Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘History’

Η διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 3 Μαΐου 1841

 


Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Το Μάιο του 1841 ευρισκόμενος στο κτήμα του,  πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το Συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος* δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.       

 

(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, 1827.

Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, πα­ρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κα­τοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυ­πλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.

Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κα­τοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλλη­νας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.

Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν δια­θήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεο­δώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».

Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος  Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :

«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.

Με όλον ότι είνε εις όνο­μα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, κα­θώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, κα­θώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.

Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.

Τα ζαπράζια (: ασημένια κοσμήματα της πα­ραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γεν­ναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.

Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (: κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέ­ταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».

Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγρα­ψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπα­δόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημέ­νων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς

Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς

Ο Συμβολαιογράφος

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

  

Υποσημείωση

 


* Ο Τ. Χ. Κανδηλώρος [1874-1934] ήταν δικηγόρος στον Πύργο, έπειτα διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορυτνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα», σε 2 τόμους [1903 και 1906]. Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.

 

Πηγές

 


  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


 

Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


 

Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

 

Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Παλαμήδης

 


 

 Ο Παλαμήδης ήταν ήρωας της Τρωικής εκστρατείας, εφευρέτης, συγγραφέας και δημιουργός. Ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης και ξεχώριζε για τη σοφία του.  

 Στον Παλαμήδη αποδίδονται η επινόηση των μέτρων και των σταθμών, η διαίρεση του έτους σε ώρες ημέρες και μήνες και η εφεύρεση διαφόρων παιχνιδιών (επιτραπέζιων και στρατηγημάτων) που ονομάζονται και του Παλαμήδους ή αθύρματα ή πεσσοί ή πεττοί.   

    

Το όνομα Παλαμήδης  

 


 

Όπως είναι γνωστό τα ονόματα που έδιναν οι πρόγονοί μας στα νεογέννητα παιδιά τους κατά την τελετουργία της ονοματοθεσίας τους, εξέφραζαν κατά κανόνα την επιθυμία τους για την πραγματοποίηση κάποιας ευχής των γονέων, που θα αφορούσε στα χαρίσματα και τις ιδιότητες που θα τα χαρακτήριζαν στην μετέπειτα ζωή τους ή για να διαπρέψουν στο επαγγελματικό στάδιο που θα ακολουθούσαν. 

Ο βασιλιάς Ναύπλιος όπως φαίνεται ήθελε ο πρωτότοκος γιος που θα τον διαδεχόταν να είναι προικισμένος με σοφία, επινοητικότητα, και πρακτικό νου. Γι’ αυτό του έδωσε το όνομα Παλαμήδης (παλάμη + μήδομαι).[1]  

Και όπως αποδείχθηκε ο Παλαμήδης ανταποκρίθηκε στις ευχές του ονοματοθέτη του, αφού τίμησε επάξια αυτό το τόσο αντιπροσωπευτικό γι’ αυτόν όνομα, στο οποίο πρόσωπο και δράση ταυτίζονται. Και ήταν ο πρώτος αλλά και ο μοναδικός στην Ιστορία που είχε αυτό το όνομα, από τα πανάρχαια χρόνια.  

Το όνομα λοιπόν Παλαμήδης συνδυάζει την πρακτική (παλάμη) με την πνευματική (μήδης) σοφία.  

Από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει επομένως η εικόνα μιας ηγεμονικής μορφής που εμπνέει σεβασμό και επιβάλλεται στους άλλους χάρη στις ικανότητές της να απλουστεύει και τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα, δίνοντας σοφές πρακτικές λύσεις.[2]  

    

Εφηβικά χρόνια  

   

Παλαμήδης

Ο Ναύπλιος, καθώς προόριζε τον πρωτότοκο γιο του για διάδοχό του στον θρόνο, φρόντισε να του δώσει όλα τα εφόδια που θα τον έκαναν ηγέτη αντάξιο της θεογέννητης προγονικής κληρονομιάς και του τόπου του. Γι’ αυτό, όπως ήταν συνήθεια των τότε ηγεμόνων, όταν ο Παλαμήδης έφτασε στο στάδιο της εφηβείας, τον έστειλε στον Κένταυρο Χείρωνα, τον σοφό παιδαγωγό του Πηλίου, κοντά στον οποίο μαθήτευαν όλες οι γενιές των ηρώων, που το όνομα τους έμεινε αθάνατο. 

 «Το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο των διάσημων μαθητών του Χείρωνα, δείχνει ότι ο ήρωας είχε καταξιωθεί ως ισότιμος με τους πιο γνωστούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας».  [3]  

Ο Φιλόστρατος στον Ηρωικό (IX, 1) τον παρουσιάζει όμοιο με άνθρωπο (ανθρώπω όμοιον) που τον διέκρινε σοφία στα λόγια και στα έργα. Είχε ποικίλες κυνηγετικές γνώσεις, δίδασκε τις τέχνες του πολέμου, εκπαίδευε γιατρούς και μουσικούς και διαμόρφωνε δίκαιους χαρακτήρες. Εκεί συναντήθηκε με τους άλλους βασιλικούς γόνους των Αργοναυτών και κατοπινούς αρχηγούς των Αχαιών, που μαζί πρωταγωνίστησαν στην Τροία.  

Κοντά στον Χείρωνα ο Παλαμήδης διδάχτηκε την τέχνη του πολέμου μαζί με τον Αχιλλέα, τον Νέστορα, τον Οδυσσέα τον Διομήδη, τον Αντίλοχο τον Αινεία, τον Πάτροκλο, τον Πρωτεσίλαο και τους Αίαντες, και την ιατρική, με συντροφιά τους γιους του Ασκληπιού Μαχάονα και Ποδαλείριο, αλλά και τον Αχιλλέα. Εκτός από την χειρουργική διδάχτηκαν την χρήση των βοτάνων του βουνού, για να καταπραΰνουν τους πόνους και να γιατρεύουν τις πληγές. Τους δίδαξε ακόμη ο Χείρων την αστρονομία, τη μουσική, τη μαντική και κυνηγετική τέχνη.  

Επιστρέφοντας στο Ναύπλιον μετά την μαθητεία του κοντά στον σοφό δάσκαλο, άρχισε να δείχνει τα μοναδικά χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Μιλούσαν με θαυμασμό γι’ αυτόν και γρήγορα η φήμη του ως «πεπαιδευμένου καί λογίου σοφού», εφευρετικού νου και ετοιμοπόλεμου, πέρασε τα σύνορα της Ναυπλίας.  

   

Πως ήταν ο Παλαμήδης  

 


  

 Ο Φιλόστρατος[4] και ο Α. Σταγειρίτης, μας δίνουν μια περιγραφή του Παλαμήδη, όπως την αφηγήθηκε ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαος:  

«Το ύψος του ήταν σχεδόν σαν του μεγάλου Αίαντα και η ομορφιά του εφάμιλλη με του Αχιλλέα, του Αντιλόχου, του Πρωτεσίλαου, – όπως λέει ο ίδιος- και του Τρωαδίτη Εύφορβου.  

Είχε γένια απαλά που σχημάτιζαν σιγά σιγά βοστρύχους, μαλλιά κοντά και τα φρύδια έδιναν ευγένεια στη μορφή του, ήταν ευθύγραμμα και έσμιγαν πάνω από τη συμμετρική και καλοσχηματισμένη μύτη του. Το βλέμμα του στις μάχες ήταν σταθερά προσηλωμένο και φοβερό, στην ανάπαυλα της μάχης φιλικό και οι ματιές γεμάτες καλοσύνη˙ λένε μάλιστα πως είχε τα μεγαλύτερα μάτια απ’ όλους τους ανθρώπους.  

Λέει ακόμα ότι ο Παλαμήδης γυμνός ήταν κάτι ανάμεσα σε βαρύ και ελαφρύ αθλητή και το κεφάλι του ήταν πιο ωραίο από τους χρυσούς πλοκάμους του Ευφόρβου. Είχε ρυπαρή κόμη και αυτό οφειλόταν στο ότι κοιμόταν όπου τύχαινε, γιατί παραμελώντας τελείως τον εαυτό του, έστρεφε όλη την φροντίδα του σε πολέμους φάλαγγες και την σωτηρία του στρατού. Πολλές φορές μάλιστα σε περιόδους ανακωχής, κατασκήνωνε στην κορυφή της Ίδης, διότι οι σοφοί από τις κορυφές μπορούν να μελετούν και να κατανοούν τα ουράνια φαινόμενα.  

Δεν είχε ακόλουθο ούτε κάποια δούλα ούτε Τέκμησσα ή Ίφη[5] για να τον λούζει ή να του στρώνει το κρεβάτι, αλλά όλα τα έκανε μόνος του και χωρίς τα απαραίτητα σκεύη.  

Όταν κάποτε του είπε ο Αχιλλέας «Παλαμήδη, ο κόσμος θα σε θεωρήσει αγροίκο επειδή δεν έχεις κάποιον να σε υπηρετεί», απάντησε: «Κι αυτά Αχιλλέα τι είναι;» απλώνοντας του τα δυο του χέρια».  

Επίσης και ο Αθαν. Σταγειρίτης (Ωγυγία Βίβλος Γ’σελ.460 ), γράφει:  

«Ο Παλαμήδης ήτο μακρόσωμος, λευκός, ξανθοκόμης και πιναροχαίτης (με ρυπαρή κόμη), επειδή δεν εφρόντιζε περί καλλωπισμού, αλλά περί πολέμου και φαλαγγών και σωτηρίας των στρατιωτών».  

Στη Λέσχη των Κνιδίων που υπήρχε στους Δελφούς, ο Παλαμήδης ήταν ο μοναδικός ήρωας του Τρωικού πολέμου που εικονιζόταν χωρίς γενειάδα:  

«Πάνω απ’ την Κασοτίδα είναι ένα κτίριο με τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.  Είναι αφιέρωμα των Κνιδίων και ονομάζεται από τους κατοίκους των Δελφών Λέσχη, επειδή τα παλιά χρόνια σ’ αυτό το κτίριο συνήθιζαν να συχνάζουν και να συζητούν για τα σοβαρότερα θέματα για τις μυθικές ιστορίες… Μέσα σ’ αυτό το οίκημα, ολόκληρη η ζωγραφιά προς τα δεξιά, παριστάνει την άλωση της Τροίας και τον απόπλου των Ελλήνων. Όλοι αυτοί εκτός του Παλαμήδη εικονίζονται με γενειάδα.»  [6]  

   

Τρωικός Πόλεμος  

 


  
 

Παλαμήδης - Η ανωτέρω προμετωπίδα δημιουργήθηκε από τον F. Bleys Wijck (1671-1746).

Όπως μας πληροφορεί ο Δίκτυς, στην Αυλίδα θεωρήθηκε ο πλέον άξιος να αντικαταστήσει τον Αγαμέμνονα, ιδιαίτερα χάρη στα πνευματικά και ηγετικά του προσόντα. Όταν τα πλοία με τα αχαϊκά στρατεύματα αναχωρούσαν για την Τροία, οι αρχηγοί της στήριξαν τις περισσότερες ελπίδες τους για νικηφόρα έκβαση της επιχείρησης στην σύνεση και ιδιοφυΐα του Παλαμήδη.  

Με την αποβίβαση των Αχαιών στα Τρωικά παράλια και από τις πρώτες εχθροπραξίες, ο εφευρετικός νους, η οργανωτική και στρατηγική μεγαλοφυΐα του Παλαμήδη, κυριάρχησαν, επισκιάζοντας τους άλλους ηγέτες. Φροντίζει για το στόλο, για τα οχυρωματικά του έργα, επιθεωρεί τις φρουρές.  

Πρώτη του φροντίδα ήταν η κατασκευή ενός ισχυρού αμυντικού τείχους, που θα αναχαίτιζε τις επιθέσεις των Τρώων και θα εμπόδισε την πρόσβασή τους προς το μέρος που είχαν αγκυροβολήσει τα αχαϊκά πλοία.  

Πριν από κάθε μάχη εκπονούσε το σχέδιο διεξαγωγής της και τον τρόπο παρατάξεως των στρατευμάτων, για να εξασφαλίσει την νικηφόρα και με τις λιγότερες απώλειες έκβαση της. Όπως γράφουν ο Φιλόστρατος στον «Ηρωικό» και ο Αθ. Σταγειρίτης στην «Ωγυγία», παραμελούσε τελείως τον εαυτό του, και το μόνο που τον απασχολούσε, κυρίως στις παραμονές των μαχών, ήταν ο σχεδιασμός της, ώστε να έχει αίσια έκβαση και η σωτηρία των ανδρών.  

Ως πολεμικός αρχηγός παρατάσσει και ενθαρρύνει τον ναυπλιακό στρατό για τη μάχη, πολεμά με γενναιότητα αλλά και σύνεση. Γι’ αυτό ακόμη και ο Αχιλλεύς επιζητούσε να τον έχει κοντά του στις μάχες και στις εκστρατείες κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων και χαιρόταν όταν πολεμούσαν ο ένας πλάι στον άλλον.  

Ανάμεσα στον Παλαμήδη και τον πιο γενναίο ήρωα του Τρωικού πολέμου είχε αναπτυχθεί μια στενή φιλική σχέση και συνεργασία. Είχαν αναλάβει τις εκστρατείες που πραγματοποιούσαν οι Αχαιοί στα περίχωρα της Τροίας και σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. I, 328-9) – που παραλείπει όπως πάντα τη συμμετοχή του Παλαμήδη – είχαν εκπορθήσει 23 πόλεις:  

«Όταν ο Αχιλλεύς ετοίμαζε την εκστρατεία κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων, ζήτησε να εκστρατεύσουν οι Αχαιοί μαζί με τον Παλαμήδη. Ο Παλαμήδης πολεμούσε με γενναιότητα και σύνεση, ενώ ο Αχιλλέας ήταν ασυγκράτητος και η υπερβολική ορμή του τον οδηγούσε σε αταξία. Γι’ αυτό χαιρόταν όταν πολεμούσε μαζί του ο Παλαμήδης, διότι συγκρατούσε την ορμητικότητά του και του υποδείκνυε πως πρέπει να πολεμά.  

Έμοιαζε με θηριοδαμαστή που μπορεί να ηρεμεί και να ξεσηκώνει γενναίο λιοντάρι και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να αφήνει τη θέση του, αλλά τοξεύοντας ταυτόχρονα και προφυλασσόμενος από τα βέλη, αποκρούοντας με την ασπίδα του και καταδιώκοντας τα στίφη των εχθρών».[7]  

Με τις ιατρικές του γνώσεις αντιμετώπισε αποτελεσματικά μια θανατηφόρα επιδημία λοιμού που μάστιζε την γύρω περιοχή και απειλούσε με αφανισμό τον αχαϊκό στρατό. Με την επινόηση των φρυκτωριών εγκατέστησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του δίκτυο επικοινωνίας με τις Μυκήνες και αναδείχθηκε ο πρόδρομος των τηλεπικοινωνιών.  

Παράλληλα ο Παλαμήδης συνέχισε να έχει την επιμελητεία, την ευθύνη δηλαδή του επισιτισμού όλου του στρατεύματος, που ήταν μία ακόμη αιτία της σύγκρουσης του με τον Οδυσσέα.  

Με τις διάφορες εφευρέσεις του, απαυγάσματα της «εντέχνου σοφίας» του, πρόσφερε παραμυθία, ψυχαγωγία και ειρηνική απασχόληση στους πολεμιστές, όταν δεν βρίσκονταν στα πεδία των μαχών, απομακρύνοντας τα δυσάρεστα επακόλουθα των επιδημιών που ενέσκηπταν στο στρατόπεδο και της απραξίας: Έριδες, κρούσματα απειθαρχίας, κρίσεις νοσταλγίας της πατρικής γης.  

Ο Παλαμήδης ήταν «ο από μηχανής θεός», η προσωποποίηση της ευρηματικότητας με μοναδική ικανότητα να δίνει την ιδανικότερη λύση και στην πιο δύσκολη κατάσταση, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και εκτός του πολέμου. Κάθε φορά που οι Αχαιοί συναντούσαν κάποιο δύσκολο εμπόδιο που τους έφερνε σε αδιέξοδο και άλλοτε σε απόγνωση, πρόστρεχαν στον Παλαμήδη. Και αυτός απλούστευε και το πιο δύσκολο πρόβλημα με τον δικό του ιδιοφυή τρόπο που άλλος δεν μπορούσε: Με την επινόηση μιας νέας εφευρέσεως, γέννημα της ιδιοφυίας του, που είχε χαρακτηριστικό της την σφραγίδα της τελειότητας.  

Και όταν οι έγνοιες του πολέμου του άφηναν για λίγο ελεύθερο τον σοφό νου, τότε έστρεφε το πρόσωπό του ψηλά στον έναστρο ουρανό, από όπου «τήν κατάληψιν των μετεώρων εντεύθεν από των υψηλοτάτων οί σοφοί ποιού­νται…», Άλλοτε πάλι αποθανάτιζε τις ηρωικές πράξεις που ζούσε σε έπη με συντροφιά τον μαθητή του Κόριννο, ή σκυμμένος στους άβακες, στοχαζόταν και σχεδίαζε γράμματα, αριθμούς, πεσσούς, για να κάνει καλύτερη την ζωή των ανθρώπων.  

Με τις τόσες υπηρεσίες που προσέφερε, είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων των ανδρών. Ο Αχιλλεύς και ο Αίας τον τιμούσαν ως ίσο τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία μαζί του.  

Προκάλεσε όμως το μίσος του Οδυσσέα όταν αποκάλυψε ότι η παραφροσύνη του ήταν τέχνασμα για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και τον φθόνο του, καθώς ο Οδυσσεύς ένιωθε μειωμένος μπροστά στη σοφία και την στρατηγική ιδιοφυία του Παλαμήδη στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου:  

   

«τά δέ Παλαμήδους ούκ ακήκοας πάθη;  

Τούτον γάρ δή πάντες υμνούσιν  

ώς διά σοφίας φθονηθείς υπό Οδυσσέως απόλλυται». [8]   

   

Για τα παθήματα του Παλαμήδη δεν έχεις ακούσει;  

Γιατί γι’ αυτόν όλοι συνέθεσαν ύμνους,  

ότι χάθηκε, επειδή φθονήθηκε από τον Οδυσσέα για τη σοφία του.  

(ελεύθερη απόδοση)  

   

Χρησιμοποιώντας ο Οδυσσεύς τις προσφιλείς του μεθόδους της δολοπλο­κίας και της διαβολής, κατόρθωσε να τον παρουσιάσει ένοχο εσχάτης προδοσίας, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό και μαρτυρικό θάνατο του σοφού παλικαριού.  

  

 Ο θάνατος του Παλαμήδη  

 


 

 Η αρχή της αιτίας που προκάλεσε τον άδικο και ατιμωτικό θάνατο του Παλαμήδη, ξεκινά από το αδυσώπητο μίσος του φθορέα ηρώων και εχθρού των αρίστων Οδυσσέα, στο οποίο προστέθηκε στη συνέχεια και ο φθόνος. Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί.  

Κάποτε ο Οδυσσέας αιχμαλώτισε ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ.  

Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις. Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, ο Οδυσσέας έβαλε κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη.  

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα.  

Συγκροτήθηκε αμέσως δικαστήριο που τον κήρυξε ένοχο προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο δια λιθοβολισμού, χωρίς να του επιτρέψουν το στοιχειώδες δικαίωμα να υπερασπισθεί την αθωότητα του.  

Έτσι αναπολόγητος ο αθώος σοφός ήρωας, μετά από τις τόσες υπηρεσίες που πρόσφερε σε ηγεμόνες και στρατό, οδηγήθηκε στον τόπο του θανάτου, σπιλωμένος από την επαχθή κηλίδα του προδότη.       

Μόνο ο στρατός του Αγαμέμνονα και του Οδυσσέα παρατάχτηκε για τον λιθοβολισμό του Παλαμήδη. Οι άλλοι άνδρες αρνήθηκαν να πάρουν μέρος και παρακολουθούσαν με την ψυχή πλημμυρισμένη από οργή και θλίψη για την ανόσια πράξη.   

Η άκρατη φιλαρχία του Αγαμέμνονα και ο φόβος απώλειας της εξουσίας, το σκοτάδι της ψυχής, η πανουργία και η προσφιλής συνήθεια του Οδυσσέα να εξυφαίνει υποχθόνια τεχνάσματα για να εξοντώνει τους καλύτερούς του, με συνεργό το φθονερό Διομήδη, σε μια ανίερη συμμαχία, είχαν υπερισχύσει  μπροστά στην αρετή, την πνευματική υπεροχή και την καθαρότητα της σοφίας του Παλαμήδη.    

   

 Η εκδίκηση του Ναυπλίου  

 


  

Το δεύτερο πιο τραγικό πρόσωπο της σκευωρίας, ήταν ο αδελφός του Παλαμήδη Οίαξ. Γνωρίζοντας καλύτερα από κάθε άλλον ότι ο αδελφός του έπεσε θύμα άθλιας πλεκτάνης, ζητούσε να πάρει εκδίκηση, αλλά ήταν ανήμπορος, μπροστά στους πανίσχυρους συνωμότες. Τον ναυπλιακό στρατό διοικούσε τώρα ο Διομήδης, ύστερα από εντολή του Αγαμέμνονα. Η μόνη του ελπίδα ήταν να βρει τρόπο να πληροφορήσει τον πατέρα του Ναύπλιο, για τον φρικτό θάνατο του αθώου Παλαμήδη.  

Ο γερο θαλασσοπόρος και παλιός πειρατής,[9] θα εύρισκε τον τρόπο να εκδικηθεί και να πάρει πίσω το αίμα του παιδιού του. Κατά τραγική ειρωνεία, ο μόνος τρόπος που μπορούσε να επικοινωνήσει με την μακρινή πατρίδα ήταν οι φρυκτωρίες, που είχε εφεύρει ο σοφός αδελφός του. Έπρεπε όμως να έχει την άδεια του Αγαμέμνονα, που τώρα ήταν ο χειρότερος εχθρός του.  

Καθώς τριγυρνούσε περιφρονημένος και αποξενωμένος στην παραλία γύρω από τα ναυπλιώτικα πλοία, το αδελφικό δαιμόνιο μίλησε μέσα του! Μάζεψε μερικά κουπιά και έπιασε να χαράζει με το ξίφος του στο πλατύ μέρος τους την θλιβερή είδηση . Έπειτα τα έριχνε ένα ένα στη θάλασσα, με την ελπίδα ότι κάποιο θα έφτανε στα χέρια του βασιλιά πατέρα τους.  

Πράγματι ένα κουπί έφτασε μέχρι τις ακτές της Εύβοιας όπου βρισκόταν ο Ναύπλιος. Διαβάζοντας το χαραγμένο οδυνηρό μήνυμα, επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο και ξεκίνησε για την Τροία. Εκεί παρουσιάστηκε στους υπαίτιους και απαίτησε να αποκαταστήσουν την τιμή του παιδιού του. Συνάντησε όμως την σκαιή συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και των συνενόχων του. Όσο για τους άλλους ηγεμόνες, κανένας δεν τολμούσε να εναντιωθεί στον βασιλιά αρχιστράτηγο και να αγνοήσει τις διαταγές του.  

Ο Αχιλλεύς και ο Αίας ήταν νεκροί.  

Έχοντας πειστεί ο Ναύπλιος για την αθωότητα του παιδιού του, πήρε τον Οίακα και έφυγε, αφού έδωσε όρκο ότι θα τιμωρήσει σκληρά τους συνωμότες προκαλώντας τους όσο πιο πολύ κακό μπορούσε.  

Φτάνοντας στην πατρίδα έβαλε αμέσως σε εφαρμογή τα εκδικητικά του σχέδια. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να περιέρχεται τα παλάτια των ενόχων βασιλιάδων που πολεμούσαν στην Τροία, και να τους κατηγορεί παντού, και πρώτα στις γυναίκες τους, τις οποίες παρακινούσε να απιστήσουν, φανερώνοντας τους ότι οι άνδρες τους είχαν συνάψει σχέσεις με άλλες γυναίκες και παλλακίδες, τις οποίες μάλιστα θα έφερναν μαζί τους όταν θα επέστρεφαν.  

Το ίδιο έκανε και ο Οίαξ, αρχίζοντας από την Κλυταιμνήστρα. Τα αποτελέσματα αυτών των διαβημάτων ήταν ολέθρια για τους ένοχους ηγεμόνες…  

Όταν τελείωσε ο πόλεμος και γύριζαν οι Αχαιοί στις πατρίδες τους νικητές, έβαλε τους άνδρες. του να ανάβουν μεγάλες φωτιές στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές του Καφηρέα, που ήξερε ότι ήταν ο θαλασσινός δρόμος της επιστροφής τους.  

Αυτές οι φωτιές ήταν παγίδες που παραπλανούσαν τα πλοία που περνούσαν. Οι κυβερνήτες οδηγούσαν προς το μέρος τους τα πλοία, πιστεύοντας ότι είναι υπήνεμοι όρμοι, με αποτέλεσμα να συντρίβονται πάνω στους κοφτερούς βράχους. Όσοι ναυαγοί γλίτωναν και τα κύματα τους έβγαζαν στη στεριά, έβρισκαν πιο φρικτό θάνατο. Οι άνδρες του Ναυπλίου τους κομμάτιαζαν με τα ξίφη τους.  

Από τότε έμεινε παροιμιώδης η φράση «Ναυπλίου Ευβοϊκά πυρπολήματα», που συνήθιζαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας όταν τις νύχτες έβλεπαν φωτιές στις παραλίες.  

Ανεβασμένος σ’ έναν ψηλό βράχο ο Ναύπλιος «ώς θαλάσσιος δαίμων»[10] όπως τον χαρακτήρισαν όσοι γνώρισαν την κακή πλευρά του, παρακολουθούσε με άγρια ικανοποίηση τον χαλασμό των καραβιών και τον εξολοθρεμό των ανδρών.  

Ανάμεσα στα λίγα πλοία που γλίτωσαν από την εκδικητική μανία του Ναυπλίου ήταν και του Οδυσσέα, αυτό που ήθελε να συντριβεί όσο κανένα άλλο. Την τελευταία στιγμή απομακρύνθηκε, παρασυρμένο από αντίθετο άνεμο.  

Όταν είδε ο Ναύπλιος ότι ο κύριος υπεύθυνος για τον θάνατο του παιδιού του σώθηκε, κυριευμένος από απελπισία ρίχτηκε στη θάλασσα, για να βρει το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Όσο για τον Οδυσσέα, βρήκε την τιμωρία που του άξιζε από τον Ποσειδώνα.  

Ο θεός της θάλασσας οργισμένος όχι εξαιτίας του ανθρωποφάγου Πολύφημου που θέλει ο Όμηρος, αλλά για τις δολοπλοκίες που είχε εξυφάνει σε βάρος του Παλαμήδη, που όπως είδαμε ήταν απόγονός του, αφού τον καταδίκασε να θαλασσοδέρνεται δέκα ολόκληρα χρόνια, του έστειλε τέλος μέσα από το θαλασσινό βασίλειό του τον θάνατο.  

Η ιστορία του Ναυπλίου, του τραγικού πατέρα, που τόσο σκληρά τον χτύπησε η μοίρα ενώ πλησίαζε στη δύση της ζωής του, δεν άφησε ασυγκίνητους τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές μας. Τα έργα όμως που έγραψαν γι’ αυτόν, είχαν την ίδια τύχη με αυτά που είχαν θέμα τον Παλαμήδη, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα.    

     

Οι εφευρέσεις του Παλαμήδη  

 


  

Τον σοφό γιο του Ναυπλίου και τραγικό ήρωα του Τρωικού πολέμου Παλαμήδη, εκτός από την ενασχόλησή του με τις επιστήμες και την επική ποίηση, του αποδίδεται και ένας μεγάλος αριθμός σπουδαίων εφευρέσεων, προϊόντων της εντέχνου σοφίας του, με χαρακτηριστικό τους την άμεση πρακτική εφαρμογή.  

Οι εφευρέσεις του αυτές τον έχουν κατατάξει μεταξύ των πρώτων ευρετών όπως ονομάστηκαν μυθικά αλλά και ιστορικά πρόσωπα, θεοί και ήρωες, στους οποίους αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις, όπως ο Απόλλων, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Εργάνη Αθηνά, ο Λίνος, ο Δαίδαλος, ο Προμηθεύς, ο Φορωνεύς κ. ά.  

Υπήρξε ιατρός, αστρονόμος και άριστος εποποιός, αλλά όπως μας πληροφορεί το λεξικό Σουίδα και η αρχαία παράδοση, τα έπη του εξαφανίστηκαν από τους απογόνους του Αγαμέμνονος δια βασκανίαν δηλ. από ζηλοφθονία.  

Εφεύρε ακόμη την αλφαβητική γραφή, και τους αριθμούς, τους πεσσούς και τους κύβους, τα μέτρα και τα σταθμά, επινόησε τις φρυκτωρίες, τον άβακα, τα νομίσματα και την υποδιαίρεση του χρόνου.  

   

 Το τέλος μιας ένδοξης γενιάς   

 


  

Μετά τον τραγικό χαμό του Παλαμήδη και του βασιλιά πατέρα του, στο Ναύπλιο κυβερνούσαν τα παιδιά που είχαν απομείνει, ο Οίαξ και ο Ναυσιμέδων. Αλλά η κακοδαιμονία που μάστιζε τον Ναυπλιακό οίκο δεν έλεγε να τελειώσει. Ο Ορέστης θεωρούσε τον βασιλιά Ναύπλιο και τον Οίακα υπεύθυνους για τον θάνατο του πατέρα του, επειδή είχαν ξελογιάσει την μητέρα του και την είχαν παρακινήσει στην απιστία. Αφού γύρισε στις Μυκήνες και τιμώρησε τον φονιά του πατέρα του, θέλησε να αποτελειώσει το εκδικητικό έργο του, ξεκληρίζοντας και αυτήν την εχθρική του γενιά.  

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι τα αδέλφια είχαν συμμαχήσει με τον Αίγισθο. Μία παλαιότερη τραγωδία του Στησιχόρου που λίγα αποσπάσματά της έχουν διασωθεί, ανέφερε ότι ο Οίαξ είχε πάρει γυναίκα του την κόρη του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας Ηριγόνη. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν στις μάχες που ακολούθησαν, τα αδέλφια παρατάχθηκαν στο πλευρό του Αίγισθου. Εκεί έπεσαν πολεμώντας από το σπαθί του Πυλάδη.  

Στην Πινακοθήκη της Ακρόπολης των Αθηνών, υπήρχε μια ζωγραφική σύνθεση, που εικονίζε τον Ορέστη να θανατώνει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη τους γιους του Ναυπλίου:  

 «Υπάρχει επίσης αριστερά των Προπυλαίων κτίριο με ζωγραφιές… εδώ ανάμεσα στις ζωγραφιές, είναι και αυτή που παριστά τον Ορέστη να φονεύει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη να σκοτώνει τα παιδιά του Ναυπλίου, που ήλθαν σε βοήθεια του Αιγίσθου».[11]  

Η θεογέννητη Ναυπλιώτικη δυναστεία που είχε ξεκινήσει από τον γιο του Ωκεανού Ίναχο, πρόγονο της Αμυμώνης και αυτή με τον Ποσειδώνα γέννησε τον πρώτο Ναύπλιο, βρήκε αυτό το οικτρό και άδοξο τέλος, από τον δολοπλόκο Οδυσσέα που έκανε την αρχή, για να συνεχίσει η μισητή απ’ τους θεούς γενιά των Ατρειδών.  

     

Πηγή   

 


  
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.   

   

Υποσημειώσεις   


 [1] Παλάμη: η εσωτερική επιφάνεια του χεριού \ έργο της χειρός \ ευφυΐα \ τέχνη \ επινόημα \  

 σχέδιο \ τέχνασμα \ έργο τέχνης.  

«παλάμαι αί χείρες καί αί τέχναι επεί δι’αυτών πολλά μαιόμεθα»  

 (επιζητούμε, κατασκευάζουμε) Ησύχιος.  

«θεού σύν παλάμα» ( τέχνασμα θεού). Σοφοκλής.  

«ώ παλάμαι (έργα, επινοήματα) θεών» Πίνδαρος.  

«τέκτονος έν παλάμησι δαήμονος, ός ρα τε πάσης εύ ειδή σοφίης…» (Ιλ. Ο, 412)   

(στις παλάμες ειδήμονα τέκτονα που καλά γνωρίζει κάθε σοφία…)   

«…συλλέξας έλεγε σφιν ώς δοκέοι έχειν παλάμην, τή ελπίζοι των βασιλέος  

συμμάχων αποστήσειν τους αρίστους» (συγκέντρωσε – ο Θεμιστοκλής – τους στρατηγούς και τους είπε ότι έχει ένα σίγουρο σχέδιο να υποκινήσει την λιποταξία των καλύτερων συμμάχων του βασιλιά), (των Περσών).    

Η λέξη παλάμη σημαίνει επομένως την επιδεξιότητα των χεριών, την επινοητικότητα αλλά και την ευφυΐα και τη σοφία, ιδιαίτερα την πρακτική σοφία. Αντίστοιχα η λέξη σοφία σημαίνει και εμπειρία, επιδεξιότητα.  

Παλάμημα: επινόημα, σχέδιο, τέχνασμα.  

παλαμάομαι: εκτελώ, μηχανώμαι.  

μέδομαι, μήδομαι: άρχω, φροντίζω, σκέπτομαι, προστατεύω, μηχανεύομαι, επινοώ.  

[2] Στα άλλα παιδιά του ο Ναύπλιος έδωσε τα ονόματα Οίαξ (πηδάλιο πλοίου αλλά και πηδαλιούχος). Ναυσιμέδων = ο κυβερνήτης του πλοίου (ναύς (πλοίο) + μέδω, μέδομαι = κυβερνώ, προστατεύω, φροντίζω). Δαμάστωρ (δαμαστής \ εξημερωτής).  

[3] Από την διδακτορική διατριβή της Γερασ. Ζωγράφου-Λύρα.   

[4] Ηρωικός, 715, 9 μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.  

 [5] Η Τέκμησσα ήταν σκλάβα και γυναίκα του Τελαμώνιου Αίαντα, που τον συνόδευσε στην Τροία.  

Η Ίφις ήταν σύντροφος του Πατρόκλου στην Τροία, σκλάβα που του έδωσε ο Αχιλλέας από τα λάφυρα της Σκύρου.   

 [6] Παυσανίου Φωκικά 25,1 και 31,3 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. Α Παπανδρέου:  

«Υπέρ δέ τήν Κασσοτίδα εστίν οίκημα γραφάς έχον του Πολυγνώτου, Ανάθημα μέν Κνιδίων, καλείται δέ ύπό Δελφών Λέσχη, ότι ενταύθα συνιόντες το αρχαίον τά τε σπουδαιότερα διελέγοντο καί οπόσα μυθώδη… Ές τούτο ούν εισελθόντι τό οίκημα το μέν σύμπαν τό έν δεξιά της γραφής Ιλιός τε εστίν εαλωκυία καί απόπλους ό Ελλήνων…τούτοις πλήν τω Παλαμήδει γενειά έστι τοις άλλοις».  

[7] Φιλοστράτου, Ηρωικός Χ, 5, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:  

«τον Αχιλλέα στρατεύονται επί τάς νήσους καί τάς ακταίας πόλεις αιτήσαι τους Αχαιούς ξύν Παλαμήδει στρατεύσαι. Εμάχοντο δέ ό μέν Παλαμήδης γενναίως καί σωφρόνως, ό δέ Αχιλλεύς ου καθεκτώς, ό γάρ θυμός εξαίρων αυτόν ες άταξίαν ήγεν όθεν έχαιρε τω Παλαμήδει ξυνασπίζοντι καί ακάγοντι μέν αυτόν της φοράς, υποτιθεμένω δέ, ως χρή μάχεσθαι καί γάρ δή καί εώκει λεοντοκόμω λέοντα γενναϊον πραύνοντι και εγείροντι, καί ουδέ εκκλίνων ταύτα έπραττεν, αλλά καί βάλλων καί φυλασσόμενος βέλη καί ασπίδα αντερείδων καί διώκων στίφος».  

[8] Ο Σωκράτης στον Ευθύδημο. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, Δ,33.  

[9] Η πειρατεία εκείνα τα χρόνια δεν είχε τίποτα το επιλήψιμο και εξομοιωνόταν με την αλιεία και το κυνήγι. Ήταν μάλιστα η πιο επίζηλη επαγγελματική επιλογή των αρίστων, που ήθελαν να αποκτήσουν φήμη σπουδαίου άνδρα.  

[10] Η φήμη της θανάσιμης οργής και της άγριας εκδίκησης του Ναυπλίου, έγινε αιτία να θεωρηθεί θαλάσσιος δαίμων και πειρατής και όταν οι ναυτικοί κινδύνευαν, έκαναν θυσίες για να τον εξευμενίσουν.  

[11] Παυσανίου Αττικά, 22, 6 εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδου:   

«…έστι δέ έν αριστερά των Προπυλαίων οίκημα έχον γραφάς… ενταύθα έν ταις γραφαίς Ορέστης εστίν Αίγισθον φονεύων καί Πυλάδης τούς παίδας Ναυπλίου, βοηθούς ελθόντας Αιγίσθω». Πάντως άδοξο ήταν και το τέλος του Ορέστη. Ενώ βρισκόταν στην Αρκαδία, τον δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. (Απολλοδώρου «Επιτομή», VI, 28)  

 

Read Full Post »

Κύκλια έπη

 


Τι ορίζουμε ως Κύκλια έπη

 


Κομμάτι από αγγείο, απεικονίζει την τύφλωση του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, 7ος αιώνας π.Χ., Μουσείο Άργους.

Κύκλος ή κύκλια έπη ονομάζονται όλα τα άλλα έπη εκτός των Ομηρικών και των Ησιόδειων. Συνολικά σώζονται μόνο τίτλοι και περί τους 120 στίχους. Οι διάφοροι μύθοι ακολουθούσαν χρονολογική σειρά και σχημάτιζαν κύκλο (θεματογραφικά ορίζεται από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή την ένωση Ουρανού και Γης, μέχρι το θάνατο του Οδυσσέα). Υπάρχουν και έπη του Κύκλου που εξαρτώνται από τα ομηρικά. Τα έπη του Κύκλου ομαδοποιήθηκαν με βάση το θέμα τους. Το κέντρο αναφοράς είναι ο Τρωικός πόλεμος και η επιστροφή των πολεμιστών. Αυτά που χάθηκαν δεν ήταν του επιπέδου των Ομηρικών ή των Ησιόδειων. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονταν στον Όμηρο. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.

 

Χρονολόγηση

 


Η χρονολόγησή τους είναι  δύσκολη γιατί δε σώζονται παρά μόνο σπαράγματα. Οι ποιητές τους μάλλον κινούνται από 800-500 π.Χ. Μάλλον μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών. Κάποιοι θεωρούν ότι υπάρχουν και προγενέστερα της Ιλιάδας και άλλα που χρησίμευσαν ως πρότυπα για την Οδύσσεια. Επικρατεί ασάφεια για τη χρονολόγηση, ασάφεια για τα ονόματα των συγγραφέων τους, για τα θέματά τους. Ακριβείς μάλλον είναι μόνο οι πληροφορίες των Αλεξανδρινών Γραμματικών για αριθμό βιβλίων και στίχων σε κάποια απ’ αυτά.

 

Μυθολογικοί κύκλοι*

 


Κύκλος θεών: Θεογονία, Τιτανομαχία.

Θηβαϊκός κύκλος: Οιδιπόδεια, Θηβαίδα, Επίγονοι, Οιχαλίας Άλωσις. (Υλικό εκτός από την ποίηση χρησιμοποιήθηκε και σε Καταλόγους και Γενεαλογίες)

Τρωικός κύκλος: Κύπρια (τα πριν από την Ιλιάδα), Αιθιοπίς (συνέχεια Ιλιάδας), Μικρά Ιλιάς (γεγονότα από το θάνατο του Έκτορα μέχρι την άλωση της Τροίας), Ιλίου Πέρσις (Άλωση Τροίας), ενδεχομένως κάποια τμήματα της Οδύσσειας ήταν αυτόνομα ποιήματα (Τηλεμάχεια, Πηνελόπεια, Νέκυια), Νόστοι (επιστροφή ηρώων Τρωικού πολέμου), Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία (συνέχεια της Οδύσσειας). Στα Κύκλια έπη υπήρχαν άφθονα στοιχεία αφηγηματικού ενδιαφέροντος, δεν υπήρχε το αυστηρό ύφος της Ιλιάδας, δεν ήταν του επιπέδου ομηρικών επών ή αττικών δραμάτων.

 

Τα Κύκλια έπη

 


 

Ο Αχιλλέας δένει το τραύμα του Πάτροκλου. Αττικό αγγείο.

Κύπρια Έπη. Αποτελούνται από 11 βιβλία, που αποδίδονται στον Κύπριο ποιητή Στασίνο. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στα προ του Τρωικού πολέμου (γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας, κρίση του Πάρη, απαγωγή της Ελένης, απόβαση στη Μυσία, συγκέντρωση στην Αυλίδα) και στα πρώτα επεισόδια του πολέμου, μέχρι την διαμάχη Αγαμέμνονα – Αχιλλέα.

Αιθιοπίς ή Αμαζόνια (5 ραψωδίες, 5 βιβλία). Θεωρείται προγενέστερο και πρότυπο της Ιλιάδας. Την πρώτη ονομασία του πήρε το έργο από τον Αιθίοπα Μέμνονα, που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Αποδίδεται στον Όμηρο ή τον Αρκτίνο. Αρχίζει με την άφιξη και τις περιπέτειες της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας, που θανατώθηκε από τον Αχιλλέα, τον ερχομό των Αιθιόπων και τον θάνατο του Μέμνονα. Συνεχίζει την Ιλιάδα και περιγράφει όσα συνέβησαν μετά τον θάνατο του Έκτορα, μέχρι τον θάνατο του Αχιλλέα. Περιλαμβάνει ακόμη την απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης του νεκρού Αχιλλέα από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και την διεκδίκηση των όπλων του από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.**

Μικρά Ιλιάς (4 βιβλία). Αποδίδεται σε διάφορους ποιητές αλλά και στον Όμηρο. Είναι ουσιαστικά συνέχεια της Αιθιοπίδας. Περιγράφει την εκδήλωση της μανίας του Αίαντα του Τελαμώνιου όταν του στέρησαν τα όπλα του Αχιλλέα και την αυτοκτονία του. Περιλαμβάνει ακόμη την προσέλευση του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και την αρπαγή του Παλλαδίου. Τελειώνει με την επινόηση και κατασκευή του Δούρειου ίππου και την είσοδο του στην Τροία.

 

Η Ιφιγένεια οδηγείται στην Αυλίδα για να θυσιαστεί. Ψηφιδωτό στην Πομπηία.

Ιλίου Πέρσις (2 βιβλία). Ποιητής του έργου φέρεται ο Αρκτίνος ή ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της Ιλιάδας , αρχίζοντας από τον Δούρειο ίππο. Συνεχίζει με τις προειδοποιήσεις του Λαοκόοντα και τελειώνει με την περιγραφή της αλώσεως της Τροίας και την πριν από αυτήν αναχώρηση του Αινεία, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο.

Νόστοι (5 βιβλία). Αναφέρονται στην επάνοδο των Αχαιών στις πατρίδες τους εκτός του Οδυσσέα, και τις περιπέτειες που αντιμετώπισαν. Περιγράφουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες από τον Αίγισθο και την Κλυται­μνήστρα, και την εκδίκηση του Ορέστη. Στη ενότητα αυτή ανήκει και η Οδύσσεια.

Τηλεγόνεια (2 βιβλία). Έργο του Κυρηναίου ποιητή Ευγάμμονα (περ. 586 π.Χ). Θεωρείται μέρος της Οδύσσειας. Περιγράφει τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και όσα επακολούθησαν μετά την μνηστηροφονία. Τελειώνει με τον θάνατο του Οδυσσέα και την μοίρα των απογόνων του .

  

Υποσημειώσεις

 


* Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος- παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή – κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην ελληνιστική εποχή.

** Κατά κανόνα, στα μετά- ομηρικά έπη ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως ένας δολοπλόκος χαρακτήρας που δεν έχει αρετές και ηθικούς φραγμούς. Στο έργο «Κύπρια έπη» αναφέρεται ότι παρίστανε τον τρελό, οργώνοντας και σπέρνοντας τα χωράφια του με αλάτι αντί για σπόρους, με σκοπό να μη λάβει μέρος στην εκστρατεία. Όταν μάλιστα ο Παλαμήδης αποκάλυψε την αλήθεια αναγκάζοντάς τον να εκστρατεύσει, ο Οδυσσέας τον σκότωσε με την βοήθεια του Διομήδη. Στη «Μικρή Ιλιάδα» πάλι, ο Οδυσσέας προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να δολοφονήσει τον Διομήδη για να οικειοποιηθεί τη δόξα από την κλοπή του παλλαδίου, ενώ αργότερα σκοτώνει και τον μικρό γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας ήταν αυτός που σχεδίασε τον ερχομό της Ιφιγένειας, με το πρόσχημα ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα, για να θυσιαστεί επειδή δεν είχαν ούριο άνεμο.

 

Πηγές

 


  • Lesky A., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
  • ΕΛΠ 21, Γράμματα Ι, «Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», Ακ. Έτος: 2008-9.
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

Read Full Post »

Οικογένεια Περρούκα


Υπήρξε επιφανέστατη οικογένεια που άκμασε στο Άργος. Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.

Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης* της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.

Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.

Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα υπήρξαν λαμπροί απόγονοι της οικογένειας. Μεγάλοι επί Τουρκοκρατίας, μεγάλοι και κατά την επανάσταση. Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.

Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821 και θάφτηκε στο Άργος, σε τάφο που ανήκε στην οικογένειά του. Ήταν ο μοναδικός από όλα τα αδέλφια που παντρεύτηκε το 1814 την Ελένη Θεοδώρου Βλάσση, του επιφανέστατου Αργείου, με την οποία όμως δυστυχώς δεν απέκτησε παιδί.

Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.

Ο δε Δημήτριος Περρούκας ξεπέρασε όλους σε προσωπική εξοχότητα και δόξα. Ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες.

Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους.

Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα.

Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης.

Δυστυχώς όμως για τον τόπο ο μεγάλος Αργείος δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851, στην ακμή της σπουδαίας ζωής του.

 

Υποσημείωση


 *Βεκίλης: Αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος, είδος βουλευτή. Πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος των Πελοποννησίων στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των σχέσεων που δημιουργούσαν με ισχυρά πρόσωπα μπορούσαν ακόμα και να περιορίζουν την εξουσία του βεζίρη. Κατά τις διάφορες εξεγέρσεις των ραγιάδων, οι βεκίλες θανατώνονταν από τους Τούρκους.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Read Full Post »

Ναύπλιος ο Νεώτερος 


 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

Απόγονος του πρώτου βασιλιά Ναυπλίου, μετά από πέντε γενιές είναι ο νεώτερος Ναύπλιος, γιος του Κλυτόνηου, ξακουστός ήρωας και θαλασσοπόρος κι αυτός, με άφθαστη ανδρεία και θεϊκό παράστημα όπως τον θέλει ο Ορφέας. Αντάξιος του προγόνου του, γιου των κυμάτων, κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το χάρισμα της ναυτικής τέχνης.

Εκτός από δεινός θαλασσοπόρος, ήταν ευφυέστατος και κάτοχος αστρονομικών γνώσεων. Λέγεται ότι αυτός είχε ανακαλύψει τον αστερισμό της μιας από τις δύο Άρκτους, πολύτιμο βοηθό για να προσανατολίζεται όταν ταξίδευε στις άγνωστες μακρινές θάλασσες. Στην εποχή του έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία, στην οποία πήραν μέρος οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής, παιδιά θεών και ημιθέων οι περισσότεροι, για το χρυσόμαλλο δέρας, με το οποίο υποκαθιστούσαν τα πλούτη της μακρινής χώρας του Αιήτη.

Ο αρχηγός της εκστρατείας Ιάσων, έστειλε κήρυκες, που ξεκινώντας από την χώρα των Μινυών γυρνούσαν σ’ όλη την Ελλάδα, καλώντας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη ναυτική εποποιία, αλλά και πρώτη ναυτική εξερευνητική αποστολή με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επιχειρούσε προς τη μακρινή Κολχίδα. Ακολουθώντας τους κήρυκες η Ήρα, άναβε πόθο γλυκό στις καρδιές των ηρώων, παρακινώντας τους όπως γράφει ο Πίνδαρος, «κανένας να μην μείνει έξω από την Αργώ».

Οι μελλοντικοί βασιλιάδες και οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, και στο λιμάνι της Ιωλκού συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιάσονα οι τολμηρότεροι άντρες. Ανάμεσα τους ο Ηρακλής, ο Θησεύς, ο Άργος κατασκευαστής της «Αργώς», οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, η Αταλάντη, και οι πατέρες των ηρώων του Τρωικού πολέμου:

Ο Πηλεύς πατέρας του Αχιλλέα, ο Τελαμών πατέρας του Αίαντα, ο Λαέρτης του Οδυσσέα, ο Οϊλεύς πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, ο Δευκαλίων πατέρας του Ιδομενέως, ο περίφημος θεραπευτής Ασκληπιός, πατέρας των γιατρών Μαχάονα και Ποδαλείριου.

Μαζί τους και όσοι θα πρόσφεραν την πείρα και τις γνώσεις τους γι’ αυτό το μακρινό ταξίδι όπως είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα ο κένταυρος Χείρων: μάντεις, πηδαλιούχοι, ο αστρονόμος Αγκαίος, ο κυβερνήτης της Αργούς Τίφυς, ακόμη και ο ασθενικός αλλά θρυλικός δάσκαλος και μουσικός Ορφέας, που με το γλυκόλαλο ήχο της φόρμιγγάς του και με τα τραγούδια του, γλύκαινε τις καρδιές των συντρόφων του στο ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, μάγευε τα στοιχεία της φύσης, ημέρευε τα κύματα και τ’ άγρια βράχια.

Από το πρώτο αυτό πανελλήνιο προσκλητήριο των προϊστορικών Ελλήνων δεν θα μπορούσε να λείψει και ο βασιλιάς Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη και του Οίακα, από τους κορυφαίους ναυτικούς της εποχής του, απόγονος του πρώτου Ναυπλίου, γιου του Ποσειδώνα όπως γράφει ο Απολλώνιος Ρόδιος:

 

«Πήγε ακόμα και ο απόγονος του θεϊκού Δαναού,

ο Ναύπλιος ήτανε γιος του Κλητόνηου, του γιου του Νάβολου,

κι επίσης ο Νάβολος γιος του Λέρνου.

Ξέρουμε για τον Λέρνο πως ήταν γιος του Προίτου,

γιου του Ναύπλιου, τον οποίο η Δαναΐδα

Αμυμώνη τον γέννησε με τον Ποσειδώνα, κι ήταν πρώτος στα ναυτικά».[1]

 

Όμοια εκθειάζει τον Ναύπλιο και ο Ορφεύς στα «Αργοναυτικά» του:

 

«Κι ήρθε κι ο αγαπημένος γιος της Αμυμώνης Ναύπλιος,[2]

που γέννησε πλαγιάζοντας με τον σείστη Ποσειδώνα,

άνθρωπο στην αντρειά λαμπρό, στο σώμα θεός ίδιος».[3] 

 

Στο λιμάνι των Παγασών, ο Άργος, γιος του Αργείου βασιλιά Αρέστορα, ναυπήγησε με την καθοδήγηση της Αθηνάς και της Ήρας την Αργώ, «το πιο ταχύπλοο και καλατάξιδο, από όσα πλοία με κουπιά δοκίμαζαν στην θάλασσα», όπως γράφει ο Απολλώνιος, (Α,110).

Το όνομά της σημαίνει λευκό, λαμπερό και γρήγορο. Ήταν τόσο ελαφρύ το σκαρί της, που μπορούσαν οι Αργοναύτες να το μεταφέρουν στους ώμους τους. Το ξύλο από την ιερή δρυ της Δωδώνης που είχε στο πρωραίο μέρος της, την είχε προικίσει με υπερφυσικές ιδιότητες. Όποτε οι Αργοναύτες επρόκειτο να συναντήσουν κάποια από τις αμέτρητες παγίδες που έκρυβαν οι άγνωστες θάλασσες, η Αργώ είχε το προφητικό χάρισμα να τους προειδοποιεί με ανθρώπινη φωνή.

Κατά την Αργεία παράδοση, στην εκστρατεία αυτή, ο Ναύπλιος ήταν κυβερνήτης πλοίου. Την Αργώ κυβερνούσε ο Τίφυς, και μετά τον θάνατο του στην χώρα των Μαριανδυνών ο Αγκαίος. Θα πρέπει επομένως στην Αργοναυτική εκστρατεία μια επιχείρηση που προετοιμάστηκε και οργανώθηκε συστηματικά, να πήραν μέρος περισσότερα του ενός πλοία.

Αυτήν την αντίληψη που υπήρχε στην αρχαιότητα, μας την βεβαιώνουν ο Απολλόδωρος και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιάσων εξεστράτευσε από την Κολχίδα προς την Αρμενία και Μηδία, αφού άφησε τα πλοία :

 

«… καθάπερ τον Ιάσονα όνπερ καί μέχρι της Αρμενίας καί της Μηδίας

έκ των Κόλχων στρατεύσαντα, άφέντα τάς ναύς»[4]

 

Επίσης ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει σχετικά:

 

«Διά τούτο οί Έλληνες θέλοντες νά καταστήσωσιν αποικίας εκεί,

έπεμψαν στόλον πολλών πλοίων.

Αργώ δέ ωνομάζετο ή ναυαρχίς, καί από της

ναυαρχίδος ωνόμασαν οί ποιηταί όλον τό στόλον.

Το δέ σχήμα της Αργούς ήτο εις επίμηκες όθεν ονομάσθη μακρά ναύς.

Και πρώτη μακρά ναύς αύτη εφάνη τήν Ελλάδα».[5]

 

Όταν επέστρεψε από την εκστρατεία ο Ναύπλιος συνδέθηκε με τον βασιλικό οίκο της Κρήτης, παίρνοντας για σύζυγό του την Κλυμένη,[6] κόρη του βασιλιά Κατρέως και εγγονή του Μίνωος. Την αδελφή της Αερόπη είχε νυμφευθεί ο Ατρεύς, βασιλιάς του Άργους, και πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενελάου.

Από την Κλυμένη ο Ναύπλιος απέκτησε παιδιά τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδονα. Ο Φερεκύδης αναφέρει και τέταρτο γιο τον Δαμάστορα.  

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


 [1] Αργοναυτικά, Α,133, μετ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«Τω δ’ έπι δή θειοίο κίεν Δαναοίο γενέθλη, Ναύπλιος˙ ή γάρ έην Κλητονήου Ναυαλίδαο,

Ναύολος αύ Λέρνου, Λέρνον γε μέν ίδμεν εόντα Προίτου Ναυπλιάδαο, Ποσειδάωνι δέ κούρη

πρίν πότ’  Άμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα Ναύπλιον, ός περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

 [2] Ο Ορφεύς αναφέρεται στον πρώτο Ναύπλιο, ενώ στην Αργοναυτική εκστρατεία πήρε μέρος ο δεύτερος.

[3] Στιχ. 203-205, μετ. Πάικου Νικολαϊδη, εκδ. Φύλλα, Αθ. 1995

[4] Γεωγραφικά, Α’, c 48

[5] Ωγυγία, Βίβλος Θ’ σελ. 143

[6] Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ως σύζυγό του την Φιλύρα ή την Ησιόνη, αλλά ο συσχετισμός τους, με τον Ναύπλιο και τον Παλαμήδη οφείλεται μάλλον σε παρερμηνεία των νεώτερων ιστορικών και δεν ευσταθούν.

 

Read Full Post »

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Read Full Post »

Αγαμέμνων


 

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Βασιλιάς των Μυκηνών, γιος του Ατρέα και αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης. Ήταν ο αρχιστράτηγος και πρωτοβασιλιάς των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο, τους οποίους ο ίδιος είχε προσκαλέσει προσωπικά, και συμμετείχε με 100 πλοία στην εκστρατεία, δίδοντας ταυτόχρονα άλλα εξήντα στους ορεσίβιους Αρκάδες (Ομ. Β΄ 576 και 610-614). Το όνομα Αγαμέμνων (από το επίρρ. άγαν και το ρ. μένω = επιμένω) φανερώνει άνδρα πολύ επίμονο και πείσμονα. Αυτό φάνηκε, όταν ο Αγαμέμνων θέλησε ν’ αρπάξει από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα,  προκαλώντας την οργή του δευτέρου.

Κατά το τελευταίο έτος του δεκαετούς τρωικού πολέμου, η αιχμαλωσία της Χρυσηίδος, κόρης του Χρύση, που ήταν ιερέας του Απόλλωνα, προκάλεσε λοιμό στο ελληνικό στράτευμα. Ο Αγαμέμνων αναγκάστηκε να επιστρέψει την κόρη, αλλά για να μη μείνει ο ίδιος χωρίς «γέρας», αποσπά από τον Αχιλλέα το βραβείο του, τη Βρισηίδα. Το πείσμα του αρχιστρατήγου προκάλεσε την οργή του θεϊκού Αχιλλέα και την αποχή του από τον πόλεμο (Όμ. Α΄).

Eurybates and Talthybios Lead Briseis to Agamemmon, Giovanni Baptista (Giambattista) Tiepolo, 1757.

Μετά την άλωση και την καταστροφή της Τροίας, ο Αγαμέμνων αιχμαλωτίζει τη μάντισσα Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης. Επανερχόμενος στην πατρίδα, δολοφονείται από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Την ίδια τύχη είχε και η Κασσάνδρα.

Στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου (458 π.Χ.) η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να δικαιολογηθεί για το αποτρόπαιο έγκλημά της, υποστηρίζοντας ότι εκδικήθηκε τον άνδρα της για τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας και διότι η Κασσάνδρα ήταν ερωμένη του. Ο Αίγισθος, επίσης, υποστηρίζει ότι τον εκδικήθηκε, διότι ο πατέρας του Ατρεύς είχε καλέσει τον Θυέστη, τον δικό του πατέρα προσφέροντάς του σε δείπνο τα ίδια του τα παιδιά (Επεισ. Δ΄. Για τα Θυέστεια δείπνα ).

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο αιματοβαμμένος μύθος των Ατρειδών είναι μεταγενέστερος και ότι οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, οι οποίοι εμπνέονται από αυτόν το περιεχόμενο πολλών τραγωδιών τους, τον διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό. Μελετώντας τις πηγές, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική του πορεία. Έτσι, ο Όμηρος δε γνωρίζει ότι ο Ορέστης έγινε μητροκτόνος, αν και στο πρώτο συνέδριο των θεών (Οδ. α΄ 32-44) μέμφεται τον Αίγισθο για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα. Στον Όμηρο δεν συναντάμε τα ονόματα της Ιφιγένειας και της Ηλέκτρας, αλλά της Χρυσόθεμης, της Λαοδίκης και της Ιφιάνασσας και το όνομα φυσικά του μοναχογιού Ορέστη.

  

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας


Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Αναδρομή στο χρόνο

Το Άργος κατέλαβαν οι Τούρκοι την 3η Απριλίου 1463, ημέρα Κυριακή, των Βαΐων, και έμεινε υπό την Α’ τουρκική κυριαρχία 223 χρόνια, έως τον Αύγουστο του έτους 1686. Τότε οι Ενετοί ανακαταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο και αρχίζει έτσι η Β’ ενετική κυριαρχία (1686-1715).

Την 9η Δεκεμβρίου 1714 ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ’ κηρύττει πόλεμο κατά της Ενετίας. Ο τουρκικός στρατός την 28η Ιουνίου 1715, ημέρα Τρίτη μετά το μεσημέρι, καταλαμβάνει το Άργος χωρίς αντίσταση εντελώς έρημο από κατοίκους και αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία, που θα διαρκέσει έως, το 1821. δηλαδή 106 χρόνια. Βλέπουμε επομένως, ότι οι Τούρκοι κυριάρχησαν στο Άργος συνολικά 329 χρόνια επηρεάζοντας βεβαίως και τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Ποιους τόπους περιελάμβανε η εκκλησία του Άργους

Η αρμοδιότητα της εκκλησίας Ναυπλίου και Άργους επί τουρκοκρατίας περιελάμβανε:

Άργος, ο πύργος των Φράγκων

Την επαρχία Άργους με τους έξι δήμους, εις τους οποίους ήταν διηρημένη προ της εφαρμογής του νόμου ΔΝΖ/1912. Δηλαδή τον τ. δήμο Άργους (Άργος, Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα, Κιβέρι, Μύλοι, Σκαφιδάκι), τον τ. δήμο Αλέας (Μπουγιάτι, Τάτσι, Γυμνό, Φρουσούνα, Άγιος Νικόλαος, Δούκα, Σκοτεινή), τον τ. δήμο Λυρκείας (Καρυά, Κάτω Μπέλεσι, Επάνω Μπέλεσι, Καπαρέλι, Βρούστι, Μάζι, Νεοχώριον, Στέρνα), τον τ. δήμο Μυκηνών (Κουτσοπόδι, Φίχτια, Χαρβάτι, Πρίφτανι, Μαλανδρένι, Σχινοχώρι, Μπόρσια, Πλέσια, Βραζέρκα), τον τ. δήμο Προσυμναίων (Μπερμπάτι, Λίμνες, Χώνικα, Άνω Μπούτια, Κάτω Μπούτια, Πασιά, Βαρδουβά), και τον τ. δήμο Υσιών (Αχλαδόκαμπο, Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι). Επίσης την επαρχία Ναυπλίου και τις επαρχίες Αγίου Πέτρου Κυνουρίας και κάτω Ναχαγιέ Ερμιονίδος.

Η εκκλησιαστική διοίκηση προ του έτους 1540

Το έτος 1212 το Άργος και το Ναύπλιο καταλαμβάνονται από τους σταυροφόρους. Η ορθόδοξος ιεραρχία καταργείται και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος που εξαρτάται από το λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (1212-1540) παρότι σχολάζουσα η ορθόδοξη μητρόπολη Άργους αναφέρεται εις τα «τακτικά» της εποχής αυτής. Η ρωμαϊκή εκκλησία έως το 1540 εξακολούθησε να εκλέγει επισκόπους, οι οποίοι από το 1397, δηλαδή μετά την καταστροφή του Βαγιαζήτ, εδρεύουν στο Ναύπλιον.

Από το 1540, οπότε το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους, και μέχρι σήμερα εκλέγονται τιτουλάριοι επίσκοποι Άργους από τη λατινική εκκλησία.

Για τα θέματα των ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς. Υπό τους Ενετούς ο οίκος Μαλαξού έδωσε λογίους, πρωτοπαπάδες και υμνογράφους, όπως και ο οίκος Ζυγομαλά. Αλλά των περισσοτέρων η δράση μεταφέρθηκε εκτός Ναυπλίου μετά την απομάκρυνση των Ενετών το 1540. Το 1540 το Ναύπλιον παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων καταφεύγουν στα Βενετοκρατούμενα νησιά της Κρήτης, Κυθήρων και Κερκύρας.

Ανασύσταση της μητροπόλεως

Το 1541 ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Α’ (1522-1545) δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς εναπομείναντας στο Ναύπλιο. Ζήτησαν από τον πατριάρχη την ανασύσταση της μητροπόλεως, που από το 1212 ήταν σχολάζουσα. Δηλαδή για 329 χρόνια. Του λόγου το ασφαλές μαρτυρεί συνοδικό πατριαρχικό γράμμα του Ιερεμίου Α’ το Μάιο του 1541 απ’ όπου πληροφορούμεθα έγκυρα τις ενέργειες των κατοίκων της περιοχής και της αποφάσεις που ελήφθησαν. Το γράμμα παρέλαβε στα χέρια του, ως φαίνεται, ο νέος μητροπολίτης Δωρόθεος, και σ’ αυτό του παραγγέλλει ο πατριάρχης να μεταβεί στην επαρχία του, ν’ αναλάβει τα καθήκοντά του και να τα ασκεί κατά τη διαγραφομένη τάξη.

Οι χριστιανοί εξ άλλου οφείλουν να δεικνύουν την επιβαλλομένη υποταγή. Έδρα της ανασυσταθείσης μητροπόλεως έγινε πλέον το Ναύπλιο. Ο τίτλος όμως της επαρχίας παρέμεινε ως «μητρόπολις Άργους και Ναυπλίου».

Η εκκλησιαστική διοίκηση μετά την ανασύσταση της μητροπόλεως

Πρώτος μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου κατεστάθη ο Δωρόθεος το 1541, ο οποίος καθαιρέθηκε το 1550. Διάδοχος του Δωροθέου αναφέρεται ο Γερμανός, ο οποίος αναλαμβάνει το έτος 1550. Από το Ναυπλιέα Θεοδόσιο Ζυγομαλά πληροφορούμεθα ότι περί το 1578 ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε υπό τη δικαιοδοσία του 150 ιερείς και 4000 οικογένειες χριστιανών.

Ο αρχιερεύς που μαρτυρημένα ποιμαίνει την επαρχία επί μακρόν και κάπως ήρεμα είναι λόγιος, ονόματι Διονύσιος, του οποίου το όνομα απαντά από το έτος 1579.

Ποιος και κατά ποιο έτος διεδέχθη το Διονύσιο δεν τεκμηριώνεται. Σύμφωνα με τις ειδήσεις που υπάρχουν, το 1691 ποίμαινε την επαρχία ιεράρχης Παρθένιος μετατεθείς από την μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Αυτός παραιτείται το 1600, ημέρα Δευτέρα 29 Οκτωβρίου.

Διάδοχός του προκρίνεται ο ιερομόναχος Άνθιμος, που παραμένει μέχρι το 1604, οπότε καταλαμβάνει το θρόνο των Αθηνών. Στις 12 Φεβρουαρίου 1604, Ναυπλίου εξελέγη ο πρώην Νέων Πατρών Παρθένιος. Αν πρόκειται για τον παραιτηθέντα το έτος 1600 ή είναι απλή συνωνυμία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Πάντως το Μάιο του 1607 ο Ναυπλίου Παρθένιος καθαιρείται.

Το Μάιο του 1607 εκλέγεται Ναυπλίου ο οικονόμος της μητροπόλεως, ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο οποίος μόλις συμπλήρωσε 15ετία παραιτήθηκε λόγω γήρατος.

Τον διαδέχεται ο Θεοφάνης που εκλέγεται στις 29 Απριλίου 1624. Μόλις συμπληρώθηκε 30ετία, Οκτώβριο του 1654 καθαιρείται λόγω καθυστερήσεως των προς το πατριαρχείο υποχρεώσεων. Μετά πάροδο ενός έτους το πατριαρχείο αποφασίζει συνοδική συγχώρηση. Όμως ήδη έχει εκλεγεί μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους ο Μακάριος.

 Για το Μακάριο γνωρίζουμε ότι τον Αύγουστο του 1656 απεκατεστάθη στη μικρή μητρόπολη Μηθύμνης. Έτσι ο Θεοφάνης παραμένει μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου άλλα δέκα χρόνια και καθαιρείται οριστικά το Νοέμβριο του 1665 με κατηγορίες ότι ήταν φιλοχρήματος, δεν κήρυττε τις Κυριακές και συγχωρούσε τετραγαμίες. Το Θεοφάνη διαδέχεται αμέσως ο Γεράσιμος προερχόμενος από τους πατριαρχικούς κύκλους. Αυτός καθαιρείται το Σεπτέμβριο του 1669 για οικονομικά παραπτώματα.

Στα χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας (1686-1715) η έδρα της μητροπόλεως έρχεται στο Άργος έως το 1715. Ως πρώτος μητροπολίτης αναφέρεται ο Κύριλλος το 1671. Κατόπιν ο Σίλβεστρος που διαποιμαίνει από το 1686 έως το 1698 και τέλος ο Αμβρόσιος από το 1698 έως το 1715 οπότε αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία στην Πελοπόννησο.

Μετά το 1715 παρουσιάζεται κάποιο κενό στην ιστορία της εκκλησίας Αργολίδος. Έδρα γίνεται το Μέρμπακα. Αναφέρεται μητροπολίτης ο Γαβριήλ Ταταράκης που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και μετείχε κινήσεως εναντίον του πατριάρχου Ιερεμίου Γ’. Αυτός καθαιρείται μετά τη 10η Φεβρουαρίου 1720 και το 1724 υπογράφει ως «πρώην Ναυπλίου και Πρόεδρος Μήλου και Κιμώλου Γαβριήλ και έξαρχος πατριαρχικός».

Το Γαβριήλ καθαιρεθέντα το 1720 διαδέχεται αμέσως ο Μελέτιος. Αυτός ποιμαίνει για είκοσι χρόνια τη μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου. Το 1741 αρχίζει η αρχιερατεία του Νεόφυτου του οποίου την παρουσία βρίσκουμε σε έγγραφα μέχρι το έτος 1756. Πιθανώς η θητεία του να παρετάθη πέραν του 1756.

Κατεβαίνουμε λίγα χρόνια και το 1766 συναντάμε νέο αρχιερέα, το Βενέδικτο που υπογράφει έγγραφα κατά τα έτη 1766, 1767 και 1768 ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου.

Μετά έχουμε κενό, διότι αναφέρεται ο Βενέδικτος στις προετοιμασίες της εξέγερσης του 1770, αλλά κατόπιν δε φαίνεται να μετέχει σε επιχειρήσεις. Ένεκα των Ορλωφικών τα εκκλησιαστικά πράγματα της Πελοποννήσου βρίσκονται σε αποδιοργάνωση.

Από το 1770 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Άργος και το 1776 έχουμε μια μνεία μητροπολίτου Ναυπλίου Νικοδήμου. Όμως από το αμέσως επόμενο έτος 1777 έως το 1786 σε έγγραφα απαντά μητροπολίτης Μελέτιος Β’, συνοδικός συνέχεια σχεδόν.

Το Μελέτιο, αφού παραιτήθηκε, διαδέχτηκε ο Ιάκωβος ο οποίος μαρτυρείται από το 1787 έως το 1800. Ήταν μάλλον από την Καλαμάτα. Επί των ημερών του κτίσθηκε κοντά στον παλαιό ναό Αγίου Πέτρου, μητροπολιτικό οίκημα του οποίου ερείπια σώζονται μέχρι προ ολίγων δεκαετιών στον περίβολο της οικίας της Αδελαΐδος Νανοπούλου στο Άργος, επί της οδού Μυστακοπούλου. Σήμερα ο χώρος έχει ισοπεδωθεί και λειτουργεί ως parking αυτοκινήτων.

Η ιδιοκτησία του οικοπέδου μετά την Αδελαΐδα Νανοπούλου περιήλθε  στον Ιωάννη Κουκούλη και από αυτόν στους Χρήστο και Ιωάννη Κουρουνιώτη, οι οποίοι τον κατέχουν μέχρι σήμερα.

Ο Ιάκωβος είχε ως γραμματέα, έκειρε μοναχό και χειροτόνησε εις διάκονο, τον εκ Δημητσάνης ανεψιό του Γερμανό, μετέπειτα επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός εκάρη μοναχός πιθανότατα εις την Παναγία Κατακεκρυμμένη.

Μετά το θάνατο του Ιακώβου εξελέγη διάδοχός του τον Ιανουάριο του 1800 ο αρχιμανδρίτης της μητροπόλεως Νικομήδειας Γεράσιμος, που μετά από κάποιες δυσκολίες παραιτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1800, οπότε επληρώθη ο θρόνος δια μεταθέσεως του Παλαιών Πατρών Γρηγορίου.

Στο έτος 1810 τίθεται εκλογή μητροπολίτου Παρθενίου αντί αποθανόντος Γρηγορίου. Αυτός ο Γρηγόριος ήταν από τη Λακεδαίμονα και έχτισε μία ακόμη μητροπολιτική οικία κοντά σ’ αυτήν που είχε ανεγείρει ο Ιάκωβος. Την παρέλαβε ο ανεψιός και διάδοχός του εις το θρόνο, Γρηγόριος ο Καλαμαράς, καταγόμενος από τη Μεσσηνιακή Σίτζοβα.

Αυτός εργάσθηκε για το έθνος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πέθανε (19 Σεπτεμβρίου 1821) στη φυλακή της Τριπολιτσάς ως εθνομάρτυρας. Η προτομή του βρίσκεται από το 1967, αριστερά της δυτικής εισόδου του ναού Αγίου Πέτρου Άργους. Με τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο τερματίζεται η ιστορική πορεία της μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου μέχρι την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Από το 1821 έως το 1829 αναλαμβάνει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της χηρευούσης μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους ο Αθανάσιος Σολιώτης, αρχιδιάκονος – πρωτοσύγκελλος του Γρηγορίου Καλαμαρά.

Η έδρα της μητροπόλεως

Το 1189 η μέχρι τότε επισκοπή Άργους και Ναυπλίου ανυψώθηκε σε μητρόπολη με έδρα το Άργος. Από το 1212 αρχίζει η φραγκοκρατία και η βίαιη κατάργηση της ορθοδόξου ιεραρχίας.

Στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος ο οποίος εξαρτάται από τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Η έδρα του λατίνου επισκόπου θα μεταφερθεί στο Ναύπλιον από το έτος 1367. Είναι το έτος που οι οθωμανοί αιχμαλωτίζουν πάνω από το μισό πληθυσμό του Άργους.

Κατά την περίοδο μέχρι το 1540 για τα ορθόδοξα πράγματα υπήρχε ένας πρωτοπαπάς, τον οποίο διόριζαν οι Ενετοί. Το 1541 έγινε η ανασύσταση της μητροπόλεως με έδρα το Ναύπλιο.

Το Ναύπλιο παραμένει ως έδρα της μητροπόλεως μέχρι το 1686 οπότε καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς και η έδρα μεταφέρεται στο Άργος και παραμένει εκεί μέχρι το 1715 περίπου. Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).

Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.

Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).

Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως νεκροταφιακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.

Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.

 Δαναός ΙΙΙ, «Το Άργος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2003.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »