Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

Βαρόσια (Ναύπλιο)


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ένα σημαντικό τοπωνύμιο για την περιοχή του Ναυπλίου είναι τα Βαρόσια, τα οποία αναφέρονται και στη συμφωνία παράδοσης της πόλης του Ναυ­πλίου από τους Τούρκους στους Έλληνες στις αρχές Δεκεμβρίου του 1822. Το το­πωνύμιο αυτό του Ναυπλίου σήμερα είναι ελάχιστα γνωστό. Με το όνομα αυτό προφανώς ονομαζόταν η σημερινή παλιά πόλη του Ναυπλίου. Η λέξη Βαρόσια εί­ναι η εξελληνισμένη τουρκική λέξη βαρούς, η οποία σημαίνει προάστιο, νέα επέκταση της πόλης. Το τοπωνύμιο αυτό ήταν συνηθισμένο στις τουρκοκρατούμενες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το όνομα βαρούς – βαρούσι απαντάται και σήμε­ρα π.χ. στη Έδεσσα, στην Καβάλα και αλλού.

Με το τοπωνύμιο Βαρούς και στη συνέχεια το εξελληνισμένο Βαρόσια, ονομά­σθηκε από τους Τούρκους η παλιά πόλη του Ναυπλίου προφανώς ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1686). Η παλιά πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε ως γνωστόν για πρώτη φορά από τους Ενετούς με προσχώσεις της θάλασσας γύρω στα 1500 μ.Χ. Οι Τούρκοι στη συνέχεια από το 1540 κ.ε. ονόμασαν βαρούς (Νέα πόλη – προάστιο) σε αντίθεση με την Ακροναυπλία, η οποία ήταν η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Είναι αξιοσημείωτο τέλος ότι τοπωνύμιο Βαρόσια απαντάται και στην Αμμόχωστο της Κύ­πρου.

 

Πηγή


  • Χρήστος Πιτερός, «Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, Φυλακή Κολοκοτρώνη», σελ. 178-179. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι, Χρίστος Γ. Πατρινέλης, «Ο Ερανιστής», τόμος 25, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2005. 



Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού» ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ανάμεσα στον ελληνικό λαό καθ’ όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, ιδίως από τα μέσα του ΙΘ’ αι. και ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση (1899) του γνω­στού πίνακα του Νικολάου Γύζη και του ομότιτλου ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη.

Πρώτος ο Γιάννης Βλαχογιάννης αμφισβήτησε την ιστορικότητα του θρύλου, επικαλούμενος τη μακρά πείρα του: ανάμεσα στα χιλιάδες έγγραφα που αναδίφησε δεν συνάντησε καμία γραπτή μαρτυρία περί λειτουργίας «Κρυφών Σχολειών» κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η μελέτη του Βλαχογιάννη έπεσε μάλλον στο κενό. Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού», χάρη στα σχολικά αναγνώσματα και τους πανηγυρικούς λόγους, εξακολούθησε να επιζεί ακλόνητος. Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα της αντιστάσεως που προβάλλει η συλλογική συνείδηση σε καινοφανείς θεωρίες και στην αμφισβήτηση παραδοσιακών συμβόλων. Οι λαοί βεβαίως έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν επιφανείς προσωπικότητες και σπουδαία γεγονό­τα με την αχλύ του θρύλου. Απαράδεκτη είναι η σκόπιμη εκμετάλλευση των λαϊκών αυτών παραδόσεων από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς ή ιδεολο­γικούς φορείς.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

Η διένεξη για την ύπαρξη ή όχι του «Κρυφού Σχολειού» αναζωπυρώ­θηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, αφ’ ότου δηλαδή ο Άλκης Αγγέλου δη­μοσίευσε το 1974 ένα σχετικό συνοπτικό άρθρο και κατόπιν το βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου (έκδ. Εστίας, Αθήνα 1997, 81 σ.). Το σπουδαίο εύρημα του Αγγέλου είναι ότι ο πρώτος που διατύπωσε (το 1822) τη θεωρία ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχο­λείων ήταν ο νεαρός γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος. Αποτέλεσμα της απαγορεύσεως αυτής ήταν, κατά τον Κανέλλο, να «συστένουν» οι Έλληνες «κοινά σχολεία κρυφίως», αυτά δηλαδή που αργότερα θα ονομα­στούν «Κρυφά Σχολειά».

Το μικρό άρθρο του Αγγέλου (το 1974) και ιδίως το βιβλίο του περί «Κρυφού Σχολειού» (1997) προκάλεσαν αντιδράσεις με τη δημοσίευση δεκα­πέντε τουλάχιστον άρθρων και βιβλίων, όλων – πλην ενός – επικριτικών.

Το θέμα της αμφισβητήσεως του «Κρυφού Σχολειού» απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε συνε­δρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998) αποφάσισε να εκδοθεί από την Αποστολική Διακονία ειδική πραγματεία του κ. Κωνστ. Χολέβα, αναιρούσα τις ενστά­σεις για την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Το βιβλίο δεν κυ­κλοφόρησε ακόμη. Εκδόθηκε όμως στο μεταξύ από την Αποστολική Δια­κονία φυλλάδιο με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999, 24 σ. Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα αναγράφεται ότι η έκδοση έγινε «με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κλη­ρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών».

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να σχολιάσω όλα τα δημοσιεύματα που, είτε αδιστάκτως είτε με κάποια επιφύλαξη, δέχονται την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, αφού τα περισσότερα επαναλαμβάνουν τα ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρήματα, τις ίδιες παρεκκλίσεις προς άσχετα θέματα, την ίδια άγνοια των ιστορικών μεθόδων. Ο Τάσος Γριτσόπουλος, που περισσότερο από κάθε άλλον ασχολήθηκε με το θέμα, κα­ταλήγει σε σχετικό δημοσίευμά του: «Υπήρξεν όμως πράγματι τό περιλάλητον «Κρυφό Σχολειό»; Ιστορικώς δεν αποδεικνύεται βεβαίως η ύπαρξίς του… Αλλά η ζώσα περί αυτού παράδοσις; Και ιστορικό ψέμα αν θεωρηθή τελικώς, κατεχωρίσθη ήδη εις τον πίνακα των εθνικών μας συμβόλων». Σύμφωνοι. Αλλά οι λαϊκές παραδόσεις και τα συλλογικά σύμβολα είναι αντικείμενα μελέτης της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη γραπτή ιστορική μαρτυρία. Pas de documents, pas d’ histoire.

Στην παρούσα επομένως μελέτη θά διατυπωθούν γενικές παρατηρή­σεις και σχόλια (χωρίς άμεση συνοχή μεταξύ τους) που αναφέρονται πά­ντως στα δημοσιεύματα που σημειώθηκαν παραπάνω.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Χρίστου Γ. Πατρινέλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«AN HPXIZE ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΟΥΣ…» – Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμού και η Ελληνική Επανάσταση – Αλέξης Πολίτης. «Ο Ερανιστής», τόμος 26, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2007. 


 

 

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).  Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.  αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα νέα της εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έφτασαν στο Παρίσι γύρω στα μέσα του Απρίλη· λίγο αργότερα μαθεύτηκε και το επαναστατικό ξέσπασμα στον Μοριά. «Χαίρω χαράν δεν εμπορείς να φαντασθής πόσην», έγραφε στον συμπατριώτη του Βλαστό ο Κοραής στις 25 Μαΐου· επιδοκιμάζει το ότι τ’ αδέλφια του Βλαστού έτρεξαν «εις βοήθειαν της προσκαλούσης πατρίδος», κι αμέσως ύστερα προσθέτει: «Εί­κοσι έτη ηλικίας ολιγότερα αν είχα, ούτε θεοί ούτε δαίμονες ήθελον μ’ εμποδίσει» – να κατέβει δηλαδή κι αυτός στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στο ίδιο όμως γράμμα, κοντά στον ενθουσιασμό προσθέτει και τους δισταγμούς του: «Να κρημνίση τις οικοδομήν μεγάλη σοφία δεν χρειά­ζεται»… «Η μεγάλη και τρομερά δυσκολία είναι εις την ανοικοδομήν, ήτις χρειάζεται αρχιτέκτονας Αριστείδας και τοιούτους άλλους οποίος ήτον ο Αριστείδης, και οποίον δεν βλέπω ακόμη κανένα εις το γένος. Αντί των τοιούτων έχομεν πολλούς ημισόφους, πολλούς σχολαστικούς, οι οποίοι αν επιθυμήσωσι να γενώσι δημαγωγοί και δημοκόποι εις λαόν ακόμη απαίδευτον», και τα λοιπά. Ενάμιση μήνα αργότερα, μέσα Ιουλίου, δια­τύπωνε με πιο μεγάλη σαφήνεια τί τον φόβιζε: «Ουδεμία αμφιβολία ότι το θηρίον πνέει τα λοίσθια· ουδεμία αμφιβολία ότι η Ελλάς μέλλει να ελευθερωθή απ’ αυτόν· αλλά φοβούμαι μη αγοράσωμεν την ελευθερίαν υπερβολικά. Με θλίβει ακόμα και ο λογισμός μη οι καλοί σου Ρ.», οι Ρώ­σοι δηλαδή, «μη μας έβαλαν εμπρός να δαμάσωμεν πρώτοι ημείς το θη­ρίον, διά να δώσωσι έπειτα εις αυτό την τελευταίαν πληγήν αυτοί». Τις τελευταίες μέρες του 1821 εξομολογιόταν στον αγαπημένο του Ιάκωβο Ρώτα: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα»… «Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθήν ωριμώτεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέρους, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντων εις την Ευρώπην νέων».

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, ο γέροντας έκλεινε τα εβδομηντατρία του. Ζούσε στο Παρίσι από τα 1788· η Γαλλική Επανάσταση τον είχε κάνει να σκιρτήσει από ελπίδες για το ανθρώπινο γένος, ενώ παράλληλα παρατη­ρούσε μ’ ενθουσιασμό τα σημάδια της αλλαγής που έφταναν από την Ελλάδα. «Όλα ταύτα είναι σημεία αναντίρρητα ότι εξύπνησε τέλος πά­ντων η ταλαίπωρος Ελλάς· και η εξύπνισις αύτη προετοιμάζει αναγκαίως και την μέλλουσαν ελευθερίαν της», έγραφε στα 1814· λίγους μήνες αρ­γότερα πρόσθετε: «Δεν έμεινεν αμφιβολία»… «ότι έφθασε και των Γραι­κών ο καλός καιρός· και έφθασε με τόσην ορμήν ώστε καμία δύναμις αν­θρώπινος δεν είναι πλέον καλή να μας οπισθοποδίση».

Ωστόσο δεν περίμενε πως η αλλαγή θα ερχόταν τόσο σύντομα· ούτε καν το ήθελε καλά-καλά: «ήρχισα να φοβούμαι», έγραφε τον Ιούλιο του 1818, «όχι μη φωτισθή το γένος, αλλά μη, πριν αποκτήση φώτα αρκετά, κεφαλαί τινες ενθουσιαστικαί επιχειρήσωσι προ του πρέποντος καιρού την συντριβήν του ζυγού».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Αλέξη Πολίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αν ήρχιζε μετά είκοσι χρόνους…. Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμου και η Ελληνική Επανάσταση

 

Read Full Post »

«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.


 

 

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς

Νικόλαος Σκουφάς

Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]

Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.

Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:

 

«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]

 

Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.

Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]

Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]

Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.

Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.

Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]

Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;

Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]

 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.

Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]

Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]

Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]

Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]

Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]

Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]

Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.

Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.

Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.

Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:

α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών

β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.

Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]

Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]

Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.

  

Υποσημειώσεις 


 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.

[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).

[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.

[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.

[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.

[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.

[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.

[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.

[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.

[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.

[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.

[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.

[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.

[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.

[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.

[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97

[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.

[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72

[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.

[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.

[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16

[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.

[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.

[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.

[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.

[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.

[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.

[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.

[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.

[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.

[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130

[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

 

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)». Νίκος Φ. Τόμπρος, ΚΔ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30,31 Μαΐου – 1 Ιουνίου 2003. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2004.


 

 

Ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να επισημάνουμε, ξεκινώντας την δια­πραγμάτευση του θέματος, είναι πως τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου της Αί­γινας χαρακτηρίζουν δυο περίοδοι, οι οποίες σχετίζονται τόσο με την έδρα του ιδρύματος, όσο και με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν γι’ αυτό από την πλευρά των κυ­βερνήσεων, Καποδίστρια, Αντιβασιλείας, Όθωνα. Η πρώτη ξεκινάει τον Μάρτιο του 1829 και ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1834. Την περίοδο αυτή το Ορφανο­τροφείο εδρεύει στην Αίγινα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία του Καποδί­στρια αλλά και της Αντιβασιλείας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Στη δεύ­τερη περίοδο (Ιούλιος 1834-1844) έδρα του ιδρύματος είναι το Ναύπλιο, ενώ τη λειτουργία του ρυθμίζουν τα μέτρα της Αντιβασιλείας και αργότερα του Όθωνα.

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίοδο του Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ίδρυμα παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί υπήρξε παράδειγμα άσκησης κοινωνικής πολιτικής καθώς ήταν το πρώτο φι­λανθρωπικό κατάστημα στην Ελλάδα, στο οποίο στεγάστηκαν τα περιπλανώ­μενα και απροστάτευτα παιδιά που δημιούργησε η Επανάσταση, αλλά και για­τί, σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η οργάνωσή του θα αποτελούσε υπόδειγμα της φιλανθρωπίας του και κυρίως του εκπαιδευτικού του συστήματος που ευ­ελπιστούσε να εφαρμόσει στο νεοσύστατο κράτος. Επειδή όμως το θέμα του Ορφανοτροφείου και η λειτουργία του εμπλέκονται, από το 1833 με την διοί­κηση της χώρας από την Αντιβασιλεία, επιχειρείται μια προσπάθεια να κατα­νοήσουμε τους λόγους που η Αντιβασιλεία επέλεξε να μεταφέρει το ίδρυμα, τον Ιούνιο του 1834, στο Ναύπλιο. Οι λόγοι της συγκεκριμένης επιλογής, όπως επι­χειρούμε να δείξουμε, σχετίζονται με την πορεία του ιδρύματος στη διάρκεια των ετών 1829-1833.

Το τέλος της δεκαετίας 1820-1830 σηματοδοτείται τόσο από την παρουσία του Καποδίστρια στη διοίκηση της χώρας, όσο και από τις προσπάθειές του να την ανοικοδομήσει, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει η Επανάσταση, καθιστώντας την κράτος ευνομούμενο και σύγχρονο.

Στα πλαίσια της εσωτερικής του πολιτικής άμεσης προτεραιότητας ενέργει­ες υπήρξαν η Παιδεία και η στέγαση των περιπλανώμενων και απροστάτευτων παιδιών, που προέκυψαν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, σε ασφαλές μέρος. Για το πρώτο θέμα ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον Eynard ότι ήταν δια­τιθέμενος να στηρίξει «την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δύο μεγάλας βάσεις, την εργασίαν και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν», δίνοντας έτσι το στίγμα της εκ­παιδευτικής του πολιτικής. Στο ίδιο κλίμα άλλωστε κινήθηκε και το ΙΑ’ ψήφι­σμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης «περί οργανώσεως της παιδείας εν Ελλάδι». Με το ψήφισμα αυτό η Κυβέρνηση καθιστούσε σαφές ότι ο προγραμματισμός των ενεργειών της για την κοινωνική και πολιτική ανόρθωση της χώρας ήταν επιτα­κτική ανάγκη, ανόρθωση η οποία θα επιτυγχανόταν «δια της ιεράς θρησκείας και της ορθής Παιδείας ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν».

Το δεύτερο θέμα, αυτό της συγκέντρωσης των ορφανών που κυκλοφορού­σαν στην ελληνική επικράτεια, τον απασχολούσε ιδιαίτερα, προτού ακόμα ανα­λάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Είχε επιδείξει μάλιστα το ενδιαφέρον του αποστέλλοντας προσωπικές εκκλήσεις και διαβήματα σε πλούσιους Έλληνες των παροικιών και φιλέλληνες ευρωπαϊκών χωρών στα οποία παρουσίαζε την ανάγκη αφενός της περίθαλψης των ορφανών της Ελλάδας και αφετέρου της εκ­παίδευσής τους. Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1828, δραστηριοποιήθηκε σε αυτόν τον τομέα, ώστε να δημιουργηθεί το ίδρυμα στο οποίο θα συγκεντρώνονταν τα ορφανά του πολέμου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)

 

Read Full Post »

«Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας την Καποδιστριακή Περίοδο», Νίκος Φ. Τόμπρος. Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11-17 Σεπτεμβρίου 2005), Τόμος Γ΄, Αθήναι, 2007.


 

 

Το Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (1828) στην Ακροναυπλία. Σήμερα απομένει μόνο το υπόγειο του κτιρίου και το εκκλησάκι του (Άγιοι Ανάργυροι). Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Το Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (1828) στην Ακροναυπλία. Σήμερα απομένει μόνο το υπόγειο του κτιρίου και το εκκλησάκι του (Άγιοι Ανάργυροι). Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Το Ναύπλιο ως έδρα της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος (Ια­νουάριος 1823) και μετέπειτα του Καποδίστρια προσέλκυσε εκατοντάδες Έλληνες πρόσφυγες απ’ όλες τις περιοχές της χώρας οι οποίοι συρρέανε καθημερινά στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες, καλύτερες συνθήκες διαβιώσεως, ασφάλεια, ενώ παράλληλα ευελπιστούσαν ότι η πρό­νοια των εκάστοτε κυβερνήσεων θα τους αποκαθιστούσε οικονομικά και επαγγελματικά. Ο Κυβερνήτης συνειδητοποιώντας γρήγορα ότι η κατά­σταση στις απελευθερωθείσες περιοχές ήταν απογοητευτική έθεσε στόχους άμεσης προτεραιότητας, όπως η δημιουργία ισχυρής κυβερνήσεως, η ανα­διοργάνωση της επαρχιακής διοικήσεως, η ανασύνταξη του στρατού και του στόλου, η οικονομική ανόρθωση της χώρας. Παράλληλα με τα ανωτέ­ρω ενδιαφέρθηκε και για την ανοικοδόμηση του Ναυπλίου, θέλοντας να το καταστήσει πρότυπο αναπτύξεως για τις υπόλοιπες πόλεις του Κράτους.

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του Εθνικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου (1828) στην Ακροναυπλία.  Δημοσιεύεται στο λεύκωμα της Σέμνης Καρούζου «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας, 1979.

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του Εθνικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου (1828) στην Ακροναυπλία. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα της Σέμνης Καρούζου «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας, 1979.

 

Ανάμεσα στα έργα που κατασκευάστηκαν στο Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο (1828-1831) ήταν και δύο νοσοκομεία: το Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυτιλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρ­ξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Κυβερνήτης σκόπευε να εφαρμόση στην Ελλάδα.

 

Τα «Πέντε Αδέρφια» με τους διώροφους στρατώνες και το Δημοτικό Νοσοκομείο επάνω στην Ακροναυπλία, όπου  σήμερα οι τουριστικές εγκαταστάσεις. Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Τα «Πέντε Αδέρφια» με τους διώροφους στρατώνες και το Δημοτικό Νοσοκομείο επάνω στην Ακροναυπλία, όπου σήμερα οι τουριστικές εγκαταστάσεις. Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

 

Η παρούσα μελέτη ασχολείται με το δεύτερο νοσηλευτικό ίδρυμα που δημιουργήθηκε στο Ναύπλιο, καθώς οι έως σήμερα βιβλιογραφικές αναφορές είναι ελάχιστες και σε κάποιο βαθμό συγκεχυμένες. Οι Ιστορικοί επίσης πού μελετούν την εν λόγω περίοδο δεν έχουν επισταμένως ακόμα ασχοληθή με το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυτιλίας, ίσως λόγω του ότι oι πηγές είναι περιορισμένες και διάσπαρτες σε πολλά αρχεία. Αυτό ακριβώς το κενό ευελπιστούμε να καλύψουμε φέρνοντας στο φως νέ­ες ανέκδοτες αρχειακές πηγές για το στρατιωτικό νοσοκομείο. Εξάλλου δε θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι συγκεκριμένο το νοσοκομείο ήταν το πρώτο κρατικό στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στην Ελλάδα.  

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας την Καποδιστριακή Περίοδο 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831) – Προσωπογραφίες


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1776. Σε ηλικία 18 ετών έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, από όπου επα­νήλθε το 1797 και άρχισε να εργάζεται ως χειρουργός γιατρός. Ύστερα από την κατάλυση της Επτανήσου Πολιτείας, ο Καποδίστριας προσελήφθει στο ρωσικό Υπουρ­γείο Εξωτερικών, στο οποίο δημιούργησε λαμπρή καριέρα και τελικώς, κατέλαβε το αξίωμα του υπουργού και μέσω της θέσεως αυτής έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις της εποχής του. Όταν η Φιλική Εταιρεία του πρότεινε την αρχηγία του Αγώνα, ο μεγάλος Κερκυραίος αρνήθηκε, ώστε ως Ρώσος υπουργός να υπηρετήσει καλύτερα την επιτυχία της Επανάστασης. Την άνοιξη του 1827, ο Καποδίστριας εκλέγεται κυβερνήτης της Ελλάδας από τη συνέλευση της Τροιζήνας. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, επιτέλεσε σωτήριο κυριολεκτικά έργο για την πατρίδα, που το διέκοψε το τραγικό του τέλος στο Ναύπλιο.

 

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έργο του Κωνσταντίνου Ηλιάδη. Ελαιογραφία, Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έργο του Κωνσταντίνου Ηλιάδη. Ελαιογραφία, Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Ελαιογραφία σε χαρτόνι, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Ελαιογραφία σε χαρτόνι, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Άγνωστος. Ο Καποδίστριας κρατάει στο δεξί του χέρι ανοιχτό φάκελο, όπου ο άγνωστος αποστολέας έχει γράψει τα στοιχεία του παραλήπτη: «(Προς την) Α. Εξοχότητα I. Α. Καποδίστριαν (Κυβερν)ήτην της Ελλάδος. Εις Ναύπλιον».

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Άγνωστος. Ο Καποδίστριας κρατάει στο δεξί του χέρι ανοιχτό φάκελο, όπου ο άγνωστος αποστολέας έχει γράψει τα στοιχεία του παραλήπτη: «(Προς την) Α. Εξοχότητα I. Α. Καποδίστριαν (Κυβερν)ήτην της Ελλάδος. Εις Ναύπλιον».

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Διονύσιος Τσόκος (1820 -1862 ), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Διονύσιος Τσόκος (1820 -1862 ), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό, Νέος Αριστοφάνης, τέλος του 19ου αιώνα.

Ιωάννης Καποδίστριας. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό, Νέος Αριστοφάνης, τέλος του 19ου αιώνα.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne. Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου του I. Δ. Νεράντζη. Λειψία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου του I. Δ. Νεράντζη. Λειψία.

 

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Μολύβι σε πανί, έργο του Δημήτρη Κρέτση. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016. Έργο του Δημήτρη Κρέτση, μολύβι σε πανί, 2016.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Καλλιτέχνες: Α. Brullof - Fr.Jent. Αποτελεί τύπωμα του ζωγραφικού πίνακα του Α. P. Brulloff (1798-1877). Από όλες τις προσωπογραφίες του Καποδίστρια όσο ζούσε, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και διάδοση γνώρισαν οι λιθογραφίες από αυτόν τον πίνακα. Η τεχνοτροπία είναι ιταλική. Ο Α. P. Brulloff σ' ένα σημείωμά του γράφει: «Είδα τον διάσημο κόμη Καποδίστρια στη Γενεύη και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση». Επομένως ο ζωγράφος συνάντησε και ζωγράφισε τον Καποδίστρια μεταξύ του 1826-1827 ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι. Αυτός ο πίνακας-προσωπογραφία του Καποδίστρια βρισκόταν μέχρι το 1914 στην κατοχή της οικογένειας του ζωγράφου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν, στην Πετρούπολη.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Καλλιτέχνες: Α. Brullof – Fr.Jent. Αποτελεί τύπωμα του ζωγραφικού πίνακα του Α. P. Brulloff (1798-1877). Από όλες τις προσωπογραφίες του Καποδίστρια όσο ζούσε, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και διάδοση γνώρισαν οι λιθογραφίες από αυτόν τον πίνακα. Η τεχνοτροπία είναι ιταλική. Ο Α. P. Brulloff σ’ ένα σημείωμά του γράφει: «Είδα τον διάσημο κόμη Καποδίστρια στη Γενεύη και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση». Επομένως ο ζωγράφος συνάντησε και ζωγράφισε τον Καποδίστρια μεταξύ του 1826-1827 ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι. Αυτός ο πίνακας-προσωπογραφία του Καποδίστρια βρισκόταν μέχρι το 1914 στην κατοχή της οικογένειας του ζωγράφου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν, στην Πετρούπολη.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Giovanni Boggi, 1827. Ο Giovanni Boggi θα πρέπει να είχε επισκεφτεί την Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όταν ζωγράφισε τις προσωπογραφίες των επιφανέστερων Ελλήνων αρχηγών. Δημοσίευσε το παρακάτω έργο για την Ελλάδα: Collection de portraits des personages Turcs et Grecs le plus renommes soit par leur cruaute soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece, desines d' apres nature par Boggi, Paris, 1826-9.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Giovanni Boggi, 1827. Ο Giovanni Boggi θα πρέπει να είχε επισκεφτεί την Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όταν ζωγράφισε τις προσωπογραφίες των επιφανέστερων Ελλήνων αρχηγών. Δημοσίευσε το παρακάτω έργο για την Ελλάδα: Collection de portraits des personages Turcs et Grecs le plus renommes soit par leur cruaute soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece, desines d’ apres nature par Boggi, Paris, 1826-9.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Γεώργιος Παπαγεωργίου (Καλαρρυτιώτης), μετά το 1842.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Γεώργιος Παπαγεωργίου (Καλαρρυτιώτης), μετά το 1842.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου.

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, λαϊκής τεχνοτροπίας, άγνωστος ζωγράφος. Μουσείο Ιστορικής & Εθνολογικής Εταιρείας.

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, λαϊκής τεχνοτροπίας, άγνωστος ζωγράφος. Μουσείο Ιστορικής & Εθνολογικής Εταιρείας.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια , χαλκογραφία, Thomas-François Guérin | Alphonse-Charles Masson, 1847. Η απόδοση της σκηνής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, μη γνωρίζοντας λεπτομέρειες, τοποθέτησαν τη σκηνή του εγκλήματος στο εσωτερικό του ναού και απεικόνισαν τον Καποδίστρια όπως φαντάζονταν πως μάλλον θα ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. Ο πολιτικός εικονίζεται με φέσι, φουστανέλα και σελάχι. Είναι ζωσμένος με μαχαίρια και σπαθιά, χωρίς να διαφέρει ούτε ελάχιστα από τους δολοφόνους. Κατάλογος έκθεσης, «Ιωάννης Καποδίστριας – Ο πρωτομάρτυρας της νέας Ελλάδας». Η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου. Επιμέλεια: Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου.

 

Δολοφονία του Ι. Καποδίστρια. Έργο του Χαράλαμπου Παχή το 1872. Πιθανόν το έργο να είναι μια προμελέτη. Οι διαστάσεις του είναι σχετικά μικρές και η σκηνή εκτυλίσσεται στο εσωτερικό της εκκλησίας, έξω από την ιστορική πραγματικότητα.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Χαράλαμπος Παχής, β’ ήμισυ του 19ου αιώνα, Ελαιογραφία, Πινακοθήκη Δήμου Κερκυραίων.

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Χαράλαμπος Παχής, β’ ήμισυ του 19ου αιώνα,
Ελαιογραφία, Πινακοθήκη Δήμου Κερκυραίων.

 

Το έργο «Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια» του Χαράλαμπου Παχή (1844-1891), αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της εργασίας του ζωγράφου αφού μας διασώ­ζει, παρά τα αρκετά στοιχεία υπερβολής, μία ιδιαίτερα ρεαλιστική περιγραφή του τραγικού συμβάντος με εκφραστική δύναμη, γεμάτη συναισθηματισμό. Ο καλλιτέχνης στοχεύοντας ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο σχολιασμό του θέματος, αποδίδει με επιτυχία το δρα­ματικό ύφος της σύνθεσης που αποτελείται από πλήθος προσώπων σε κίνηση εντός ενός αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος με ενδιαφέροντα στοιχεία, κυρίως μη υπαρκτά. Η σκηνή του θανάτου, όπου αιμόφυρτος ο κυβερνήτης παραδίδει το πνεύμα εμπρός από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο (Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 1831), συνοδεύεται από την φυγή των δολοφόνων, Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη και την καταδίωξή τους καθώς και από τον αιφνιδιασμό, την οδύνη όσων παρακολουθούν παραπλεύρως ή στο βάθος το συμβάν. Αποδίδεται η έκπληξη, η αγωνία, η θλίψη, ο θυμός των προσώπων, επι­φανών και μη. Η σχεδόν σκηνογραφική, συνοπτική απόδοση των στοιχείων στο βάθος αλλά και του ουρανού που προμηνύει καταιγίδα, επάνω από την απεχθή δολοφονία, ενι­σχύουν την δραματική φόρτιση και μας μεταφέρουν νοητά σε μια φανταστική σκηνή θεα­τρικού έργου. Λόγια και μη στοιχεία συναντώνται στην τέχνη του Κερκυραίου δημιουργού, οι τρόποι διαμορφώνονται από τις επιδράσεις της παιδείας του στην Ιταλία αλλά και την σχέση του με την τοπική λαϊκή ζωγραφική.

Βρισκόμαστε εμπρός από μία απόπειρα «ειδησιογραφικής» καταγραφής στην ζωγραφική, με εξαιρετικά στοιχεία αναπαράστασης. Η απεικόνιση της δολοφονίας αρκετά μετά την διενέργειά της, μας μεταφέρει τους απόηχους του ισχυρότατου πλήγματος για όλο τον ελληνισμό αλλά και την μεγάλη οδύνη της κερκυραϊκής επτανησιακής κοινωνίας.

Μαρία Μελέντη

Ιστορικός Τέχνης

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν ανήκει στο ρεπερτόριο καλλιτεχνών με σταθε­ρά φιλελληνικά αισθήματα. Ο πίνακας του Διονυσίου Τσόκου φιλοτεχνήθηκε μετά από ειδι­κή παραγγελία ενός ιδιώτη, θαυμαστή του Καποδίστρια.

Ο Τσόκος δεν επέλεξε να απεικονίσει τη δραματική στιγμή της επίθεσης, αλλά λίγο αργό­τερα, τη στιγμή του βωβού πόνου των ατόμων που ήταν μάρτυρες, την απόγνωσή τους για το γεγονός ότι οι ελπίδες που έτρεφαν από το 1829 με τον Καποδίστρια για μια ανεξάρ­τητη Ελλάδα, κατέρρευσαν μεμιάς με τη δολοφονία του.

Με την απεικόνιση της σκηνής που εκτυλίχθηκε αμέσως μετά τη δολοφονία, ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ως βάση τις αναφορές που έκαναν οι αυτόπτες μάρτυρες, τις οποίες εμβά­θυνε με την προσωπική του αντίληψη του χώρου. Είναι φανερό ότι προσπάθησε να προ­σαρμόσει την ζωγραφική του στα δυτικά-ιταλικά πρότυπα. Μάλιστα, σε μερικές μορφές δια­κρίνεται η επιρροή του δασκάλου του, LudovicoLipparini. Η χρωματικότητα θυμίζει την βενετσιάνικη πολυχρωμία που ο ίδιος ο Τσόκος είχε μελετήσει εντατικά.

Στο δεξί άκρο του πίνακα, κάτω από την καμάρα της πύλης, ο Τσόκος έχει απεικονίσει τον εαυτό του. Μπροστά του στέκεται η Μαντώ Μαυρογένους, ηρωίδα της εξέγερσης της Μυκόνου και στενή συνεργάτιδα του Καποδίστρια, στηριζόμενη σε ένα άτομο που τη συνο­δεύει. Την παραγγελία για τη δημιουργία του πίνακα είχε δώσει ο Άγγελος Γιαννικέσης από τη Ζάκυνθο, ο οποίοςσυγκαταλεγόταν στα πιο διακεκριμένα μέλη της ελληνικής κοινότη­τας εκεί. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει τον Διονύσιο Τσόκο κατά την διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στην Accademia της Βενετίας.

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο διαθέτει μερικές προπαρασκευαστικές μελέτες του πίνακα και το Μουσείο Μπενάκη έχει επίσης ένα ελαιογραφικό προσχέδιο.

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Βελλίνης Γεώργιος (†1840)


 

Γεώργιος Βελλίνης: Εμπνευσμένος κληρικός, φιλικός και αγωνιστής του 1821 από το Ναύπλιο. Το 1810 ήταν εφημέριος στο Πλατανίτι Ναυπλίου. Οι Τούρκοι γρήγορα διαπίστωσαν την πατριωτική του δράση, έτσι το 1820 αναγκάστηκε να καταφύγει στο Γαλάζιο της Μολδαυΐας. Πήρε μέρος στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας, που κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το Φεβρουάριο του 1821 και μετά το άδοξο τέλος της πήγε στην Τεργέστη και κατόπιν ήλθε στο Ναύπλιο, όπου έγινε πρωθιερέας στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πήρε μέρος στην Επανάσταση στην Αργολίδα, εμψυχώνοντας τούς πολεμιστές στα γύρω στρατόπεδα. Πήρε μέρος επίσης και στην τελευταία έφοδο του Στάϊκου Σταϊκόπουλου εναντίον των Τούρκων του Παλαμηδίου, η οποία και κατέληξε στην άλωσή του, στις 30 Νοεμβρίου 1822. Την ίδια μέρα τέλεσε την πρώτη ευχαριστήρια λειτουργία και δοξολογία στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στο Παλαμήδι, χρησιμοποιώντας τα ιερά σκεύη του ναού της Αγίας Παρασκευής. Μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου ο Γεώργιος Βελλίνης ξαναγύρισε στη θέση του ως πρωθιερέας του ναού του Αγίου Γεωργίου και έγινε έφορος και δημογερόντων Ναυπλίου. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1840 στο Ναύπλιο και τάφηκε μέσα στο ναό, κάτω από το Άγιο Βήμα.

Γιος του ήταν ο Σπυρίδων Βελλίνης , λόγιος και εκδότης της «Ιστορίας της Ελλάδας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821», που εξέδωσε το 1856.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • «Ποικίλη Στοά», Εθνικόν Ημερολόγιον 1887, σελ. 293-294, Αθήναι.

Read Full Post »

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού


 

 

 Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το ιστορικό μυθιστόρημα της Κατερίνας Παπαδριανού με τίτλο: « Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Η Ψωροκώσταινα, το δεύτερο βιβλίο, της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Οι Φίλοι και τα Αρωγά Μέλη της Βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν την εξαιρετική  αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Ιούνιος του 1821. Το Αϊβαλί καίγεται. Οι Τούρκοι, μπροστά στα μάτια της πλούσιας αρχόντισσας Πανώριας, σκοτώνουν τα τέσσερα παιδιά της και τον άντρα της, Κώστα Αϊβαλιώτη. Τρελαμένη από τη θλίψη και την απόγνωση σώζεται από τον καλόγερο και δάσκαλο Βενιαμίν Λέσβιο που την παίρνει μαζί του ως υπηρέτρια… Πώς μπόρεσε μια μάνα ν’ αντέξει τόσο πόνο και μια αρχόντισσα να καταντήσει μια βρώμικη ζητιάνα τέτοια που οι μοσχόμαγκες του Ναυπλίου να τη βαφτίσουν «Ψωροκώσταινα»;

 

Η Ψωροκώσταινα - Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

 

Η συγγραφέας προσπαθώντας να εμβαθύνει στην ταραγμένη ψυχή της «Ψωροκώσταινας» περιγράφει τα φρικτά όνειρα και τους εφιάλτες της που δεν την αφήνουν τις νύχτες να κοιμηθεί, την κατάθλιψη και την τρέλα που την οδηγούν να ζητήσει γιατρειά στη «Μεταφυσική» και στη θεωρία του «Πανταχηκίνητου» του Βενιαμίν Λέσβιου.

Η Κατερίνα Παπαδριανού ακολουθεί τα βήματα του Βενιαμίν Λέσβιου και βλέπει με άλλο πρίσμα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Περιγράφει γλαφυρά το επαναστατημένο Ανάπλι αναφερόμενη σε σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα που μας δίνουν το στίγμα της ταραγμένης αυτής εποχής: Τα δάνεια της Αγγλίας, τον εμφύλιο, το γάμο του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, τον έρανο για τους Μεσολογγίτες, τον Δημήτρη Μοσχονησιώτη, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, το Φινλανδό διοικητή Μουράτ μπέη, τον αστυνόμο Ευαγγέλη Ποταμιάνο και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, η «Ψωροκώσταινα» ζητιανεύοντας και ξενοδουλεύοντας, ζει με αγώνα και θυσίες τα δώδεκα ορφανά παιδιά της, μέχρι που ο τύφος ξαναχτυπά…

Κατερίνα Παπαδριανού

«Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Βιβλιοθήκη Ιστορικού Μυθιστορήματος -1

Άργος, Απρίλιος, 2014.

288 σελίδες

ISBN 978-960-9650-12-0

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για το έργο, η φιλόλογος Δήμητρα Δουλιγιέρη και ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια πιο κάτω:

 

«Η Ψωροκώσταινα» της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την κλασική σημασία του όρου. Φιλοδοξεί να ζωντανέψει με λογοτεχνικό τρόπο την ιστορία της θρυλικής ζητιάνας από το Αϊβαλί της Μικρασίας, αξιοποιώντας τα ιστορικά στοιχεία που είναι γνωστά για τη ζωή της και συμπληρώνοντας ή αναπληρώνοντας με την φαντασία όσα είναι άγνωστα και σκεπασμένα από τη λήθη και το χρόνο.

Το ιστορικό μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος δεν έχει μεγάλη ανάπτυξη στην πατρίδα μας, ή μάλλον δεν είχε έως πρόσφατα που παρουσιάζει μια αξιόλογη παραγωγή και ποσοτικά και ποιοτικά. Η συγγραφέας μας δείχνει μάλλον την προτίμησή της σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος αν κρίνουμε από το γεγονός ότι και το προηγούμενο μυθιστόρημα «1715- το τελευταίο φιλί» είναι ιστορικό μυθιστόρημα με χώρο δράσης των ηρώων της την ιδιαίτερη πατρίδα της, Δρέπανο – Βιβάρι και το Ανάπλι.

Φιλοδοξεί άραγε να πολιτογραφηθεί στη χορεία όσων καταπιάστηκαν με το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως τον Στρ. Μυριβήλη, τον Ηλ. Βενέζη, Στρατή Τσίρκα, το Θανάση Βαλτινό, την Αθηνά Κακούρη, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τη Μάρω Δούκα αλλά και τους νεώτερους Δάνδολο, Μπαλτάκο, Ζουργό, Γαλανάκη κ.ά. που αναγνωρίζουν ως αρχηγέτη τους τον άλλο συμπατριώτη μας τον μεγάλο Άγγελο Τερζάκη, που με την «πριγκηπέσα Ιζαμπώ» κάλυψε τεράστια απόσταση και μας έφερε κοντά στο ευρωπαϊκά πρότυπα που ήταν ώριμα αισθητικά, ήδη πριν το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο; Γιατί όχι. Τα πρώτα δείγματα της κας Παπαδριανού είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά.

Ας μπούμε στο θέμα μας:

Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ ως λογοτέχνημα μοιράζει τη δράση της σε τέσσερις (4) τόπους.

Πρώτα-πρώτα η ιδιαίτερη πατρίδα της, οι Κυδωνιές, στις Μικρασιάτικες ακτές απέναντι από τη Μυτιλήνη, ή αλλιώς το Αϊβαλί (που το βλέπει ο θεός και σταματά ο νους του) είναι ο τόπος της ευτυχισμένης περιόδου της ζωής της. Της παιδικής της ηλικίας, του γάμου της με το μεγαλέμπορα Κώστα Αϊβαλιώτη, η δημιουργία της οικογένειάς της αλλά και ο τόπος της τραγωδίας της. Η σφαγή από τους Τούρκους, στις 2 Ιουνίου 1821, του συζύγου της και των τεσσάρων παιδιών της μπρος στα μάτια της. Το Αϊβαλί είναι ο σκηνικός χώρος του πρώτου ελληνικού δράματος του 1821 αλλά και της οικογενειακής και προσωπικής συντριβής της αρχόντισσας Πανώριας Χατζηκώστα. Πληρώνει αυτή πρώτη την εκδικητική μανία των Τούρκων που κατέστρεψαν ολοσχερώς τις Κυδωνιές, ως αντίποινα, επειδή οι Έλληνες πυρπόλησαν στις 27 Μαΐου 1821 ένα τούρκικο δίκροτο στη Χαλκιδική.

Στη συνέχεια η συγγραφέας μεταφέρει τη δράση στα Ψαρά εκεί όπου μετέφεραν την ηρωίδα σε αλλόφρονα κατάσταση οι συμπατριώτες της αναζητώντας καταφύγιο από την καταδιωκτική μανία των Τούρκων. Ο μήνας που έζησε εκεί η Κώσταινα ήταν ανεπίγνωστος. Χωρίς φαγητό και νερό, καθηλωμένη στις τρομερές στιγμές του αφανισμού της οικογένειά της συναντήθηκε με το δάσκαλο του γένους Βενιαμίν Λέσβιο, παλιό γνώριμο του άντρα της, ο οποίος την πήρε υπό την προστασία του και την οδήγησε στην Ύδρα την εποχή του επαναστατικού πυρετού, λίγο πριν η Ύδρα, το νησί των μεγαλονοικοκυραίων, μπει στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Εκεί η Κώσταινα βγαίνει για πρώτη φορά από την πεισιθανάτια κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει από τη μέρα της συμφοράς, αφού ο Βενιαμίν της έδωσε να φροντίζει ένα ορφανό από τις Κυδωνιές.

Το μωρό αυτό γίνεται η σανίδα από την οποία αρπάζεται η ηρωίδα γίνεται ο σκοπός και το νόημα της ζωής της. Του δίνει το όνομα Μάρκος, όνομα του πρώτου γιού της, και ξενοδουλεύει ως πλύστρα για να το ζήσει. Ο Βενιαμίν περιοδεύει στην Ελλάδα για να ξεσηκώσει και να οργανώσει τους Έλληνες.

Η επιστροφή του, σ’ έναν περίπου χρόνο το 1823, επιφέρει τη μετακίνησή τους στην πρωτεύουσα του απελευθερωμένου τμήματος της Ελλάδας, το Ναύπλιο. Το Ναύπλιο θα γίνει ο τόπος που η Πανώρια Χατζηκώστα θα εκδηλώσει την κοινωνική και εθνικής της προσφορά και θα την καταστήσει ιστορικό σύμβολο και παροιμιώδη έκφραση.

Το Ναύπλιο ήταν τότε μια Βαβυλωνία. Οι γλώσσες και οι διάλεκτοι που μιλιούνταν ήταν αναρίθμητες δίνοντας την εντύπωση ότι κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν. Να θυμηθούμε πως αυτό το Ναύπλιο μετατρέπει σε θεατρική «Βαβυλωνία» ο Βυζάντιος. Το γεγονός ότι ήταν η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας, καθώς ήταν προφυλαγμένη με ισχυρά τείχη και τρία κάστρα (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι) ήταν ο λόγος που είχε επιλεγεί για έδρα της κυβερνήσεως. Η κυβέρνηση και η σχετική ασφάλεια που πρόσφερε η πόλη, τράβηξαν σαν μαγνήτης ένα ετερογενές πλήθος Ελλήνων από επαναστατημένες και υποδουλωμένες περιοχές, και κυρίως χήρες και ορφανά πολέμου αλλά και ανάπηρους, επαίτες, κομπογιαννίτες, φιλόδοξους, τυχοδιώκτες και άλλους που αναζητούσαν στο Ναύπλιο μια καλύτερη μοίρα. Φυσικά και Έλληνες από τις ακμαίες παροικίες του εξωτερικού, φιλέλληνες, έμποροι, περίεργοι αλλά και αρκετοί ξένοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες, με κάθε είδους κίνητρα, έβρισκαν τότε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου, ας μη το λησμονούμε, περιοριζόταν στην οριογραμμή που μπορούμε σήμερα να παρακολουθήσουμε να κατεβαίνει από την ανατολική Ακροναυπλία, να περνά από την αναστυλωμένη πύλη της Ξηράς και να συνεχίζει δυτικά του δικαστικού μεγάρου μέχρι τον ανδριάντα του Καποδίστρια και από εκεί ακολουθώντας την κατεύθυνση της σημερινής οδού Αμαλίας (είναι ο δρόμος που περνά μπροστά από τα σχολεία και το πολεμικό μουσείο) να φτάνει μέχρι την βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και ακολουθώντας την κατεύθυνση του σημερινού δρόμου να καταλήγει στην ντάπια «πέντε αδέρφια».

Αυτή την περιορισμένη έκταση περιέκλειαν τα τείχη του Ναυπλίου. Εκτός τειχών δεν υπήρχε φυσικά πόλη. Εντός των τειχών δεν αποκλείεται να στοιβαζόταν ένα πλήθος που μπορεί να πλησίαζε και τις 30.000. Δεν χρειάζεται να περιγραφούν οι συνθήκες διαβίωσης και ειδικά οι συνθήκες υγιεινής της πόλης. Σε μια τέτοια πόλη με τέτοια ανθρωπογεωγραφία έρχεται η Πανώρια και ο Βενιαμίν την άνοιξη του 1823.

Πρέπει να κείτονταν ακόμα στην πόλη άταφα πτώματα Τούρκων από το λιμό που προκάλεσε στον τουρκικό πληθυσμό του Ναυπλίου η μακρά πολιορκία της πόλης από τους Έλληνες. Η παράδοση της πόλης από τους Τούρκους στον Κολοκοτρώνη είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα: το Δεκέμβριο του 1822. Οι περιγραφές του Φωτάκου για την εξαθλίωση των πολιορκημένων Τούρκων και τα άταφα πτώματα που βρίσκονταν παντού στην πόλη, αρκετά μισοφαγωμένα από τους κανιβαλισμούς, υποβάλλουν την ιδέα πως ίσως δεν είχαν όλα μαζευτεί και ταφεί έως την άνοιξη του 1823, με δεδομένη την απουσία δημοτικών αρχών ή στοιχειωδών δημοσίων υπηρεσιών.

Πάντως τον τόνο στην πόλη τον έδιναν τα αναρίθμητα ορφανά που περιδιάβαιναν ζητιανεύοντας, αλητεύοντας και φτιάχνοντας αλληλοσυγκρουόμενες συμμορίες.

Απ’ αυτά τα ορφανά η Πανώρια Χατζηκώστα θα μαζέψει 12 στο σπιτάκι του Ψαρομαχαλά που θα καταλύσει με τον Βενιαμίν και θα αναλάβει την καθημερινή τους φροντίδα. Φυσικά με αμέτρητες δυσκολίες αφού πόροι δεν υπήρχαν. Ειδικά μετά το θάνατο του Βενιαμίν από τύφο τον Αύγουστο του 1824, ο αγώνας γίνεται Σισύφειος. Βγάζει το ψωμί τους κάνοντας τον αχθοφόρο, την πλύστρα, τη ζητιάνα.

Έγινε όμως, η μάνα τους και τους έδινε αυτό που είχε σε περίσσεια. Αγάπη. Κι έπαιρνε αγάπη από τα παιδιά αστείρευτη. Αυτή η αγάπη ήταν το στήριγμά της και το κίνητρο να ζει μετά την απίστευτη οικογενειακή της τραγωδία. Έγινε η αγία των ορφανών. Κι όταν αργότερα ήρθε ο Καποδίστριας και έφτιαξε το ορφανοτροφείο, η Ψωροκώσταινα ανέλαβε αμισθί υπηρεσία στο Ορφανοτροφείο συνεχίζοντας τη φροντίδα των 12 παιδιών που είχε αναλάβει, τα οποία έγιναν οι άγγελοι και οι εξάγγελοι της ζωής της αλλά και οι συμπαραστάτες του θανάτου της που προήλθε από τύφο που ενδημούσε τότε στην πόλη του Ναυπλίου (1831). Τα παιδιά έθαψαν τη μάνα τους δίπλα στον Βενιαμίν.

Δύο μορφές της νεοελληνικής ιστορίας έσμιξαν στη ζωή κάτω από τις πιο δραματικές συνθήκες και συμπαραστάθηκαν ο ένας στον άλλο αντλώντας δύναμη απ’ αυτή τη σχέση που τη μετουσίωσαν και οι δύο σε προσφορά για την πατρίδα. Ο παπα- καλόγερος και η ζητιάνα. Ο δάσκαλος του Γένους και η αρχόντισσα από το Αϊβαλί, που πέρασε στο θρύλο ως Ψωροκώσταινα, όπως την ονόμασαν οι μάγκες του Ναυπλίου με όλες τια αναπόφευκτες συμβολικές στρεβλώσεις αλλά και θαυμασμό για το ψυχικό σθένος, την αυταπάρνηση και τη γενναιοφροσύνη που επέδειξε , με κορυφαία στιγμή τον έρανο υπέρ των Μεσολογγιτών, τον Απρίλη του 1826, στον οποίο η Ψωροκώσταινα έγινε το παράδειγμα που έλυσε τα μαγκωμένα χέρια του λαού και κυρίως των πλουσίων, όταν πρώτη έδωσε στον έρανο όλα τα υπάρχοντά της, δηλ. το ασημένιο δαχτυλίδι της και ένα γρόσι. Αυτό παρακίνησε τους πλουσιότερους ν’ ανοίξουν τα πουγκιά τους και να συγκεντρωθεί ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες των σκελετωμένων ηρώων του Μεσολογγίου.

Η φράση κλειδί που διασώζει ο Ε. Δαδιώτης ότι είπε η Πανωραία είναι: «Δεν έχω τίποτε άλλο απ’ αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι και απ’ αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι». Κάποιος από το πλήθος φώναξε        «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον όβολό της» κι αμέσως κεντρίστηκε το φιλότιμο. Βροχή έπεφταν πάνω στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λίρες, γρόσια και ασημικά.

Τον παράγοντα χρόνο, η κα Παπανδριανού τον αξιοποιεί περισσότερο δραματικά και λιγότερο ιστορικά, όπως ταιριάζει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο που μπορεί να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι ιστορία. Έτσι ο χρόνος στο Αϊβαλί έχει πυκνότητα, δραματική ένταση και τραγική κορύφωση, αφού περιγράφει τις τελευταίες μόνο στιγμές της τότε ευτυχισμένης και ανυποψίαστης γι’ αυτά που επρόκειτο ν’ ακολουθήσουν, οικογένειας του Κώστα Αϊβαλιώτη. Τα μαύρα σύννεφα εμφανίζονται ξαφνικά, πυκνώνουν γρήγορα και ξεσπούν ένα ασύλληπτο για το νου κακό που καταστρέφει εντελώς μια ακμάζουσα πόλη μέσα σε λίγο χρόνο. Οι Τούρκοι σφάζουν λεηλατούν, βιάζουν, διαρπάζουν και πυρπολούν πριν οι Έλληνες προλάβουν να αντιδράσουν και να προστατευτούν. Σχεδόν ακαριαία πέφτει η συμφορά πάνω στην οικογένεια της Πανωραίας. Τα 4 παιδιά και ο άντρας της αποκεφαλίζονται μπροστά της. Ο νους θολώνει. Δε μπορεί να αντέξει τόσο πόνο και τόση φρίκη.

Μεταφέρεται χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας στα Ψαρά, από το ενστικτώδες κύμα διάσωσης που έσπρωξε τους Έλληνες στη θάλασσα και με καράβια και καΐκια αναζήτησαν τη σωτηρία στα Ψαρά.

Στα Ψαρά η συγγραφέας μας χειρίζεται το χρόνο διαφορετικά. Εκεί ο χρόνος μοιάζει να ακινητεί. Καμία εξέλιξη. Η συνείδησή της σχεδόν υπνώττει. Ένας ενστικτώδης μηχανισμός προστασίας και ένα ένστικτο αυτοκαταστροφής λειτουργούν ταυτόχρονα και εξισορροπητικά. Χάνει τα λογικά της για να προστατευθεί από την αβάσταχτη πραγματικότητα και ταυτόχρονα επιζητά το θάνατο αφού αρνείται να πάρει τροφή και νερό.

Απ’ αυτό το τέλμα του χρόνου και της ζωής θα τη βγάλει ο Βενιαμίν ο Λέσβιος που ταξιδεύει μαζί με τους Αιβαλιώτες από τα Ψαρά στην Ύδρα. Παλιός γνώριμος της οικογένειας Αϊβαλιώτη, απ’ όταν ήταν δ/ντής στη ακαδημία Κυδωνιών και ο Κώστας Αϊβαλιώτης μέγας χορηγός της Ακαδημίας, όπως θα λέγαμε σήμερα, ασκεί επάνω της σωτήρια επίδραση με το κύρος και το λόγο του. Τη βγάζει από τον κόσμο στον οποίο ήταν βυθισμένη και από την απόφασή της να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί με 2 επιχειρήματα και μια καθοριστική ενέργεια

Τα λογοτεχνικά επιχειρήματά του:

  1. «Η εκδίκηση για τον πόνο που σου προκάλεσαν οι σφαγές της οικογένειάς σου δεν έρχεται με το να πας να πνιγείς στη θάλασσα, αλλά με το να ζήσεις και να πολεμήσεις γιατί τώρα αρχίζει η ώρα της εκδίκησης ολόκληρου του έθνους».

Και πιο κάτω

  1. «Ύστερα Πανώρια κι εγώ όπως βλέπεις γέρασα. Δε βλέπω και καλά, θέλω έναν άνθρωπο να με βοηθάει και να βρίσκεται πάντα κοντά μου. Η Ελλάδα μας περιμένει…».

Και η ενέργεια του

« Ο Βενιαμίν αρπάζει με μιας ένα μωρό που ήταν παραπεταμένο σε μια άκρη που έκλαιγε ώρες πεινασμένο και ετοιμοθάνατο και της το ρίχνει στην αγκαλιά …»

Στην Ύδρα ο χρόνος γίνεται βίωμα πιο φυσιολογικό, καθώς η ανάγκη της επιβίωσης της ίδιας και του μωρού, μετά την αναχώρηση του Βενιαμίν από την Ύδρα, προκειμένου να προωθήσει την εθνική υπόθεση, σπρώχνουν την Πανώρια στην αναζήτηση εργασίας. Έτσι γίνεται υπηρέτρια στο σπίτι του καπετάν Σταμάτη και η ζωή αποκτά ένα ρυθμό.

Όταν, μετά από ένα χρόνο περίπου, επιστρέφει ο Βενιαμίν και την παίρνει από την Ύδρα για να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο, που ήταν ήδη προσωρινή πρωτεύουσα του υπό επαναστατική σύσταση νεοελληνικού κράτους, ο χρόνος επιφυλάσσει στην τραγική ηρωίδα μας την ιστορική δικαίωση και την παράδοση της στην αιωνιότητα ως σύμβολο αυταπάρνησης και αλληλεγγύης πεσμένο από τη μια στον υποτιμητικό χαρακτηρισμό της «Ψωροκώσταινα» και υψωμένο από την άλλη στον ουρανό της ιστορικής αίγλης.

Ο συμπρωταγωνιστής

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του έργου που σήμερα αναλύουμε είναι πως οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο. Γι’ αυτό και ως υπότιτλο την κα. Παπαδριανού σημειώνει «Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Φυσικά δεν αποτελεί πρωτοτυπία η ύπαρξη δύο κεντρικών ηρώων σ’ ένα μυθιστόρημα αλλά αποτελεί επιτυχία το γεγονός ότι κανένας δεν μειώνει την λογοτεχνική αξία του άλλου. Αντίθετα συμβάλλει στην ανύψωσή του με τρόπο που νιώθεις ότι δεν θα μπορούσε με καλύτερο τρόπο ο λογοτέχνης να παρουσιάζει την ύπαρξη του άλλου πιο φυσική και ταυτόχρονα τόσο αναγκαία για τη φιλοτέχνηση του λογοτεχνικού του προσώπου.

Για το Βενιαμίν το Λέσβιο, μάλιστα, πρέπει να πω ότι κατάφερε η κα Παπαδριανού να παρουσιάσει και το «βιογραφικό» του με τρόπο φυσικό και αβίαστο και την πρωτότυπη θεωρία του για το «Πανταχηκίνητο» ν’ αναπτύξει και ξετυλίγοντας την επαναστατική του δράση να κάνει ένα πλήθος από κοινωνικά σχόλια για τόπους, συνήθειες και νοοτροπίες των Ελλήνων που κάποτε γίνονται συγκαλυμμένη πολιτική κριτική ή καυστική πολιτική παρατήρηση.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ως ιστορικό πρόσωπο γεννήθηκε στο Μεγαλοχώρι Πλωμαρίου στη Λέσβο το 1760 και πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο το 1824 «παρά τις περιποιήσεις της προστατευόμενης του Πανώριας Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη, της γνωστής ως Ψωροκώσταινα». Το κοσμικό του όνομα ήταν Βασίλειος Γεωργαντάς. Σπούδασε στο Άγιο όρος όπου χειροτονήθηκε μοναχός, στην Πάτμο και αργότερα στην Πίζα της Ιταλίας και στο Παρίσι. Εκεί γνωρίστηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή και όπως δείχνει η πορεία του Βενιαμίν επηρεάστηκε ιδεολογικά από τη μεγάλη μορφή του σημαντικότερου   Έλληνα λόγιου της εποχής εκείνης και του ακάματου διαφωτιστή του Ελληνικού γένους.

Ο ιστορικός Πασχάλης Κιτρομιλίδης θεωρεί τον Βενιαμίν «το σημαντικότερο φιλοσοφικό πνεύμα του Νεοελληνικού διαφωτισμού».

Αυτός μάλλον είναι και ο λόγος που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον κατηγόρησε ότι αρνείται την Αγία Γραφή και απέκτησε τη φήμη του άθεου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στο Ιάσιο της Βλαχίας και ανέπτυξε πολυσχιδή εθνική δράση. Πήρε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο το 1821 στην Β΄ στο Άστρος το 1823, που επιμελήθηκε τη σύνταξη ποινικού κώδικα και το 1822 δεινοπάθησε ως Αρμοστής των Νήσων του Αιγαίου. Το 1823 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όπου έζησε παραδίδοντας Μαθηματικά, Φυσική και Φιλοσοφία στα παιδιά των επιφανών Ελλήνων που κατέφυγαν τότε στην καθέδρα της κυβερνήσεως του επαναστατημένου Γένους. Ήταν μεγάλος πια και δυσκίνητος και τον φρόντιζε η Πανώρια Χατζηκώστα- Αϊβαλιώτη μέχρι το 1824 που πέθανε από τύφο.

Ως λογοτεχνικός ήρωας της κας Παπαδριανού είναι γενναιόδωρος, ενεργητικός και αταλάντευτος στο στόχο του να ξεσηκωθεί το Γένος, αλλά με την προϋπόθεση οι νοικοκυραίοι να ανοίξουν τα πουγκιά τους και οι καραβοκύρηδες να θέσουν τα καράβια και τα πληρώματά τους στην υπηρεσία του σκοπού. Διακηρύσσει, ως γνήσιος ορθολογιστής, ότι χωρίς χρήματα, καράβια και ομόνοια δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Επιμένει πολύ στην ομόνοια και στην ανάγκη να τιθασευτούν οι εγωιστικές παρορμήσεις και τα ατομικά συμφέροντα. Η κα Παπαδριανού τον παρουσιάζει με ασίγαστο πάθος να διδάσκει σε ακροατήρια σε σπίτια, καφενέδες, ναούς βάζοντας μπροστά τους τις αρχές στις οποίες έπρεπε να στηριχτούν για να πετύχει ο αγώνας. Κι ενώ παρουσιάζεται αυστηρός και ανυποχώρητος, την ίδια στιγμή διακρίνεται η λανθάνουσα τρυφερότητά του για τα παιδιά. Αυτός πείθει την Πανώρια να αναλάβει το ορφανό και ο ίδιος χρηματοδοτεί αγόγγυστα, με τους λιγοστούς του πόρους, τις ανάγκες επιβίωσής τους. Αυτός ο αυστηρός και αλύγιστος παπακαλόγερος με το ανοιχτό μυαλό, τον ορθό λόγο, την προηγμένη μαθηματική και φυσική παιδεία και τη σπάνια φιλοσοφική σκέψη, έγινε ο απόστολος της Φιλικής Εταιρείας ο διαπρύσιος κήρυκας της επανάστασης. Έδρασε στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο, εξορμώντας από τις Μικρασιατικές ακτές, όπου δίδαξε, συγκέντρωσε χρήματα και γέμισε με πολεμοφόδια το 1821 ένα καράβι του Παπαφλέσσα. Στο μυθιστόρημά μας, με δύο λόγια, παρουσιάζεται ως μορφή αυστηρή και δίκαιη με χαρακτήρα δομημένο με αρχές και σε βάσεις ορθολογικές, με γλώσσα καυστική και κάποτε ανελέητα δηκτική.

Οι αρετές του έργου

Πρώτη αρετή συνιστά η επιλογή του θέματος. Η λογοτεχνική δηλαδή ηρωποίηση δύο προσωπικοτήτων αδικημένων από τη θέση που κατέχουν στη νεοελληνική ιστορία και τη συνείδηση των Νεοελλήνων.

Η Ψωροκώσταινα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ιστορικής διαστρέβλωσης αφού είναι περισσότερο γνωστή από τη χρήση της παροιμιώδους φράσης της Ελλάδας ως Ψωροκώσταινας παρά από την κοινωνική και ιστορική της προσφορά. Η επιλογή της κας Παπαδριανού να φωτίσει την οικογενειακή της τραγωδία, να αναδείξει το κοινωνικό της έργο και να την καταστήσει λογοτεχνική ηρωίδα είναι επιλογή εύστοχη. Και είναι κατά τη γνώμη μου ευτυχής συγκυρία που γίνεται από μία λογοτεχνική πένα του Ναυπλίου, της πόλης δηλαδή που φιλοξένησε την Πανώρια για 10 περίπου χρόνια και της έδωσε το κοινωνικό πλαίσιο να ανάπτυξη τη δράση της και να βρει τη θέση της στην ιστορία.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ίσως είναι ο πιο αδικημένος από τους δασκάλους του Γένους, τουλάχιστον στην θέση που κατέχει ανάμεσά τους. Παρόλο που κατά τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη, υπήρξε «ο φιλοσοφικότερος από τους δασκάλους του Γένους» εν τούτοις είναι ο λιγότερο προβεβλημένος και γνωστός.

Ίσως, αυτό οφείλεται στη φήμη που απέκτησε ως άθεος αφού η άποψή του για τον φυσικό κόσμο ήρθε σε αντίθεση με την Αγία Γραφή, τουλάχιστον κατά τις ερμηνείες του σκληρού πυρήνα του Πατριαρχείου. Αυτό του στοίχισε και την απομάκρυνση του από τη Δ/νση της σχολής των Κυδωνιών και την δίωξη του από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης όπου δίδασκε και Φυσική και Μεταφυσική. Δεν πρόδωσε όμως τις ιδέες του και την επιστήμη για να κάνει εύκολη καριέρα, όπως και δεν έκανε εύκολα συμβιβασμούς σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Είναι αναγκαία, λοιπόν, η αποκατάστασή του, έστω και λογοτεχνικά, και είναι συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση η ανάδειξή του από την κα Παπαδριανού.

Δεύτερη και στερεή αρετή του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελούν τα ευδιάκριτα γνωρίσματα του λογοτεχνικού είδους που υπηρετεί, ώστε να έχουμε στα χέρια μας ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την αναγκαία χρονική απόσταση μεταξύ της ιστορικής δράσης των ηρώων και της συγγραφής, τη δράση ενός πλήθους προσώπων γνωστών από την επιστημονική ιστοριογραφία και την απαραίτητη αναφορά στην πυκνής ιστορικότητας χρονική περίοδο που αναφέρεται.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα του αποτελεί η πλοκή του έργου που υφαίνεται έξυπνα και φυσικά, δένοντας σε μια μοίρα τους δύο ήρωες, ο καθένας από τους οποίους ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά, η μια με πύρινους στεναγμούς και ο άλλος με βουβή αφοσίωση στο μεγάλο σκοπό.

Η μυθοπλασία δεν επιζητά φιοριτούρες ούτε εμπίπτει σε φλυαρίες που θα αφαιρούσαν από το έργο τη δωρικότητα και τη σταθερή εξέλιξη της πλοκής.

Ο κόσμος τον οποίο η κα Παπαδριανού ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες της δεν αποκτά αυτονομία που θα ζημίωνε τη φιλοτέχνηση του πορτραίτου των 2 κεντρικών ηρώων, αλλά λειτουργεί ως ο απαραίτητος κοινωνικός καμβάς πάνω στον οποίο η συγγραφέας κεντά με μαεστρία την εικόνα των 2 πρωταγωνιστών της.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Κατερίνας Παπαδριανού κερδίζει τον αναγνώστη με την αμεσότητα και τη λιτή γλώσσα, που δεν αποζητά τηνεντυπωσιοθηρία στους λογοτεχνισμούς τα εξεζητημένα σχήματα λόγου και την επιδεικτικότητα. Η γραφή της είναι δουλεμένη στη φυσική γλώσσα της εποχής μας και χαρακτηρίζεται από άνεση και φυσικότητα.

Ζωντανεύει πολυπρόσωπες σκηνές, φιλοτεχνεί εικόνες και δημιουργεί το σκηνικό με κινηματογραφική ευκολία, αφήνοντας την αίσθηση πως τα ιστορικά γεγονότα και η μυθοπλασία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Αξιομνημόνευτη είναι η ικανότητά της να πλάθει χαρακτήρες και να φιλοτεχνεί τα γνωρίσματα τους με απλότητα και φυσικότητα αφήνοντας στον αναγνώστη ισχυρό και ευδιάκριτο το «πρόσωπό» τους.

Και δεν μπορώ, φυσικά να μην εξάρω την δεξιοτεχνία της κας Παπαδριανού να εντάσσει στο λογοτεχνικό της πάζλ ιστορικές εικόνες, εμβληματικά πρόσωπα, αυθεντικές ιστορίες ακόμα και να δίνει ιστορική υπόσταση σε γνωστές παροιμιώδεις φράσεις. Ενδεικτικά από τα ιστορικά πρόσωπα αναφέρω τον πρόκριτο της Αχαΐας και φιλικό Ανδρέα Καλαμογδάρτη την κόρη του Καλλιόπη και το γαμπρό του Σπύρο Παπαλεξόπουλο, σύζυγο της Καλλιόπης, που έγινε, μέρες που είναι, ο πρώτος δήμαρχος Ναυπλιέων. Ακόμα τον Δημήτριο Υψηλάντη και την αγαπημένη του Μαντώ Μαυρογένους, τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον τιτάνιο αγώνα του. Λαϊκές, σχεδόν φολκλορικές, εικόνες μας δίνει με τον παλαιστή από το Αϊβαλή Τζίτζικα και την επίδειξή του στο κοινό του Ναυπλίου στην πλατεία του Πλατάνου, εικόνες με το γάμο στον Αϊ Γιώργη του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, αρχηγού του ιππικού, με «μια αιχμάλωτη όμορφη Τουρκοπούλα που πρώτα τη βάφτισε χριστιανή». Ο Φιλανδός φρούραρχος του Ναυπλίου Αύγουστος Μύρμπεργκ γίνεται αφορμή να βρει τη θέση του στο μυθιστόρημα και το φιλελληνικό λόμπυ του Ναυπλίου.

Χώρεσαν ακόμη χωρίς να σπάνε τη συνοχή ή να φαντάζουν ξένα σώματα ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, που πρώτος μπήκε στο Παλαμήδι στις 30 Νοεμβρίου του 1822, και το πήρε από τους Τούρκους μετά τη μακρά πολιορκία. Ο Ευαγγέλης Ποταμιάνος, ο θρυλικός αστυνόμος από την Κεφαλλονιά κι ένα πλήθος ακόμα γνωστών ιστορικών προσώπων παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου παίρνοντας σάρκα και οστά. Δεν λείπει ούτε η ταβέρνα της Μιχαλούς που έσπαγε στο ξύλο, η αντρογυναίκα ιδιοκτήτρια, όποιον αργούσε να πληρώσει τα βερεσέδια του.

Με λίγα λόγια Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ της Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Αξίζει να το διαβάσετε

Κατερίνα, σ’ ευχαριστούμε

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »