Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα (1941-2020)


 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού ήταν Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολούνταν και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, είχε πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, ήταν σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας ήταν τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Είχε εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσίευε άρθρα σε περιοδικά και έδιδε διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετούσε και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το 2012 η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη εξέδωσε το βιβλίο της Η Συμβολή της Αργολίδας στην Ανάπτυξη της Μουσικής, στο βιβλίο, η συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αργολίδα.

Ήταν συνεργάτιδα της  Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις  14 Ιουλίου του 2020.

 

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη. Ατσαλογραφία του Christopher Wordsworth, από το έργο του, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1839.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

 Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ 1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα, και ήταν ο πρώτος Άγγλος που έγινε δεκτός από τον βασιλιά Όθωνα.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

Στα χνάρια του χθεςΟι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…


 

Παρουσίαση του Βιβλίου «Στα χνάρια του χθες»

του Οδυσσέα Κουμαδωράκη από τον φιλόλογο Γιώργο Τασσιά.

 Άργος, Σάββατο 12 -3 -2011, Μπουσουλοπούλειο θέατρο.

 

Το νόημα μιας έκδοσης…

  

Ο φιλόλογος Γιώργος Τασσιάς

Σε μια εποχή  κρίσης της παγκοσμιοποίησης, όταν τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα με δυσθυμία στο μέλλον, όπου και είχαν συνηθίσει να κοιτούν αρπαγμένα στο δίχτυ της τεχνολογικής ουτοπίας, ένας πρόσκοπος του παρελθόντος αποδύεται σε μια κοπιαστική ιχνηλασία, αναζητώντας το φως του μέλλοντος στις ομιλούσες σκιές του χθες. Σκιές, γιατί δεν βρίσκονται στο προσκήνιο της ιστορίας πια. Μιλούμε βέβαια για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη  που ανέλαβε ένα τέτοιο εγχείρημα στο οποίο μπορούμε να κοινωνήσουμε χάρη στη γενναιοδωρία του εκδοτικού οίκου «Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή που εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε μια εκδοτική ευφορία. Και οι δυο με συμπαραστάτες το Σταύρο Ξηρουχάκη, στην ευθύνη της παραγωγής και τον Αναστάσιο Τσάγκο, στο συντονισμό της έκδοσης, επιμένουν σε πείσμα των καιρών  να προσφέρουν στην τοπική κοινότητα ένα νέο βιβλίο υπό τον τίτλο «Στα χνάρια του χθες» που σε γενικές γραμμές διευρύνει τα όρια της γνώσης μας για την τοπική ιστορία, κοινωνία και λαογραφία.

 

Ανιχνεύοντας τα κίνητρα…

 

Πρόκειται για μια ιχνηλασία κοπιαστική, αφού τρία χρόνια έρευνας και συγγραφής  χρειάστηκαν προκειμένου ο συγγραφέας να καταλήξει στην τελική μορφή του πονήματός του. Κοπιαστική, επίσης, γιατί δεν πρόκειται για μια δουλειά γραφείου μόνον, αλλά για μια πορεία στην κυριολεξία που μάζευε στην εξέλιξή της ενθουσιασμό αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Κοπιαστική, τέλος, γιατί και ο χρόνος που έπρεπε να καλυφθεί ήταν μεγάλος. Η πιο παλιά μαρτυρία – όπως σημειώνεται στην εισαγωγή – φτάνει στα 1844, ενώ ο κύριος όγκος των πληροφοριών καλύπτει τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1970.

 

Θρησκευτική συγκέντρωση επιχειρηματιών Άργους στη Μονή Κατακεκρυμμένης το 1898 στη γιορτή της Αναλήψεως. (αρχείο Παν. Βύρλου).

 

Χρειαζόταν, επομένως ένα καλό κίνητρο. Στο εισαγωγικό του σημείωμα ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του: Αντιγράφω: «Μπροστά στην απειλή της ισοπέδωσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, τα τελευταία χρόνια εκφράζεται η ανησυχία της Ελληνικής κοινωνίας με διάφορους τρόπους, σε μια προσπάθεια να μην αποκοπούμε από τις ρίζες μας». Σ΄ αυτό δεν έχει άδικο. Πολύμορφη είναι η προσπάθεια ν΄ αποφευχθεί η εθνική αλλοτρίωση‧ προσπάθεια η οποία, όταν δεν εξαντλείται σε εθνικιστικές κορώνες και σε παραληρηματική ρητορεία, όταν γίνεται με ρεαλισμό, νηφαλιότητα, διανοητική συνέπεια, αγάπη αληθινή στον τόπο και τους ανθρώπους, συντελεί στην εθνική αυτογνωσία, είναι πηγή αυτοελέγχου που δεν καταλήγει σε γεροντοκορίστικη μεμψιμοιρία, αλλά ωθεί σε μια δυναμική αναδιάταξη και αναπτύσσει τη δημιουργική ευφυΐα. Καταγράφω σύντομα μερικές τέτοιες προσπάθειες: Λευκώματα, λογοτεχνικά κείμενα-όπως τα ιστορικά μυθιστορήματα ή διηγήματα, που ανθούν τα τελευταία χρόνια, προγράμματα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ποικίλες δραστηριότητες τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Ειδικά προγράμματα πανεπιστημιακών σχολών, εκθέσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας σχετικές με την παράδοση, θεατρική δραστηριότητα-αναπαραγωγή πολιτιστικών μύθων και άλλα που θα έχετε στο νου σας οι περισσότεροι. Μέσα, λοιπόν σ΄ αυτή τη γενικότερη συνθήκη και την ατμόσφαιρα που δημιουργείται εντάσσεται και το νόημα μιας τέτοιας έκδοσης και μιας τέτοιας προσπάθειας. Βέβαια τα κίνητρα του συγγραφέα δεν εξαντλούνται εδώ. Σε αυτό όμως θα αναφερθώ και στη συνέχεια.

 

Δομή και περιεχόμενο ακροθιγώς…

 

Στις 14 θεματικές ενότητες του βιβλίου καταγράφεται  ένα πλήθος επαγγελματικών κατηγοριών και επαγγελμάτων. Το αλφαβητικό ευρετήριο που παρατίθεται στο τέλος διευκολύνει τον αναγνώστη να προσανατολιστεί  μέσα στο σύμπαν των πεντακοσίων τεσσάρων σελίδων και να σχεδιάσει τον προσωπικό  του χάρτη μνήμης.

 

Οι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…

 

Έναν τέτοιο χάρτη προσπάθησα να κατασκευάσω κι εγώ για τον εαυτό μου – νομίζω πως αυτή η δυνατότητα ανήκει στα μεγάλα ωφελήματα του βιβλίου. Θυμήθηκα κάμποσα χρόνια πριν την προσκοπική μου ιδιότητα. Μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες ήταν να κατασκευάζω εκμαγεία ιχνών σε μακρινές πορείες που κάναμε. Τότε, στ΄ αλήθεια – πέρα από την τεχνική δεξιότητα που αποκτούσαμε – δεν πολυκαταλάβαινα την αξία μιας τέτοιας ασχολίας. Όταν πήρα στα χέρια μου όμως ετούτο το βιβλίο κατανόησα πως έπρεπε να ενεργοποιήσω αυτή μου τη χαμένη δεξιότητα, αν δεν ήθελα να χαθώ σε άσκοπες – για μένα βέβαια – περιπλανήσεις. Μα σκέφτηκα, επιπλέον πως απέναντί σας απόψε, μόνο μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να ζωντανέψω ετούτο το βιβλίο – αφήνοντας κατά μέρος τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης, στην εκλεκτή και αγαπητή κ. Μαρία Βελιώτη. Θάρρεψα, μάλιστα, πως θα βρισκόμουν πιο κοντά στη ζωντάνια και στο παιγνιώδες ύφος του κ. Κουμαδωράκη που λατρεύει τις αφηγήσεις, να αφηγείται και, μάλιστα, με ένα ύφος απλό, λιτό, δωρικό που θα το χαρακτηρίζαμε Μακρυγιαννικό.

 

Στα χνάρια του χθες

 

Αυτόν  τον προσωπικό μου χάρτη, λοιπόν, θα απλώσω μπροστά σας  αρχικά και, πιστεύω ότι σε τέτοιου είδους μνημονικές επαναβιώσεις θα στραφεί σε ένα πρώτο επίπεδο αυθόρμητα ο ενυγχάνων.

Γύρισα πίσω  χρόνους πολλούς κι έβαλα ζηλόφθονα στο γύψο τις αναμνήσεις μου συνειδητοποιώντας, στο φυλλομέτρημα του βιβλίου το φυλλορόημα του ανθρώπου και πως, τελικά, το χρόνο στο γύψο δεν τον βάζεις.

Θυμάμαι: (αυτή διαλέγω για λέξη γύψο) στις περιπλανήσεις μου στην πόλη του Άργους – από τις πρώτες εικόνες – το σαρωθροποιείο του Μπούφα στη Ναυπλίου, κοντά κάπως στη στάση του λεωφορείου από και προς το Ναύπλιο. Παραξένεμα μεγάλο, αφού η μητέρα μου δε χρησιμοποιούσε πια παραδοσιακό σάρωθρο. Στην πλατεία κοντά, σαν περνούσα, οι μυρωδιές των ποτών που πότιζαν τα ξύλινα πατώματα και τα έπιπλα στην ποτοποιία του Μαυράκη – ακόμα στέκει σ΄ αδιάκοπο φλερτ με τις τεχνικές εξελίξεις κρατώντας τη ρετρό γοητεία. Κοντά στην πλατεία το στιλβωτήριο του Τσαρσιταλίδη. Θα ήταν τα τελευταία χρόνια μιας μακράς πορείας. Μα το θυμάμαι ζωηρά. Μου φαινόταν- φορούσα κυρίως σπορτέξ και στις καλές δερμάτινα – περίεργο ποιοι είχαν χρόνο να μπαίνουν για ένα γυάλισμα, αλλά και πολλή κουβέντα.

 

Η Αργολίδα δεν είχε επάρκεια σιτηρών και κατά καιρούς γίνονταν εισαγωγές. Στη φωτ. σιτάρια από την Ρωσία ζυγίζονται στο λιμάνι του Ναυπλίου υπό τον έλεγχο του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά (πίσω από το τραπέζι). (Αρχείο Κ. Ταρλή, 1938;)

 

Μια κουβέντα που δεν έλλειπε και από τα παραδοσιακά κουρεία όπως αυτό του Αναστάση Μαρίνου στην Βασιλέως Κωνσταντίνου. Εδώ η φωτογραφία που εντίθεται στάθηκε γλυκά στη μνήμη ενώ η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος που δημοσιεύεται στην ίδια σελίδα μου έφερε πικρές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας, όταν στο σχολειό έπρεπε να πηγαίνω εν χρω κεκαρμένος. Κούρεμα, καλό ντύσιμο συνδυασμένο με καλοστημένες πόζες από τους επαγγελματίες φωτογράφους. Τις θυμάμαι, στο Ναύπλιο αυτές, όπου και έμενα τα χρόνια που περιδιάβαζα μια φορά την εβδομάδα στο Άργος. Και συγκεκριμένα στο Πάρκο. Οι πόζες της οικογένειας ακίνητες σαν του Κολοκοτρώνη.

Όταν όμως διαβάζω σχετικά «Κι αν η φωτογραφία ήταν εβδομαδιαία, έπρεπε να γίνει πάνω στο φιλμ το ρετουσάρισμα με μολύβι, δηλαδή κάποια επεξεργασία για την αισθητική βελτίωση της φωτογραφίας» η σκέψη τρέχει στο σαλόνι του πατρικού μου σπιτιού όπου βρισκόταν το σημαιοστάσιο της οικογενείας: οι φωτογραφίες του παππού της γιαγιάς των θείων κτλ. Επίσης, στη γειτονιά, στο Ναύπλιο, έμενε ένας λαγκαδιανός χτίστης. Φτιάχτηκε, έκανε οικογένεια. Διαβάζοντας μερικές γραμμές του βιβλίου συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο μόνος, αλλά και πώς ο σύλλογος των Αρκάδων έγινε ένας δυναμικός σύλλογος στην περιοχή. Τα στρώματα της οικογενείας μου, πάλι,  ήταν κατασκευής Σαουλίδη.

Αργότερα, όταν πια είχα εγκατασταθεί στο Άργος,  ο δρόμος με έφερνε αρκετές φορές μπροστά από τη βιοτεχνία υποδημάτων του Τάσου Λαλουκιώτη στην οδό Παπαρρηγοπούλου, ενώ ζωντανή διατηρώ και την ανάμνηση του βιβλιοδετείου που βρισκόταν δίπλα. Θρήνησα, πάλι,  μαζί με πολλούς ντόπιους, νομίζω, τη μετατροπή της χρήσης των δυο μεγάλων τοπικών κινηματογράφων προτού εμφανιστούν τα μούλτιπλεξπολυσινεμά που θα μπορούσαν να δώσουν νέες επιχειρηματικές ιδέες στους ιδιοκτήτες.

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, εν ενεργεία Ιερά Μονή σήμερα, πολλές φορές προσκύνησα την εικόνα που δημοσιεύεται στη σελ. 472 και χαρακτηρίζεται ως η αρχαιότερη χρονική αναφορά του βιβλίου. Θαύμασα τώρα όμως την εξυπνάδα των σχοινοποιών οι οποίοι κατόρθωσαν να βρουν χώρο ταπεινά μεν στα πόδια των Αγίων αποστόλων, στην αφιερωματική επιγραφή, μέσα όμως στο χρυσό ουρανό της αιωνιότητας. Για μένα έμενε στη σκοτεινή του βίου θάλασσα το φως του φάρου  στο Ναύπλιο εκεί που οδηγούσε τα βήματά μας η Κυριακάτικη ραστώνη εντείνοντας τη μελαγχολία του απογεύματος το οποίο προηγείται της προκομμένης Δευτέρας, όταν μπαίνει το νερό στ΄ αυλάκι της εργασίας.

 

Η εικόνα των Αγίων Αποστόλων στην Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, αφιερωμένη από τη συντεχνία Σχοινοποιών, με ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 1844. ( ο Απόστολος Παύλος ήταν σχοινοποιός).

 

Διάβασα  για τους φάρους και τους φαροφύλακες που, όταν  βρίσκονταν σε απομεμακρυσμένα σημεία διέθεταν κι ένα σπιτάκι για τον μοναχικό τους ένοικο. Θυμήθηκα έναν φάρο με σπιτάκι που με γύρισε στις εκδρομές της παιδικής μου ηλικίας, αλλά, παράλληλα,  ο συγγραφέας φρόντισε να μου θυμίσει και το παρόν των σπουδών του παιδιού μου παραθέτοντας δίπλα  στη φωτογραφία του φάρου του Ναυπλίου αυτή του φάρου της πόλης των Χανίων. Βέβαια δεν νομίζω πως το έκανε για χατήρι μου. Και μάλιστα, τέτοιες τυχαίες αναφορές στα Χανιά είναι αρκετές, διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο. Μου έφεραν στο νου τους ζωγράφους  που διαλέγουν μια γωνιά στην άκρη του πίνακα για να τοποθετήσουν τον εαυτό τους ή τους σκηνοθέτες που κάνουν ένα σύντομο πέρασμα από τις ταινίες τους! Τέτοια περάσματα τα κάνει είτε αναλαμβάνοντας το χρέος της μαρτυρίας ο ίδιος, είτε δια συμβόλων όπως στην περίπτωση του φάρου.

Δε θα σας κουράσω άλλο με τις προσωπικές μου περιπλανήσεις. Θα τονίσω όμως για άλλη μια φορά πως διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου η πρώτη λέξη που θα έρθει στο μυαλό μας θα είναι η λέξη θυμάμαι ζεσταίνοντας έτσι την καρδιά μας με το αμφίθυμο πυρ της νοσταλγίας.

 

Η προσωπική εμπειρία διευρύνεται…

  

 Θυμάμαι… η λέξη γύψος που κρατάει τα σχήματα μα που τα σχήματα ξεφεύγουν παίρνουν ζωή,  διεκδικούν τα δικαιώματά τους από την συγκαιρινή ζωή και ζητούν να τοκίσουν το κεφάλαιό τους στο μέλλον. Το ενδιαφέρον στην περιδιάβαση ήταν ότι η οργάνωση του βιβλίου τακτοποίησε τις αναμνήσεις, διεύρυνε την εμπειρία και με βοήθησε να τις εντάξω σε ένα ευρύτερο σχήμα ζωής που δεν περιλάμβανε φυσικά μόνο εμένα. Διάλλαξε το υποκειμενικό με το ιστορικό – αντικειμενικό, ανοίγοντας την προοπτική της αυτογνωσίας της ατομικής αλλά και της κοινωνικής και αυτής, τόσο της τοπικής  όσο και της εθνικής, αφού μέσα από τις ιστορικές αναδρομές που παρατίθενται  σε πλάγια γράμματα ξεπερνώνται τα όρια του τόπου και του χρόνου φτάνοντας πολλές φορές ν΄αγγίξουν το λυκόφως του μύθου.

 

Μαθήματα κεντήματος. Η Φωτούλα Καραμάνου με μαθήτριές της.

 

Αναδεικνύονται μ΄ αυτόν τον τρόπο οι ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες – όπως αντανακλώνται από τα παραδοσιακά επαγγέλματα – που διαμορφώθηκαν σε ένα ιστορικό πλαίσιο συνεχών  και κομβικών αλλαγών από το 19ο στον 20ό αιώνα. Τότε δηλαδή που τα χωριά άρχισαν να γεμίζουν τις πόλεις (για λόγους πολλούς και κυρίως πολιτικούς) εγκαταλείποντας τα πάντα και ερημώνοντας την ύπαιθρο.

 

Παγοπώλες. Ο Βασίλης Μαρίνης στο τιμόνι και ο αδελφός του Χρήστος έτοιμοι για τη διανομή, δεκαετία 1950.

 

Ο λαϊκός πολιτισμός δέχεται καίριο πλήγμα, αφού οι εστίες που τον δέχονταν, τον έτρεφαν και τον κληροδοτούσαν ως πολύτιμη παρακαταθήκη στις επόμενες γενεές έπαψαν να υπάρχουν πια. Η επίδραση του νέου πολιτισμού πάνω στους Επαρχιώτες αστούς θα παραμορφώσει τη ζωή τους, μεταβάλλοντας τον κοινωνικό ιστό, κόβοντας το νήμα με το παρελθόν και προσανατολίζοντάς τους σε νέα επαγγέλματα, άλλους τρόπους ζωής και νέες συνήθειες. Αυτός ο νέος πολιτισμός όμως και οι νέες συνήθειες τώρα πλέον νοούνται από την απόσταση του χρόνου- ο οποίος απομάκρυνε πια τις Κασσάνδρες που προηγούνται κάθε μεταβατικής περιόδου- και  εκτίθενται ενώπιόν μας ως μία κατάκτηση, ως ανανέωση της  προγενέστερης παράδοσης. Γι΄αυτό το λόγο  δικαιούνται το σεβασμό και την καλόπιστη κριτική προσέγγιση.

 

Η προσέγγιση του συγγραφέα…

  

Θεωρούμε ότι μια τέτοια προσέγγιση επιχειρεί και ο κ. Κουμαδωράκης.  Τη διακρίνει συνέπεια στη συλλογή, οργάνωση και παράθεση του υλικού. Στηριγμένη σε ένα πλήθος ποικίλων πηγών – οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην επαρκή βιβλιογραφία την οποία  βρίσκει ο αναγνώστης στις τελευταίες σελίδες, στην προσωπική έρευνα οπωσδήποτε και την προσωπική μαρτυρία όπου  αυτό είναι αναγκαίο. Στην τεκμηρίωση αξίζει να εξαρθεί η παράθεση του φωτογραφικού υλικού, ιδιαίτερα σημαντικού, όταν μάλιστα περιγράφεται η διαδικασία της παραγωγής ενός αντικειμένου όπως ενός πήλινου στις σελ. 222-227 όπου επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες της φωτογράφισης η κ. Κων/να Περιβολάρη για να κατασκευάσει ένα αγγείο στο προσωπικό της εργαστήρι στα Φίχτια. Άλλες φορές τα γραφικά σκαριφήματα αντικαθιστούν την απουσία φωτογραφικού υλικού ή το συμπληρώνουν, όταν δε διαθέτει αυτό την αρτιότητα που επιτρέπει τη σαφή αντίληψη.

 

Η Κωνσταντίνα Περιβολάρη ενώ κατασκευάζει ένα αγγείο στο εργαστήριό της στα Φίχτια Άργους.

 

Tην οπτική του συγγραφέα  τη χαρακτηρίζουν, επίσης η συγχρονική και η διαχρονική προσέγγιση και ο ανθρωποκεντρισμός. Σε κάθε περίπτωση μελετώνται οι ιστορικές ρίζες κάθε επαγγέλματος, οι παλαιότερες μαρτυρίες, οι πηγές και τα αρχεία, αλλά και η σύγχρονη κατάσταση των επαγγελμάτων και εργαστηρίων, προϊόντων, αγορών και τεχνικών και όλα αυτά σε άμεση και στενή σχέση του τεχνουργήματος με τον τεχνίτη, του δημιουργού με το αντικείμενο. Οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις του συγγραφέα αποκτούν έτσι ευρύτερη σημασία για τον ελληνικό παραδοσιακό (με την ευρύτερη έννοια) πολιτισμό στο σύνολό του καθώς έχουμε τη δυνατότητα για μια εποπτική θεώρηση του κοινωνικού ιστού της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας μέσα σε ένα διευρυμένο χρονικό πεδίο. Ο συγγραφέας μας, δεν παύει, επίσης, κι επιμένει συχνά, όταν  του δίνεται η ευκαιρία μιας δημόσιας παρέμβασης, να καταθέτει τις προτάσεις του. Εδώ, λοιπόν, υπογραμμίζει την ανάγκη δημιουργίας ενός  τοπικού λαογραφικού μουσείου για να δώσει σάρκα και οστά στη μνήμη και να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους επιγενόμενους. Αυτό το χρέος το προσγράφει στη δημοτική αρχή του τόπου.

 

Οι ατομικές μαρτυρίες ως πεμπτουσία της έκδοσης που συναντιέται με την πεμπτουσία της ζωής…

 

Ό,τι  ξεχωρίζει ιδιαίτερα το βιβλίο είναι το πλήθος των μαρτυριών που συνάζονται και αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τον κοινωνιολόγο, τον ιστορικό ερευνητή, πλούσια πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης αλλά και χρήσιμο παιδαγωγικό εργαλείο που μπορεί να δώσει ώθηση στην περιβαλλοντική και πολιτιστική εκπαίδευση.

Οι μαρτυρίες διακρίνονται για το παραστατικό ύφος τους και, έτσι, αν και μεταφέρονται στον γραπτό λόγο, διατηρούν τη φρεσκάδα και την αμεσότητα του προφορικού λόγου μυσταγωγώντας με αυτόν τον τρόπο τον αναγνώστη τους  στην ζωή που κρύβεται πίσω από τα πράγματα. Ανιχνεύεται πίσω από τις γραμμές η τραγικότητα του ανθρώπου που παλεύει να ταιριάξει το πρόσκαιρο με το αιώνιο μέσω της δημιουργίας νέων μορφών ζωής.

 

Άδεια ηνιοχείας Αναστασίου Τσάγκου, 1950.

 

Αυτή η τραγικότητα είναι αίσθημα που διαποτίζει το βιβλίο και αφήνει έντονη επίγευση στο ξεθύμασμα της ανάγνωσης την ώρα που το βιβλίο υποχωρεί μπροστά στη ζωντάνια της ανάμνησης που πυροδότησε ή τον προβληματισμό που διήγειρε. Και θαρρώ ότι, υπόγεια, η αίσθηση αυτή κινεί τη συγγραφική πένα που αναζητά στο λόγο μια επιβεβαίωση αθανασίας ενάντια στο δόλο των θεών, φιλάδελφα συμπαριστάμενη στην ανθρώπινη αμηχανία. Είναι η αίσθηση ενός ανθρώπου που χρόνια τώρα ασκείται στο λόγο, το θεϊκό ετούτο χάρισμα με το οποίο ο άνθρωπος αγωνίζεται να υπερβεί τη φθορά στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.

 

Η «γενιά» του συγγραφέα, γενιά της φτώχειας (πνευματικής και υλικής), αλλά και των εκπαιδευτικών οραματισμών…

 

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο συγγραφέας μας ανήκει σ΄ εκείνη τη γενιά των φιλολόγων οι οποίοι παρά το γεγονός ότι η παιδεία τους βαπτίστηκε στην κολυμβήθρα της αρχαιογνωσίας, ωστόσο αναγεννήθηκε στο πνεύμα της παράδοσης του λαού και μόρφωσε ανθρώπους της πόλεως με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Ανθρώπους δηλαδή που έταξαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της κοινότητας, μετέφεραν στις νέες γενιές τους διαχρονικούς αξιακούς κώδικες με ένα πνεύμα ελεύθερο έχοντας κατά νου όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κονδύλης ότι,  « Το πρώτο και βασικό βήμα για να μην είναι η παράδοση νεκρό παρελθόν, αλλά ζωντανό παρόν συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι όποιος θέλει να ζήσει σύμφωνα με την παράδοση οφείλει να μην ξεκόψει από τον σημερινό κόσμο και να μην ανασυστήσει με ακρίβεια το παρελθόν για να φωλιάσει πάλι εκεί, παρά πρέπει να εγκύψει στην παράδοση για να βρει μέσα της την πίστη και τις οδηγίες με τη βοήθεια των οποίων θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του παρόντος. Η παράδοση δεν πρέπει να σημαίνει εγκλεισμό σε ορισμένο χώρο και χρόνο, παρά να συνιστά δύναμη στραμμένη προς τα έξω ικανή να δώσει κάτι παραπάνω από μάχες οπισθοφυλακών».

Στο πνεύμα αυτό συγκεντρώνει όλη του τη δραστηριότητα – κατά την ταπεινή μου άποψη – τόσο τη διδακτική όσο και τη συγγραφική. Διατηρεί  το νου προσηλωμένο στις νεότερες γενιές των εφήβων που δεν θα έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να γνωρίσουν τις προγενέστερες εποχές, αλλά ούτε ν΄ ακούσουν καν για τον τρόπο ζωής των παππούδων και των προπάππων τους, ώστε να στηρίξουν τη δράση τους στα στέρεα θεμέλια της ανθρωπιάς.  Και τούτο ιδιαίτερα σε εποχές μεταβατικές και γι΄ αυτό κρίσιμες όπως η δική μας που τα βήματα του χθες χάνονται μέσα στον ήχο των μηχανών όπως θα ‘λεγε και ο Δημήτρης Χατζής και τα χνάρια τους σιγά σιγά χάνονται στο ανελέητο πέρασμα του καιρού.

 

Λαϊκή αγορά Άργους, 1935.

 

Επισημαίνουμε πως, υπηρετώντας ετούτο ακριβώς το πνεύμα, δεν αισθάνεται ως μια ξεχωριστή φωνή, αλλά ως κορυφαίος ενός χορού φωνών της γενιάς του, εντεταλμένος κατά κάποιον τρόπο να εκφράζει τη σκέψη και το αίσθημα της κοινότητας, λειτουργώντας αφυπνιστικά με τη δράση που ταιριάζει στην ιδιότητά του η οποία με τα χρόνια έχει γίνει αξεχώριστος σύντροφος του βίου του.

Έγνοια για τη διατήρηση της εθνικής φυσιογνωμίας, αγάπη στον δημιουργικό άνθρωπο, χρέος του πνευματικού ανθρώπου απέναντι στους επιγενόμενους είναι μερικά από τα κίνητρα που τον ωθούν στη δημιουργική συγγραφική δράση  της οποίας άλλος ένας καρπός έρχεται στο φως με την παρούσα έκδοση.

 

Το χρέος στην πατρική γη, κίνητρο – ανάμεσα στα άλλα – της συγγραφής…

  

Ο συγγραφέας Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Στα κίνητρα αυτά, οφείλω να προσθέσω κάτι ακόμα. Φαίνεται ότι ο δικός μας Οδυσσέας ακολουθώντας τα χνάρια του αρχετυπικού Ομηρικού Οδυσσέα, κατόρθωσε να παρωδήσει – ο όρος από τους Ρώσους φορμαλιστές – με την  προσωπική του ζωή και το έργο του τον παραδοσιακό μύθο. Μπόρεσε να απολαύσει τη ζωή κοντά στη μάγισσά του, εδώ στο Άργος, μπόρεσε όμως και  να διατηρήσει τη ζωτική του ορμή πραγματοποιώντας το νόστο του στην Πηνελόπη μνήμη.

 Στο δεύτερο αναφέρεται και ο ίδιος  εξομολογητικά στην κατατοπιστική εισαγωγή του στο βιβλίο: « Θα ήθελα να κάνω – γράφει – μια προσωπική εξομολόγηση, και να μιλήσω για τη ζωή μου και το χωριό μου». Και τούτο μ΄ αυτό τον τρόπο θαρρώ πως το πέτυχε. Είχε την αγωνία να μην ξεχάσει τις ρίζες του και δηλώνει περήφανος και ευτυχής που απέφυγε ετούτο το τρομερό. Θέλει να αποκαταστήσει στη μνήμη και την καρδιά μας  τη σκληροτράχηλη, αυτάρκη και περήφανη γενιά των πατέρων και των προπατόρων που είχαν πέσει θύματα της σύγχρονης αυτοδικαιωτικής φληναφολογίας της καταναλωτικής προπαγάνδας. Επομένως, δε θα ήταν, νομίζω, σφάλμα, να θεωρήσουμε – ανάμεσα στα άλλα – και αυτή του την προσπάθεια και ως μνημόσυνον αιώνιον της πατρικής φτωχικής του γης, της Σαρακήνας Χανίων.

 

Ο συγγραφέας ακρίτας της… μνήμης στα σύνορα του καιρού του…

 

Αφήνω για το τέλος ένα απόσπασμα από το έργο του μεγάλου του συντοπίτη, Παντελή Πρεβελάκη, όταν έγραφε στο  χρονικό της Ρεθεμνιώτικης πολιτείας.

«Γράφω όλα τούτα κ΄ έχω  το φόβο μέσα μου μήπως και ο σημερινός που δεν τα ξέρει τα καταφρονέσει και βρει πως είναι χαμένος ο κόπος να τα διαβάζει. Όμως εκείνος που ξαστοχά τις τέχνες της περασμένης ζωής, ξαστοχά και την ίδια τη ζωή, πού  ναι καμωμένη από τον κάματο των ανθρώπων και τα μεράκια τους. Η ιστορία που γράφεται στα χαρτιά και τη διαβάζουνε στα σχολειά είναι ένα τίποτα μπροστά σε τούτο τον καθημερινό ίδρο που χύσαν οι ανθρώποι πάνω στα σύνεργα και τα υλικά της δουλειάς τους για να γεμίσουνε τον κόσμο ομορφιές και πλούτη. Καθένας με το δικό του, άλλος στον πάγκο του μαραγκού, άλλος στο αμόνι ή στον τροχό, με το σφυρί, με το δοξάρι, πλήθυνε την κληρονομιά του ανθρώπου, ωφελήθηκε και ο ίδιος κι ωφέλησε περισσότερο από τον κάθε άγριο μαχαιρά που ξοδιάζει χωρίς να σοδιάζει και τρώει τον κόπο του αλλουνού. Γι΄ αυτό που μιλώ μονάχα για τις τέχνες και τα σύνεργα των περαζούμενων, μου φαίνεται πως γυρίζω πίσω και τους πετυχαίνω απάνω στη ζωή τους και μπαίνω μέσα στην ψυχή τους όπως καμιά ιστορία του πολέμου δε θα μ΄ έμπαζε. Σε τούτο θέλω να σύρω και τον αναγνώστη μου κι ας μη μου πιάσει κάκητα, γιατί είναι καλός ο σκοπός μου».

Θέλω να πιστεύω, Οδυσσέα, ότι αυτές οι γραμμές συναντώνται με τις διαθέσεις σου και σε τοποθετούν σε μια  μακρά σειρά ανθρώπων οι οποίοι αναζήτησαν στα χνάρια του χθες  την αισιοδοξία για τη μελλοντική πορεία του ανθρώπου, μια αισιοδοξία που βασίζεται στην πεποίθηση – Ομηρική κληρονομιά – πως η Ιθάκη είναι μια ανοιχτή δυνατότητα στη δημιουργική ανθρώπινη φύση και στην άγρυπνη συνείδηση.

 

Γιώργος Τασσιάς

Φιλόλογος

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »