Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2009

Οικογένεια Περρούκα


Υπήρξε επιφανέστατη οικογένεια που άκμασε στο Άργος. Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.

Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης* της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.

Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.

Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα υπήρξαν λαμπροί απόγονοι της οικογένειας. Μεγάλοι επί Τουρκοκρατίας, μεγάλοι και κατά την επανάσταση. Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.

Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821 και θάφτηκε στο Άργος, σε τάφο που ανήκε στην οικογένειά του. Ήταν ο μοναδικός από όλα τα αδέλφια που παντρεύτηκε το 1814 την Ελένη Θεοδώρου Βλάσση, του επιφανέστατου Αργείου, με την οποία όμως δυστυχώς δεν απέκτησε παιδί.

Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.

Ο δε Δημήτριος Περρούκας ξεπέρασε όλους σε προσωπική εξοχότητα και δόξα. Ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες.

Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους.

Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα.

Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης.

Δυστυχώς όμως για τον τόπο ο μεγάλος Αργείος δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851, στην ακμή της σπουδαίας ζωής του.

 

Υποσημείωση


 *Βεκίλης: Αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος, είδος βουλευτή. Πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος των Πελοποννησίων στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των σχέσεων που δημιουργούσαν με ισχυρά πρόσωπα μπορούσαν ακόμα και να περιορίζουν την εξουσία του βεζίρη. Κατά τις διάφορες εξεγέρσεις των ραγιάδων, οι βεκίλες θανατώνονταν από τους Τούρκους.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Read Full Post »

Τσεκρέκος Χ. Παναγιώτης (1945-2009)


Ο διακεκριμένος Αργείος επιστήμονας Παναγιώτης Τσεκρέκος ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Μαθηματικών της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ. Με την ιδιότητά του αυτή δίδασκε πολλά χρόνια  στις σχολές του Εθνικού Μετσόβιου  Πολυτεχνείου. Γεννήθηκε στο Άργος το 1945, γονείς του ήταν ο Χρήστος και η Μαρία Τσεκρέκου. Παντρεύτηκε τη Ζωή Ζένιου και έγινε πατέρας τριών παιδιών. Στοιχειώδη εκπαίδευση έλαβε στο 4ο Δημοτικό σχολείο Άργους, μέση στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο Άργους και στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών.       

Υπηρέτησε το Πολυτεχνείο από το 1972 όταν ξεκίνησε ως έμμισθος βοηθός στην τότε Β’ έδρα Ανωτέρων Μαθηματικών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Lan caster κάτω από την επίβλεψη του καθηγητή Jameson.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα όπου εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για δυο χρόνια από το 77 έως το 79 ως ειδικός επιστήμονας, επέστρεψε στο ΕΜΠ αρχικά ως επιμελητής και στη συνέχεια από το 1982 ως Επίκουρος Καθηγητής και από το 2002 ως Αναπληρωτής Καθηγητής.

Ερευνητικά εργάστηκε στην περιοχή της Συναρτησιακής Ανάλυσης, όπου παρήγαγε σημαντικό έργο, με διεθνή αναγνώριση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το έργο του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για άλλους ερευνητές του τομέα.

Είχε σταθερό και πρωταρχικό ενδιαφέρον για τη μαθηματική έρευνα. Με ανελλιπή παρουσία στα ερευνητικά σεμινάρια του Τομέα Μαθηματικών και ουσιαστικές επιστημονικές συζητήσεις, με συναδέλφους και νέους ερευνητές σε κεντρικά προβλήματα της Συναρτησιακής Ανάλυσης εξέφραζε καθημερινά την αγάπη του για τον κλάδο της επιστήμης που επέλεξε να υπηρετήσει.

Εξ’ ίσου σημαντική και υποδειγματική ήταν η προσφορά του ως πανεπιστημιακού δασκάλου.

Έχοντας σπουδαία επιστημονική επάρκεια ο ίδιος αφιερώθηκε στην εκπαίδευση των μαθητών του, τους μετέδιδε τη γνώση, τους καθοδηγούσε, με όλη τον ουσιαστική σημασία της λέξης.

Πιστεύοντας ότι τα μαθηματικά, αυτή η βασική επιστήμη, αποτελεί το ουσιαστικό έρμα των μηχανικών μας αφοσιώθηκε στην αναβάθμιση και προαγωγή της μαθηματικής παιδείας σε όλες σχεδόν τις σχολές του Ιδρύματος και έκανε υποδειγματική δουλειά στους φοιτητές του, επένδυε πολύ σε αυτό το τομέα.

Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να τονιστεί η καθοριστική παρουσία του στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, που ιδρύθηκε πριν δέκα χρόνια στο Πολυτεχνείο. Εδώ με ιδιαίτερο κέφι επιδόθηκε στην μύηση των φοιτητών και με το ίδιο μεράκι για τα μαθηματικά, τους ενέπνεε τον ενθουσιασμό του.

Επιπρόσθετα, τα με αυστηρότητα και επιστημονική αρτιότητα γραμμένα διδακτικά βιβλία του υποστήριζαν τέλεια το διδακτικό του έργο.

Υπήρξε πάντοτε ευθύς και εύστοχος, ευγενικός, με ποιοτική ματιά στα πράγματα, με ανυποχώρητη προσήλωση σε αρχές και αξίες, αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009 έφυγε από κοντά μας διδάσκοντας στο αμφιθέατρο της σχολής.  

 

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», αρ. φ. 3217, Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009. 

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιος ο Νεώτερος 


 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

Απόγονος του πρώτου βασιλιά Ναυπλίου, μετά από πέντε γενιές είναι ο νεώτερος Ναύπλιος, γιος του Κλυτόνηου, ξακουστός ήρωας και θαλασσοπόρος κι αυτός, με άφθαστη ανδρεία και θεϊκό παράστημα όπως τον θέλει ο Ορφέας. Αντάξιος του προγόνου του, γιου των κυμάτων, κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το χάρισμα της ναυτικής τέχνης.

Εκτός από δεινός θαλασσοπόρος, ήταν ευφυέστατος και κάτοχος αστρονομικών γνώσεων. Λέγεται ότι αυτός είχε ανακαλύψει τον αστερισμό της μιας από τις δύο Άρκτους, πολύτιμο βοηθό για να προσανατολίζεται όταν ταξίδευε στις άγνωστες μακρινές θάλασσες. Στην εποχή του έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία, στην οποία πήραν μέρος οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής, παιδιά θεών και ημιθέων οι περισσότεροι, για το χρυσόμαλλο δέρας, με το οποίο υποκαθιστούσαν τα πλούτη της μακρινής χώρας του Αιήτη.

Ο αρχηγός της εκστρατείας Ιάσων, έστειλε κήρυκες, που ξεκινώντας από την χώρα των Μινυών γυρνούσαν σ’ όλη την Ελλάδα, καλώντας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη ναυτική εποποιία, αλλά και πρώτη ναυτική εξερευνητική αποστολή με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επιχειρούσε προς τη μακρινή Κολχίδα. Ακολουθώντας τους κήρυκες η Ήρα, άναβε πόθο γλυκό στις καρδιές των ηρώων, παρακινώντας τους όπως γράφει ο Πίνδαρος, «κανένας να μην μείνει έξω από την Αργώ».

Οι μελλοντικοί βασιλιάδες και οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, και στο λιμάνι της Ιωλκού συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιάσονα οι τολμηρότεροι άντρες. Ανάμεσα τους ο Ηρακλής, ο Θησεύς, ο Άργος κατασκευαστής της «Αργώς», οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, η Αταλάντη, και οι πατέρες των ηρώων του Τρωικού πολέμου:

Ο Πηλεύς πατέρας του Αχιλλέα, ο Τελαμών πατέρας του Αίαντα, ο Λαέρτης του Οδυσσέα, ο Οϊλεύς πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, ο Δευκαλίων πατέρας του Ιδομενέως, ο περίφημος θεραπευτής Ασκληπιός, πατέρας των γιατρών Μαχάονα και Ποδαλείριου.

Μαζί τους και όσοι θα πρόσφεραν την πείρα και τις γνώσεις τους γι’ αυτό το μακρινό ταξίδι όπως είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα ο κένταυρος Χείρων: μάντεις, πηδαλιούχοι, ο αστρονόμος Αγκαίος, ο κυβερνήτης της Αργούς Τίφυς, ακόμη και ο ασθενικός αλλά θρυλικός δάσκαλος και μουσικός Ορφέας, που με το γλυκόλαλο ήχο της φόρμιγγάς του και με τα τραγούδια του, γλύκαινε τις καρδιές των συντρόφων του στο ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, μάγευε τα στοιχεία της φύσης, ημέρευε τα κύματα και τ’ άγρια βράχια.

Από το πρώτο αυτό πανελλήνιο προσκλητήριο των προϊστορικών Ελλήνων δεν θα μπορούσε να λείψει και ο βασιλιάς Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη και του Οίακα, από τους κορυφαίους ναυτικούς της εποχής του, απόγονος του πρώτου Ναυπλίου, γιου του Ποσειδώνα όπως γράφει ο Απολλώνιος Ρόδιος:

 

«Πήγε ακόμα και ο απόγονος του θεϊκού Δαναού,

ο Ναύπλιος ήτανε γιος του Κλητόνηου, του γιου του Νάβολου,

κι επίσης ο Νάβολος γιος του Λέρνου.

Ξέρουμε για τον Λέρνο πως ήταν γιος του Προίτου,

γιου του Ναύπλιου, τον οποίο η Δαναΐδα

Αμυμώνη τον γέννησε με τον Ποσειδώνα, κι ήταν πρώτος στα ναυτικά».[1]

 

Όμοια εκθειάζει τον Ναύπλιο και ο Ορφεύς στα «Αργοναυτικά» του:

 

«Κι ήρθε κι ο αγαπημένος γιος της Αμυμώνης Ναύπλιος,[2]

που γέννησε πλαγιάζοντας με τον σείστη Ποσειδώνα,

άνθρωπο στην αντρειά λαμπρό, στο σώμα θεός ίδιος».[3] 

 

Στο λιμάνι των Παγασών, ο Άργος, γιος του Αργείου βασιλιά Αρέστορα, ναυπήγησε με την καθοδήγηση της Αθηνάς και της Ήρας την Αργώ, «το πιο ταχύπλοο και καλατάξιδο, από όσα πλοία με κουπιά δοκίμαζαν στην θάλασσα», όπως γράφει ο Απολλώνιος, (Α,110).

Το όνομά της σημαίνει λευκό, λαμπερό και γρήγορο. Ήταν τόσο ελαφρύ το σκαρί της, που μπορούσαν οι Αργοναύτες να το μεταφέρουν στους ώμους τους. Το ξύλο από την ιερή δρυ της Δωδώνης που είχε στο πρωραίο μέρος της, την είχε προικίσει με υπερφυσικές ιδιότητες. Όποτε οι Αργοναύτες επρόκειτο να συναντήσουν κάποια από τις αμέτρητες παγίδες που έκρυβαν οι άγνωστες θάλασσες, η Αργώ είχε το προφητικό χάρισμα να τους προειδοποιεί με ανθρώπινη φωνή.

Κατά την Αργεία παράδοση, στην εκστρατεία αυτή, ο Ναύπλιος ήταν κυβερνήτης πλοίου. Την Αργώ κυβερνούσε ο Τίφυς, και μετά τον θάνατο του στην χώρα των Μαριανδυνών ο Αγκαίος. Θα πρέπει επομένως στην Αργοναυτική εκστρατεία μια επιχείρηση που προετοιμάστηκε και οργανώθηκε συστηματικά, να πήραν μέρος περισσότερα του ενός πλοία.

Αυτήν την αντίληψη που υπήρχε στην αρχαιότητα, μας την βεβαιώνουν ο Απολλόδωρος και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιάσων εξεστράτευσε από την Κολχίδα προς την Αρμενία και Μηδία, αφού άφησε τα πλοία :

 

«… καθάπερ τον Ιάσονα όνπερ καί μέχρι της Αρμενίας καί της Μηδίας

έκ των Κόλχων στρατεύσαντα, άφέντα τάς ναύς»[4]

 

Επίσης ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει σχετικά:

 

«Διά τούτο οί Έλληνες θέλοντες νά καταστήσωσιν αποικίας εκεί,

έπεμψαν στόλον πολλών πλοίων.

Αργώ δέ ωνομάζετο ή ναυαρχίς, καί από της

ναυαρχίδος ωνόμασαν οί ποιηταί όλον τό στόλον.

Το δέ σχήμα της Αργούς ήτο εις επίμηκες όθεν ονομάσθη μακρά ναύς.

Και πρώτη μακρά ναύς αύτη εφάνη τήν Ελλάδα».[5]

 

Όταν επέστρεψε από την εκστρατεία ο Ναύπλιος συνδέθηκε με τον βασιλικό οίκο της Κρήτης, παίρνοντας για σύζυγό του την Κλυμένη,[6] κόρη του βασιλιά Κατρέως και εγγονή του Μίνωος. Την αδελφή της Αερόπη είχε νυμφευθεί ο Ατρεύς, βασιλιάς του Άργους, και πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενελάου.

Από την Κλυμένη ο Ναύπλιος απέκτησε παιδιά τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδονα. Ο Φερεκύδης αναφέρει και τέταρτο γιο τον Δαμάστορα.  

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


 [1] Αργοναυτικά, Α,133, μετ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«Τω δ’ έπι δή θειοίο κίεν Δαναοίο γενέθλη, Ναύπλιος˙ ή γάρ έην Κλητονήου Ναυαλίδαο,

Ναύολος αύ Λέρνου, Λέρνον γε μέν ίδμεν εόντα Προίτου Ναυπλιάδαο, Ποσειδάωνι δέ κούρη

πρίν πότ’  Άμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα Ναύπλιον, ός περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

 [2] Ο Ορφεύς αναφέρεται στον πρώτο Ναύπλιο, ενώ στην Αργοναυτική εκστρατεία πήρε μέρος ο δεύτερος.

[3] Στιχ. 203-205, μετ. Πάικου Νικολαϊδη, εκδ. Φύλλα, Αθ. 1995

[4] Γεωγραφικά, Α’, c 48

[5] Ωγυγία, Βίβλος Θ’ σελ. 143

[6] Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ως σύζυγό του την Φιλύρα ή την Ησιόνη, αλλά ο συσχετισμός τους, με τον Ναύπλιο και τον Παλαμήδη οφείλεται μάλλον σε παρερμηνεία των νεώτερων ιστορικών και δεν ευσταθούν.

 

Read Full Post »

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Read Full Post »

« Newer Posts