Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Κεγχρεαί – Πυραμίδα του Ελληνικού (Σ. Κ. Προφαντόπουλου,1895)

 

Από το βιβλίο του  Σ. Κ. Προφαντόπουλου, «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1895 αναδημοσιεύουμε  απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στην Πυραμίδα του Ελληνικού. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κείμενο, που εκτός των άλλων μας δίνει και μαρτυρίες των βοσκών για την  πυραμίδα και τα αρχαία που βρέθηκαν κοντά της.

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Από του ναού τού Κεφαλαρίου βαδίζοντες παρά τούς πρόποδας τού βουνού προς το ΝΔ μέρος φθάνομεν μετά πορείαν ημισείας ώρας εις το χωρίον Ελληνικό. Το χωρίον τούτο συνίσταται εκ 30 περίπου καλυβών διεσπαρμένων επί των κλιτύων του βουνού και κατοικείται υπό ποιμένων εκ Τουρνικίου, παραχειμαζόντων ενταύθα, παρά το χωρίον τούτο εις βραχίων τού βουνού διευθύνεται προς την θάλασσαν και σχηματίζει γωνίαν ούτως, ώστε αποκλείει την θέαν της δυτικής παραλίας τού Αργολικού κόλπου· εντός της γωνίας ταύτης είναι λόφος μεμονωμένος, επί της κορυφής τού οποίου ευρίσκεται ή πυραμίς των Κεγχρεών, ήτις υπό των χωρικών καλείται Καστράκι. Η βάσις της πυραμίδος έχει σχήμα ορθογωνίου τετραπλεύρου,  ου το μήκος είναι περίπου 15 μέτρα, το δε πλάτος 12, επομένως ο χώρος, όν κατέχει ή πυραμίς, είναι  180 τετραγωνικά μέτρα· εν τη ανατολική πλευρά είναι η είσοδος, δι’ ής εισερχόμεθα εις στενόν διάδρομον, έχοντα πλάτος 1,10- εν τω στενώ διαδρόμω δεξιά ευρίσκομεν θύραν, δι’ ής εισερχόμεθα εις το εσωτερικών δωμάτιον της πυραμίδος, τούτο έχει σχήμα τετραγώνου και διαιρείται εις δύο μέρη, ή εξωτερική θύρα και ο διάδρομος φαίνονται ότι εσκεπάζοντο άνωθεν διά προεξοχής των επικειμένων λίθων,  καθώς αι σύριγγες της Τίρυνθος.

 Τα θεμέλια της πυραμίδος ενιαχού αποτελούσι λίθοι αυτοφυείς, έφ’ ών κείνται άλλοι πολυγωνικοί, αι δε εσωτερικαί επιφάνειαι των τοίχων υψούνται καθέτως μέχρι τινός, ενώ αι εξωτερικαί εκ των θεμελίων έχουσι κλίσιν προς τα ένδον και φαίνονται οι τοίχοι ότι τείνουσι να συναντηθώσιν εις το εσωτερικόν των δωματίων, καθώς και εις τους ειρμούς των λίθων, ευρίσκομεν αμμοκονίαν, το μέγιστον ύψος της πυραμίδος, καθώς ευρίσκεται σήμερον, είναι 5&1/2  μέτρα, αι τρείς πλευραί μέχρι τριών μέτρων ύψους διατηρούνται καλώς, ενώ η δυτική είναι σπουδαίως βεβλαμμένη, ή δε προς νότον πλευρά είναι πλατυτέρα των άλλων.

 Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθώς βεβαιούσι γέροντες ποιμένες, ή πυραμίς αύτη ήτο άβλαβης και σώα, άλλ’ αφηρέθησαν εξ αυτής λίθοι, τούς οποίους μετεχειρίσθησαν εις τας ασβεστοκάμινους, επί τέλους οι ποιμένες κατά το ειωθός ενέπρησαν τους πέριξ θάμνους και τα δένδρα χάριν τού χόρτου προς τροφήν των ποιμνίων,  αφού λοιπόν το έδαφος απεψιλώθη, οι άσβεστοποιοι μη ευρίσκοντες καύσιμον ύλην δεν επανήλθον ενταύθα, και ούτως η πυραμίς εσώθη.

 Οι χωρικοί βεβαιούσιν ότι κατά τας ανασκαφάς, αίτινες εγένοντο εκτός της πυραμίδος, ένθα φαίνε­ται σωρός χώματος, ευρέθησαν αρχαιότητες, άλλα τας απέκρυψαν, οι δε εργάται πεισθέντες διά χρημάτων ετήρησαν το γεγονός μυστικόν. Ο προορισμός του κτιρίου τούτου είναι άγνωστος, φαίνεται πιθανώτερον ότι ήτο πολυάνδριον των Αργείων. Ενταύθα πιστεύεται ότι έκειτο ή πολίχνη Κεγχρεαί, ήτις κατά την μαρτυρίαν των αρχαίων ήτο οχυρά και ευρίσκετο παρά την οδόν την άγουσαν εξ Άργους εις Τεγέαν άλλοι όμως αμφισβητούσι τούτο φρονούντες ότι αι Κεγχρεαί έκειντο νοτιώτερον της θέσεως ταύτης, ένθα σήμερον είναι το Παληοσκαφιδάκι, διότι ενταύθα βλέπομεν πολλά αρχαία ερείπια, εν οίς συντρίμματα μαρμάρινων κιόνων, δύο κίονας εκ μέλανος μαρμάρου και τείχη πολυγωνικά.

 

Πηγή

  •  «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», Υπό Σπυριδ. Κ. Προφαντοπούλου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1895.

Read Full Post »

Σύντομο χρονικό περί της επανόδου των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου

 

 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Ιερά ΛείψαναΟ Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Οι ευσεβείς γονείς του και τα πέντε παιδιά τους ασπάζονται τον μοναχικό βίο. Μετά από επίμονες παρακλήσεις των Αργείων χειροτονείται επίσκοπος Άργους και αναδεικνύεται προστάτης των πτωχών και αδυνάτων. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 925 μ.Χ. περίπου και επιτελεί πολλά θαύματα. Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου είχαν αφαιρεθεί από το Άργος την 21η Ιανουαρίου 1421 από τον Λατίνο επίσκοπο Secuntus Nani, σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα του «Συντόμου Χρονικού» του συνημμένου εις την ιστορίαν του Δούκα (Βλ. Πατρολογία Migne, τόμ. 157, σελ. 1167). Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος, από το 1985, όταν ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, έθεσε ως πρωταρχικό του μέλημα την εκπλήρωση του πόθου και των προσπαθειών όλων των προκατόχων του, να επανέλθουν δηλαδή εις την πόλη του Άργους τα σεπτά Λείψανα του Αγίου Πέτρου.

Πομπή Ο Θεός ευλόγησε τις συνεχείς προσπάθειες του Σεβασμιωτάτου και με την συνδρομή ειδικών επιστημόνων τα Ιερά Λείψανα περί τον μήνα Αύγουστο του 2008 εντοπίστηκαν εις την Ρωμαιοκαθολική Μονή της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, εις την Ρώμη. Με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δωρίζονται από την Ρωμαιοκαθολική Μονή στον Μητροπολίτη Αργολίδος και έτσι εξασφαλίζεται η επιστροφή των Ιερών Λειψάνων από την Ρώμη εις το Άργος. Πράγματι, το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος με μια μικρή συνοδεία υποδέχεται τα Ιερά Λείψανα στα όρια του νομού Αργολίδος και περί ώραν 4ην απογευματινήν, το Άργος μέσα σε κλίμα βαθυτάτης συγκινήσεως και εκκλησιαστικής κατανύξεως υποδέχεται μετά από έξι περίπου αιώνες την σεπτή σορό του επισκόπου Άργους Αγίου Πέτρου εις την είσοδο της πόλεως έξω από το Ναό του Αγίου Νικολάου. Μετά από μια σύντομη δέηση οι Μητροπολίτες Σπάρτης, Μαντινείας, Άρτης, Αυλώνος, Μεσογαίας, Κορίνθου και Αργολίδος μαζί με τον Ιερό Κλήρο, τους εκπροσώπους των Αρχών και τον πιστό λαό της Αργολίδος λιτανεύουν εν μέσω ιερού ενθουσιασμού τα Τίμια Λείψανα εις την οδό Κορίνθου και φτάνουν εις την πλατεία του Αγίου Πέτρου όπου έχει ετοιμασθεί μεγάλη εξέδρα, εις την οποία ανέρχεται η Λειψανοθήκη και οι επίσημοι και εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι από τον Δήμαρχο Άργους, από τον Προϊστάμενο του Ναού του Αγίου Πέτρου, από την εκ Ρώμης Ρωμαιοκαθολική αντιπροσωπεία και βέβαια από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο.

Ιερός Ναός Μετά το τέλος των ομιλιών η πομπή εισέρχεται εις τον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και η Λειψανοθήκη εναποτίθεται αρχικά για συμβολικούς λόγους εις τον επισκοπικό Θρόνο. Μετά από μια σύντομη δέηση η Θήκη των Ιερών Λειψάνων τοποθετείται στο κέντρο του Ναού και ενώ αναρίθμητα πλήθη κόσμου διαρκώς θα περνούν για να προσκυνήσουν, αρχίζει ο πολυαρχιερατικός Εσπερινός. Στις 10 το βράδυ της ίδιας ημέρας, τελείται η Ακολουθία του Όρθρου και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αυλώνος και ψάλλουν Μοναχές από τις Ιερές Μονές της Μητροπόλεως Αργολίδος. Στις 7 το πρωί της Κυριακής 20ης Ιανουαρίου 2008, αρχίζει η ακολουθία του Όρθρου και στη συνέχεια Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αργολίδος συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Άρτης και Κορίνθου. Το βράδυ της Κυριακής αποσφραγίζεται η Λειψανοθήκη, γίνεται καταμέτρηση των Ιερών Λειψάνων τα οποία είναι δεκαοκτώ και συντάσσεται Πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από όλους τους, εντοπίους και εκ Ρώμης, επισήμους οι οποίοι παρευρέθηκαν εις την καταμέτρηση.  

 Ενώ καθ’ όλη την εβδομάδα κόσμος συρρέει καθημερινά από διάφορα μέρη, προκειμένου να προσκυνήσει τα Σεπτά Λείψανα το πρωί της Κυριακής 27ης  Ιανουαρίου 2008, στον Καθεδρικό Ναό του Άργους τελείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο, ο οποίος προ της λήξεως της Θείας Λειτουργίας, σε ειδική τελετή, υπογράφει δημοσίως και κάτω από τις επευφημίες του εκκλησιάσματος Δωρητήριο έγγραφο, με το οποίο δωρίζει τα Λείψανα εις την Ενορία του Αγίου Πέτρου, υπό τον όρο να μην ανοιχθεί ποτέ η Λειψανοθήκη και τα Λείψανα να παραμένουν εσαεί εις την πόλη του Άργους.

Έτσι το Άργος με την χάρη των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου του Θαυματουργού, πορεύεται ισχυρότερο πνευματικά εις τον 21ο αιώνα. Ο Θεός την ευλόγησε αυτήν την πόλη, ο Πολιούχος Άγιος Πέτρος την τίμησε με την παρουσία των Λειψάνων του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος την ευεργέτησε και οι Αργείοι συναισθανόμενοι τα πνευματικά τους προνόμια, θα αγωνισθούν να σταθούν αντάξια τέκνα τέτοιων πνευματικών Πατέρων.    

 

Δημοσιεύθηκε εις το υπ’ αριθμόν 1690 φύλλο, της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2008, της εφημερίδας «ΦΕΙΔΩΝ».

Read Full Post »

Άργος και Ορθοδοξία στο διάβα των αιώνων

  

Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Εκκλησιαστική διοίκηση

 Ο Παυλίνος (354-431μ.Χ.) αναφέρει ότι στο Άργος κήρυξε το λόγο του Θεού ο Απόστολος Ανδρέας, ο οποίος έτσι παρουσιάζεται ως ιδρυτής της Αργειακής Εκκλησίας. Πιθανώς εις το Άργος να ήλθε και ο Απόστολος Παύλος, διότι περί το 50-60 μ.Χ. διέμεινε εις την Κόρινθο για αρκετούς μήνες και επισκέφθηκε και τις γύρω της Κορίνθου περιοχές. Πολύ νωρίς το Άργος ανυψώθηκε σε Επισκοπή, χωρισμένη από την Επισκοπή Ναυπλίου, υπό τη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Κορίνθου. Πρώτος γνωστός Επίσκοπος του Άργους είναι ο Περιγένης. Στα τέλη του 9ου αιώνος Επίσκοπος Άργους διετέλεσε ο πολιούχος, Άγιος Πέτρος. Οι Επισκοπές Άργους και Ναυπλίου ενώθηκαν σε μία το 1166. Κατ’ άλλη γνώμη, η ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίου πιθανώς είχε συντελεσθεί λίγα χρόνια μετά το 879. Πάντως στα πρακτικά Σύνοδου του 879 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, υπογράφουν ως μέλη, ο Άργους Θεότιμος και χωριστά ο Ναυπλίου Ανδρέας. Το 1189 η ενιαία Επισκοπή Άργους και Ναυπλίου αποσπάται από τη Μητρόπολη Κορίνθου και προάγεται σε Μητρόπολη, με πρώτο Μητροπολίτη τον Ιωάννη.

 Το 1212, οι σταυροφόροι καταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο, καταργείται η ορθόδοξη Ιεραρχία και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος Επίσκοπος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας (1212-1540) η ορθόδοξη Μητρόπολη Άργους είναι σχολάζουσα. Για τα θέματα των Ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου Επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς.

 Το 1540 το Ναύπλιο παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το 1541 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ δέχθηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς, οι οποίοι ζήτησαν την ανασύσταση της Μητροπόλεως που ήταν σχολάζουσα από το 1212, δηλαδή για 329 χρόνια. Η Μητρόπολη ανασυνεστάθη με έδρα το Ναύπλιον και προήχθη εις αυτήν ως μητροπολίτης, ο Δωρόθεος.

 Από το 1686 η έδρα της Μητροπόλεως μεταφέρεται στο Άργος, διότι το Ναύπλιον καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς. Το 1715 αρχίζει η Β΄ τουρκική κυριαρχία στο Άργος και γίνεται έδρα της μητροπόλεως το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα) έως το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Εδώ θα παραμείνει μέχρι την επανάσταση του 1821, οπότε θα ξαναγίνει το Ναύπλιο έδρα της Μητροπόλεως, μέχρι σήμερα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1821  πέθανε στη φυλακή της Τριπολιτσάς ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς. Από το θάνατό του έως το 1833 η Μητρόπολη διοικείται από τοποτηρητές.

 Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ., η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίας  μετονομάζεται «Μητρόπολις Αργολίδος», αποτελούμενη από τις επαρχίες Ναυπλίας, Τροιζήνος και Ερμιονίδος. Με το ίδιο διάταγμα το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπάγονται υπό την Μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη Μητρόπολη Αργολίδος. Με το από 16 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η Μητροπόλη Κορίνθου- Άργους και η Μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος. Με το από 18 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ., εις τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος συνεχωνεύθη και η Επισκοπή Ύδρας. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν διότι η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε ανακηρύξει το αυτοκέφαλό της. Δεν ήθελε λοιπόν,  να προβεί σε αρχιερατικές εκλογές, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο υιοθετήσει αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ότι αυθαιρετεί εντελώς. 

Με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 αναγνωρίσθηκε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.  Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852, η Ι. Σύνοδος καθόρισε τα όρια των   Μητροπόλεων και πλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη Μητρόπολη Αργολίδος όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και εξελέγη Μητροπολίτης, το Σεπτέμβριο του 1852 ο Πρωτοσύγκελος και τοποτηρητής Μεσσηνίας, Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος.

 

Ιστορικοί Ναοί

  

Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου άρχισε να χτίζεται το 1822 και αποπερατώθηκε με χρηματική βοήθεια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Χρησίμευσε ως μητροπολιτικός έως το 1865. Εδώ έγιναν οι τελετές για την έλευση και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄. Στον περίβολό του ετάφησαν προύχοντες και φιλέλληνες. Εδώ φυλάσσονται άμφια δωρηθέντα από τη Ρωσία και από το 1929 τελείται  κάθε χρόνο η δοξολογία της 25ης Μαρτίου.

 Ο ναός της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ιδρύθηκε τον 9ο ή 10ο αιώνα, ως γυναικεία Μονή. Επανιδρύθηκε το 1700 και διατηρήθηκε ως Μοναστήρι μέχρι την 17η Μαρτίου 1856, οπότε γίνεται ενοριακός ναός. Από το 1911 μέχρι σήμερα, υπάγεται ως παρεκκλήσιο στην ενορία Τιμίου Προδρόμου. Συνδέθηκε με γεγονότα της επανάστασης του 1821. Προ του 1821 λειτούργησε ως σχολείο. Το 1822 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο Ελληνικό Νομισματοκοπείο. Το 1906-1907 κατασκευάστηκε το ρολόι της πόλης από τους παντοπώλες του Άργους. Στο ναό υπάρχουν εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία του 18ου και 19ου αιώνα.

 Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επί τουρκοκρατίας υπήρξε τζαμί και νεκροταφείο των Τούρκων. Χτίστηκε περί το 1570-1580. Το 1871 καθαγιάσθηκε με εγκαίνια και μετετράπη σε χριστιανικό Ναό. Λειτουργεί ως παρεκκλήσιο της ενορίας Αγίου Πέτρου. Εδώ φυλάσσονται ιερά Σκεύη του ναού του Αγίου Νικολάου της οικογένειας των Περρουκαίων, ο οποίος βρισκόταν εκεί που είναι χτισμένος ο σημερινός ναός του Αγίου Πέτρου Άργους και κατεδαφίστηκε το 1865.

 Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτίσμα του 11ου αιώνος. Ανεκαινίσθη το 1699. Παλαιότερα λεγόταν Παναγία Αμπελούσα διότι υπήρχαν τριγύρω πολλά αμπέλια. Εδώ ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης το1829 καθώς και της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης το 1831. Την 5η Μαΐου 1824 έγινε εδώ τελετή για το θάνατο του Βύρωνα. Εδώ υπάρχουν Ευαγγέλια του 18ου  και 19ου καθώς και εικόνες του 19ου αιώνα.

 Ο ναός του Αγίου Πέτρου θεμελιώθηκε το 1859 από τον Αργολίδος Γεράσιμο, ο οποίος έκανε και τα εγκαίνια το 1865. Χτίστηκε στη θέση, που βρισκόταν άλλοτε ναός του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα. Έχει τρεις Άγιες Τράπεζες. Η κεντρική είναι αφιερωμένη εις τον Άγιο Πέτρο Άργους, η δεύτερη στον Άγιο Νικόλαο λόγω της εκκλησίας των Περρουκαίων που βρισκόταν εδώ και η τρίτη στον Άγιο Ανδρέα τον ιδρυτή της Αργειακής Εκκλησίας. Εδώ φυλάσσονται Ευαγγέλια του18ου και 19ου και ιερά Σκεύη του 19ου αιώνα.

 Τέλος, αξιόλογα μνημεία είναι οι δύο σταυρεπίστεγοι ναοί του Άργους, που έχουν χτιστεί επί τουρκοκρατίας, ο παλαιός ναός του Αγίου Βασιλείου και ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου.

 

Αργειακή Αγιολογία

 

 Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους γεννήθηκε στην Κων/πολη το 850 μ.Χ. Οι γονείς και τα τέσσερα αδέλφια του ασπάζονται το μοναχικό βίο. Ενώ ασκητεύει πλησίον του αδελφού του, Παύλου Επισκόπου Κορίνθου, κάμπτεται απ’ τις πιεστικές παρακλήσεις των Αργείων και χειροτονείται Επίσκοπος Άργους. Αφού ανεδείχθη στοργικός πατέρας όλων, εκοιμήθη το 925 μ. Χ. Η μνήμη του εορτάζεται την 3η Μαΐου.

 Ο  Όσιος Λεόντιος γεννήθηκε στο Άργος το 1520. Εμόνασε από το 1545, έως το θάνατό του στη Μονή του Οσίου Διονυσίου του Αγίου Όρους. Κοιμήθηκε το 1605. Από τον τάφο του ανέβλυσε μύρο και έτσι ονομάστηκε μυροβλύτης. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Ιουνίου.

 Ο Νεομάρτυρας Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος. Ήταν εμπειρικός Ιατρός. Βρισκόταν στη Νέα Έφεσο. Αποκεφαλίστηκε στη Χίο, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813.

 

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Ματίες στην Αργολίδα», τευχ. 10, Μάιος – Ιούνιος 2002.

 

Read Full Post »

Όσκαρ Ουάιλντ  – Ταξίδι στην Ελλάδα 1877

 

Οδοιπορικό σε Ολυμπία, Βάσσες, Άργος, Ναύπλιο, Αίγινα, Αθήνα, Μυκήνες.

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου. Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875. Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες – όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον «γλιτώσει» από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της. Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν. Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες’ ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »

Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.  

 

Στο θέατρο του Άργους

 

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:

κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας

 δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία

τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά

εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς

μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,

 οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη

και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.

 

Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,

το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,

ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,

διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,

       ο κόσμος γέμισε πανούκλα,

αμαρτία και έγκλημα,

ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

                                              Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

                                    (Μετάφραση: Γιάννης Καρβέλας, Μάιος 2001)

 

 

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 10-05-09, διαβάζουμε:

 

«Για να είναι κανείς αρχαίος Eλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή. Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ’ ουσίαν σύγχρονο».

Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ’ ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ’ το λαιμό του, όπως σ’ έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς:

«Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ’ το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ’ το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο Μακ Mίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν’ άκουσε απ’ τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό – δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ–, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Εψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ’ το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Άργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών – η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.

Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλήμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.

 

 Πηγές

 

  • Στοχασμοί /Oscar Wilde, μετάφρ. Αλεξ. Γ. Μαρπουτζόγλου.Εν Αθήναις :Γ. Φέξης,1915.
  • Για το ταξίδι του Oscar Wilde  στην Ελλάδα, Patrick Sammon,  3ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, Ιουν. 2006)
  • Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
  • Αργείων Πνεύμα, Διογένης Μαλτέζος, «Το Αρχαίο Θέατρο Άργους, με αφορμή ένα ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ», σελ. 102-107, τεύχος 2, Άργος, 2001.
  • Διαδίκτυο: Όσκαρ Ουάιλντ: «επιτέλους στο χώμα της Ελλάδας».

 

 

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Βιολονίστας»

 

Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣO Εκδοτικός οίκος “ Εκ Προοιμίου” και η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, διοργανώνουν μια βραδινή συνάντηση για να τιμήσουν  τον εξαιρετικό Συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Καρακάση, στον πολυχώρο Kandinsky, στον πεζόδρομο Μιχαήλ Στάμου 2 στο Άργος, στις 18 Μαΐου στις 8 το βράδυ. Με την συντροφιά ενός εκλεκτού και χυμώδους κρασιού ή ενός αρωματισμένου καφέ, θα μιλήσουμε για σαγηνευτικές περιπέτειες, ανθρώπινα δεινά, μοιραίες συναντήσεις, για ένα βιολί… Θα επιχειρήσουμε να γίνουμε συνταξιδιώτες του – έστω για μια νυχτιά – σε ένα μαγικό ταξίδι στο άχρoνο, για να νοιώσουμε τα βαριά ανατολίτικα αρώματα της Πόλης ή  για να χαθούμε στην λεπτή αχλή των μύθων της Βιέννης και της  Βουδαπέστης.    

Για να γνωρίσουμε όλα αυτά, που ο δικός μας Κώστας Καρακάσης, ως ένας κοσμοπολίτης παρατηρητής, μας εξιστορεί με περισσή ευαισθησία και ποιητική μαεστρία  στο νέο του βιβλίο, Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣ, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ξεναγός μας, στις μυστικές πτυχές των παθών των πρωταγωνιστών του έργου, θα είναι ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας Γιώργος Κόνδης ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης και ο Συγγραφέας. Επίτιμος προσκεκλημένος μας ο Συγγραφέας και Δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας.

 

Με ιδιαίτερη χαρά σας καλούμε για μια πραγματικά ξεχωριστή βραδιά.

Read Full Post »

Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα» – Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 16ος αι. π.χ.

 

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Η νεκρική προσωπίδα ανδρικής μορφής, γνωστή ως προσωπίδα »του Αγαμέμνονα», είναι, ίσως, το διασημότερο από τα ευρήματα του Σλήμαν  στους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών. Έχει κατασκευασθεί από παχύ έλασμα που σφυρηλατήθηκε πιθανότατα σε ξύλινο πυρήνα, ενώ οι λεπτομέρειες προστέθηκαν σε δεύτερο στάδιο με αιχμηρό εργαλείο. Απεικονίζεται η επιβλητική μορφή ενός γενειοφόρου άνδρα με ωοειδές πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, μακριά λεπτή μύτη και λεπτά χείλη, σφιχτά κλεισμένα. Τα φρύδια επάνω από τα κλειστά μάτια, το μουστάκι και η γενειάδα αποδίδονται με έκτυπες παράλληλες γραμμές. Στην περιοχή των αυτιών φέρει οπές για τη στερέωση στο πρόσωπο του νεκρού με τη βοήθεια νήματος. Είναι η ωραιότερη από τις πέντε συνολικά χρυσές προσωπίδες, που έχουν βρεθεί στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών και φαίνεται ότι προορίζονταν για άνδρες ηγεμόνες. Η συγκεκριμένη είναι η μοναδική που απεικονίζει γενειοφόρο άνδρα, αλλά και η μοναδική με τόσο έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου.

 

Ιστορικό

 

 Το 1876 ο Σλήμαν ανέσκαψε πέντε από τους έξι λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α’, φέρνοντας στο φως μια μοναδική σειρά χρυσών αντικειμένων που ζύγιζαν συνολικά δεκατέσσερα κιλά, ανακάλυψη που γνωστοποίησε στον Γεώργιο Α’ με το περίφημο τηλεγράφημα: «Στους τάφους βρήκα ανυπολόγιστους θησαυρούς: αρχαϊκά αντικείμενα από καθαρό χρυσό. Οι θησαυροί από μόνοι τους φθάνουν για να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείο, το οποίο θα είναι το πιο όμορφο στον κόσμο και στο πέρασμα των αιώνων θα προσελκύσει στην Ελλάδα χιλιάδες ξένους». Στα εξαιρετικά ευρήματα από χρυσό προστίθενται εκείνα από ελεφαντόδοντο και από πηλό, εξίσου εντυπωσιακά και σημαντικά. Τα πρόσωπα μερικών από τους νεκρούς, οι οποίοι αποτίθεντο απευθείας στο έδαφος του τάφου, καλύπτονταν από χρυσές προσωπίδες, που τις χαρακτήριζε μια αρχέγονη τρομερή ακινησία, τυπικά μυκηναϊκή. Επάνω στα σώματα τους υπήρχαν υφάσματα πλούσια διακοσμημένα με ρόδακες από χρυσά ελάσματα και γύρω τους άλλα εξαιρετικά αντικείμενα. Κάποια από τα ευρήματα είναι εγχώριας παραγωγής ενώ άλλα εισαγόμενα. Η σπουδαιότητα και η ομορφιά τους, όπως επίσης και η λατρεία, της οποίας αντικείμενο έγιναν οι ταφές στη συνέχεια, όταν στήθηκαν οι στήλες, αφότου π νεκρόπολη συμπεριλήφθηκε στα νέα τείχη της ακρόπολης, φανερώνουν πως μια βασιλική δυναστεία αντικατέστησε την προηγούμενη ολιγαρχία. Η ύπαρξη της τελευταίας τεκμηριώνεται από έναν άλλο ταφικό κύκλο, παλαιότερο αλλά λιγότερο πλούσιο: τον Ταφικό Κύκλο Β’.

 

 Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – Μυκηναϊκή Συλλογή

 

Το μεγαλύτερο μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελούν τα ευρήματα, που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίοδο του λαμπρού μυκηναϊκού πολιτισμού. Στην έκθεση παρουσιάζονται αντικείμενα κυρίως από τα μεγάλα κέντρα της Αργολίδας και ιδιαίτερα από τις Μυκήνες, από τη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αττική και άλλες περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ευρήματα κάθε είδους, που προέρχονται κυρίως από τάφους και σπανιότερα από οικιστικά σύνολα, και χρονολογούνται από το 1600 π.Χ. έως το 1100 π.Χ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ενότητα αποτελεί το σημαντικό σύνολο των πολύτιμων κτερισμάτων των βασιλικών τάφων των Μυκηνών, που ανέσκαψε ο Ερρίκος Σλήμαν στο τέλος του 19ου αιώνα.

Η έκθεση καταλαμβάνει τη μεγάλη κεντρική αίθουσα 4 στο ισόγειο του μουσείου και τη μικρή παράπλευρη αίθουσα 3. Τα εκθέματα παρουσιάζονται τόσο χρονολογικά όσο και κατά τόπο προέλευσης. Ο επισκέπτης εισάγεται στο μυκηναϊκό πολιτισμό με το εποπτικό υλικό για τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και το ιστορικό των ανασκαφών των ταφικών περιβόλων, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γνωρίσει την εξέλιξη του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον τρόπο έκφρασής του στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τις σχέσεις των μυκηναϊκών κέντρων με άλλες περιοχές, την εμφάνιση της πρώτης γραφής. Το πλούσιο εποπτικό υλικό συμπληρώνουν τα δύο προπλάσματα των ακροπόλεων των Μυκηνών και της Τίρυνθας. (Ελένη Παπάζογλου- Μανιουδάκη, αρχαιολόγος).

 

 

Πηγές

  •  Υπουργείο Πολιτισμού
  • Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
  • Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 39, Αθήνα, 2007.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Blegen C.W., «Early Greek Portraits», AJA 66, (1962), pp. 245-247, fig. 62.6
  • Karo G., Die Schachtgraber von Mykenai, Munchen, 1930, 121, taf. LI
  • Δημακοπούλου Κ. (επιμ.), Τροία, Μυκήνες, Τίρυνς, Ορχομενός. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν, Αθήνα, 1990, σσ. 139-140, αρ. 1

Read Full Post »

Τρίγκας Βαγγέλης


 

«να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας είναι σολίστας, συνθέτης, καθηγητής στο μπουζούκι και μελετητής της Ελληνικής λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε το 1960 στο Άργος. Στο περιβάλλον που έζησε υπήρχε έντονα το στοιχείο λαϊκού τραγουδιού. Άκουσε για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια από δίσκους που είχε ο πατέρας του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη τον εντυπωσίασε πολύ κι ήταν για αυτόν το ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας σχέσης με το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι. Το σύγχρονο τραγούδι εκείνης της εποχής γύρω στο ’68 το μαθαίνανε από το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή που τις Κυριακές η ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ παρουσίαζε τα τραγούδια της.

 

Βαγγέλης Τρίγκας

 

Με το μπουζούκι άρχισε να ασχολείται από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Στα πρώτα βήματα πήρε μαθήματα από τον πατέρα του που έπαιζε ερασιτεχνικά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να τ ου δώσει το έναυσμα να ξεκινήσει, στη συνέχεια να το αγαπήσει και να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτό. Δεν πήγε σε δάσκαλο και είναι αυτοδίδακτος. Ωστόσο θεωρεί δάσκαλους του όλους αυτούς τους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που με μεγάλο ενδιαφέρον άκουγε από τους δίσκους, να παίζουν τόσο γοητευτικά. Στα 15 του, μαθητής στο γυμνάσιο, άρχισε να παίζει ημιεπαγγελματικά και μετά από 2 χρόνια επαγγελματικά, ενώ παράλληλα περιστασιακά με αρκετούς, επώνυμους και μη, τραγουδιστές. Σταθμός του, συνεργασία του με τη Μαίρη Λίντα το 1983.

 

Μουσικό σύνολο Βαγγέλης Τρίγκας.

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Από το 1992 και µετά παίζει µόνο σε συναυλίες και ασχολείται αποκλειστικά µε τη διδασκαλία του οργάνου, παραδίδοντας µαθήµατα στις σχολές που έχει στο Άργος,  στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, προσκεκλημένος από ωδεία, µμουσικές σχολές και συλλόγους. Κάνει επίσης σεµινάρια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, µε κύριο αντικείμενο συζήτησης την τεχνική του οργάνου και µε θέµατα που αφορούν γενικότερα στο µπουζούκι. Σε λίγο καιρό, θα είναι έτοιµο ένα πρόγραµµα βιντεοσκοπηµένων µαθηµάτων, που θα γίνονται µέσω του διαδικτύου.

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Εκτός από κάποιες µικρές µουσικές σκηνές που κατά καιρούς εµφανίζεται, η συνεργασία του µε τη Μαρία Φαραντούρη τα τελευταία χρόνια του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει σε συναυλίες, όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως σε πολύ γνωστούς µουσικούς χώρους ευρωπαϊκών πόλεων, όπως τη Φιλαρµονική του Μονάχου, το Concert Haus της Βιέννης, τη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, στο Παρίσι, στη Ζυρίχη και αλλού. Το Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός του δίσκος, µε τίτλο 12 οργανικά για τρίχορδο µπουζούκι (Καθρέφτης), που περιλαµβάνει δέκα δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές στα τραγούδια Τρελλή που θέλεις να µε στεφανώσεις (Βασίλης Τσιτσάνης) και Μέρα Μαγιού (Μίκης Θεοδωράκης- Γιάννης Ρίτσος)

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Κυκλοφορεί από τον ΚΑΘΡΕΦΤΗ ήχων αληθινών ένα νέο CD με πρωταγωνιστή το τρίχορδο μπουζούκι και ταυτόχρονα μας συστήνει τον Βαγγέλη Τρίγκα έναν πρωτοεμφανιζόμενο στη δισκογραφία σολίστα, με αρκετή όμως προϋπηρεσία και ενασχόληση με το αγαπημένο του όργανο. Το CD αυτό που, στα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του, περιέχει οι μουσικές είναι φτιαγμένες από τον ίδιο τον Βαγγέλη Τρίγκα, συμπληρώνεται με δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάζονται σε οργανική μορφή.

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Τα οργανικά παρουσιάζονται με την κλασσική συνοδεία: κιθάρα, μπάσσο πιάνο και μπαγλαμά από συγκρότημα μουσικών που συνοδεύει τον Βαγγέλη Τρίγκα που στα περισσότερα παίζει με ένα μπουζούκι αφού όπως λέει και ο ίδιος στο σημείωμά του στο φυλλάδιο που συνοδεύει τον δίσκο : « να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

1. Χασάπικο μινόρε 4.26
2. Νοσταλγία 3.14
3. Αργό χασάπικο χιτζάζ 3.02
4. Ταξίμι μινόρε και αλλέγκρο 3.51
5. Αυτοσχεδιασμός 2.26
6. Χασαποσέρβικο 2.20
7. Βαρύ ζεϊμπέκικο 4.20
8. Χόρα 3.58
9. Ζεϊμπέκικο Χιτζάζ 2.58
10. Εναλλαγή 3.59
11. Τρελλή που θέλεις να με στεφανώσεις 4.19
(Βασίλη Τσιτσάνη)
12. Μέρα μαγιού 3.31
(Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου)

Πηγή

  •  Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ)

Read Full Post »

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »