Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Revolution of ’21’

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ξεκίνημα της Επανάστασης του ’21 στην Ερμιονίδα | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

«Τα καριοφίλια του 21 κελαηδούν και πάλι στην εθνική μνήμη. Οι λαμπρές ώρες της φυλής ξαναζωντανεύουν. Χορός μυθικός στήνεται με πελώρια βήματα από το σκοτάδι στο φως, από τα δεσμά στη λευτεριά, από τη Σταύρωση στην Ανάσταση. Η Ιστορία χαράζει την πύρινη τομή της στο σώμα του Γένους. Η ρωμιοσύνη ξεσηκώνεται, καθώς η μοίρα της το προστάζει. Ψυχές πυρακτωμένες ακολουθούν κι ένα μεθύσι νίκης ευλογημένο αρχίζει.

Ο άνθρωπος του μέτρου συναντά τον άνθρωπο της υπέρβασης του κανόνα. Εκεί στο φαινομενικά ακατόρθωτο, όπου αγιάζεται το αίμα, ηρωοποιείται η θυσία και ο θάνατος δοξολογείται και δοξάζεται».

«Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί». Σήμερα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ το «Χαίρε Κεχαριτωμένη» στην Παρθένα ψάλλει και το ελπιδοφόρο μήνυμα του Ευαγγελισμού κομίζει. Σήμερα ο Δεσπότης Γερμανός το «Ελευθερία ή Θάνατος» βροντοφωνάζει και οι διψασμένες καρδιές των Ελλήνων λυτρωτικά δέχονται το άγγελμα του αγώνα. Η πίστη στο Θεό, ο έρωτας της λευτεριάς και στα πεπρωμένα της φυλής αστράφτουν και φεγγοβολούν, όπου ελληνική ψυχή και ακόμη παραπέρα.

Σελαγίζει και στον Κάτω Ναχαγιέ! Οι προπάτορές μας ακούν το πολεμικό σάλπισμα. Χωρίς δισταγμό παίρνουν τα λιανοτούφεκα, ζώνονται τα γιαταγάνια και ορμούν για το «ποθούμενο», «δια θρησκείαν και πατρίδα», κατά το λόγο του Μακρυγιάννη. Άνδρες και γυναίκες δίνουν γονατιστοί τον όρκο πρώτα στο «Γκούρι Βιτόρεσε» και αμέσως μετά στο Μοναστήρι της Κοιλάδας.

Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας στο βιβλίο του «Το Κρανίδι, κομμάτια από τη χαμένη ιστορία του» αναφέρει:[1]

 

«Η επανάσταση στο Κρανίδι κηρύχθηκε στις 27 Μαρτίου 1821, με προτροπή του Κρανιδιώτη Γκίκα Μπόταση, που ήλθε στην πόλη από τις Σπέτσες και ξεσήκωσε τους κατοίκους. Πιθανότατα την ίδια μέρα κήρυξαν την επανάσταση και οι Σπετσιώτες. Ήταν τη χρονιά αυτή, η εβδομάδα του Λαζάρου. Στην Ερμιόνη, το Καστρί, όπως λεγόταν τότε, που είχε πληθυσμό με τους γύρω συνοικισμούς περίπου 2.000 κατοίκους, η επανάσταση κηρύχθηκε τις δυο πρώτες ημέρες του Απριλίου».

 

Ήδη από τις 25 Μαρτίου είχε ορισθεί ως αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων των Κατωναχαϊτών ο κληρικός παπα-Αρσένης Αναστασίου Κρέστας ή Κρέστης.[2]

«Σήμερον την 25η Μαρτίου 1821 διορίζομεν γενναίον αρχηγόν των στρατιωτωτικών δυνάμεων Αργολίδος (εννοεί την Ερμιονίδα) τον Αρσένιον Κρέσταν…», σημειώνεται στην εντολή του διορισμού του. Την υπογράφουν από την Ύδρα οι: Αναστάσιος Μπότασης, Ιωάννης Ορλάνδος, Ιωάννης Μέξης, Γεώργιος Κουντουριώτης, Λάζαρος Κουντουριώτης και Γκίκας Μπότασης.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Την 1η Απριλίου σε ειδική συνεδρίαση της Δημογεροντίας και των προκρίτων του Κρανιδίου, ύστερα από πρόσκληση του παπα – Αρσένη, ανακοινώθηκε επίσημα η κήρυξη της Επανάστασης των καπεταναίων της Πελοποννήσου ενάντια στον τουρκικό ζυγό. Ακολούθησε γενικό πολεμικό προσκλητήριο και τις επόμενες ημέρες έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών.[3]

Στις 4 Απριλίου, λίγο προτού ξεκινήσουν τον άνισο αγώνα, τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν στο «Γκούρι Βιτόρεσε», την «Πέτρα της Βιτόρας», την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή «Πέτρα της Νίκης» και έδωσαν τον όρκο τους. Στο μέρος αυτό τούς οδήγησε με τους θερμούς φιλοπατριωτικούς του λόγους, ο παθιασμένος για τη λευτεριά ιερωμένος αρχηγός τους. Στο σχετικό έγγραφο που δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού Παντελεήμονα αναφέρονται τα εξής:[4]

 

«Εις τον δρόμον της Κοιλάδος επί του λίθου τούτου (Γκούρι Βιτόρεσε) το 1821 τη 4η Απριλίου όταν οι προπάτορές μας εξεστράτευσαν κατά των βαρβάρων της Εθνικής υποδουλώσεως όπου διέτρεχαν τον έσχατον των κινδύνων, ζωή, τιμή και περιουσία, έδωσαν χείρας και κατόπιν εγένετο ο αγιασμός και εξεβρόντησαν (έκαναν ομοβροντία όπλων) γονατιστοί άνδρες και γυναίκες στο λεγόμενο αλβανιστί Γκούρι Βιτόρεσε».

 

Σύμφωνα με τοπική παράδοση που μου διηγήθηκε ο παπα-Γκίκας Παπαδημητρίου, εφημέριος στον Ι. Ν. των Εισοδίων (Κάτω Παναγία) στο Κρανίδι, προηγήθηκε Θεία Λειτουργία στον Ι. Ν. της Σύναξης της Θεοτόκου (Πάνω Παναγία). (περισσότερα…)

Read Full Post »