Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτικοί’

Μυκήνες 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από τις Μυκήνες σημειώνει:

 

Σατωβριάνδος

[… Ύστερα από μισής ώρας πορεία περάσαμε τον Ίναχο, τον πατέρα της Ιώς, της πασίγνωστης από τη ζηλοτυπία της Ήρας. Στα χρόνια τα παλιά, βγαίνοντας από το Άρ­γος και πριν τις όχθες του Ίναχου, ήταν η Πύλη της Ειλείθυιας κι ο βωμός του Ήλιου. Μισή λεύγα πιο μακριά, από την άλλη μεριά του ποταμού, ο ναός της Μυσίας Δήμητρας κι ύστερ’ απ’ αυτόν ο τάφος του Θυέστη και το ηρώο του Περσέα. Στάθηκα για λίγο στη θέση που υψώνονταν αυτά τα μνημεία ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία κι ύστερα αποχαιρέτησα την πεδιάδα του Άργους, για την οποία ο κ. Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ έγραψε αξιόλογο υπόμνημα.

Έτοιμοι ν’ ανεβούμε τα βουνά της Κορινθίας, βλέπαμε πίσω μας το Ναύπλιο. Το μέρος που ‘μαστε εκείνη τη στιγμή λεγόταν Χαρβάτι — κι από δω αφήνεις τον δρόμο για να ζητήσεις λίγο προς τα δεξιά τα ερείπια των Μυκηνών, που ο Τσάντλερ τα ‘χε προσπεράσει γυρίζοντας από το Άργος. Σήμερα τα ερείπια αυτά γίναν πασίγνωστα από τις ανασκαφές που ‘καμε ο λόρδος Ελγίνος περνώντας από την Ελλάδα. Ο κ. Φωβέλ τα περιέγραψε στις Αναμνήσεις του κι ο κ. ντε Σουαζέλ – Γκουφφιέ έχει τα σχέδιά τους.

Πριν από τους περιηγητές αυτούς ο αβάς Φουρμόν είχε κάνει λόγο για την πόλη των Μυκηνών, που την είχε ιδεί κι ο Ντυμονσώ. Περάσαμε μια περιοχή με ρείκια. Ένα στενό μονοπάτι μάς έφερε σ’ αυτά τα ερείπια, που είναι σχεδόν όπως ήταν στον καιρό του Παυσανία, γιατί δύο χιλιάδες διακόσα ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που οι Αργείοι κατάστρεψαν τις Μυκήνες. Είχαν φθονήσει τη δόξα που ‘χε αποκτήσει η πόλη αυτή επειδή είχε στείλει σαράντα πολεμιστές στις Θερμοπύλες να πεθάνουν μαζί με τους Σπαρτιάτες.

Αρχίσαμε πρώτα από τον λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα, ένα κυκλικό μνημείο κάτω από τη γη, που δέχεται το φως από τον θόλο και που δεν έχει τίποτα το αξιόλογο εκτός από την απλότητα της αρχιτεκτονικής του. Μπαίνεις από ένα όρυγμα που καταλήγει στη θύρα του τάφου, που την κοσμούν παραστάδες από γαλαζωπό συνηθισμένο μάρμαρο από τα γειτονικά βουνά. Ο λόρδος Ελγίνος άνοιξε το μνημείο αυτό και το καθάρισε από τα χώματα που το ‘χαν φράξει εσωτερικά. Μια μικρή πόρτα οδηγεί από τον κυριότερο θάλαμο σ’ άλλον, μικρότερο, που, όταν τον εξέτασα, καθώς δε βρήκα ίχνος τοίχου, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν ένας απλός λάκκος, καμωμένος από τους εργάτες έξω από τον τάφο.

Κι η πορτούλα εκείνη, μία ακόμα είσοδος του τάφου. Άραγε ο τάφος αυτός ήταν πάντα κάτω από τη γη, όπως οι κατακόμβες της Αλεξάνδρειας στη Ροτόντα ή υψωνόταν απάνω από το έδαφος σαν τον τάφο της Καικηλίας Μετέλλας στη Ρώμη; Είχε μια εξωτερική αρχιτεκτονική; Κι αν είχε, τι ρυθμού ήταν; Οι απορίες αυτές δε λύθηκαν ακόμα γιατί τίποτα δε βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν τον τάφο και γιατί δεν είμαστε καν βέβαιοι πως πρόκειται για τον τάφο του Αγαμέμνονα που αναφέρει ο Παυσανίας.

 

Πύλη Λεόντων.

Βγαίνοντας απ’ αυτό το μνημείο, πέρασα μια άγονη κοιλάδα, είδα τα ερείπια των Μυκηνών σε μια πλευρά των αντικρινών λόφων — και προπαντός θαύμασα μία από τις πύλες της πόλης, οικοδομημένη με γιγαντιαία κομμάτια βράχων, στηριγμένων στο ίδιο το βουνό, με το οποίο αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Δύο κολοσσιαία λιοντάρια χωρίς κεφάλια, σκαλισμένα από τις δύο πλευρές της πύλης, είναι το μόνο της στόλισμα. Στέκονται ορθά, το ένα εναντίον του άλλου, όπως τα λιοντάρια που υποστηρίζουν τα οικόσημα των παλαιών ιπποτών μας. Δεν υπάρχει πουθενά, μήτε και στην Αίγυπτο, μια τόσο επιβλητική αρχιτεκτονική, κι η έρημος, που μέσ’ απ’ αυτήν υψώνεται η πύλη, προσθέτει στο μεγαλείο της. Ανήκει στο είδος των έργων που ο Στράβων κι ο Παυσανίας αποδίδουν στους Κύκλωπες και που ίχνη τους βρίσκονται στην Ιταλία. Ο κ. Πετί – Ραντέλ βεβαιώνει πως η αρχιτεκτονική αυτή είναι προγενέστερη από την επινόηση των ρυθμών. Κι ένα παιδί ολόγυμνο, ένας βοσκός, μου ‘δειχνε μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά τον τάφο του Αγαμέμνονα και τα ερείπια των Μυκηνών.

Πιο κάτω από την πύλη αυτήν υπάρχει μια βρύση που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για τη βρύση που ανακάλυψε ο Περσέας κάτω από έναν μύκητα — και γι’ αυτό τάχα ονομάστηκαν έτσι οι Μυκήνες. «Μύκης» στους αρχαίους σήμαινε «μανιτάρι» ή «λαβή ξίφους». Κι αυτός ο μύθος για τις Μυκήνες είναι του Παυσανία. Ξαναγυρνώντας στον δρόμο της Κορίνθου, αισθάνθηκα το έδαφος ν’ αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα κι ανακάλυψα τον θόλο άλλου τάφου.

Ο Παυσανίας μέτρησε στις Μυκήνες πέντε τάφους: του Ατρέα, του Αγαμέμνονα, του Ευρυμέδοντα, του Τηλέδαμου και του Πέλοπα και της Ηλέκτρας, λέγοντας πως ο Αίγισθος κι η Κλυταιμνήστρα θάφτηκαν έξω από τα τείχη. Λοιπόν ο τάφος που ανακάλυψα εγώ ήταν πιθανώς του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας; Τον υπόδειξα στον κ. Πουκβίλ, που βέβαια θα τον αναζητήσει στην πρώτη εκδρομή που θα κάνει στο Άργος. Παράδοξη τούτη η μοίρα, αλήθεια, που μ’ έκαμε να φύγω επίτηδες από το Παρίσι για ν’ ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας …]

 

Πηγή

 


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άργος 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από το  Άργος σημειώνει:

 

François-René de Chateaubriand, 1808

[… Στις 20 Αυγούστου κατά την αυγή βρισκόμουν στο Άργος. Το χωριό που αντικατάστησε την ένδοξη αυτήν πόλη είναι πιο καθαρό και πιο ζωηρό από τα περισσότερα χωριά του Μοριά. Η θέση του είναι πολύ όμορφη, προς το βάθος του Αργολικού κόλπου και μιάμιση λεύγα απέχοντας από τη θάλασσα. Από τη μια πλευρά υψώνονται τα βουνά της Κυνουρίας και της Αρκαδίας κι από την άλλη οι ακρώρειες της Τροιζήνας και της Επιδαύρου.

Όμως, είτε γιατί μ’ είχαν κυριέψει οι θλιβεροί διαλογισμοί, που τους είχε προκαλέσει η ανάμνηση των συμφορών και των εγκλημάτων των Πελοπιδών, είτε γιατί πραγματικά έβλεπα ολόγυμνη γύρω μου την αλήθεια, η γη της Αργολίδας μου φάνηκε ακαλλιέργητη κι ερημωμένη, τα βουνά γυμνά και σκοτεινά και, με δυο λόγια, όλη η φύση γόνιμη σε μεγάλα εγκλήματα και σε μεγάλες αρετές.

Επισκέφθηκα τα λεγόμενα λείψανα των ανακτόρων του Αγαμέμνονα, καθώς και τα ερείπια του θεάτρου κι ενός ρωμαϊκού υδραγωγείου κι ύστερ’ ανέβηκα στην ακρόπολη επιθυμώντας να ιδώ και τις ελάχιστες πέτρες απ’ αυτές που μετακίνησε το χέρι του βασιλιά των βασιλιάδων. Ποιος μπορεί να καυχηθεί πως χάρηκε κάποια δόξα αν συγκριθεί με τους οίκους που ύμνησαν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης κι ο Ρακίνας; Μα κι αντίστοιχα μεγάλη είναι η έκπληξή μας όταν βλέπουμε τι λιγοστά πράγματα απόμειναν απ’ αυτούς τους οίκους.

Πολύς καιρός πέρασε από τότε που τα ερείπια του Άργους πάψαν ν’ ανταποκρίνονται στο μεγαλείο αυτής της πόλης. Ο Τσάντλερ στα 1756 τα βρήκε όπως ακριβώς τα ‘δα κι εγώ τώρα. Ούτε ο αβάς Φουρμόν στα 1746 ούτε ο Πελλεγκρέν στα 1719 στάθηκαν πιο τυχεροί. Στη φθορά των μνημείων του Άργους συντέλεσαν προπάντων οι Ε­νετοί: μεταχειρίστηκαν τα συντρίμματά τους για να χτί­σουν το φρούριο του Παλαμηδιού.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Στα χρόνια του Παυσανία υπήρχε στο Άργος ένα άγαλμα του Δία, αξιοσημείωτο για τα τρία του μάτια κι ακόμα πιο αξιοσημείωτο για τον εξής λόγο: το ‘χε μεταφέρει από την Τροία ο Σθένελος. Και, καθώς λένε, πρόκειται για το ίδιο τ’ άγαλμα που στη βάση του ο γιος του Αχιλλέα έσφαξε τον Πρίαμο. Μα το Άργος, που περηφανευόταν δείχνοντας μες στα τείχη του εκείνους που πρόδωσαν τις εστίες του Πρίαμου, ύστερ’ από λίγο έγινε παράδειγμα της μετάπτωσης των ανθρωπίνων.

Όταν βασίλευε ο Ιουλιανός ο Αποστάτης, τόσο είχε ξεπέσει από την παλαιά του δόξα ώστε εξαιτίας της μεγάλης του φτώχειας δεν μπόρεσε να συνεισφέρει για τους αγώνες στην εορτή των Ισθμίων. Ο Ιουλιανός αγόρευσε υπερασπίζοντας το Άργος κατά των Κορινθίων κι η δημηγορία του διασώθηκε στα συγγράμματά του. Πρόκειται για μια από τις πιο περίεργες σελίδες της ιστορίας των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Τέλος, το Άργος, η πατρίδα του βασιλιά των βασιλιάδων, αφού στον Μεσαίωνα έγινε κληρονομιά μιας χήρας από τη Βενετία, πουλήθηκε απ’ αυτή στην Ενετική Δημοκρατία για δια­κόσα δουκάτα τον χρόνο ισοβίως και πεντακόσια μετρητά. Το συμβόλαιο αυτό το μνημονεύει ο Κορονέλλι. Omnia vanitas! — Ματαιότης ματαιοτήτων!

Με φιλοξένησε στο Άργος ο Ιταλός γιατρός Αβραμιόττι,* που γνώρισε κάποτε τον κ. Πουκβίλ στο Ναύπλιο κι έκαμε σε μια του εγγονή χειρουργική επέμβαση για υδροκεφαλία. Ο κ. Αβραμιόττι μου ‘δειξε έναν χάρτη της Πελοποννήσου, όπου, με τη σύμπραξη του κ. Φωβέλ, είχε σημειώσει τα παλαιά ονόματα κοντά στα καινούρια. Εργασία αληθινά πολύτιμη, την οποία θα μπορούσαν να ‘χουν εκπονήσει μόνο όσοι έμεναν πολλά χρόνια στην Ελλάδα.

* [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν. Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835].

Ο γιατρός που με φιλοξένησε, πλούσιος πια τώρα, λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ιταλία. Και πραγματικά δύο αισθήματα αναζωπυρούνται στην καρδιά του ανθρώπου όσο γερνά: η πατρίδα κι η θρησκεία. Νέοι όταν είμαστε, μπορεί να ξεχνάμε τα αισθήματα αυτά, γερνώντας όμως, ξαναβλέπουμε και την πατρίδα και τη θρησκεία γιομάτες θέλγητρα και νιώθουμε πιο ζωηρή τη λατρεία που τους χρωστάμε. Κουβεντιάσαμε λοιπόν στο Άργος για την Ιταλία και τη Γαλλία για τον ίδιο λόγο που κι ο Αργείος στρατιώτης που ακολούθησε τον Αινεία θυμήθηκε το Άργος όταν πέθαινε στην Ιταλία.

Και μόνο στο τέλος αναφερθήκαμε στον Αγαμέμνονα, που τον τάφο του θα τον έβλεπα την άλλη μέρα. Κουβεντιάζαμε στο μπαλκόνι ενός σπιτιού απάνω από τον Αργολικό κόλπο — και δεν αποκλείεται από δω να ‘ριξε η φτωχή εκείνη γυναίκα το κεραμίδι που διέκοψε τη δόξα και τις τύχες του Πύρρου. Ο κ. Αβραμιόττι, δείχνοντάς μου ένα ακρωτήρι απέναντι, «εκεί», έλεγε, «η Κλυταιμνήστρα τοποθέτησε τον δούλο που θα μηνούσε την επιστροφή του ελληνικού στόλου» κι ύστερα πρόσθεσε: «Έρχεστε από τη Βενετία; Νομίζω πως κι εγώ θα ‘καμα πολύ καλά να γύριζα στη Βενετία». Την άλλη μέρα τα ξημερώματα άφησα τον εξόριστον τούτο στην Ελλάδα, και με καινούρια άλογα και νέον οδηγό πήρα τον δρόμο για την Κόρινθο …]

  

Πηγή


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δήμαρχοι  Ναυπλιέων (από 1835 έως 1998)


 

1. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ (1835-1837 και 1852-1848).

Το 1828 διετέλεσε γερουσιαστής. Υπήρξε σύζυγος  της γνωστής για την αντιοθωνική της δράση αλλά και για το φιλανθρωπικό της έργο, Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Το σπίτι τους στην τότε πλατεία Πλατάνου, τη σημερινή πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου (στη θέση του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας) υπήρξε το πολιτικό και κοινωνικό κέντρο της εποχής τους.

2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (1837-1842).

Καταγόταν από παλαιά οικογένεια του Ναυπλίου, της οποίας πολλά μέλη διακρίθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν οπλαρχηγός και πολιτικός. Ο Ιωάννης Καπο­δίστριας τον εκτιμούσε πάρα πολύ και τον αποκαλούσε «επιφανέστατον Έλληνα».

3. ΛΥΜΠΕΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1848-1852).

4. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1852-1854 και 1856-1860).

Η καταγωγή του ήταν από τη Δημητσάνα.  Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων είχε διατελέσει πρόξενος της Ιταλίας και τιμήθηκε με πολλά παράσημα.

5. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΡΑΤΟΣ (1854-1856).

6. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (1860-1862).

7. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ (1862-1862).

Ήταν κτηματίας από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας κατά την περίοδο 1856-1859. Εκλέχτηκε Δήμαρχος Ναυπλίου το 1862 αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος εναντίον του Όθωνα, που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Ναυπλιακά». Παρέμεινε στο Δημαρχιακό αξίωμα έως την εκθρόνιση του Όθωνα στις 12 Οκτωβρίου 1862. Με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη δημοτικότητά του, κατόρθωνε να μετριάζει τις διαφορές που δημιουργούνταν, κατά την ανώμαλη εκείνη περίοδο, μεταξύ Στρατιωτικών και Αστυνομικών.

8. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ (1862-1866).

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Δικηγόρος από το Ναύπλιο. Ο Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος διετέλεσε Δημοτικός Αστυνόμος και πήρε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 εναντίον του Όθωνα. Στις 13 Οκτωβρίου 1862, την επομένη της παραίτησης του βασιλέως και της ανα­χώρησής του για την Γερμανία ανακηρύχθηκε «δια βοής» Δήμαρχος Ναυ­πλιέων και παρέμεινε στο δημαρχιακό αξίωμα ολόκληρη την τετραετία 1862-1866. Εκλέχτηκε επίσης και πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

9. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΩΤΣΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1866-1878 και 1883-1890).

Ήταν γιατρός και η καταγωγή του ήταν από το Ναύπλιο. Εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ (1878-1882).

Πρόκριτος του Ναυπλίου, δικηγόρος. Το Φεβρουάριο του 1862 έγινε μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, η οποία συστήθηκε στο Ναύπλιο για την υποστήριξη του κινήματος του γνωστού ως «Ναυπλιακά»· υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Ναύπλιο, επειδή δεν ήταν μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών, που αμνηστεύθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα. Μετά την επάνοδό του εκλέχθηκε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, λίγο μετά την εκθρόνιση του Όθωνα, πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα.

11. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1891-1895 και 1895-1899).

Γιατρός από το Ναύπλιο, που πρόσφερε πολλά για την ανάπτυξη της πόλης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Εξωτερικό με την υποστήριξη της βασίλισσας Αμαλίας, επειδή ο πατέρας του Νι­κόλαος Γιαννόπουλος ήταν ράπτης στην Αυλή του Όθωνα και της Αμαλίας. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία μετά τη λήξη της θητείας του ως δημάρχου. Το τριώροφο σπίτι της οικογένειας Γιαννόπουλου που οικοδομήθηκε το 1890, παραμένει πάντα όρθιο και επιβλητικό στην πλατεία Συντάγματος, χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό δείγμα της εποχής.

12. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1903-1907 και 1907-1914).

Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι. Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε και Πρόξενος της Ιταλίας με τιμητικές διακρίσεις.

13.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ (1899-1903).

Ήταν πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Ήταν δικηγόρος, ενώ είχε διατελέσει βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος.

14. ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1914-1925).

Προερχόταν από σπουδαία Αναπλιώτικη οικογένεια επιστημόνων, πολιτικών και δημοτικών αρχόντων, που έδρασαν στο διάστημα από το 1830 μέχρι το 1940 και πρόσφεραν πολλά στην πόλη του Ναυπλίου.

15. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΟΦΡΩΝΗΣ (1925-1929).

Ήταν στρατιωτικός γιατρός. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1917-1923) και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του γενικού αρχίατρου.

16. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Θ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1929-1934 και 1945-1946).

17. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΗΝΑΙΟΣ (1934-1944).

Ήταν γιατρός και εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε βουλευτής και γερουσιαστής. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι. Συνελήφθη το φθινόπωρο του 1943 από τα στρατεύματα Κατοχής και κρατήθηκε σε στρατόπεδο ομήρων. Έξι μήνες μετά τη σύλληψή του αρρώστησε και αφέθηκε ελεύθερος, αλλά σύντομα η ασθένειά του τον έφερε στον τάφο, τον Μάϊο του 1944.

18. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΓΙΑΣ (1946-1966).

Δικηγόρος με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ως Δήμαρχος Ναυπλιέων διακρίθηκε για την πολιτιστική του δραστηριότητα. Η μακροχρόνια θητεία του στο Δήμο τιμήθηκε με χάλκινη προτομή του, που στήθηκε στην πλατεία Αρβανιτιάς.

19. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ (1967-1967), δικηγόρος.

20. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΡΟΜΑΡΑΣ (1967-1973), δικηγόρος.

21. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1973-1974), αρχιτέκτων.

22. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1974-1975).

Μετέπειτα Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Διετέλεσε Δήμαρχος Ναυπλιέων το έτος 1974, αμέσως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με την ιδιότητα ταυτόχρονα του εφέτη στο αντίστοιχο Δικαστήριο Ναυπλίου.

23. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (1975-1982), δικηγόρος.

Ήταν ανιψιός του Τάκη Καράπαυλου, του μεγάλου δωρητή του Δήμου Ναυπλιέων και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Καραπαύλων, πολεμιστών και πολιτικών από τη Μεσσηνία.

24. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΙΔΗΣ (1983-1986), μετέπειτα βουλευτής Αργολίδος, δικηγόρος Ναυπλίου.

25. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΗΛ. ΤΣΟΥΡΝΟΣ (1987-1991 και 1991-1996), πολιτικός μηχανικός και Βουλευτής Αργολίδος.

26. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΡΑΜΗΣ (1996-1998), οδοντίατρος, γόνος της μεγάλης οικογένειας του Ναυπλίου.

 

 Βίκυ Ελενοπούλου

 

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000).

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος


   

Ιωάννης Καποδίστριας

Μια ακόμη, από τις σπουδαιότερες και ουσιαστικότερες άμεσες ενέργειες του Κυβερνήτου, που αφορούσαν και στην περιφρούρηση της υγείας των κατοίκων  – κυρίως των πόλεων και των κωμοπόλεων – για την προστασία του περιβάλλοντος, «την κάθαρσιν των δρόμων, από τους όγκους των ακαθαρσιών, αι οποίαι εμόλυνον τον αέρα, τον οποίον εισέπνεεν ο λαός, προς βλάβην της υγείας του», μεταξύ των τόσων άλλων σοβαρών δραματικών γεγονότων, τα οποία καθημερινώς τον ταλάνιζαν. Αποδεικνύει τις τόσο ανθρώπινες αποφάσεις του για τον Ελληνικό λαό και την βαθιά του γνώση των επειγόντων καθηκόντων του, αμέσως μετά την άφιξή του.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1828, ο προσωρινός Διοικητής της επαρχίας και της πόλεως Ναυπλίου, έστειλε «προς τον τοποτηρητήν, τον αρχιερέα της επαρχίας και της πόλεως ταύτης, του Ναυπλίου, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου», έγγραφον, το οποίον αναφερόταν σε σοβαρό πρόβλημα: «Στην υγιεινή κατάσταση των κατοίκων και στην μόλυνση του περιβάλλοντος[i].

«Είναι τρανώς αποδεδειγμένον, ότι ο ενταφιασμός των νεκρών, εντός των πόλεων, προξενεί μεγίστην βλάβην εις τους ανθρώπους, καθ’ ό,τι δια της σήψεως, διαφθείρει τον καθαρόν αέρα των πόλεων. Επομένως είναι φρόνιμο να εμποδισθή ο ενταφιασμός, εντός  των πόλεων. Εξαιρέτως όμως είναι αναγκαίον να απαγορευθή δια την πόλιν ταύτην του Ναυπλίου, η οποία, κατ’ ατυχίαν, δεν χαίρει τόσον καθαρόν αέρα εκ φύσεως. Επομένως ο τοποτηρητής του Αρχιερέως – κατά παράκλησιν του Κυβερνήτου – έπρεπε, από του νυν και εις το εξής, να μη συγχωρεί, εις κανένα, οποιονδήποτε ιερέα, να ενταφιάσει νεκρόν, εντός της πόλεως, αλλά να μεταφέρονται έξω εις τον επίτηδες διορισμένον τόπον».

Στις 5 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έγραφε, από τον Πόρον στον Δημήτριον Υψηλάντην, για την ρύπανση των χωραφιών, όπου είχε δώσει διαταγές να σπαρούν, με το νεοφερμένο προϊόν, της πατάτας και του έδινε συγκεκριμένες εντολές, μόλις έλαβε αυτήν την ανεπίτρεπτη πληροφορία:

Στον Ιρλανδό γεωπόνο Stevenson  είχε δώσει  «διαταγήν να επισκεφθή, την ιδίαν ημέραν, την γύρω περιοχήν του Πόρου και τας απέναντι ακτάς , δια να ευρή γαίας αρμοδίους , εις την καλλιέργειαν των γεωμήλων  και άλλων προϊόντων, αναγκαίων, δια την τραγικήν κατάστασιν του λαού».

Ο γεωπόνος Stevenson  επισκέφθηκε, μεταξύ πολλών άλλων τόπων, « και την πλησίον του χωριού Μαζώματα γην. Εις τούτο το χωρίον, παρά εις κάθε άλλο μέρος, είδεν αυτοπροσώπως στρατιώτας να εκριζώνουν τα ελαιόδεντρα, προκειμένου να κτίσουν εκεί παρανόμως τα οσπήτιά των. Είδεν επίσης  εκεί τα άλογα να βόσκουν και να ρυπαίνουν τα εκεί χωράφια, τα εσπαρμένα και κατάφυτα. Με περίλυπον καρδίαν, ο ξένος αυτός, μ’ εδιηγήθη αρκετήν ώραν», γι’ αυτό το ανεπίτρεπτον γεγονός και για την καταστροφή του περιβάλλοντος όπου έγινεν αυτόπτης: «Σε αφήνω να κρίνεις, οποίαν εντύπωσιν και λύπην μ’ επροξένησεν αυτό τούτο» έγραφε ο Κυβερνήτης στον Δ. Υψηλάντη. Και του έδινε διαταγή, να εξακριβώσει σε ποιο Σώμα στρατιωτικόν ανήκαν αυτοί οι στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν σ΄ αυτήν την συγκεκριμένη ημέρα, «εις αυτό το χωρίον, και έργον σου είναι να κάμεις αμέσως εις αυτούς, την πρέπουσα παιδείαν», του έγραφε[ii].

Τον ίδιο μήνα, στις 31 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έστειλε στον «προσωρινόν Διοικητήν Αιγίνης», επίσης από την Αίγινα, άλλο έγγραφο, σχετικό με την προστασία του περιβάλλοντος[iii]:

«Διατάτεσαι να εκδώσεις διακήρυξιν, δια της οποίας ν’ απαγορεύεται το να ρίπτουν ακαθαρσίας εις τους δρόμους και πλατείας των πόλεων, αι οποίαι  εκαθαρίσθησαν, έως τώρα και εδιορθώθησαν!….» Σε διάστημα δυόμισι μηνών. Και συνέχιζε: 

«Ωσαύτως  απαγορεύεται, το ν’ αφίνουν τους χοίρους, να τρέχουν εις τους δρόμους και τας πλατείας. Αι απαγορεύσεις αύται, πρέπει  να φυλάττωνται επίσης,  και εις τους άλλους δρόμους, οι οποίοι μένουν ακόμη ακαθάριστοι και αδιόρθωτοι. Δια να προληφθή δε η στενοχωρία, η οποία θα προκύψει από τας απαγορεύσεις, οι κάτοικοι των διαφόρων μερών των πόλεων, πρέπει να υπακούσουν και εις τας διαταγάς, τας οποίας ο κύριος Θεόδωρος Βαλλιάνος – ο πολεοδόμος και μηχανικός – είναι επιφορτισμένος να ενεργήσει.

 Ο ίδιος δε  – ο Βαλλιάνος – θέλει διορίσει τας χρηματικάς ποινάς, εις τας οποίας, πρέπει να καθυποβάλλονται οι παραβάται  τούτων των διαταγών. Τα χρήματα δε αυτά, καθώς και εκείνα όσα εσύναξεν έως τώρα, από όσους παρέβησαν την διαταγήν, του να μη ρίπτουν πιστολιές και τουφεκιές, θέλουν παραδοθεί εις την επιτροπήν της Οικονομίας, τα οποία θα χρησιμεύουν εις τα έξοδα των κοινών εργασιών, δια τον καθαρισμόν εις την πόλιν της Αιγίνης….»

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Σπ. Τρικούπης, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έγραψε στον «επώνυμον πολίτην του Ναυπλίου, Δημήτριον Τσαμαδόν», στις 12 Απριλίου του 1828 από το Ναύπλιον[iv]. Ο Τσαμαδός είχε στείλει αναφορά στο Δικαστήριον του Ναυπλίου, «περί της οποίας έμελλε να επιχειρήσει οικοδομήν». Την αναφοράν του αυτή ο Διοικητής την έστειλε στον Κυβερνήτη, και η Γενική Γραμματεία, την απέστειλε στον Φρούραρχον του Ναυπλίου, «δια να δώσει την περί τούτου ανήκουσαν γνώμην του», εφόσον η οικοδομή του αυτή, θα κτιζόταν πλησίον του φρουρίου, όπου οι πολεοδόμοι, τους οποίους είχε διορίσει ο Κυβερνήτης – όπως ρητώς αναφέρεται και αλλού – είχαν λάβει διαταγή να καθωρίσουν τα ρυμοτομικά σχέδια του Ναυπλίου, προκειμένου να απαγορευθούν, οι μέχρι τότε φοβερές ρυμοτομικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες:

«Κατά τας παρατηρήσεις λοιπόν του φρουρίου τούτου – του έγραφε ο Σπ. Τρικούπης – δια να Σας δώσει η Κυβέρνησις την σχετικήν άδειαν, απαιτείται να φυλαχθούν, ως προς την οικοδομήν, οι εξής αυστηροί όροι:

Α’. Η οικοδομή να απέχει από το πρώτον τείχος –  του φρουρίου – δώδεκα πόδας γαλλικούς.

Β’. Να μην είναι υψηλότερα, του εσωτερικού τείχους, και

Γ’. Όποτε ήθελε κριθεί αναγκαίον, δια μέτρα πολεμικά, να λείψει η οικοδομή  αυτή, να κριμνίζεται με έξοδα δικά Σου!

Τούτα, Σε γνωστοποιούνται, προς οδηγίαν Σου…. Περιμένει δε η Κυβέρνησις την απάντησίν Σου, δια να Σε δώσει επομένως την άδειαν, εάν αποδέχεσαι τα προβαλλόμενα και δίδεις την περί τούτων υπόσχεσίν Σου εγγράφως, η οποία θέλει φυλαχθεί όπου ανήκει!….» [v]

Και η απάντηση του Δημητρίου Τσαμαδού, την ίδια ημέρα: Στις 12 Απριλίου 1828!….

«Προς την έξοχον Γενικήν Γραμματείαν της Επικρατείας: ελήφθη η υπ’ αριθ. 542 διαταγή της, περί της οικοδομής, την οποίαν μέλλω να κάμω, εις της οποίας τα προβαλλόμενα υπόσχομαι να φυλάξω, ως ιερά!

Όπως: η οικοδομή, να απέχει από το πρώτον τείχος δώδεκα πόδας γαλλικούς. Να μην είναι υψηλοτέρα του έσωθεν τείχους και οπόταν ήθελε κριθή αναγκαίον, δια μέτρα Πολεμικά, να λείψει η οικοδομή αυτή, να κρημνίζεται, με έξοδα ιδικά μου. Διό και παρακαλώ να μοι δοθή η ανήκουσα άδεια, περί της οικοδομής ταύτης!»[vi].

Και υπέγραφε:

«Με βαθύτατον σέβας, ο ευπειθής Πολίτης

Δ. Τσαμαδός.

Εν Ναυπλίω, τη 12 Απριλίου 1828»

Ο Δημάκης Ιερομνήμων, «πολίτης του Ναυπλίου», στις 30 Μαΐου 1828, έστειλε αναφορά, «Προς τον Έκτακτον  Επίτροπον του Τμήματος της Αργολίδος», στην οποία εξέφραζε τα παράπονά του, «δια τον υπόνομον των αναγκαίων της Εθνικής καζάρμας [vii]( = των αποχωρητηρίων), ο οποίος υπόνομος, επειδή είναι κλεισμένος, πάντοτε εκρέει, εις τον δρόμον. Οπότε και από τον καθημερινόν καπνόν και από την βρώμαν, τα πράγματα ήσαν ανυπόφορα. Δια τα αναγκαία, δεν είναι δύο μήνες, όπου επλήρωσα τέσσαρα τάλληρα· τα μεν δυο πριν έλθει το Τακτικόν Σώμα και ανοίξει την καζάρμαν, εξ ιδίων μου, οπού το εκαθάρισα. Τα δε άλλα δυο, όταν έβαλεν ο κύριος Heideck και τα εκαθάρισεν. Και δια του Διοικητηρίου τούτου –   του Ναυπλίου – υπεχρεώθην και επλήρωσα. Και μ’ όλα ταύτα, την σήμερον, άρχισεν πάλιν να εκρέει εις τον δρόμον άλλος υπόνομος, εκτός του καθαρισμένων….

«Η Διοίκησις καθημερινά φροντίζει, κατ’ αυστηράν εντολήν του Κυβερνήτου μας, και δια κηρύκων, κατ’ εντολήν του ιδίου, υποχρεώνουν τους κατοίκους της Πόλεως ταύτης, να καθαρίζουν τους δρόμους και να ανοίγουν τους υπονόμους των αναγκαίων των, δια να μη μολύνεται ο  αέρας, από τας ακαθαρσίας και η Εθνική Καζάρμα, να είναι εις αυτήν την κατάστασιν και να ενοχλεί τους πολίτας καθημερινώς….».

Παρακαλούσε το Διοικητήριον, όπως, σύμφωνα με τις κατηγορηματικές διαταγές του Κυβερνήτου, να διατάξει την εφαρμογήν τους, ώστε «να μη γίνεται τούτο ανυπόφορον και ζημιώδες, δια τους κατοίκους», έγραφε ο Δημάκης Ιερομνήμων[viii].

«Η Επιτροπή της Γενικής Διοικήσεως, του Κράτους», στις 2 Ιουλίου του 1828, από τον Πόρο, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έστειλε την ακόλουθη διαταγή, προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες[ix].

Από διάφορες πληροφορίες, που είχε «περί του τρόπου, κατά τον οποίον θεωρούνται προς άλληλα, τα διάφορα μέρη του Κράτους, μεμολυσμένα και αμόλυντα», οπότε αυτός ο διαφορετικός χαρακτηρισμός δημιουργούσε «όχι αρεστά αποτελέσματα, Διατάττει:

Α’. Τα πλοία, επιβάται και πραγματείαι, άπαντα ερχόμενα εκ Πελοποννήσου, τα υγειονομεία όλου του Κράτους, θα τα καθυπέβαλλον εις υγειονομικήν κάθαρσιν τεσσαράκοντα ημερών (40).

Β’. Τα κενά πλοία, με μόνον επιβάτας, προερχόμενα από την πόλιν  του Ναυπλίου, τα υγειονομεία, …. θα τα υπέβαλλον εις υγειονομικήν προφύλαξιν, επτά μόνον ημερών. Αυτή η εξαίρεσις της πόλεως του Ναυπλίου, είναι δικαία και πρέπουσα, δια την επιμέλειαν, κατά την οποίαν αυτή η πόλις επροστάτευσε την υγείαν της.

Γ’. Τα πλοία, επιβάται και πραματείαι, προερχόμενα εκ της νήσου Αιγίνης, καθυποβάλλονται επίσης εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν, εικοσι μιάς ημερών.

Δ’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, τα προερχόμενα εκ της νήσου Σαλαμίνος, καθυποβάλλονται εις Υγειονομικήν εκκαθάρισιν, είκοσι μιάς ημερών.

Ε’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, προερχόμενα εκ Μεγάρων, καθυποβάλλονται εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν σαράντα ημερών.

ΣΤ’. Τα επίλοιπα μέρη του Κράτους, είναι εις ελευθέραν κοινωνίαν…, ταύτα τα υγειονομικά μέτρα παύουν….,καθώς καθέν των ήδη μολυσμένων μερών, διακηρυχθή εις ευτελή κατάστασιν υγείας και άξιον της ελευθέρας κοινωνίας, με το επίλοιπον Κράτος».

Στις 2 Νοεμβρίου του 1828, ο Κυβερνήτης, με έγγραφό του, από τον Πόρο, «Προς την επί της Οικονομίας Επιτροπήν», ενέκρινε την πρόταση του εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδος, ο οποίος με αναφορά του προς αυτήν την Επιτροπή, την παρακαλούσε «να ενεργήσει των επισκευών των δυο τοίχων του κραββάτου, επί του οποίου διαβαίνει ο ποταμός Άβορος» στη Δωρίδα, ώστε να μη καταστρέφει, με τις πλημμύρες του, τις σπαρμένες περιοχές[x].

Ο Κυβερνήτης πληροφορούσε την Επιτροπή της Οικονομίας, ότι η Κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε θετικά την πρόταση, προκειμένου να προφυλάξει τον περιβάλλοντα τον ποταμόν, τόπον.

Ο προσωρινός Διοικητής Πόρου, Ν. Γκίκας, στις 30 Νοεμβρίου 1828, απηύθυνε προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος, αναφορά, με την οποία τον πληροφορούσε, για τις μεγάλες καταστροφές, που είχαν προξενήσει, στα δένδρα του νησιού τους, οι Γάλλοι ναύτες του πολεμικού δικρότου, που ήταν αραγμένο στο λιμάνι τους. Παρά το γεγονός ότι το Διοικητήριον του Πόρου, έγραψε στον Διοικητή του δικρότου, για τις καταστροφικές ενέργειες των Γάλλων ναυτών, οι οποίοι, «με τας καταχρήσεις αυτάς και τας καταστροφάς εις τα δέντρα και τους αμπελώνας των κατοίκων της νήσου, κατέστρεφον και το υγιεινόν περιβάλλον της νήσου των».

Ο Κυβερνήτης μόλις πληροφορήθηκε αυτό το δυσάρεστο γεγονός που ήταν λεπτό και επικίνδυνο, από πολλές πλευρές, με τις δικές του σωστές ενέργειες και την γνωστήν μέριμνά του, για την προστασία του περιβάλλοντος, έφερε θετικά αποτελέσματα: με τη μελετημένη διπλωματική παρέμβαση, στον κυβερνήτη του γαλλικού δικρότου.

Μία ακόμη, εξαιρετική και σημαντική, από τις πολλές ενέργειες του Κυβερνήτου, ήταν και η ίδρυση υγειονομείων, στις σπουδαιότερες πόλεις, προκειμένου να προφυλάξει και την υγεία των κατοίκων και να προστατεύσει το περιβάλλον:

Στις 8 Απριλίου 1828, «ο Κυβερνήτης της Ελλάδος διέττασε:

«Α’. Το Υγειονομείον του Ναυπλίου, ως αποτελούν μέρος της λιμεναρχίας, ανατίθεται εις την επιστασίαν του ιδίου λιμενάρχου.

Β’. Είς γραμματεύς, διατελών, υπό τον λιμενάρχην, θα εκτελεί ειδικώτερον, τα της υγειονομίας καθήκοντα.

Γ’. Ο λιμενάρχης, μετά του γραμματέως, οφείλουν να δίδουν λόγον εις την Κυβέρνησιν, δια τα αφορώντα  της υγειονομίας»[xi].  

«Ο κατά το Τμήμα της Αργολίδος, έκτακτος Επίτροπος», ο Νικόλαος Καλλέργης, στις 20 Οκτωβρίου 1828, με έγγραφό του, από το Ναύπλιον, «Προς Λιμεναρχυγειονομείον Ναυπλίου», καθώριζε τα χρέη και  τις αρμοδιότητές του[xii]. Έστελνε τα σχετικά ψηφίσματα και τις διατάξεις του Κυβερνήτου, οι οποίες απέβλεπαν, «εις την τακτικήν σύστασιν του υγειονομείου και λιμεναρχείου.

Το Λυμεναρχυγειονομείον, θα  ενεργεί τα χρέη του, με μεγάλην ακρίβειαν και προσοχήν, όπως υπαγορεύουν αι σχετικαί διατάξεις, που απέβλεπαν εις την υγιεινήν κατάστασιν των ακτών, και εις την απαγόρευσιν, της ρυπάνσεως της θαλάσσης».

Ο Κυβερνήτης, τον επόμενο χρόνο, το 1829, στις 27 Ιουλίου, έγραφε από το Άργος «προς επί των Ναυτικών μέλος του γενικού Φροντιστηρίου, ότι ο Γενικός Έκτακτος Έφορος των λιμένων, «κατ’ αίτησιν του λιμενάρχου Ναυπλίου, εζήτει να του δοθή μία λέμβος, με τους αναγκαίους κωπηλάτας, δια να επισκέπτεται τα εκεί ελλιμενιζόμενα».

Ο Κυβερνήτης έγγραφε ότι, και για την διευκόλυνση του λιμένος του Ναυπλίου, «και διότι τα ελλιμενιζόμενα  διάφορα πλοία προσορμίζονται αρκετά μακράν», ενέκρινε την αίτηση του Εφόρου, εφόσον ο ίδιος είχε διατάξει να ελλιμενίζονται, «αρκετά μακράν των ακτών», για να προφυλάξει τα παράλια από τη ρύπανση. Ο ίδιος έφορος, με νεώτερη αναφορά του, και « κατ’ αίτησιν του υγειονομολιμενάρχου Σύρας», πρότειναν να προστεθή και δεύτερη λέμβος, σ’ αυτήν την υπηρεσίαν οπότε και ο υγειονόμος και ο λιμενάρχης θα διευκολύνονταν στην εκτέλεση των χρεών τους.

Ο Κυβερνήτης παρακαλούσε την Ναυτικήν υπηρεσίαν, να ενεργήσει τα δέοντα, για την προμήθεια αυτών των λέμβων και να τον ειδοποιήσουν[xiii].

Στις 28 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς την Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης, έγγραφε στον Πρόεδρον της Γερουσίας, ότι «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου», του έστελνε τρεις αναφορές του Εκτάκτου Γενικού Εφόρου των λιμένων της Επικρατείας, του Θεοδώρου Μαθιού[xiv]:

«Η πρώτη περιείχε, το περί διοργανισμού των υγειονομικών καταστημάτων σχέδιον, το οποίον υπέβαλον εις την Κυβέρνησιν Ο Α’ Γραμματεύς, του εις Σύραν υγειονομείου Στέφανος Γρησπάρης.

Η δευτέρα διαλαμβάνει τας παρατηρήσεις του Κυρίου Αντωνίου Τζούνη, ως προς την νόσον της λέπρας, η οποία μολύνει μερικά μέρη της Πελοποννήσου και τας γνώμας του, περί των μέτρων, όσα έπρεπε να ληφθούν, προς εξάλειψιν του δεινού τούτου.

Η τρίτη αναφορά πραγματεύεται περί των υγειονομείων, των λοιμοκαθαρτηρίων της Επικρατείας, εν γένει. Περιέχει παρατηρήσεις  ακριβείς, ως προς τας απαιτουμένας μεταρρυθμίσεις και την τακτοποίησιν αυτών των καταστημάτων».

Τα έγγραφα αυτά, έγραφε ο Ν. Σπηλιάδης, θα βοηθούσαν «τας σκέψεις και τας αποφάσεις της Γερουσίας, καθ’ όσον ο κ. Αντώνιος Τζούνης, είχεν περιέλθει όλα σχεδόν τα παραθαλάσσια μέρη της Επικρατείας και παρατηρήσας αυτοπροσώπως τας διαφόρους αυτού θέσεις, ημπόρεσεν, εκ της προς άλληλα συγκρίσεως, να συνάξει τα συμπεράσματά του».

Ο Ν. Σπηλιάδης έστελνε επίσης στον Πρόεδρον της Γερουσίας, αναφοράν, του Ν. Πονηροπούλου, «αφορώσαν, την δια δενδροφυτείας διακόσμησιν,  των πέριξ του Ναυπλίου καθύγρων τόπων και τον κατ’ αναλογίαν αναδασμόν[xv], της γεωργησίμου γης, ταύτης της επαρχίας….»  

Όλα αυτά, ανέφερε τέλος ο Ν. Σπηλιάδης, επειδή αποτελούσαν «μέρος των αντικειμένων, εις τα οποία μέλλει να ενασχοληθή η Γερουσία», τα έστελνε στον Πρόεδρόν της, «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου».

Τον Αύγουστο του 1830 υπηρετούσαν στο «Υγειονομολιμεναρχείον του Ναυπλίου»: Ο λιμενάρχης Θεόδωρος Μαθιός, με 160 φοίνικες μισθόν, από τα Ψαρά, ο Στέφανος Γρησπάρης, ως υγειονόμος, με τον ίδιον μισθόν, ο αρχιφύλακας Γεώργιος Κσσιμάτης, με μισθό 128 φοίνικες, ο Γ. Καθοπούλης με τον ίδιο μισθό (εντελώς σβησμένη η θέση του), ο Νικόλαος Φ. Τζηκούνης, ως βοηθός, με 120 φοίνικες ο Κων. Μιντζάτζος φύλακας, με 40 φοίνικες, ο κωπηλάτης Σταμάτιος Σωτήρου και άλλοι τέσσαρες κωπηλάτες, με 24 φοίνικες, οι οποίοι «μη ηξέροντες να γράψουν, κάνουν το σημείον του Σταυρού»[xvi].

Το πολύπλευρο και ασύλληπτο έργο του Καποδίστρια, που αφορούσε στην προστασία του περιβάλλοντος και στα μέτρα, που έλαβε για την εξυγίανση και «καλλωπισμόν» όλων των πόλεων, για την περιφρούρηση της υγείας του λαού και τόσα άλλα, είναι τεράστιο.

Για τα μέτρα που έλαβε, όταν εκδηλώθηκε, αμέσως μετά την άφιξή του, η θανατηφόρος επιδημία της πανώλους, για την δενδροφύτευση όλης της κατεστραμμένης από τους Αιγυπτίους χώρας, για την ίδρυση νοσοκομείων, για τον καθαρισμό των δρόμων, για την υδροδότηση, για την βελτίωση της διατροφής των κατοίκων, και τόσων άλλων ακόμη, η προσφορά του δικαιολογημένα θεωρείται μεγαλειώδης και μοναδική.    

  

Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

Υποσημειώσεις


[i] ΓΑΚ. Συλλογή Βλαχογιάννη, φ. 122 αριθ.  εγγράφου 149. Προσωρινός Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, ήταν ο Ιωάννης Θεοτόκης, ΓΑΚ = Γενικά Αρχεία του Κράτους.

[ii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 25 αριθ. Εγγράφου 657.

[iii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 41, αριθ. εγγράφου 1403.

[iv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51, αριθ. Εγγράφου 542.

[v] Κανένας δεν θα μπορέσει να μην αναγνωρίσει το «μυθικό» έργο, αυτού του ανθρώπου, με τις τότε φοβερές συνθήκες: του Κυβερνήτου.

[vi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51.

[vii] Καζάρμα (λέξη ιταλική)  = ο στρατώνας.

[viii] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φ. 14 – 16 (16)

[ix] ΓΑΚ, Αρχειόν Βλαχογιάννη, Γενική Γραμματεία, φ. 81, αριθ. Εγγράφου 39. Το Διάταγμα υπέγραφαν: «Η Επιτροπή: Γεώργιος Κουντουριώτης, Ανδρέας Ζαΐμης. Επεκύρωνε το διάταγμα ο Γραμματεύς της Επιτροπής της Γενικής Διοικήσεως», ο Βιάρος Α. Καποδίστριας.

[x] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 14, αριθ. Εγγράφου 7552.

[xi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 47 αριθ. Εγγράφου 1518. Βλ. και Γεωργίου Δημακοπούλου, Η επί του αγώνος υπέρ της δημοσίας υγείας Κυβερνητική πολιτική, σ. 277 – 284, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[xii] ΓΑΚ, Γραμματεία Οικονομίας, φ. 142, αριθ. Εγγράφου 2139.

[xiii] ΓΑΚ, Γενικόν Φροντηστήριον, φ. 55, αριθ. Εγγράφου 13549.

[xiv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 224, αριθ. εγγράφου 3032.

[xv] Αναδασμός = η εκ νέου αναλογία της καλλιεργησίμου γης.

[xvi] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 142.

Read Full Post »

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος (1828-1885) 


 

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Βουλευτής και Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά και το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας ορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου.

Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γενικός  Γραμματέας  του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου του.

  

 

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.                          
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του έτους 1886», έτος Α΄, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου «Ανδρέου Κορομηλά» και «Κοραή» Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1885. 

  

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος (Μάνη 1829 – Αθήνα 1902 ή 1903)


 Παραθέτουμε  βιογραφικό σημείωμα του Αντωνίου Μαυρομιχάλη, από το Περιοδικό  «Το ΑΣΤΥ», τεύχος 2ο  της 19ης Οκτωβρίου 1885, γι’ αυτό και το κείμενο είναι γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα.

 

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών, Συνταγματάρχης Αντώνιος Μαυρομιχάλης, ανήκει στην ηγεμονική οικογένεια της Μάνης. Γιος του Αναστασίου Μαυρομιχάλη και εγγονός του μεγάλου Πετρόμπεη. Γεννήθηκε το 1829 και αφού τελείωσε με επιτυχία τις Γυμνασιακές του σπουδές, κατετάγη εθελοντικά στο Στρατό ως απλός στρατιώτης, στη διλοχία των ακροβολιστών (φουστανελοφόρων) παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Το 1851, όταν ο πατέρας του, ως Υπουργός των Στρατιωτικών παρουσίασε κατάλογο υποψηφίων προς προαγωγή, από διακριτικότητα και υπερηφάνεια δεν είχε συμπεριλάβει τον γιο του. Ο Όθωνας όμως πρόσθεσε το όνομα του νεαρού στρατιώτη ιδιοχείρως στον κατάλογο, προάγοντας αυτόν σε Ανθυπασπιστή. Μετά την προαγωγή του και επιθυμώντας να βελτιώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις μετά από εξετάσεις, εισήχθη στην Δ΄ τάξη της Σχολής Ευελπίδων, την οποία τέλειωσε αμέσως.

Το 1854, ως Υπολοχαγός, εστάλη από το Κράτος στην Γαλλία, προκειμένου να συμπληρώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις. Εκεί, έμεινε επί 2 χρόνια, υπηρετών σε κάποιο Σύνταγμα του Πεζικού. Λοχαγός επί της Μεσοβασιλείας, εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Οιτύλου στην Εθνοσυνέλευση. Η κοινοβουλευτική του αξία εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε  από την πρώτη στιγμή.

Το 1866 ο Δεληγιώργης ως Πρωθυπουργός τον παρακαλεί να δεχτεί να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών ενώ το 1867, επί Βούλγαρη, ανέλαβε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Το 1875, ο Τρικούπης, κατά την πρώτη θητεία του, του πρότεινε να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών αλλά αυτός δεν δέχτηκε, εκφράζοντας και την μεταμέλειά του γιατί στο παρελθόν είχε αναλάβει το συγκεκριμένο Υπουργείο, χωρίς να είναι ειδικός. Κατά το 1876 ο Δεληγιώργης του ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών και ως Υπουργός Στρατιωτικών χρημάτισε και επί Κουμουνδούρου, την  περίοδο της Επιστράτευσης.

Ως Υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε και τον περασμένο Απρίλιο, όπου  υπηρετεί μέχρι και σήμερα. Ασχολείται με πολλή ζήλο με τις στρατιωτικές μελέτες και πολλές φορές παίρνει το λόγο στην βουλή μιλώντας με κύρος, σαφήνεια και ευγλωττία για ζητήματα που αναφέρονται στις αρμοδιότητές του. Ιδίως, αγωνίστηκε έντονα για την πολυετή στρατιωτική θητεία. Γενικά, θεωρείται αυστηρός στο καθήκον του και ανένδοτος  στις βουλευτικές πιέσεις.

Κατά κοινή ομολογία, έδειξε ιδιαίτερη δύναμη, ενέργεια και δραστηριότητα, είναι δε ευτυχής σύμπτωση ότι υπηρετεί ως προϊστάμενος του Ελληνικού Στρατού, αυτές τις κρίσιμες στιγμές που η Ελλάδα διέρχεται, κάποιος που το όνομά του συνδέεται με οικογένεια  ένδοξη και ηρωική που θα συντελέσει στην εξύψωση των φρονημάτων του στρατού.

   

Πηγή  


  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 2, Αθήνα, 1885.

Read Full Post »

Γρίβας Θ. Δημήτριος (Ναύπλιο 1829 – Μασσαλία 1889)


 

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Στρατιωτικός και Υπουργός. Γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Από το 1769 η οικογένειά του έδρασε για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο παππούς του Δράκος Γρίβας, ο πατέρας του Θεόδωρος Γρίβας, ο θείος του Γαρδικιώτης  Γρίβας υπήρξαν πρωταγωνιστές της Ελληνικής Ιστορίας. Ο Παπαρρηγόπουλος μάλιστα αναφέρεται στην ιστορία του, ακόμη και  στον περίφημο «μυθικό οπλαρχηγό» Μπούα Γρίβα,  προπάππο του Δημητρίου.    

Ο Δημήτριος Γρίβας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Νεαρός ακόμη, εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων αλλά λόγω του υπερήφανου και ατίθασου χαρακτήρα του, αποχώρησε από την Σχολή το 1845, αφού προηγουμένως είχε υποκινήσει μαζί με άλλους γόνους σημαντικών οπλαρχηγών, στρατιωτική στάση.

Το 1850 διορίστηκε από τον Όθωνα ανθυπασπιστής της Οροφυλακής. Το 1854 πήρε μέρος εθελοντικά στην επανάσταση της Ηπείρου. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα επανήλθε στις τάξεις του τακτικού στρατού.  

Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση υπό την αρχηγία του Αρτέμη Μίχου, του Κορωναίου, του Ζυμβρακάκη κ.α.

Έδειξε μεγάλη ανδρεία και θεωρήθηκε από τους πρωταίτιους της επανάστασης – έφερε το βαθμό του υπολοχαγού – με αποτέλεσμα να  εξαιρεθεί από την αμνηστία* που δόθηκε και να καταφύγει  πρώτα στην Σμύρνη και μετά στη Γαλλία.

Επιστρέφοντας, μετά την έξωση του Όθωνα, εκλέχτηκε μέλος της Εθνοσυνέλευσης και το Απρίλιο του 1863, μετέβη, με τον Κανάρη κα τον Ζαΐμη, στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει στον πρίγκιπα τότε της Δανίας Γεώργιο, το Ελληνικό στέμμα.       

Από τότε σταδιοδρόμησε στην πολιτική και συμμετείχε σε πολλές κυβερνήσεις ως Υπουργός  Στρατιωτικών. Το 1882 προβιβάστηκε στο βαθμό του Αντιστράτηγου από την κυβέρνηση Τρικούπη και διορίστηκε  αρχηγός του στρατού στη Θεσσαλία, «αρχηγός των εν ταις καταληφθείσαις επαρχίαις στρατευμάτων», όπου μετά από διαφωνία με τον Τρικούπη παραιτήθηκε και αναχώρησε στη Γαλλία για ανάπαυση.

Συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές του 1885 και 1887 στις οποίες απέτυχε και αποσύρθηκε από την ενεργό  πολιτική. Επέστρεψε στην Γαλλία όπου και πέθανε το 1889. 

 

Υποσημείωση


* Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι εξής αξιωματικοί: Δημ. Τσώκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης, Χαρ. Ζυμβρακάκης, Δημ. Γρίβας, Χρ. Κατσικογιάννης, Διον. Τριτάκης, Χρ. Γρίβας. Θρ. Μάνος, Αλέξ. Πραΐδης, Νικ. Σμόλεντς. Επίσης εξαιρέθηκαν από την αμνηστία και οι εξής πολιτικοί επαναστάτες: Γ. Δ. Πετιμεζάς, Π. Μαυρομιχάλης, Κων. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος, Σπ. Ζαβιτσάνος, Γ. Φραγκιάς. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές  


  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Ετήσιον Ημερολόγιον του έτους 1890», Εν Αθήναις, 1890.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 188, Αθήνα, 1889.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »