Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Μότσης Φώτης


  

Φώτης Μότσης

Ο Φώτης Μότσης γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκκα Σούλι, το 1955. Από τα ιδρυτικά μέλη της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο ως εκπαιδευτικός.

 

Βιβλία του:

¨Κραυγές¨ (Σείριος, 1973), ποίηση

¨Απολογία των δρόμων¨ (Ελεύθερος Τύπος, 1983), ποίηση

¨Το μικρό απέραντο¨ (Ελλέβορος, 1999), ποίηση

¨Υδράργυρος ρέων¨ (Ελλέβορος, 2001), δοκίμια

¨Ο Ιούδας της νύχτας¨ (Ελλέβορος, 2003), ποίηση

¨Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου¨ (Ελλέβορος, 2005), ποίηση

¨Ηπειρώτικο¨ (Ελλέβορος, 2006), ποίηση

¨Νυχτερινό γαίας απείρου¨ (Ελλέβορος, 2007), ποίηση

 

χάρος ἄπειρος

 

΄Τοιμάζονται νά σφάξουν τό βαθύ τό αἷμα

Νά λαξοπελεκήσουν τά πλευρά τοῦ ὄρους   

Νά τ΄ἀποθέσουνε στήν πύρα ἐπάνω τῆς ψυχῆς τους

καθώς ἀπ΄τό ἡφαίστειο ἀναδεύουνε ίσκιοι λαμπροί

γιά ν΄ἀνασάνουν λαγαρόν αὐγερινό

τοῦ ἀποθαμένου τήν ἀνάσα

 

Ἐκεῖθε τά λιγνά πλευρά τῶν πεθαμένων

Ὅσων ἀκόμα ἀλυχτᾶν στό Σούλι

Ὅσων πηδᾶνε ἀϊσκιωτα ἀπό πηγάδι σέ πηγάδι

Στίβουν τό ἀναπάντεχο νερό

Δένουν στόν κόμπο τῆς Ἤπειρος τά σπλάχνα

Σβῶλο τά κάνουν

Bίγλα στό φρύδι τοῦ ὁρίζοντα

 

Σωρός τά ξύλα στήν αὐλή    

Mέ τόν σαπίτη μέ τή δεντρογαλιά καί τό κονάκι

στόν λήθαργο στήν τσέπη τοῦ χειμώνα

 

Χιόνι μεγάλο ἔρχεται ἀσήκωτο

Κιόλας ἀκούγεται ἀπό τά μακρινά

τραχύ τό βογγητό τῆς ἀγκαλιᾶς πού πάει νά σμίξει

Γυρνᾶν στή ρίζα τους τά δέντρα

Χορεύουνε τόν γύρο τῆς καρδιᾶς τους    

Τόν θάνατο ἀναπαριστοῦν χαρούμενα

μέ ρίζα ἀπ’ τόν λυγμό κομμένη     

 

Σφιχταγκαλιάζουν αἷμα τά κλαριά   

ἀνάβουν τά δαδιά τους ὅλα

Φυσᾶνε στό κλαρίνο χέρια δάχτυλα λυγμοί ἀνήφορος

Φυσᾶνε σ’ ὅλα τά μεριά ὁλοῦθε

γιά νά διαβεί το ψίκι μέ τόν χάρο

 

Ἔρχονται τότες φίλοι κι΄ ἄλλοι

νά ΄μολογήσουν τήν καλή κουβέντα    

νά πιοῦνε τό ρακί

Καί ἱστοροῦν τόν ἔρωτα

Ὅ,τι δέν ἔχει ἀρχή

καί πέρας οὔτε

Ὡσάν  ζωνάρι τοῦ θεοῦ

 

Φτύνουν στή χούφτα ροζιασμένη τήν εὐχή          

Καί φτύνουν τρίς πρός ὅλες τίς μεριές

τοῦ κόρφου τους

να μήν μᾶς ἀνταμώσει ἐδώ πάνω ὁ Ἄδης

Και το ξορκίζουνε μέ τοῦ στανιοῦ τόν λόγο

μέ τά καμώματα τῆς μυγδαλιᾶς

στά ἄσπρα της φουστάνια καί στά ρόδινα

 

Ἄγαρμποι ἀφτιασίδωτοι 

Μόλις ροβολημένοι ἀπό τίς λίπες

Φουμάρουν τά μουστάκια τοῦ καλαμποκιοῦ

Φουμάρουνε τῆς γῆς ὁλάκερης τον ἴλιγγο

Σέ κάθε χῶμα  Σ΄ ὅλα της τά βάθη ἀναρριγούν

Σφαδάζουνε στόν κάθε στεναγμό της

γιά ν΄ ἀκουμπήσουν ὕστερα ἀέρινα στό χῶμα

σέ γῆ πού ντύθηκε στ’ ἀνθρώπινα καί σεργιανᾶ

τρελλή χορευταρού στή σερνική τή νιότη ἔμπροσθεν

Καιρός χειμώνας Ἄπειρος

 

Ἐκειός

μέ κοντομάνικη φανέλα

Τό στῆθος δάσος κουμαριές ἀλλοπαρμένες

νά αἱμορραγοῦν ἀπ’ τόν καρπό κόκκινη μέθη

Δάχτυλα ἴσαμε τό σπυρί τοῦ ἀφαλοῦ τῆς γῆς

καί πρόσωπο ἄφοβο στόν ἥλιο

σταχυολογοῦσε τῆς μέρας τά καμώματα

Ἄρμεγε βροχές ἀπ’ τό πολύ ἀψηλά τό σύγνεφο

Μετροῦσε τίς ξερακιανές ρωγμές στόν πάτο στό πηγάδι

ὅπου εἶχε λέει κατηφορίσει φάρες καί φάρες

ὥσπου νά ΄βρεῖ τό ἄκριντο νερό τό ἀμίλητο

τό πετρωμένο αγερικό

γιά νά τό πιεῖ  νά γιάνει ὁ ἔρωτας

 

Καί ἦταν πάλι

μέσα σέ τούτη τήν ἀχλή ὀρθός

Στό διάβα τῶν ψυχῶν ξανά ὁλόρθος  

Ἐλαφροπετάει τή μιά ἀπό βουνό σέ ράχη

Ὕστερα ἐρωτοφιλεῖ τόν ἥλιο

Ἐνδύεται κατάσαρκα τούς δρόλαπες

Ποδένεται ὅλης τῆς θάλασσας τό ρίγος

καί δράμει νά κουρνιάσει

στ΄ ἀντραλεμένα γένεια τοῦ θεοῦ

 

Στούς ἴσκιους πού χαράζει ἀνάμεσο

τά φτερωτά τά ἄλογα στά κυριακάτικά τους

καί ἡ βηματισιά ἀπ΄τίς ψυχές

ὅσων ὁ Ἀχέροντας ἀρνήθηκε νά βρέξει

 

Ψηλόλιγνες γυναῖκες κυπαρίσσια γνέφανέ του

Ἄλλες  καμώνονταν τό δέντρο

Τή στιβαρή δεσιά στά ἄσπρα καί μέ τά φτερά

στό ἀπανώχειλο τοῦ λάκκου

Ἄλλες ἦσαν ἰτιές  ἦταν ἀνθοί

καθώς ὁδεῦαν ἄδουσες στήν κρήνη

καί ἴσα πού φύσαγε στό διάβα τους

ὁ ψίθυρος 

 

Θώπευση τρυφερή κρυφό φιλί

καλοστρωμένη ἀτσάλα

 

Στά πόδια του λησμονημένος ὕπνος

ἀνάδινε ἐρωτικά τριφύλλια

 

Ἄ! πῶς εἶν΄ ὁ θάνατος ὅμοια ἡ ζωή

Πῶς εἶναι ἡ ζωή θανάσιμη ἐδῶ πέρα

 

Τό βλέμμα της

ἀράγιστο ἴσαμε τώρα

λές

τῆς  μάνας πού τόν ἔκλαιγε ἀκόμα

 

 

 

ηπειρώτικο

Στην Ήπειρο

η ώρα της αυγής στιγμή

ήχος μέλας

του στεναγμού από τα βάθη του έρωτα

από την κόκκινη καρδιά του μαύρου κότσυφα

κι᾽ από το σπλάχνο του πουλιού πού λέει τα

χρώματα

Θεός πελώριος αφήνει στο κατόπι δρόμο λάλο

διαβαίνει τους λυγμούς της νύχτας καβαλάρης

στήνει με κεραυνό με πάταγο

την καλυβούλα του φωτός ψηλά πίσω απ΄ τον ήλιο

στα σκοτάδια

Δεν λογαριάζει σύμφωνα λαλεί λαλεί

και δεν κοντανασαίνει

παρά εκεί όπου ο αλαργινός ο φθόγγος

αϊ, αϊ, ούουου, ούουου

αφήνει τόπο στον ψιλό λυγμό

στο μοιρολόι

ομολόγει την καλημέρα στο τοπίο

σε  άλλον θεό χαμογελά

αγριεύει

Read Full Post »

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα (1941-2020)


 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού ήταν Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολούνταν και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, είχε πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, ήταν σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας ήταν τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Είχε εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσίευε άρθρα σε περιοδικά και έδιδε διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετούσε και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το 2012 η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη εξέδωσε το βιβλίο της Η Συμβολή της Αργολίδας στην Ανάπτυξη της Μουσικής, στο βιβλίο, η συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αργολίδα.

Ήταν συνεργάτιδα της  Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις  14 Ιουλίου του 2020.

 

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »