Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαΐου 2011

Γυναίκα, δουλεία και ελευθερία στην ελληνική αρχαιότητα


 

Τα κοινωνικά συστήματα της αρχαιότητας είχαν ενσωματώσει το θεσμό της δουλείας στις δομές τους. Γνωρίζουμε από πληθώρα πηγών ότι, ενώ οι ενήλικοι άνδρες συνήθως θανατώνονταν είτε στο πεδίο της μάχης είτε κατά την κατάληψη κάποιας πόλης, οι γυναίκες και τα παιδιά αιχμαλωτίζονταν και πωλούνταν ως δούλοι (ήδη από την ομηρική εποχή).[1]

 

Η Γυναίκα στην Αρχαιότητα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Ποια ήταν όμως η σχέση ανάμεσα στους δούλους, άνδρες και γυναίκες, και στις γυναίκες της δουλοκτητικής τάξης; Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστέψει κανείς ότι οι γυναίκες-δουλοκτήτες ή οι σύζυγοι των δουλοκτητών ήταν πιο ήπιες στη μεταχείριση των δούλων, ότι δεν τους εκμεταλλεύονταν άγρια τόσο στο οικονομικό όσο και στο σεξουαλικό επίπεδο; Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, όμως φαίνεται ότι οι γυναίκες δεν υπήρξαν καλύτερες, ούτε χειρότερες, από τους άνδρες σε καμία εποχή, και ότι το φύλο του εκμεταλλευτή δεν επηρέαζε αποφασιστικά το βαθμό εκμετάλλευσης των δούλων, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις.

 

Ανταγωνισμός μεταξύ νόμιμης συζύγου και δούλης – παλλακίδας

 

Από την ομηρική εποχή ο σεξουαλικός ανταγωνισμός μεταξύ της νόμιμης συζύγου και της δούλης-παλλακίδας ήταν έντονος, ιδιαίτερα αν η σύζυγος ήταν στείρα ή είχε γεννήσει μόνο κόρες: αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ομηρικά έπη ως ιστορικές πηγές, τότε θα συμπεράνουμε ότι τα νόθα παιδιά που ήταν οι καρποί των ενώσεων του κυρίου και κάποιας δούλης είχαν μια στοιχειώδη κοινωνική αναγνώριση και ίσως κάποια δικαιώματα στην πατρική περιουσία. Τουλάχιστον σε αυτά τα συμπεράσματα καταλήγει κανείς, αν αναλογιστεί ότι στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος, όταν επισκέπτεται το παλάτι του Μενελάου και της Ελένης στη Σπάρτη, παρευρίσκεται σε διπλές γαμήλιες τελετές: της νόμιμης θυγατέρας του ζεύγους Ερμιόνης αλλά και του νόθου γιου που ο Μενέλαος είχε αποκτήσει από τη σχέση του με μια δούλη.[2]

Στην Ιλιάδα, η ιέρεια της Αθηνάς, η Θεανώ, αποτελεί σπάνιο παράδειγμα ανεκτικής συζύγου: έφθασε στο σημείο να θηλάζει η ίδια τον νόθο γιο του άνδρα της, του Αντήνορα, για να τον ευχαριστήσει.[3] Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα της Ανδρομάχης παρόμοια λόγια, που όμως φαίνεται να είναι επινόηση του τραγικού ποιητή, καθώς στην Ιλιάδα δεν υπάρχει σχετική αναφορά και το παράδειγμα της Θεανώς αναφέρεται ως σπανιότατη περίπτωση συζυγικής ανοχής.[4]

Καθώς σε κάθε πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα αξιολογείται με μοναδικά κριτήρια την ομορφιά της και την αναπαραγωγική της ικανότητα, καμία νόμιμη σύζυγος δεν θα ήταν τόσο ανόητη ώστε να αποδεχτεί την παλλακίδα του άνδρα της και τα νόθα παιδιά του: κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε σοβαρό κλονισμό της θέσης της μέσα στον «οίκο».

Απεικόνιση της δολοφονίας της Κασσάνδρας σε ερυθρόμορφη κύλικα του 5ου αι. π.χ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις σωζόμενες τραγωδίες και των τριών μεγάλων τραγικών έχουν ως κεντρικό ή δευτερεύον θέμα τη σύγκρουση συζύγου και παλλακίδας: στο πρώτο έργο της αισχύλειας τριλογίας Ορέστεια, τον Αγαμέμνονα, κυριαρχεί η σύγκρουση της δεσποτικής και αρχομανούς Κλυταιμνήστρας και της αιχμάλωτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας. Οι ομηρικές βασίλισσες φαίνεται ότι βρίσκονταν συχνά στην ίδια θέση με τις ασσύριες ομόλογές τους, που υποδέχονταν τις αιχμάλωτες γυναίκες και συχνά ήταν υπεύθυνες για την επιλογή των παλλακίδων που θα στελέχωναν το χαρέμι του άνδρα τους.[5]

Όμως, οι αρχαίες βασίλισσες του ελληνικού χώρου δεν ήταν τόσο ανεκτικές: στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι ο πατέρας του Οδυσσέα, ο Λαέρτης, αν και αγόρασε αντί υψηλής τιμής τη δούλη Ευρύκλεια, δεν την έκανε παλλακίδα του, για να μη στενοχωρήσει τη νόμιμη σύζυγό του, την Αντίκλεια.[6] Στην Ιλιάδα, αντίθετα, υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα στον Φοίνικα και στον πατέρα του, σύγκρουση με μήλο της έριδας την παλλακίδα του πατέρα και με υποκινήτρια τη νόμιμη σύζυγο και μητέρα του Φοίνικα.[7]

Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τόσο το σύζυγό της Αγαμέμνονα, όσο και την αθώα παλλακίδα του, την Κασσάνδρα, όχι γιατί τρέφει αγάπη για το σύζυγό της και αισθάνεται προδομένη αλλά γιατί προσβλήθηκε η βασιλική της τιμή:

 

«Και αυτήν την απόφασίν μου ενόρκως σου την ανακοινώνω. Μα την τελεία Δίκη της θυγατέρας μου, μα την Άττην και την Ερινύα, χάριν των οποίων εφόνευσα αυτόν εδώ, δεν θα πατήσει μέσα εις το σπίτι μου ίχνος φοβίας, όσον καιρό ανάβει την εστία ο Αίγισθος αφοσιωμένος σε μένα, όπως και πριν. Αυτός αποτελεί για μένα θαρραλέα προστατευτική ασπίδα. Κάτω νεκρός ευρίσκεται αυτός, αφού επρόδωσε εμένα και εχαριτολογούσε με τις Χρυσηίδες εις την Τροία. Το ίδιο κείται νεκρή και αυτή η αιχμαλωτισμένη μάντισσα και ερωμένη του, η πιστή του συγκοιμώμενη, με την οποία πλάγιαζε στο στρώμα του πλοίου. Δεν έμειναν ατιμώρητοι. Αυτός με τον τρόπο που σας περιέγραψα. Και αυτή, αφού σαν κύκνος θρήνησε τον θάνατό της, έπεσε πάνω στον αγαπημένο της νεκρή».[8]

 

Έχει προηγηθεί η σύγκρουση των δύο γυναικών, κατά την οποία η Κασσάνδρα παρέμεινε βουβή, ενώ η Κλυταιμνήστρα οδηγήθηκε από έναν ψευδή οίκτο προς μια προσπάθεια ταπείνωσης της Κασσάνδρας, η οποία αντιμετωπίζεται ως βάρβαρη, άλαλη, αγρίμι που μόλις έχει αιχμαλωτιστεί.[9] Η D.E. McCoskey ανέπτυξε την εξής θέση, με βάση τη σύγκρουση των δύο γυναικών: η Κλυταιμνήστρα, τυφλωμένη από την αρχομανία της, δεν θέλει να δει ότι μπορεί να υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στην Κασσάνδρα και την ίδια, και οι δύο ως γυναίκες είναι θύματα της πατριαρχίας.

Όμως, η Κλυταιμνήστρα επιδιώκει να δράσει ως «υπερ-γυναίκα», αρνούμενη το φύλο της, και η θεά Αθηνά θα την πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, καθώς, αρνούμενη τη θηλυκή της υπόσταση, θα ψηφίσει υπέρ της αθώωσης του γιου και δολοφόνου της αργείας βασίλισσας.[10]

Αργότερα, ο Δίων Χρυσόστομος, εκπρόσωπος της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής, που έζησε κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ., επιχείρησε να ρίξει φως στην άγνωστη προσωπικότητα της πρώτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Χρυσηίδας, και έμμεσα στη συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας, στον 61ο λόγο του, με τίτλο «Χρυσηίδα».

Εκεί υποστηρίζει ότι η βουβή, ως χαρακτήρας, Χρυσηίδα ήταν μια έξυπνη γυναίκα που ώθησε τον πατέρα της να την εξαγοράσει μόνον όταν κατάλαβε πόσο ωμός ήταν ο Αγαμέμνονας: αφού πρόσβαλε δημόσια τη νόμιμη γυναίκα του, που ήταν η μητέρα των παιδιών του και βασίλισσα, πώς θα φερόταν απέναντι στην ίδια, μια ασήμαντη δούλη-παλλακίδα, μόλις κουραζόταν από τα θέλγητρά της (Ιλιάδα Α 113-115); Επίσης, ο Δίων παρουσιάζει τη Χρυσηίδα να προβληματίζεται όταν μαθαίνει ότι οι Aτρείδες «γυναικοκρατούνταν» και ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν μια σκληρή και δυναμική γυναίκα: μια τέτοια σύζυγος ήταν κακός οιωνός για οποιαδήποτε παλλακίδα.

Η σύγκρουση συζύγου-παλλακίδας παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στην τραγωδία του Ευριπίδη Ανδρομάχη, όπου η νόμιμη σύζυγος του Νεοπτόλεμου, η Ερμιόνη και η παλλακίδα του, η Ανδρομάχη, συγκρούονται άγρια: η Eρμιόνη παραμένει στείρα και, έξαλλη που η Ανδρομάχη έχει χαρίσει γιο στον Νεοπτόλεμο, αποπειράται, με τη βοήθεια του πατέρα της Μενέλαου, να σκοτώσει και την Ανδρομάχη και το γιο της. Στη μακρά στιχομυθία ανάμεσα στις δύο γυναίκες, η Ερμιόνη, ελαφρόμυαλη και αλαζονική, προσπαθεί να υποβιβάσει την αντίπαλό της στο επίπεδο του «φύσει δούλου», του ανόητου βάρβαρου. Της τονίζει ότι είναι ένα τίποτα, μια αιχμάλωτη, δούλη σε ξένη γη, χωρίς ελπίδα για βοήθεια από κανέναν.[11]

Η Ερμιόνη περηφανεύεται για την πλούσια προίκα της, για τη δυνατότητα που της δίνει να μιλάει ελεύθερα, αλλά δεν έχει καμία δύναμη απέναντι στον άνδρα της: αν αυτός καταλάβει το σχέδιό της την περιμένει ο θάνατος ή η υποδούλωση.[12] Όντας γυναίκα, η εξουσία της πάνω στους δούλους περιορίζεται σημαντικά από εκείνη του συζύγου της επάνω της.

Οι γυναίκες ως λάφυρα πολέμου: μετά την κατάληψη της Τροίας, ο Αίος ο Λοκρός βιάζει την Κασσάνδρα. Ερυθρόμορφο κύπελλο, περ. 440-430 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Το ίδιο ισχύει για την άτυχη σύζυγο του Ηρακλή, τη Δηιάνειρα, αν και αυτή παρουσιάζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Τραχίνιαι  ως μια συμπαθής μορφή. Ύστερα από χρόνια μοναξιάς και ανοχής των άπειρων απιστιών του συζύγου της, δεν μπορεί να αντέξει να μοιράζεται το συζυγικό κρεβάτι με μια άλλη: αυτό συνιστά κλονισμό της θέσης της στον οίκο και δεν μπορεί να το αφήσει έτσι. Όμως, σε αντίθεση με την Κλυταιμνήστρα και την Ερμιόνη, είναι μια καλόψυχη γυναίκα: συμπονά την άτυχη Ιόλη, την παλλακίδα του Ηρακλή, όταν τη βλέπει μέσα στο κοπάδι των αιχμάλωτων γυναικών που ο Ηρακλής στέλνει στον οίκο του ως λάφυρα, μετά την άλωση της Οιχαλίας: «Με πλημμυρίζει, φίλες μου, οίκτος να βλέπω αυτές τις άμοιρες στην ξένη γη, ξεσπιτωμένες κι ορφανές και σκλάβες. Γεννήθηκαν ελεύθερες και τώρα το πικρό ψωμί θα τρώνε της δουλείας».[13]

Η Δηιάνειρα δεν έχει σκοπό να σκοτώσει την Ιόλη ούτε να τη βλάψει με κάποιον άλλο τρόπο. Θα επιχειρήσει απλά να ξανακερδίσει την αγάπη του Ηρακλή με το μαγικό φίλτρο που της έδωσε ο Κένταυρος Νέσσος πριν πεθάνει, δίχως να γνωρίζει ότι πρόκειται για δηλητήριο.

Από τις τρεις αυτές τραγικές ηρωίδες εκείνη που πλησιάζει περισσότερο τη μέση αρχαία Ελληνίδα είναι η Δηιάνειρα. Η θέση της νόμιμης συζύγου μπορούσε να κλονιστεί σοβαρά από το δεσμό του άνδρα της με μια δούλη, αν και στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. η νομοθεσία δεν άφηνε περιθώρια για να γίνουν τα παιδιά ενός τέτοιου δεσμού τίποτα περισσότερο από δούλοι.

Για την ακρίβεια καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας η νομική θέση ενός παιδιού καθοριζόταν από τη νομική θέση της μητέρας του: το παιδί μιας δούλης ήταν, από νομική άποψη, δούλος. Όμως, διαφορετικές πηγές μας παρουσιάζουν δούλες να σφετερίζονται αντικείμενα και προνόμια της κυρίας τους χάρη στην εύνοια του κυρίου. Σε ένα μύθο του Αισώπου, μια άσχημη και κακότροπη δούλη κατάφερε να την αγαπήσει ο κύριός της και εκείνη με το χρυσάφι που της έδινε στολιζόταν και μάλωνε με την κυρά της.[14] Τελικά, χρειάστηκε η επέμβαση της θεάς Αφροδίτης, για να συμμαζευτεί κάπως η υπερφίαλη δούλη.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι μια επιγραφή (αχρονολόγητη) χαραγμένη σε όστρακο, που βρέθηκε στην αρχαία αγορά της Αθήνας: πρόκειται για το κείμενο της επιστολής μιας Αθηναίας που, ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, έμαθε ότι κατά την απουσία της ο σύζυγός της όχι μόνο απελευθέρωσε τη δούλη και ερωμένη του αλλά και συζούσε ανοιχτά μαζί της και της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τα ρούχα και τα κοσμήματα της γυναίκας του. Η αθηναία κυρία έγινε έξαλλη που ο σύζυγος ξεπέρασε κάθε όριο και έγραψε αμέσως στους συγγενείς της, ζητώντας τους να επέμβουν γιατί η συμπεριφορά του συζύγου εξευτέλιζε όχι μόνο την ίδια αλλά και ολόκληρο το γένος τους.[15]

Σε μια ερμηνεία ονείρου από τον Αρτεμίδωρο (2ος αι. μ.Χ.), μια υπηρέτρια που κάποιος την είδε στον ύπνο του να απαγγέλλει ευριπίδειους στίχους («Ψήσε, κατάκαψε τις σάρκες μου, χόρτασε από μένα»), έπεσε θύμα της άγριας ζηλοτυπίας της κυρίας της, κι ο συγγραφέας βρήκε πολύ φυσικό το ότι απήγγειλε στίχους από την Ανδρομάχη.[16]

Όμως και μια δούλη μπορούσε να βλάψει την κυρία της: σε ένα άλλο όνειρο, αυτή τη φορά μιας ελεύθερης γυναίκας, η υπηρέτρια έπλεκε τα μαλλιά της και χρησιμοποίησε παρά τη θέλησή της την εικόνα της που ήταν ζωγραφισμένη σε έναν πίνακα, καθώς και τα ρούχα της, σαν να επρόκειτο να παρελάσει σε πομπή. Πολύ σύντομα, η υπηρέτρια τη χώρισε από τον άνδρα της, με συκοφαντίες.[17]

Τέλος, κάποιες επιγραφικές μαρτυρίες (από την ελληνιστική εποχή) υποδηλώνουν ότι αν η νόμιμη σύζυγος ήταν στείρα, ο σύζυγος που αποκτούσε γιο από μια δούλη-παλλακίδα μπορούσε να απελευθερώσει την ίδια και το παιδί και να τους καταστήσει συγκληρονόμους με τη νόμιμη χήρα του. Αυτό έπραξε κάποιος Κλεομάντης σε μια απελευθερωτική επιγραφή του 2ου αιώνα π.Χ. από τους Δελφούς.[18]

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η απελπισία της Κρέουσας, της βασίλισσας της Αθήνας στην τραγωδία Ίων του Ευριπίδη, όταν οι ακόλουθές της τής ανακοινώνουν ότι ο βασιλικός της σύζυγος, ο Ξούθος, ανακάλυψε ότι έχει έναν νόθο γιο και ότι σκοπεύει να τον φέρει στην Αθήνα και να τον αναγορεύσει διάδοχο του θρόνου που ανήκε στην ίδια, η οποία καταγόταν από τον Κέκροπα, τον πρώτο βασιλιά της Αττικής. Η αθηναία πριγκίπισσα δεν μπορεί να δεχτεί ότι στον οίκο της θα γίνει διάδοχος ο γιος ενός ξένου (ο Ξούθος δεν ήταν Αθηναίος) και μιας δούλης: «Και το χειρότερο θα πάθεις, Δέσποινα. Έναν χωρίς μάνα και όνομα και σκλάβας γιο θα σου στήσει αφέντη. Αν ήταν γιος αρχόντισσας και σ’ έπειθε αφού είσαι άτεκνη – ας το ’φερνε αν ήθελε».[19]

 

Η συμπεριφορά των γυναικών της δουλοκτητικής τάξης απέναντι στους δούλους

 

Κυρία, η οποία απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο της, ενώ μια δούλη τη δροσίζει κουνώντας μια βεντάλια. Αμφορέας της Απουλίας των μέσων του 4ου αι. π.χ.

Αφήνοντας κατά μέρος την ιδιάζουσα συμπεριφορά απέναντι στις δούλες-παλλακίδες, ποια ήταν η γενικότερη στάση των ελεύθερων γυναικών απέναντι στους δούλους; Οι γυναίκες δεν διέφεραν σε γενικές γραμμές από τους άνδρες στη συμπεριφορά τους απέναντι στους δούλους: εκμεταλλεύονταν την εργασία τους, τους τιμωρούσαν το ίδιο σκληρά όταν έκαναν σφάλματα ή όταν επιχειρούσαν να δραπετεύσουν.

Στις τραγωδίες του Ευριπίδη Μήδεια, Ίων, Ιππόλυτος, οι ηρωίδες, Μήδεια, Κρέουσα και Φαίδρα, στηρίζονται για βοήθεια σε δούλους: η Μήδεια και η Φαίδρα βασίζονται στη βοήθεια της παλιάς τους τροφού, ενώ η Κρέουσα απολαμβάνει την πολύτιμη βοήθεια του ηλικιωμένου παιδαγωγού της. Οι παλιοί παιδαγωγοί, οι παλιές τροφοί συνδέονται με έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με τις κυρίες (και τους κυρίους τους), όπως φαίνεται και από τα πορίσματα της διατριβής της Κατερίνας Συνοδινού.[20] Αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Οι παιδαγωγοί και οι τροφοί είναι οι δούλοι που είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να απελευθερωθούν και χωρίς υλικά ανταλλάγματα.

Αλλά και οι ίδιες οι κυρίες συχνά έτρεφαν μεγάλη αγάπη για τους θρεπτούς και τις θρεπτές, δούλους και δούλες που τους ανέθρεψαν οι ίδιες μαζί με τα αληθινά παιδιά τους: έτσι, η θρεπτή της σκληρής Βίτιννας, που θέλει να στείλει τον εραστή δούλο της στον δημόσιο χώρο βασανιστηρίων για να μαστιγωθεί ως τιμωρία στην απιστία του με μια φίλη της, μεσολαβεί για χάρη του με επιτυχία[21] ( 3ος αι. π.Χ.). Η Βίτιννα την είχε αναθρέψει μαζί με την κόρη της.

Η Α. Ρουσσοπούλου σε ένα νομικό άρθρο της σχολίασε μια απελευθερωτική επιγραφή από την Κάλυμνο του 2ου αιώνα μ.Χ. Σε αυτήν κάποια Αγαθή Δωροθέου, Αντιόχισσα, απελευθέρωσε ένα κορίτσι το οποίο είχε «λάβει», και όχι αγοράσει, αφού πρώτα, το κορίτσι αυτό, η Αφροδεισία, «παρέμενε» κοντά της έως το θάνατό της. Σύμφωνα με τη Ρουσσοπούλου, η Αφροδεισία δεν ήταν «θρεπτή», αλλά παραδόθηκε βρέφος στην Αγάθη μάλλον από τους γονείς της.

Η Αγάθη, προφανώς άτεκνη, χρειαζόταν την υποστήριξη της Αφροδεισίας στα γηρατειά της. Η Ρουσσοπούλου βρήκε παραλληλισμό με τις «ψυχοκόρες» της νεότερης εποχής.[22] Σε μια άλλη επιγραφή από τη Βέροια, της ίδιας εποχής, μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Αριάγνη, στην αίτηση για βοήθεια που έστειλε στα αδέλφια της πήρε αρνητική απάντηση μαζί με τη συμβουλή να μην απελευθερώσει τη δούλη της καθώς ήταν το στήριγμα των γηρατειών της.[23]

Αλλά και για τις ταφικές τιμές, όταν δεν υπήρχαν παιδιά, ήταν απαραίτητοι οι δούλοι: δεν είναι τυχαίο ότι στις επιγραφές της Λυκίας απαντά η λέξη «μνημόδουλος», αυτός ήταν ο δούλος που αναλάμβανε τη φροντίδα του τάφου του κυρίου του με ανταμοιβή την απελευθέρωσή του. Στο λεξικό Liddel-Scott αναφέρεται ως αμφίβολης σημασίας και ότι απαντά στο ΤΑΜ 2 (3) στην πόλη Αρύκανδα.

Στην ίδια όμως πόλη μια γυναίκα, η Αρισταινέτη, μετά το θάνατο της κόρης της αναφέρει σε επιγραφή ότι θα απελευθερώσει τις δύο «προικαίαις» δούλες της για να προσφέρουν ταφικές τιμές στους τάφους της ίδιας και της κόρης της.[24]

Το ότι οι θρεπτοί αποτελούσαν μέλη του οίκου αποδεικνύεται από λυκιακές επιγραφές όπου οι θρεπτοί εξασφαλίζουν μια θέση στον οικογενειακό τάφο: π.χ. σε μια επιγραφή από την Τερμεσσό, η Αυρηλία Αθηναΐς αναφέρει ότι κατασκεύασε τη σωματοθήκη για την ίδια, τις κόρες της και τη θρεπτή της.[25]

 

Ταφική στήλη της Μνησαρέτης, όπου νεαρή υπηρέτρια κοιτάζει την αποθανούσα κυρία της. Αττική, περ. 380 π.χ., Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

 

Όμως και η άλλη όψη, εκείνη της σκληρότητας που άγγιζε την απανθρωπιά ήταν εξίσου συχνή: οι γυναίκες-δούλοι ειδικά βρίσκονταν στο έλεος των κυριών τους, καθώς περνούσαν τον περισσότερο καιρό μαζί τους στον οίκο.

Έτσι στους «Μιμίαμβους» του Ηρώνδα οι κυράδες φέρονται βάναυσα στις δούλες τους, τις κατηγορούν για τεμπελιά και τις απειλούν με ξυλοδαρμό «Κορριτώ: Κάθησε, Μητρώ. (Στη δούλα). Ξεκουμπίσου και φέρε μια πολυθρόνα στην κυρία. Σήκω όρθια, είπα! Πρέπει όλα να της τα λες. Δεν θα κάνεις τίποτα, κακομοίρα μου, από μόνη σου; Δεν βαριέσαι, κοτρώνα έχω βάλει σε αυτό το σπίτι, όχι δούλα. Όταν όμως έρθει η ώρα να λάβεις το μερτικό σου από το αλεύρι, μετράς και τον τελευταίο κόκκο. Κι αν τόσο δα χυθεί στο πάτωμα, όλη τη μέρα γκρινιάζεις και ξεφυσάς και οι φωνές διαπερνούν όλους τους τοίχους. Τι τρίβεις εκεί; Βρήκες την ώρα, μωρή λησταρχία, να τα γυαλίσεις; Να ’χεις χάρη που έχω επίσκεψη την κυρία γιατί αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ τι γεύση έχει το χέρι μου».[26]

Σε έναν άλλο μιμίαμβο, το «Προσκύνημα στον Ασκληπιό», μία από τις προσκυνήτριες μεταχειρίζεται με εξίσου άθλιο τρόπο την (μάλλον νουμιδή) δούλη της: «Στ’ ορκίζομαι σ’ αυτόν τον θεό Κύδιλλα, γιατί με κάνεις να ανάβω χωρίς να το θέλω, στ’ ορκίζομαι λέω που θα έρθει μέρα που το βρωμοκέφαλό σου αυτό θα το ξύνεις και θα κλαις».[27]

Σε ένα μύθο του Αισώπου, ένας άνδρας έχει εκπλαγεί τόσο από τη σκληρή συμπεριφορά της γυναίκας του προς τους οικιακούς δούλους ώστε την έστειλε στον πατέρα της με κάποιο πρόσχημα για να δει αν θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο και σε εκείνους τους δούλους που δούλευαν έξω από το σπίτι. Όταν γύρισε και τη ρώτησε γι’ αυτό το θέμα, του απάντησε ότι οι αγελαδάρηδες και οι βοσκοί την κοίταζαν με μισό μάτι, και τότε ο σύζυγος εξερράγη από το θυμό του για τη συμπεριφορά της.[28]

Στην τραγωδία του Ευριπίδη Υψιπύλη, η ηρωίδα, πρώην βασίλισσα της Λήμνου, και δούλη-τροφός του Οφέλτη, γιου του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου και της Ευρυδίκης, άθελά της γίνεται αιτία του θανάτου του νήπιου: η βασίλισσα Ευρυδίκη είναι ανελέητη στην απόφασή της για την τιμωρία της τροφού: «Δούλα ξενόφερτη κι αγορασμένη, που ’χεις στην κάθε ανάγκη εύκολο δάκρυ, θα μου πληρώσεις το χαμό του γιου μου με το δικό σου θάνατο, να ξέρεις».[29]

Η μητέρα του γιατρού του 2ου αιώνα μ.Χ., του Γαληνού, χαρακτηρίζεται από το γιο της ως οργιλωτάτη, ως μια δεύτερη Ξανθίππη.[30] Αυτή η γυναίκα, που ζούσε στα οικογενειακά κτήματα έξω από την Πέργαμο, όταν πάθαινε κρίσεις θυμού, ξεσπούσε δαγκώνοντας και δέρνοντας τις δούλες της. Η κακομεταχείριση των δούλων από τις καταπιεσμένες γυναίκες της δουλοκτητικής κοινωνίας ήταν συχνή ιδίως στη ρωμαϊκή περίοδο: αποκλεισμένες από τον δημόσιο βίο, υποταγμένες στο σύζυγο, με περιορισμένα δικαιώματα, αυτές οι γυναίκες ξεσπούσαν την οργή τους πάνω στους δούλους που βρίσκονταν πιο χαμηλά από τις ίδιες στην κοινωνική ιεραρχία.

 

Ρωμαία κυρία, καθισμένη σε πολυθρόνα, απολαμβάνει τις περιποιήσεις τεσσάρων θεραπαινίδων. Μαρμάρινο ανάγλυφο από το Neumagen της Γερμανίας, 3ος αι. μ.Χ

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι έλειπαν και παραδείγματα γυναικών που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη στοιχειώδη για ανθρώπινα όντα ευαισθησία: π.χ. στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου Λευκίππη και Κλειτοφών (2ος αι. μ.Χ.), το πορτρέτο της πλούσιας κυρίας Μελίττης είναι ανθρώπινο: έχοντας χηρέψει πρόσφατα, η Μελίττη ξαναπαντρεύεται με ένα νεότερό της άνδρα, τον ήρωα του έργου, τον Κλειτοφώντα, και ενώ επισκεπτόταν για επιθεώρηση τα κτήματά της, έπεσε στα πόδια της μια γυναίκα σε άθλια κατάσταση, παρακαλώντας την, σαν γυναίκα προς γυναίκα, να δείξει οίκτο.[31]

Η γυναίκα αυτή ήταν η αληθινή σύζυγος του Κλειτοφώντα, η Λευκίππη, που είχε πωληθεί ως δούλη από τους απαγωγείς της, και τώρα βασανιζόταν από τον σαδιστή επιστάτη της Μελίττης, γιατί αρνιόταν να υποκύψει στις σεξουαλικές του ορέξεις: η Μελίττη έδειξε οίκτο αλλά κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο την εποχή εκείνη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση όπου η κυρία ένιωθε τα κοινά στοιχεία που την ένωναν με τη δούλα: την αδυναμία τους ως γυναικών σε μια πατριαρχική κοινωνία.

Από την ομηρική εποχή εκφράστηκε η άποψη της δυστυχίας της αρχόντισσας που ο πόλεμος τη μετέτρεψε σε δούλη: π.χ. στο διάλογο του Έκτορα και της Ανδρομάχης, ο Έκτορας ανάμεσα στα άλλα λέει: «Όταν χαλκάρματος κάποιος Αχαιός πάρει τη λευτεριά σου και ξοπίσω του σε σέρνει δακρυσμένη. Και στο Άργος πέρα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης κι από τη Μεσσηίδα ή την Υπέρεια σου λέει νερό να φέρνεις, πολύ άθελά σου, μα ανημπόρετη θα σε βαραίνει ανάγκη».[32]

Εξάλλου, όταν η Εκάβη μαθαίνει ότι δόθηκε με κλήρο στον Οδυσσέα, τον χειρότερο δυνατό αφέντη, και εκφράζει την απελπισία της, δέχεται την παρηγοριά του Ταλθύβιου, που της λέει ότι έτυχε σε καλή δέσποινα, εννοώντας την Πηνελόπη.[33]

Για τις δούλες, που κατά κανόνα δούλευαν στον οίκο, σημασία είχε κυρίως το ποιόν της δέσποινας, κάτω από την επίβλεψη της οποίας θα δούλευαν και λιγότερο του αφέντη, ο οποίος ασχολούνταν με την επίβλεψη των αρσενικών που δούλευαν στα χωράφια. Εξάλλου, και ο Ισχόμαχος, ο ήρωας του διαλόγου «Οικονομικός» του Ξενοφώντα (4ος αιώνας π.Χ.), στην εκπαίδευση της νεαρής συζύγου του, τονίζει ότι ανάμεσα στα βασικά της καθήκοντα είναι η επίβλεψη των δούλων του οίκου ακόμα και ο έλεγχος της σεξουαλικής ζωής τους.[34]  «Εκείνη όμως έπρεπε επίσης να καταπιαστεί ενδεχομένως με τα εργόχειρα. Κυρίως να πλησιάζει τον αργαλειό για να διδάξει ό,τι ήξερε καλύτερα από τους άλλους και να μάθει απ’ τη μεριά της ό,τι γνώριζε λιγότερο καλά».[35]

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχθεί κανείς την άποψη του καθηγητή κοινωνιολογίας Orlando Patterson ότι η ιδέα της προσωπικής ελευθερίας είχε εφευρεθεί από τις γυναίκες της ελληνικής τραγωδίας. Πολύ σωστά η καθηγήτρια φιλοσοφίας Βούλα Λαμπροπούλου επισημαίνει ότι αν και στις τραγωδίες οι γυναικείες φωνές υψώνονται προς υπεράσπιση της ειρήνης και της ελευθερίας, σε πρακτικό επίπεδο οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας δεν είχαν τη δυνατότητα, ίσως ούτε την επιθυμία να προκαλέσουν κοινωνικές μεταβολές. Επιπλέον, όντας μέλη βασιλικών οίκων δεν είχαν κοινά ταξικά συμφέροντα με τους δούλους και εκείνο που είχε σημασία για τις ίδιες ήταν η ευημερία του οίκου τους.[36]

Αν και οι γυναίκες, όπως και οι δούλοι, ανήκαν στα καταπιεσμένα στρώματα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, η καταπίεσή τους δεν ήταν ομόλογη: σαφώς οι γυναίκες της ελίτ κυριαρχούσαν επί των δούλων ή ακόμα και επί των φτωχών ελεύθερων ανδρών, τουλάχιστον από την ελληνιστική εποχή.

 

Κώστας Μαντάς

Δρ. Αρχαίας Ιστορίας

Πανεπιστήμιο Bristol

  

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Κ. Μαντάς, «Δούλοι και δουλεία στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.

[2] Βλ. Α. Λεντάκης, Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα ή Πώς κατασκευάζεται η γυναίκα;, Αθήνα 1986, σ. 260-261.

[3] Ιλιάδα Ζ 298 κ.ε.

[4] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 213-214.

[5] Βλ. G. Lerner, The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.

[6] Οδύσσεια  α  430-433.

[7] Ιλιάδα  Ι 447-457.

[8] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 132 κ.ε, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1973, σ. 69.

[9] Στο ίδιο, 56.

[10] D.E. McCoskey, «Slavery and the division of women in Aeschylus’ Oresteia», στο S.R. Joshel /S. Murnaghan (επιμ.), Women and Slaves in Greco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998, σ. 35-55.

[11] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 137 κ.ε.

[12] Στο ίδιο, 927.

[13] Σοφοκλής, Τραχίνιαι, 298-302, μετ. Κ. Γεωργουσόπουλος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003.

[14] Αισώπου μύθοι, τ. Α΄, εκδ. Τολίδη, μετ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 41.

[15] Α.Ν. Oikonomides, «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Αthenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.

[16] Αρτεμίδωρος, 4.59.284.

[17] Στο ίδιο.

[18] T. Wiedemann, Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988, σ. 48-49.

[19] Ευριπίδης, Ίων, 835-841.

[20] K. Synodinou, On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977, σ. 62-65.

[21] Ηρώνδας, Μιμίαμβοι, μετ. Ρ. Μανθούλης, Αθήνα 2000, σ. 74-75.

[22] Α. Ρουσσοπούλου, «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Bήμα 13 (1965), σ. 163-165.

[23] SEG  XXXVI, 1986, num.590.

[24] SEG  XLIV, 1994, num. 1155.

[25] ΤΑΜ  ΙΙΙ.Ι, num. 237.

[26] Ηρώνδας, ό.π., σ. 83.

[27] Στο ίδιο, σ. 61.

[28] Αισώπου μύθοι, ό.π.

[29] Ευριπίδης, Υψιπύλη, μετ.- διασκευή Τ. Ρούσσος, εκδ. Κάκτος, σ. 95.

[30] Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, λ. «Γαληνός».

[31] Αχιλλέας Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.17.

[32] Ιλιάδα Ζ  454, κ.ε., μετ. Καζαντζάκη-Κακριδή.

[33] Ευριπίδης, Τρωάδες, 275-280.

[34] Ξενοφών, Οικονομικός  VII, 36-37.

[35] Y. Garlan, Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ. 179.

[36] Βούλα Λαμπροπούλου, Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006, σ. 15-19.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  •  GARLAN Y., Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988.
  • JOSHEL S.R. / S. MURNAGHAM, Women and Slaves in Graeco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998.
  • ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Β., Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006.
  • ΛΕΝΤΑΚΗΣ Α., Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα;, Αθήνα 1986.
  • LERNER G., The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.
  • ΜΑΝΤΑΣ K., «Δούλοι και ελεύθεροι στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.
  • —, Όψεις του θεσμού της δουλείας στους διαλόγους του Δίωνα Χρυσοστόμου, Αθήνα 2008.
  • OIKONOMIDES A.N., «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Athenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.
  • ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ Α., «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Βήμα 13 (1965), σ. 163-165.
  • SYNODINOU Κ., On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977.
  • WIEDEMANN Τ.Ε.J., Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988.

Πηγή


Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 112, Σεπτέμβριος 2009.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα (1941-2020)


 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού ήταν Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολούνταν και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, είχε πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, ήταν σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας ήταν τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Είχε εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσίευε άρθρα σε περιοδικά και έδιδε διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετούσε και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το 2012 η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη εξέδωσε το βιβλίο της Η Συμβολή της Αργολίδας στην Ανάπτυξη της Μουσικής, στο βιβλίο, η συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αργολίδα.

Ήταν συνεργάτιδα της  Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις  14 Ιουλίου του 2020.

 

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας


 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377 – Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9) – Η υπόθεση του Άργους (1389-1394) – Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377

 

Μετά το 1311 και την κατάλυση από τους Καταλανούς του φραγκικού Δουκάτου της Αθήνας -τμήμα του οποίου αποτελούσε και η Αργολίδα – ο νεαρός Φράγκος Δούκας, Ουαλτέριος Β’ ντε Μπριέν (Gualterius II de Brienne), ζούσε αυτοεξόριστος στη Νότια Ιταλία. Το 1325 απέκτησε τον τίτλο του κόμη του Λέτσε και παντρεύτηκε τη Βεατρίκη (Batrice), κόρη του βασιλιά Φιλίππου Α’ του Τάραντα και επικυρίαρχου του φραγκικού Πριγκιπάτου της Πελοποννήσου.

Ο Ουαλτέριος Β’ δεν είχε ξεχάσει το Δουκάτο της Αθήνας, ενώ συχνά έστελνε εφόδια και στρατό στις πόλεις της Αργολίδας, το Άργος και το Ναύπλιο, που τις διοικούσαν ντόπιοι Φράγκοι αντιπρόσωποί του. Μάλιστα το 1331 επεχείρησε ακόμα και μια εκστρατεία για την ανακατάληψη του Δουκάτου της Αθήνας, αλλά απέτυχε. Όταν ο Ουαλτέριος Β’ απεβίωσε (19 Σεπτεμβρίου 1356), είχε μεγά­λη ακίνητη περιουσία, που απαρτιζόταν από εκτάσεις γης στην κομη­τεία του Λέτσε, στη Γαλλία και στην Κύπρο.

Στην Αργολίδα κατείχε το Άργος, το Ναύπλιο, το Θερμήσιο και το Κιβέρι. Σύμφωνα με τη διαθήκη του άφηνε σχεδόν όλα τα εδάφη του στην αδερφή του, Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί (1320) τον κόμη Γκοτιέ ντ’ Ενγκιέν (Gautier d’ Enghien). Η Ισαβέλλα είχε αρκετά τέκνα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γκυ (Guy dEnghien), στον οποίο κατέληξε τελικά η Αργολίδα (1356-1377) και θεωρητικά όλο το Γαλλικό Δουκάτο της Αθήνας, που όμως κατείχαν οι Καταλανοί.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Την περίοδο 1347-1356/1357 στην Αργολίδα τη διοίκηση ασκούσε ο Φράγκος άρχοντας Νικόλαος Φοσερόλ,με τη σύμφωνη γνώμη του Ουαλτέριου Β’. Όταν κύριος της Αργολίδας έγινε ο Γκυ, για την περίοδο 1357-1363/4 διόρισε νέους αντιπροσώπους (βάιλους) που κυβερνούσαν στο όνομά του. Ήταν δύο Μέδικοι, που κατάγονταν από την Αθήνα: ο Πέτρος (Piere Tantenes dit Yatro ή Medici) (1357-1360) και ο Αβεράρδος (Arardo ή Averardo de Medici) (1360-1363/4).

Φαίνεται όμως ότι η διοίκησή τους δεν ήταν αρεστή στον ντόπιο πληθυσμό και το 1360 ξέσπασε επανάσταση στο Ναύπλιο, ίσως και με την υποκίνηση των Φοσερόλ. Τελικά η κατάσταση ομαλοποιήθηκε το 1363/4, όταν μετέβη στο Ναύπλιο ο ίδιος ο Γκυ και παντρεύτηκε την κόρη του Νικολάου Φοσερόλ, Μπον (Bonne), από την οποία το ίδιο έτος απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία.

Την ίδια εποχή εκδηλώνεται και το πρώιμο ενδιαφέρον της Βενετίας για την Αργολίδα με αφορμή το πολιτικό στήριγμα που ο Γκυ αναζήτη­σε στη Γαληνότατη. Για να προστατέψει, δηλαδή, τις κτήσεις του από μια πιθανή επίθεση των Καταλανών απέστειλε (22 Ιουλίου 1362) στη Βενετία αντιπρόσωπό του, τον Νικόλαο ντε Κλάριο (Nicolo de Clario), που ορκί­στηκε πίστη σε αυτήν.Η Βενετία δεν είχε λόγο να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση, αφού οι σχέσεις της με τους Ενγκιέν ποτέ δεν ήταν κακές.

Αυτή την περίοδο το καταλανικό Δουκάτο της Αθήνας είχε μπει σε φάση παρακμής. Οι έριδες για την κατάληψη της εξουσίας ήταν συχνές και γνωστές ακόμα και στον Ισπανό βασιλιά της Σικελίας τον Φρειδερί­κο Γ’ (1355-1377) από τον οποίο το Δουκάτο είχε έμμεση πολιτική εξάρ­τηση. Οι έριδες κόπασαν πρόσκαιρα, όταν στο δουκάτο διορίστηκε (31 Μαρτίου 1370) κυβερνήτης ο Ματθαίος Περάλτα (Matteo de Peralta, 1370-1374), απεσταλμένος από τη Σικελία.Το ίδιο έτος (Μάρτιος 1370 -τέλη του 1371) ο Γάλλος βασιλιάς του Τάραντα, Φίλιππος Β’ (1364-1373), απέστειλε στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας ως διοικητή (βάιλο), τον Λουδοβίκο ντ’ Ενγκιέν, κόμη του Κονβερσάνο της Κάτω Ιταλίας και αδελφό του Γκυ του Ναυπλίου. Πλέον, η οικογέ­νεια των Ενγκιέν απέκτησε μεγάλη δύναμη στην Πελοπόννησο. Έτσι άρχισαν να σχεδιάζουν την ανακατάληψη του καταλανικού Δουκάτου της Αθήνας.

Αυτή η προοπτική δεν άφηνε αδιάφορους τους Γάλλους Ανδεγαυούς της νότιας Ιταλίας, ειδικά από τη στιγμή που οι Ενγκιέν θα δήλωναν σε αυτούς την υποτέλειά τους. Με αυτή την προοπτική η βασίλισσα Ιωάννα της Νεάπολης (1343-1382) έδωσε άδεια (28 Μαρτίου 1370) στον κόμη του Λέτσε, Ιωάννη ντ’ Ενγκιέν, να συγκεντρώσει στρα­τό (1.000 πεζούς και 500 ιππείς) και να τον μεταφέρει στο Πριγκιπάτο.

Τα τρία αδέρφια, ο Ιωάννης, ο Λουδοβίκος και ο Γκυ του Ναυπλίου, ζήτησαν και τη στρατιωτική συνδρομή της Βενετίας, αλλά στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1371 όλες οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν εύσχη­μα.Από την άλλη πλευρά, ο Γκυ υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Δεσπότη του Μυστρά για να διασφαλίσει τα νώτα του. Τελικά την άνοι­ξη του 1371 οι Ενγκιέν εισέβαλλαν στην Αττική, αλλά δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν την Ακρόπολη και τελικά επέστρεψαν στο Ναύπλιο.Στα τέλη του Ιουλίου του 1371 υπέγραψαν ανακωχή με τους Καταλανούς, που ανανεώθηκε το 1372. Επίσης συμφωνήθηκε να γίνει μελλο­ντικά ένας γάμος ανάμεσα στη Μαρία, κόρη του Γκυ, και στον Ιωάννη ντε Λιούρια (Joan de Lluria), γιο του πρώην διοικητή των Καταλανών, Ρογήρου (1367-1370).

Μετά το 1372 το θέμα της ανακατάληψης του Δουκάτου από τους Ενγκιέν είχε παγώσει. Ο Γκυ παρέμεινε στο Ναύπλιο και τα αδέρφια του στράφηκαν στις κτήσεις τους στην Ευρώπη.Ένα χρόνο αργότερα το πολιτικό κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν ρευστό. Κύριος της κατάστασης ήταν ένα καινούργιο πρόσωπο, ο Φλω­ρεντινός Νέριο Ατσαγιουόλι (Nerio Acciajuoli), τραπεζίτης και τυχοδιώκτης, που εξουσίαζε μεγάλο μέρος της δυτικής και της βόρειας Πελο­ποννήσου με την ανοχή των Ανδεγαυών της νότιας Ιταλίας.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Νέριο, μετά τη σταθεροποίησή του στην εξουσία, άρχισε να σχεδιάζει την επέκταση του κράτους του. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει νότια, όπου βρισκόταν το ακμάζον Δεσποτάτο του Μυστρά. Επίσης, έκρινε σωστά ότι μια επίθεση στις φράγκικες βαρονίες του Πριγκιπάτου θα τον έφερ­νε σε αντιπαράθεση με τους Ανδεγαυούς, που εξουσίαζαν το Πριγκιπά­το. Έτσι, ο Νέριο στράφηκε κατά των Καταλανών της Αθήνας και το 1373/4 τους αφαίρεσε με αιφνιδιαστικό τρόπο τα Μέγαρα. Όμως η κα­τάληψη των Μεγάρων προκάλεσε και την ανησυχία του Γκυ στο Ναύπλιο, γιατί τα σύνορά του σε σχέση με εκείνα του κράτους του Νέριο θα ήταν πλέον δυσδιάκριτα.

Τελικά η κατάσταση παγιώθηκε για λίγα χρόνια, ώσπου νέα προ­βλήματα δημιούργησε η άφιξη της στρατιωτικής Εταιρείας των Ναβαρραίων στην Πελοπόννησο. Την Εταιρεία απέστειλαν οι Ανδεγαυοί, για να αναλάβει τη διοίκηση του φραγκικού Πριγκιπάτου. Οι εξελίξεις ήταν καταλυτικές, ιδιαίτερα από το 1383, όταν οι Ναβαρραίοι ανεξαρ­τητοποιήθηκαν από τους Ανδεγαυούς και επιβλήθηκαν στρατιωτικά σε όλους τους Φράγκους του Πριγκιπάτου.

 

Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9)

 

Οι νέες πολιτικές μεταβολές δεν άφησαν αδιάφορη τη Βενετία, που παράλληλα έβλεπε ότι την ίδια περίοδο και οι Τούρκοι αύξαναν την επιρροή τους στις ελλαδικές περιοχές. Στόχος της εξωτερικής πολι­τικής της Βενετίας στην Ανατολή ήταν η καθυστέρηση τής προς νότον προέλασης των Τούρκων, ακόμα και με την παροχή βοήθειας στους εχθρούς τους, χωρίς όμως η ίδια να αναμειγνύεται άμεσα. Έτσι, έλπι­ζε να σταθεροποιηθεί στις νησιωτικές κτήσεις της στο Αιγαίο, να επε­κταθεί στα σημαντικά λιμάνια της νότιας Ελλάδας και να προωθήσει καλύτερα τα εμπορικά της συμφέροντα στον χώρο της Ανατολικής Με­σογείου.

Σε αυτό το πλαίσιο η Πελοπόννησος αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ιταλία. Η κατοχή των ση­μαντικότερων λιμένων της Δυτικής Πελοποννήσου (Πάτρα, Μεθώνη, Κορώνη, Πύλος) ήταν πλέον ζωτικής σημασίας για τη Γαληνότατη. Παράλληλα έστρεψε το ενδιαφέρον της και στην ανατολική Πελοπόν­νησο.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η ένταξη της Αργολίδας στο βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» θα προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα: εκτός από τα εμπορικά κέρδη, το λιμάνι του Ναυπλίου θα τόνωνε, ως ενδιάμεσος σταθμός, την εμπορική γραμμή που κατευθυνόταν από τη Βενετία προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η αφορμή για να επεκταθεί η Βενετία στην Αργολίδα παρουσιάστηκε το 1377, έτος που απεβίωσε ο Φράγκος ηγεμόνας Γκυ ντ’ Ενγκιέν. Τον δια­δέχτηκε η ανήλικη κόρη του, Μαρία, την οποία επιτρόπευε ο θείος της Λουδοβίκος, κόμης του Κονβερσάνο της νότιας Ιταλίας.Αυτός, αφού ταχτοποίησε κάποιες εσωτερικές υποθέσεις, στράφηκε αμέσως στη Βενετία και συνυπόγραψε συμμαχία. Επίσης, συμφώνησε τον γάμο της Μαρίας με τον Πέτρο Κορνάρο (Cornaro), Βενετό του Άργους και γιο του πλούσιου ευγενή της Βενετίας, Φρειδερίκου Κορνάρο.

Η Γαληνότατη διέταξε (16 Ιουλίου 1377) τον Φρειδερίκο να μεταφέρει στη Βενετία τη Μαρία, ώστε να τελεστεί ο γάμος. Επίσης, στις 8 Μαΐου 1378, η Γαληνότατη έδωσε την άδεια στον Φρειδερίκο να στείλει στο Ναύπλιο ένα πλοίο με εφόδια. Μετά τον γάμο η Μαρία και ο Πέτρος παρέμειναν στη Βενετία, γιατί η πολιτική κατάσταση στην Αργολίδα ήταν τε­ταμένη.

Το 1378 ο Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν επιτέθηκε από το Ναύπλιο κατά των Καταλανών στην Αθήνα, όμως δεν κατάφερε να τους νικήσει και αποχώρησε. Παρέμεινε ως διοικητής στο Ναύπλιο μέχρι το 1381 και κατόπιν επέστρεψε στην Ιταλία, όπου απεβίωσε γύρω στο 1390.

Στο μεταξύ, το 1381 η Βενετία χορήγησε άδεια στον Πέτρο Κορνά­ρο να αποστείλει στο Ναύπλιο μια πολεμική γαλέρα για την ασφάλεια της πόλης και το 1383 του επετράπη να μεταβεί με τη Μαρία στο Ναύ­πλιο. Οι δυο τους κυβέρνησαν την Αργολίδα για μερικά χρόνια, ενώ ο Πέτρος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το εμπόριο αλατιού, του σημαντικό­τερου εξαγώγιμου προϊόντος της Αργολίδας.

Όμως στις 6 Αυγούστου 1388 εκείνος απεβίωσε αιφνιδιαστικά και η Μαρία, για να διασωθεί από τους εχθρούς που περιέβαλλαν τα εδάφη της, στράφηκε στη Βενε­τία. Εκεί μετέβη συνοδευόμενη από τον Βενετό ευγενή του Ναυπλίου, Ιωάννη Gradenigo. Μετέφεραν μαζί τους και επιστολές των κατοίκων που ζητούσαν από τη Βενετία να παραλάβει το Ναύπλιο, το Άργος και τα κάστρα της Αργολίδας γενικότερα. Τελικά, στις 12 Δεκεμβρίου 1388, η Μαρία υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της επί της Αργολίδας προς τη Γαληνότατη, λαμβάνοντας συγκεκριμένα χρηματικά ανταλλάγματα.

 

Η υπόθεση του Άργους (1389-1394)

 

Το 1388 οι πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι με ξαφνική επίθεση υπέταξε τους Καταλανούς και έγινε κύριος του Δουκάτου της Αθήνας. Επιπλέον, σύναψε συμμαχίες με τον Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο (1387-1407), Δεσπότη του Μυστρά, και τον Κάρολο A’ Tocco, Δούκα της Λευκάδας και Κεφαλονιάς. Ακολού­θως, έσπευσε να διεκδικήσει το Ναύπλιο και το Άργος με τη δικαιολο­γία ότι παλαιότερα ανήκαν στο Δουκάτο της Αθήνας. Αρχικά επιτέθηκε στο Άργος.

Σύντομα οι Βενετοί πληροφορήθηκαν την κινητικότητα του Νέριο και στις 22 Δεκεμβρίου 1388 έστειλαν επιστολή στον διοικητή του Άργους. Τον συμβούλευαν να αντισταθεί στην πολιορκία και τον ενημέρωναν ότι στα μέσα Απριλίου του 1389 θα έφτανε στην περιοχή ο στρατός της Βενετίας. Αλλά τον χειμώνα του 1388 – όταν η Μαρία ντ’ Ενγκιέν υπέγραφε την παράδοση της Αργολίδας στη Βενετία- ο Νέ­ριο τελικά κατέλαβε το Άργος με τη βοήθεια του Δεσπότη του Μυστρά. Επόμενος στόχος του ήταν το Ναύπλιο, όπου όμως βρήκε ισχυρή αντίσταση και τελικά απέτυχε.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Η Βενετία βέβαια αντέδρασε άμεσα. Στις 26 Ιανουαρίου 1389 απέ­στειλε στο Ναύπλιο ως διοικητή τον Peratio Maripetro. Του δόθηκαν δύο γαλέρες για την ασφάλεια του λιμανιού, ενώ στην Κρήτη ετοιμά­στηκαν προληπτικά ακόμα δύο. Ο Maripetro έφτασε στο Ναύπλιο μέσα στον Φεβρουάριο. Είχε εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το Άργος και να αναμένει στρατιωτικές ενισχύσεις από τον λατίνο αρχιε­πίσκοπο Πάτρας και τους Ναβαρραίους.Εκείνος όμως επιτέθηκε στο Άργος, αλλά δεν είχε επιτυχία.

Η έλλει­ψη εφοδίων δυσκόλευε τους Βενετούς να διεξάγουν αποτελεσματική πολιορκία, ενώ επιπλέον πρόβλημα αποτελούσε η αναμενόμενη έλευ­ση των Τούρκων, ύστερα από πρόσκληση του Δεσπότη του Μυστρά που υπερασπιζόταν το Άργος. Τον Απρίλιο η Βενετία ανεφοδίασε το Ναύ­πλιο, ενώ δεν παρέλειπε και διπλωματικές κινήσεις προς τον Δεσπότη του Μυστρά και το Νέριο. Οι διαπραγματεύσεις όμως αποδείχθηκαν ατελέσφορες και από τον Ιούνιο η Βενετία προχώρησε στον εμπορικό αποκλεισμό των αντιπάλων της, ώστε να τους πιέσει περισσότερο. Επιπλέον, υποπτευόμενη ότι ο Νέριο θα έκανε νέα επίθεση στο Ναύ­πλιο, έδωσε εντολή (31 Μαΐου 1389) στον Γενικό Καπιτάνο της Θάλασ­σας να πλεύσει στην πόλη.

Ο διοικητής του Ναυπλίου εκμεταλλεύτηκε τον βενετικό στόλο και στις 20 Ιουλίου εξαπέλυσε επίθεση και κατέλα­βε αιφνιδιαστικά το κάστρο του Βασιλοπόταμου στα παράλια της Λακω­νίας, πολύ κοντά στον Μυστρά. Αν και η Βενετία δυσανασχέτησε με την νέα αυθαίρετη ενέργεια του Maripetro, όμως τον διέταξε να τοποθετή­σει φρουρά στο κάστρο.

Τότε ο Δεσπότης του Μυστρά στράφηκε στον Σουλτάνο, για βοήθεια και κι ο τελευταίος έστειλε επιστολή στη Μεθώνη και στην Κορώνη, ζητώντας από τη Βενετία να επιστραφεί άμεσα ο πύργος του Βασιλοπό­ταμου στον Δεσπότη. Η Βενετία δεν το έπραξε. Μόνον αντικατέστη­σε στις 26 Αυγούστου 1389 τον Διοικητή του Ναυπλίου με άλλον, τον Victor Mauroceno. Αυτός συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Θεό­δωρο Α’ Παλαιολόγο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.Η Βενετία από την πλευρά της στράφηκε στους Ναβαρραίους και υπέγραψαν συμμαχία. Οι τελευταίοι στις 10 Σεπτεμβρίου συνέλαβαν με δόλο τον Νέριο.

Η είδηση κινητοποίησε άμεσα τους συγγενείς του στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πλέον το θέμα του Άργους είχε πάρει διεθνείς διαστάσεις. Μάλιστα στη Βενετία εξελέγησαν (4 Φεβρουαρίου 1390) τρεις άντρες που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με το ζήτημα του Άργους. Ειδικά για την αιχμαλωσία του Νέριο, η Βενετία αρχικά προφασιζόταν ότι ήταν αναρμόδια. Όμως άλλαξε στάση, όταν οι συγγενείς του Νέριο ζήτησαν βοήθεια από τη Γένοβα, αντίπαλο της Βενετίας. Επι­πλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο Δεσπότης του Μυστρά πίεζε στρατιωτι­κά τους Ναβαρραίους και λεηλατούσε τα βενετικά εδάφη, η Γαληνότα­τη πείστηκε να μεσολαβήσει.

Ο Νέριο απελευθερώθηκε στις 22 Μαΐου 1390, αφού υπέγραψε τη σχετική συμφωνία. Σε αυτή προβλεπόταν ότι θα χορηγούσε ως εγγύηση στη Βενετία το κάστρο των Μεγάρων και αρ­κετά οικονομικά ανταλλάγματα, μέχρι ο Δεσπότης του Μυστρά να της παραδώσει το Άργος. Τέλος, και οι Ναβαρραίοι έλαβαν μεγάλη χρημα­τική αποζημίωση. Αλλά ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος δεν αποδέχτηκε τη συμφωνία, κι έτσι τον Σεπτέμβριο του 1390 η Βενετία επανέφερε τον εμπορικό αποκλεισμό στους αντιπάλους της. Ως αντίποινα ο Δεσπότης του Μυστρά επανέλαβε τις επιδρομές στις βενετικές κτήσεις και στους Ναβαρραίους.

Στα επόμενα έτη οι συνομιλίες για το Άργος συνεχίστηκαν, αλλά ήταν περιοδικές. Όμως ένας άλλος παράγοντας ώθησε αναπάντεχα το θέμα στη λύση του, οι Τούρκοι. Αυτοί δεν ήταν αδρανείς. Το 1388 ήρθαν σαν βοήθεια του Θεοδώρου Α’ Παλαιολόγου κατά των Ναβαρραίων και το 1391 τους κάλεσαν οι Ναβαρραίοι εναντίον του Δεσπότη του Μυστρά, που τελικά έγινε και υποτελής του Σουλτάνου. Το 1392 επέδραμαν στη νότια Ελλάδα. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι πλήρωσε φόρο και προσωρινά ανέκοψε την κάθοδό τους στην Αθήνα. Πλέον όλοι οι αντιμαχόμενοι στην περιοχή είχαν αντιληφθεί ότι οι Τούρκοι ήταν ικανοί να αναμειγνύονται για δικό τους όφελος στα πράγματα της Πελοποννήσου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διευθετήθηκε η υπόθεση του Άργους. Στις 27 Μαΐου 1394 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε, λόγω των εσωτερικών δυσχερειών του κράτους του αλλά και μιας επικείμε­νης επιδρομής των Τούρκων, να παραδώσει το Άργος και τα άλλα κάστρα της Αργολίδας (Θερμήσιο, Κιβέρι) στους Βενετούς. Πίστευε ότι έτσι θα εξευμένιζε τη Βενετία, ώστε να μπορέσει να ελπίζει σε μια μελλοντι­κή βοήθεια της. Η συμφωνία υπογράφτηκε στη Μεθώνη, και το Άργος παραδόθηκε στον Διοικητή του Ναυπλίου στις 11 Ιουνίου. Στις 2 Ιουλί­ου οι Βενετοί επέστρεψαν στον Νέριο τα Μέγαρα κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που του παρακρατούσαν. Τέλος, επέστρεψαν στον Θεόδωρο το κάστρο του Βασιλοπόταμου και υποσχέθηκαν να του παράσχουν και άσυλο, αν ποτέ το χρειάζονταν.

 

Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Στα τέλη του 14ου αιώνα η πολιτική κατάσταση στην Πελοπόννη­σο ήταν τεταμένη. Σε αυτό το κλίμα συνέβαλαν δύο παράγοντες: ένας ενδογενής, οι εσωτερικές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις τοπι­κές δυνάμεις, κι ένας εξωγενής, δηλαδή οι Τούρκοι. Αυτή την περίοδο η βενετική εξωτερική πολιτική είχε στόχο τη διατήρηση των κτήσεών της και ενδεχομένως την πιθανή προσάρτηση νέων λιμανιών στην Πε­λοπόννησο. Επιπλέον, με τη χρήση της διπλωματίας προσπάθησε να εκτονώσει την πολιτική και στρατιωτική ένταση, ώστε να διαμορφώσει ειρηνικό κλίμα, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον κοινό εχθρό, τους Τούρκους. Αλλά οι προσπάθειες της Βενετίας δεν είχαν αποτελέσματα.

Μετά τον θάνατο του Νέριο Ατσαγιουόλι (Σεπτέμβριος του 1394) οι γαμπροί του συγκρούστηκαν για την κατοχή της Κορίνθου και η Αργολίδα υπέστη τις λεηλασίες των αντιπάλων στρατευμάτων. Οι δύο αντίπαλοι συμβιβάστηκαν τελικά στα τέλη του 1395 και η Κόρινθος παραδόθηκε στον Δεσπότη του Μυστρά.Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1397, στην Πελοπόννη­σο εισέβαλαν οι Τούρκοι, λεηλάτησαν την Κορινθία και στη συνέχεια την Αργολίδα. Στις 3 Ιουνίου κατέστρεψαν το Άργος κι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο, όπου βρήκαν ισχυρή αντίσταση. Υποχώρησαν νοτιότερα, λε­ηλάτησαν την Πελοπόννησο και αποχώρησαν με 30.000 αιχμαλώτους, εκ των οποίων περίπου οι μισοί ήταν από την Αργολίδα.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο. Η ύπαιθρος της Αργολίδας σχεδόν ερημώθηκε, ενώ ανάλογες καταστροφές υπέστησαν και οι υπόλοιπες βενετικές κτήσεις στη νότια Πελοπόννησο.Το 1400, ξέσπασε νέος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες του Μυστρά και στους Ναβαρραίους, ενώ οι κτήσεις της Βενετίας λεηλατήθηκαν και πάλι από τους αντιμαχόμενους. Επιπλέον, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν νέες επιδρομές. Το καλοκαίρι του 1400 επιτέθηκαν δύο φόρες στο Ναύ­πλιο, αλλά χωρίς επιτυχία. Οι μάχες ήταν σφοδρότατες και οι Τούρκοι απώλεσαν περίπου 1.500 άνδρες, ενώ οι Βενετοί περίπου 100.Τελικά, οι Τούρκοι αποχώρησαν, αφού λεηλάτησαν και τις βενετικές κτήσεις.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ήταν εποχή αλλαγών για την Αργολίδα. Οι τελευταίοι Φράγκοι επικυρίαρχοι αγωνίστηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν τα εδάφη τους απέναντι σε άλλους επίδοξους κατακτητές (Φράγκους, Καταλανούς, Φλωρεντινούς, Έλληνες). Η Βενετία μετά το 1370 διέγνωσε τις καλές εμπορικές και στρατιωτικές προοπτικές της Αργολίδας και το 1388/9 κατάφερε να την ενσωματώσει στο κράτος της. Αλλά όχι χωρίς αγώνα απέναντι στους άλλους διεκδικητές. Στα τέλη του 14ου αιώνα η Βενετία είχε πλέον σταθεροποιηθεί στην Αργολίδα και τις πόλεις της, αν και διέβλεπε ότι η σύγκρουση με τους Τούρκους δεν θα αργούσε.

 

Θάνος Κονδύλης

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Βενετία – Άργος / Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και την Περιοχή του, ( Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008). Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας – Δήμος Άργους, Αθήνα-Βενετία, 2010. 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Επιστημονική Συνάντηση με θέμα: Το νόμισμα στην Πελοπόννησο


 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

Το Νομισματικό Μουσείο, Οι Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου, η Γαλλική Σχολή Αθηνών, η Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, η 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών διοργανώνουν στο Άργος, το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα, «Το Νόμισμα στην Πελοπόννησο, Νομισματοκοπεία, Εικονογραφία, Κυκλοφορία, Οικονομική Ιστορία, από την Αρχαιότητα έως και τη Νεότερη Εποχή».

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στους στρατώνες Καποδίστρια, που σύντομα θα στεγάσουν το Βυζαντινό Μουσείο του Άργους, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011 και    τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, του υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο, ανήκει στον κύκλο των επιστημονικών εκδηλώσεων που έχουν θεσπίσει οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» από το 1996.

 

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

 

Σκοπός του συνεδρίου είναι να εξεταστεί το νόμισμα στις ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες του ελλαδικού χώρου διαχρονικά, με την παρουσίαση νομισματικού υλικού που σχετίζεται με την κατά τόπους αρχαιολογική δραστηριότητα, αλλά και με πιο συνθετικές μελέτες για τα νομισματικά δεδομένα αυτών των περιοχών.

Οι θεματικοί άξονες της συνάντησης θα αφορούν στην Αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία, την Ενετοκρατία και τους Νεότερους Χρόνους. Θα μετέχουν 104 σύνεδροι, Έλληνες και ξένοι, θα γίνουν πέντε γενικές εισηγήσεις, θα ανακοινωθούν 50 θέματα και θα αναρτηθούν 22 ανακοινώσεις τοίχου. Τα πρακτικά του συνεδρίου θα εκδοθούν σε τόμο στη σειρά των περιοδικών εκδόσεων των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου «Οβολός».

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο


 

« Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο, περιοχή  Άργους,  1809-1810 »

 (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)

 

Το θέμα της εισηγήσεως αυτής αναφέρεται σε αρπαγή αρχαιοτήτων από την περιοχή του Άργους κατά το 1809-1810 και στηρίζεται στη μαρτυρία ενός ανέκδοτου εγγράφου που φυλάσσεται στα ιστορικά αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Φά­κελο που περιέχει το αρχείο Ζυγαλάκη. Ο κωδικός αριθμός του εγγράφου είναι 18.875. Το ανωτέρω έγγραφο το είχα εντοπίσει εδώ και δέκα περίπου χρόνια, στο πλαίσιο έρευνάς μου για την περίοδο της διακυβερνήσεως της Πελοποννήσου από τον δευτερότοκο γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασά (1807-1812).

Πρόκειται για επιστολή ενός Έλληνα, ο οποίος υπογράφεται Μπάκας, (σε άλλο έγγραφο της ίδιας συλλογής διαβάζουμε και το βαπτιστικό του όνο­μα: Αναστάσης [1]) και απευθύνεται σε Οθωμανό μπέη στην Τριπολιτσά. Το όνομα του παραλήπτη της επιστολής δεν αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά μπο­ρεί με ασφάλεια να θεωρηθή ότι πρόκειται για τον στενό συνεργάτη, προσω­πικό φίλο και σύμβουλο του Βελή πασά, τον Ισμαήλ Πασόμπεη [2]. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 20 Αυγούστου 1810 και συντάχθηκε στο Άργος.

Tο περιεχόμενο της επιστολής σχετίζεται με τη δράση ενός Άγγλου ευγενούς, «μιλόρδο» τον αποκαλεί, του οποίου επίσης δεν αναφέρεται ρητά το όνομα αλλά μετά βεβαιότητος μπορεί να ταυτιστή με τον λόρδο Sligo, γό­νο ισχυρής ιρλανδικής οικογένειας, συμφοιτητή στο Καίμπριτζ και προσω­πικό φίλο του λόρδου Byron.

Όπως προκύπτει από την επιστολή, ο συντάκτης της, ο οποίος συνό­δευε τον λόρδο Sligo στις αρχαιοθηρικές του εξορμήσεις, είχε επιφορτισθή από τον Πασόμπεη να κατασκοπεύη τις κινήσεις του και να τον ενημερώνη σχετικά. Το έγγραφο αυτό έχει, κατά την άποψή μας, πολλαπλό ιστορικό ενδια­φέρον και μπορεί να φώτιση πολλές πλευρές της ιστορίας της προεπανα­στατικής Πελοποννήσου, θα εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στα ακό­λουθα σημεία που θεωρούμε ως κατεξοχήν ενδιαφέροντα για τον μελετητή της Ιστορίας αυτής:

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Είναι γνωστό ότι κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, εποχή ιδιαιτέρως κρίσιμη για το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και για τις βαλ­κανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ελληνικές περιοχές δέχθηκαν περισσότερους ξένους επισκέπτες, από ό,τι σε ολόκληρο το 18° αιώνα [3].

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές κλασικές αρχαιότητες, που κορυφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα από τον προηγούμενο (18°) αιώνα, ιδιαίτερα μετά την έκδοση (1764) της Ιστορίας της τέχνης της Αρχαιότητας από τον Βίνκελμαν και την ανάπτυξη του κι­νήματος του κλασικισμού, στο πλαίσιο του οποίου «η λέξη ελληνικό» χρη­σιμοποιήθηκε «για να περιγράψη έργα που έφταναν το ύψιστο ιδανικό της τελειότητας»[4].

Κορυφαίες πνευματικές μορφές, όπως ο Γκαίτε, έθεσαν σκο­πό της ζωής τους την αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους, ενώ στη Βρετα­νία λαμπρά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τα πρότυπα των κτηρίων της κλασικής Αθήνας. Η απόκτηση ελλη­νικών αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε τότε έκφραση ενός συρμού που τον τροφοδοτούσαν οι περιηγητές του ελληνικού χώρου.

Οι μαρτυρίες όμως που έχουμε για το βίο, την πολιτεία και τη δράση των περιηγητών αυτών προ­έρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα απομνημονεύματα και τις ταξιδιω­τικές περιγραφές που δημοσίευσαν οι ίδιοι ή από τις επιστολές τους. Είναι, επομένως, μονόπλευρη και γι’ αυτό έντονα υποκειμενική η πληροφόρηση που διαθέτουμε.

Το έγγραφο 18.875 της IEEE μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια άλλη οπτική του θέματος, εκείνη της ελληνικής πλευράς, η οποία σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έχει διασωθεί. Εξάλλου, η διεθνής ιστορική συγκυρία της περιόδου κατά την οποία η Γαλλία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανέτρεψε με τις σαρωτικές της νίκες επί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών το διεθνές εδαφικό status quo και προκάλεσε αναδιάταξη των συμμαχιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ειδικότερα, προκειμένου για τον ελληνικό χώρο, στην πολιτική που άσκησαν τόσο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, όσο και ο γιος του Βελής στο Μοριά. Στο έγγραφο αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εντοπιστούν και να διερευνηθούν πλευρές της πολιτικής αυτής όχι μόνο στον τομέα των εξωτερικών τους σχέσεων αλλά και της εσωτερικής διακυβερνήσεως των πασαλικίων τους.

Ένα ακόμη σημείο, στο οποίο έμμεσα μόνο θα αναφερθούμε, αλλά πι­στεύουμε ότι διαφωτίζεται από το περιεχόμενο του εγγράφου είναι ο υλικός πολιτισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο (διατροφή, κατοικίες, πλοία), καθώς και γενικότερα οι συνθήκες της ζωής των Ελλήνων υπό την οθωμανική κατοχή.

Αφετηρία και άξονα, όμως, της εισηγήσεως, με τον οποίο συνδέονται όλα τα προηγούμενα, θα αποτελέση το μεγάλο ζήτημα της αρπαγής αρχαιο­τήτων από την Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η επιστολή του Μπάκα, καθώς και η στάση του επιστολογράφου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ο Browne Howe Peter, δεύτερος μαρκήσιος του Sligo (1788-1845), κο­μητείας της δυτικής Ιρλανδίας, υπήρξε ένας από τους πολλούς επώνυμους Ευρωπαίους που επισκέφθηκαν την Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση και που επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες που τους πα­ρείχαν η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η επιτηδειότητά τους για να συναποκομίσουν, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ελληνικές αρχαιότητες. Ο φίλος και συμφοιτητής του, λόρδος Byron κάνει λόγο στις επι­στολές του [5] για ένα ολόκληρο φορτίο από αγγεία, προερχόμενα από την Αθήνα που είχε πάρει ο Sligo, ενώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της IEEE, αρκετές αρχαιότητες αφαίρεσε και από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας.

Πύλη Λεόντων.

Το πιο σημαντικό όμως από τα αρχαιολογικά του αποκτήματα υπήρξαν οι κίονες που πλαισίωναν την είσοδο του θολωτού τάφου των Μυ­κηνών, που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέως». Για τους κίονες αυτούς γίνεται λόγος και στο έγγραφο, γνωρίζουμε όμως και από τη σχε­τική αρχαιολογική βιβλιογραφία [6] ότι παραχωρήθηκαν ως δώρο από τον Βελή πασά στον Sligo, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια από αυτόν στην έπαυλή του στο Westport της Ιρλανδίας, όπου και παρέμειναν ξεχασμένοι στα κε­λάρια του κτηρίου επί περίπου 100 χρόνια, ως το 1904, όταν αναγνωρίστη­καν από τον λόρδο Almont και δόθηκαν από τους κληρονόμους του Sligo στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και αναστηλώθηκαν [7]. Ως αντάλλαγμα για τη δωρεά των κιόνων στο Βρετανικό Μουσείο οι απόγονοι του λόρδου πήραν από το Μουσείο ακριβή αντίγραφα με τα οποία κόσμησαν την είσοδο του μεγάρου τους, το οποίο από τη δεκαετία του 1960 και εξής είναι ανοικτό στο κοινό ως ιδιωτικό μουσείο κατά τους θερινούς μήνες [8].

Στη λεηλασία της διακοσμήσεως της εισόδου του «Θησαυρού του Ατρέως» από τον Βελή και τον Sligo αναφέρεται και ο Πουκεβίλ, αλλά λό­γω ελλιπούς πληροφορήσεως κάνει λόγο για το υπέρθυρο της εισόδου [9].

Ο λόρδος Sligo εμφανίζεται στο έγγραφο: να διακατέχεται κυριολεκτικά από μανία για την απόκτηση αρχαιοτήτων («Σήμερον πάλιν κατά την συνήθειάν του το μεσημέρι με πήγεν εις τους Μύλους[10] και τον εβούρλισαν [11] οι πλάκες από τα μνήματα· είπε και εις ποίους οδάδες [12] του είχε να τις βάλη και εις ποίον τόπον»), να επείγεται για να εξασφάλιση την κυριότητά τους («του άρεσαν οι κο­λόνες και βιάζει το κατέβασμά τους εις Μύλους») και να επιδίδεται σ’ ένα πραγματικό κυνήγι για την ανεύρεσή τους: μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι από την Τριπολιτσά προς το Άργος δεν στέκεται ούτε να ξαποστάση άλλά, όπως μαρτυρεί ο συντάκτης της επιστολής, «…εις το χάνι δεν εστάθη τρόπος να τον καταπείσω να μείνη έως να γί­νουν τα κοτοπούλια και το αρνί, αλλ’ από την άβραστη γίδα του χανιτζή έφαγε ορθός και με όλον το κάμα εκαβαλίκευσεν χωρίς να σταθή….φθά­νοντας εδώ επήγεν ευθύς εις το σπίτι του Μπερούκα και ανέβη επάνω και είδεν τρία είδωλα εις πλάκες ωσάν εκείνη η μια όπου άρεσε του Νόρτ[13], όπου είχεν μια γυναίκα και έναν άνδρα, έτσι είναι και αυτές οι τρεις όπου ευρέθησαν. Και ένα κεφάλι εύμορφο».

Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο Sligo είχε περίπου εν λευκώ τη δυνατότητα να οικειώνεται όσα αρχαιολογικά ευρήματα ήθελε. Με τι αντάλλαγμα άραγε; είναι γνωστό ότι ο Βελή πασάς εμπορευόταν τις αρχαιότητες του Μοριά [14], πρακτική όχι άγνωστη και σε άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους.

«Πελάτες» του Βελή πασά υπήρξαν κατά καιρούς οι Βρε­τανοί Gally-Knight και Fazakerley [15], καθώς και η ομάδα από Βρετανούς, Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους που διεξήγαγαν το 1812 ανασκαφές στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας. Για να είναι μάλιστα σε θέση να εκτιμά την αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων και να παζαρεύη ανάλογα το ποσοστό του κέρδους του, αναφέρεται ότι ο Βελή είχε μελετήσει τον Παυσανία, κατά πάσα πιθανότητα από ιταλική μετάφραση. Ενώ όμως ο Βελή κατά κανόνα εμπορεύεται τις αρχαιότητες, στην περίπτωση του Sligo τις δωρίζει και μάλιστα χωρίς να επιμένη ιδιαί­τερα στην ανταπόδοση των συνηθιζόμενων ευχαριστηρίων δώρων εκ μέρους του επισκέπτη του.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η τελευταία αυτή παράλειψη [16], αδιανόητη για τις πρα­κτικές της οθωμανικής διοικήσεως, προκαλεί απορία στον συντάκτη της επι­στολής, ο οποίος σπεύδει να ενημέρωση τον Πασόμπεη ότι ο Sligo παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, «…έχει μιαν ταμπακέλαν (:εννοεί ταμπακέρα) μέσα εις το καράβι πολλά αξιόλογην και ο μιλόρδος λέγει ότι του κακοφάνηκε οπού δεν είχεν αξιόλογα πράγματα δια να χαρίση του βελιγιουνιάμ [17] αφεντός μας, αλλ’ ευθύς όπου πάγει εις Μάλταν θέλει γράψει αμέσως εις την Εγγλετέραν δια να του έρθουν. Εις την παλιόπολη [18] άκου­σα ο σκλάβος σου από το στόμα του μιλόρδου ότι είχε μιαν ώραν καλήν [19]εις το καράβι και εδώ εις το Άργος είπε ότι είχε και δυο όμορφα μικρά κυάλια…».

Είναι επομένως απαράδεκτο, κατά τον Μπάκα, το γεγονός ότι ο Sligo αποφεύγει να προσφέρη δώρα στον πασά. Φαίνεται ότι η καταγγελία του Μπάκα έπιασε τόπο, γιατί σε επιστολή προερχόμενη από το ίδιο αρχείο [20], που συντάχθηκε στα ελληνικά από τον δραγουμάνο πιθανώς του Sligo και υπογράφεται από τον ίδιο τον λόρδο, απευθύνεται δε στον ίδιο τον μόρα βαλεσί (:τον πασά της Πελοποννήσου) αναφέρεται επί λέξει ότι: «ειδοποιώ ότι από τον τατάρην (:έφιππο αγγελιοφόρο) οπού μαξούς (:ειδικά, επίτηδες) σήμερον ήλθεν δια να λάβη το ωρολόγιον, θέλετε το λάβει αμέ­σως εις την θέλησίν σας».

Στη συνέχεια της επιστολής του αυτής ο λόρδος Sligo δικαιολογείται για την καθυστέρηση της αποστολής του δώρου ισχυριζόμενος ότι «επειδή είναι ολίγον χαλασμένον είχα απόφασιν, αφού το φτιάσω, να το στείλω τη υψηλότητι σας». Ακόμη υπόσχεται ο Sligo ότι θα στείλη στον Βελή και «άλλα μεγαλύτερα και καλλιώτερα πεσχέσια (:δώρα) από την Εγγλετέ­ραν», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, όλα αυτά τα δώρα μπροστά στην «φιλίαν μας δεν είναι τίποτε». Είναι πολύ πιθανόν να ασκήθηκε πίεση στον Sligo από το περιβάλλον του Βελή μετά την επιστολή του Μπάκα προς τον Πασόμπεη, υπενθυμίζοντάς του την εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών του ως φιλοξενουμένου του πασά.

Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι τα ωρολόγια εθεωρούντο πολύ αξιόλογα δώρα κατά την εποχή εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις ξένων περιηγητών [21]. Αλλά ο Βελή πασάς δεν θα παραχωρούσε αρχαιολογικό θησαυρό, της αξίας των κιόνων του «θολωτού τάφου του Ατρέως», για να εξασφάλιση ένα «ωρολόγιον» και μάλιστα «ολίγον χαλασμένον», έστω και προσδοκών­τας σε μελλοντικές πλουσιότερες προσφορές δώρων από την «Εγγλετέρα». Το ουσιαστικό αντάλλαγμα που ζητούσε ο μόρα βαλεσί από τον Sligo ήταν κυρίως πολιτικό και διπλωματικό, όπως ρητά δηλώνεται και στην προανα­φερθείσα επιστολή του τελευταίου: «χωριστά από τούτα [22] είμαι έτοιμος αν και η υψηλότης σου έχει τίποτε χρείαν από το γκοβέρνο της Εγγλετέρας, όπου αμέσως να τη τελειώσω κάθε της ζήτημα». Ο Sligo, δηλαδή, υπόσχεται πολιτική και διπλωματική υποστήριξη προς τον Βελή από την πλευρά της βρεταννικής κυβερνήσεως.

Είναι φυσικό να γεννηθή η εύλογη απορία, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη μια παρόμοια μεγαλεπήβολη υπόσχεση. Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι η πολιτική επιρροή της οικογένειας του Sligo, ιδιαίτερα από την πλευρά της μητέρας του, ήταν πολύ μεγάλη. Οι διασυνδέσεις της έφθα­ναν ως τα βασιλικά ανάκτορα της Μ. Βρετανίας και ο λόρδος Sligo εθεω­ρείτο από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο στενούς προσωπικούς φίλους του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου IV. Η πολιτική δύναμή του ενι­σχυόταν επίσης από την αμύθητη περιουσία της οικογένειάς του, η οποία, μεταξύ άλλων περιλάμβανε εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Τζαμάϊκα [23] (2.301 εκτάρια ήτοι 23.010 στρέμματα).

Η έκταση της επιρροής του Sligo υποδηλώνεται και από την αλληλογραφία του Byron, όπου γίνεται λό­γος για μεσολάβηση του πρώτου ώστε να απελευθερωθούν εγκάθειρκτοι φί­λοι του [24], καθώς και από την αλαζονεία με την οποία αντιμετώπισε το 1816 το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την επάνοδό του στην πατρί­δα του με την κατηγορία ότι εξώθησε ή και εξανάγκασε σε λιποταξία άνδρες του βασιλικού βρετανικού ναυτικού, αδίκημα που εθεωρείτο βαρύτατο [25]. Μπορούμε εξ αυτού να εικάσουμε, ότι παρά τη γενικότερη αναξιοπιστία του χαρακτήρα του, ο Sligo ήταν σε θέση να ασκήση την επιρροή του υπέρ του Βελή πασά στην αγγλική αυλή, σε μια εποχή κατά την οποία η εύνοια της τελευταίας ήταν κυριολεκτικά πολύτιμη για την οικογένεια Αλή.

Πιο συγκεκριμένα: η ανάθεση της διοικήσεως της Πελοποννήσου στο Βελή δεν είναι άμοιρη της διεθνούς ιστορικής συγκυρίας στη Νοτιοανατο­λική Ευρώπη: συνδέεται αναπόσπαστα με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812. Σύμμαχοι των Γάλλων οι Ρώσοι από το 1807 (δυ­νάμει της συνθήκης του Τίλσιτ που συνήφθη ανάμεσα στον τσάρο Αλέξαν­δρο Α’ και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη) έθεσαν τότε για μια ακόμη φο­ρά, σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κίνδυνος αυτός θορύβησε την Υψηλή Πύλη η οποία αποφάσισε να ενίσχυση περαιτέρω την άμυνα των επαρχιών που είχαν σημαντική στρατηγική θέση και ύποπτο επαναστατικό παρελθόν, όπως ο Μοριάς.  Απέστειλαν λοιπόν στην Πελοπόννησο τον Βελή, επικεφαλής ισχυρού στρατού, για να διασφάλιση την τάξη και την πειθαρχία των κατοίκων. Η ρωσική επίθεση θο­ρύβησε όμως και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έσπευσε να σύσφιγξη τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς και ειδικότερα με τους πιο ισχυρούς πα­σάδες των δυτικών βαλκανικών περιοχών [26]. Ισχυρότερος ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αλής είχε ήδη εδραιώσει την εξουσία του στη Νότιο Αλβανία και την Ήπειρο, όταν το 1809 άρχισαν οι Άγγλοι να επιδίδωνται στην κατάληψη των Ιόνιων νησιών.

Η τριετία 1809-1811 χαρακτηρίζεται από τόσο θερμές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον Αλή και τους Άγγλους, ώστε ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάν­νενα Φρανσουά Πουκεβίλ θα γράψη αγανακτισμένος ότι «ο Μοριάς και το πασαλίκι των Γιαννίνων αποτελούν τώρα βρετανικές επαρχίες» [27].

Η φιλοβρετανική αυτή πολιτική του Αλή και του Βελή πασά εγγράφεται ασφαλώς στη συνολική εξωτερική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως κατά το ίδιο διάστημα. Αλλά οι ισχυροί αυτοί πασάδες καλλιεργούν υπό το πρόσχημα της νομιμοφροσύνης προς τις εντολές της κεντρικής εξουσίας μια δική τους προσωπική πολιτική τόσο στο εσωτερικό των επαρχιών τους όσο και στις διπλωματικές σχέσεις τους με εκπροσώπους των δυνάμεων.

Οι Άγγλοι εξα­σφαλίζουν μέσω του Αλή απρόσκοπτο ανεφοδιασμό για το στόλο τους που προσπαθεί εκείνη την εποχή να κυριάρχηση στο Ιόνιο. Η σημασία της πα­ρεχόμενης στους Βρετανούς δυνατότητας ανεφοδιασμού στα λιμάνια της επικράτειας του Αλή και του Βελή πασά ήταν πολύ μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά των Άγγλων τον οποίο είχε επι­βάλει από το 1806-1807 [28] ο Ναπολέων σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας του ή των συμμάχων της. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη αυτή ο Αλής και οι γιοι του δέχονται μεγάλη οικονομική ενίσχυση από την Αγγλία [29] και χρησιμοποιούν ένα μέρος της για να ενισχύσουν την αγγλόφιλη μερίδα στην Κωνσταντι­νούπολη.

Η Βρετανία παρεμβαίνει τότε διπλωματικά υπέρ των συμμάχων της και ο Αλή επιτυγχάνει την άρση μιας σειράς μέτρων που είχε λάβει η Υψηλή Πύλη εναντίον του, θορυβημένη από τις υπερβολικές ηγετικές του τάσεις, τις οποίες εκδήλωνε ήδη φανερά. Η ευνοϊκή αυτή παρέμβαση της Αγγλίας υπέρ του Αλή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1810 και σχεδόν αμέσως, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ακριβώς δηλαδή κατά την εποχή που ο λόρδος Sligo βρισκόταν στο Άργος και επιδιδόταν στην αφαίρεση όσων αρχαιοτήτων υπέπιπταν στην αντίληψή του, σημειώνεται δραστική αύξηση της αγγλικής οικονομικής βοήθειας προς τον Αλή και τους γιους του.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Στο μεταξύ ο οθωμανικός στρατός αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες δυσχέρειες στο μέτωπο του Δούναβη και η Υψηλή Πύλη αποφασίζει να επιστρατεύση τον Βελή, ο οποίος, με μεγάλη απροθυμία, αναχωρεί τελικά από το Μοριά το επόμενο φθινόπωρο επικεφαλής ισχυρού εκστρατευτικού σώ­ματος. Κατά τον Byron [30] ο Sligo είχε προσφερθή να συνοδέψη τον Βελή στο μέτωπο, πράγμα που φαίνεται ότι τελικά δεν συνέβη. Πάντως στις 2 Οκτωβρίου 1810 ο Βελή βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή, στο μέτωπο, ενώ ο Sligo εξακολουθεί να παραμένη στο Άργος.

Η απουσία του Βελή από το Μοριά δρομολόγησε, όπως κι ο ίδιος φο­βόταν, μια σειρά από εξελίξεις που επρόκειτο να καταλήξουν στην απομά­κρυνσή του από το αξίωμα του μόρα βαλεσί. Οι πολιτικοί του εχθροί, Τούρκοι και Έλληνες, εκμεταλλεύθηκαν τη δυσαρέσκεια που είχαν προκα­λέσει αφενός στο λαό της Πελοποννήσου οι ληστρικές φορολογικές του πρακτικές και αφετέρου στους ισχυρούς ντόπιους οθωμανούς αγιάνηδες (:οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι) ο παραγκωνισμός τους από την ουσιαστική συμ­μετοχή στη διακυβέρνηση της Πελοποννήσου, για να υποβάλουν στην Πύλη το αίτημα της αντικαταστάσεώς του, που έγινε τελικά δεκτό [31].

Σε ό,τι αφορά τον παραλήπτη της επιστολής, τον Ισμαήλ Πασόμπεη, που ο Βελή θεωρούσε συνεργάτη της απόλυτης εμπιστοσύνης του, δεν είναι απόλυτα σαφείς οι πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στο Βελή, είναι όμως βέβαιη η κακή του σχέση με τον Αλή, ο οποίος επανειλημμένα επι­δίωξε την απομάκρυνσή του και την εξόντωσή του ακόμη, θεωρώντας ότι υπονομεύει το σεβασμό του Βελή προς τον πατέρα του και τον παρασύρει σε αντίθετη πολιτική προς τη δική του. Είναι πιθανόν, στο πλαίσιο της τα­κτικής του αυτής, ως προς την οποία ο Αλή είχε μάλλον δίκιο, να επιδίω­κε ο Πασόμπεης τον περιορισμό της απροκάλυπτα αγγλόφιλης στάσεως του Βελή και, ενδεχομένως, για το λόγο αυτό ανέθεσε στον Μπάκα την απο­στολή να κατασκοπεύη τις κινήσεις του Sligo.

Η αρνητική διάθεση του Πα­σόμπεη απέναντι των Βρετανών, την οποία συμμεριζόταν, άλλωστε, και το ντόπιο τουρκικό στοιχείο του Μοριά, μπορεί να ανιχνευθή ήδη από το Νοέμβριο του 1809, δέκα περίπου μήνες πριν από τη σύνταξη της επιστολής 18.875, όταν ο ίδιος επιστολογράφος είχε αποστείλει μιαν άλλη επιστολή [32] και πάλι προς τον Πασόμπεη, από τη Ζάκυνθο αυτή τη φορά, με θέμα την παρακολούθηση των Άγγλων που επιχειρούσαν την επέκτασή τους στα Επτάνησα.

Το γεγονός μάλιστα ότι στο λεξιλόγιο του Μπάκα υπεισέρχον­ται και λέξεις επτανησιακές (π.χ. το ρήμα βουρλίζομαι) καθώς και αρκετές ιταλικές υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν ήταν ντόπιος Αργείος αλλά κατα­γόταν από τη δυτική Ελλάδα, πιθανόν από τα Ιόνια νησιά· ίσως είχε έλθει στο Μοριά, ως άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Πασόμπεη, για να διεκπεραιώνη εμπιστευτικές αποστολές. Γενικότερα, πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι η ύπαρξη ενός πολύπλοκου δικτύου αλληλοκατασκοπεύσεως ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματούχους της αποτελούσε μια από τις συ­νηθέστερες πρακτικές στην οθωμανική επαρχιακή διοίκηση κατά το 18° και το 19° αιώνα. Έτσι, ενώ ο Πασόμπεης κατασκοπεύει τον Sligo, έμμεσα κατασκοπεύει και τον ίδιο το Βελή σε ό,τι άφορα τις πολιτικές και διπλω­ματικές του διασυνδέσεις.

Η θέση των Άγγλων στο Μοριά κλονίζεται όταν το φθινόπωρο του 1810 ο Βελή επιστρατεύεται και αναχωρεί για το μέτωπο, οπότε οι «μιλόρδοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα, δυσάρεστη γι’ αυτούς πραγματικότητα. Πολύ παραστατικά αποδίδει την εικόνα του νέου σκηνικού που διαμορφώθηκε τότε στην Πελοπόννησο ο Byron [33] με την έντονη διαμαρτυρία του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρ. Κάννιγκ, με μια επιστολή του την οποία μάλιστα ανέλαβε να εγχειρίση στον πρεσβευτή ο ίδιος ο Sligo.

Στην επιστολή του καταγγέλλει την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν, όπως είχε συνηθίσει από τον καιρό της εξουσίας του Βελή «δεν γνωρίζω κανένα ελαφρυντικό, γιατί μια λέξη από τον μπέη ή τον κοτζαμπάση θ’ αρκούσε για να γίνω δεκτός σε οποιοδήποτε σπίτι του χωριού, όπου παλιότερα (τον καιρό του Βελή πασά) είχα βρει πολύ καλύτερη φιλοξενία». Η καταγγελία αυτή του Byron για έλλειψη διάθεσης φιλοξενίας από την πλευρά των τοπικών αρχών της Κορίνθου θέτει όμως και ένα ακόμη ζή­τημα: αυτό της συμπεριφοράς των φιλοξενουμένων ξένων και ειδικότερα όσων είχαν την εύνοια του πασά.

Στην οθωμανική επικράτεια η πλουσιοπάροχη φιλοξενία των επίσημων επισκεπτών, καθώς και των περιοδευόντων κρατικών αξιωματούχων ήταν δι­οικητικά θεσμοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις είχε αποκτήσει τη μορφή αναγκαστικής έκτακτης ή και τακτικής φορολογήσεως του τοπικού πληθυ­σμού μιας περιοχής, όπως προκύπτει από τη μελέτη των αντίστοιχων φορο­λογικών καταστίχων [34].

Πολλές περιοχές όμως απαλλάσσονταν από τις υπο­χρεώσεις αυτές και στην κατηγορία αυτή υπαγόταν η πόλη και η ευρύτερη πε­ριοχή του Άργους, που τελούσε υπό την προστασία της Μαριέμ σουλτάνας. Βέβαια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λήκ (1805) η απαλλαγή αυτή είχε σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγηθή, με αποτέλεσμα το Άργος να υφί­σταται, όπως και η Κόρινθος, όλες τις συνέπειες της γεωγραφικής του θέ­σεως στο δρόμο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου Τριπολιτσά με τη Στερεά Ελλάδα. Η υποχρεωτική αυτή φιλοξενία αποτελούσε μια επαχθή υποχρέωση, την οποία επωμιζόταν όλη η κοινότητα, έστω κι αν ως χώρος επιλεγόταν η οικία του κοτζαμπάση ως η πλέον ευπρόσωπη της πόλεως ή του χωριού.

Φαίνεται όμως, όπως τουλάχιστον μπορούμε να συμπεράνουμε από την επιστολή του Μπάκα, ότι μεγάλο πρόβλημα προκαλούσε και η απρεπής, απαιτητική και αλαζονική στάση κάποιων από τους φιλοξενουμένους. Ο Sligo αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αγενούς φιλοξενουμένου:

 

«Τα μπερουκόπουλα όμως τραβούν περισσότερο διάβολο ότι είναι στο μέσα και ο σκλάβος σου είμαι στο έξω κονάκι, διατί εμπήκεν η αρχόντισσα μέσα στον οδά να ανοίξη το δουλάπι της, είπεν ο μιλόρδος ότι του εκλάπησαν τρεις βελόνες, δια τις οποίες άκουσαν βρισιές και φοβερισμούς όσους στοχασθούν… ο ιμσαξής του διατί έχει νερόν το κρασί εβάρεσεν του μικρού μπερουκόπουλου δυο καλούς μπάτζους και με όλον όπου είναι παιδιά δια την αφεντικήν προσταγήν τα υποφέρουν χωρίς κακοφανισμόν και χωρίς να του λείψη τίποτες».

 

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για το χαρακτήρα και τη νοο­τροπία του μαρκήσιου Sligo, για τον οποίο κάνει άλλωστε διακριτικά αλλά ευδιάγνωστα σχόλια ο Byron «με λύπη μου λέω ότι ο μαρκήσιος έχει κάνει αρκετές επιπολαιότητες, γιατί πιστεύω πως είναι έξυπνος και δεν αμφιβάλ­λω καθόλου πως είναι καλός άνθρωπος» [35]. Εκείνο που ταλανίζει πάντως τους Έλληνες αμφιτρύονες αυτού του αγενούς φιλοξενουμένου δεν είναι τόσο ο επιπόλαιος χαρακτήρας του αλλά, όπως σαφώς τονίζεται στην επι­στολή, «η αφεντική προσταγή», δηλαδή το καθεστώς της υποδουλώσεως.

Η επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου βεβαίως συντάχθηκε ως είδος υπηρεσιακής αναφοράς σε προϊσταμένη αρχή και, όπως είναι φυσικό, δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε με ασφάλεια στις μύχιες σκέψεις του συντάκτη της. Παρά ταύτα, για τον προσεκτικό ανα­γνώστη είναι σαφής η δυσφορία που αισθάνεται ο Μπάκας τόσο για τη συμπεριφορά και την αναξιοπιστία του Sligo, όσο και για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποιες φράσεις από το κείμενό του που θεωρούμε ότι στηρίζουν τη διαπίστωση αυτή:

 «….αυτά (σημ: τα αρχαία) τα είχεν εις τον οντά και (ο Sligo) τα είδεν τα εσήκωσα ο σκλάβος σου από αυτού και τα πήγα εις άλλο σπίτι….» ή αλλού «αύριο στοχάζομαι θα με πάγη εκεί οπού σκάφτει ο Δημήτρης και ο Περούκας και εις το Ανάπλι, όπου αν δεν ημπορέσω να τον αποκόψω, μόνον εις το βαρούσι (=εξοχή) τον εμπάζω».

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στην αγενή στάση του Sligo απέ­ναντι στα μέλη της σεβαστής για τους Αργείους της προεπαναστατικής πε­ριόδου οικογένειας Περούκα, στην κρυψίνοια και τις αντιφάσεις του «οπού εις Τριπολιτσάν είπεν ότι το καράβι είναι εδικό του και εδώ λέγει ότι αυτός είναι οπού το αρμάτωσεν αυτό το καράβι και εύγαλεν εις τον κούρσο και άλλην φοράν είπεν ότι το έχει ναυλωμένο δια να σεργιανίση την Ελλάδα. Τον ερώτησα ο σκλάβος σου πόσους ανθρώπους έχει εις το καράβι και μου απεκρίθη ότι δεν ηξεύρει, επειδή μιαν φοράν τους κάνει ογδόντα και άλλην φοράν σαράντα διατί έως τώρα είχε τρεις φορές οπού τους έδιωξεν» [36] · τέ­λος η διατύπωση των προσωπικών του παραπόνων στον Πασόμπεη «τι να κάμω τα έχασα, λόγον δεν δέχεται να του ειπή άνθρωπος- στέκομαι ορθός μπροστά του και πηγαίνω νηστικός κονδά του δια να τον ευχαριστήσω» υποδηλώνουν ότι παρά τη ρητή εντολή που του έχει δοθή να ικανοποιή τις αξιώσεις του Sligo, η συνείδησή του επαναστατεί. Καταλήγει να χαρακτηρίση την όλη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την παροιμιακή έκφρα­ση «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».

Η δυσφορία του Μπάκα για τη συμπεριφορά και τις αρχαιοθηρικές αξιώσεις των ξένων δεν είναι μεμονωμένη. Αντίθετα από την άποψη που συχνά διατυπώνουν οι ξένοι περιηγητές για δήθεν αδιαφορία των Ελλήνων προς τα έργα των προγόνων τους δεν λείπουν από τις ελληνικές πηγές της περιόδου εκείνης παρόμοια παραδείγματα [37]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η επιστολή του Μπάκα τόσο για την εσωτερική διοίκηση του πασαλικίου της Πελοποννήσου, όσο και για την εξωτερική πολιτική του οθωμανικού κράτους στα ταραγμένα χρόνια της να­πολεόντειας περιόδου, είναι, πιστεύουμε, μεγάλο.

Εξίσου μεγάλη είναι, κατά την άποψή μας, και η σημασία της συγκεκαλυμμένης αλλά δραματικής κραυγής διαμαρτυρίας που αρθρώνει ένας απλός, άσημος Έλληνας της προεπαναστατικής περιόδου για την περιφρόνηση της προσωπικής αξιοπρέ­πειας και το σφετερισμό της πολιτισμικής κληρονομιάς του γένους του στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η κραυγή αυτή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρ­τυρία για την ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821.

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Τα κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

Πρακτικά του ς΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτενβρίου 2000), ανάτυπον, Αθήναι, 2001-2002.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] IEEE 18790.

[2] Πρόκειται για τον γνωστό στρατηγό στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η διεξαγωγή του πολέμου της Πύλης κατά του Αλή πασά το 1821. Ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι αυτός είναι ο άγνωστος παραλήπτης της επιστολής είναι η ύπαρξη και άλλης επι­στολής του Μπάκα στο ίδιο αρχείο, η οποία απευθύνεται στον Πασόμπεη με την ίδια ακριβώς διατύπωση ως προς το χαιρετισμό (αναφέρονται οικογενειακές πληροφορίες π.χ. ευχές για μακροημέρευση του γιου του μπέη) και με παρόμοιο περιεχόμενο, σχετι­ζόμενο με παρακολούθηση της δραστηριότητος Άγγλων στο χώρο της ευρύτερης πε­ριοχής του Ιονίου.

[3] Γ. Τόλια, Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός, Αθήνα 1996, σ. 8-9.

[4] Richard Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 177.

[5] Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996.

[6] βλ. Α. Η. Smith, Lord Elgin and his collection, JHS, τ. 36 (106), σ. 281-293 «Veli pasa of the Morea has had various fragments of sculpture which he has sold to Messrs Knight and Fazakerly and some columns which he has given to Lord Sligo». Παρακάτω ο Σμίθ αναφέρει ότι οι κίονες αυτοί ήταν από το «Θησαυρό του Ατρέα», και παρέμειναν σχεδόν 100 χρόνια στο Westport της Ιρλανδίας.

[7] Βλ. σχετικά και Catherina Philippa Bracken, Κυνηγοί Αρχαιοτήτων στην Ελλάδα 1800-1830, (μετάφραση Λίζας Λάμπρου, επιμ. Κ. Δεμερτζή), έκδ. οίκ. Π. Δ. Γεωργίου και Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 195, όπου αναφέρεται ότι ο Βελή «το μόνο σίγουρο είναι ότι έδωσε στον μαρκήσιο Sligo δυο θραύσματα κιόνων από την πρό­σοψη της εισόδου του Θησαυρού, που ο Φωβέλ – αγνοώντας τη μυκηναϊκή τεχνοτροπία- τα χαρακτήρισε περσικά ή φοινικικά. Ο Σλίγκο ανταπέδωσε το δώρο με δυο κανόνια και μετέφερε τα θραύσματα στον πύργο του στο Co Mayo του Westport. Το 1904 ο τότε μαρκήσιος έστειλε μια περιγραφή των δυο τεμαχίων στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Όταν καθόρισαν εκεί την ταυτότητά τους, τα χάρισε στο Μουσείο. Δυο άλλα τεμάχια είχαν ήδη δωρηθή στο Μουσείο το 1843 και άλλο ένα ακολούθησε το 1900. Όλα μαζί είναι εκτεθειμένα μαζί με τα γλυπτά του Έλγιν. Και άλλα θραύσματα του Θησαυ­ρού βρίσκονταν στην Αθήνα και σ’ άλλα Μουσεία».

[8] Σήμερα έχουν ιδρύσει και ζωολογικό κήπο δίπλα στην είσοδο του Westport, για να αυξήσουν τα έσοδά τους.

[9] Στο Voyage, 1826, IV, 468. Τη μαρτυρία αυτή αναφέρει ο I. Γεννάδειος στο «Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα αρχαιολογήσαντες επιδρομείς», Αθήναι 1930, σ. 103.

[10] Εννοεί τους Μύλους της Λέρνας, παραθαλάσσιο οικισμό στη δυτική ακτή του αργολικού κόλπου, που χρησίμευε ως λιμάνι του Άργους. Στην περιοχή έγινε σημαντική μάχη το 1825 κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν το στρατό του Ιμπραήμ.

[11] Το ρήμα παραπέμπει σε πιθανή επτανησιακή καταγωγή του συντάκτη της επι­στολής.

[12] Οιά = δωμάτιο, εσωτερικός χώρος σπιτιού (τουρκική λέξη).

[13] Εννοεί τον Fr.North Guilford.

[14] Βλ. σχετικά Αναστασία Κυρκίνη – Κουτουλά, η οθωμανική διοίκη­ση στην Ελλάδα, η περίπτωση της Πελοποννήσου 1715-1821, Αθήνα 1996, σ. 111.

[15] Βλ. Bracken, όπ.π. σ. 199.

[16] Κατά την Bracken, βλ. παραπάνω σημ. 7, το αντάλλαγμα ήταν δυο κανόνια. Εκτός όμως από αυτά οι Οθωμανοί αξιωματούχοι ζητούσαν συνήθως και προσωπικά δώρα, τιμαλφή ή προϊόντα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας της εποχής.

[17] Η λέξη βελιγιουνιάμ είναι παλαιά οθωμανική, συνόδευε ως τίτλος τους διοι­κητές επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμαινε «αυτόν που παρέχει τα αγαθά» στους υπηκόους.

[18] Δεν μπόρεσα να ταυτίσω το τοπωνύμιο. Ο κ. Δ. Βαγιακάκος μου είπε ότι ήταν σύνηθες να ονομάζουν έτσι παλιούς οικισμούς, εγκαταλελειμμένους, σε αντιδιαστολή με άλλους νεότερους. Αν λοιπόν βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, ίσως αναφέρεται σε κάποιο παλιό οικισμό.

[19] Εννοεί ωρολόγι καλό.

[20] IEEE 18844.

[21] Γνωρίζουμε ότι ο Έλγιν πρόσφερε ωρολόγιο στο λαό της Αθήνας ως αντάλ­λαγμα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Luisieri συμφώνησε με τον Σαΐδ Αχμέτ, το διάδοχο του Βελή στο αξίωμα του Μόρα βαλεσί, να κάνη ανασκαφές στην Ολυμπία με αντάλλαγμα 500 φλωριά και 1 χρυσό ωρολόγι (Γεννάδιος, δπ.π. σ. 40).

[22] Εννοεί τα δώρα στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

[23] Στη Τζαμάϊκα ο Sligo διετέλεσε αργότερα (1834-36) διοικητής και συνέδεσε τη διαχείριση αυτού του αξιώματος με μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορία του νησιού, όπου έχει ιδρυθή και πόλη με το όνομά του (Sligoville).

[24] Δείγμα της πολιτικής επιρροής του Sligo αποτελεί και η μαρτυρία του Μπάϋρον κατά την οποία ο κοινός γνωστός τους Wallace που ήταν εγκάθειρκτος ζητούσε, να εγγυηθεί ο Sligo γι’ αυτόν. Επίσης το γεγονός ότι ο Μπάϋρον σε αρκετές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του Silgo με εκδότες, διπλωμάτες κλπ.

[25] Τα επίσημα Πρακτικά της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δίκης, όπου γίνε­ται λόγος για τις δραστηριότητες γενικά του αγγλικού στόλου στην Ανατολική Μεσό­γειο κατά την προεπαναστατική περίοδο, είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας (http://www.law.utexas.edu/lpop/ etext/newgate5/sligo.htm)

[26] Βλ. Γκριγκόρι Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IΗ’και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, τα Δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, (μετάφραση Αντ. Διάλλα, Εισαγωγή και σχόλια Βασίλης Παναγιωτόπουλος) Gutenberg, Αθήνα, 1994, σ. 243.

[27] Βλ. Γιώργος Α. Σιορόκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων, από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1999, σ. 153.

[28] Διατάγματα Βερολίνου (1806) και Μιλάνου (1807). Βλ. Σχετικά Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τ. 1, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη, (με­τάφραση Αν. Δημητρακόπουλος), έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 518.

[29] Με τα χρήματα των Άγγλων μισθοδοτούνται αυτήν την περίοδο οι στρατιώτες του Βελή και του Μουχτάρ.

[30] Μπάϋρον, Επιστολές, όπ.π., σ. 88.

[31] Οι σχέσεις του Βελή με τους ντόπιους Τούρκους αγιάνηδες της Πελοποννή­σου ήταν πράγματι ψυχρές. Ο Βελή ασκούσε προσωπική πολιτική, υπαγορευμένη από τις προσωπικές του φιλοδοξίες και τις γενικότερες αντιπαλότητες ανάμεσα στους αγιάνηδες και στην κεντρική εξουσία, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαινόταν να εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, όπως π.χ. ο Σωτηράκης Λόντος από ό,τι τους Τούρκους τοπάρχες του Μοριά. Απόλυτη όμως εμπι­στοσύνη έδειχνε σε ένα μόνο πρόσωπο: τον συμπατριώτη και παλαιό φίλο και συν­εργάτη του Ισμαήλ Πασόμπεη, τον παραλήπτη της επιστολής για την οποία γίνεται λόγος.

[32] IEEE 18790.

[33] Ο Byron διαμαρτύρεται έντονα στον Άγγλο πρέσβη Στρ. Κάννιγκ στις 13 Οκτωβρίου 1810 για την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν όπως του άρμοζε και όπως είχε συνηθίσει επί Βελή (Μπάϋρον, Επι­στολές, όπ.π., σ. 96).

[34] Δεδομένη ήταν επίσης η υποχρέωσις εξυπηρετήσεως των περιηγητών στις εκδρομές τους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Sligo υπήρξε απαράδεκτα απαιτητικός σε ση­μείο που οι αξιώσεις του ξεπερνούν τα όρια του θράσους: «μου λέγει να στείλω μενζήλ καΐκι (: ταχυδρομικό καΐκι) δια να φέρω το τζιαντίρ (: αντίσκηνο) και πάλιν μου λέγει να στείλω τατάρη (έφιππο ταχυδρόμο) και με όλον οπού δεν είναι κανένα εις το χέρι του σκλάβου σου…»

[35] Μπάϋρον, όπ.π., σ. 84. Επιστολή της 23 Αυγούστου 1810.

[36] Η απροθυμία του Sligo να αναφερθή με λεπτομέρειες στο πλήρωμα του καραβιού του, σχετίζεται και με μια άλλη πλευρά της δραστηριότητάς του, για την οποία μας διαφωτίζουν τα πρακτικά της δίκης στην οποία παραπέμφθηκε το 1813, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα του, όπου αποδείχθηκε ότι είχε συγκαταλέξει στο πλήρω­μά του και λιποτάκτες του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, τους οποίους χρησιμο­ποιούσε ως δικούς του υπαλλήλους. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και σε υψηλό πρόστιμο. Βλ. παραπάνω σημ. 25.

[37] Βλ. σχετικά και Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα, ο ελληνικός λαός και οι Αρχαιότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τόμος Α2, Αθήνα 1999, σσ. 121-131.

 

 

 

Read Full Post »

1449-1463: Πελοπόννησος – Άργος. Το τέλος ενός Ελληνικού ονείρου


 

Η σχετικώς βραχεία χρονική αυτή περίοδος περικλείει συγχρόνως την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους, την οριστική διάλυση της ελπίδας για συγκρότηση ενός νέου Ελληνικού κράτους με κέντρο την Πελοπόννησο και την εκθεμελίωση του Άργους, μιας πόλεως η οποία, καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνικού Μεσαίωνα, παρά τα εκτενή δεινά, κατόρθωσε να επιβιώσει και να διατηρήσει την πνευματική και οικονομική ακτινοβολία της.[1]

Ως ιστορικοί έχουμε την ευτυχή συγκυρία να διαθέτουμε, για τη μελέτη αυτής της περιόδου, εκτός από το πλούσιο ενετικό αρχείο, την αλληλογραφία σημαινόντων προσώπων, τις ευκαιριακές ομιλίες και τα βραχέα τοπικά χρονικά, το έργο τεσσάρων βυζαντινών ιστορικών. Οι ιστορικοί αυτοί, συχνά μέτοχοι ή ακόμη και πρωταγωνιστές των γεγονότων, έκαστος με τον ιδιάζοντα τρόπον του και κάτω από την προσωπική οπτική του γωνία, προσφέρουν στο σύγχρονο μελετητή την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (±1423±1490) είναι ο μόνος αθηναϊκής καταγωγής βυζαντινός ιστορικός. Το έργο του, Αποδείξεις ιστοριών, διαιρείται σε δέκα βιβλία και πραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1298 – 1463. Είναι ο πρώτος ελληνόγλωσσος ιστορικός που στρέφει το ενδιαφέρον του όχι τόσο στην πορεία του Βυζαντινού κράτους, αλλά στην ανάπτυξη και εδραίωση της ισχύος των Οθωμανών Τούρκων.

Ο [Μιχαήλ] Δούκας (±1400±1470), του οποίου το έργο Βυζαντινοτουρκική ιστορία μας έχει διασωθεί σε ένα μόνο χειρόγραφο, αρχίζει την εξιστόρηση των γεγονότων από κτίσεως κόσμου και τελειώνει απότομα, στο τέλος μιας φάσεως, το έτος 1462. Οι σύγχρονοι μελετητές αναγνωρίζουν ομοφώνως στον Δούκα φιλαλήθεια και σχετική ακρίβεια.

Ο Γεώργιος Σφραντζής (1401 – 1478), του οποίου το έργον του Χρονικόν μας έχει διασωθεί σε δύο μορφές, πρωταγωνιστής των γεγονότων στην Πελοπόννησο κατά της δεσποτείας Θωμά και Δημητρίου των Παλαιολόγων, διηγείται την περίοδο 1261 – 1476. Ιδιαίτερη σημασία έχει για μας, από τα τέσσερα βιβλία στα οποία διαιρείται το έργο, το τέταρτο που αναφέρεται στα συμβάντα στο Μορέα μετά το 1453.

Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος (±1406+;) αφιερώνει το έργο του Ιστορία, το οποίο διαιρείται σε πέντε βιβλία, στον Μωάμεθ II, κατά τη γνώμη του συνεχιστή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η διήγησή του περιλαμβάνει τα γεγονότα των ετών 1451 – 1467 και η οπτική του γωνία στρέφεται κυρίως στη δράση του Πορθητή.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1449, ο Κωνσταντίνος (Δραγάτσης) Παλαιολόγος, μέχρι τότε συνδεσπότης αρχικά με τον αδελφό του Θεόδωρο II, και ακολούθως με τον έτερο αδελφό του Θωμά, στέφεται στο Μιστρά αυτοκράτορας του Βυζαντίου και στις 12 Μαρτίου του ιδίου έτους φθάνει στη Βασιλεύουσα και αναλαμβάνει τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα.[2]

Σε ποια κατάσταση άφηνε το Δεσποτάτο του Μορέως ο Κωνσταντίνος, μετά από ακριβώς 21 έτη συγκυριαρχίας; Ασφαλώς, η εγκατάσταση του Κωνσταντίνου στην Πελοπόννησο (1428) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας της κατά τον 15ο αιώνα.Αφού, μετά την κατάκτηση της πόλεως των Πατρών (1430) και τη διάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας (1432) είχε κατορθώσει να ενώσει την Πελοπόννησο, εκτός από τις ενετικές κτήσεις της Κορώνης, της Μεθώνης, του Άργους και του Ναυπλίου, σκέφθηκε να εφαρμόσει μια πολιτική, η οποία θα έτεινε στη δημιουργία ενός νέου ελληνικού κράτους.

Κατέλαβε, για ένα χρονικό διάστημα την Αττική και ένα μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι την Πίνδο. Όμως, αυτή η αρχή μιας πολιτικής και στρατιωτικής αναγεννήσεως προκάλεσε την αντίδραση των Τούρκων. Η επιδρομή του Μουράτ II στην Πελοπόννησο κατά τον χειμώνα του 1446 και η λεηλασία ολόκληρης της χερσονήσου, εκτός των ενετικών κτήσεων, υπήρξε καταστροφική και ανέκοψε ολοσχερώς την πορεία προς ανάκαμψη. Η χώρα δηώθηκε απ’ άκρου εις άκρον και κατά τον ιστορικό Δούκα, μόνο οι αιχμάλωτοι έφθαναν τις 60.000. Μετά από αυτή τη λαίλαπα οι δύο δεσπότες Θωμάς και Κωνσταντίνος αναγκάστηκαν να δεχθούν την επικυριαρχία του σουλτάνου και να του πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας.

Η πρώτη μέριμνα του νέου αυτοκράτορα ήταν να διευθετήσει το πρόβλημα της διαδοχής του στο Δεσποτάτο. Ως διάδοχό του όρισε τον αδελφό του Δημήτριο, μέχρι τότε διοικητή των βυζαντινών θέσεων στη Μαύρη θάλασσα, και φρόντισε να ορίσει με ακρίβεια τα όρια της επικράτειας των δύο αδελφών.

Οι κτήσεις του Θωμά περιελάμβαναν ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της Πελοποννήσου, ήτοι Αχαΐα, Ηλεία και Μεσσηνία, με πρωτεύουσα την Πάτρα. Οι κτήσεις του Δημητρίου περιέκλειαν το νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, ήτοι Κορινθία, Αρκαδία και Λακωνία με κέντρο το Μιστρά. Η Αργολίδα ανήκε στους Ενετούς. Οι δύο δεσπότες, αφού ορκίσθηκαν στον αυτοκράτορα πίστη, ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στην Πελοπόννησο, ο Θωμάς τον Αύγουστο του 1449 και ο Δημήτριος το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Στην έδρα τους ο Θωμάς και ο Δημήτριος, παρά τις συμβουλές του Κωνσταντίνου, ήλθαν αμέσως σε προστριβές με τους Ενετούς. Τα στρατεύματα του Θωμά συνεχώς παρενοχλούσαν τις ενετικές φρουρές της Μεθώνης και της Κορώνης ενώ, κυρίως, οι δυνάμεις του Δημητρίου παρεκώλυαν την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή της Αργολίδας.

Οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου, οι οποίοι δεν είχαν υποστεί τα δεινά της επιδρομής του Μουράτ II και συνεπώς, δια της εμπορικής τους δραστηριότητας κυριαρχούσαν οικονομικά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, διεμαρτύρονται συνεχώς προς την ενετική σύγκλητο για το γεγονός ότι τα στρατεύματα του Δημητρίου εμπόδιζαν τις μετακινήσεις τους και προκαλούσαν φθορές στους αγρούς τους.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Επίσης, οι Έλληνες διοικητές, δια να επιτρέψουν στα κοπάδια να διαχειμάσουν στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας που ανήκαν στους Ενετούς, απαιτούσαν την καταβολή φόρου. Ατέρμονες προσπάθειες της ενετικής συγκλήτου να έλθει σε συνεννόηση με το Δημήτριο απέβησαν άκαρπες. Η εχθρική πολιτική των δύο δεσποτών απέναντι στη Βενετία επιτάχυνε την πλήρη οικονομική εξάρθρωση του δεσποτάτου, όπως ακριβώς την επιτάχυναν και οι συνεχείς έριδες των δύο δεσποτών μεταξύ τους.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, από τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, προσπάθησε να υλοποιήσει έναν τρόπο συνυπάρξεως με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο του 1449, ο Κωνσταντίνος και οι αδελφοί του δεσπότες του Μορέως Θωμάς και Δημήτριος υπέγραψαν συνθήκη φιλίας με το σουλτάνο Μουράτ II. Όμως, δυστυχώς για τους Έλληνες, ο τούρκος σουλτάνος απέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1451. Ο διάδοχος του Μωάμεθ II, αρχικά, έδειξε φιλική διάθεση απέναντι στους Βυζαντινούς και ανανέωσε τη συνθήκη φιλίας με τους δεσπότες του Μορέως. Όμως, η ανάπαυλα δεν διήρκεσε πολύ.

Το 1452 ο νέος και δραστήριος σουλτάνος άρχισε τις προπαρασκευές του πολέμου εναντίον του Βυζαντίου. Για να εμποδίσει τους δεσπότες να σπεύσουν προς βοήθεια της πολιορκούμενης Κωνσταντινουπόλεως, έστειλε τον Οκτώβριο του 1452 το στρατηγό Τουραχάν, επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δυνάμεως, εναντίον του Μορέως. Ο Τουρα­χάν, χωρίς δυσκολία, συνέτριψε την αντίσταση των Ελλήνων στα στοιχειωδώς οχυρωμένα Εξαμίλια και προήλασε, όχι χωρίς αντίσταση, προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Ολόκληρη η βορειοδυτική χώρα, από την Κόρινθο μέχρι το Μεσσηνιακό κόλπο, κυρίως τα εδάφη του Θωμά, λεηλατήθηκαν. Και η νέα αυτή εισβολή των Τούρκων δεν ενόχλησε τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο.

Στις 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολις καταλαμβάνεται από τους Τούρκους και ο Κωνσταντίνος πίπτει νεκρός, ηρωικώς μαχόμενος, στα τείχη της Βασιλεύουσας. Όμως οι δύο δεσπότες του Μορέως δεν μιμήθηκαν το παράδειγμα του αδελφού τους. Η πρώτη και κύρια φροντίδα τους ήταν να αναζητήσουν τη σωτηρία στη φυγή. Προς στιγμήν ο Θωμάς και ο Δημήτριος, μαζί με τους Δυνατούς του Μορέως, σκέφθηκαν να καταφύγουν στην Ιταλία. Όμως, επειδή ο Μωάμεθ τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη σκιώδη εξουσία τους στην Πελοπόννησο, αποφάσισαν να μείνουν.

Κατά τη διάρκεια της δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) και του Θόδωρου I Παλαιολόγου (1383-1407) εκτεταμένες εγκαταστάσεις αλβανικών πληθυσμών σημειώθηκαν στην Πελοπόννησο. Είναι αληθές ότι οι επήλυδες έδωσαν αξιόλογη ώθηση στην ανάπτυξη της γεωργίας και οι σκληροτράχηλοι αυτοί άνδρες απετέλεσαν τον κύριο πυρήνα του στρατού του δεσποτάτου.

Όμως «το γένος τούτο νομάδες άπαντες και ουδαμή σφίσι χρονίαν την διατριβήν ποιούμενοι», οι Αλβανοί δεν κατόρθωσαν να αφομοιωθούν με το γηγενές ελληνικό στοιχείο, αποτελούντες ένα δεύτερο, παράλληλο προς τον ελληνικό και αντίπαλο εθνικό πυρήνα. Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, νομίσαντες ότι έφθασε η κατάλληλη ευκαιρία, η αναμενόμενη επί πολύ, για κατάληψη της εξουσίας στην Πελοπόννησο, εξεγείρονται μαζικώς.

Σχεδόν απόλυτοι κύριοι της καταστάσεως, κατέχοντες καίριες θέσεις στο στράτευμα, αρχικά οδηγούμενοι υπό μιας σκοτεινής φυσιογνωμίας «Πέτρου του χωλού, ανδρός τον τρόπον ουκ αγαθού, δεξιού δε άλλως», λεηλατούν ολόκληρη την Πελοπόννησο και μάχονται μετά μανίας για την κατάληψη της εξουσίας. Προσπαθούν να προσεταιρισθούν τους Ενετούς, σεβόμενοι απόλυτα τις θέσεις τους και μάλιστα εμποδίζουν τα στρατεύματα του Δημητρίου να εισχωρήσουν στην Αργο­λίδα.  Συμμαχούν με Έλληνες Δυνατούς και δεν διστάζουν να ονομάσουν ορισμένους από αυτούς, όπως τον Μανουήλ Καντακουζηνό, διοικητή της Μάνης, και τον Ιωάννη Ασάνη.

Τέλος, ζητούν την επέμβαση του ίδιου του Μωάμεθ, τον οποίο παροτρύνουν να αφαιρέσει την εξουσία από τους δύο Παλαιολόγους και να την προσφέρει σ’ αυτούς. Την επέμβαση όμως των Τούρκων ζητούν και οι δύο δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος, για να τους βοηθήσει να καταστείλουν την εξέγερση.

Ο Μωάμεθ έκλινε με την πλευρά των Παλαιολόγων. Δύο τουρκικές εκστρατείες, η μια τον Δεκέμβριο του 1453 υπό τον στρατηγό Ομάρ και η άλλη τον Οκτώβριο του 1454 υπό τον στρατηγό Τουραχάν χρειάστηκαν, για να καταστείλουν την αλβανική ανταρσία. Ο Τουραχάν αιχμαλώτισε δέκα χιλιάδες Αλβανούς και τους οδήγησε εκτός Πελοποννήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ενετός διοικητής του Άργους, μετά την καταστολή της εξέγερσης, επέτρεψε σε πολλούς Αλβανούς να εγκατασταθούν ως αγρότες στην Αργολίδα.

Οι δύο δεσπότες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν οι Τούρκοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο σουλτάνο ετήσιο φόρο δώδεκα χιλιάδων χρυσών νομισμάτων: «Ην δε αυτοίς ο επέτειος φόρος μύριοι και δισχίλιοι χρυσίου κρατήρες».

Μετά την καταστολή της εξέγερσης των Αλβανών ο Τουραχάν, εγκαταλείποντας την Πελοπόννησο, συνέστησε στους δύο δεσπότες να κυβερνήσουν με σύνεση, υπό την κυριαρχία του σουλτάνου και να αποφύγουν τις μεταξύ τους προστριβές και τους τόνισε ότι «ως ομονοούσι μεν πρώτα υμίν έσται άφθονα ταγαθά, διενεχθείσι δε και δίχα γενομένοις ταναντία ταύτα».

Δυστυχώς, η άκρως ανώμαλη κατάσταση των ετών 1453 – 1454 είχε οδηγήσει το δεσποτάτο σε πλήρη κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξαθλίωση. Οι ίδιοι οι δεσπότες «προς αλλήλους στασιάζοντές τε ήσαν…και πολέμους είχον εμφυλίους και μάχας και χείρον είχε τα της Πελοποννήσου». Τις συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο δεσποτών τις εκμεταλλεύονταν ισχυροί Δυνατοί των επαρχιών και με τοπικές εξεγέρσεις εξάρθρωναν την κεντρική εξουσία.

Η οικονομική ένδεια καθιστούσε αδύνατη τη συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ετήσιου φόρου προς τον Μωάμεθ. Ο τούρκος σουλτάνος επί τρία συναπτά έτη έστελνε πρέσβεις στον Μορέα, για να εισπράξουν τα χρήματα, αλλά μάταια: «Τον δασμόν απαιτούντος του βασιλέως ουκ απεδίδουν ραδίως πλαττόμενοί τε κενάς αιτίας αεί». Το γεγονός αυτό υπήρξε η κύρια αιτία της μεγάλης εκστρατείας του Μωάμεθ εναντίον της Πελοποννήσου του έτους 1458.

Την άνοιξη του έτους 1458 ο Μωάμεθ, επικεφαλής πολυάριθμου στρατού, αναχωρεί από την Αδριανούπολη και φθάνει ανενόχλητος μέχρι τη Βοιωτία. Εκεί τον συναντούν απεσταλμένοι του δεσπότη Θωμά, οι οποίοι έφεραν μέρος των οφειλομένων χρημάτων και ζήτησαν ανανέωση των προηγουμένων συνθηκών. «Ο βασιλεύς τον μεν δασμόν έλαβε παρά των πρέσβεων, τας δε σπονδάς όταν εντός, έφη, γενώμεθα της Πελοποννήσου ποιήσομεν, διαχλευάζων και διαπαίζων αυτούς».

Στις 15 Μαΐου εισήλθον στην Πελοπόννησο. Η αντίσταση της Κορίνθου αναγκάζει τον Μωάμεθ να διαιρέσει το στρατό. Ένα τμήμα, υπό τον στρατηγό Μαχμούτ, άρχισε να πολιορκεί την πόλη, ενώ το πολυανθρωπότερο στράτευμα, υπό την ηγεσία του ίδιου του Μωάμεθ, αφού λεηλάτησε όλη την ύπαιθρο της Κορίνθου, στράφηκε προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου «καταστρεφόμενος και ληϊζόμενος πάντα τα εν ποσί».

Είναι χαρακτηριστικό ότι καθόλου δεν ενόχλησε την περιοχή της Αργολίδας και τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο, γιατί δεν επιθυμούσε να ψυχράνει τις σχέσεις του με τους Ενετούς. Η Τεγέα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία παραδόθηκε στον Μωάμεθ, ο οποίος δια μέσου των δύσβατων στενωπών της Αρκαδίας φθάνει στην Πάτρα. Η πόλη ήταν έρημη, γιατί οι κάτοικοί της είχαν καταφύγει στην ενετοκρατούμενη Ναύπακτο.

Ο τούρκος σουλτάνος, ακολουθώντας την ακτή του Κορινθιακού, καταλαμβάνει τη Βοστίτζα (Αίγιον) και «πάντα τα προστυχόντα χειμάρρου δίκην παρασύρων τε και ύφ’ εαυτώ ποιούμενος, τα δε και εξανδραποδιζόμενά τε και κατασκάπτων τελείως» επιστρέφει στην Κόρινθο, ενώνεται με το υπόλοιπο στράτευμα και συνεχίζει την πολιορκία. Η πόλη, μετά από ηρωική αντίσταση τεσσάρων μηνών, παραδίδεται στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η αντίσταση της Κορίνθου, η οποία κυρίως οφείλεται στο διοικητή της Ματθαίο Ασίνη, πιστό σύμμαχο του δεσπότη Δημητρίου, ήταν το μόνο εμπόδιο που συνάντησε ο Μωάμεθ κατά τον στρατιωτικό του περίπατο στην Πελοπόννησο. Οι δεσπότες, περίφοβοι είχαν κλειστεί ο μεν Θωμάς στη Μαντινεία, ο δε Δημήτριος στη Μονεμβάσια. Η κατάληψη της Κορίνθου τερματίζει και την εκστρατεία των Τούρκων. Οι δεσπότες αναγκάζονται να δεχθούν όλους τους σκληρότατους όρους του Μωάμεθ.

Με συνθήκη που υπεγράφη στην ίδια την Κόρινθο, το ένα τρίτο της Πελοποννήσου που περιλάμβανε τις πόλεις Κόρινθο, Βοστίτζα, Καλάβρυτα και Πάτρα περιερχόταν στην κυριαρχία των Τούρκων. Οι δύο δεσπότες διατήρησαν το υπόλοιπο των κτήσεών τους και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων.

Ο Μωάμεθ τοποθετεί στις πόλεις που κατέλαβε τούρκους διοικητές της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ορίζει ως γενικό διοικητή όλης της περιοχής τον στρατηγό Ομάρ. Όλοι οι αιχμάλωτοι, αρκετές χιλιάδες, οδηγούνται στην Κωνσταντινούπολη μέσα στο γενικό σχέδιο του Μωάμεθ να ενισχύσει τον πληθυσμό της πρωτεύουσάς του. Έτσι τελειώνει η επιχείρηση του 1458, που είχε ως αποτέλεσμα την πληθυσμιακή απογύμνωση της Πελοποννήσου και την ουσιαστική εξάλειψη της αρχής των δεσποτών.

Η ειρήνη που συνομολογήθηκε δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1459 ο δεσπότης Θωμάς σκεφτόταν να αποτινάξει τον τουρ­κικό ζυγό. Προς το σκοπό αυτό βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον καρδινά­λιο Βησσαρίωνα, ο οποίος είχε μεγάλη ισχύ στο περιβάλλον του νεοεκλεγέντος πάπα Πίου II (1458 – 1464). Οι προσπάθειες του Βησσαρίωνα κατέληξαν στη συγκρότηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος τριακοσίων ανδρών, το οποίον εστάλη στην Πελοπόννησο, ενώθηκε με το στράτευμα του Θωμά και μαζί άρχισαν να πολιορκούν την Πάτρα. Όμως, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, μόλις εμφανίσθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα. Μια άλλη μεγάλη πόλη, τα Καλάβρυτα, κατελήφθη από τους στρατιώτες του Θωμά. Μετά την επιτυχία αυτή ο Θωμάς στρέφεται εναντίον των κτήσεων του Δημητρίου, τον οποίο υποπτευόταν ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με το σουλτάνο. Οι Δυνατοί συντάσσονται με το μέρος του ενός ή του άλλου δεσπότη και ολόκληρη η Πελοπόννησος βρίσκεται επί ποδός πολέμου.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Μωάμεθ, βλέποντας την ανάμειξη της Δύσεως και φοβούμενος μήπως η Πελοπόννησος διεκδικηθεί από κάποιο δυτικό άρχοντα, αποφάσισε να λύσει τελεσίδικα το πρόβλημα της χερσονήσου. Στις αρχές του 1460 ο σουλτάνος εισβάλει στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει το Μιστρά (30 – 5 – 1460) και υποχρεώνει το δεσπότη Δημήτριο και την οικογένειά του να τον ακολουθήσουν. Ακολούθως στρέφεται προς τις περιοχές του Θωμά και καταλαμβάνει τη μια οχυρή πόλη μετά την άλλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σουλτάνος, ευρισκόμενος στη Μεσσηνία, επισκέφτηκε τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης, έγινε δεκτός με τιμές από τους Ενετούς διοικητές και ανανεώθηκαν οι συνθήκες φιλίας ανάμεσα στην Ενετία και τους Τούρκους.

Ο δεσπότης Θωμάς με πλοίο καταφεύγει στην Κέρκυρα (28 – 7 – 1460). Ο Σουλτάνος αναχωρεί από την Πελοπόννησο τον Οκτώβριο του 1460, οδηγώντας μαζί του «φαμελίας δισχιλίας δήπου και παίδας ισαρίθμους, τους μεν παίδας εις νεόλεκτον στρατόν κατεγράψατο, τας δε οικίας εν τω της πόλεως μέρει κατέθετο».

Κατά τα μέσα του έτους 1461 ολόκληρη η Πελοπόννησος, εκτός των ενετικών κτήσεων και της Μονεμβασίας, είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Ο Κριτόβουλος σημειώνει ότι «ο βασιλεύς εχειρώσατο έργον μέγα δράσας και θαυμαστόν εν ούτω βραχυτάτω καιρώ ούπω γάρ εξήκει το θέρος όλον και πάσα είχετο, πό­λεις τε οχυραί και φρούρια ερυμνά και πολίχνια εγγύς που διακόσια, χώρα των ονομαστών άνωθεν και ενδόξων».

Έτσι κατελύθη το δεσποτάτο του Μορέως, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μι­χαήλ VII τον Παλαιολόγο το 1262. Η σπουδαιότητα του υπερβαίνει τα τοπικά όρια. Ιδιαιτέρως για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην Πελοπόννησο, αυτό το κρατίδιο του XIII αιώνα, που κατέστη κατά τους XIV και XV αιώνες μια υπολογίσιμη δύναμη, έπαιξε έναν σημαντικότατο ρόλο.

Ο Μωάμεθ, μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου, δεν έπαυσε να υποβλέπει τις ενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η ευκαιρία για την έναρξη της νέας επεκτατικής κινήσεως των Τούρκων παρουσιάσθηκε με τη μορφή ενός ασήμαντου γεγονότος. Ένας Αλβανός δούλος του στρατηγού Ομέρ αποδρά και ζητεί άσυλο στην ενετοκρατούμενη Μεθώνη. Ο Ομέρ ζητεί την άμεση παράδοσή του, αλλά οι Ενετοί αρνούνται. Τότε, το Νοέμβριο του 1462, ο υπαρχηγός του Ομέρ, Ισάς, επιτίθεται κεραυνοβόλα εναντίον του Άργους και το καταλαμβάνει αμαχητί.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κάπως αόριστα αναφέρει ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη ένεκα της προδοσίας ενός Έλληνα ιερέα: «ως δε το τε εν Πελοποννήσω Άργος, ιερέως των εν τη πόλει παραδόντος προδοσία, έλαβεν ο του βασιλέως ύπαρχος, Αλβάνεω παις, τούνομα Ιησούς».Είναι η πρώτη φορά, μετά την καταστροφή του 1397, που το Άργος αναμιγνύεται στις πολεμικές συγκρούσεις του ταραγμένου XV αιώνα.

Το χωρίο του Χαλκοκονδύλη μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι στην πόλη είχε αναπτυχθεί αντιδυτικό ρεύμα, μετά τη σύνο­δο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), και εχθρότητα στο σύνολο σχεδόν των Ορθοδόξων, στη λεγόμενη «Ένωση των Εκκλησιών». Μετά την κατάληψη του Άργους, η φιλοπόλεμη φατρία στη Βενετία πείθει τη Σύγκλητο να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία.

Ενετικός στόλος υπό την ηγεσία του Bertoldo, κόμη Este, αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, ενώ με προκήρυξη ο ναύαρχος καλεί τους κατοίκους της Πελοποννήσου να εξεγερθούν:«Τους τε Πελοποννησίους παρώτρυνον αφιστάναι από βασιλέως». Η απήχηση ήταν μέτρια. Παρατηρήθηκαν μεμονωμένες εξεγέρσεις στη Λακωνία, στην Αρκαδία και στη Μάνη. Η πρώτη επιτυχία των Ενετών είναι η ανακατάληψη του Άργους: «Και το Άργος παραλαβόντες Ουενέτοι φρουράν τε εγκατέλιπον και άρχοντα εν αυτώ».

Ακολούθως οι Ενετοί πολιορκούν τον Ακροκόρινθο, όμως κατά την πολιορκία φονεύεται ο Bertoldo. Συγχρόνως, ισχυρό τουρκικό στράτευμα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Μαχμούτ, έφθασε στον Ισθμό. Οι Ενετοί, χωρίς ηγέτη, αποδεκατισμένοι από τη δυσεντερία και θορυβημένοι από την υπεροχή των Τούρκων, εγκαταλείπουν τον Ισθμό αμαχητί και υποχωρούν στο Ναύπλιο.Ο Μαχμούτ προχωρεί προς το Άργος (1463).

Το χωρίον του Κριτόβουλου, το οποίο αναφέρεται στην κατάληψη της πόλεως από τους Τούρκους – η τελευταία μνεία του Άργους σε ελληνόφωνο μεσαιωνικό κείμενο- δύναται να χαρακτηριστεί ως επιγραμματικός επιτάφιος ενός λαμπρού παρελθόντος:

 

«Μετά δε τούτο αφικνείται ες Άργος (Μαχμούτ), πόλιν των Ενετών και στρατοπαιδεύεται προ του άστεος και προσφέρει λόγους τοις εν αυτώ περί εκδόσεως εαυτών τε και του άστεος. Οι δε Αργείοι ορώντες το πλήθος της στρατιάς περιστοιχίσαν την πόλιν κύκλω το τε σφών τείχος ασθενές και επίμαχον όλον, επικουρίαν τε μηδεμίαν πόθεν ή έχοντες ή όλως έξειν ελπίζοντες και δείσαντες, μη εκ προσβολής βία ληφθώσι τοις όπλοις και απόλωνται, παραδιδόασιν αμαχί εαυτούς τε και την πόλιν Μαχουμούτει τα πιστά λαβόντες. Ο δε πάντας μεν αυτούς αποικίζει ες το Βυζάντιον συν γυναιξί και τέκνοις και τοις υπάρχουσι πάσι σώς και κακών απαθείς, την δε πόλιν κατέσκαψε… Βασιλεύς δε τους μεν Αργείους πάντας κατοικίζει εν τη μονή τη Περιβλέπτω καλουμένη δούς αυτοίς και οικίας και αμπέλους και αγρούς».

 

Η πτώση του Άργους σήμαινε ουσιαστικά την εξάρθρωση της ενετικής απόπειρας εξεγέρσεως των Ελλήνων. Σε ελάχιστο χρόνο οι εξεγερθέντες Έλληνες κατέθεσαν τα όπλα και ο Μαχμούτ «διαθέμενος τα εν Πελοποννήσω πάντα καλώς τε και ως ην αυτώ κατά νουν και φρουρούς τοις φρουρίοις πάσιν εγκαταστήσας άνδρας τους από της βασιλικής αυλής τους μαχιμοτάτους… επάνεισιν εις την Κων­σταντίνου χειμώνος μεσούντος ήδη».

Φυσικά, οι Βενετοί το 1464 κατείχαν ακόμα το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη και, μετά τη φυγή του Θωμά, τη Μο­νεμβάσια, όμως, ουσιαστικά, ολόκληρος η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων, οι ελληνικοί πληθυσμοί, αποθαρρυμένοι, είχαν υποταχθεί και το όνειρο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους είχε σβήσει.

  

Βασίλης Σκουλάτος

Ιστορικός

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

 

Υποσημειώσεις

[1] Για τη μελέτη του Δεσποτάτου του Μορέως, θεμελιώδες παραμένει το έργο του Δ. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ, Le Despotat grec de Moree. Ομοίως, αλλά σε ευρύτερο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζουν τα έργα: DONALD NICOL, The Last Centuries of Byzantium. 1261-1453, Cambridge University Press, 1993, IVAN DJURIC, Le Crépuscule de Byzance, Paris1996. ST. RUNCIMAN, The Last Byzantine Rennaissances,Cambridge 1970 (Ελληνική μετάφραση, Αθήνα 1980). To συλλογικό έργο υπό τη διεύθυνση του ALAIN DUCELLIER, Byzance et le monde Orthodoxe,Paris1986. G. OSTROGORSKY, Geschichte des Byzantinischen Stuates, München 1963 (Ελληνική μετάφρασηI. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 2001).

[2] ΣΦΡΑΝΤΖΗΣ, σ. 205-206: «Και συγχύσεως πολλής ούσης και του τίνα εις βασιλέα εκ των αδελφών…. επεστάλθη παρ’ αυτών ο Αλέξιος ο Φιλανθρωπινός μετά Μανουήλ του Παλαιολόγου… ίνα ως βασιλέα στέψωσι τον δεσπότην κυρ Κωνσταντίνον… ο και έπραξαν εν τη Σπάρτη τη έκτη Ιανουαρίου και ιβ’ του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους εφθάσαμεν εις την πόλιν». Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο: G. SCHLUMBERGER, Le siege, la prise et le sac de Constantinople par les Tures, Paris 1914 (Ελληνική μετάφραση ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αθήναι 1914 – Ανατύπωση με προλογικά Α.Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗ, Αθήνα 1996. DONALD Μ. NICOL, The Imortal Emperor, the Life and Legend of Constantine Palaiologos. Last Emperor of the Romans, Cambridge University Press, 1933 -To όνομα Δραγάτσης δόθηκε στον Κωνσταντίνο με αιτία τη μητέρα του Ελένη, η οποία ανήκε στη σερβική ηγεμονική οικογένεια των Δραγάτς.

Read Full Post »

Γενίτσαροι


  

Για πολλούς αιώνες οι Γενίτσαροι [يڭيچرى] παρέμεναν η δυνατότερη πηγή της στρατιωτικής δύναμης των Οθωμανών, ως τη στιγμή της διάλυσής τους από τον ίδιο τον προστάτη τους, το σουλτάνο Μαχμούτ Β’, στις 15 Ιουνίου του 1826. Μέσα σε μια μέρα, χιλιά­δες από αυτούς θανατώθηκαν, χιλιάδες άλλοι εξορίστηκαν σε μακρινούς τόπους και απογυμνώθηκαν από το πρότερο κύρος τους, ενώ οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να κρυφτούν ανάμεσα στους πολίτες, αν αυτό ήταν δυνατό. Ο διωγμός τους συνεχίστηκε μετά το αποκαλούμενο Vakayi Hayriye (Βακάι -ι Χαϊριγέ) και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα κυνήγι μαγισσών ως τα πέρατα της αυτοκρατορίας.

Γενίτσαρος της Ανακτορικής φρουράς, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1825.

Οτιδήποτε είχε σχέση με τους Γενίτσαρους ή ενδεχομέ­νως τους θύμιζε, ακόμη και οι πλάκες στα μνήματά τους, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την καταστροφή. Ακόμη και οι πολίτες οπαδοί του Τάγματος των Bektashi (Μπεκτασί της ισλαμικής σέκτας των Γενίτσαρων) έγιναν στόχος του μένους του σουλτάνου, ενώ οι τεκέδες τους (ισλαμικά μοναστήρια) δημεύτηκαν και παραχωρήθηκαν σε άλ­λες κοινότητες ορθόδοξων σουνιτών ισλαμιστών. Ο Μαχμούτ κατάφερε αυτό που οι προκάτοχοί του ούτε είχαν τολμήσει ούτε ήταν ικανοί να κάνουν. Εί­χε φτάσει το τέλος μιας εποχής.

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί το σημείο κορύφω­σης ενός σταδιακά συσσωρευόμενου μίσους εναντίον των Γενίτσαρων, το οποίο είχαν προκαλέσει οι ίδιοι με τις ανομίες τους, με τη δυσφορία που έ­δειχναν για τις νέες μεθόδους εκπαίδευσης, για το νέο εξοπλισμό, για τις βελτιώσεις στην τακτική της τέχνης του πολέμου της εποχής, με την απεί­θαρχη και μάλλον αλαζονική στάση τους απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους απλούς πολίτες.

Είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να προκαλούν συχνά ταραχές για διάφορες αιτίες, απαιτώντας την εκτέλεση όσων θεωρούσαν υπαίτιους για παράπονα εναντίον τους (ακόμη και οι ίδιοι οι σουλτάνοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση), και στις περισσότερες περιπτώσεις πετύχαιναν το στόχο τους εξαιτίας της έλ­λειψης μιας αντίρροπης δύναμης που θα μπορού­σε να τους σταματήσει. Κάθε επιτυχία διόγκωνε την αυτοπεποίθηση και την αλαζονεία τους εις βάρος του κύρους του σουλτάνου.

Ο στρατός των Γενίτσαρων, η πειθαρχημένη πο­λεμική τάξη της βασιλικής φρουράς είχε εξελι­χθεί σε ένα ημιστρατιωτικό παράκεντρο εξουσίας, που επικεντρωνόταν σε ενδοχώριους πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες, εξυπηρετώντας κυρίως τα δικά του συμφέροντα και όχι απαραίτητα εκείνα του σουλτάνου. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ανέκαθεν έτσι.

Υπήρξε μια εποχή που αυτοί οι χριστιανικής καταγωγής νέοι άνδρες αποτελούσαν τον πυρήνα του οθωμανικού στρατιωτικού μηχανισμού και ήταν η δύναμη που έκρινε τον αγώνα στο πεδίο της μάχης. Αυτοί υπήρξαν ο καθοριστικός παράγοντας της επιτυχίας του οθωμανικού futuhat (φουτουχάτ) – επέκταση μέσω κατακτητικής πολιτικής – και το καθοριστικό σημείο της επιτυχίας τους ήταν η οργανωτική δομή των ταγμάτων τους [Ocak (Οτζάκ) ] στο σύνολό της, την οποία και θα εξετάσουμε με αυτό το δοκίμιο.

 

Η ίδρυση

 

Ο οθωμανικός στρατός στο αρχικό του στάδιο αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από ιππείς που προέρχονταν από τοπικές φυλές υποτελείς στο σουλτάνο. Καθώς το σουλτανάτο επεκτεινόταν, οι άρχοντες αυτών των φυλών διορίστηκαν ως «αφέντες των συνόρων» (uc beyi (ούτς μπέη) για να προστατεύουν και, όταν αυτό ήταν δυνατό, να διευρύνουν την οθωμανική επικράτεια. Τους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να δρουν αυτόνομα, αρκεί να παρέμεναν αφοσιωμένοι στην κεντρική εξουσία του σουλτάνου. Για να εξασφαλίσει αυτή την αφοσίωση, ο Ορχάν (γιος του Οσμάν) ήταν ο πρώτος που ένιωσε την α­νάγκη ύπαρξης μιας κεντρικής δύναμης η οποία θα επέβαλλε την ισορροπία ανάμεσα στις φυλές. Έτσι, ήδη από το 1338, ο Ορχάν είχε καθιερώσει τα δυο είδη μόνιμων στρατευμάτων: το πεζικό [Yaya (Γιαγιά)] και το ιππικό [Müsellem (Μουσελέμ)].

Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, ιδρυτής των Γενιτσάρων.

Το 1362 ο Μουράτ Α’ επέβαλε το «Νόμο του Ενός Πέμπτου» [Penchik Kanunu (Πεντζχίκ Κανουνού)], εισάγοντας ένα νέο φορολογικό σύστημα, το οποίο του έδινε το δικαίωμα να αποσπά για λογαριασμό του τον ένα στους πέντε αιχμαλώτους που έφταναν από τις εκστρατείες. Σύντομα αυτός ο νό­μος έγινε η κύρια πηγή στρατολόγησης.

Ο Οθωμανός χρονικογράφος Asikpasazade (Ασίκ Πασάζαντε) μας το μεταφέρει ως εξής:

 «Μια μέρα ένας danishmend [ντανισμέντ (γνώστης, ειδικευμένος σπουδαστής σε ανώτερο εκπαιδευτήριο] με το όνομα Kara Rüstem [(Καρά Ρουστέμ) Rustem ο Μαύρος] που έφτασε από την επαρχία Karaman [(Καραμάν) περιοχή της κεντρικής Ανατολίας της σύγχρονης Τουρκίας] ήρθε και εί­πε… αυτοί οι αιχμάλωτοι που τους φέρνουν οι gazis [(γαζί) οι ιεροί πολεμιστές] από τους gazas [(γκαζάς) τους ιερούς πολέμους], κατ’ εντολήν του θεού ο ένας από τους πέντε ανήκει στο σουλ­τάνο. Γιατί δεν τον παίρνεις;…Ο σουλτάνος Μουράτ είπε ότι είναι εντολή του θεού να τους πά­ρεις… Ύστερα ο Kara Rüstem άρχισε να μένει στην Καλλίπολη και να δέχεται τον έναν στους πέντε αιχμαλώτους… ύστερα τους έστειλαν στους Τούρκους στην Ανατολία. Οι Τούρκοι τους χρη­σιμοποιούσαν στα χωράφια μέχρι να μάθουν τουρκικά. Ύστερα τους έφερναν στο Kapu [(Καπού) τη βασιλική πύλη: το παλάτι]. Εκεί φορού­σαν Ak Bork [(Ακ Μπερκ) άσπρο τσόχινο καπέ­λο] και ονομάζονταν Yeniceri [(Γενίτσερι) Νέοι Στρατιώτες]».

Μετά την ήττα του Βαγιαζήτ από τα στρατεύματα του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας το 1402, απειλήθηκε η ίδια η ύπαρξη του Οθωμανικού Σουλ­τανάτου. Ήταν μια περίοδος σύγχυσης και ανατα­ραχών. Οι κατακτήσεις είχαν σταματήσει καθιστώ­ντας δύσκολη τη στρατολόγηση αιχμαλώτων. Προ­κειμένου, λοιπόν, να εξασφαλιστεί ο συνεχής εφοδιασμός του στρατού με άντρες καθ’ όλη τη διάρκεια της επεκτατικής περιόδου, υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα, το Devsirme (Ντεβσιρμέ). Το σύστημα Devsirme βασίστηκε στην επιλογή νέων, υγιών ανδρών ανάμεσα στους γιους των χριστιανών πολι­τών της αυτοκρατορίας, που προέρχονταν κυρίως α­πό την Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βοσνία, και αρ­γότερα τη Σερβία και την Ουγγαρία.

Ο Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) γενι­κός διοικητής των Γενίτσαρων] ήταν προ­σωπικά υπεύθυνος για την επιλογή, τη μετακίνηση, την ασφάλεια, τη διανομή και τη στρατολόγηση των Acemis [(Ατζεμίς) νεοσύλλεκτων] στο σύνολό τους. Στη συνέχεια, έστελναν τα αγόρια να ζήσουν για 5-7 χρόνια με τους Τούρκους αγρότες στην Ανατολία [η ίδια μέ­θοδος με το Pengik (Πεντσίκ)] για να μάθουν την τουρκική γλώσσα, τα έθιμα και το Ισλάμ. Τότε τους διέταζαν να επιστρέψουν και έμπαιναν στο Acemi Ocagi [(Ατζεμί Οτζαγί) στο Τάγμα των Νεοσύλλε­κτων] όπου περίμεναν τη σειρά τους για να γίνουν δεκτοί στο Yeniceri Ocagi [(Γενίτσερι Οτζαγί) τάγμα των Γενίτσαρων], γεγονός που συνέβαινε μόνο όταν ένας παλαιός Γενίτσαρος πέθαινε ή α­ποστρατευόταν.

 

Η οργάνωση

 

To Yeniceri Ocagi ή Yaya Beyler [(Γιαγιά Μπεϊλέρ) επικεφαλής του πεζικού] αποτελούνταν αρχικά από 1.000 άτομα, οργανωμένα σε 10 λόχους, ο καθένας από τους οποίους περιελάμβανε 100 Γε­νίτσαρους. Κάθε λόχος, με επικεφαλής έναν Yayabasi [(γιαγιαμπσί) αρχηγός πεζικού), επιτε­λούσε μια συγκεκριμένη λειτουργία, και ονομαζό­ταν «Orta» (Ορτά) ή «Cemaat» (Τζεμαάτ).

Ο αριθμός των ορτάδων αυξήθηκε ραγδαία κατά το 15ο αιώνα και μετά την ενσωμάτωση του Sekban Bölükleri [(Σεκμπάν Μπελουκλερί) άλλη οργά­νωση με 34 bölük (μπελούκ=λόχους πεζικού) και 1 ιππικού] και τη δημιουργία του Aga Bölükleri [(Αγά Μπελουκλερί) 61 bölük (=λόχοι)] στα τέλη του αιώνα, το Σώμα έφτασε στο απόγειο της δύνα­μής του.

 

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

 

Υπήρχαν 100 τακτικοί ορτάδες (με 100 ά­τομα ο καθένας), 1 Sekban Bölükleri Ortasi [(Σεκμπάν Μπελουκλερί Ορτασί) 35 λόχοι με 50 ά­τομα ο καθένας], και το Aga Bölükleri Ortasi [(Αγά Μπελουκλερί Ορταοί) 61 λόχοι με 50 άτομα ο καθένας], φτάνοντας συνολικά τους 14.800 άνδρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, λόγω της πληθώρας των καθηκόντων που επωμίζονταν τα μέλη των ορτάδων, δεν ήταν δυνατό να διατηρείται ένας προκαθορισμένος αριθμός ατόμων μέσα σε αυ­τές, αυτός πάντως ήταν ο γενικός κανόνας.

Ο ίδιος ο σουλτάνος είχε καταταγεί ως το πρώτο μέλος του πρώτου ορτά και εφ’ όσον η διανομή του τριμηνιαίου μισθού γινόταν στο παλάτι, συνήθιζε να πηγαίνει στο αρχηγείο των Γενίτσαρων για να παίρνει ο ίδιος το μισθό του, ως μια συμβολική πράξη που έδειχνε το μέγεθος του κύρους που εί­χαν αποκτήσει οι Γενίτσαροι.

Τα πρώτα χρόνια, άλλωστε, οι σουλτάνοι ήταν αυτοί που ηγούνταν και είχαν το γενικό πρόσταγμα του στρατού, μια συνή­θεια που σταδιακά εγκατέλειψαν προς τα τέλη του 16ου αιώνα. Στους Γενίτσαρους δεν επιτρεπόταν να παντρευ­τούν και συνήθως ζούσαν μια μάλλον μοναστική ζωή, ακριβώς όπως οι δερβίσηδες του τάγματος Bektashi.

Στην πραγματικότητα υπήρχε ένας συ­γκεκριμένος ορτάς (ο 99ος) με την ονομασία «Hukesanlar Ortasi» (Χουκεσανλάρ Ορταοί) τον οποίο απάρτιζαν δερβίσηδες Bektashi. Οι Bektashi λειτουργούσαν επίσης τεκέδες (θρησκευ­τικά σχολεία) όπως το Okgular Tekkesi [(Οκτσουλάρ Τεκεσί) σχολή τοξοβολίας] ή το Pehlivanlar Tekkesi [(Πεχλιβανλάρ Τεκεσί) σχολή πάλης] για την εκπαίδευση των Γενίτσαρων. Σε περιόδους ει­ρήνης η κύρια ασχολία τους ήταν η προπόνηση, ε­νώ επίσης συνόδευαν το σουλτάνο στο κυνήγι.

Υπήρχε ένας ισχυρός δεσμός μεταξύ των Γενί­τσαρων, ένα αίσθημα «αδερφοσύνης», ένας βαθύς κώδικας ιπποσύνης στον οποίο συμμετείχε κάθε έ­νας από τους Γενίτσαρους. Αποκαλούνταν μεταξύ τους «Yoldas» [(γιολντάς) σύντροφοι στα όπλα]. Είχαν σχεδιάσει με τατουάζ στο σώμα τους το σύμ­βολο του λόχου τους και υπήρχαν φορές που η α­φοσίωση στο λόχο τους αποδεικνυόταν ισχυρότερη από την αφοσίωσή τους στο σουλτάνο. Είχαν ένα κοινό ταμείο στο οποίο τακτικά έδιναν χρήματα με σκοπό την υποστήριξη των τραυματισμένων ή από­στρατων συντρόφων τους.

 

Προαγωγές

 

Γενίτσαροι σε γερμανική λιθογραφία του 19ου αιώνα μ.Χ.

Οι ανώτατοι διοικητές των Yenigeri Ocagi ιε­ραρχικά ήταν οι εξής: Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) επιτελάρχης], Sekbanbasi [(Σεκμπανμπασί) διοικητής 35 λόχων Sekban], Kethuda Bey [(Κετχουντά Μπέη) διοικητής του πρώτου λόχου Aga], Zagarcibasi [(Ζαγιαρτζουσού) επικεφαλής του 64ου λόχου με τα κυνηγόσκυλα], Seksoncubasi [(Σεκοοντζουμπασί) επικεφαλής του 71ου λό­χου], Turnacibasi [(Τουρνατζουμπασί) επικεφα­λής του 6ου λόχου με τα γεράκια], 4 Haseki [(Χασέκι) διοικητές των 14ου, 49ου, 66ου, 67ου λόχων], και Bascavus [(Μπαστσαβούς) αρχιλοχίας].

Tο σύστημα ήταν υπερβολικά ευαίσθητο σε θέματα προαγωγών και ποινών. Οι Τσαούσηδες ήταν επιφορτισμένοι με τις προα­γωγές κατά τη διάρκεια της μάχης. Η δου­λειά τους ήταν να παρακολουθούν από κοντά τη μάχη και να αναφέρουν τα ατομικά κα­τορθώματα των Γενίτσαρων απ’ ευθείας στο σουλ­τάνο. Η προαγωγή (που μεταφραζόταν, τις περισ­σότερες φορές, στην απονομή κάποιου τίτλου και στην παραχώρηση μιας μεγάλης έκτασης γης με υψηλά έσοδα) γινόταν αμέσως, χωρίς καμιά κα­θυστέρηση. Με παρόμοιο τρόπο επιτηρούνταν για κάθε εί­δους εγκληματικές πράξεις και οι ποινές εκτελού­νταν άμεσα και μυστικά, πάντα μέσα στο πλαίσιο του τάγματος.

Ήταν λοιπόν δυνατό για ένα νεαρό α­γόρι που ζούσε σε ένα μικρό χωριό των Βαλκανίων, να επιλεγεί, να γίνει Acemi, ένας Γενίτσαρος, και μια μέρα να γίνει Sadrazam [(Σανταζάμ) πρωθυπουργός], ανάλογα με τις ικανότητές του. Είχε τη δυνατότητα να αναρριχηθεί χρησιμοποιώντας τη σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας, με την προϋ­πόθεση ότι εξυπηρετούσε πάντα τα συμφέροντα του σουλτάνου.

 

Επίλογος

 

Otto Magnus von Stackelberg. Γενίτσαρος από τα Γιάννενα.

Ακριβώς την εποχή της κορύφωσης της αίγλης των Γενίτσαρων, εμφανίστηκε η πρώτη ένδειξη ό­τι οι «χρυσές» μέρες είχαν περάσει. Ο Μουράτ Γ’, ικανοποιημένος από την παράσταση που έδωσαν κάποιοι καλλιτέχνες κατά την τελετή περιτομής του γιου του, τους ρώτησε τι επιθυμούσαν ως δώ­ρο. Εκείνοι ζήτησαν να τους παραχωρηθεί το δι­καίωμα να γίνουν Γενίτσαροι και έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία ένας μη devsirme έγινε απ’ ευθείας δεκτός στο Acemi Ocagi. Ο επιτελάρχης των Γενίτσαρων Φερχάτ αγάς, που είχε εναντιω­θεί σε αυτή την απόφαση, αντικαταστάθηκε άμε­σα από τον εκτελεστή της συγκεκριμένης σουλτα­νικής εντολής.

Η αλλαγή του νόμου των Devsirme (η δυνατό­τητα στρατολόγησης αποκλειστικά αγοριών που εί­χαν γεννηθεί χριστιανοί) είχε σιωπηρά πυροδοτή­σει μια σειρά ανάλογων γεγονότων, τα οποία τελικά θα οδηγούσαν στον αφανισμό ενός οργανισμού που κάποτε προκαλούσε το σεβασμό και το φόβο.

Το Τάγμα των Γενίτσαρων αντιπροσωπεύει μια ολό­κληρη εποχή της οθωμανικής ιστορίας. Η ίδρυση και η ακμή του συμπίπτουν με την ά­νοδο των Οθωμανών. Και όπως συμβαίνει με όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, ο σπόρος της πτώσης βρι­σκόταν κρυμμένος στο ψηλότερο σημείο της ανό­δου, θα μπορούσε ακόμη και να ξαναγράψει κά­ποιος την ιστορία της παρακμής της αυτοκρατορίας, τοποθετώντας τους Γενίτσαρους στον άξονα του ο­θωμανικού συστήματος, γιατί στην ουσία ήταν αυτό ακριβώς που αποκαλούσαν kalb (καλμπ) -η καρδιά του στρατού στο πεδίο της μάχης.

Η ιστορία των Γενίτσαρων, των χριστιανών από τα χωριά της περι­φέρειας της αυτοκρατορίας που δεν είχαν αριστο­κρατική καταγωγή αλλά γίνονταν οι ιππότες της ι­σχυρότερης πολεμικής μηχανής του καιρού τους, αξίζει να ερευνηθεί σε βάθος. Αξίζει την προσοχή των ακαδημαϊκών.

 

Erdal Kϋcϋkyalcin

Φοιτητής μεταπτυχιακού προγράμματος

Οθωμανικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Βοσπόρου

(Bogazici University)

μετάφραση: Χρήστος Σταθάτος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Uzunçarsili, Ismail Hakkı, Osmanlı Devlet  Teşkilatından Kapıkulu Ocakları  Vol.I-II (Ankara, Türk Tarih Kurumu, 1988).
  • Goodwin Godfrey, Janissaries  (London, Saqi Books, 1997).
  • Kafadar Cemal, Istanbul Ansiklopedisi,Yenineri  Maddesi  (Istanbul, Tarih Vakfi Publications).
  • Nicolle David, The Janissaries  (London, Osprey Military, 1995).
  • Murphey Rhoads, Ottoman Warfare 1500-1700 (London, UCL Press, 1999).
  • Asikpaşazade, Osmanogulları ‘nm Tarihi  (Istanbul, Koç Kültür Sanat, 2003).
  • Ricaut, Türklerin Siyasi Düsturları, (Istanbul, AD Yayıncılık, 1996).
  • Birge John Kingsley, Bektaşilik Tarihi  (Istanbul, Ant Yayıncılık, 1991).
  • Beydilli Kemal, Bir Yeniçerinin Hatıratı  (Istanbul, Tatav Yayınları, 2003).
  • Yücel Unsal, Türk Okçuluğu (Ankara, Atatürk Kültür Merkezi Yayınları, 1999).
  • Koca Şevki, Ondeng Songung Gürgele, Yeniçeri Ocağı ve Devşirmeler (Istanbul, Nazenin, 2000).

 

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οθωμανική Αυτοκρατορία», τεύχος 285, 12 Μαΐου     2005.

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή». Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά, Μπερμάντι, (Αργολίδα, 1922 – 1959)


 

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα με έδρα τη Στοκχόλμη που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας της Σουηδίας. Στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Ιδρύθηκε το 1948 ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ανασκαφών που πραγματοποίησαν Σουηδοί ερευνητές στην Ελλάδα από το 1922 έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1948 αιτήσεις για τις άδειες των Σουηδών αρχαιολόγων γίνονταν μέσω άλλων ξένων σχολών στην Ελλάδα. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει αναπτύξει ένα σημαντικό αρχείο της εργασίας υπαίθριου (ανασκαφή και έρευνα) στην Κρήτη, καθώς και αρχαιολογικά προγράμματα που περιλαμβάνουν ανασκαφές στην Αφίδνα (Αττική), Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά και Μπερμάντι (Αργολίδα), Χανιά, Μάλθι (Μεσσηνία), Παράδεισος (Δυτική Θράκη), Ασέα (Αρκαδία) και Καλαυρεία (Πόρος).

 

Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή

 

Το πρώτο ευρύ σουηδικό ανασκαφικό πρόγραμμα στην Ελλάδα έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1920 στην αρχαία Ασίνη, σημερινό Καστράκι, που βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στο Τολό, νοτιοανατολικά του Ναυπλίου. Σύντομα ακολούθησαν και άλλα προγράμματα στην ίδια περιοχή, στα Δενδρά / Μιδέα και στο Μπερμπάτι (σημερινή Πρόσυμνα).

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Κύριος ανασκαφεύς σε όλες τις τοποθεσίες πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Axel W. Persson. Τα επιστημονικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν σε πολλά βιβλία και άρθρα και ο Persson έγραψε επίσης εκλαϊκευμένα έργα, τόσο για την Ασίνη όσο και για τα Δενδρά. Τα τελευ­ταία είναι γραμμένα στη σουηδική γλώσσα και δεν είναι ευπρόσιτα. Τόσο στις επιστημονικές εκδόσεις, όσο και στις εκλαϊκευμένες, γίνονται συχνά εμφανή και όσα συνέβαιναν πέρα από τις ανασκαφές. Στα ημερολόγια αναφέρεται πόσοι εργάτες είχαν απασχοληθεί και στα φωτογραφικά αρχεία έχουν αποτυπωθεί την ώρα της δουλειάς αλλά μερικές φορές και σε άλλες καταστάσεις.

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Εκείνη την εποχή μια ανασκαφή απασχολούσε γενικώς όλο το χωριό. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριό­τητες γύρω από το πρόγραμμα. Η αναλογία εργατών και αρχαιολόγων ήταν διαφορετική από σήμερα. Οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι. Με εξαίρεση την άνοιξη του 1922, όλοι οι εργάτες στο πρόγραμμα της Ασίνης ήταν από την περιοχή. Στο βιβλίο του Asine. De svenska utgràvningarna (Ασίνη, οι σουηδικές ανασκαφές), Ουψάλα 1931, ο Axel W. Persson αναφέρει ότι την άνοιξη του 1922 προσελήφθησαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αρμένιοι, Άραβες και λίγοι Έλληνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι τουρκικά και ο Χρίστος ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ελληνικά.

Στην Ασίνη ο αριθμός των εργατών ποίκιλε από είκοσι ως τριάντα κατά την άνοιξη του 1922 και από τριάντα ως σαράντα στο τέλος του ίδιου χρόνου. Το 1924 απασχολήθηκαν δεκαπέντε με είκοσι εργάτες, το 1926 από είκοσι ως πενήντα και το 1930 μόνο πέντε ως δέκα. Οι αριθμοί βεβαίως αντανακλούν την έκταση των εργασιών κατά τα αντίστοιχα χρόνια. Συγκριτικά ο αριθμός των αρχαιολόγων και των βοηθών τους ποτέ δεν έφτασε τους δεκαπέντε και κάποιοι από αυτούς έρχονταν για μικρό χρονικό διάστημα.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ο Persson μας πληροφορεί επίσης ότι στις ανασκαφές του θολω­τού τάφου στα Δενδρά το 1926 είχαν απασχοληθεί δέκα άνδρες στην ανασκαφή και αργότερα μερικά κορίτσια για το κοσκίνισμα. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός των εργασιών, πράγμα που φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες από την Ασίνη. Οι άνδρες χρησιμοποιούσαν αξίνα, οι γυναίκες και οι έφηβοι φτυάρι και τα κορίτσια κοσκίνιζαν. Το πλύσιμο των οστράκων το είχαν αναλάβει οι γυναίκες, οι έφηβοι και, στο Μπερμπάτι, ακόμα και τα παιδιά.

 

Μπερμπάτι. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου και ο Axel Persson στην Παναγία. 1937 (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Οι φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες από την Ασίνη να εργάζονται μαζί με τους άνδρες στη γη, ενώ στα Δενδρά/Μιδέα και στο Μπερμπάτι φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε το γιατί, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αγρό­τες από τα Δενδρά/Μιδέα και το Μπερμπάτι ήταν σε καλύτερη οικο­νομική κατάσταση απ’ ότι οι ψαράδες στο Τολό. Το εισόδημα από τις ανασκαφές μπορεί να ήταν καλοδεχούμενο στην οικογένεια, αλλά στην Ασίνη ίσως περισσότερο απ’ ότι στα άλλα χωριά. Ο Ορέστης από τις Μυκήνες εργάστηκε στα Δενδρά ως μάγειρας για την ομάδα. Είχε ζητήσει να εργαστεί, καθώς ήταν αυτός που, ως οδηγός, είχε συνοδέψει την αμερικανίδα αρχαιολόγο Dorothy Burr στην ανακάλυψη του θολωτού τάφου. Ο Ορέστης, που πήρε μέρος επίσης στις ανασκαφές στο Μπερμπάτι, ήταν γιος του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης» στις Μυκήνες, ταβέρνα γνωστή για την εξαίρετη κουζίνα της.

 

Δενδρά. Οι αρχαιολόγοι (από αριστερά Erik Knudtzon, Νικόλαος Μπέρτος – έφορος της Αργολίδας – Axel W. Persson και Lie Lindback) λούζουν τα μαλλιά τους στο χωριό, υπό την επιτήρηση του νεαρού Ορέστη από τις Μυκήνες, γιου του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης». (The Persson Papers, Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Για τα έτη 1936 και 1937 δεν υπάρχουν πληροφορίες για το εργα­τικό δυναμικό. Από την άλλη μεριά, ο κατάλογος του 1938 είναι μακρύς: Αντώνης Κρεμμύδας, Γιάννης Αλωνιστιώτης, Γεώργιος Πανούσης, Παναγιώτης Χρόνης, Παναγιώτης Κουτσούρης, Παναγιώτης Κρεμμύδας, Γιώργης Παπαϊωάννου, Ευθύμιος Αλωνιστιώτης, Δημήτριος Τέντζερης, Νικόλαος Κλώπας, Ιωάννης Αλωνιστιώτης, Μπάρμπας Γιώργος, Δημήτριος Τρίκκας, Δημήτριος Κοσμόπουλος, Κωνσταντίνα και Κώστας. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου ήταν η μοναδική γυναίκα, και από τις φωτογραφίες φαίνεται πως μαγείρευε για την ομάδα.

 

Μπερμπάτι. Ο ναός της Παναγίας από τα βορειοδυτικά. (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Ο Κώστας ήταν ο Κωνσταντίνος Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες. Πρόκειται αναμφίβολα για τον ίδιο Κώστα που ήταν προϊστάμενος το 1953, αλλά δεν αναφέ­ρεται στον κατάλογο αυτού του έτους που ακολουθεί. Όταν συγκρί­νουμε αυτόν τον κατάλογο με εκείνον του 1953, είναι φανερό πως τα πρόσωπα που αναφέρονται δεν προέρχονται όλα από το Μπερμπάτι, αλλά και από τις Μυκήνες.

Ο κατάλογος του 1953 περιλαμβάνει τους Αθανάσιο Κολιζέρα, Ευάγγελο Κολιζέρα, Δημήτριο Τέντζερη, Γιάννη Αλωνιστιώτη, Γιάννη Χριστόπουλο, Παναγιώτη Κολιζέρα, Νικόλαο Χριστόπουλο από τις Μυκήνες και τους Δημήτρη Γκότση, Νικόλαο Κλώπα, Αναστάσιο Κλώπα, Μιλτιάδη Μπελεσιώτη και Σπύρο Δήμα από το Μπερμπάτι, αν και οι Μπερμπατιώτες δεν εργάστηκαν τόσες μέρες, όσες οι Μυκηναίοι. Αυτή τη χρονιά εμφανίζεται ξανά το όνομα Κωνσταντίνα και υποθέτω πως πρόκειται για την ίδια Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου που εργαζόταν στις ανασκαφές από το 1938. Πληρωνόταν με 20.000 δραχμές την ημέρα το 1953, όταν οι άνδρες έπαιρναν 30.000. Για το έτος 1959 δυστυχώς έχουμε μόνο τα μικρά ονόματα αυτών που εργάστηκαν στις ανασκαφές: Θάνος, Νίκος, Παναγιώτης, Τάκης, Γιώργος, Άγγελος κι ακόμη ένας Θάνος, του οποίου ο πατέρας είχε πεθάνει. Μερικοί απ’ αυτούς τους άνδρες έχουν ταυτιστεί με κάποι­ους από τον κατάλογο των ανασκαφών του 1953.

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Στα Δενδρά και στο Μπερμπάτι οι ανασκαφές γινόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ στην Ασίνη άρχιζαν γενικώς τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και μερικές φορές κρατούσαν ως το τέλος Ιουνίου (1924) και μια φορά, το 1926, ως τις 10 Ιουλίου. Η ανασκαφική περίοδος το 1924 διήρκεσε δυόμισι μήνες και το 1926 τρεις. Στην Ασίνη έγιναν ανασκαφές και το φθινόπωρο του 1922. Η διαφορετική χρονική έκτα­ση κάθε ανασκαφικής περιόδου εξηγεί ίσως τον μεγαλύτερο ή μικρό­τερο αριθμό εργατών που χρησιμοποιήθηκαν.

Στα τέλη του 1922, συμμετείχε στις ανασκαφές και ο  Βασιλιάς Γουσταύος VI Αδόλφος, ένθερμος ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Ήταν τότε Διάδοχος της Σουηδίας και το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία τον έκανε να πάρει την πρωτοβουλία για τις ανασκαφές στην Ασίνη και τον ώθησε να γίνει ένας από τους ιδρυτές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Διάδοχος πήρε ενεργό μέρος σε όλα τα προγράμματα στην Αργολίδα.

 

Ασίνη (Καστράκι) 1922-1930

 

Η αρχαία Ασίνη προσδιορίζεται από ένα βραχώδες ακρωτήριο, που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, κοντά στο Τολό. Μια ομάδα Γάλλων είχε αρχίσει τις έρευνες εδώ, όταν, το 1920, επισκέφθηκε το μέρος ο Διά­δοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. Η ομορφιά του τοπίου τον προσέλκυσε.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους, όταν άκου­σαν πως ο Διάδοχος ενδιαφερόταν να ξεκινήσουν ανασκαφές από Σουηδούς. Συστάθηκε τότε στη Σουηδία μια επιτροπή με τον Διάδοχο πρόεδρό της. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922. Με δική του μάλιστα παρέμβαση εκδόθηκε το 1938 η μελέτη των Ο. Frödin και A.W. Persson, Asine. Results of the Swedish excavations 1922-1930.

Ο Frödin και ο Person ήταν οι διευθυντές των ανασκαφών. Ερεύνησαν όχι μόνο την Ακρόπολη και την ελαφρώς επικλινή βόρειο κλιτύ της, αλλά επίσης μέρος της νοτίου και της ανατολικής κλιτύος του λόφου Μπαρμπούνα, απέναντι. Ανακάλυψαν περισσότερο ή λιγό­τερο συνεχή ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώιμη εποχή του χαλκού ή την αρχή της τρίτης χιλιετηρίδας π.Χ. ως την ύστερη αρχαιό­τητα, σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

 

Ο Διάδοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος στις ανασκαφές μαζί με τους αρχαιολόγους. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922.

 

Η Ασίνη δεν υπήρξε ποτέ πολύ σημα­ντική τοποθεσία στην Αργολίδα, έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο στην ιστορία ως ασφαλές και καλά προστατευμένο λιμάνι. Η στρατηγική της σπουδαιότητα μαρτυρείται από την τοποθεσία, όπου σήμερα διασώ­ζονται κυρίως τα ελληνιστικά οχυρώματα.

Στα οχυρώματα αυτά έγι­ναν προσθετικά έργα την περίοδο της τουρκοκρατίας και ξαναχρησιμο­ποιήθηκαν από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές στην Ασίνη ξανάρχισαν στη δεκαετία του 1970 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα σουη­δικά και στα αγγλικά μια ευρεία μελέτη για την περιοχή του Carl Gustaf Styrenius, Asine. A Swedish excavation site in Greece (Medelhavsmuseet, Skrifter 22) Stockholm 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και χρήσιμη βιβλιογραφία.

 

Δενδρά – Μιδέα

 

Ενώ εργαζόταν στην Ασίνη, στα 1926, ο Axel W. Persson προσεκλήθη να ανασκάψει τον θολωτό τάφο στα Δενδρά, στα ανατολικά του Αργολικού Κάμπου. Ο τάφος περιείχε εκπληκτικά ευρήματα, για παράδειγμα το χρυσό κύπελλο με το χταπόδι που σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Persson συνέχισε την έρευνα και σε άλλους θαλαμοειδείς τάφους το επόμενο έτος και ξανά το 1937 και το 1939. Κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ακρόπολη κοντά στη Μιδέα με τα καλοδιατηρημένα οχυρώματά της από τον 13ο αιώνα π.Χ.

 

Δενδρά. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του θολωτού τάφου το 1926, οι αρχαιολόγοι κοιμόνταν στον δρόμο του τάφου κάθε βράδυ από το φόβο των αρχαιοκαπήλων. (The Person Papers, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Ο Persson ανακάλυψε πως ήδη στα μέσα της εποχής του χαλκού ή στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετηρίδας, η ακρόπολη είχε κατοικηθεί και ξανακατοικήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, τον 13ο και τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Axel W. Persson εξέδωσε τα αποτελέσματα των ερευ­νών του στους τόμους The royal tombs at Dendra near Midea, Lund 1931 και New tombs at Dendra near Midea, Lund 1942. Οι ανασκαφές στη Μιδέα συνεχίζονται με τη συνεργασία ελλή­νων αρχαιολόγων και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Μπερμπάτι 1935-1939, 1953 και 1959

 

Ουσιαστικά θεωρούμε ότι οι παλιές ανασκαφές στο Μπερμπάτι περι­λαμβάνουν και τις ανασκαφικές περιόδους της δεκαετίας του 1950, καθώς οι έρευνες της περιόδου 1935-1939 δεν ολοκληρώθηκαν εξ αιτίας του πολέμου. Οι εργασίες που έγιναν κατά τη μεταπολεμική περίοδο συμπληρώνουν αυτές που έγιναν πριν τον πόλεμο.

 

Μπερμπάτι. Ανασκαφή του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής στην ανατολική κλιτύ του Μαστού. Τρεις από τους άνδρες έχουν αναγνωριστεί. Αριστερά ο Παναγιώτης Κρεμμύδας ο άνδρας με το μαντήλι στο κεφάλι είναι ο πατέρας του Αντώνιος Κρεμμύδας αριστερά του ο Γεώργιος Πανούσης (;). (Αρχείο Μερμπατιού).

 

Ο Axel W. Persson ξεκίνησε τις έρευνες στο Μπερμπάτι, ανασκάπτοντας πρώτα το θολωτό τάφο, το 1935, ο οποίος είναι γνωστός στην περιοχή ως – Ο Τάφος του Δασκάλου – στοχεύοντας μετά στο Μαστό, το λόφο από ασβεστόλιθο, αυτό το τόσο χαρακτηριστικό πέτρωμα στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Μπερμπατιού. Στο Μαστό υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώι­μη νεολιθική εποχή, την έκτη χιλιετηρίδα π.Χ. Υπάρχει επίσης ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού, την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., αλλά η δεύτερη χιλιετηρίδα έχει περισσότερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο. Στο πρώτο μισό αυτής της χιλιετηρίδας υπάρχει σαφής μαρτυρία παραγωγής κεραμικών, που συνεχίζεται για περίπου εξακόσια χρόνια.

 

Ο Κώστας Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες ήταν προϊστάμενος. Εδώ καθώς ανασκάπτει το εργαστήριο αγγειοπλαστικής. 1938 (φωτ. Βο Ηellman, Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στην κοιλάδα υπήρχαν εργαστήρια κεραμικής καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της. Ο Persson δεν δημοσίευσε τίποτα ο ίδιος, αλλά οι συνεργάτες του, που ήταν υπεύθυνοι για τα διάφορα μέρη της ανασκαφής. Δεν χρειά­ζεται να αναφερθεί πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση εξ αιτίας του πολέμου.

 

Μουσείο Ναυπλίου. Η Σουηδική Αίθουσα στο μουσείο, πιθανόν κατά τα εγκαίνια μετά το 1930. Οι βιτρίνες αγοράστηκαν από την Επιτροπή για την Ασίνη. Στο βάθος της αίθουσας υπάρχει η σουηδική σημαία. Ο κύριος Νικόλαος Γριμάνης, η σύζυγός του και δυο από τα παιδιά τους ήταν παρόντες. Το αντικείμενο μπροστά στο δάπεδο προέρχεται από τον θαλαμοειδή τάφο στα Δενδρά και βρέθηκε το 1927. (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Τα ακόλουθα δημοσιεύματα πραγματεύονται το παλιό υλικό που ανευρέθη: Gοsta Saflund, Excavations at Berbati 1936-1937, Stockholm 1965. Πραγματεύεται τον οικισμό από την τρίτη χιλιετηρί­δα π.Χ. και τους θαλαμοειδείς τάφους που ανακαλύφθηκαν στις χαμηλότερες πλαγιές του Φυτεσούμι, βόρεια του Μαστού.

 

Ναύπλιο, ο δρόμος προς την πλατεία Συντάγματος με το Τριανόν, που τότε ήταν καφενείο. 28 Οκτωβρίου 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ο Erik J. Holmberg ανέσκαψε και δημοσίευσε έναν θαλαμοειδή τάφο δυτικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, A Mycenaean champer tomb near Berbati in Argolis, Goteborg 1983. H Barbro Santillo Frizell δημοσίευσε «The Tholos tomb at Berbati» στο Opuscula Atheniensia 15, 1984. H μελέτη του Ake Akerstrom για την μυκηναϊκή εικονιστική κεραμική που παραγόταν στον Μαστό εκδόθηκε το 1987 στην εκδοτική σειρά του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών (Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery.) Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα και οι ανασκαφές συνεχίζονται από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

Αθήνα, Σεπτέμβρης 1998

Berit Wells

Σημείωμα του Berit Wells, στον κατάλογο της Έκθεσης, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή», που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου, από τις  24 Οκτωβρίου, έως τις  14 Νοεμβρίου 1998, στα πλαίσια των εορτασμών των 50 χρόνων από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.   

Read Full Post »

Older Posts »