικό λιμάνι: «Δαναός τους Αιγύπτου παίδας δεδοικώς, υποθεμένης Αθηνάς αυτώ ναύν κατεσκεύασε πρώτος και τας θυγατέρας ενθέμενος έφυγε»[2]

Έτσι εκπληρώθηκε μια ακόμη προφητεία που είχε δώσει ο Προμηθεύς στην πρόγονο του Δαναού Ιώ«Πέμπτη μετά από αυτόν (τον Έπαφο) γενιά γυναικεία, με τις πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθη, των ξαδέρφων γάμο συγγενικό για να ξεφύγει˙ κι αυτοί ξεφρενιασμένοι από τον πόθο, σαν τα γεράκια θα ριχτούν ξοπίσω σε περιστέρες, κυνηγώντας γάμους αταίριαστους.»[3]

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ της γενιάς των Ιναχιδών, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να πάρει την εξουσία, αφού του έκανε γνωστή την καταγωγή του. Ο γέροντας και χωρίς διάδοχο Γελάνωρ έφερε αντιρρήσεις, με την επέμβαση όμως του αργειακού λαού του παρεχώρησε τον θρόνο.

Είχε προηγηθεί μια πάλη μεταξύ λύκου και ταύρου, προστάτη μιας αγέλης βοδιών, που έβοσκε μπροστά στα τείχη (Παυσαν. Κορινθ. 19, 3). Στην πάλη αυτή νικητής αναδείχθηκε ο λύκος. Οι Αργείοι που είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν, ταύτισαν τον ταύρο με τον Γελάνορα, και έκριναν ότι ο μοναχικός λύκος αντιπροσώπευε τον ξενόφερτο Δαναό.

Αφού έγινε κύριος του Άργους ο Δαναός, έχτισε την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού. Στην κορυφή της έχτισε ναό προς τιμήν του Λαρισαίου Διός, όπου τοποθετήθηκε ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) του θεού. Στην πόλη θεμελίωσε ναό προς τιμή του Λυκείου Απόλλωνος, γιατί πίστευε ότι ο θεός αυτός έστειλε τον λύκο εναντίον του κοπαδιού των βοδιών.

Σε λίγο καιρό κατέπλευσε ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του, και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι αιμόμικτοι γάμοι. Ο Δαναός προσποιήθηκε ότι δέχεται. Αφού έγινε κλήρωση για να γνωρίζει ο κάθε νέος ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές. Ο Δαναός παράθεσε και συμπόσιο, όπου για πρώτη φορά εψάλη ο Υμέναιος.

Τη νύχτα όμως του γάμου ο Δαναός, κατατρυχόμενος ακόμη από το φόβο της εκπληρώσεως του χρησμού, έδωσε σε κάθε κόρη του ένα εγχειρίδιο με την εντολή να θανατώσουν τους συζύγους στον ύπνο τους. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν και πραγματοποίησαν την πατρική προσταγή.

Δύο όμως από αυτές, δεν μπόρεσαν να υψώσουν δολοφονικό χέρι και να βάψουν το ξίφος με το αίμα των εξαδέλφων – συζύγων τους. Η Ρόδη (ή Βεβρύκη) σύζυγος του Ιππόλυτου και η Υπερμνήστρα που είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της Λυγκεύς την σεβάστηκε είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας κατά τον Αισχύλο, δεν τον θανάτωσε. Από το χέρι του Λυγκέα βρήκε τελικά τον θάνατο ο Δαναός, και έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του Αιγύπτιου μάντη.

Ο Δαναός όρισε με νόμο, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας «ποιητική αδεία» τους Έλληνες ως μίαν ολότητα: «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πρίν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν᾽ Ελλάδα».[4]

Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν από το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με εντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια». Στον νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμβρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους, και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των θηλυσπόρων απογόνων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων και ο Παλαμήδης. Ένας ακόμη ο Ηρακλής, θα γινόταν ο λυτρωτής του καρτερόθυμου Τιτάνα Προμηθέα, όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει στην Ιώ: «Απ’ τη σπορά της (της Υπερμνήστρας), κάποιος αντρειωμένος άντρας θα γεννηθεί, δεινός τοξότης που απ’ τα πάθη αυτά θα με λυτρώσει»[5]

Η εγκατάσταση του αγλαόθρονου Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος, υπήρξε ευεργετική και συνέβαλε σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του υπάρχοντος εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους, στους οποίους υπήγαγαν θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Καθιέρωσαν την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια. Δίδαξαν την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια. Η αργείτικη γη ξαναζωντάνεψε, με την ανόρυξη φρεάτων και με τα αρδευτικά έργα που δίδαξαν στους Αργείους ο Δαναός και οι κόρες του. Όπως μας πληροφορεί ο Στράβων,

 «έχει όμως και πολλά φρέατα τα οποία οφείλει στην ευτυχή ανακάλυψη των θυγατέρων του Δαναού. Διά τούτου δε αναφέρουν στον στίχο (του Ησιόδου): «το Άργος ήταν στερημένο από νερό, αλλά χάρις στις Δαναΐδες απέκτησε και κατέστη ένυδρο».[6]

Αύξησαν επίσης τον φυτικό πλούτο, με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους. Με τα έργα αυτά αρδεύτηκε η διψασμένη αργολική πεδιάδα και πλουτίσθηκε, ώστε να ονομασθεί για την γονιμότητα και την πολυφορία της ούθαρ αρούρης (μαστάρι της γης) από τον Όμηρο.

Οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους Δαναό, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς, και κόσμησαν τον τάφο του με λαμπρό μνημείο το οποίο ονόμασαν «Πλίνθιον», ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:

 «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα».[7]

Οι Δαναΐδες λατρεύτηκαν σαν νύμφες των πηγών. Παρά τον εξαγνισμό τους όμως, όπως αναφέρει μια μεταγενέστερη παράδοση, στον Άδη καταδικάστηκαν με την αιώνια τιμωρία να γεμίζουν με νερό έναν πίθο χωρίς πυθμένα: «Εις τον των Δαναΐδων πίθον υδροφορείν» έλεγε μια αρχαία παροιμία, για αυτούς που οι προσπάθειες που κατέβαλαν για να πετύχουν κάτι, απέβαιναν μάταιες.

Από τις πενήντα Δαναΐδες ξεχωριστή θέση στην Αργολική Μυθολογία παίρνουν η Υπερμνήστρα και η μητέρα του πρώτου Ναυπλίου Αμυμώνη.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Κατά τον Αθ. Σταγειρίτη η ναυς του Δαναού ονομαζόταν «Αργώ». Ο ίδιος θεωρεί πιθανό από αυτήν την πρώτη Αργώ να πήρε το όνομά της και η μεταγενέστερη της Αργοναυτικής εκστρατείας: «Ωνομάσθη δε ως είρηται από του ναυπηγού Άργου ή από της πόλεως Άργους ή επειδή εναυπηγήθη, ως η ναύς του Δαναού, Αργώ καλουμένη και εκείνηּη επειδή είχε Αργείους ηγεμόνας….»  (Ωγυγία βιβλ. Θ’ σελ. 143)

[2] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β, 12.

[3] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 864-870, εκδ. Κάκτου, μετ. Τάσου Ρούσσου.

[4] Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9.

[5] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 882-885, εκδ. Κάκτου, μετ. Τ. Ρούσσου.

[6] Γεωγραφικά, Η, 371, 8, Εκδ. Πάπυρος, μετ. Κ. Αραπόπουλου: «φρεάτων δ’ ευπορείν α ταις Δαναΐσιν ανάπτουσιν ως εκείνων εξευρουσών αφ’ ού και το έπος ειπείν τούτο «Άργος άνυδρον εόν, Δαναοί θέσαν Άργος ένυδρον»

[7] Παυσανίου, 10,10, 2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «Ηρώων δε εισίν αι εικόνες, Δαναός μέν ισχύσας των εν Άργει μέγιστον, Υπερμνήστρα δε α τε καθαράς χείρας μόνη των αδελφών».


Read Full Post »

Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.)


Έλληνας ή εξελληνισμένος Λυδός που έτρεφε βαθύ σεβασμό και θαυμασμό προς τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Περιηγητής και συγγραφέας περιηγητικών κειμένων, καταγόμενος από την περιοχή της Λυδίας* στη Μικρά Ασία. Το δεκάτομο έργο του Ελλάδος Περιήγησις,** το οποίο σώζεται ολόκληρο, αποτελεί πολύτιμη πηγή αρχαιογνωσίας, καθώς καταγράφει και διασώζει τα μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας στο σύνολό τους. Αγάλματα, πίνακες, τάφοι, ναοί, παραδόσεις, έθιμα και προϊόντα, όλα περνάνε από τη γραφή του, η οποία με εξαίρετο ύφος αποδίδει την πραγματικότητα του ελληνικού χώρου και μαρτυρά την ελληνική ζωή της κλασικής εποχής.

Παυσανίας, Pausaniae Graeciae descriptio, Βιβλίο 2, 3, Leipzig 1899.

Παυσανίας, Pausaniae Graeciae descriptio, Βιβλίο 2, 3, Leipzig 1899.

Ταξίδεψε σε όλο τον ελληνικό χώρο και ουσιαστικά συγκρότησε τη βάση της αρχαιολογικής γνώσης.*** Παράλληλα με την παρατήρηση, ο Παυσανίας επεκτείνεται και στο ζήτημα της συνείδησης, καθώς αναφέρεται τόσο στις λαϊκές παραδόσεις όσο και στα γράμματα, παραδίδοντας έτσι μια πολύτιμη σύνθεση για την κλασική ελληνική γραμματεία και τέχνη.

Το ύφος του είναι λιτό και ακριβές. Ταξίδεψε**** επίσης και στην Ιταλία, τη βόρεια Αφρική και τη Συρία. Στέκεται κριτικά απέναντι στην παρακμή της σύγχρονής του Ελλάδας και αποδίδει στους καταστροφικούς εμφυλίους πολέμους καθώς και στον Φίλιππο Β΄ την αιτία για την παρακμή του κλασικού ελληνικού κόσμου.

Ο Παυσανίας αποτελεί ουσιαστικά τη βασική πηγή και το σημείο αναφοράς του κλασικού ελληνικού πολιτισμού και εκεί πάνω στηρίχθηκε η αναβίωση του κλασικού ιδεώδους της σύγχρονης Δύσης. Ένας ξένος μελετητής του, ο Τζέιμς Φρέιζερ (Frazer), ο οποίος παρήγαγε μια από τις διάφορες αγγλικές μεταφράσεις του έργου, θεωρεί ότι τα ερείπια της Ελλάδας, χωρίς τον Παυσανία, θα ήταν ένας απρόσιτος λαβύρινθος και ένα αίνιγμα χωρίς απάντηση.      

 

Ελλάδος Περιήγησις


«Η Ελλάδος Περιήγησις», είναι ένα οδοιπορικό με το οποίο ο Παυσανίας ξεναγεί τον αναγνώστη στην Πελοπόννησο, Αττική, Βοιωτία και Φωκίδα. Μνημονεύονται όλα τα αξιοθέατα – αγάλματα, ζωγραφικοί πίνακες, τάφοι, ιερά και καταγράφονται παραδόσεις. Υπάρχουν επίσης μακροσκελείς ιστορικές παρεκβάσεις, γίνεται μνεία πόλεων, ποταμών και οδών, τις οποίες ακλούθησε ο Παυσανίας, και καταγράφονται ιδιότυπα έθιμα ή δεισιδαιμονίες.       

Το έργο του χωρίζεται σε 10 βιβλία και σώζεται ακέραιο:

Βιβλίο 1: Αττικά

Βιβλίο 2: Κορινθιακά

Βιβλίο 3: Λακωνικά

Βιβλίο 4: Μεσσηνιακά

Βιβλίο 5: Hλιακών Α

Βιβλίο 6: Ηλιακών Β

Βιβλίο 7: Αχαϊκά

Βιβλίο 8: Αρκαδικά

Βιβλίο 9: Βοιωτικά

Βιβλίο 10: Φωκικά, Λοκρών Οζόλων

 

Η πρώτη έκδοση του Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις»


Μάρκος  Μουσούρος

Μάρκος Μουσούρος

Η πρώτη έκδοση του μοναδικού έργου του Παυσανία, που έφτασε ως τις μέρες μας με τον τίτλο Ελλάδος Περιήγησις, κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου στην Βενετία το1516, δηλαδή δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Άλδου, μια εποχή που το εργαστήρι του είχε περάσει στα χέρια του πεθερού του Andrea d’ Asola.  Την εκδοτική επιμέλεια είχε αναλάβει ο πιο σημαντικός συνεργάτης του Άλδου και σπουδαιότερος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης, ο Μάρκος Μουσούρος, κάτοχος της έδρας των ελληνικών στη Βενετία.

 

Η απήχηση της «Περιήγησις», 16ος – 17ος αιώνας


Ο 16ος και ο 17ος αιώνας είναι τα χρόνια της λαμπρής κυριαρχίας της Περιήγησις.  Πολλαπλές εκδόσεις και επανεκδόσεις επιβάλλουν το έργο ως αυθεντικό πρότυπο αρχαιογνωστικής περιγραφής και οδηγούν, παράλληλα, σε ένα θεαματικό εύρος νέος αναγνωσμάτων.  Ήδη στα 1517, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της editioprinceps ο Stefano Negri, μαθητής του Χαλκοκονδύλη και διάδοχός του στην έδρα των ελληνικών στο Μιλάνο, δημοσίευσε ένα είδος λατινικού reader’s digest  της Περιήγησης, ως παράρτημα των Ηρωικών του Φιλόστρατου.  Πρόκειται για ένα εκκεντρικό όσο και σχολαστικό διάλογο ανάμεσα στον συγγραφέα τον Χαλκοκονδύλη (+1511) και τρεις νεαρούς σπουδαστές των ελληνικών με αντικείμενο τους σπουδαστές του Παυσανία.  Σκοπός του εκτενέστατου αυτού διδακτικού έργου (350 σελίδες σε 8o) είναι να αποδείξει ότι η Περιήγηση είναι ένα πολύτιμο εκπαιδευτικό βοήθημα και ταυτόχρονα ένας πανδέκτης αρχαίας λογιοσύνης.  Η ανάγνωση της μπορεί να φωτίζει ποίκιλα σκοτεινά σημεία της ελληνικής μυθολογίας, ιστορίας και τοπογραφίας και να τα παρουσιάσει εύληπτα, υπό την μορφή εκπαιδευτικού ταξιδιού.  Η έκδοση περιλαμβάνει και εκτενέστατο εισαγωγικό ευρετήριο, ένα πρώιμο πλοηγό στο σύνθετο κείμενο του Παυσανία.

 

Χρονολόγιο


  

110 μ.Χ. περ.

Γεννιέται ο Παυσανίας στην περιοχή της Μαγνησίας του Σιτύλου, που βρίσκεται βόρεια της Σμύρνης και νότια της Περγάμου.

140 -180

Περιηγείται πολλές περιοχές της Μεσογείου, πιο συγκεκριμένα τον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία, τη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Ιταλία.

160 περ.

Επισκέπτεται την Αθήνα την εποχή του Ηρώδη του Αττικού. Ύστερα από λίγο χρόνο ολοκληρώνει και εκδίδει το έργο του «Αττικά», μια ταξιδιωτική περιγραφή της Αττικής.

173

Έχει ήδη ολοκληρώσει τα έργα του «Κορινθιακά», «Μεσσηνιακά» και «Λακωνικά». Παράλληλα έχει ξεκινήσει τη συγγραφή των «Ηλειακών».

174

Ξεκινά τη συγγραφή των «Αρκαδικών».

175-176

Ολοκληρώνει τα έργα του για τη Βοιωτία και τη Φωκίδα.

210 περ.

Ο Ρωμαίος Κλαύδιος Αιλιανός χρησιμοποιεί τη συνολική έκδοση των έργων του περιηγητή, γεγονός που φανερώνει ότι ήδη είχε πραγματοποιηθεί συνολική έκδοση του έργου.

6ος αι.

Ο Στέφανος Βυζάντιος χρησιμοποιεί τη συνολική έκδοση του έργου Ελλάδος Περιήγησις.

9ος – 1ος αι.

Το έργο αντιγράφεται από παλαιούς παπύρους σε περγαμηνές στην Κωνσταντινούπολη.

1453

Μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας, Έλληνες λόγιοι μεταφέρουν αντίγραφα του έργου στη Δύση.

1516

Το έργο του Παυσανία τυπώνεται για πρώτη φορά στη Βενετία από τον Άλδο Μανούτιο και με τυπογραφική επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου.

17ος – 19ος αι.

Οι Δυτικοί περιηγητές που επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο αξιοποιούν το έργο του Παυσανία, αντλώντας σημαντικές πληροφορίες για τους αρχαιολογικούς χώρους.

1854

Ο Σούμπαρτ εκδίδει το συνολικό έργο του Παυσανία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Καταγόταν από την περιοχή του όρους Σιπύλου της μικρασιατικής Μυσίας και συγκεκριμένα από την πόλη της Μαγνησίας, η οποία μετονομάστηκε σε Μανισά, βρίσκεται 32 χλμ. βορειανατολικά της Σμύρνης, όταν κατελήφθη από τους Τούρκους το 1313.

** Η πρώτη έκδοση του Παυσανία γίνηκε στη Βενετία το 1516 από τον Μάρκο Μουσούρο. Έκτοτε έγιναν επανειλημμένες εκδόσεις, που ήταν εξάλλου χρήσιμες στους πολύ νεότερους περιηγητές, και κυρίως στους λαθρανασκαφείς. Αυτοί με τον Παυσανία στο ένα χέρι και με την…αξίνα στο άλλο ρήμαξαν την Ελλάδα από τις αρχαιότητες.

*** Ο Ηρόδοτος, η πρώτη μεγάλη περιηγητική μορφή ως τον Παυσανία και τον Στράβωνα, ορίζει σκοπό της περιγραφής του «αυτά που έγιναν από τους ανθρώπους, να μη σβήσουν με τον καιρό, και μεγάλα και αξιοθαύμαστα επιτεύγματα (οικοδομήματα, ναοί κ.λπ.), εκτελεσμένα άλλα από Έλληνες άλλα από αλλόγλωσσους, να μη χάσουν τη φήμη τους». Στα ίχνη του Ηροδότου κινείται ο Παυσανίας. Ενδιαφέρεται για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που συναντά, όπως ο Ηρόδοτος. Θεωρεί (από αγάπη για τη γνώση) και περιγράφει τον τόπο, το τοπίο, τα μνημεία, τους ποταμούς, τη διαμόρφωση του εδάφους, τις καλλιέργειες, τα ήθη και τα έθιμα. Ενδεχομένως ο Παυσανίας να επηρεάστηκε και από άλλους περιηγητές, απ’ τον Διόδωρο τον Αθηναίο (έγραψε «Περί μνημάτων» και «Περί Αττικών Δήμων») και από τον Πολέμωνα (240; – 160; π.Χ.).

**** Τα ταξίδια όταν ζούσε ο Παυσανίας ήταν μάλλον ασφαλή από τους πειρατές. «Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που εκτείνονταν από τον Ατλαντικό ως τον Ευφράτη, και από τη Βόρεια θάλασσα ως τα σύνορα της Αιθιοπίας. Η Ρώμη, που είχε ανάγκη ταχύτατης επαφής με τις επαρχίες, οργάνωσε άριστο σύστημα επικοινωνιών για τη γοργή μεταφορά δυνάμεων και εφοδίων και για τη μετακίνηση των πολιτικών και στρατιωτικών διοικητών και των φοροεισπρακτόρων.

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιηγήσεις του Παυσανία», τεύχος 248, 12 Αυγούστου 2004.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Frazer, J. G., « Pausanias’ Description of Greece: Translated with a commentary by J. G. Frazer», 6 vols. New York: Biblio and Tannen, 1913.
  • Ανδρέου Α. Θεοχάρη, «Τα Κορινθιακά / Παυσανίου, μετάφρασις μετά σημειώσεων», Εν Κορίνθω: Βιβλιοχαρτοπωλείον Μιχ. Ν. Μιχαλοπούλου, 1895.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »