Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Ρηγόπουλος Γιάννης


 

Ρηγόπουλος Γιάννης

Ρηγόπουλος Γιάννης

Γεννήθηκε στη Νεστάνη της Αρκαδίας το 1952. Μεγάλωσε στο Άργος, γιατί εδώ εγκαταστάθηκαν οι γονείς του και έτσι τα παιδικά και μαθητικά χρόνια συνδέθηκαν έντονα με τη ζωή και τις παρέες της πόλης. Τελειώνοντας το «Οικονομικό Γυμνάσιο», πηγαίνει στην Αθήνα έχοντας εγγραφεί στην ΑΣΟΕΕ και έρχεται σε επαφή με το κλίμα της πρωτεύουσας και τα στέκια της, ιδιαίτερα εκείνα που συχνάζουν οι μύστες των τεχνών και των γραμμάτων. Γυρνώντας στο Άργος έχει ήδη διαμορφώσει μια άποψη για το δρόμο που θα ακολουθήσει και παρότι η εργασία του ως λογιστής του επιτρέπει να λύσει το βιοποριστικό, οι κρυφοί έρωτες τον σπρώχνουν σε δρόμους περίπλοκων αναζητήσεων και τον βάζουν στον πειρασμό των δύσκολων περασμάτων.

Σε μια εποχή όπου τα κυρίαρχα ιδεολογήματα επέβαλλαν απόλυτη υποταγή στις διαστρεβλώσεις του ελληνοορθόδοξου δόγματος, χρειαζόταν σε κάποιον δύναμη ψυχής για να μπορέσει η σκέψη του να αντέξει τις δυσκολίες ελεύθερων περιηγήσεων στο λόγο και την τέχνη. Η εικόνα του τοίχου στο βιβλιοπωλείο του με τα συνθήματα «21-4-1967, φονιάδες, Ζήτω ο στρατός», θα συμβολίζει για μια περίοδο, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι τολμούσαν να σκεφτούν με τρόπο διαφορετικό.

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος συνεχίζει και το 1975 εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αναγέννηση» με παναργολική κυκλοφορία. Η εφημερίδα θα μετατραπεί, λίγα χρόνια μετά, σε μηνιαίο περιοδικό που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα. Βιβλιοπωλείο και περιοδικά θα αποτελέσουν τα στέκια ενός κόσμου που αναζητά νέες πνευματικές εκφράσεις και που βοηθά στην αναγέννηση του πολιτισμού στην Αργολίδα.

Παράλληλα, οργανώνονται οι εκδόσεις «Ελλέβορος» και εκδίδεται το πρώτο τριμηνιαίο περιοδικό επιστήμης, γραμμάτων και τεχνών στην Αργολίδα. Στις σελίδες του «Ελλέβορου» και της «Αναγέννησης» θα βρουν φιλοξενία δεκάδες άρθρα με θέματα πολιτισμού, πολιτικής, κοινωνίας. Στην αίθουσα της «Αναγέννησης» θα παρουσιαστούν δεκάδες κείμενα, μελέτες διηγήματα, θα ακουστούν άπειρες γνώμες, κριτικές, εξηγήσεις και αναλύσεις και θα αναδειχθούν τα σημεία των συνεχών αναζητήσεων στους κόσμους που οργανώνει η ψυχή και η σκέψη.

Η «Αναγέννηση» θα υπάρξει για περισσότερο από τριάντα χρόνια το ελεύθερο βήμα έκφρασης των ανθρώπων της καθημερινότητας αλλά και εκείνων της αναζήτησης «εκτός των τειχών». Ένα πραγματικό στέκι για τη ζωή, τα γράμματα και τις τέχνες.

Ο ίδιος ο Γιάννης Ρηγόπουλος μετράει μια πλούσια ποιητική παρουσία, γνωστή και εκτός Αργολίδας, με σημαντικές εκδόσεις και ποιητικές συλλογές.

Μερικές από αυτές είναι: «Χιμαιροπλόκος» (1969), «Παράσταση» (1971), «Πειράματα επί φασιόλων» (1981), «Μικρό ανθολόγιο Αργείων ποιητών» (1994), «Είναι κάτι καράβια φαντάσματα» (1996), «Ενδοφλεβίως» (1998), «Λη» (2005).

Το 2005 βραβεύτηκε για την παρουσία και την προσφορά του με το περιοδικό «Αναγέννηση» από τον ΟΠΑΝΑΑΡ και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους.

  

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009.

Read Full Post »

Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος


 

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κορομπόκης) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1967 στο Άργος. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (1991) και της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1996). Εκάρη μοναχός (28-7-1991), χειροτονήθηκε διάκονος (18-8-1991) και πρεσβύτερος (13-10-1996) από τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβον.

Διηκόνησε την Ιεράν Μητρόπολην Αργολίδος ως Ιεροκήρυκας ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτην και συγγραφήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της αυτής Μητροπόλεως.

Η Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου, τον εξέλεξεν βοηθόν Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, με τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Επιδαύρου (14-10-2009).

Η χειροτονία του εις Επίσκοπον τελέσθηκε στον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Πέτρου Άργους, από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμον και πλειάδα Αρχιερέων (26-10-2009).

Στις 7 Οκτωβρίου 2016 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης.

Read Full Post »

Λαμπέρ-Αδάμ Ιουλιέττα – Lambert-Adam Juliette (1836-1936)


 

 Γαλλίδα φιλέλληνας η οποία  επισκέφθηκε την Ελλάδα και το Άργος το 1901. Διάσημη συγγραφέας διέθετε σημαντική δύναμη επηρεασμού της διεθνούς κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των γυναικών.

 

Lambert-Adam Juliette

Lambert-Adam Juliette

Γαλλίδα συγγραφέας   και πολιτικός, γεννημένη στο Βερμπερί της Γαλλίας. Υπήρξε σύζυγος αρχικά του δικηγόρου Λα Μεσίν και ακολούθως του πολιτικού Εντμόν Αδάμ. Ήταν οπαδός του Γαμβέτα* και μετά το θάνατο και του δεύτερου συζύγου της ίδρυσε το περιοδικό Νέα Επιθεώρηση που εξέφραζε αντιγερμανικές τάσεις. Η Ιουλιέττα Λαμπέρ, φίλη του Δημητρίου Βικέλα,** ταξίδεψε αρκετά στην Ευρώπη και το 1901 επισκέφθηκε την Ελλάδα. Η επίσκεψη αυτή ήταν η αφορμή για τη θερμή φιλελληνική στάση της, καθώς ο ενθουσιασμός της για τη σύγχρονη Ελλάδα συνδυάστηκε με τη ρομαντική αποθέωση του κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Με την επιστροφή της μετέφερε στα παρισινά σαλόνια έναν αέρα φιλελληνισμού που οδήγησε στην υπεράσπιση τόσο των εθνικών μας ζητημάτων όσο και των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών. Η ίδια έγραψε το έργο Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές, ενώ μετέφρασε το θεατρικό έργο του Βασιλειάδη Γαλάτεια. Άλλα έργα της Ιουλιέτας Λαμπέρ ήταν Η Αγωγή της Λάουρας, Ελληνίδα, Το όνειρο του θείου, κ.ά. Έγραψε επίσης έργα με το ψευδώνυμο Κόμης Παύλος Βασίλης.

 

Η Ιουλιέττα Αδάμ στο Άργος


 

Η Ιουλιέττα Λαμπέρ έφτασε στο Άργος το Μάρτιο του 1901, στο σταθμό την υποδέχτηκαν τα μέλη του Συλλόγου «Ίναχος» με επικεφαλής τον πρόεδρο του συλλόγου Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Ας δούμε τη έγραψε η εφημερίδα «Ίναχος», του ομώνυμου συλλόγου, στις 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 4.        

Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές[…] Τη δε 6 τρέχ. μηνός η κ. Αδάμ επισκέφθη την πόλιν μας, συνοδευομένη υπό της κ. Κατίνας Ευστρατιάδου, της δεσποινίδος Ελένης Ρούσσου και του κ. Π. Φαρμακοπούλου, και ελθούσα έκ Ναυπλίου. Επέβησαν πάντες ανοικτών αμαξών, άς είχεν εις την διάθεσίν των ο Σύλλογος, και διηυθύνθησαν εις το αρχαίον Θέατρον, όπερ η κ. Αδάμ περιειργάσθη και επήνεσεν.  

Εκείθεν δ’ εξέδραμον εις τας πηγάς του χαριτοβρύτου Ερασίνου. Η κ. Αδάμ δεν εχόρταινε το κάλλος και τα θέλγητρα του Αργολικού ορίζοντος και καταφύτου πεδιάδος, ως και του μαγευτικού τοπείου του Ερασίνου. Περιειργάσθη  εκεί πάν άξιον λόγου. Εισήλθεν εις το εντός βράχου του Χάου ναΐδιον της Ζωοδόχου Πηγής και γονατίσασα προσηυχήθη˙ είπε δε ύστερον, ότι ουδεμίαν ουσιώδη διαφοράν ευρίσκει μεταξύ της Εκκλησίας μας και της δυτικής.

Είτα επεσκέφθη το μέγα σπήλαιον του Ερασίνου και εθαύμασε τον αιωρούμενον πελώριον βράχον, εξήτασεν ύστερον τάς εκροάς του ποταμού και συνέλεξε πολλάς ενδιαφερούσας πληροφορίας περί του Ερασίνου, της φυτουργίας αυτού και των κατεστραμμένων ήδη πυριτουργείων. Ανεχώρησε δ’ εκείθεν καταγοητευμένη και αποκομίζουσα ωραία άνθη, άτινα προσέφεραν αυτή φιλοφρόνως και πάση τη συνοδεία οι αυτόθι στρατιώται του Οπλοστασίου.  

Επανελθούσα εις το Άργος, η κ. Αδάμ επεσκέφθη την αρχαίαν αγοράν και το νεωστί ανακαλυφθέν άγαλμα του ανθυπάτου Φωσφορίου. Περιήλθε δε είτα την πόλιν, δεχομένη πολλαχού παρά Κυριών ανθοδέσμας, και κατέλυσεν εις την οικίαν του αντιπροέδρου κ. Παπαντωνοπούλου, όστις παρέθηκεν αυτή εξαίρετον γεύμα.

ΆστυΕις το γεύμα τούτο παρεκάθησαν εκτός της κ. Αδάμ και της ακολουθίας της και των οικοδεσποτών, ο πρόεδρος του ημετέρου Συλλόγου και η χαριτόβρυτος δεσποινίς Συκομανδροπούλου εκ των εις τον Ερασίνον εκδρομέων. Περί την 1 μ.μ. η κ. Αδάμ εξέφρασε τας εγκαρδίους ευχαριστίας της διά την φιλοξενίαν, συνεχάρη τω Συλλόγω Ινάχω δια την δράσιν και προόδους του και συνοδευομένη υπό των συνδαιτυμόνων, απήλθεν αφ’ αμαξίων εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου.

Καθ’ οδόν πάντες εχαιρέτιζον αυτήν μετά σεβασμού, την έρραινον με άνθη και τη προσέφερον ανθοδέσμας. Ιδιαιτέρως δ’ ευηρέστησεν αυτή κομψότατος στέφανος εκ πανσέδων, ον τη προσέφερεν, ως ενθύμιον της πατρίδος μας, η δεσποινίς Ελευθερία Αλήκουλη και όστις περιεβάλλετο δι’ ωραίων μεταξωτών ταινιών, φερουσών το Γαλλικόν και Ελληνικόν ενθόσημον. Η κ. Αδάμ περί την 2 μ.μ. ανεχώρησεν εις Ναύπλιον, αποχαιρετίσασα πάσας εγκαρδιώτατα.

 

Το Ιούλιου του 1902 η ίδια εφημερίδα γράφει:

Η επιφανής Γαλλίς κ. Ιουλιέττα Αδάμ, συγγραφεύς και δημοσιογράφος, απέστειλε προς τον κ. Δημ. Βαρδουνιώτην, πρόεδρον του Ινάχον, το ωραίον αυτής σύγγραμμα  «Η παιδική ηλικία και η νεότης μου», το δεύτερον ήδη εκδοθέν εν Παρισίοις˙ συνόδευσε δε την φιλόφρονα δωρεάν δια τιμητικωτάτης αυτογράφου επιγραφής, ότι προσφέρει τω κ. Βαρδουνιώτη το βιβλίον της αυτό, ως συναδελφικόν ενθύμιον.

 

Υποσημειώσεις


* Γαμβέτας Λέων. Γάλλος πολιτικός (1838 – 1882). Γεννήθηκε στο Κοάρ της Γαλλίας και σπούδασε στο Παρίσι δικηγόρος. Η μεγάλη μόρφωσή του, η ευγλωττία του και η θέλησή του τον ανέβασαν στην κορυφή των δικηγόρων της εποχής του. Το 1869 εκλέγεται βουλευτής του δημοκρατικού κόμματος.

Στο γαλλογερμανικό πόλεμο θεώρησε υπεύθυνη της αποτυχίας την κυβέρνηση και με τη σπάνια ρητορική του ικανότητα διαφώτισε τον κόσμο και κατόρθωσε να μεταβάλει το καθεστώς της χώρας σε δημοκρατία και στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε ανάλαβε ο ίδιος το Υπουργείο των Εσωτερικών και Στρατιωτικών.

Αρνήθηκε να υπογράψει τη συνθήκη ειρήνης και εγκατέλειψε τη βουλή. Επανεκλέγηκε, υποστήριξε το Θιέρσο εναντίον των μοναρχικών και ίδρυσε την εφημερίδα «Γαλλική Δημοκρατία«.

Το 1881 σχημάτισε καινούρια κυβέρνηση, αλλά κατηγορήθηκε ως φιλοπόλεμος και ανατράπηκε το 1882. Ήταν μεγάλος φιλέλληνας, τάχθηκε πάντα υπέρ των ελληνικών δικαίων και συνέλαβε στην παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα κατά τη διάσκεψη του Βερολίνου.

 ** Ο Δημήτριος Βικέλας (15 Φεβρουαρίου 1835 – 7 Ιουλίου 1908) ήταν έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του «Λουκής Λάρας», (1879), έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα, ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ. Ο Δημήτριος γεννήθηκε στη Σύρο αλλά από την ηλικία των τεσσάρων ετών εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές


  • Εφημερίδα, «Ίναχος», τεύχος 4, 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 8, 25 Ιανουαρίου 1902, τεύχος 9-10, 6 Ιουλίου 1902.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Read Full Post »

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)


  

Ενεργή φιλέλληνας, αιώνια ερωτευμένη με τον Καποδίστρια η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών στη Ρωσική Αυλή, υπήρξε το πιο καίριο στήριγμα του Κυβερνήτη μα και χιλιάδων Ελλήνων που έφταναν κατατρεγμένοι στα ρωσικά εδάφη.

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Αριστοκρατικής καταγωγής Ελληνίδα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του ευγενούς Σκαρλάτου Στούρτζα και της κόρης του πρίγκιπα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Μουρούζη, Σουλτάνας. Ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη και τοποθετήθηκε σύμβουλος στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου, ενώ η Ρωξάνδρα με εξαιρετικές σπουδές διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα ευγενική και στοχαστική προσωπικότητα που εντυπωσίασε τους αριστοκρατικούς κύκλους της Πετρούπολης και την οδήγησε στην τσαρική αυλή όπου έγινε κυρία επί των τιμών.

 «Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρεί τόση εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία. Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής, οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα το πληρώσω ακριβά».

Εκεί η Ρωξάνδρα γνωρίστηκε με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος διορίστηκε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας. Ο έρωτας της Ρωξάνδρας Στούρτζα με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν φλογερός και άφησε εποχή. Ωστόσο ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, καθώς ο Καποδίστριας έφυγε για την Ευρώπη αρχικά και μετά για την Ελλάδα ως Κυβερνήτης.

«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

Η Ρωξάνδρα παντρεύτηκε τον κόμη Εντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και αφιερώθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, προσφορά στη μόρφωση των νέων Ελλήνων.

Ήταν μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων και βοήθησε προσωπικά όλους τους Έλληνες φοιτητές της δυτικής Ευρώπης. Στα χρόνια της Επανάστασης βοήθησε αποφασιστικά στο ζήτημα της περίθαλψης των Ελλήνων προσφύγων της Οδησσού, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τον αγώνα στην Ελλάδα μέσω των υψηλών επαφών της στην Ευρώπη. Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1844.

  

Πηγές


  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.
  • Στούρτζα Ρωξάνδρα, «Απομνημονεύματα», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2006.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

Ημέρες του ’40

 


(Μνήμες πολέμου στρατιώτη Δημητρίου Ι. Σιώτου)

Η ιστορική έρευνα έχει καταγράψει με λεπτομέρειες τις στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου, του έπους της Αλβανίας, μιας λαμπρής σελίδας στην ιστορία του ελληνικού λαού και του αγώνα του κατά του φασισμού. Όμως οι μαρτυρίες των ίδιων των πολεμιστών ή ακόμα και των αμάχων που έζησαν τα γεγονότα, αποτελούν μια επιπλέον ηρωική πράξη αφού μας μεταφέρουν εικόνες και εμπειρίες που δύσκολα μπορεί κανείς να βρει στα μεγάλα βιβλία της Ιστορίας.

Ένας απλός άνθρωπος που μόλις είχε τελειώσει την τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου, δε στάθηκε μόνο ηρωικά στα πεδία των μαχών, αλλά έγραψε και κατέγραψε μοναδικές στιγμές από τις μέρες του ’40 με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος ξεκίνησε από το χωριό του, τα Σταθέικα του σημερινού Δήμου Κουτσοποδίου, για το μέτωπο της Αλβανίας και ξαναγύρισε σ’ αυτό έχοντας αποτυπώσει κάποιες άγνωστες στιγμές  μιας μεγάλης εποποιΐας. Σας παρουσιάζουμε ορισμένα αποσπάσματα προσπαθώντας να διατηρήσουμε, όσο είναι δυνατό για την ευκολία της ανάγνωσης, τον αρχικό συγγραφικό χαρακτήρα.

 Στη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για να ζούμε σήμερα ελεύθεροι.

 

Επιστράτευση

 


 

Δημήτριος  Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Δημήτριος Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

«Εις τας 24/10/40 εκηρύχθη  η επιστράτεψη ημέρα Δευτέρα. Και στις 28/10/40 έφυγα για να πάω να καταταγώ. Αφού πήγα στο Άργος στην πλατεία του Αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκίνητο με άλλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σωτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασίλειον Μπούρην στο ξενοδοχείο όλοι μαζί να φάμε. Αφού φάγαμε και ήπιαμε καλά ξεκινήσαμε να πάμε για το Σύνταγμα να ντυθούμε. Αφού πήγαμε εκεί μας πήραν τα στοιχεία και μας κατάταξαν σε διάφορους λόχους. Εγώ, ο Κωνσταντίνος Σωτηρόπουλος, ο Ιωάννης Μιτσάκος, ο Δημήτριος Μπέλος, ο Ιωάννης Μπουλούκος, ο Γεώργιος Ντεβές, ο Νικόλαος Παπαδόπουλος καταταγήκαμε στον 10 λόχο του 3 Τάγματος και αμέσως ο σύνδεσμος του 10 λόχου μας καθοδήγησε για τον 10 λόχο ο οποίος έμενε απέξω από το χωρίον Ασίνη». (…)

«Στις 10/11/40 το προΐ μας λένε να μην απομακριθούμε διότι θα φύγουμε. Και όλην αυτήν την ημέραν μας εσημπλήρωσαν τας ελλείψεις που είχε ο καθένας και το βραδάκι ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε. Αφού μας δόσαν κουραμάνα και τυρί για δυο ημέρες μας βάλαν στη γραμμή και τον δημόσιο δρόμο. Στας 10 η ώρα φθάσαμε στο Ναύπλιον». (…)

«…στις 11/11/40 στις 10 η ώρα το προΐ φθάσαμε στην Αθήνα και εξεπεζέψαμε στον σταθμό του Ρουφ. Εκεί κατεβήκαμε από το τρένο και καθήσαμε έως τας 3 η ώρα το απόγευμα ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε.

Εκεί να ήβλεπες τι γίνονταν από τον Στρατό. Άλοι αποβιβάζονταν, άλοι κατέβεναν , από ότι σώμα ήθελες ήβλεπες εκεί ιππικό, πυροβολικό, πεζικό, μεταγωγικά και διάφορα άλλα είδη που από το ένα κατέβεναν στο άλλο ανέβεναν. Και εκτός του ενθουσιασμό του άμαχου πληθυσμού, άλλος έδινε τσιγάρα, άλλος γλυκά και διάφορα άλλα και μας αποχαιρετούσαν στο καλό κλαίοντας και συνγκινιόντας. Αφού εμπήκαμε στο τρένο της Λαρίσης και ετοιμάστη καλά, εξεκινήσαμε για το ωραίο μας ταξίδι. Και δίναμε τους τελευταίους μας αποχαιρετισμούς στην Αθήνα. Και ως που να βγουμε  έξω από την Αθήνα το ένα μέρος και το άλλο της γραμμής ήταν ο κόσμος σωρό και μας αποχαιρέταγαν στο καλό και με τη νίκη, μας πέταγαν τσιγάρα και λουλούδια και ότι είχε ο καθένας εύκαιρο…. Ταξιδεύοντας ενύχτωσε και δεν έβλεπες τίποτε πλέον, ήταν σκοτάδι και όπως ήμασταν ένας απάνω στον άλλο σε κάτι φορτηγά βαγόνια, ούτε να ξυστούμε δεν μπορίγαμε». (…)

  

Πορεία προς το μέτωπο

 


  

(Από Καλαμπάκα)

«Αφού φύγαμε στις 14/11/40 και προχωράγαμε όλην την ημέρα… φθάσαμε σε ένα χωριουδάκι Ορθοβούνι το βράδι. Εκεί κατασκηνώσαμε ως το προΐ αλλά είχε ξαστερώσει και έριξε έναν πάγο που το προΐ ήμασταν όλοι παγωμένοι σαν τσίχλες. Αφού φώτισε στις 15/11/40 πήραμε το τσάι και λίγες σταφίδες και ξεκινήσαμε πάλι τον ίδιο σκοπό, προχωρήσαμε όλο σε κάτι πλαγιές του βουνού που πήγαινε ο δρόμος και όλο κάτι στροφές και χαράδρες, το μεσημέρι φθάσαμε σε ένα χωριό Τρυγόνα… εφύγαμε και πήγαμε σε ένα χωριουδάκι Παλαιά Κουτσιούφλιανη αποπάνω και καταβλήσαμε. Εκεί έμενε και ο 1 λόχος Πολυβόλου και είδα τον Ανδρέα Φλίνο, τον Νικόλαον Νικολίτσαν οι οποίοι ήταν έτοιμοι και έφευγαν» (…)

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

«Στας 23/10/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το Σύνταγμα να φύγει, πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση  που δεν έβλεπες ούτε Θεό από τις οξιές. Δω να μείνουμε κει να φθάσουμε, που να μείνουμε, άλλος έπεφτε δώθε, άλλος γλίστραγε κείθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά, άλλο μουλάρι ήβλεπες είχε ντουμπαρίση και είχε πάει στο ρέμα, άλλο τα είχε γυρίσει και το σήκωναν, τι να έβλεπες χάλια αδιόρθωτα. Στας 12 η ώρα τη νύχτα ανεβένουμε στην κορυφή ενός ψηλού βουνού και καθήσαμε να ξεκουραστούμε μα που να καθόσουν είχε μια πασπάλα χιόνι ρίξει και κατόπιν πάγο, μας έκοψε το κρύο, ξεκινήσαμε και προχωρήσαμε ακόμη λίγη ανηφοριά και κατόπιν παίρνουμε μια κατηφοριά και κάτι λάσπες πιο χειρότερες που ούτε να σταθείς δεν μπόρηγες…. κολήσαμε το απέναντι μέρος στο άλλο βουνό. Εκεί καθίσαμε και και ανάψαμε φωτιά διότι ήταν ο πάγος  μια πιθαμή, ήταν ξημέρωμα στις 24/11/40 καθίσαμε όλην την ημέρα και σε όλο αυτό το διάστημα μόνον ένα χωριό είδαμε πιο πέρα έως 2 ώρες μακριά, το οποίον λεγόταν Μέτσοβο. Καθήσαμε όλην την ημέραν χωρίς ψωμί….. Στας 26/11/40… ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και το βραδάκι ξεκινήσαμε τον Δημόσιο δρόμο βαδίζοντας όλη τη νύχτα. Δω να μείνουμε κει να μείνουμε, δεν μας άφηναν πουθενά από την κούραση πέσαμε κάτω…».

«…το προΐ στις 3/12/40 αφού φώτησε σηκωθήκαμε να πάμε να βρούμε το λόχο…μόλις φτιάξαμε το αντίσκηνο μας λένε να το χαλάσουμε γιατί θα φύγουμε. Εκεί πιο κάτω είχε πέσει ένα αεροπλάνο, οι σκοτωμένοι φαινόντουσαν τα μνημεία που τους είχαν ενταφιάσει, μουλάρια, άλογα, τανξ κατεστραμένα όλα… Εις τας 3/12/40 το μεσημέρι ξεκινήσαμε και τον δημόσιο δρόμο στο αλβανικό έδαφος φθάνουμε σε μια γέφυρα η οποία ήταν χαλασμένη, ήταν η γέφυρα της κακαβιάς, αφού περάσαμε και όσο προχωράγαμε δεν μας άφηνε η βροχή να κάνουμε βήμα, το ήφερνε από εμπρός φυσητό και μας στράβονε και ήμασταν γινομένοι μουσκίδι έως τα εσώρουχα…»

«…το προΐ στις 7/12/40 ήφερε κάτι ρεβίθια ο λόχος και μόλις τα έβαλαν οι μαγείροι να τα μαγειρέψουν δεν είχαν ακόμη μουσκέψη, ήρθε διαταγή να φύγουμε αμέσως, χύνουν το νερό και μας δόσαν από μια χούφτα στον καθέναν και τα φάγαμε έτσι άβραστα και αμέσως ετοιμαστήκαμε να φύγουμε».

 

Στο μέτωπο

 


 

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

«…αρχίσαμε να ανεβένουμε προς την κορυφή του βουνού αλλά όσο απάνω και πιο σκούρα τα βρίσκουμε από το χιόνι. Αφού φθάσαμε στην κορυφή του βουνού μας λένε διάταξη μάχης και αμέσως λάβαμε θέσεις και προχωρήσαμε και καταλάβαμε εμπρός μας ένα άλλο ύψωμα, εμείναμε εκεί αμυνόμενοι έως το βράδυ….. έρχουνται και μας πέφτουν απάνου καμιά 30 Ιταλοί και τους πιάσαμε και εμπρός μας σε μακρινή απόσταση έφευγαν οι Ιταλοί, όλο έφευγαν τους βάνει το πυροβολικό μας και τους διέλυσε καμπόσους…..».

«…στις 13/12/40 κάνουμε μιαν επίθεση χωρίς να έχουμε αντίσταση, αφού προχωρήσαμε κάμποσα υψώματα εκεί λάβαμε αντίσταση και αμυνθήκαμε όλην την ημέρα και την νύχτα και την άλλη μέρα εκεί αμυνόμενοι στις 14/12/40 και δεν μας άφηναν να σηκώσουμε κεφάλι και στις 15/12/40 ήρθε ένας όλμος δικός μας  να μας ενισχύσει και σε αυτόν τον όλμον ήταν και ο Γιώργης ο Λαμπάδας… και αφού τους εξουδετέρωσε ο δικός μας όλμος και έφυγαν και εμείς κάναμε την επίθεση… εκεί που ήμουν στο οπλοπολυβόλο έρχεται μια οβίδα από όλμο και σκάζει 10 μέτρα πιο πέρα αλλά ευτυχώς δε μας σκότωσε μόνον τα χιόνια και τα χώματα μου έπεσαν απάνω…».

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

«Εις τας 18/12/40 το προΐ τους άρχιζε το πυροβολικό το δικό μας και τους αλόνησε, αλλά και το δικό τους πυροβολικό δε σταμάτησε καθόλου, το πυροβολικό τους, οι όλμοι τους και τα πολυβόλα τους γινόταν ανάστα ο κύριος. Το μεσημέρι τους κάνουμε μια επίθεση και τους καταλαμβάνουμε το ύψωμα που κάτεχαν αυτοί αλλά δεν είχε είδηση το πυροβολικό μας ότι θα πάμε εμείς εκεί και μας βάνει και αμέσως βάνουμε τις φωνές και κουνάγαμε τις κουβέρτες μας και τότε πήρε χαμπάρι και σταμάτησε αλλιός θα μας έκανε σκουπιδόχορτο… Αφού φώτησε στις 19/12/40 το προΐ βγάζω τα άρβηλα και τι να δω, ήταν πρησμένα και μελανά σαν να τα είχε το φίδι δαγγάσει από το χιόνι. Έρχετε ο γιατρός του το λέω, μου λέει δεν έχεις τίποτα θα περάσουν…το προΐ ο λόχος μετακινιότανε προς τα δεξιά διότι εκεί μας βάλουν από δυο μεριές και πηγαίναμε πιοπέρα σε ένα υψωματάκι αλλά εγώ δεν μπόρηγα να περπατήσω, ήταν στις 20/12/40 το λέω στο λοχαγό, στον υποδιοικητή ότι δεν μπορώ να πάω κοντά και μου λεν αν θέλω να ακολουθήσω το λόχο ήτε να μείνω να πεθάνω εκεί χάμω στο έλεος του Θεού…».

«Εις τας 24/12/40 το προΐ… μας δόσαν από ένα τέταρτο κουραμάνα και πήραμε σιγά σιγά σαν τίποτα γέρους ακουμπόντας με κάτι παλιόξυλα… και φθάσαμε στο ορεινό χειρουργείο και μας λέει ο γιατρός να κατεβούμε στη γέφυρα που ήταν άλλος γιατρός και περιλάβενε τους τραυματίες…».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

«Εις τας 25/12/40 … πήγαμε στο γιατρό, αμέσως μας βάνει στο αυτοκίνητο και μας κατήφθηνε στα Γιάνενα και το βράδυ στις 10 η ώρα πήγαμε στα Γιάνενα, αμέσως μας κάναν από μια ένεση αντιτετανικού ορού… αλλά μόλις βγάλαν την κάλτσα εβγήκε η επιδερμίδα μαζί με την κάλτσα όλου του ποδιού από την πτέρνα έως τα νύχια και τα νύχια μαζί βγήκαν όπως γδέρνεις το αρνί. Ε μας τα δέσαν με γάζες και βαμπάκια και επιδέσμους και μας στρώσαν χάμω να κοιμηθούμε, μας δόσαν κρέας με ρύζι να φάμε και πέσαμε να κοιμηθούμε. Το νοσοκομείο το λέγαν Αρκαδία. Αφού κοιμηθήκαμε το προΐ στις 26/12/40 είπαν και μας διόξαν για την Άρτα».

 

Η επιστροφή

 


 

«Εις τας 27/12/40 το προΐ μας δόσαν το γάλα και αμέσως μας βάλαν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε για το Αγρίνιο… εκεί κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και μπήκαμε στο τρένο  και στις 7 το βράδι φθάσαμε στο Μεσολόγγι, εκεί ήταν έτοιμο το πλοίο… και στις 10 η ώρα ξεκινήσαμε για τον Πειραιά….».

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

«Εις τας 28/12/40 στις 11 η ώρα πήγα στον Ευαγγελισμόν νοσοκομείον… μου γλύτωσαν τα πόδια. Εις τας 28/1/41 το βράδυ με διακόμησαν σε άλλο νοσοκομείο και με πήγαν  στο 15, φοιτητική λέσχη, 2 όροφος, 5 θάλαμος και εκεί πέρασα πολύ καλά… εκάθησα έως τας 14/3/41 και μας διεκομίζουν για την Τρίπολη… μας πήγαν στες στρατώνες του 11 Συντάγματος σε κάτι θάλαμους που πρωτύτερα βάναν αιχμαλώτους… στας 25/4/41 πήγα και πήρα το απολυτήριο ανικανότητος… στας 26/4/41 σηκώθηκα και πήγα στην πλατεία μήπως κανά αυτοκίνητο και φύγω… αφού είχε νυχτώσει καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πήρε και ολονυχτίς στο δρόμο… στη 1 η ώρα κατέβηκα στο Άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ήλιο έφθασα στο χωριό στο σπίτι, αλλά ήταν όλοι χωμένοι στις τρούπες από τους βομβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρύνω και να τους συγγεντρώσω να μαζευτούν στο σπίτι και τελειώνει το βίος του ελληνοΐταλικού πολέμου.

Τέλος

Στις 27/5/41 έφθασα στο σπίτι.

 

Επιμέλεια : Γεώργιος Κόνδης

 

Read Full Post »

Ναυπλιακά (1862)


 

Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Αθανάσιος Μιαούλης

Στο Ναύπλιο, λόγω του αντιδυναστικού πνεύματος που επικρατούσε και που ήταν διαδεδομένο στο στρατό από το 1861, η κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη είχε εκτοπίσει αξιωματικούς όλων των όπλων για πειθαρχικά παραπτώματα. Τον Δεκέμβριο του 1861 βρέθηκαν στο Ναύπλιο όσοι υπηρετούσαν στη φρουρά ή στις φυλακές του Ιτς-Καλέ, γύρω στους έντεκα αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων οι ανώτεροι Αρτέμιος Μίχος, Πάνος Κορωναίος, Δ. Μπότσαρης και Χ. Ζυμπρακάκης και οι κατώτεροι Δ. Γρίβας, γιος του Θ. Γρίβα, ο Παραμυθιώτης, ο Σμόλενιτς, ο Πραΐδης, ο Μάνος, ο Κατσικογιάννης, ο Παγένος και ο Δημόπουλος.

Οι αξιωματικοί αυτοί άρχισαν τις συνομωσίες για την ανατροπή  του Όθωνα και πέτυχαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να μυήσουν ένα μεγάλο μέρος των αξιωματικών και των υπαξιωματικών της φρουράς του Ναυπλίου, του Ιτς-Καλέ και του Παλαμηδίου προς επίμετρο δε συνεννοήθηκαν με τους πολιτικούς Γεώργιο Πετιμεζά και Πέτρο Μαυρομιχάλη και παρέσυραν στη συνομωσία ικανούς ιθύνοντες του Ναυπλίου, όπως τον Δήμαρχο, την πλειονότητα του Δημοτικού Συμβουλίου, τον πρόξενο Ζαβιτσιάνο, μέσω του οποίου είχαν ασφαλή αλληλογραφία με άλλους Αθηναίους πολιτικούς, στρατιωτικούς συνωμότες και ικανή μερίδα επιστημόνων και προυχόντων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η στάση και η κατάληψη των φρουρίων είχε ορισθεί για τη νύχτα της 3ης προς 4η Φεβρουαρίου, αλλά εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού οι συνωμότες στασίασαν τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου. Με συνθηματικούς πυροβολισμούς από τους διάφορους προμαχώνες του φρουρίου και των στρατώνων επιτέθηκαν κατά των πιστών ή αμύητων αξιωματικών και συλλαμβάνοντάς τους έγιναν κύριοι των φρουρίων και της πόλης. Συνέλαβαν και φυλάκισαν τον νομάρχη, τον φρούραρχο συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, τον αντισυνταγματάρχη Ζορμπά και τους ταγματάρχες Στέλβαχ και Γιάνναρη, έως και κάποιους κατώτερους, διέρρηξαν τις φυλακές, αποφυλάκισαν όλους τους φυλακισμένους και συνέστησαν προσωρινή κυβερνητική επιτροπή αποτελούμενη από στρατιωτικά και πολιτικά πρόσωπα, απηύθυναν δε διάγγελμα προς τον λαό και τον στρατό ζητώντας: α) τη μεταβολή του κυβερνητικού συστήματος, β) τη διάλυση της Βουλής και γ) τη συγκρότηση Εθνοσυνέλευσης «για την ανάκτηση των καταπατημένων ελευθεριών».

Οι στρατιωτικοί από την επόμενη ημέρα άρχισαν να προετοιμάζουν την άμυνά τους. Ανώτερος αρχηγός ανακηρύχθηκε ο Αρτέμιος Μίχος, αρχηγός των γενικών επιτελών ο Πάνος Κορωναίος με επιτελείς τους Ιωάννη Μανωλάκη, Θ. Κυδωνάκη, Θ. Πετιμεζά και Μ. Μοσχόπουλο. Ο ταγματάρχης Δ. Μπότσαρης διορίσθηκε φρούραρχος Παλαμηδίου. Το Άργος  και η Τρίπολη πραγματοποίησαν στάση την επόμενη και μεγάλο μέρος της δεύτερης φρουράς και ολόκληρη η πρώτη φρουρά έσπευσαν στο Ναύπλιο και ενώθηκαν με τους επαναστάτες. Οι γνώμες ωστόσο των επαναστατών διχάσθηκαν. Στο συμβούλιο που έγινε τη 2η ημέρα του Φεβρουαρίου ο Κορωναίος πρότεινε την άμεση εκστρατεία κατά της Αθήνας, αλλά ο αρχηγός Μίχος υποστήριξε ότι όφειλαν να παραμείνουν στο Ναύπλιο και να κρατήσουν την πόλη και τα φρούρια, εν αναμονή της στάσης της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων.

Η κυβέρνηση της Αθήνας, παρότι θορυβήθηκε από την πρώτη είδηση, διευθυνόταν από έναν άνδρα που διέθετε ψυχραιμία και θέληση, τον Αθανάσιο Μιαούλη, πέτυχε να συγκεντρώσει σε διάστημα 58 ωρών δύναμη 4.000 ανδρών στην Κόρινθο, ενώ μέσα σε δύο ημέρες ανέβασε τη δύναμή της σε 6.000 άνδρες με πυροβολικό, ιππείς και εθελοντικές ομάδες, διόρισε δε αρχηγό τον φιλέλληνα υποστράτηγο Χαν (Hahn), και απηύθυνε διάγγελμα μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, που άρχιζε με τις φράσεις: «Συστρατιώτες, στυγερό έγκλημα διαπράχθηκε από εκείνους, στα χέρια των οποίων η πατρίδα εμπιστεύθηκε το ξίφος για τη διατήρηση της ισχύος και της τάξης», και αφού δούλεψε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, έριξε μέσα σε πέντε μέρες κατά του Ναυπλίου ισχυρή δύναμη πιστού κυβερνητικού στρατού.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου ο βασιλιάς Όθωνας επιθεώρησε τον στρατό που είχε συγκεντρωθεί στην Κόρινθο και προσφώνησε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες, οι οποίοι ορκίσθηκαν πίστη και επευφήμησαν τον βασιλιά. Μετά την επιθεώρηση ο Χαν διέταξε την κάθοδο της φάλαγγας προς την αργολική πεδιάδα. Οι πρώτες αψιμαχίες και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού άρχισαν από τα Δερβένια Κορινθίας, όπου ο αξιωματικός του ιππικού των στασιαστών Τριτάκης, αρχηγός των ιππέων, προσπάθησε να αναστείλει την κάθοδο των κυβερνητικών.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Οι επαναστάτες έστειλαν ως ενίσχυση δύο λόχους πεζικού, μία ίλη ιππέων, 4 πυροβόλα και γύρω στους 100 εθελοντές, ως επί το πλείστον Αργείτες, υπό τις εντολές των αξιωματικών Σμόλετς, Πραΐδη, Παγώνη και Δημόπουλου και αρχηγό της μικρής φάλαγγας τον Ζυμπρακάκη. Όμως ο Ζυμπρακάκης υποχώρησε από τις ανώτερες κυβερνητικές δυνάμεις, αφού ακροβολίστηκε στο Άργος. Την επόμενη ημέρα εγκατέλειψε την πόλη και κλείστηκε στο Ναύπλιο. Οι κυβερνητικοί, όταν κατέλαβαν το Άργος, άρχισαν από τη μεθεπόμενη της 8ης Φεβρουαρίου να προετοιμάζονται για κατάληψη του Ναυπλίου μετά από την πολιορκία, οι δε επαναστάτες για την άμυνά του. Οι τελευταίοι κατέλαβαν την ανατολική πλευρά του Ναυπλίου, την Άρια, από όπου προερχόταν η ύδρευση της πόλης, τοποθετώντας 300 άνδρες υπό τους αξιωματικούς Κατσικογιάννη, Σμόλενς και Δημόπουλο, οχύρωσαν τους προς τη βορειοδυτική πλευρά λοφίσκους του Προφήτη Ηλία, στους οποίους τοποθετήθηκε ο Γρίβας με τους ανθυπολοχαγούς Μάνο, Πραΐδη και τον ανθυπολοχαγό Παγώνη με 200 άνδρες. Επίσης κατέλαβαν και οχύρωσαν στη θέση «Μύλοι Ταμπακόπουλου», όπου τοποθετήθηκαν οι αξιωματικοί Νικηταράς, Λώρης και Κακλαμάνος με λόχο πεζικού.

 

Πάνος Κορωναίος

Ο Κορωναίος, που ανέλαβε τη γενική διοίκηση της εφεδρείας, οχυρώθηκε στην Πρόνοια, επιβλέποντας την άμυνα γενικότερα. Ο κυβερνητικός στρατός, που στρατοπέδευσε στην Τίρυνθα, επιτέθηκε το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου κατά των τριών θέσεων της άμυνας των στασιαστών ταυτόχρονα. Σφοδρή μάχη πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις δυνάμεις του πυροβολικού, η οποία διήρκεσε έως το βράδυ. Οι επαναστάτες παρέμειναν κύριοι των θέσεών τους, αλλά έχασαν στη μάχη δύο αξιωματικούς, τον Παγώνη και τον Δημόπουλο και 27 άνδρες, είχαν δε τριπλάσιους τραυματίες. Από τους κυβερνητικούς σκοτώθηκε ο λοχαγός του πεζικού Κουμουνδουράκης και 31 άνδρες, τραυματίστηκαν τέσσερις αξιωματικοί και 170 στρατιώτες. Το αίμα που χύθηκε ερέθισε τους αντιμαχόμενους και η αδελφοκτόνος πάλη είχε πιο αιματηρές συνέπειες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου γίνονταν πεισματώδεις και αιματηρές συρράξεις στα χωριά Κατσίγκρι, Τολό, Χαϊδάρι, Τζαφέραγα, περιβόλι Ροδίου και Παπαφωνά. Ο Χαν, που προετοίμαζε αποφασιστική επίθεση, για να αποκλείσει τους στασιαστές μέσα στο φρούριο, τους καταπονούσε με συνεχείς αιφνιδιασμούς. Η αποφασιστική επίθεση έγινε την 1η Μαρτίου. Κυβερνητικά στρατεύματα, δύναμη 4.000 ανδρών με πυροβολικό, επιτέθηκαν ταυτόχρονα εναντίον όλων των θέσεων των επαναστατών και μετά από ολοήμερη μάχη να τους εκτοπίσουν από τις οχυρωμένες θέσεις τους, τους ανάγκασαν να κλειστούν εντός των τειχών του Ναυπλίου. Κατά τη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές πέντε αξιωματικοί και 103 στρατιώτες, μεγάλος δε ήταν ο αριθμός των τραυματισμένων.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Στις πύλες του Ναυπλίου τραυματίστηκε και ο αντισυνταγματάρχης Κορωναίος, ο οποίος συνελήφθη ως αιχμάλωτος από τους κυβερνητικούς, σκοτώθηκαν οι αξιωματικοί Δυοβουνιώτης, Φανδρίδης και Οικονομίδης. Την επόμενη της αιματηρής μάχης, ο Χαν απέκλεισε το Ναύπλιο και έστησε προ των πυλών του πυροβόλα, ενώ απέστειλε προς τον αρχηγό Αρτ. Μίχο επιτακτικό έγγραφο, δηλώνοντας ότι εάν η φρουρά και οι πολίτες δεν παραδοθούν άνευ όρων, θα βομβαρδίσει την πόλη. Οι επαναστάτες, που συνήλθαν σε συμβούλιο, διαφώνησαν. Οι μεν έκριναν περιττό να χυθεί επιπλέον αδελφικό αίμα και πρότειναν την κατάπαυση του αγώνα και την παροχή αμνηστίας, οι δε αδιάλλακτοι επέμειναν στην άμυνα. Οι τελευταίοι ήταν οι Δ. Γρίβας, Γαρδικιώτης, Γρίβας, Μάνος, Κατσικογιάννης, Σμόλεντς, Πραΐδης και Σουλιώτης. Μεταξύ των αδιάλλακτων τάχθηκε και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, επαναστάτισσα από τις σφοδρότερες, της οποίας το σπίτι αργότερα έγινε το έδρα των αδιάλλακτων επαναστατικών ενεργειών κατά του Όθωνα.

Οι διαλλακτικοί με αρχηγό τον Μίχο απέστειλαν την επόμενη ημέρα την απόφαση περί αμνηστίας του Χαν. Ενώ η κυβέρνηση της Αθήνας αποδέχτηκε την αμνηστία, εξαιρώντας από αυτήν δώδεκα στρατιωτικούς και επτά πολιτικούς. Στο Ναύπλιο επικράτησαν οι αδιάλλακτοι με αρχηγό τον Δ. Γρίβα, οι οποίοι, παρά τη σιωπηλή εκεχειρία, υπό την οποία τελούσαν οι αντίπαλοι, άρχισαν αιφνιδίως σφοδρό κανονιοβολισμό κατά των πολιορκητών. Οι πολιορκητές με πυροβολισμούς κατά της πόλης, προκάλεσαν σύγχυση και ταραχή χωρίς θύματα, πέτυχαν όμως με αυτόν τον τρόπο την επικράτηση των φιλειρηνικών, με συνέπεια να παραδοθεί το Ναύπλιο την 7η Απριλίου, να εισέλθει και να καταλάβει την πόλη ο κυβερνητικός στρατός το πρωί της επόμενης ημέρας.

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι εξής αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης, Χαρ. Ζυμπρακάκης, Δημ. Γρίβας, Χρ. Κατσικογιάννης, Διον. Τριτάκης, Χρ. Γρίβας. Θρ. Μάνος, Αλέξ. Πραΐδης, Νικ. Σμόλεντς. Επίσης εξαιρέθηκαν από την αμνηστία και οι εξής πολιτικοί επαναστάτες: Γ. Α. Πετιμεζάς, Π. Μαυρομιχάλης, Κων. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος, Σπ. Ζαβιτσάνος, Γ. Φραγκιάς. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Πηγή


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα, 1930.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Κωστής Κωνσταντίνος (1833-1899)


  

Κωστής Κωνσταντίνος

Κωστής Κωνσταντίνος

Καθηγητής της Νομικής Σχολής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και σπούδασε αρχικά στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να μετεγγραφεί στη συνέχεια στη Νομική. Μετά την απόκτηση του πτυχίου του μετέβη στη Γερμανία, όπου και ολοκλήρωσε τις νομικές του σπουδές και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Βερολίνου το 1856. Μετά από ένα σύντομο διάστημα παραμονής στο Παρίσι και στο Λονδίνο γύρισε στην Αθήνα και διορίστηκε υφηγητής του Ποινικού Δικαίου το 1860, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να διδάξει από την έδρα εξαιτίας των φοιτητικών ταραχών, παρά μόνο τρία χρόνια αργότερα. Το 1875 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Ποινικής Νομοθεσίας, ενώ το 1879 ανέλαβε την έδρα του μαθήματος. Ανέλαβε πρυτανικά καθήκοντα κατά το ακαδημαϊκό έτος 1884-85.

  

Πηγή


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).

Read Full Post »

Στεφανίτσης Πέτρος (1792-1863)


 

Ο Πέτρος Δ. Στεφανίτσης γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1792. Σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και γύρισε στο νησί του πριν από την ελληνική επανάσταση. Τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι (1821-26) να ζει όλες τις περιπέτειες και να σώζεται στην Έξοδο. Στο Ναύπλιο, που κατέφυγε, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Σώματος των Επτανησίων, που είχε σκοπό να βοηθήσει την πολιορκημένη Ακρόπολη (1826). Υπηρέτησε επίσης γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου (1827-33). Από τον Όθωνα διορίστηκε γιατρός στη Φάλαγγα. Πεθαίνοντας (1863) χάρισε την περιουσία του στην Ριζάρειο σχολή.

 

Γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου


 

Ο Πέτρος Στεφανίτσης διορίστηκε γιατρός και επιστάτης του νοσοκομείου Ναυπλίου στις 4 Ιουλίου 1827 με διαταγή της Γραμματείας Εσωτερικών και Αστυνομίας. Αλλά και πριν από την ημερομηνία αυτή συμμετείχε στη διακονία του νοσοκομείου. Από τη θέση του επιστάτη του νοσοκομείου, πέρα από τα εσωτερικά θέματα που αντιμετώπιζε, σχετικά με τη νοσηλεία και την τροφοδοσία των ασθενών του, είχε να φροντίσει και για την εξεύρεση και κατοχύρωση των πόρων του νοσοκομείου, γιατί οι νόμοι και οι διαταγές της διοίκησης, που έδιναν στο νοσοκομείο μερίσματα από τα κρατικά έσοδα, ήταν ανίσχυροι μπροστά στις αυθαιρεσίες των ισχυρών.

Ένα από τα έσοδα του νοσοκομείου ήταν το ενοίκιο από τη χρήση του δημοσίου στατήρα (κανταριού) των Μύλων και του Ναυπλίου.  Αλλά τη χρήση του κανταριού των Μύλων πούλησε παράνομα ο Δ. Βαφιόπουλος. Στις 12 Ιουλίου 1827, η Αντικυβερνητική Επιτροπή, αντιδρώντας στην παρανομία, διατάζει να πουλήσει το δικαίωμα ο επιστάτης του Νοσοκομείου Π. Στεφανίτσης και να παρευρεθεί στη δημοπρασία ο Κων/νος Μιχαλόπουλος, που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού.

Αλλά και πάλι το έσοδο από το καντάρι των Μύλων δεν αποδόθηκε στο νοσοκομείο. Νέο εμπόδιο ο Κ. Βέρης, αρχηγός της Φρουράς των Μύλων, που τοποθέτησε δικό του άνθρωπο για να εισπράττει το έσοδο, και έτσι ο νόμιμος αγοραστής, που πήρε το δικαίωμα από τη δημοπρασία του Στεφανίτση, εμποδίστηκε από την εκμετάλλευσή του και γι’ αυτό δε δίνει χρήματα στο νοσοκομείο.

Ο Στεφανίτσης απευθύνεται στην προϊσταμένη του Γραμματεία και ζητά τη βοήθειά της (5 Αυγούστου 1827). Στις 8 Αυγούστου 1827 ζητά και πάλι τη βοήθεια της ίδιας Γραμματείας, επειδή ο Βαφιόπουλος παρακρατεί το «κουτί του σπιταλιού», το κουτί – ταμείο του νοσοκομείου. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στις 9 Αυγούστου αναθέτει στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας να διατάξει το στρατηγό Βέρη να παραχωρήσει το δικαίωμα του κανταριού στον επιστάτη του νοσοκομείου.

Ο Αναστάσιος Λόντος εκτελεί τη διαταγή της Αντικυβερνητικής επιτροπής διατάζοντας τον Κ. Βέρη να παραχωρήσει στο νοσοκομείο τα έσοδα από το καντάρι των Μύλων˙ με δεύτερη διαταγή του καλεί τον Βαφιόπουλο να παραδώσει στον Στεφανίτση το «κουτί» του νοσοκομείου και κάθε έσοδο, που θα ανήκει μελλοντικά στο νοσοκομείο. Ένα άλλο έγγραφο αποκαλύπτει και άλλη πτυχή από την υπόθεση του κανταριού.

Το έστειλε (9 Σεπτεμβρίου) ο Κ. Μιχαλόπουλος, (που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού), για να ζητήσει την παραχώρηση των κανταριών του Ναυπλίου και των Μύλων, στην ίδια τιμή, που πουλήθηκαν από τον επιστάτη του Νοσοκομείου σε άλλον. Το παράλογο αίτημα του Μιχαλόπουλου στηρίζεται στο επιχείρημα ότι αυτός, που είχε και παλιότερα τη χρήση των κανταριών, μπόρεσε να αυξήσει το έσοδο του νοσοκομείου από 100 σε 300 γρόσια.

Ενώ όμως η αντιδικία για τα έσοδα νοσοκομείου συνεχίζεται, η διοίκηση αποφασίζει την αντικατάσταση του Στεφανίτση. Ο αμερικανός φιλέλληνας Howe, με αίτησή του στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας, ζητά για ένα χρόνο το σπίτι που χρησιμεύει για νοσοκομείο, καθώς και ένα άλλο, για τη διαμονή του γιατρού, επειδή έχει στη διάθεσή του χρήματα, από συνδρομές συμπατριωτών του, αρκετά για ετήσια συντήρηση ενός νοσοκομείου. Η αίτηση γράφτηκε γαλλικά στις 9/21 Σεπτεμβρίου 1827 στην Αίγινα.

Ο Α. Λόντος που πήρε την αίτηση του Howe αποφάσισε να παραχωρήσει το νοσοκομείο. Κυβερνητικό διάταγμα αναθέτει στον Howe την επιστασία του νοσοκομείου Ναυπλίου. Με έγγραφό του ο Λόντος αναγγέλλει στον προσωρινό διοικητή Ναυπλίου το διορισμό του Howe, ζητώντας κάθε διευκόλυνση στο έργο του. Επίσης διατάζει να γίνει έλεγχος στο λογαριασμό του Στεφανίτση και να εξοφληθεί από τα δικαιώματα του νοσοκομείου. Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων ανακοινώνεται στον Στεφανίτση μαζί με τη διαταγή να παραδώσει το νοσοκομείο. Παρ’ όλα αυτά, ο αμερικανός φιλέλληνας S. G. Howe δε φαίνεται να έγινε ποτέ επιστάτης του νοσοκομείου. Έφυγε για την Αμερική στις 13 Νοεμβρίου 1827.

Έτσι  επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου, παρέμεινε ο Στεφανίτσης. Γι’ αυτό μας πείθει και έγγραφό του στην Γραμματεία Εσωτερικών και Αστυνομίας που ζητά τη βοήθειά της, γιατί το νοσοκομείο δεν έχει πόρους και ο ίδιος δεν μπορεί να το βοηθήσει οικονομικά (2 Οκτωβρίου 1827). Το έγγραφο αυτό μας πείθει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η αντικατάστασή του. Έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τον ερχομό του Καποδίστρια.

Απευθύνθηκε τότε στον Κυβερνήτη και ζήτησε την προστασία και τη συνδρομή του. Η αναφορά του έχει ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1828. Δύο ημέρες αργότερα απάντησε ο Καποδίστριας με ευχαριστίες και επαίνους για την προσπάθεια του Στεφανίτση, καθώς και με υποσχέσεις για την ενίσχυση του έργου του.

Αλλά η υπόσχεση του Καποδίστρια – απάντηση στην αναφορά Στεφανίτση, «(…) ότι η Κυβέρνησις, όχι μόνον θέλει λάβη πρόνοιαν να φροντίσει να πληρώση  και τα όσα άχρι τούδε εξ’ ιδίων σου εξώδευσας, χωρίς να ζημιωθής εις το παραμικρόν», δεν πραγματοποιήθηκε.

Το οικονομικό πρόβλημα δυσχεραίνει τη λειτουργία του νοσοκομείου και ο Στεφανίτσης απευθύνεται και πάλι (17 Ιουνίου 1828) στον Καποδίστρια αφού εξαντλεί την οδό της κρατικής ιεραρχίας. Αναφέρεται στους λογαριασμούς του νοσοκομείου, που δείχνουν μηνιαία έξοδα 900 – 1000 γρόσια, στις προσπάθειές του να επιτύχει κάθε οικονομία. (Στην οικονομία αυτή αναφέρθηκε και στην πρώτη αναφορά του στον Κυβερνήτη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι μείωσε τα έξοδα του νοσοκομείου από 4.000 σε 1000 γρόσια).

Στο νέο εμπόδιο που παρουσιάζεται και το έσοδο από το δημόσιο στατήρα (καντάρι) δεν φτάνει ποτέ στο νοσοκομείο: Ο Έϊντεκ, με κάλυψη του Εκτάκτου Επιτρόπου, εισπράττει το εισόδημα του κανταριού. Οι εκκλήσεις του Στεφανίτση δεν έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Έτσι η εκκαθάριση των λογαριασμών του βράδυνε πολύ: έγινε έπειτα από τρεισήμισι χρόνια υπηρεσίας του στο νοσοκομείο. Μετά την οικονομική τακτοποίηση, ο Στεφανίτσης έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τη δολοφονία του Κυβερνήτη και την άφιξη του Όθωνα.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα συνεχίζει τη δράση του στο νοσοκομείο. Μικρό μα και συγκινητικό δείγμα της είναι μία έντυπη «ειδοποίησις» προς τους φτωχούς Έλληνες (2 Ιουνίου 1832). Υπόσχεται ότι όποιος έχει ανάγκη από ιατρική συμβουλή ή από φάρμακο, θα τα βρίσκει στο Α’ Εθνικό νοσοκομείο Ναυπλίου, χωρίς χρηματική επιβάρυνση.

 

Πηγή


  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Τομ. Α΄, περιοδικό «ΜΝΗΜΩΝ», Αθήνα, 1971.

Read Full Post »

Μάσσων Εδουάρδος (1800-1873)

 

  

Γεννήθηκε το 1800 στη Σκωτία. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Aberdeen θεολογία, φιλοσοφία και νομικά. Έμαθε τ’ αρχαία ελληνικά και κάτεχε τόσο καλά τα λατινικά, που υπερηφανευόταν πως μπορούσε να βγάλει εξάωρο λόγο σ’ αυτά. Το 1824 κατέβηκε στην Ελλάδα κι όπως είχε το ταλέντο για γλώσσες, γρήγορα κατάφερε να μιλάει και να γράφει στην εντέλεια τα νεοελληνικά.

Ο Δραγούμης λέει πως το 1825 έδινε στο Ναύπλιο πέντε φορές τη βδομάδα μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας.* Ο πραγματικός όμως ρόλος του είτανε άλλος˙ στάθηκε διαλεχτό όργανο της Ιντέλιτζανς Σέρβις στην Ελλάδα.

Όταν το 1827 έφτασε στον τόπο μας ο τυχοδιώκτης ναύαρχος λόρδος Κόχραν, που οι πολιτικάντηδές μας τον παρουσιάζανε πως θα στεκόταν ο σωτήρας μας, ο Μάσσων γίνηκε γραμματικός του. Βοήθησε κι αυτός, όσο πέρναγε από το χέρι του, ν’ αδικοχάσει τη ζωή του ο Καραϊσκάκης και να καταστραφεί το στρατόπεδό μας του Πειραιά στη μάχη του Ανάλατου.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Στη δίκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, του δολοφόνου του Καποδίστρια, ο Μάσσων στάθηκε δικηγόρος του, μια και τους Μαυρομιχάληδες τους έσπρωξαν οι Εγγλέζοι κ’ οι Φραντσέζοι να ξεκάνουν τον κυβερνήτη. «Απεκαλύφθη και τότε άπαξ, ενώπιον του ελληνικού λαού» γράφει ο Κυριακίδης «της αγγλικής κακοηθείας το θράσος, διότι ο αυτός ανήρ ο άγγλος Μάσσων όστις ως δικηγόρος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη επεζήτει την αθώωσιν αυτού, καίτοι είχε φονευθή ο ανώτατος άρχων της χώρας, επεζήτει εσχάτης προδοσίας επί τη ευτελεί κατηγορία ότι συνέταξε και υπέγραψεν αναφοράς προς ξένην δύναμιν εναντίον της υψηλής Αντιβασιλείας, η δε ξένη αύτη δύναμις, η Βαυαρία, ήτο ακριβώς εκείνη ήτις διώρισε την υψηλήν Αντιβασιλείαν».

Έπειτα από τη δίκη του Τερτσέτη και του Πολυζωΐδη για άρνηση υπηρεσίας όπου σ’ αυτή, ο Μάσσων εξευτελίσθηκε, διορίστηκε εισαγγελέας στο στρατοδικείο της Πύλου, κ’ έπειτα επίτροπος στο εγκληματικό δικαστήριο της Τριπολιτσάς. Αφού δικηγόρησε για μερικά χρόνια στ’ Ανάπλι, πιο ύστερα, το 1841, τον διόρισε  ο Όθωνας καθηγητή της Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Δεν έμεινε πολύ καιρό όμως γιατί έπειτα από την επανάσταση της Γ’ του Σεπτέμβρη 1843 ενάντια στην απολυταρχία και την ξενοκρατία, τον απόλυσαν. Ο Όθωνας όμως τον διόρισε τον άλλο χρόνο αεροπαγίτη. Το 1845 έφυγε από την πατρίδα μας, πήγε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας οπού έγινε καθηγητής της θεολογίας. Ύστερα από είκοσι χρόνια ξαναγύρισε. Γύρεψε να γίνει πάλι αεροπαγίτης, ο Κουμουνδούρος όμως που είτανε πρωθυπουργός αρνήθηκε να τον κάνει, μη θέλοντας να τιμήσει τον άνθρωπο που έπαιξε έναν τόσο άτιμο ρόλο στη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, στην οποία υπήρξε ανακριτής – εισαγγελέας και έκανε τα πάντα για να καταδικαστούν και να θανατωθούν.

Ο γερμανός ιστορικός Μέντελσον – Μπαρτόλντυ: «Ο εισαγγελεύς Μάσσων» γράφει «ο εμπαθής εκείνος πολέμιος της ρωσσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη, ο υπερασπισθείς τον φονέα Γ. Μαυρομιχάλην, ανέπτυξε πυρετώδη δραστηριότητα, όπως δι’ ηλίου φαεινοτέρων αποδείξεων πεισθή ο ελληνικός λαός περί της ενοχής των κατηγορουμένων(…) Ούτε δε πάσα η δίκη κατητάσσετο τουναντίον εις την σειράν των συκοφαντικών εκείνων στρεψοδικιών, δι’ ών αι μησηταί κυβερνήσεις προσπαθούσι να απαλλαγώσι της ολχηράς αντιπολιτεύσεως, και καταπνίγουσι τον ελεύθερον λόγον, πεποιθυίαι εις το ευάγωγον των δικαστών».

Όσο για τον αντιβασιλιά Μάουρερ, που βρισκόταν πίσω από τον Μάσσων, να τι γράφει γι’ αυτόν ο εγγλέζος ιστορικός Φίνλεϋ: «Επέδειξε οργή τυράννου, λησμονήσας νόμο και λογική πάνω στην αδημονία του να επιβάλει την αυστηρότερη τιμωρία στον Κολοκοτρώνη».

  

Υποσημείωση

 

* «Η πόλις του Ναυπλίου ευτύχησε κατ’ αυτάς τάς ημέρας μίαν σπανίαν, και, είς τάς παρούσας μάλιστα δεινάς της πατρίδος περιστάσεις, μεγάλην ευτυχίαν. Ο Κύριος Εδουάρδος Μάσσων άρχισε να διδάσκη δύο έν ταυτώ εις την πολιτικήν κοινωνίαν αναγκαιότατα και χρησιμώτατα μαθήματα, την Πολιτικήν Οικονομίαν, και την Ηθικήν φιλοσοφίαν εις πολυπληθές ακροατήριον. Της πρώτης η παράδοσις γίνεται τρίς της εβδομάδος, την β’, δ’ και στ’˙την ζ’ γίνεται εξέτασις και επανάληψειςּτης δε δευτέρας άπαξ της βδομάδος, την Κυριακήν».

(Γενική Εφημερίς, φ. 71,3 Ιουλίου 1826, σ. 284).

 

Πηγές

 

  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.
  • Βαρδουνιώτης Κ. Δημήτριος, «Εδουάρδος Μάσσων», Επετηρίς Παρνασσού 11, 1915.
  • Σκλαβενίτης Ε. Τριαντάφυλλος, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της πολιτικής οικονομίας του J.B.SAY», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Παράρτημα του περιοδικού «Μνήμων», αρ. 9, Αθήνα, 1994.



Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »