Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Τα Αρχαία Θέατρα της Αργολίδας © Μαρία Μικεδάκη, Λέκτορας Αρχαίου Θεάτρου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.


 

Αρχαία θέατρα του Άργους: Το «Θέατρο της Αγοράς», το μεγάλο θέατρο του Άργους,  το θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια, το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους, τo θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου ή Δειραδιώτη.

 Αρχαία θέατρα της Επιδαύρου: Το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, το ελληνιστικό θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου.

Το ελληνιστικό θέατρο των Μυκηνών.

 

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως εννέα αρχαία θέατρα στο νομό Αργολίδας. Πέντε από αυτά έχουν αποκαλυφθεί στο Άργος, τρία στην Επίδαυρο και ένα στις Μυκήνες. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μικρά θέατρα του Άργους (το «Θέατρο της Αγοράς» και το θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου) που προορίζονταν για συγκεντρώσεις θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα ή για λατρευτικούς σκοπούς, τα υπόλοιπα επτά θέατρα φιλοξενούσαν πρωτίστως μουσικούς αγώνες. Οι αγώνες αυτοί συνήθως περιλάμβαναν αγώνες ποίησης, οργανικής μουσικής, άσματος, χορού και δράματος. Εντάσσονταν, δε, στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών που διοργάνωναν οι πιστοί προς τιμήν των θεών τους. Στις Μυκήνες ο τιμώμενος θεός ήταν ο Διόνυσος, στην Επίδαυρο ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος, ενώ στο Άργος η Ήρα, ο Δίας και αργότερα οι θεοποιημένοι ρωμαίοι αυτοκράτορες.

 

Το τιμητικό θεωρείο στο μεγάλο θέατρο του Άργους από νοτιοδυτικά (φωτογραφία: Μ. Μικεδάκη / Copyright © Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

 

Πολλές από τις δραματικές παραστάσεις που παρουσιάζονταν στα θέατρα της Αργολίδας ήταν επαναλήψεις έργων των μεγάλων τραγικών, που είχαν εμπνευστεί τις υποθέσεις τους από μύθους που είχαν «γεννηθεί» στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το μύθο των Δαναΐδων, του Ορέστη και της Ηλέκτρας που εκτυλίσσεται στο Άργος, τη σπουδαιότερη από τις αργολικές πόλεις. Επιπλέον, μυθικά πρόσωπα της Αργολίδας γίνονται dramatis personae σε αρκετές – σωζόμενες ή μη – τραγωδίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Περσέας στην Ανδρομέδα του Ευριπίδη, ο Ηρακλής στον Ηρακλή μαινόμενο του ιδίου τραγικού, ο Ναύπλιος (ο Νεώτερος) μαζί με τον γιο του Παλαμήδη στο έργο του Σοφοκλή Ναύπλιος Πυρκαεύς, o Ίναχος (βασιλιάς του Άργους) στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, o Ευρυσθέας (έτερος βασιλιάς του Άργους) στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη και, τέλος, ο Προίτος (βασιλιάς της Τίρυνθας) στη Σθενέβοια του Ευριπίδη.

 

Το θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου από βόρεια. Φώτο: Διάζωμα.

 

Η μουσική, με την αξεπέραστη ψυχαγωγική της δύναμη, κατείχε ιδιαίτερη θέση στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Από αυτή την άποψη θα πρέπει κανείς να εξάρει τη μεγάλη συνεισφορά του Άργους στην εξέλιξη της μουσικής των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΙΙ, 131, 3), οι κάτοικοι του Άργους είχαν τα πρωτεία από όλους τους Έλληνες στη μουσική. Ονομαστοί για την τέχνη τους ήταν οι Αργείοι μουσικοί Αριστόνικος (7ος αι. π.Χ.) και Σακάδας (τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.) που καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες, χωρίς τη συνοδεία άσματος, ο Ιέραξ (7ος αι. π.Χ.) που επινόησε τρία είδη συνθέσεων για αυλούς (τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν), καθώς και η ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα (τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή τόσο για τα λυρικά της ποιήματα όσο και για το ηρωικό της θάρρος που απέτρεψε την κατάληψη της πόλης της από τους Σπαρτιάτες. Από το Άργος κατάγονταν, εξάλλου, ο Ιοφώντας και ο Τιμοκράτης που συνέθεταν τα λυρικά μέρη των δραμάτων του Ευριπίδη (Γένος Ευριπίδου και Βίος, 16-17 [έκδ. CUF]). Στα ονόματα αυτά θα πρέπει, τέλος, να προστεθεί και εκείνο του Λάσου από την Ερμιόνη Αργολίδας (6ος αι. π.Χ.) που ήταν ποιητής διθυράμβων, ανακαινιστής της διθυραμβικής μουσικής και περίφημος μαθητής του Σακάδα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Μαρίας Μικεδάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα αρχαία θέατρα της Αργολίδας

 

 Σχετικά θέματα:  

 

Read Full Post »

Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους* – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς, Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος


 

Η τύχη – μερικές φορές – μας χαρίζει απρόσμενα δώρα. Κανείς από τους αρχαιολόγους, που χρόνια τώρα ανασκάπτουν τα πλούσια χώματα του Άργους, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι στο μικρό οικόπεδο του κ. Ευάγγελου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48, στην πλατεία του Σταροπάζαρου, κρυβόταν ένας πραγματικός επιστημονικός θησαυρός. Κι αυτό, γιατί μέχρι τώρα η περιοχή είχε δώσει κυρίως τάφους και όλοι πίστευαν ότι βρισκόταν εκτός των αρχαίων τειχών.

Η εξαγωγή των χαλκών πινάκων από τη λίθινη θήκη (πέτρον).

Γι αυτό και η έκπληξη της ανασκαφέως δρος Άλκηστης Παπαδημητρίου και των συνεργατών της – της Δ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων – ήταν μεγάλη, όταν στις 3-10-2000 σηκώνοντας τις βαρύτατες καλυπτήριες πλάκες των θεωρούμενων τάφων βρήκαν, αντί για οστά και κτερίσματα, χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες. Ένα ολόκληρο πολύτιμο αρχείο, που κυριολεκτικά φυλαγμένο για 25 περίπου αιώνες μέσα στην κιβωτό του χρόνου, έφερε μπροστά στα σαστισμένα αυτιά και μάτια μας τη φωνή και τη γραφή των αρχαίων Αργείων.

Η δρ. Παπαδημητρίου έδωσε ήδη από τις σελίδες αυτού του περιοδικού μια πρώτη έκθεση του χρονικού της ανακάλυψης και της ανασκαφής, που έγινε με υποδειγματικό τρόπο (Αργειακή Γη, τεύχος 2, Δεκ. 2004, σελ. 37-51).

Συνοψίζοντας τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε να πούμε ότι σε ένα χώρο, που στα γεωμετρικά χρόνια χρησίμευε ως νεκροταφείο, άρχισε πιθανώς τον 5ο π.Χ. αιώνα να υπάρχει μια λατρευτική δραστηριότητα. Λόγω του περιορισμένου χώρου η ανασκαφή δεν μπόρεσε να επεκταθεί και να δώσει μιαν ολοκληρωμένη εικόνα. Βρέθηκε πάντως ένα σχετικά πρόχειρης κατασκευής δωμάτιο, στο δυτικό άκρο του οποίου παρατηρήθηκε ένα είδος μεταλλουργικής δραστηριότητας. Κάτω από το δάπεδο του δωματίου και σε αξονική σχεδόν διάταξη βρέθηκαν λί­θινες θήκες, πήλινα αγγεία και ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας. Τα περισσότερα ήταν καλυμμένα με ογκώδεις λίθινες πλάκες, βάρους άνω του ενός τόνου. Όσες από τις θήκες ή τα αγγεία δεν είχαν συληθεί ήδη στην αρχαιότητα, περιείχαν χαλκούς πίνακες διαφόρων σχημάτων.

Κρίνοντας από το περιεχόμενο των κειμένων, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βρέθηκε το επίσημο οικονομικό αρχείο της πόλεως και κατά συνέπεια ο συγκεκριμένος χώρος φαίνεται να αποτελούσε παράρτημα κάποιου ιερού, που βρισκόταν φυσικά εντός των τειχών.

Έχομε έτσι μιαν έμμεση ένδειξη για την έκταση της τειχισμένης πόλεως του Άργους κατά την κλασική εποχή, το τείχος της οποίας περιλάμβανε την Ακρόπολη της Λάρισας και τα ανατολικά πρανή της, περνούσε περίπου πίσω από το Νεκροταφείο της Παναγίας, διέσχιζε την οδό Τριπόλεως και κατηφόριζε προς την περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου. Από εκεί στρεφόταν προς τα βόρεια και ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τον Ξεριά, για να καταλήξει στη λεγόμενη Ασπίδα (Προφήτη Ηλία), τη δεύτερη Ακρόπολη του Άργους.

Πριν προχωρήσομε, θα ήταν χρήσιμο να κάνομε κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με την ορολογία που χρησιμοποιούμε. Προκειμένου να καταλαβαίνει ο σημερινός αναγνώστης, μεταχειριζόμαστε συμβατικά όρους όπως πίνακες, θήκες, αγγεία κ.λ.π. Τα ίδια όμως τα κείμενα αποκαλούν τους χάλκινους πίνακες τελαμώνες, τις λίθινες θήκες πέτρους (στον ενικό ο πέτρος), τα πήλινα αγγεία λέκεα (στον ενικό το λέκος, που ετυμολογικά είναι από την ίδια ρίζα με το λεκάνη), ενώ για τη χάραξη των γραμμάτων χρησιμοποιούν το ρήμα ανγράφειν (δηλαδή αναγράφειν).

Να πούμε, τέλος, ότι ανάλογα οικονομικά αρχεία σε χαλκούς πίνακες έχουν βρεθεί ελάχιστα, με πιο γνωστό παράδειγμα τους 39 πίνακες που φυλάσσονταν σε θαμμένη λίθινη θήκη στο ιερό του Ολυμπίου Διός στους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας. Πρόσφατα βρέθηκαν 3 αμφίγραφοι πίνακες σε κτιστή υπόγεια θήκη στη Θήβα της Βοιωτίας. Αλλά και στο ίδιο το Άργος, στο οικόπεδο Καπετάνου, σε κάποια πάροδο της οδού Ηρακλέους, είχαν βρεθεί προ ετών 3 πίνακες όμοιου περιεχομένου με τους τωρινούς. Είχαν διπλωθεί ή κοπεί, προκειμένου να ξαναχρησιμοποιηθούν ως μέταλλο στα ελληνιστικά χρόνια. Ίσως αυτό αποτελεί μιαν ένδειξη για το τι απέγιναν οι χαλκοί πίνακες των θηκών και των αγγείων του οικοπέδου Σμυρναίου, που βρέθηκαν κενά, συλημένα ήδη στην αρχαιότητα. Το μέταλλο ήταν πάντα πολύτιμο υλικό και ήταν συχνή η αναχύτευση σκευών και αναθημάτων. Άλλωστε, πολλοί από τους πίνακές μας ήταν παλίμψηστοι, δηλαδή είχαν σφυρηλατηθεί και γραφεί για δεύτερη φορά.

 

Οι πίνακες όπως εξάγονται συσσωματωμένοι και με σκληρά ιζήματα.σκληρά ιζήματα.

 

Ο πίνακας ΟΜ 137 από το πήλινο αγγείο (λέκος) πριν τον καθαρισμό.

 

Ο πίνακας ΟΜ 137 από το πήλινο αγγείο (λέκος) κατά τη διάρκεια της συντήρησης και συγκόλλησης.

 

Η κακή κατάσταση διατήρησης των πινάκων, που παρουσιάζουν έντονη οξείδωση και πολλές ρηγματώσεις, καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την εξαγωγή τους από τις θήκες, χωρίς να μεταβληθούν σε σωρό θραυσμάτων. Η δυσκολία αυξανόταν από το γεγονός ότι ήταν πάχους μόλις ενός χιλιοστού και πολλοί από αυτούς βρέθηκαν συσσωματωμένοι μεταξύ τους. Παρά ταύτα, οι έμπειροι συντηρητές Φώτης Δημάκης και Βασίλης Κοντός κατάφεραν να τους αφαιρέσουν με ασφάλεια και να τους συσκευάσουν κατάλληλα, για να μεταφερθούν στο Επιγραφικό Μουσείο στην Αθήνα.

Εκεί στήθηκε ένα ειδικό εργαστήριο, με στερεομικροσκόπιο, μηχάνημα υπερήχων με μικρό- υδροβολή, κλίβανο αφύγρανσης, ειδικά ξέστρα, στερεωτικά κ.λ.π. Το δύσκολο και χρονοβόρο έργο της συντήρησης ανέλαβε με μοναδική αφοσίωση ο έμπειρος συντηρητής μετάλλινων Τάσος Μαγνήσαλης, με τη συνεχή παρακολούθηση του υπογράφοντος. Η συντήρηση, εκτός από δεξιοτεχνία, απαιτεί και τεράστια υπομονή, ώστε να μην προκληθούν ζημιές.

Καθώς αποκαλύπτονται σταδιακά τα περίτεχνα σύμβολα των γραμμάτων, νομίζεις ότι αντηχεί η φωνή των αρχαίων από το βάθος του χρόνου. Πρόκειται για μια συγκλονιστική εμπειρία, που αποζημιώνει για όλο το μόχθο και την ένταση της αποκρυπτογράφησης και της μεταγραφής. Μέχρι σήμερα έχουν καθαριστεί και διαβαστεί περίπου 100 από τα κείμενα, που ίσως φθάσουν τελικά τα 150.

Τα κείμενα έχουν γραφεί με τη λεγόμενη έκκρουστη τεχνική (repousse). Ο χαράκτης δηλαδή, χρησιμοποιώντας μικρά κοπίδια, ευθύγραμμα και κυκλικά, «χτύπησε» τα γράμματα από την πίσω πλευρά του χαλκού ελάσματος, προχωρώντας ανάποδα από τα δεξιά προς τα αριστερά, ώστε να διαβάζονται ανάγλυφα από την κυρίως όψη και κανονικά, από τα αριστερά προς τα δεξιά. Διακρίναμε πολλά χέρια διαφορετικών χαρακτών.

Τα κείμενα είναι συνταγμένα στη δωρική διάλεκτο του Άργους του πρώιμου 4ου αιώνα π.Χ., που διαφέρει αρκετά από την αντίστοιχη αττική. Πάρα πολλές λέξεις ήταν μέχρι τώρα εντελώς αμάρτυρες και προστέθηκαν ήδη στο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της πλουσιότερης του κόσμου.

Το αλφάβητο είναι το λεγόμενο επιχώριο αλφάβητο του Άργους, ορισμένα γράμματα του οποίου (όπως το Β, το Δ, το Λ, το Ξ) είναι εντελώς ιδιόρρυθμα. Διατηρούνται ακόμη πολλά αρχαϊκά στοιχεία, όπως η δασεία (Η) και το δίγαμμα (F).

Υπάρχει ακόμα πλήρως ανεπτυγμένο δεκαδικό αριθμητικό σύστημα, το λεγόμενο ακροφωνικό, σε μια παραλλαγή του που απαντά μόνο στην Αργολίδα. Χρησιμοποιείται για την καταγραφή ποσών, με βασική νομισματική μονάδα τη δραχμή και τα πολλαπλάσια ή τις υποδιαιρέσεις της.

Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται είναι τα εξής:

Μ=Μύρια=10.000

Χ=Χίλια=1.000

Η=Ηεκατόν=100

Π=Πεντήκοντα=50

๏ =Δέκα=10

• δραχμή

=1 οβολός

C=μισός οβολός (ημιωβόλιον)

Τ=1/4 οβολού (τεταρτημόριον)

Σ=1/12 οβολού (χαλκούς)

Παράδειγμα ΜΜΧΧΧΗΗΗΗΗΗΗΠ๏๏๏::=CΤΣ=23784 δραχμές, 2½ οβολοί, 1 τεταρτημόριον και 1 χαλκούς.

Τα κείμενα, σχεδόν στο σύνολό τους, είναι οικονομικού – λογιστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για απολογισμούς διαφόρων σωμάτων αρχόντων και θρησκευτικών αξιωματούχων, οι οποίοι διαχειρίσθηκαν τα ιερά και δημόσια χρήματα. Ο τελευταίος όρος δεν πρέπει να εκπλήσσει. Στις περισσότερες αρχαίες πόλεις, τα κεντρικά ιερά έπαιζαν το ρόλο τράπεζας και δημόσιου θησαυροφυλακίου. Αρκεί να θυμηθούμε τα χρήματα της Αθηναϊκής Συμμαχίας, που φυλάσσονταν αρχικά στο Ιερό του Απόλλωνος στη Δήλο και αργότερα στον Παρθενώνα. Η πόλη αντλούσε από εκεί άφθονα χρήματα για τακτικές ή έκτακτες (ιδίως πολεμικές) ανάγκες, αλλά όφειλε κάποτε να τα επιστρέψει, είτε υπό μορφή μετρητών είτε με τη μορφή αναθημάτων ή και με την ανέγερση κτιρίων θρησκευτικού χαρακτήρα στα ιερά.

Τα ιερά πάλι φρόντιζαν να αξιοποιούν τα χρήματα που κατείχαν, δανείζοντάς τα με τόκο ή μετατρέποντας παλιά νομίσματα και αναθήματα από πολύτιμα μέταλλα σε τάλαντα χρυσού και αργύρου, όπως οι σημερινές ράβδοι, δημιουργώντας έτσι αποθέματα ασφαλείας για την πόλη. Τα κείμενά μας τα αποκαλούν χρυσίον ή αργύριον αFεργόν (=αργόν, ακατέργαστο).

Στην περίπτωση του Άργους, η παλιά σεβάσμια πολιούχος ήταν η Παλλάς Αθηνά, μια πολεμική θεότητα, το κύριο ιερό της οποίας βρισκόταν στην κορυφή της Ακρόπολης της Λάρισας, όπου λατρευόταν με την επίκληση Πολιάς. Είναι, όμως, φιλολογικά και επιγραφικά μαρτυρημένη η ύπαρξη ιερού της Παλλάδος Αθηνάς στην κάτω πόλη. Τα κείμενα των πινάκων αποτελούν απολογισμούς διαχείρισης των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στο «θησαυρό» της, δηλαδή στα θησαυροφυλάκια του ιερού της. Αξιοσημείωτο είναι ότι και τα χρήματα της Ήρας, της μεγάλης θεάς που αντικατέστησε την Παλλάδα ως πολιούχος του Άρ­γους από τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατετίθεντο στα ίδια θησαυροφυλάκια, ίσως γιατί το Ηραίο, ευρισκόμενο 8 χιλιόμετρα έξω από το Άργος, δεν παρείχε ασφάλεια την ταραγμένη, όπως θα δούμε, αυτή εποχή.

Οι ίδιοι οι πέτροι και τα αγγεία, τα θαμμένα στη γη και καλυμμένα με τις βαρύτατες πέτρες, αποτελούσαν τους «θησαυρούς», δηλαδή ένα είδος πρωτόγονων θησαυροφυλακίων. Μέσα εκεί εξασφαλίζονταν τα χρήματα, είτε σε μορφή νομισμάτων, είτε σε μορφή πολύτιμων μετάλλων. Αυτό επιβεβαιώθηκε τόσο από αναφορές μέσα στα ίδια τα κείμενα, όσο κυρίως από την ανεύρεση ενός μικρού χρυσού σύρματος και αρκετών μικροσκοπικών, σχεδόν αόρατων με γυμνό μάτι, ψηγμάτων χρυσού (χρυσόσκονης), που ξέφυγε και συσσωματώθηκε στην οξείδωση του χαλκών πινάκων.

 

Επτά πίνακες από τη λίθινη θήκη (πέτρoν) περασμένοι με σύρμα σε ορμαθό.

 

Όταν έκαναν καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων, έβαζαν μέσα στις θήκες ή τα αγγεία, ως υποκατάστατα ή αποδείξεις, τους χάλκινους πίνακες. Επειδή αποτελούσαν παραστατικά αξιών και δεν έπρεπε να αλλοιωθούν, τα έγραφαν σε χαλκό, που δεν σάπιζε μέσα στη γη, κι επιπλέον με έκκρουστα γράμματα, που δεν ήταν εύκολο να παραχαραχθούν. Ας θυμηθούμε ότι και σήμερα εκτυπώνουν διάφορους αριθμούς και ποσά σε διαβατήρια, τιμολόγια και γραμμάτια με διάτρητα στοιχεία! Ορισμένοι πίνακες με ομοειδές περιεχόμενο είχαν τρυπούλες και βρέθηκαν περασμένοι σε κρίκο ως ορμαθοί.

Πριν όμως προχωρήσομε σε μια λεπτομερέστερη εξέταση του περιεχομένου των πινάκων, είναι χρήσιμο να κάνομε μια σύντομη σκιαγράφηση της ιστορίας του Άργους στα κλασικά χρόνια, ώστε το σπουδαίο εύρημα να ενταχθεί στο ιστορικό του πλαίσιο.

 

Σύντομη σκιαγράφηση της ιστορίας του Άργους

 

Μετά την ένδοξη περίοδο της βασιλείας του Φείδωνος τον 7ο π.Χ. αιώνα, οπότε το Άργος φθάνει στο απόγειο της δόξας του, στα αρχαϊκά χρόνια επικρατεί ένα ολιγαρχικό πολίτευμα, με τη δύναμη στα χέρια ισχυρών γαιοκτημόνων – πολεμιστών.

Η διαρκής αντιπαλότητα με τη Σπάρτη οδηγούσε σε διαρκείς συγκρούσεις, από τις οποίες κρίσιμη για το Άργος υπήρξε η μάχη της Σήπειας, με την οποία ανοίγει ο 5ος π.Χ. αιώνας. Το 494 π.Χ. στη μάχη αυτή, που έγινε στα βαλτοτόπια της Τίρυνθας, οι Αργείοι υπέστησαν βαριά και φονική ήττα από τους Σπαρτιάτες με αρχηγό τον Κλεομένη τον πρεσβύτερο. Χάθηκαν 6.000 μάχιμοι πολίτες. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι Αργείτες έμειναν ουδέτεροι κατά τους περσικούς πολέμους.

Έστω κι αν η πόλη σώθηκε τότε χάρη στον ηρωισμό της ποιήτριας Τελέσιλλας, ο κλονισμός και η πολιτική και κοινωνική αναστάτωση ήταν αναπόφευκτες συνέπειες. Οι περίοικες πόλεις, όπως οι Μυκήνες και η Τίρυνθα, που ζούσαν σε ένα καθεστώς υποτέλειας έως τότε, βρίσκουν ευκαιρία να εκδηλώσουν τάσεις αυτονόμησης. Το ίδιο και άλλοι περίοικοι με περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, που θέλησαν να επωφεληθούν από την αδυναμία του Άργους. Η παράδοση διασώζει την ανάμνηση ενός μεσοδιαστήματος με κυριαρχία των «δούλων», έως ότου η γενιά των παιδιών των σκοτωμένων ανδρωθεί. Δεν αποκλείεται, στο πλαίσιο ενός αναγκαίου συμβιβασμού, να δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα σε διάφορους περίοικους με φιλοαργειακά αισθήματα. Το Άργος έτσι ενδυναμώθηκε και γρήγορα επέβαλε την ισχυρή κυριαρχία του σε όλη την Αργολίδα. Οι γύρω πόλεις, όπως οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Μιδέα και άλλες υποτάχθηκαν. Οι γαίες τους κατασχέθηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως ιερές και δημόσιες.

 

Η πίσω πλευρά του πίνακα ΟΜ 160, που δείχνει τον τρόπο χάραξης των γραμμάτων με την έκκρουστη τεχνική, από τα δεξιά προς τα αριστερά.

 

Η πλούσια πεδιάδα χωρίσθηκε σε κλήρους (γύας) και παραχωρήθηκε σε καλλιεργητές, που πλήρωναν ενοίκιο (δωτίνα). Από εκεί προέρχονταν τα κύρια έσοδα του κράτους, τα οποία κάλυπταν την άμυνα, τα κρατικά έργα και τις ποικίλες δημόσιες δαπάνες. Στη θεά ’Ηρα ανετίθετο η δέκατη των χρημάτων.

Αλλά η εισδοχή νέων μελών στο πολιτικό σώμα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την εγκατάλειψη των παλιών κοινωνικών δομών και τον πλήρη εκδημοκρατισμό του Άργους. Είχαν προηγηθεί οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη στην Αθήνα και δεν αποκλείεται η παρουσία του Θεμιστοκλή, που ζει εξόριστος στο Άργος μετά το 471 π.Χ., να επηρέασε τις δημοκρατικές εξελίξεις.

Όπως πιστεύεται, γύρω στο 460 π.Χ. έγινε ανακατανομή των πολιτών στις 4 φυλές του Άργους (Υλλείς, Δυμάνες, Παμφύλαι και Υρνάθιοι), σε καθεμιά από τις οποίες υπάγονταν 12 φράτρες (σύνολο 48).

Όπως έδειξαν τα κείμενά μας, όλοι οι πολίτες εναλλάσσονταν σε όλες τις εξουσίες και υπήρχε μια ανακύκληση των φυλών στα διάφορα αξιώματα. Όλες οι κρατικές αρχές είχαν εξάμηνη θητεία, ώστε να μπορούν να ασκούν εξουσία περισσότεροι πολίτες. Όλα αυτά αποτελούν αποδείξεις ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Οι επιβουλές, όμως, κατά της δημοκρατίας δεν έλειπαν. Η αριστοκρατική μερίδα παρέμενε ισχυρή και έβρισκε υποστηρικτές από άλλες πόλεις. Μια απόπειρα των ολιγαρχικών να ανακτήσουν την εξουσία κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα του σκυταλισμού το 370 π. X. Οι δημοκράτες, υποδαυλιζόμενοι από τους δημαγωγούς, σκότωσαν με φρικτό τρόπο, χρησιμοποιώντας ξύλινα ραβδιά (σκυτάλες), τους ολιγαρχικούς, πριν στραφούν στη συνέχεια κατά των ίδιων των δημαγωγών. Τα κείμενά μας απηχούν πιθανότατα τα δραματικά αυτά γεγονότα, καθώς κάνουν λόγο για δημεύσεις και εκποιήσεις περιουσιών, τα έσοδα από τις οποίες κατατίθενται στο ιερό ταμείο.

Παράλληλα όμως με τις κοινωνικές ταραχές, είχαμε και εξωτερικά πολεμικά γεγονότα, καθώς από το 394 έως το 386 π. X. έλαβε χώρα ο λεγόμενος ο Κορινθιακός πόλεμος, στον οποίο εμπλέκονται και οι Αργείοι, με κύριους αντιπάλους τους Σπαρτιάτες και θέατρο των συγκρούσεων την Κορινθία, από την οποία πήρε και το όνομά του.

Τα κείμενά μας φωτίζουν και αυτήν την πτυχή της ιστορίας, καθώς διάφορα ποσά που αντλούνται από το ταμείο δίνονται στους στρατηγούς, τους ιππείς και τις περιπόλους για την εκστρατεία στην Κόρινθο (στρατεία ται εν Κορίνθωι), αλλά και για τη φρούρηση της υπαίθρου, που κυρίως υπέφερε από τις επιδρομές των Σπαρτιατών.

Είναι απορίας άξιο πώς – παρά τις ταραχές και τα πολεμικά γεγονότα – η οικονομία της πόλης παρέμενε ανθηρή, αν κρίνομε από τα τεράστια ποσά που τα κείμενά μας αναγράφουν ως υπόλοιπο ταμείου. Σε μια περίπτωση φθάνουν το εκπληκτικό ποσό των 217.373 αργυρών δραχμών, που αντιστοιχούν περίπου σε 434.746 σημερινά ημερομίσθια. Σε άλλη περίπτωση απογράφεται απόθεμα ακατέργαστου χρυσού βάρους 7 μνων και 7 στατήρων ευβοϊκού τύπου, δηλαδή περίπου 6 κιλών και 40 γραμμαρίων.

Φαίνεται ότι εκτός από τις προσόδους της πεδιάδας και τα χρήματα από τις δημεύσεις περιουσιών, υπήρχαν πολεμικά λάφυρα (για τα οποία κάνουν επίσης λόγο τα κείμενά μας), αλλά και περσικός χρυσός, που σύμφωνα με άλλες ιστορικές πηγές, μοίραζε αφειδώς η περσική προπαγάνδα σε εχθρικές προς τη Σπάρτη πόλεις, για αντιπερισπασμό. Το Άργος αναφέρεται ρητά ως μια από αυτές και ξέρομε και τα ονόματα αυτών που τα παρέλαβαν. Ο Ηρόδοτος μάλιστα (VI 125) αναφέρει ρητά ότι ο χρυσός στα περσικά θησαυροφυλάκια αποθηκευόταν και σε μορφή ψηγμάτων. Ίσως δεν θα μάθομε ποτέ αν η χρυσόσκονη που ξέφυγε και κόλλησε πάνω στην οξείδωση των χαλκών πινάκων, ήταν μέρος του χρυσού της περσικής προπαγάνδας…

Ποια, όμως, είναι τα σώματα αρχόντων και θρησκευτικών αξιωματούχων, που εμπλέκονται στις διάφορες δοσοληψίες; Πολλά από αυτά ήταν μέχρι τώρα αμάρτυρα. Και τα καθήκοντά τους (σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο μελέτης) μπορούμε να τα εικάσομε από την ετυμολογία του ονόματός τους ή από τα συμφραζόμενα των κειμένων μας.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στον πέτρο, που τυχαία πρωτομελετήσαμε, παίζει μια αμάρτυρη μέχρι τώρα αρχή, η Επιγνώμα. Πρόκειται για την περιεκτική ονομασία ενός σώματος 8 Συνεπιγνωμόνων (2 από κάθε φυλή), που εισπράττουν (ενδεχομένως από τις κρατικές γαίες και άλλους κρατικούς πόρους) και πάντα καταθέτουν ή παραδίδουν κρατικά χρήματα.

Αυτά τα χρήματα τα αναλαμβάνουν, πολλές φορές αυθημερόν, οι λεγόμενοι Ογδοήκοντα. Πρόκειται για ένα σώμα γνωστό από παλιά, που αποτελείται από 80 ογδοηκοστείς (πιθανότατα 20 από κάθε φυλή), που ασκεί οικονομικά και δικαστικά καθήκοντα. Τώρα μάθαμε ότι ασκούσαν τα καθήκοντά τους κατά δεκάδες, με ένα δεκάδαρχο και εννέα συνδεκαδέες. Θυμίζουν κάπως τους Αθηναίους Αρεοπαγίτες.

 

Ο πίνακας ΟΜ 114 από το πήλινο αγγείο (λέκος) μετά τον καθαρισμό.

 

Ανώτατη θρησκευτική αρχή είναι οι 4 Ιαρομνάμονες (1 από κάθε φυλή), που διαχειρίζονται τα ιερά χρήματα. Εκλέγονταν για ένα έτος και ασκούσαν την προεδρία του σώματος ένα τρίμηνο ο καθένας, με αυστηρή τήρηση της ανακύκλησης των φυλών.

Σχετική με αυτούς ήταν η αρχή των τεσσάρων ΗαFεθλοθετών (=Αθλοθετών), που ήταν επιφορτισμένοι με τη διοργάνωση των αγώνων προς τιμήν της ‘Ηρας και την κατασκευή των χαλκών βραβείων. Την εποχή των πινάκων μας οι αγώνες λέγονταν Εκατόμβουα, αργότερα ονομάσθηκαν Ηραία και τέλος η εξ Άργους ασπίς. Κάθε 4 χρόνια οι αγώνες γιορτάζονταν μεγαλοπρεπέστεροι και ονομάζο­νταν πενταετηρίς. Σχετικοί με τις θυσίες ήταν και οι αμάρτυροι έως τώρα κριθοχύται, που εξάγνιζαν τα προς θυσία ζώα, ραντίζοντάς τα με χοντροαλεσμένο κριθάρι, όπως οι ουλοχύται των Αθηνών. Συγγενής με τις παραπάνω είναι μια αμάρτυρη, τετραμελής αρχή, η Αρτύνα τας ιππαφέσιος. Αρτύνα σημαίνει γενικά αρχή και στον πληθυντικό, αι αρτύναι, σημαίνει γενικά οι Αρχές της πόλεως. Η συγκεκριμένη αρχή αναλαμβάνει χρήματα για την κατασκευή ενός πολύπλοκου μηχανισμού ταυτόχρονης εκκίνησης των ίππων και των αρμάτων του ιπποδρόμου. Ο Παυσανίας περιγράφει μια τέτοια ιππάφεση στην Ολυμπία. Φαίνεται ότι στο ιππόβοτον Άργος οι ιππικοί αγώνες ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Μια άλλη αρχή, όσο κι αν φαίνεται περίεργη, είναι η Αρτύνα των ποτηρίων, που ήταν επιφορτισμένη με την προμήθεια ποτηρίων από χρυσό και άργυρο. Πρόκειται φυσικά για τελετουργικά σκεύη, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα επίσημα γεύματα κατά τη διάρκεια της πανήγυρης της ’Ηρας. Σε μια περίπτωση η επιτροπή αυτή (2 από κάθε φυλή) παίρνει από το ταμείο 13.626 δραχμές αργύρου, ενώ σε άλλο πίνακα αναφέρονται χρυσά ποτήρια βάρους 48 δραχμών και ασημένια βάρους 42.058 δραχμών (δηλαδή περίπου 1.156 κιλών). Φαίνεται πως εκτός από πολύτιμα σκεύη, αποτελούσαν ένα είδος κρατικού αποθέματος σε πολύτιμα μέταλλα.

Άγνωστος προς το παρόν είναι ο ρόλος των Αρτυνών του αγεμαστικού, ενώ αι Αρτύναι αι εν ται αγοράι πρέπει να ήταν αγορανομική αρχή.

Άλλο σώμα αρχόντων αποκαλείται οι ποι τανς δαπάνανς, αρχή επιφορτισμένη να πληρώνει τις δημόσιες δαπάνες.

Αντίθετα εισπρακτικό ρόλο είχαν οι αμάρτυροι μέχρι τώρα Οδοτήρες, λέξη που προέρχεται μάλλον από το ρήμα του οδάω=πωλώ. Στην Αθήνα λεγόταν πωληταί και στις αρμοδιότητές τους ήταν η πώληση δημευόμενων περιουσιών αλλά και η ανάθεση των δημοσίων έργων, καθώς και η εκμίσθωση των κρατικών ακινήτων.

Παραπλήσια καθήκοντα είχαν και οι αμάρτυροι μέχρι σήμερα Ανελατήρες (από το ρήμα ανελαύνω=σύρω, τραβώ), που ήταν υπεύθυνοι για την επιβολή ποινών και την είσπραξη προστίμων.

Στον κύκλο των στρατιωτικών αξιωμάτων ανήκουν οι Στραταγοί και οι Πο­λέμαρχοι. Αντίθετα, άγνωστου προς το παρόν χαρακτήρα είναι δύο σώματα αρχόντων, που αποκαλούνται οι Fεξακάτιοι (=οι εξακόσιοι) και οι Πεντακάτιοι (=οι πεντακόσιοι). Ίσως είχαν δικαστικές αρμοδιότητες.

Οι Σπονδοδίκαι πρέπει να ήταν οι διαμεσολαβητές για τη σύναψη σπονδών, δηλαδή εκεχειρίας και ειρήνης με τον εχθρό. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του Κορινθιακού πολέμου.

Οι Άκοι (=ακοοί, μάρτυρες) ήταν παρόντες στις περισσότερες δοσοληψίες και μαζί με τους εκπροσώπους της Βωλάς (=βουλής), των Δαμιοργών (=αρχόντων) και άλλων σωμάτων επικύρωναν και εγγυώντο με την παρουσία τους την ακρίβεια των συναλλαγών.

Ανώτατη αρχή ήταν η λαϊκή συνέλευση, η Αλιαία. Μερικοί πίνακες αναγράφουν ψηφίσματά της, από τα οποία πιο συγκινητική είναι η ομόφωνη απόφαση να διατεθούν τα ιερά χρήματα για τις ανάγκες του πολέμου και τη σωτηρία της Πατρίδας.

Άφησα τελευταίες τέσσερις άλλες αρχές, αμάρτυρες έως τώρα, που όλες συνδέονται με το καύχημα του Άργους, δηλαδή τον περικαλλή ναό της Ήρας στο Ηραίο, έργο του αργείου αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Πολυκλείτου.

 

Ο νεότερος ναός της Ήρας, για την κατασκευή του οποίου κάνουν λόγο οι πίνακες.

 

Ο παλιός ναός καταστράφηκε από τυχαία πυρκαϊά το 423 π.Χ. Έως τώρα πιστεύαμε ότι η ανοικοδόμηση του νέου ναού είχε αρχίσει αμέσως και είχε ολοκληρωθεί πριν από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ορισμένοι όμως νεότεροι μελετητές, με βάση αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, είχαν προτείνει να κατεβάσομε τη χρονολογία περάτωσης του ναού και του αγάλματος στις πρώτες δεκαετίες του 4ου π.Χ. αιώνα. Τώρα φαίνεται να δικαιώνονται. Τα κείμενά μας αναφέρουν το σώμα των Δωματοποιών ενς Ήραν, δηλαδή των υπεύθυνων για την κατασκευή του δώματος, του ναού της θεάς. Αντλούν διάφορα ποσά και πληρώνουν τους εργολάβους. Η κατασκευή του ναού πρέπει να βρισκόταν προς το τέλος της, αν κρίνομε από την παρουσία ενός άλλου σώματος, της Αρτύνας των θυρωμάτων, που ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευή της τεράστιας θύρας του ναού (6Χ3,5μ.), από πολύτιμα ξύλα και ενθέματα από ελεφαντόδοντο. Αλλά και οι δωματοποιοί παραλαμβάνουν διάφορες ποσότητες χρυσού σε λεπτά φύλλα (πετάλια) για την επιχρύσωση των αρχιτεκτονικών λεπτομερειών του ναού.

Ταυτόχρονα αντλούν μεγάλα χρηματικά ποσά και ποσότητες χρυσού οι Εδοποιοί ενς Ήραν, δηλαδή οι υπεύθυνοι για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου έδους (=καθιστού σε θρόνο αγάλματος) της θεάς. Το ύψος του αγάλματος, μαζί με το βάθρο έφτανε περίπου τα 8μ. Είχε ξύλινο σκελετό και επένδυση από φύλλα χρυσού, ενώ το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη του σώματος ήταν από φύλλα ελεφαντοστού. Φορούσε βαρύτιμο περιδέραιο και στέφανο στο κεφάλι, πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένες οι Χάριτες και οι Ώρες. Στο ένα χέρι κρατούσε καρπό ροδιάς και στο άλλο σκήπτρο. Η φήμη του είχε διαδοθεί σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Τώρα έχομε την απόδειξη ότι περατώθηκε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και συνεπώς ήταν έργο του Πολυκλείτου του νεότερου.

Σχετική με το άγαλμα πρέπει να ήταν και η Αρτύνα του Ευξοϊδείου, του εργαστηρίου δηλαδή που έφτιαχναν λεπτουργήματα (ευ+ξέω) και προετοίμαζαν τα μέρη του αγάλματος για συναρμολόγηση.

Σε μια περίπτωση οι Εδοποιοί παίρνουν από το ταμείο 10.000 αργυρές δραχμές, ενώ άλλες πινακίδες αναφέρουν ότι έλαβαν χρυσό για το έδος βάρους περίπου 14 κιλών. Φυσικά, δεν ήταν αυτή όλη η ποσότητα. Για σύγκριση αναφέρομε ότι η χρυσελεφάντινη Αθηνά του Φειδία στον Παρθενώνα είχε περί τα 40-50 τάλαντα χρυσού ( 1047- 1300 κιλά) και το συνολικό της κόστος υπερέβαινε τα 705 τάλαντα (περίπου 4.230.000 αργυρές δραχμές).

Είναι αδύνατο, στο πλαίσιο αυτού του εκλαϊκευτικού άρθρου, να αναφερθούν όλες οι ιστορικές πληροφορίες που μας χαρίζουν τα νέα κείμενα.

Χιλιάδες είναι τα νέα ονόματα πολιτών που συμπληρώνουν την αργειακή προσωπογραφία και πλουτίζουν την ελληνική ονοματολογία με δεκάδες αμάρτυρα ονόματα.

Τα ονόματα των Αργείων πολιτών στα επίσημα έγγραφα συνοδεύονταν σπανίως από τα πατρώνυμά τους και συνηθέστερα από τα ονόματα της φράτρας ή / και της κώμης από τις οποίες προέρχονταν.

Οι φράτρες ήταν πιθανότατα 48, όπως αναφέραμε, 12 για καθεμία από τις 4 φυλές. Στα γνωστά από παλιά ονόματα προστέθηκαν τώρα μεταξύ άλλων οι Δαρμείς, Ερβασίδαι, Ευρυσθίδαι, Μαλωνίδαι, Νοστιμίδαι, Παλίνστροφοι, Ελαιείς, Fαριάδαι, Σωφυλίδαι.

Μάθαμε ακόμα περί τα 30 νέα ονόματα κωμών του Άργους, που δείχνουν πως η επικράτειά του, τη συγκεκριμένη περίοδο, άρχιζε από τα σύνορα με την Κορινθία, περιελάμβανε τις Κλεωνές και τη Νεμέα, ολόκληρο τον αργολικό κάμπο και μέρος της Κυνουρίας, και έφτανε μέχρι τον αρχαίο Μάσητα, σημερινή Κοιλάδα της Ερμιονίδας.

Πολύτιμα είναι και τα νέα στοιχεία για το αργειακό ημερολόγιο, στο οποίο προστέθηκαν επιτέλους οι δύο από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες που μας έλειπαν, ο Αρταμίτιος και ο Εριθαίεος. Βρήκαμε επίσης ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο εξίσωναν το σεληνιακό με το ηλιακό έτος, προσθέτοντας εμβόλιμους μήνες ή συγχωνεύοντας δύο μήνες σε ένα, ιδίως όταν ήθελαν να αποφύγουν πολεμικές εισβολές και συγκρούσεις, προφασιζόμενοι ότι είχαν θρησκευτικές εορ­τές (ιερομηνίες).

Η μελέτη των πινάκων προχωρεί με πολύ μόχθο, με ενθουσιασμό αλλά και απογοητεύσεις, όταν τα κείμενα με αμάρτυρους και δυσνόητους όρους αρνούνται να αποκαλύψουν τα μυστικά τους. Τα απόγραφα και οι σημειώσεις συσσωρεύονται. Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Συμπεράσματα που τα θεωρούσαμε σχεδόν βέβαια ανατρέπονται από το κείμενο μιας νέας πινακίδας. Το μωσαϊκό της γνώσης συμπληρώνεται αργά – αργά, έχοντας ακόμη πολλά χάσματα και φθορές.

Ανταμοιβή για την πολύμοχθη αυτή προσπάθεια είναι το συναίσθημα ότι από τους χάλκινους πίνακες αναδύεται η φωνή των αρχαίων, όπως μία θεία μελωδία μέσα από τις γραμμώσεις ενός δίσκου.

Το μέγα προνόμιο, ότι ακούς εσύ πρώτος την προαιώνια αυτή φωνή, αποζημιώνει για όλα τα ξενύχτια, τις ατέλειωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, την κούραση των ματιών στο στερεοσκόπιο, τους χαμένους περιπάτους και διακοπές.

Προσπαθείς να μη συντρίβεις από τη διαπίστωση ότι όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις στο βουνό της γνώσης, τόσο πιο πολύ διευρύνεται ο ορίζοντας της άγνοιας.

Παρηγοριέσαι (αλλά και ανησυχείς) με την ιδέα ότι πολλοί θα ασχοληθούν με τα ίδια κείμενα στους αιώνες που θα έλθουν και θα σε κρίνουν, θα σε διορθώσουν ή και θα σε απορρίψουν.

Το βέβαιον είναι ότι το Άργος ανέκτησε ένα πολύτιμο μέρος από τους ιστορικούς του τίτλους, που πρέπει να εκτεθούν σε ένα χώρο ασφαλή και αντάξιο της σημασίας τους. Θα αποτελούν πόλο επιστημονικών συναντήσεων αλλά και αειφόρου ανάπτυξης για την πόλη. Ήδη ο Δήμος αλλά και η Πολιτεία συντονίζονται στο να μετατραπεί η ανατολική πτέρυγα των Στρατώνων του Καποδίστρια σε Επιγραφική Συλλογή. Όταν ολοκληρωθεί, όπως την ονειρεύομαι, καμιά πόλη στον κόσμο δε θα έχει να επιδείξει κάτι παρόμοιο.

*Το ανωτέρω άρθρο έχει χαρακτήρα πρόδρομης εκλαϊκευτικής ανακοίνωσης και δεν αποτελεί δημοσίευση του ευρήματος, την οποία προετοιμάζει ο συγγραφέας.

 

Χαράλαμπος Β. Κριτζάς

Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου

και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 3, Δεκέμβριος, 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οι νέοι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες από το Άργος – Δρ. Άλκηστη Παπαδημητρίου


 

Κατά τις εργασίες διάνοιξης υπογείου σε οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευαγγέλου Σ. Σμυρναίου στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος, εντοπίστηκαν αρχαιότητες, οι οποίες κατόπιν αιτήσεως του ιδιοκτήτη ερευνήθηκαν με αυτοχρηματοδότηση. Λόγω του υφισταμένου κτίσματος και της μεγάλης στενότητας του χώρου, οι ανασκαφικές εργασίες έγιναν τμηματικά και διήρκεσαν 72 ημέρες, από τις 3-10- 2000 έως τις 12-9-2001.

Αμέσως μετά την εύρεση των πρώτων πινάκων, η κ. Ελισάβετ Σπαθάρη, τότε Διευθύντρια της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, και εγώ συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε την υποχρέωση να ακουμπήσουμε τα σπουδαία αυτά ευρήματα στα χέρια του πλέον ειδικού. Ο κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου, που είχε και στο παρελθόν μελετήσει παρόμοια ευρήματα από το Άργος, ανέλαβε τη μελέτη αλλά και την ευθύνη της συντήρησης των ευπαθών δέλτων. [1] Στόχος μας είναι, μετά τη συντήρησή τους, τα πολύτιμα ευρήματα να επιστρέφουν στην πόλη του Άργους. [2]

Το οικόπεδο Σμυρναίου βρίσκεται στην οδό Κορίνθου 48, στη σιταραγορά του Άργους, έχει επίμηκες σχήμα, προσανατολισμό Α-Δ και διαστάσεις 6.00X12.50 μ. Οι πρώτες αρχαιολογικές ενδείξεις εμφανίστηκαν σε βάθος 1.80 έως 1.85 από το οδόστρωμα της Κορίνθου (εικόνα 1). Κατά μήκος της νότιας παρειάς του οικοπέδου εντοπίστηκε ένας τοίχος από αδρά λαξευμένους πωρολιθικούς δόμους που εδράζονταν σε υπόστρωμα από κροκάλες. Ο προσανατολισμός του ήταν ανατολικά – δυτικά, το μέγιστο σωζόμενο μήκος τους 9 μ. και το πλάτος 70 εκατοστά. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου και στο ίδιο βάθος, όμοιας κατασκευής τοίχος με πλάτος 50 εκατοστά και προσανατολισμό βόρεια – νότια συνέβαλε στον προηγούμενο. Κατά μήκος της βόρειας παρειάς εντοπίστηκε σειρά αδρά κατεργασμένων ασβεστόλιθων και αργόλιθων με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά που σώζονται σε μήκος 7 μ. περίπου και ταυτίζονται με έναν άλλο τοίχο. Σε διάφορα σημεία, βόρεια και νότια αυτών των τοίχων, από βάθος 1.85μ. έως 2.15μ., παρατηρήθηκαν συγκεντρώσεις αδρά κατεργασμένων ασβεστόλιθων και πωρόλιθων. Στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου, σε βάθος 2,32μ. διατηρήθηκε τμήμα εστίας ελλειψοειδούς σχήματος, διαστάσεων 1.30Χ0.70μ., με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Αμέσως νοτιοανατολικά αυτών βρέθηκαν ακέραια ή θραυσμένα πήλινα καλούπια. Το στρώμα αυτό περιείχε άφθονη στάχτη και κομμάτια καμένου πηλού και είχε ιδιαίτερα σκληρή σύσταση.

 

Εικόνα 1: Ανασκαφικό σχέδιο οικοπέδου Σμυρναίου. Οι λίθινες θήκες, τα θεμέλια του κτιρίου και η εστία.

 

Κατά μήκος του κεντρικού άξονα του οικοπέδου εντοπίστηκαν ασβεστολιθικές πλάκες μεγάλων διαστάσεων και πάχους (2.00X1.00X0.30 μ), οι οποίες κάλυπταν λίθινα σκεύη, που ήταν αδρά λαξευμένα εξωτερικά, ενώ η άνω επιφάνεια και το εσωτερικό τους ήταν ιδιαίτερα επιμελημένα. Η θήκη 1 ήταν σχεδόν τετράπλευρη και δεν περιείχε ευρήματα, ενώ η κάλυψή της είχε προσανατολισμό βόρεια-νότια. Μία ακόμη λίθινη θήκη, ακριβώς ανατολικά της θήκης 1, δεν ερευνήθηκε διότι βρισκόταν εξ ολοκλήρου στα όρια της όμορης προς τα ανατολικά ιδιοκτησίας Δελή, ο οποίος και δεν συναίνεσε στην έρευνά της. Η δεύτερη θήκη που ερευνήθηκε ήταν η τρίτη από ανατολικά και έφερε κάλυψη με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Μετά την απομάκρυνση της καλυπτήριας πλάκας, διαπιστώσαμε ότι στο εσωτερικό της κιβωτού είχε αποτεθεί μεγάλος αριθμός ενεπίγραφων πινάκων (εικόνα 2). Συνολικά η θήκη περιείχε 60 τουλάχιστον χάλκινους και 2 μολύβδινους ενεπίγραφους πίνακες. Ο ένας μολύβδινος πίνακας είχε μάλιστα τυλιχτεί, δίνοντας αρχικά την εντύπωση ενός καταδέσμου. Η αφαίρεση των πινάκων που αποδείχτηκε ιδιαίτερα επίπονη, αφού αυτές είχαν με την πάροδο του χρόνου καμπυλώσει και εφάπτονταν στα τοιχώματα της θήκης, έγινε με μεγάλη επιτυχία από το συντηρητή της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Φώτη Δημάκη. Η θήκη 3, τέταρτη από ανατολικά, είχε παρόμοια κάλυψη και προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Στο εσωτερικό της δεν περιείχε ευρήματα. Η θήκη 4 ήταν δεύτερη από ανατολικά. Είχε εντοπιστεί ήδη κατά τις εργασίες αποκάλυψης των δύο πρώτων, αλλά ερευνήθηκε αργότερα, γιατί εν τω μεταξύ κρίθηκε απαραίτητη η αντιστήριξη της όμορης προς τα ανατολικά ιδιοκτησίας. Η κάλυψή της ήταν παρόμοια σε όγκο με τις προηγούμενες και είχε προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Στο εσωτερικό της θήκης βρέθηκε ένας μόνο ενεπίγραφος πίνακας σε σχήμα ποδός (εικόνα 2).

 

Εικόνα 2. Η λίθινη θήκη 2 με τους χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες.

 

Δυτικά των λίθινων θηκών και σε χαμηλότερο επίπεδο, σε βάθος 2.50 μ., εντοπίστηκε μία ακόμη καλυπτήρια πλάκα παρόμοιων διαστάσεων και προσανατολισμού (εικόνα 3). Μετά την ανάσυρσή της διαπιστώσαμε ότι αυτή κάλυπτε, αντί για μία λίθινη θήκη, δύο αγγεία (εικόνες 4-5).

 

Εικόνα 3. Ανασκαφικό σχέδιο οικοπέδου Σμυρναίου. Το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες, τα πέντε πήλινα αγγεία, οι γεωμετρικοί τάφοι και το δάπεδο.

 

Εικόνα 4: Η ανάσυρση της πλάκας που κάλυπτε το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Το ένα αγγείο ήταν πήλινο και το άλλο χάλκινο. Και τα δύο είχαν υποστεί φθορές από το βάρος της ογκώδους κάλυψης. Στο πήλινο αγγείο, που είχε το σχήμα κωδωνόσχημου κρατήρα χωρίς βάση, εντοπίστηκαν 55 περίπου χαλκοί πίνακες, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί κατά τον ίδιο περίπου τρόπο με τους πίνακες της θήκης 2 γύρω στα τοιχώματα του αγγείου (εικόνα 5).

Στο εσωτερικό του χάλκινου αγγείου, που ήταν ένας σφυρήλατος λέβης διαμ. 80 εκατοστών περίπου και ανάλογου ύψους, εντοπίστηκαν καταρχήν τρία χάλκινα αγγεία: μία τριφυλλόσχημη οινοχόη και δύο φιάλες. Κάτω από τα αγγεία βρέθηκαν και εδώ χάλκινοι πίνακες σε πολύ κακή κατάσταση διατήρησης. Φαίνεται ότι ένα μέρος από τις πινακίδες που είχαν τοποθετηθεί εδώ αφαιρέθηκε κάποια στιγμή με τρόπο που προξένησε φθορές σε όσες παρέμειναν στη θέση τους. Λόγω της κακής κατάστασης διατήρησης δεν επιχειρήθηκε η αφαίρεσή τους στο χώρο της ανασκαφής, αλλά τα ευρήματα, αφού στερεώθηκαν στο εσωτερικό του λέβητα, μεταφέρθηκαν μαζί με αυτόν στο Μουσείο του Άργους. Υπεύθυνος για την αφαίρεση των πινακίδων, τη στερέωση και τη μεταφορά του λέβητα αλλά και του πήλινου αγγείου, που πραγματοποιήθηκαν χωρίς να προκληθεί καμία φθορά, ήταν ο συντηρητής Βασίλης Κοντός (εικόνα 5).

 

Εικόνα 5: Το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, κατά μήκος της νότιας παρειάς και μισό μέτρο περίπου βαθύτερα από τον τοίχο με τους πωρόλιθους, εντοπίστηκαν σε βάθος από 2,80 έως 3,60 μ. πέντε (5) πήλινα αγγεία. Τα αγγεία αυτά είχαν τοποθετηθεί όρθια, έφεραν όλα κάλυψη (τα τέσσερα από πήλινες επίπεδες κεραμίδες και το πέμπτο από ασβεστολιθική λεπτή πλάκα) και ήταν κενά (εικόνα 6).

 

Εικόνα 6: Τα πέντε πήλινα αγγεία της νότιας παρειάς.

 

Η ποιότητα της κατασκευής τους ήταν εξαιρετικά καλή. Ήταν όλα τροχήλατα, τα τέσσερα εξ αυτών κλειστού, ενώ το πέμπτο ανοικτού σχήματος, πανομοιότυπο με αυτό που βρέθηκε κάτω από την καλυπτήρια πλάκα 5, δίπλα στο χάλκινο αγγείο. Βόρεια από τα αγγεία της νότιας παρειάς και σε ελαφρά βαθύτερο επίπεδο από τις καλύψεις τους, υπήρχε δάπεδο από κροκάλες μικρού μεγέθους, ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής και με ισχυρή συνοχή. Το δάπεδο αυτό εντοπίστηκε σε όλο το χώρο που ερευνήσαμε, χωρίς να βρεθούν τα όριά του σε καμία πλευρά του οικοπέδου. Εκτός από τα πήλινα αγγεία της νότιας παρειάς, περιέβαλε και τα αγγεία κάτω από την κάλυψη 5. Παρουσίαζε κλίση της τάξεως των 15 εκατοστών περίπου από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Η κάτω επιφάνειά του εντοπίστηκε σε βάθος 2.90μ. και το συνολικό του πάχος ήταν 10 εκατοστά. Κατά το ανατολικό άκρο του οικοπέδου, αμέσως ανατολικά της θήκης 2, η σύσταση του δαπέδου μεταβαλλόταν σταδιακά και χωρίς απότομη διαφοροποίηση, παίρνοντας τη μορφή λεπτών βοτσάλων σε μέγεθος χαλικιού. Η θήκη 2 το είχε παραβιάσει ελαφρά κατά την τοποθέτησή της.

Στο νότιο και δυτικό τμήμα του οικοπέδου εντοπίστηκαν δύο τάφοι των γεωμετρικών χρόνων, των οποίων οι καλύψεις βρίσκονταν σε βαθύτερο επίπεδο από το δάπεδο (2.82-3.10 μ.). Οι τάφοι, ένας κτιστός κιβωτιόσχημος και ένας λάκκος με ασβεστολιθική κάλυψη, είχαν προσανατολισμό Α-Δ και ήταν πλούσια κτερισμένοι με κεραμεική, καθώς και μεταλλικά αντικείμενα: σιδερένιες περόνες και χάλκινα δαχτυλίδια. Κατά τη μαρτυρία της κεραμεικής, και οι δύο τάφοι χρονολογούνται στη μέση γεωμετρική εποχή (850-750 π.Χ.) (εικόνα 7).

 

Εικόνα 7: Τα αγγεία του τάφου των γεωμετρικών χρόνων.

 

Από την αναλυτική περιγραφή των ανασκαφικών ευρημάτων γίνεται σαφές ότι αυτά αποτελούν δύο ενότητες με σημαντική υψομετρική διαφορά μεταξύ τους. Για την καλύτερη κατανόηση του ευρήματος σχεδιάσαμε μία τομή κατά τον ανατολικό-δυτικό άξονα του οικοπέδου (εικόνα 8), στην οποία προβάλλονται αφενός τα ευρήματα του κεντρικού άξονα αυτού, αφετέρου δε αυτά της νότιας παρειάς.

 

Εικόνα 8: Τομή κατά τον Α-Δ άξονα του οικοπέδου με τα ανασκαφικά ευρήματα.

 

Εδώ παρατηρούμε ότι ο τοίχος της νότιας παρειάς βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με τις καλύψεις των τεσσάρων λίθινων θηκών, οι οποίες εδράζονται ένα περίπου μέτρο βαθύτερα είτε απευθείας πάνω στο βοτσαλωτό δάπεδο (θήκη 3 και 4), είτε σε χώμα λίγο ψηλότερα από αυτό (θήκη 1), ενώ σε μία περίπτωση η θήκη 2 το έχει παραβιάσει ελαφρά. Το ίδιο το βοτσαλωτό δάπεδο που καλύπτει όλη την επιφάνεια – την επιφάνεια του χώρου που ερευνήσαμε – βρίσκεται σε επίπεδο 2,71 έως 2,85 και παρουσιάζει ελαφρά κλίση προς τα ανατολικά. Σε δύο σημεία έχει εμφανώς παραβιαστεί, για να τοποθετηθούν εκεί αφενός τα δύο αγγεία κάτω από την καλυπτήρια πλάκα 5, αφετέρου δε τα 6 αγγεία της νότιας παρειάς. Οι καλύψεις των γεωμετρικών τάφων, αντίθετα, βρίσκονται περίπου στο ίδιο ή σε ελαφρά χαμηλότερο επίπεδο από το βοτσαλωτό δάπεδο.

Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά στην οριζόντια και κάθετη στρωματογραφία του οικοπέδου, καθώς και στα κινητά ευρήματα των στρωμάτων. Σε βάθος 2,90 έως 3,00 εντοπίζεται το φυσικό προσχωσιγενές γεωλογικό υπόβαθρο που δεν περιέχει αρχαιολογικά ευρήματα. Ακολουθεί στρώμα καστανού χώματος, πάχους 10 εκατοστών περίπου, που περιέχει κεραμεική των ύστερων μεσοελλαδικών χρόνων (1700-1600 π.Χ.). Πάνω από το βοτσαλωτό δάπεδο εντοπίζεται στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου χώμα καστανό, σχετικά σκληρό, μέχρι την επιφάνεια του 1.50 μ. περίπου. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου το χώμα έχει έντονες προσμίξεις λεπτού χαλικιού. Το στρώμα αυτό φαίνεται να κατέστρεψε εν μέρει την κάλυψη και το χείλος των 6 κενών αγγείων της νότιας παρειάς. Η κεραμεική που προήλθε και από τα δύο αυτά στρώματα αποτελείται κατά 90% από γεωμετρικά όστρακα τροχήλατα και χειροποίητα, ενώ σε ποσοστό 10% περιέχει όστρακα των ύστερων μεσοελλαδικών χρόνων, καθώς και των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων μέχρι περίπου τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Εκτός αυτών, μέσα στα στρώματα βρέθηκε και μικρός αριθμός ειδωλίων της αρχαϊκής εποχής, διάσπαρτα, τα οποία δε συσχετίζονται με ασφάλεια με κάποια από τα ακίνητα ευρήματα. Στα κινητά ευρήματα ανήκουν δύο μόνο χάλκινα νομίσματα, εξαιρετικά φθαρμένα, που δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθούν. Πάνω από τα δύο αυτά στρώματα, το καθαρό καστανό και το χαλικωτό, παρατηρήθηκε σε σημεία που δεν είχαν παραβιαστεί από το σύγχρονο κτίσμα ένα στρώμα από πιο χοντρό χαλίκι, το οποίο εν μέρει καλύπτει τα δύο υποκείμενα και εν μέρει εισχωρεί στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου μέσα στο καστανό, έχοντας καταστρέψει και ένα τμήμα του νότιου τοίχου. Το στρώμα αυτό περιέχει ελάχιστα όστρακα, πολύ φθαρμένα (κυλισμένα).

Ας δούμε τώρα πώς χρησιμοποιήθηκε ο χώρος διαχρονικά.

Όπως βεβαιώνει το στρώμα κάτω από το βοτσαλωτό δάπεδο, ο χώρος κατοικήθηκε για πρώτη φορά στους τελευταίους μεσοελλαδικούς χρόνους. Το επίπεδο χρήσης βρισκόταν τότε 3.00 περίπου μέτρα βαθύτερα από σήμερα. Η μεσοελλαδική κατοίκηση δεν διέσωσε εδώ αρχιτεκτονικά λείψανα. Στους μέσους γεωμετρικούς χρόνους κατασκευάστηκε ένα δάπεδο εξαιρετικά επιμελημένης κατασκευής, το οποίο περιέβαλε δύο τουλάχιστον τάφους της ίδιας εποχής, πλούσια κτερισμένους. Τόσο η δαπανηρή κατασκευή του δαπέδου όσο και το περιεχόμενο των τάφων υποδεικνύουν πως ο χώρος είχε δεσμευτεί για ταφική χρήση, πιθανόν από μία διακεκριμένη οικογένεια της ανώτερης κοινωνικής τάξης.

Αρκετά μετά ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για τον εγκιβωτισμό μέσα στο γεωμετρικό δάπεδο δύο αγγείων, στα οποία τοποθετήθηκαν ενεπίγραφοι πίνακες και καλύφτηκαν με την τεράστια ασβεστολιθική πλάκα. Εξάλλου, λίγο ανατολικότερα 6 τουλάχιστον αγγεία τοποθετήθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο στο σταθερό φυσικό υπόβαθρο, που μαζί με το συμπαγές δάπεδο βοηθούσε τα αγγεία αυτά να σταθούν όρθια. Η τοποθέτηση των δύο συνόλων έγινε στην ίδια χρονική στιγμή, όπως βεβαιώνει η όμοια στάθμη εύρεσης αλλά και η τεράστια ομοιότητα του πήλινου αγγείου κάτω από την κάλυψη 5 με το ένα από τα αγγεία της νότιας παρειάς. Τα αγγεία αυτά, κλειστά και ανοικτά, είναι, όσο γνωρίζω τουλάχιστον, άγνωστα στο κεραμεικό ρεπερτόριο του Άργους. Προσεγγίζουν με το σχήμα και την κεραμεική κατηγορία τους τα αγγεία των αρχών του 4ου αιώνα π.Χ. Ίσως να αποτέλεσαν μία ειδική παραγγελία, που θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες της χρήσης τους.

Όπως βεβαιώνει το εύρημα, η κάλυψη 5 ανασύρθηκε μία τουλάχιστον φορά μετά την τοποθέτηση χάλκινων πινάκων μέσα στα αγγεία, συγκεκριμένα όταν αφαιρέθηκαν με βιαστικό ή βίαιο τρόπο ορισμένες από αυτές του χάλκινου λέβητα και εναποτέθηκαν εκεί οι δύο φιάλες και η πρόχους, σκεύη τα οποία χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τελετουργίες.

Στη συνέχεια μία πλημμύρα του ποταμού απόθεσε στο χώρο προσχώσεις πάνω από 1 μ. και ανέβασε το επίπεδο χρήσης από τα 2,60 ή 2,70 στο 1,50 μ. τουλάχιστον από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους. Σ’ αυτή τη φυσική καταστροφή οφείλονται και τα δύο στρώματα που περιγράψαμε πιο πριν και τα οποία αποτελούν τυπικές αποθέσεις ποταμού, δηλαδή σχετικά καθαρή λάσπη και χαλίκι. Προφανώς, αμέσως μετά την πλημμύρα τοποθετήθηκαν μέσα στο στρώμα που δημιουργήθηκε οι 5 λίθινες θήκες. Μέσα στο ίδιο στρώμα, ίσως όχι τυχαία, αμέσως δυτικά του χώρου της κάλυψης 5, κατασκευάστηκε μία εστία.

Τα πήλινα καλούπια που βρέθηκαν πεταμένα στα νότια της εστίας μπορούν να δώσουν μια ιδέα για τη χρήση της. Τα καλούπια αυτά έχουν τετράπλευρο σχήμα και μια σχετικά αβαθή εσοχή στη μία επιφάνειά τους, της οποίας το σχήμα θυμίζει έντονα τους χάλκινους πίνακες. Η εστία και τα καλούπια βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις καλύψεις των θηκών αλλά και με τους τοίχους και τους λιθοσωρούς και πρέπει να είναι σύγχρονα με αυτά και πάντως μεταγενέστερα από την πλημμύρα. Όπως βεβαιώνει η κεραμεική και οι στρωματογραφικές παρατηρήσεις, η πλημμύρα αυτή έγινε σίγουρα μετά τη γεωμετρική εποχή, αλλά και μετά την τοποθέτηση και χρήση των δύο αγγείων, του πήλινου και του χάλκινου κάτω από την κάλυψη 5. Την ακριβή χρονική στιγμή, που μπορεί να τοποθετείται και στον 4ο αιώνα π.Χ., θα μας υποδείξει η μελέτη των ενεπίγραφων πινάκων από τα αγγεία αυτά.

Η αφθονία της γεωμετρικής κεραμεικής υποδηλώνει ότι γύρω από τους τάφους θα υπήρχαν οικίες που διαλύθηκαν ολοσχερώς από την πλημμύρα. Ο μικρός αριθμός οστράκων από τις μεταγενέστερες περιόδους σημαίνει πιθανόν ότι μετά τη γεωμετρική εποχή, δηλαδή από τον 7ο αιώνα π.Χ. και μετά, ο χώρος δε χρησιμοποιήθηκε ξανά για κατοίκηση και ενταφιασμούς. Τα λιγοστά ειδώλια ίσως δίνουν μια ιδέα για τη νέα χρήση στην αρχαϊκή εποχή.

Από τα στοιχεία που αναλύθηκαν μέχρι εδώ, πιστεύω πως γίνεται σαφές ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε στην αρχαιότητα καταρχήν για κατοίκηση στη μεσοελλαδική εποχή, μετά για ταφές και κατοίκηση στη γεωμετρική εποχή και τέλος για τη φύλαξη των χάλκινων ενεπίγραφων πινάκων μέσα σε σκεύη προορισμένα για τη χρήση αυτή. Το ερώτημα που ανακύπτει αυτόματα είναι απλό αλλά καθοριστικό. Πού φυλάσσονταν αυτές οι κιβωτοί με τα πολύτιμα δημόσιου χαρακτήρα ντοκουμέντα;

 

Εικόνα 9: Ανασκαφικό σχέδιο κάτοψης του οικοπέδου Σμυρναίου με το περίγραμμα του κτιρίου, στο οποίο φυλάσσονταν οι χάλκινοι ενεπίγραφοι πίνακες.

 

Αν επιστρέψουμε στο σχέδιο της κάτοψης του ανώτερου επιπέδου ευρημάτων μπορούμε να κάνουμε ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Ερμηνεύσαμε ήδη ως τοίχους τα κατάλοιπα της νότιας και της βόρειας παρειάς, καθώς και το εγκάρσιο τμήμα στα ανατολικά. Οι θήκες και η εστία αλλά και η καλυπτήρια πλάκα 5 βρίσκονται σε έναν ενιαίο άξονα, που είναι παράλληλος με το νότιο τοίχο και απέχει περίπου 2,5 μέτρα από αυτόν. Οι υπόλοιποι λιθοσωροί αλλά και οι πώρινες πλάκες εσωτερικά των δύο αξόνων σχετίζονται τοπογραφικά με τη θέση των θηκών αλλά και της καλυπτήριας πλάκας 5. Η εντύπωση που δημιουργείται από το επιχρωματισμένο σχέδιο είναι ότι ο χώρος φύλαξης των σκευών αλλά και της εστίας οριοθετείται με μία απλή κατασκευή. Δύο μακρούς τοίχους μέγιστου σωζόμενου μήκους 9 μ. και έναν εγκάρσιο που έχουν υποστεί φθορές από την πλημμύρα. Παρά την απλή κατασκευή μπορούμε να δούμε στα σπαράγματα αυτά, που απέμειναν από τη θεμελίωση, το περίγραμμα ενός κτιρίου, που ίσως είχε είσοδο από τα ανατολικά και κατέληγε σε παραστάδες. Τη μορφή ενός templum in antis είχαν βέβαια και οι θησαυροί που αφιερώθηκαν στα μεγάλα πανελλήνια ιερά και για τα οποία ο Παυσανίας μας βεβαιώνει ότι χρησίμευαν για τη φύλαξη πολύτιμων αφιερωμάτων, που δεν στήνονταν στην ύπαιθρο, για να μη φθαρούν ή να μην κλαπούν. Μέσα στο κτίριο αυτό πιστεύω ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε στα κατάλοιπα των λιθοσωρών υποστρώματα κατασκευών, που χρησίμευαν για τη σηματοδότηση της θέσης των θηκών, που και εδώ θα ήταν θαμμένες, αφήνοντας να προεξέχει η καλυπτήρια πλάκα. Η εστία της δυτικής παρειάς, που αποτελεί το μόνο ασφαλές στοιχείο για τον υπολογισμό του επιπέδου βάδισης αυτής της φάσης, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την άνω επιφάνεια των θηκών και συνηγορεί στην άποψη αυτή.

Οι δύο λιθοσωροί στο εσωτερικό του βόρειου και του νότιου τοίχου αντίστοιχα ίσως μπορούν να θεωρηθούν και ως υποστρώματα για αντηρίδες των τοίχων ή έκκεντρες ενισχύσεις της στέγης, αν και το μικρό άνοιγμα του κτιρίου δεν απαιτεί κιονοστοιχία για τη στήριξή της.

Και φτάνουμε βεβαίως στο τελικό ερώτημα: πού θα βρισκόταν το κτίριο αυτό σε σχέση με τον αστικό ιστό της κλασικής εποχής και τους δημόσιους και λατρευτικούς χώρους της πόλης;

Η θέση του οικοπέδου βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, 900 περίπου μέτρα βορειοανατολικά του θεάτρου και της αγοράς, σε μία περιοχή που δεν έχει δώσει ιδιαίτερα αρχαιολογικά ευρήματα και παραδοσιακά τοποθετείται εκτός των τειχών της πόλης. Τα νέα ανασκαφικά ευρήματα ίσως μπορούν να ρίξουν λίγο φως στο μείζον πρόβλημα της πορείας του τείχους, κυρίως στη βόρεια πλευρά της πόλης. Θέλω να τονίσω πως αν οι ενεπίγραφοι πίνακες φυλάσσονταν σε ένα κτίριο ή έστω σε έναν περίβολο που- όπως υποδηλώνουν τα ευρήματα- βρισκόταν στην ευρύτερη σφαίρα ενός ιερού, το ιερό αυτό δεν είναι δυνατόν να βρισκόταν σε μία έρημη, ακατοίκητη και απομονωμένη περιοχή, έξω από τα τείχη της πόλης. Ο προσανατολισμός των τάφων στο οικόπεδο που ερευνήσαμε αλλά και των θηκών, της καλυπτήριας πλάκας 5, των πήλινων αγγείων και του κτιρίου υποδηλώνει την ύπαρξη μιας οδικής αρτηρίας με κατεύθυνση ανατολικά – δυτικά. Από άλλες ανασκαφές, εξάλλου, γνωρίζουμε πως κατά μήκος της οδού Κο­ρίνθου υπήρχε και μία οδική αρτηρία με κατεύθυνση βόρεια-νότια. Ίσως κάπου στα νοτιοδυτικά του χώρου που ερευνήσαμε να συνέβαλε στην προηγούμενη, δημιουργώντας μία διασταύρωση. Αν εδώ υπήρχε πράγματι στον 4ο αιώνα ένα ιερό, στο οποίο φυλάσσονταν αυτά τα πολύτιμα κρατικά δεδομένα, είναι πολύ δύσκολο να το φανταστούμε έξω από τα τείχη. Ίσως η μελλοντική ανασκαφική έρευνα δώσει περισσότερα στοιχεία για την επίλυση του προβλήματος.

 

Εικόνα 10: Το επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της ανασκαφής του οικοπέδου Σμυρναίου.

 

Η διακοπή της χρήσης του χώρου για τη φύλαξη των πινακίδων πρέπει να τοποθετηθεί μετά τον 4ο αιώνα π.Χ., γεγονός που βεβαιώνεται από την απουσία μεταγενέστερων κινητών ευρημάτων. Για κάποιο λόγο, που δεν προκύπτει από τα ανασκαφικά ευρήματα, οι θήκες έπαψαν να χρησιμοποιούνται ως κιβωτοί απόθεσης των πολύτιμων δέλτων και κατά περίεργο τρόπο ένας μεγάλος αριθμός από αυτές παρέμεινε φυλαγμένος εκεί μέχρι τις μέρες μας. Ίσως κάποιες πολιτικές ανακατατάξεις να είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση του συστήματος διαφάνειας της διαχείρισης δημοσίων χρημάτων, οπότε δε θα ήταν πια απαραίτητη η τήρηση αυτών των αρχείων με τις συναλλαγές.

Το γεγονός ότι ο Παυσανίας δε μνημονεύει ένα ιερό που να μπορεί τοπογραφικά να ταυτιστεί με το οικόπεδο που ερευνήσαμε, οφείλεται μάλλον στο ότι αυτό δεν υπήρχε πια το 2ο αιώνα μ.Χ., όταν εκείνος επισκέφτηκε το Άργος, γεγονός που μπορεί να συνδέεται με τη δεύτερη καταστροφική πλημμύρα που κατέστρεψε το κτίριο, στο οποίο φυλάσσονταν οι ενεπίγραφοι πίνακες.

Σε κάθε περίπτωση οι πολυάριθμοι χαλκοί πίνακες και τα κείμενα που διέσωσαν ως εμάς θα δώσουν περισσότερες απαντήσεις από τη μελέτη των ανασκαφικών δεδομένων.

Στη διάρκεια της ανασκαφής στο οικόπεδο Σμυρναίου, μια μεγάλη ομάδα με συνεργάτες [3] όλων των ειδικοτήτων (εικόνα 10), μοιραστήκαμε κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες την αγωνία για την τεκμηρίωση και τη σωτηρία ενός μοναδικού ευρήματος, αυτής της αυθεντικής αρχαίας γραπτής πηγής. Θέλω να μοιραστώ μαζί τους τη χαρά και την ευθύνη και να τους ευχαριστήσω όλους θερμά.

 

Υποσημειώσεις


[1] Για το σκοπό αυτό τα ευρήματα μεταφέρονται σταδιακό και συντηρούνται από τον πεπειραμένο συντηρητή κ. Αναστάσιο Μαγνήσαλη υπό την εποπτεία του κ. Κριτζά στο Επιγραφικό Μουσείο.

[2] Στην προσπάθεια αυτή αρωγός μας είναι ο Δήμαρχος του Άργους κ. Δημήτριος Πλατής και σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο, που πρόσφατα έλαβε ομόφωνη απόφαση παραχώρησης της ανατολικής πτέρυγας των Στρατώνων Καποδίστρια για τη δημιουργία του νέου επιγραφικού μουσείου της πόλης, όπου οι χάλκινες δέλτοι θα αποτελέσουν το κορυφαίο έκθεμα.

[3] Τα ανασκαφικά ημερολόγια τήρησαν με υποδειγματική ακρίβεια οι αρχαιολόγοι Αναστασία Κρέκα και Θανάσης Ρούσσης, την ευθύνη της αφαίρεσης των δελτών είχαν οι συντηρητές Φώτης Δημάκης και Βασίλης Κοντός, τα ανασκαφικά σχέδια εκπόνησαν οι σχεδιάστριες Μαρία Καλλίρη και Καλλιόπη Νικολακοπούλου, ενώ η ψηφιακή τους επεξεργασία έγινε από την αρχαιολόγο Δρα Μαρίνα Θωμάτου. Το έργο του συντονισμού των ανασκαφικών εργασιών έφερε σε πέρας με επιτυχία ο οξυδερκής αρχιτεχνίτης ανασκαφών Δημήτρης Χασάπης. Ο αρχιτεχνίτης Χρήστος Σπηλιόπουλος επικεφαλής των ειδικευμένων τεχνιτών του έργου της Τίρυνθας ανέλαβε τα επίπονο έργο της ανάσυρσης των λίθινων καλύψεων με τη συνδρομή των ανυψωτικών μηχανημάτων του Γιώργου Γεωργόπουλου. Την ανασκαφική ομάδα απετέλεσαν οι Ηλίας Καπλατζής, Γιώργος Μούκιος, Νίκος Κούσουλας, Τάσος Κόλλιας, Κώστας Λύκος, Γιώργος Βασιλείου και Γιώργος Βελλίνης. Την ευθύνη της νυκτερινής φύλαξης είχαν οι αρχαιοφύλακες του Μουσείου Άργους με επικεφαλής τον Νίκο Ψυχάρη και τη συνδρομή του Αστυνομικού Τμήματος Άργους. Η οδός Κορίνθου απέκτησε ένα νέο κτίριο και η ιστορία του Άργους πλουτίστηκε με αυθεντικές πληροφορίες θεωρώ υποχρέωσή μου να ευχαριστήσω την Όλγα και το Βαγγέλη Σμυρναίο για τη γενναιόδωρη συμβολή τους στο έργο μας.

 

Δρ. Άλκηστης Παπαδημητρίου

Αρχαιολόγος

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Σχετικά θέματα:

Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς, Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος.

 

Read Full Post »

Παπαδημητρίου Άλκηστις


  

Άλκηστις Παπαδημητρίου

Η δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι αρχαιολόγος, Διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας και συγγραφέας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Κλασικής Αρχαιολογίας, Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Albert – Ludwig του Freiburg της Γερμανίας, όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο: «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Η γραπτή κεραμεική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα). Υπήρξε υπότροφος της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD) και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ως φοιτήτρια συμμετείχε σε πανεπιστημιακές ανασκαφές στη Βασιλική Ιεράπετρας στην Κρήτη, στη Γρόττα Νάξου και στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα στην Επίδαυρο.

Μετά την απόκτηση του διδακτορικού της τίτλου διετέλεσε επί σειρά ετών (1987-1991) επιστημονική συνεργάτης στις ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Τίρυνθα υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Klaus Kilian.

Από το 1991 έως σήμερα υπηρετεί στη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ως «μάχιμη αρχαιολόγος» έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στο Άργος, την Τίρυνθα και την Ερμιόνη (ο αριθμός των ανασκαφών ανέρχεται στις 320 και συνεχώς αυξάνεται).

Πέρα από το πλούσιο ανασκαφικό της έργο, η Άλκηστις Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει έντονη δραστηριότητα στο χώρο της Μουσειολογίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Συγκεκριμένα:

  • Υλοποίησε το πρόγραμμα απογραφής και ταξινόμησης των αποθηκών του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.
  • Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την έκθεση του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Μυκηνών.
  • Ήταν υπεύθυνη για την υποβολή φακέλου ένταξης των Μυκηνών και της Τίρυνθας στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco. Επίσης, υπήρξε επικεφαλής του προγράμματος αποκατάστασης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας που χρηματοδοτήθηκε από το Β΄ και Γ΄ΚΠΣ.
  • Κατά τα έτη 2003-2004 ήταν επιβλέπουσα του έργου «στερέωση-αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου Άργους», ενώ από το 2004 έως το 2009 ήταν υπεύθυνη για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο συγκεκριμένο θέατρο σε συνεργασία με το Δήμο του Άργους.

Για τη σημαντική προσφορά και το πολυετές έργο της στον τομέα της προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η δρ. Α. Παπαδημητρίου τιμήθηκε με βραβείο από το Δήμο Άργους και τη Νομαρχία Αργολίδας κατά τα έτη 2003 και 2004 αντίστοιχα. Στις 8 Μαρτίου 2018, Ημέρα της Γυναίκας, τιμήθηκε από το Δήμο Ναυπλιέων για το αρχαιολογικό και ανασκαφικό της έργο, και την προσφορά της στον πολιτισμό.

Η Α. Παπαδημητρίου είναι αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και τακτικό μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής Μυκηνών, του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Πελοποννήσου, του Εθνικού Συμβουλίου Μουσείων, καθώς και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Στο διάστημα 2005-2011 διετέλεσε ταμίας, αντιπρόεδρος και γενική γραμματέας του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

 

Εργογραφία

Η δρ. Α. Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει ένα εκτενές συγγραφικό και επιστημονικό έργο στην ελληνική, αγγλική και γερμανική γλώσσα.

 

Βιβλία

  • «Μυκήνες», Εκδόσεις Ιδρύματος Λάτση, Ο κύκλος των Μουσείων, Αθήνα 2015.
  • Π. Πάντος, Α. Παπαδημητρίου, Α. Κόσσυβα, «Οι Αρχαιολόγοι στην Ελλάδα: Συλλογή πληροφοριών για την Αγορά Εργασίας και Περιγραφή του Επαγγέλματος 2007-2008», Αθήνα 2008.
  • «Τουριστικός οδηγός του Δήμου της Νέας Τίρυνθας», Αργολίδα 2005.
  • «Τίρυνς. Ιστορικός και Αρχαιολογικός οδηγός», Αθήνα 2000.
  • «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Διδακτορική Διατριβή Πανεπιστημίου του Freiburg 1987).

 

Άρθρα (επιλεκτικά)

  • Maran, A. Papadimitriou & U. Thaler, “Palatial wall paintings from Tiryns. New finds and new perspectives” στο: A.-L. Schallin & I. Tournavitou (επιμ.), Mycenaeans up to date.The archaeology of the north-eastern Peloponnese – current concepts and new directions, Stockholm 2015, 99-116.
  • «Στερέωση, συντήρηση, ανάδειξη της Κάτω Ακρόπολης της Τίρυνθας» στο: Το Παρόν και το Μέλλον των Μνημείων μας. Πολιτιστική Κληρονομιά και Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Η προσφορά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην κοινωνία των πολιτών: 5ο συνέδριο, Θεσσαλονίκη 2007, 308-309.
  • «Αρχαιολογικά ευρήματα από την Ερμιόνη», Ναύδετο 4, 2007, 92-95.
  • J. Maran – A. Papadimitriou, «Forschungen im Stadtgebiet von Tiryns 1999-2002», Archäologischer Anzeiger 2006, 97-169.
  • «The Early Iron Age in the Argolid: Some new aspects» στο: S. Deger-Jalkotzy – I. Lemos (επιμ.), Ancient Greece: From the Mycenaean Palaces to the Age of Homer, Edinburgh 2006, 531-547.
  • «Υπομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμεική στο Άργος» και «Οργάνωση αποθηκών Μουσείου Αργους» στο: Α΄ Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδος: Πάτρα 9-12 Ιουνίου 1996. Πρακτικά. Αθήνα 2006, 281-288, 349-354.
  • «Οι νέοι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες από το Αργος» στο: Αργειακή γη. Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αργους, Αργος 2004, 37-51.
  • «Οι υπομυκηναϊκοί και πρωτογεωμετρικοί τάφοι της Τίρυνθας. Ανάλυση και ερμηνεία», στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αργοναύτης. Τιμητικός τόμος για τον Καθηγητή Χρίστο Γ. Ντούμα από τους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1980-2000), Αθήνα 2003, 713-727.
  • Τα λήμματα «Το νέο αρχαιολογικό μουσείο Μυκηνών» και «Τίρυνθα» στο: Ελλάδα, Προϊστορικά και Κλασικά μνημεία. Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά, Αθήνα 2002, 16 και 176-191.
  • «Η οικιστική εξέλιξη της Τίρυνθας μετά τη μυκηναϊκή εποχή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορική τους ερμηνεία», στο: Αργος και Αργολίδα, τοπογραφία και πολεοδομία. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου Αθήνα-Αργος 28/4-1/5/1990 (εκδ. A. Pariente & G. Touchais, 1998, 117-130.
  • Μια πρώιμη χάλκινη φωκική κοπή» στο: Ευ. Κυπραίου (επιμ.), Χαρακτήρ: Αφιέρωμα στη Μαντώ Οικονομίδου, Αθήνα 1996, 225-230.
  • «Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns», Archäologischer Anzeiger 1982, 227-243.

 

Πηγή


  • Μαρία Μικεδάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Αρχαίου Θεάτρου, «Άλκηστις Παπαδημητρίου: Η Συγγραφέας πίσω από την Αρχαιολόγο», Συμπόσιο για τους συγγραφείς της Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2016.

Read Full Post »

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων. Η επιγραφή McCabe, Didyma 13. © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων.

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

Ψήφισμα για τη διανομή τροφίμων στα γενέθλια του Ευμένη (Β΄); περ. 159/8 π.Χ.: McCabe, Didyma 13.

 

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

 Απόδοση στη Νεοελληνική

 

 . . .την έκτη του μηνός Ληναιώνος από τα έσοδα των χρημάτων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Να αποφασίσει η βουλή να εκλεγούν στην εκκλησία δύο άνδρες και αυτοί που θα εκλεγούν να προνοήσουν να αγοραστεί αρκετή ποσότητα σιταριού ή να μισθωθεί η παροχή ικανής ποσότητας σιταριού έτσι ώστε να μοιραστούν σε κάθε πολίτη έξι ημίεκτα, την 6η του μηνός Ληναιώνος την ημέρα δηλ. που γεννήθηκε ο βασιλεύς Ευμένης, και να γίνει η θυσία και η συνεστίαση, αφού διευκρινιστούν τα σχετικά με τις πομπές και τις θυσίες και τον οπλισμό των εφήβων και όλα τα άλλα που έχουν οριστεί από τον στεφανηφορικό νόμο και από τον κανονισμό περί ιερωσύνης.

Επίσης, στη συνέχεια να εκλέξουν κατά τη 12η του μηνός Ταυρεώνος αυτούς που θα αγοράσουν τα σιτηρά ή που θα μισθώσουν την παροχή της απαραίτητης ποσότητας. Για να τύχουν της πρέπουσας διαχείρισης όσα αποφασίστηκαν παραπάνω, οι άνδρες που είχαν οριστεί για την κατασκευή του Γυμνασίου Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου και Ζώπυρος γιος του Ασκληπιοδώρου πρέπει, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα του τρέχοντος έτους να καταβάλουν τριάντα τάλαντα από τα οφειλόμενα εμπορικά δάνεια, σε αυτούς που θα εκλεγούν τραπεζίτες της δημόσιας τράπεζας, κατά τη χρονιά μετά τα δύο έτη που στεφανηφόρος ήταν ο θεός και τα οποία ακολούθησαν το έτος του Μενεκράτη. Από τους τόκους αυτού οι τραπεζίτες θα έπρεπε να αποδώσουν στα αιρετά μέλη της επιτροπής τα απαραίτητα για την αγορά σιταριού ποσά και όταν θα λήξει η θητεία τους να παραδώσουν στους μετά από αυτούς τραπεζίτες.[1] . . . επαρκή συμβόλαια και να ζητήσουν οι εκλεγμένοι να γίνει αμέσως η  αγορά του σίτου ή η μίσθωση (της αγοράς) και να καταγραφεί στους  λογαριασμούς (της πόλης).

Για να τηρούνται τα αποφασισμένα και να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος  και ο Αθήναιος και ο γιος του Ευμένη Άτταλος και να μην επιτρέπεται σε κανέναν ούτε να πει ούτε να αναγνωρίσει εκ των υστέρων ούτε να προσθέσει ούτε να σημειώσει ούτε να θέσει σε ψηφοφορία ότι πρέπει να μεταβιβαστούν τα χρήματα σε κάτι άλλο και να μην υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως κάποιος πράξει κάτι αντίθετο με οποιονδήποτε τρόπο, το γραφέν να είναι άκυρο, και αυτός που έπραξε κάτι από τα απαγορευμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Και το ψήφισμα αυτό να αναγραφεί σε στήλη λιθίνη και να στηθεί στο ιερό του Διδυμαίου Απόλλωνος μπροστά από τον ναό.

Στους Ελληνιστικούς χρόνους το μοτίβο της τιμής του βασιλέως είναι ευρέως διαδεδομένο και καθίσταται κίνητρο για την καθιέρωση αγώνων, κοινωνικών εκδηλώσεων, οικονομικής ενίσχυσης των πολιτών και εφοδιασμό τους με βασικά είδη διατροφής [2].

Ευμένης Β΄ της Περγάμου (πιθανολογείται). Ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Naples National Archaeological Museum.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η διαδικασία απονομής τιμών στον Ευμένη Β΄, ηγεμόνα του Περγάμου και μέλος της δυναστείας των Ατταλιδών, κατά την ημερομηνία των γενεθλίων του, η συμβολή του στην ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου, καθώς και ο ρόλος των τραπεζών στην οικονομική ζωή των πόλεων των Ελληνιστικών χρόνων. Τέλος, διερευνάται και η ύπαρξη και άλλων χορηγιών του Ευμένη Β΄, ο σκοπός τους και ο τρόπος υλοποίησής τους.

Βάση της διερεύνησης της απονομής τιμών στον Ευμένη αποτελεί η επιγραφή Didyma 13 που βρέθηκε στα Δίδυμα της Μ. Ασίας αναφέρεται σε ψήφισμα της βουλής της Μιλήτου και ψηφίστηκε λίγο μετά το 159 π.Χ. Το συγκεκριμένο ψήφισμα παρέχει αρκετές πληροφορίες αλλά παρουσιάζει και αρκετά προβλήματα, σχετικά με τη διάθεση των χρημάτων της χορηγίας του Ευμένη και με την παρέμβαση σε αυτά της επιτροπής που ήταν επιφορτισμένη με την ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου [3].

Με βάση το ψήφισμα, αποστέλλεται από τη Μίλητο στον Ευμένη εκ νέου [4] ο Ειρηνίας Ειρηνίου [5], ο οποίος επηρέασε τόσο τον Ευμένη, ώστε ο τελευταίος να προβεί στην αύξηση του ποσού της χορηγίας προς την πόλη της Μιλήτου, καθώς και να αναλάβει ο ίδιος τα έξοδα που σχετίζονταν με τον εορτασμό των γενεθλίων του (στ. 9-12).

Η εορτή έπρεπε να λάβει χώρα στις έξι του μηνός Ληναιώνος [6] και η πόλη θα την χρηματοδοτούσε «από τα έσοδα των προαναφερομένων κεφαλαίων» [—Λη]ναινος τι κτηι π [τς πρ]οσ[δου] [τς κ τν ερ]ημνων χρημτων. (στ. 2-3) [7]. Δεν γνωρίζουμε το χρηματικό ποσό των κεφαλαίων, η μνεία όμως των εσόδων που απέφεραν, δείχνει ότι οι Μιλήσιοι τα είχαν τοποθετήσει, πιθανώς, σε δημόσια τράπεζα, σύμφωνα με τις οδηγίες του βασιλέως. Αυτή η τοποθέτηση ήταν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη για μακροπρόθεσμες δαπάνες [8].

Για την απονομή της τιμής στον Ευμένη, τη 12η του μηνός Ταυρεώνος [9] η  βουλή έπρεπε να εκλέξει δύο άνδρες που θα αναλάμβαναν την οργάνωση της λατρείας, τις θυσίες και τη δημόσια συνεστίαση [10] (στ. 10-15). Οι Μιλήσιοι αποφάσισαν να αυξήσουν τη λαμπρότητα της εορτής, προσθέτοντας τη διανομή έξι ημιέκτων του μεδίμνου σίτου (περίπου 26 κιλά) σε κάθε πολίτη. Επιπλέον, οι εκλεγμένοι άνδρες θα οργάνωναν και τα σχετικά με την πομπή από οπλισμένους εφήβους, και όλα τα άλλα όπως ορίζονταν από τον νόμο των στεφανηφόρων [11] και από τον κατάλογο των ιερέων (στ. 3-10).

Η επιτροπή των δύο αυτών ανδρών που ήταν επιφορτισμένη με την αγορά των δημητριακών θα ανανεωνόταν στο εξής κάθε χρόνο, στις 12 του μηνός Ταυρεώνος (στ. 15-19). Στο ψήφισμα αναφερόταν και ο εξής όρος «και προκειμένου οι προαναφερθείσες δωρεές να λάβουν την κατάλληλη διαχείριση, πρέπει οι πολίτες που επιλέχθηκαν για την ανέγερση του Γυμνασίου ο Ειρηνίας [12], ο γιος του Ειρηνίου και ο Ζώπυρος, ο γιος του Ασκληπιόδωρου, να πάρουν από την τράπεζα τριάντα τάλαντα από τα ανεξόφλητα από τους εμπόρους εμπορικά δάνεια, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα [13] εκείνου του έτους, με τη συναίνεση των εκλεγμένων τραπεζιτών της δημόσιας τράπεζας, για τον χρόνο που θα ακολουθήσει τη δεύτερη επωνυμία του θεού μετά τον Μενεκράτη· με αυτό το εισόδημα, οι τραπεζίτες θα πρέπει να παράσχουν στους αιρετούς πολίτες τα χρήματα για την αγορά των σιτηρών, και όταν λήξει η θητεία τους στο αξίωμα, θα πρέπει να παραδώσουν τα χρήματα στους επόμενους τραπεζίτες…» (στ. 19-31) [14].

Το δεύτερο σημαντικό θέμα, είναι αυτό που σχετίζεται με την κατασκευή του Γυμνασίου από την πόλη. Η πόλη, όπως εικάζεται από τη μελέτη του ψηφίσματος, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν διέθετε τα χρήματα για να πληρώσει τους κατασκευαστές του Γυμνασίου. Ο μοναδικός τρόπος επίλυσης του προβλήματος φαίνεται ότι ήταν η χρησιμοποίηση των χρημάτων που είχε δανείσει στους εμπόρους. Η προθεσμία αποπληρωμής όμως των ποσών αυτών ήταν ο μήνας Αρτεμισιών. Επειδή, η λήξη της προθεσμίας αποπληρωμής των δανείων από τους εμπόρους ήταν ακόμη μακρινή και η πόλη επειγόταν να πληρώσει τους λογαριασμούς των κατασκευαστών, η δωρεά του βασιλέως ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή. Έτσι, η Μίλητος αντί να κάνει αμέσως έντοκη τοποθέτηση ολόκληρου του ποσού που δώρισε ο Ευμένης, προκειμένου να τελεστεί η ετήσια εορτή, πήρε, πιθανόν με τη συναίνεση του βασιλέως, ένα μικρό ποσό για να οργανώσει την εορτή για τα γενέθλιά του, ενώ τα υπόλοιπα τα χρησιμοποίησε για να πληρώσει τους πιστωτές από τους οποίους είχε δανειστεί χρήματα για την ανέγερση του Γυμνασίου [15].

Ένα άλλο σημαντικό θέμα στην παρούσα επιγραφή αποτελεί ο όρος εμπορικά δάνεια· πιθανότατα γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο Ειρηνίας και ο Ζώπυρος είχαν πάρει εντολή να δανείσουν το διαθέσιμο κεφάλαιο, στο σύνολο ή εν μέρει, σε εμπόρους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για τις επιχειρήσεις τους, στοιχείο που μοναδική μαρτυρία ανάμεσα στις σωζόμενες μαρτυρίες. Σίγουρα η επιγραφική έχει διασώσει και άλλες μαρτυρίες δανείων που χορηγήθηκαν σε ιδιώτες από τα δημόσια ή τα ιερά ταμεία. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, επρόκειτο για πολύ ιδιαίτερες επιχειρήσεις, τα κεφάλαια των οποίων αποτελούσαν συχνότατα δωρεές ευεργετών· επιπλέον, αυτά τα χρήματα παρέμεναν επ’ αόριστον αδιάθετα, έτσι ώστε να αποδίδουν τακτικά τόκους που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για έναν ορισμένο σκοπό [16].

Σύμφωνα με τους μελετητές επρόκειτο, μάλλον, για δάνεια που είχαν δοθεί σε εμπόρους από μέρους της δημόσιας τράπεζας [17]. Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ότι στις πόλεις που υπήρχε δημόσια τράπεζα, αυτή ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση του κρατικού χρήματος· αυτή η ερμηνεία ωστόσο δεν εξηγεί, στην περίπτωση του κειμένου μας, τον λόγο για τον οποίο αυτά τα εμπορικά δάνεια αποπληρώθηκαν στην επιτροπή που ήταν αρμόδια για το Γυμνάσιο. Από την άλλη, η προθεσμία αποπληρωμής αυτών των εμπορικν δανείων ήταν ο μήνας Αρτεμισιών, δηλαδή το τέλος σχεδόν του χρόνου (στ. 22-23), ενώ τα ναυτικά δάνεια [18] έπρεπε να αποπληρωθούν μετά την επιστροφή από το ταξίδι, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ναυτικής περιόδου και όχι κατά το τέλος του χειμώνα [19].

Μπορούμε λοιπόν να ανασυνθέσουμε τα στοιχεία ως εξής: Από τη μια πλευρά, η άφιξη και η πώληση των προϊόντων που υποσχέθηκε ο Ευμένης χρειάστηκαν κάποιο χρόνο. Από την άλλη, η ανέγερση του Γυμνασίου δεν ξεκίνησε άμεσα και προφανώς επεκτάθηκε σε βάθος αρκετών ετών. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που τα έσοδα των πωλήσεων έμπαιναν στο δημόσιο ταμείο, οι επίτροποι μπόρεσαν να τα δανείσουν βραχυπρόθεσμα, π.χ. σε ετήσια βάση, και έπειτα να τα αποσύρουν από την κυκλοφορία στον βαθμό που τους ήταν απαραίτητα να τα χρησιμοποιήσουν σε κάποιες εργασίες τους. Είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε το κέρδος αυτών των επιχειρήσεων, λόγω του ότι αγνοούμε το ύψος των προς δανεισμό ποσών, καθώς και τον αριθμό και τη διάρκεια των συναλλαγών. Είναι ωστόσο πιθανόν οι Μιλήσιοι να είχαν αποταμιεύσει σημαντικά κέρδη, τα οποία πιθανώς τους επέτρεψαν να αφήσουν το κεφάλαιο άθικτο, ώστε να το χρησιμοποιήσουν εξ ολοκλήρου για τις εργασίες και να χρησιμοποιήσουν μόνο τους τόκους, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα καινούργιο κεφάλαιο[20].

Αυτό όμως δεν αποτελούσε παρά μία προσωρινή διάθεση των χρημάτων· η δωρεά του βασιλέως δεν μπορεί να εκτραπεί του σκοπού της, που δεν είναι άλλος από τη χρηματοδότηση του εορτασμού των γενεθλίων του. Επομένως, η πόλη, πιθανόν, με τη συγκατάθεση του βασιλέως, είχε παραδώσει αυτά τα χρήματα στα μέλη της επιτροπής που είχαν επιφορτιστεί με την ανέγερση του Γυμνασίου, προκειμένου να πληρωθούν οι κατασκευαστές. Είναι ευνόητος, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο τα μέλη της επιτροπής έπρεπε να καταβάλουν τριάντα τάλαντα σε αποζημιώσεις προς τη δημόσια τράπεζα. Υπήρχε δηλαδή ένα αρχικό κεφάλαιο το οποίο, προς στιγμήν είχε εκτραπεί του αρχικού σκοπού του [21]. Αυτός ο δανεισμός έγινε πιθανότατα από τη δημόσια τράπεζα της Μιλήτου [22].

Μετά από κάποιους ακρωτηριασμένους στίχους, διαβάζουμε ότι η επιτροπή που ήταν υπεύθυνη για τα δημητριακά έπρεπε «να προβεί άμεσα (;) στην αγορά των δημητριακών και να τα εγγράψει στον λογαριασμό»: π̣[οιε]̣ν [δ ․․c.7․․ εθς τν] καταγ̣ο[ρασμν] | [ τ]ν μσθω[σιν το στου κα] γγρ<φ>εσθαι ες τ[ν] [λ]γον. (στ. 34-36). Οι παραπάνω όροι είχαν ως σκοπό την προστασία του νέου κεφαλαίου από κάθε είδους παρεκτροπή. Για να τηρούνται όλες οι παραπάνω αποφάσεις και για να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, έπρεπε να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος (ο αδελφός του Ευμένη) και ο Αθήναιος (ο μικρότερος αδελφός του) και ο Άτταλος (Άτταλος ο Γ΄), ο γιος του Ευμένη και να μην υπάρχει καμία δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως παρά ταύτα κάποιος παρέμβει με κάποιο τρόπο, το ψήφισμα να είναι άκυρο [23], ενώ αυτός που παρενέβη σε κάτι από τα αποφασισμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Σε συμπλήρωση στην επιγραφή, διαβάζουμε την απόφαση να χαραχθεί το ψήφισμα πάνω σε πέτρινη στήλη και να τοποθετηθεί η τελευταία στο Ιερό των Διδύμων. Έτσι δικαιολογείται η ανακάλυψη της παρούσας επιγραφής στα Δίδυμα.

Τέλος, ένα άλλο θέμα που τίθεται είναι ο ρόλος της δημόσιας τράπεζας. Ένα κύριο χαρακτηριστικό που διέκρινε τη δημόσια τράπεζα από τις αντίστοιχες ιδιωτικές ήταν η φύση των καταθέσεων [24]. Από τους Ελληνιστικούς χρόνους και μετά υπάρχουν μαρτυρίες ότι αρκετές πόλεις διέθεταν δημόσια τράπεζα: η Αθήνα, η Κως, η Δήλος, η Τήνος, η Χίος, το Ίλιον, η Λάμψακος, η Μίλητος και, πιθανότατα, και άλλες. Από τους ρωμαϊκούς χρόνους και έπειτα, υπάρχουν μαρτυρίες για μερικές επιπλέον πόλεις, όπως π.χ. το Πέργαμον και η Ρόδος. Καταρχάς, οι μελετητές τείνουν να συμπεριλαμβάνουν στις δημόσιες τράπεζες και μερικές ιδιωτικές [25], οι οποίες έχαιραν ενός χρηματοπιστωτικού μονοπωλίου στα όρια της πόλης τους. Η πόλις του Βυζαντίου, για παράδειγμα, αποδεδειγμένα αποφάσισε κάποια στιγμή να πουλήσει το δικαίωμα της ανταλλαγής νομισμάτων σε αποκλειστικά και μόνο ένα ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (Αριστοτέλης Οκ. ΙΙ 1346b24-26 τν τε νομισμάτων τν καταλλαγν πέδοντο μι τραπέζ). Για να εξεύρουν κεφάλαια για τα θησαυροφυλάκιά τους, οι πόλεις συνήθως κατέφευγαν, εκτός από την πρόσκληση για εθελούσιες δωρεές χρημάτων (πιδόσεις), στον δημόσιο δανεισμό [26] και στη φορολογία.

H κάθε δημόσια τράπεζα διαχειριζόταν τέσσερα είδη λογαριασμών: Τον λογαριασμό της πόλης όπου είχε την έδρα της η τράπεζα, τους λογαριασμούς διαφόρων κρατικών αξιωματούχων, τους λογαριασμούς των διαφόρων ιδρυμάτων και τον λογαριασμό του Ιερού κάποιου θεού. Οι μαρτυρίες που πιστοποιούν την ύπαρξη και τις εργασίες του συνόλου αυτών των λογαριασμών συνήθως προσκομίζονται για να υποστηρίξουν την άποψη ότι η δημόσια τράπεζα εργαζόταν μόνο για έναν πελάτη, το Κράτος [27].

Επίσης, η δημόσια τράπεζα δεν εμπλεκόταν ποτέ σε ανταλλαγή νομισμάτων και δεν δεχόταν καταθέσεις σε ιδιωτικά νομίσματα, αν και σε μερικές περιπτώσεις η διάκριση μεταξύ «ιδιωτικών» και «μη ιδιωτικών» καταθέσεων φαίνεται ότι είναι λιγότερο χρήσιμη έως και χωρίς νόημα. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι οι δημόσιες τράπεζες όντως εργάζονταν με τις ιδιωτικές καταθέσεις, αλλά και υπήρχαν χάρη σε αυτές [28].

 

Άλλες χορηγίες του Ευμένη

 

Ο Ευμένης ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του φιλολαϊκή πολιτική προς τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και όχι μόνο, παρόλο που κάποιες από αυτές δεν τον συμπαθούσαν.

Μία από τις πόλεις που ευεργετήθηκαν ιδιαίτερα από τον Ευμένη ήταν η Μίλητος. Με βάση την επιγραφή McCabe, Miletos 45, στις αρχές της δεκαετίας του 160 π.Χ. οι Μιλήσιοι σχεδίαζαν την ανέγερση ενός Γυμνασίου και γι’ αυτό απέστειλαν τον Ειρηνία, γνωστό σε εμάς από το προηγούμενο ψήφισμα, στον Ευμένη, προκειμένου να ζητήσουν τη συνδρομή του. Κατόπιν τούτου, ο Ευμένης επέλεξε να τους στείλει, όχι μόνο την απαραίτητη για τις εργασίες ξυλεία αλλά και 160.000 μεδίμνους σίτου ή αλεύρου (αντιστοιχούν σε 6.000-7.000 τόνους), το οποίο, προφανώς, θα έπρεπε να πουλήσουν για να αποκτήσουν μετρητά χρήματα. Σίγουρα είναι δύσκολο να γνωρίζουμε την τιμή του σίτου εκείνη την εποχή στη συγκεκριμένη περιοχή, λόγω του ότι οι συγκρίσεις ήταν σπάνιες.

Επίσης, από τον Πολύβιο [29] γίνεται γνωστό ότι το 161/160 π.Χ., ο βασιλεύς Ευμένης ο Β΄ βοήθησε τους Ροδίους να ιδρύσουν ένα πλούσιο ίδρυμα, το οποίο είχε ως μοναδικό σκοπό τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης των παιδιών. Ο Ευμένης δώρισε 280.000 μεδίμνους δημητριακών (περ. 14.000 τόνους) προς πώληση. Τα κέρδη από την πώληση θα έπρεπε στη συνέχεια να τα τοποθετήσουν με τόκο και από αυτόν τον τόκο, οι Ρόδιοι θα πλήρωναν τους μισθούς των παιδευτν και των διδασκάλων των παιδιών. Το προς δανεισμό κεφάλαιο αυτού του ιδρύματος και μόνο υπολογίζεται μεταξύ 1,6 και 2,8 εκατομμύρια δραχμές. Δεν σώζονται λεπτομέρειες σχετικά με την διοικητική μηχανορραφία με την οποία οι Ροδίτες διαχειρίζονταν αυτό το δανειστικό σχήμα. Εφόσον δεν μαρτυρείται η ύπαρξη Ροδιακής δημόσιας τράπεζας κατά τη συγκεκριμένη εποχή, θα πρέπει να εικάσουμε ότι, όπως και στους Δελφούς, το σχήμα αυτό διαχειρίζονταν οι υπάρχοντες πολιτειακοί θεσμοί [30].

 

 Συμπεράσματα

 

Από τη σύντομη ανάλυση της διαδικασίας με την οποία χρησιμοποιήθηκε η τραπεζική πίστη στο ελληνιστικό βασίλειο του Περγάμου, συμπεραίνουμε ότι το μοτίβο της τιμής των βασιλέων είναι ευρέως διαδεδομένο κατά την Ελληνιστική εποχή και λαμβάνει ιδιαίτερες μορφές. Η χορηγία του Ευμένη, βάσει  της επιγραφής McCabe, Didyma 13 γίνεται με σκοπό την κάλυψη των εξόδων του εορτασμού των γενεθλίων του. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή χρήματα από τη χορηγία διατίθενται και για την αποπληρωμή των πιστωτών που ανήγειραν το Γυμνάσιο, επειδή τα εμπορικά δάνεια από τους ναυτικούς δεν είχαν αποπληρωθεί. Σε όλη αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε η δημόσια τράπεζα της Μιλήτου. Από τη μελέτη και άλλων επιγραφών προκύπτει ότι ο Ευμένης είχε προβεί και άλλες φορές σε χορηγίες, προκειμένου να επηρεάζει την πολιτική κατάσταση και άλλων ελληνιστικών κρατών.

Από ό,τι φαίνεται τον δεσποτικό χαρακτήρα του Ελληνιστικού βασιλείου, κατ’ επίφαση υπηρετούσαν λαοφιλείς οικονομικές χορηγίες των ηγεμόνων προς τον λαό. Αυτές όμως στην ουσία υποστηρίζονταν από την ανθηρή χρηματοοικονομική κατάσταση της Μ. Ασίας, μέσω της λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων δημόσιου χαρακτήρα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[2] Laum 1914, σ. 42.

[3] Στη Μίλητο χτίστηκε στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. με χρηματοδότηση κάποιου Ευδαίμονος ένα Γυμνάσιο στην Αγορά της πόλης, ενώ λίγες μόλις δεκαετίες αργότερα ο ηγεμόνας του Περγάμου Ευμένης Β΄ δώρισε στην ίδια πόλη δημητριακά και ξυλεία, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα χρήματα (βλ. παρακάτω σ. 7 επιγραφή McCabe, Miletos 45) για την κατασκευή ενός δεύτερου Γυμνασίου. Η αρχική αρχιτεκτονική μορφή του Γυμνασίου δε μας είναι γνωστή, αφού το οικοδόμημα μετασκευάστηκε στη Ρωμαϊκή εποχή. Σήμερα τα ερείπιά του έχουν εν μέρει αποκαλυφθεί. Αξίζει να αναφερθούμε στο μνημειακό ιωνικό πρόπυλο, που οδηγούσε από το Γυμνάσιο στο Στάδιο, στο οποίο ήταν χαραγμένο και το τιμητικό ψήφισμα των κατοίκων της Μιλήτου προς τον Ευμένη Β΄. Η ανέγερση του Γυμνασίου και του Σταδίου φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοδομικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε κατά τους Ελληνιστικά χρόνους, με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης, και απέβλεπε στην εξυπηρέτηση αθλητικών, θρησκευτικών και γενικότερα εορταστικών εκδηλώσεων. Πιθανότατα, κατά τη διάρκεια της τέλεσης μεγάλων εορτών, απλοί πολίτες και επισκέπτες της Μιλήτου, ιερείς και αθλητές συγκεντρώνονταν στο Γυμνάσιο και σχημάτιζαν πομπή, η οποία περνούσε μέσα από το Πρόπυλο για να καταλήξει στο Στάδιο.

[4] Είχε αποσταλεί και μερικά χρόνια ενωρίτερα, όπως γίνεται γνωστό από το ψήφισμα McCabe, Miletos 45.

[5] Μετά την τιμωρία της Ρόδου από τη Ρώμη για την επαμφοτερίζουσα στάση της, κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου, η Μίλητος περιήλθε στον έλεγχο των Ατταλιδών. Ο Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου, Μιλήσιος πρέσβης στην αυλή των Ατταλιδών, εργάστηκε προκειμένου και οι δύο πλευρές να ωφεληθούν από τη σχέση αυτή: ο Ευμένης Β΄ έδρασε ως ευεργέτης της πόλης, η οποία με τη σειρά της του απέδωσε τιμές ακόμα και μετά θάνατον. http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[6] Ο Ληναιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Γαμηλιώνα (16 Ιανουαρίου – 15 Φεβρουαρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[7] Migeotte 2012, σ. 118.

[8] Migeotte 2012, σ. 118.

[9] Ο Ταυρεών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Μουνιχιώνα (16 Απριλίου – 15 Μαΐου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[10] Migeotte 2012, σ. 119.

[11] Στεφανηφόρος ονομαζόταν ο επώνυμος άρχοντας της Μιλήτου, κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[12] Για τιμές που αποδόθηκαν στον Ειρηνία τον γιο του Ειρηνίου βλ. ψήφισμα του δήμου των Μιλησίων; 167/140 BC: *IDidyma 142.

[13] Ο Αρτεμισιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Ελαφηβολιώνα (16 Μαρτίου – 15 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[14] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[15] Derenne 1930, σ. 243 και Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[16] Migeotte 2012, σ. 120.

[17] Bogaert 1968, σσ. 260.

[18] Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι ιερές τράπεζες δεν εισέπρατταν «φύλακτρα», αλλά και δεν έδιναν τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις. Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας είναι γνωστό π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αιώνα. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%. Ρόλο τραπεζών και μάλιστα ανταγωνιστικό αυτού των ιδιωτικών τραπεζών έπαιζαν και τα Ιερά. Όσον αφορά στις ιδιωτικές τράπεζες, κατά κανόνα τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα αυτών των Ιερών ενώ στα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα επιτόκια έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[19] Bogaert 1968, σσ. 260-261.

[20] Migeotte 2012, σ. 120.

[21] Bogaert 1968, σ. 260.

[22] Οι πρώτες ενδείξεις για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ο κυρίαρχος θεσμός της πόλης-κράτους είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων, δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού απαραίτητη, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[23] Οι Ατταλίδες φρόντιζαν να θεσπίζουν νόμους που δεν επιδέχονταν μεταβολές. Έτσι δημιουργούσαν ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο διασφάλιζε την εξουσία τους.

[24] Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε διάφορα ιερά ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους των ιερών, εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[25] Σταδιακά, οι ιδιωτικές τράπεζες απέκτησαν αρκετά μεγάλη δύναμη, ώστε να μπορούν να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα, οι πόλεις αποταμίευαν, κατά κανόνα, χρήματα κατά τις περιόδους ειρήνης, οι περιπτώσεις που χρειάζονταν δάνεια ήταν, κυρίως, στις περιόδους πολέμων. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές τράπεζες να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του σε περιόδους πολέμου και γι’ αυτές οι πόλεμοι να αποτελούν πηγή πλούτου. Επιπλέον, μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση πολέμων ανάλογα ποιον από τους αντιπάλους θα επέλεγαν να δανειοδοτήσουν και με ποιο κόστος.

[26] Gabrielsen 2008, σ. 124.

[27] Gabrielsen 2008, σ. 117.

[28] Gabrielsen 2008, σ. 116.

[29] Πολύβιος ΧΧΧΙ 31, 1-3.

[30] Gabrielsen 2008, σ. 120.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bogaert 1968, Banques et Banquiers dans les Cités Grecques, Leyde: A.W. Sijthoff.
  • Chaniotis 2003, The divinity of Hellenistic Rulers, A. Erskine, A companion to the Hellenistic World, Blacwell, Oxford, σσ. 431-445.
  • Direnne 1930, “Note sur une inscription de MiletBCH τ. 54 (1930), σσ. 241-244.
  • Gabrielsen 2008, “The Public Banks of Hellenistic Cities”, PISTOI DIA TÈN TECHNÈN: Bankers, Loans and Archives in the Ancient World, Studies in Honour of R. Bogaert, K. Verboven, K. Vandorpe & V. Chankowski (ed.), Peeters, σσ. 115-130.
  • Laum 1914, Stiftungen in der griechischen und römischen Antike: ein Beitrag zur antiken Kulturgeschichte, Druck und Verlag von B.G. Teubner, Leipzig.
  • Migeotte 2012, Les dons du roi Eumène et les emporika daneia de la cité, R. Descat, STEPHANÈPHOROS, De l’économie antique à l’Asie Mineure, σσ. 117-123.
  • E. Samuel 1972, Greek and Roman Chronology. Calendars and Years in Classical Antiquity, München.

 

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – Ιστορικό παράδοξο: οι θρησκευτικές καταβολές του  Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού»


 

Την Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018 και ώρα 7.00 μ.μ., στην αίθουσα του Βουλευτικού στο Ναύπλιο  θα δώσει διάλεξη η Μαρία Δ. Ευθυμίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα: «Ιστορικό παράδοξο: οι θρησκευτικές καταβολές του  Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού».

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης 

Μαρία Δ. Ευθυμίου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO.

Στην ανακοίνωση αυτή υποστηρίζεται ότι το κίνημα της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα – και, κυρίως, η καλβινιστική οπτική των πραγμάτων – βρίσκεται στη βάση των στοχασμών και διακυβευμάτων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Η μεγάλη συμμετοχή καλβινιστικών ομάδων στην πρωτοπόρα Αγγλική Επανάσταση του 17ου αιώνα και ο δυναμισμός άγγλων στοχαστών του τέλους του 17ου αιώνα στους προβληματισμούς περί την κοινωνία και τη λειτουργία της αποδεικνύουν την διαδρομή σκέψεων και ωριμάνσεων που άνθισαν, στη συνέχεια, στον αμερικανικό, γαλλικό και αγγλικό 18ο αιώνα.

 

Μαρία Ευθυμίου

Η Μαρία Ευθυμίου γεννήθηκε το 1955 στη Λάρισα. Σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, από το οποίο έλαβε και τον τίτλο της διδάκτορος της Ιστορίας. Από το 1981 διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών θέματα από την Ιστορία του Ελληνισμού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας καθώς και Παγκόσμια Ιστορία. Έχει διδαχθεί επτά ξένες γλώσσες. Το 2013 έλαβε το «Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου -Στ. Πνευματικού».

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Πλευρές της Ελληνικής Επανάστασης που διαμόρφωσαν το μέλλον του Νεότερου Ελληνισμού»


 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  18 Μαρτίου 2018, και  ώρα 7.30   μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 

η κ. Μαρία Ευθυμίου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

με θέμα: «Πλευρές της Ελληνικής Επανάστασης που διαμόρφωσαν το μέλλον του Νεότερου Ελληνισμού».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Μαρία Ευθυμίου


 

Γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας  και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών  (ΕΚΠΑ).   Ολοκλήρωσε τους κύκλους των μεταπτυχιακών της σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, στο Παρίσι. Έχει διδαχθεί επτά ξένες γλώσσες.

Η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου.

Από το 1981 ανήκει στο διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό του ΕΚΠΑ. Στην παρούσα φάση, κατέχει τον τίτλο της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας. Από τη θέση αυτή, έχει διδάξει, επί 36 χρόνια, χιλιάδες φοιτητές, και εποπτεύσει δεκάδες σεμιναριακές και μεταπτυχιακές εργασίες και διδακτορικά. Έχει εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε επιτροπές ιστορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει παρουσιάσει επιστημονικές ανακοινώσεις σε πολυάριθμα διεθνή συνέδρια Ιστορίας. Έχει μετάσχει σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκπαιδευτικές δράσεις σε επίπεδο δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έχει συμμετάσχει στο εγχείρημα του Mathesis, των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, με έξι ενότητες ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας ( mathesis.cup.gr).

Κατά την ενδεκαετία 2006-2017, δίδαξε στο ευρύ κοινό – δωρεάν, σχεδόν καθημερινά, σε εσπερινή βάση, επί περίπου 2.300 ώρες – σε ολόκληρη την Ελλάδα (σε δήμους, βιβλιοθήκες, σχολεία, πολιτιστικά κέντρα, καθώς και σε φυλακές και κέντρα απεξάρτησης), κύκλους Παγκόσμιας και Ελληνικής Ιστορίας. Τα μαθήματα αυτά παρακολούθησαν δεκάδες χιλιάδες άτομα. Την άνοιξη του 2016 – στο πλαίσιο συνεργασίας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών – δίδαξε στο Μέγαρο έναν κύκλο 19 τρίωρων μαθημάτων παγκόσμιας Ιστορίας. Τα μαθήματα αυτά βρίσκονται ηλεκτρονικά αποθηκευμένα στη θέση Blod.gr Μαρία Ευθυμίου.

Έχει συγγράψει και επιμεληθεί τρία βιβλία Ιστορίας, ενώ έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους, περιοδικά Ιστορίας, πρακτικά συνεδρίων Ιστορίας και ένθετα Ιστορίας περί τις εβδομήντα μελέτες, επιστημονικές συμβολές και άρθρα της.

Ο ημερήσιος τύπος έχει, κατά καιρούς φιλοξενήσει παρεμβάσεις και τοποθετήσεις της σε σχέση με θέματα πανεπιστημιακά και κοινωνικά. Έχει αποδώσει στα ελληνικά ποιήματά της  Raquel Angel- Nagler, σε τέσσερα βιβλία ποίησης που έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Σιμίλη. Κατά το έτος 2013 τιμήθηκε με  το «Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου- Στ. Πνευματικού».

Είναι μητέρα δύο υπέροχων γιών, του Γιωργή και του Ρήγα Χατζηλάκου, και γιαγιά της Μάγιας και της ΄Ελενας. Είχε την ευλογία να είναι θυγατέρα δύο ακέραιων ανθρώπων, της Χριστίνας και του Δημήτρη Ευθυμίου, αδελφή ενός αγαπημένου αδελφού, του Πέτρου, μαθήτρια ενός σπουδαίου πανεπιστημιακού δασκάλου και ιστορικού, του Βασ. Βλ. Σφυρόερα.

Τέλος, έχει την τιμή να συγκαταλέγεται στον κύκλο των φίλων δεκάδων ζεστών, ουσιαστικών, αυθεντικών, ταλαντούχων, δημιουργικών, δοτικών και φωτεινών ανθρώπων- φίλων, συγγενών, συνορειβατών, συγκωπηλατών, συγχορευτών, συντραγουδιστών, συνοραματιστών, συν-συζητητών, συναδέλφων.

Read Full Post »

Μετά – Στοιχεία για το 2017 | 20ο  Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης


 

Το ντοκιμαντέρ του Αργολιδέα σκηνοθέτη Γιώργου Χρ. Ζέρβα, «Μετά – Στοιχεία για το 2017» προβάλλεται στην αίθουσα «Φρίντα Λίαππα», το Σάββατο 10 στις 18:00 και την Κυριακή 11 Μαρτίου στις  15:30, στα πλαίσια του 20ου Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Μετά το σοκ των μνημονίων διαφαίνεται πως η ελληνική κοινωνία επιχειρεί να ξεπεράσει τον παλιό εαυτό της. Αναστοχάζεται το παρελθόν προσβλέποντας σε μια νέα πνευματικότητα της καθημερινής ζωής όπου η αλληλεγγύη παίζει καθοριστικό ρόλο. Ο ένας ψάχνει τον άλλο για να πάρει και να δώσει όσα ξέρει και μπορεί, για να ανοιχτεί συνεργατικά σε καινούρια εργασιακά εγχειρήματα, για να συνταξιδέψει φιλικά, ερωτικά… Με βάση τις ραδιοφωνικές διαδικτυακές εκπομπές ενός δικτύου αλληλεγγύης ανοιγόμαστε σε χαρακτηριστικά πρόσωπα, πράξεις, γεγονότα του 2017.

 

Afterwards – data for 2017

 

[…] Τι σχέση έχουν μια ναυαγοσώστρια που μαθαίνει κολύμπι στους πρόσφυγες, δυο τυφλοί που επικοινωνούν με τη γλυπτική στο Φάρο τυφλών, το στήσιμο του πρωτοσέλιδου μιας μεγάλης συνεταιριστικής εφημερίδας, ένας Σύρος ψάλτης – μουσικός, μια κογκολέζικη γιορτή στη Λέσβο, μια αγγελία αναζήτησης συντρόφου…; Αυτά, μαζί με αρκετά άλλα, αποτελούν τις ψηφίδες του μωσαϊκού μιας εκδοχής της σημερινής ελληνικής κοινωνίας όπου κυριαρχεί η αλληλεγγύη, η ανάγκη ανάπτυξης της συνεργασίας, ο αναστοχασμός της ζωής μας με τη διεκδίκηση μιας πιο πνευματικής καθημερινότητας. Όμως παράλληλα διαφαίνεται και η μοναξιά των ανθρώπων που εναγώνια αναζητούν σύντροφο ή φίλο καθώς φαντασιώνονται το αλλού. Ένας ολόκληρος κόσμος που παλεύει να κοιτάξει μπροστά…

 

 

Σκηνοθεσία: Γιώργος Χρ. Ζέρβας

Σενάριο: Γιώργος Χρ. Ζέρβας, Βαγγέλης Παπαδάκης

Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Παναγιωτάκης

Μοντάζ: Γιώργος Χρ. Ζέρβας, Γιώργος Παυλούδης

Ήχος: Γιώργος Πόταγας, Νίκος Κεφαλογιάννης

Μουσική: Κωνσταντίνος Τσιώλης

Παραγωγή: Γιώργος Ζέρβας Film Productions

Συμπαραγωγή: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου

Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα

Έτος Παραγωγής: 2018

Διάρκεια: 82′

 

Read Full Post »

«Λυρική» Αντιγόνη: Αρχαία λύρα, χορός και ο λόγος του Σοφοκλή στην Αίθουσα «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος


 

Αντιγόνη, λάδι σε καμβά, έργου του Frederic Leighton, 1882, ιδιωτική συλλογή.

Η κορυφαία τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη», με μια λυρική ματιά και με τη συνοδεία αρχαίας λύρας θα παρουσιαστεί το Σάββατο 10 Μαρτίου στις 8:30  το βράδυ στην Αίθουσα «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος.

Το μουσικό τοπίο για το λόγο του Σοφοκλή θα αποτελέσει η αρχαία ελληνική λύρα, ένα μουσικό όργανο που σιώπησε για 1.600 χρόνια και αναβιώνει στα χέρια του συνθέτη, Νίκου Ξανθούλη.

Ο Νίκος Ξανθούλης, επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών, καλλιτεχνικός σύμβουλος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής, έχει αποσπάσει δύο φορές τη διάκριση «Kress Lectureship» για την έρευνά του στην αρχαία ελληνική μουσική. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει αφιερωθεί στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής λύρας, για την οποία έγραψε το πρώτο σολιστικό έργο έπειτα από 1.600 χρόνια σιωπής, το «Κοντσέρτο για αρχαία λύρα και συμφωνική ορχήστρα» που παρουσίασε το 2015 στην Πολωνία και το Βερολίνο.

Στην παράσταση της «Λυρικής Αντιγόνης» ο Νίκος Ξανθούλης έχει γράψει τη μουσική, συνοδεύει με την αρχαία λύρα του τα χορικά και τους μονολόγους, τραγουδάει και ερμηνεύει τους ρόλους του φύλακα, του Αίμονα και του αγγέλου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Νικόλας Ταρατόρης, ο οποίος ενσαρκώνει και το ρόλο του Κρέοντα.

Η «Λυρική Αντιγόνη» θα παρουσιαστεί σε μορφή αναλογίου.

Την Αντιγόνη υποδύεται η Δώρα Γιαννίτση, που το 2014 βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου «Romashka» του θεάτρου «Luna «Theater»» για την ερμηνεία της στο ρόλο της Αντιγόνης στη Μόσχα.

Επίσης, η χορεύτρια που ειδικεύθηκε στον αρχαίο χορό, Θάλεια- Μαρί Παπαδοπούλου, χορεύει, τραγουδάει και ερμηνεύει την Ισμήνη. Η μετάφραση είναι του Ανδρέα Χ. Ζούλα. Τέλος, την παράσταση συμπληρώνει προβολή βίντεο και σλάιντς, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα τόσο κλασικό όσο και μοντέρνο, λιτό όσο και περίπλοκο.

Την εκδήλωση διοργανώνουν, ο Δήμος Άργους Μυκηνών και η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους Μυκηνών.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »