Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 2011

«Ανδρομάχη», Ευριπίδης – Αρχαίο θέατρο Άργους 


 

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους – Μυκηνών 2011, την Δευτέρα 11 Ιουλίου στο Αρχαίο θέατρο Άργους στις 9 το βράδυ, ο Οργανισμός Ελληνικού Θεάτρου «Αιχμή» παρουσιάζει την τραγωδία του Ευριπίδη «Ανδρομάχη».

Έκτορας, Ανδρομάχη, Αστυάνακτας. Ερυθρόμορφος κρατήρας 370–360 π. Χ. Museo Nazionale des Palazzo Jatta in Ruvo di Puglia (Bari).

Ο γιός του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, παίρνει ως λάφυρο από την Τροία, τη χήρα του Έκτορα, Ανδρομάχη, την εγκαθιστά στη Φθία και αποκτά μαζί της ένα παιδί. Κατόπιν νυμφεύεται την κόρη του Μενέλαου, Ερμιόνη, η οποία ζηλεύει την Ανδρομάχη και καλεί τον πατέρα της για να σκοτώσουν αυτήν και το παιδί της, ενώ ο Νεοπτόλεμος λείπει στους Δελφούς για να ζητήσει συγχώρεση από τον Απόλλωνα, επειδή ζήτησε κάποτε το λόγο για το φόνο του πατέρα του Αχιλλέα. Η Ανδρομάχη κρύβει το παιδί της μακριά από το παλάτι και η ίδια καταφεύγει στο ιερό της Θέτιδας για να σωθεί.

Ο Μενέλαος ανακαλύπτει το παιδί και εξαναγκάζει με δόλο την Ανδρομάχη να εγκαταλείψει το ναό. Ενώ όμως επρόκειτο να τους σκοτώσουν, έρχεται ο γέροντας βασιλιάς Πηλέας, πατέρας του Αχιλλέα και παππούς του Νεοπτόλεμου, και εμποδίζει το φόνο. Ο Μενέλαος επιστρέφει στη Σπάρτη και η Ερμιόνη μετανοεί για όσα έκανε, επειδή φοβάται την τιμωρία του συζύγου της. Αιφνιδίως εμφανίζεται ο Ορέστης, ο οποίος πείθει την Ερμιόνη να τον ακολουθήσει και οργανώνει τη δολοφονία του Νεοπτόλεμου. Όταν φέρνουν τον Νεοπτόλεμο νεκρό στο παλάτι και ενώ ο Πηλέας θρηνεί το θάνατό του, εμφανίζεται η θεά Θέτις και τον προστάζει να θάψει τον εγγονό του στους Δελφούς και να στείλει την Ανδρομάχη με το γιό της στη χώρα των Μολοσσών. Στον ίδιο αναγγέλλει ότι θα γίνει αθάνατος και θα κατοικήσει μαζί της στο νησί των Μακάρων.

Μετάφραση: Κώστας Πολιτόπουλος

Σκηνοθεσία: Γιάννης Νικολαϊδης

Σκηνικά: Γρηγόρης Ριζόπουλος-Γιώργος Ριζόπουλος

Κοστούμια: Όλγα Σχοινά

Μουσική: Σταμάτης Παπαδάκης

Φωτισμοί: Στέφανος Κομιανός

Βοηθός σκηνοθέτη: Σπύρος Κωνσταντούλας

Παίζουν οι: Φωτεινή Φιλοσόφου, Κώστας Λάσκος, Κλημεντία Πιερράκου, Μαρία Γούλα, Μαρία Δημητρούκα, Δανάη Καλαχώρα, Ζαχαρίας Ρόχας, Γιάννης Νικαλαϊδης, Τάσος Πολιτόπουλος, Γιώργος Παπαδημητράκης, Κοραλία Βεργή.

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου «Το απόσταγμα της ζωής μου»


 

Το απόσταγμα της ζωής μου

Η Ιωάννα Μπαβελή – Μαραγκού, σας προσκαλεί στο χώρο της, στο Μυκηναϊκό Κέντρο, στο 1ο χιλ. Φιχτίων – Μυκηνών, στις 9 Ιουλίου 2011 και ώρα 8.30 το βράδυ, στην  παρουσίαση  του  ποιητικού της έργου, με τίτλο «Το απόσταγμα της ζωής μου».    

Θα εκτεθούν τα βραβεία της και θα ακουστούν αποσπάσματα από τη ζωή και το ποιητικό  έργο της. 

Για την ποιήτρια και το έργο της θα μιλήσουν οι:

Η κ. Αναστασία Κολεβέντη – Σχοινά, η κ. Δήμητρα Πολίτου – Γκάβα, Ζωγράφος – Ακαδημαϊκός και ο κ. Παύλος Νισλόγλου, επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ο οποίος θα της απονείμει και βραβείο. Θα αναγνωστεί κείμενο του εκπαιδευτικού κ. Διογένη Μαλτέζου

  

Λίγα λόγια για την δημιουργό

 

Η Ιωάννα Μπαβελή – Μαραγκού γεννήθηκε στο Φίχτια το 1945. Από πολύ μικρή ηλικία φάνηκε ο τρυφερός ψυχισμός της και η κλίση της προς την ποίηση. Με ζέση και αισθαντικότητα άρχισε τις πρώτες απαγγελίες ποιημάτων, σε ηλικία τριάμισι ετών στο παλιό Δημοτικό σχολείο του χωριού. Έχει βραβευτεί πολλές φορές με πρώτα βραβεία από τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Είναι μέλος της Δ.Ε.Ε.Λ. και επίτιμο μέλος του Πολιτιστικού συλλόγου των Φιχτίων. 

Η ποίηση της Ιωάννας Μπαβελή – Μαραγκού έχει το χάρισμα της γνήσιας ποιητικής δημιουργίας. Η καθαρότητα των στοχασμών της μοιάζει με κρυστάλλινη πηγή που αναζωογονεί τον ανθρώπινο νου.

 Η ποιήτρια οραματίζεται, ποθεί και υμνεί κάθε γεγονός και κάθε πράξη με σοβαρότητα και ήθος. Ξέρει ν’ αφηγείται ζεστά, απλά και μεθοδικά αγγίζοντας πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής.  Ο λυρισμός μέσα από τον παραδοσιακό και ρωμαλέο στίχο της συγκινεί και εντυπωσιάζει τον κάθε αναγνώστη της.  

 

Read Full Post »

Αρχαία Ιατρική


 

 «Ιητρική δε πάντα πάλαι υπάρχει…»

Ιπποκράτης, Περί αρχαίης ιητρικής

  

Υγεία

Η ιατρική των αρχαίων Ελλήνων μπορεί αδρά να διακριθεί στην πριν και τη μετά τον Ιπποκράτη πε­ρίοδο. Η πρώτη, που καλείται αρχαία ιατρική α­κόμη και από τον ίδιο τον Ιπποκράτη, είναι «ανοι­χτή» ως προς το απώτερο όριό της, ενώ το εγγύς χρονικό της όριο φθάνει ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Εί­ναι φυσικό για την περίοδο αυτή να σπανίζουν οι άμεσες πηγές πληροφοριών. Έτσι τις γνώσεις και τις πληροφορίες για την περίοδο αυτή προσποριζόμαστε από πηγές έμμεσες: ερείπια ναών, επιγρα­φές, αναθήματα, μη ιατρικά συγγράμματα κ.λπ. [1] Κι ακόμη από μύθους παλαιότερων εποχών που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς, είτε ως στοι­χείο της τότε παράδοσης είτε ως πίστη των ανθρώ­πων της εποχής τους.

Έμμεσες λ.χ. είναι οι πηγές για την ιατρική του αιγαιακού χώρου και ιδιαιτέρως της Κρήτης κατά τη μεσομινωική (2000-1700 π.Χ.), ακόμη και την υστερομινωική περίοδο (1700-1100 π.Χ.). Όπως συ­νάγεται από τα έμμεσα στοιχεία, υπήρχαν γνώσεις υγιεινής, καθώς έχουν βρεθεί κλειστά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Από διάφορα α­γαλματίδια συμπεραίνεται η ύπαρξη ιαματικών θεοτήτων, ορισμένες α­πό τις οποίες κρατούν στα χέρια όφεις (θυμίζουμε και τον όφι που συ­νόδευε αλλά και συμβόλιζε, εν μέρει, τον Ασκληπιό).

Διέθεταν επίσης και βοτανολογικές γνώσεις. Είναι καλά γνωστή η γυναικεία θεότητα που είναι στεφανωμένη με κωδίες της μήκωνος της υπνοφόρου, της παπαρούνας από την οποία βγαίνει το όπιο. Εκχύλισμα ή αφέ­ψημα κωδιών ήταν σε ευρεία χρήση από τα πανάρ­χαια χρόνια ως τα μέσα, σχεδόν, του 20ού αιώνα, τό­σο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση και άλλων φαρμακευτικών φυτών, όπως συμπεραίνεται από παραστάσεις σε δακτυλίδια ή από αναφορές σε πα­πύρους. Όσο για τα νοσήματα που επιπόλαζαν στους μινωικούς Κρήτες, γίνονται υποθέσεις με βάση απεικονίσεις σε αφιερώματα προς τις ιαματι­κές θεότητες από ανθρώπους που είχαν θεραπευ­θεί. [2] Σε μινωικό ιερό στην περιοχή Πετσοφά, ανά­μεσα στα άλλα ευρήματα ανακαλύφθηκαν και πή­λινα αφιερώματα που παριστάνουν ανθρώπινα μέ­λη. [3] Τα αφιερώματα αυτά υπενθυμίζουν τα ανάλο­γα μεταγενέστερα αναθήματα των Ασκληπιείων, καθώς και τα σύγχρονα τάματα σε ναούς και εικό­νες που θεωρούνται θαυματουργές.

Ιπποκράτης

Για την προφύ­λαξη από διάφορους κινδύνους και νοσήματα, ε­κτός από τα όποια φυσικά μέσα, υπήρχαν και αντι­κείμενα με «μαγικές» δυνάμεις. Ο Πουρναρόπουλος [4] αναφέρεται σε περίαπτο που βρέθηκε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, διαστάσεως περίπου 1 εκατοστομέτρου, που παρίστανε ανθρώπινη καρδιά. Πάνω σ’ αυτήν ήταν αριστοτεχνικά χαραγμένα δυο φίδια (όφεις), ένας σκορπιός, μια αράχνη και ένα χέρι. θεωρείται δε ότι το φυλακτό αυτό προφύλασσε από τη βασκανία, το τσίμπημα αράχνης και σκορπιού και από το δάγκωμα φιδιού. Είναι πιθανό ότι τα μυ­θολογικά    στοιχεία που   διαθέτουμε για την απώτερη εποχή αποτελούν το διαστρεβλωμένο απόηχο ή τη μακρινή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων.

Από τα αναφερόμενα λ.χ. στον Κένταυρο Χείρωνα, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη διπλή σωματική του υπόσταση, θα αρκούσε να κατανοηθεί ως μέλος μιας φυλής ή μιας ομάδας που μετακινείται έφιπ­πη. Είναι όμως εύκολο να θεωρηθεί ως ένας άρι­στος γνώστης της πλούσιας χλωρίδας της περιοχής του, με δυνατότητα να εφαρμόζει, να συστήνει και να διδάσκει τη θεραπευτική δύναμη των φυτών.

Στο σκοτάδι του μύθου κινείται και ο ιατρομάντης Μελάμπους από το Άργος, που η παράδοση τον θέλει να έχει θεραπεύσει από τη μανία (ή άλλο ψυχοδιεγερτικό σύνδρομο) τις κόρες του βασιλιά Προίτου και άλλες Αργείες γυναίκες. Αναφέρεται επίσης ως θεραπευτής του Αλκάθου, βασιλιά των Μεγάρων, και του αργοναύτη Ιφίκλου, τον οποίο γιάτρεψε α­πό ανικανότητα. [5]

Ο Μελάμπους, που ορισμένοι πι­θανολογούν ότι έζησε δυο αιώνες πριν από τον Ασκληπιό, αποτελούσε το γενάρχη και άλλων ιατρομάντεων όπως ο Αμφιάραος που λατρευόταν στον Ωρωπό. Το ιερό του Αμφιάραου (Αμφιαράειο) μας παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες γε­νικά για τη δόμηση και τη λειτουργία ανάλογων θε­ραπευτικών κέντρων της αρχαιότητας. [6]

Ο θεραπευ­τής Αντικυρεύς, από την Αντίκυρα, θεωρείται ότι εισήγαγε στη θεραπευτική τον ελλέβορο, με τον ο­ποίο θεράπευσε και τον ήρωα Ηρακλή από τη μα­νία από την οποία είχε προσβληθεί. [7] Τέτοια ονόμα­τα, με ευρύτερη ή πιο περιορισμένη προβολή, ανα­φέρονται κι άλλα στη μυθολογική παράδοση της πριν από τον Ασκληπιό ιατρικής.

 «Ει και προ του Ιπποκράτους ιατροί τε και ιατρι­κά συγγράμματα υπήρχον ως βέβαιοι ο Σωκράτης, εν τούτοις ελάχιστα γνωρίζομεν περί της ιατρικής των χρόνων εκείνων, διότι ταύτα πάντα απωλέσθησαν. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούμεν εκ των εμμέσων πηγών, των ομηρικών μεν επών δια την α’ χιλιετηρίδα προ Χριστού, των συγγραμμάτων δε των αρχαίων ιστορικών, λυρικών και δραματικών κ.τ.λ. συγγραφέων δια την μετά ταύτα περίοδον μέ­χρι των ιπποκρατικών χρόνων», γράφει ο Κούζης στα 1929.

Η αναζήτηση των ιατρικών πληροφοριών στα ομηρικά έπη αποτέλεσε θέμα προσφιλές σε γιατρούς, ιστορικούς και φιλολόγους και η υπάρ­χουσα βιβλιογραφία, ελληνική και διεθνής, είναι πολύ πλούσια. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι στα δυο ομηρικά έπη ανευρίσκονται γνώσεις αναφερόμενες στην ανατομία, την υγιεινή, την παθολογία, την ψυχιατρική, τη νευρολογία, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, τη φαρμακολογία κ.λπ. [8] Ακόμη υπάρ­χουν πληροφορίες και γνώσεις αναφερόμενες στην καθημερινή ζωή, τη διατροφή, τις συνθήκες ατομι­κής και ομαδικής διαβίωσης, τους λοιμούς, τις νε­κρικές τελετές. Σημαντικός είναι και ο γλωσσικός πλούτος που εκφράζει όργανα και λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, παθήσεις, θεραπείες και άλ­λα, ενώ επισημαίνεται πλήθος λέξεων που εξακο­λουθούν να δίνουν ως σήμερα όρους της ιατρικής και της βιολογίας. [9] Συχνές είναι οι αναφορές σε φυτά με θεραπευτι­κό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ορισμένα με δράση αιμοστατική, επουλωτική, παυσίπονη. Βότανα για εξωτερική τοποθέτηση ή για εσωτερική λήψη. Άλλα που διώχνουν τη θλίψη κι άλλα που προκα­λούν παραισθήσεις. Φαρμακευτικά φυτά ορισμένα των οποίων είναι ίσως ακόμη σε χρήση κι άλλα που υπάρχουν μόνο μέσα σε μύθους και θρύλους.

Εκτός από τους γιατρούς, τα βότανα γνωρίζουν και άλλοι που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη θεραπευτική. Αναφέρονται ακόμη και κάποιες γυναίκες που έχουν γνώση των βοτάνων. Η θεά Ήβη, η μάγισσα Κίρκη και από τις θνητές η Αγαμήδη, κόρη του Αυγείου, η Τρωάδα Πολυδάμνα που τα δίδαξε και στη σύζυγο του Μενέλαου, Ελένη, η δούλη του Νέστορα, Εκαμήδη.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των ιατρικών πληρο­φοριών των ομηρικών επών αναφέρεται στις πολε­μικές κακώσεις. Υπάρχει ήδη από το 1879 η κλασι­κή μελέτη του Φρέλιχ (Frohlich) που υπομονετικά καταμέτρησε 147 διαφορετικά είδη τραυμάτων, σε ποικίλα μέρη του σώματος και με διάφορα όπλα της εποχής. Ο ίδιος υπολόγισε τη συχνότητα εντοπίσε­ων στα διάφορα μέρη του σώματος, τη θνησιμότητα και άλλες παραμέτρους. Εκτός από τα ίδια τα τραύ­ματα στα ομηρικά έπη γίνονται αναφορές για τρό­πους απομάκρυνσης των τραυματιών από το πεδίο της μάχης, για την περιποίηση των τραυμάτων, για τη χρήση αναλγητικών και αιμοστατικών κ.λπ.[10]

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στις θεραπευτικές γνώσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα είχαν χαθεί αν δεν διασώ­ζονταν μέσα στα μνημειώδη έπη του Ομήρου. Παράλληλα προς την ιατρική των Ασκληπιεί­ων, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και ως τα όρια της ιπποκρατικής ιατρικής, έχουμε την α­νάπτυξη βιοϊατρικών κοσμοθεωριών, αλλά και θε­ραπευτικής κάποτε πράξης, από διαφόρους φιλο­σόφους, περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς.

Ανά­μεσα σ’ εκείνους που ανέπτυξαν θεωρητικές προ­σεγγίσεις των Βιολογικών προβλημάτων είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος (7ος αι. π.Χ.) και ο μαθητής του Αναξιμένης (7ος-6ος αι. π.Χ.), ο Ιππων από το Ρήγιο (6ος αι. π.Χ.) και ο Κρητικός Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Σημαντική ροπή έδωσαν στην ιατρική σκέψη ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αι. π.Χ.) και οι μαθητές και οπαδοί του, οι λε­γόμενοι Πυθαγόρειοι, όπως ο Φιλόλαος (5ος αι. π.Χ.) και ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης (5ος αι. π.Χ.) που είναι ίσως ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανατομική και τη φυσιολογία. Κι ακόμη ενδιαφέ­ρον έχουν οι γνώσεις και οι θεωρίες του Ξενοφάνη από τον Κολοφώνα (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Παρ­μενίδη (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Ηράκλειτου (6ος-5ος αι. π.Χ) και του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.).

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Γαληνός αποκαλεί εντριβέστατον περί την ιατρικήν τε και την φιλοσοφίαν, έγραψε ειδικό βιβλίο για την προφύλαξη από διάφορες νόσους. Αναλόγως του τόπου που α­ναπτύχθηκαν οι αντιλήψεις αυτές, συνήθως γύρω από κάποια κυρίαρχη προσωπικότητα, οι ειδικοί διακρίνουν τη σχολή της Κυρήνης, του Κρότωνος, της Ρόδου, της Ελέας, της Κνίδου και τέλος τη σχολή της Κω, από την οποία προέρχεται και ο ασκληπιάδης Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της επι­στημονικής ιατρικής.[11]

 

Η ιατρική των Ασκληπιείων

 

Ασκληπιός

Στα επιμέρους άρθρα για τα διάφορα φημισμένα Ασκληπιεία γίνεται και η περιγραφή της χωροτα­ξικής τους τοποθέτησης, αλλά και η οικοδομική σύσταση των αρχαίων θεραπευτηρίων. θα αναφερ­θούμε βραχύτατα στη σύνθεση του προσωπικού, γιατί και από αυτή διαφαίνεται η πολλαπλότητα των θεραπευτικών μέσων και των θεραπευτικών ρόλων.

Πρωτεύοντα ρόλο είχαν βεβαίως οι ιερείς- ιατροί και μεταξύ αυτών ο πρωθιερεύς, που εφάρ­μοζε το κύριο μέρος της θεραπείας και δίδασκε την τέχνη στους μυημένους. Τον συνόδευαν οι πυρφό­ροι, που αντιστοιχούσαν ιερατικά σε διακόνους. Οι ιερομνήμονες κατέγραφαν τις θεραπείες κατά περίπτωση ασθενείας, ενώ οι θεράποντες ασκούσαν διάφορες θεραπευτικές πράξεις. Την ευταξία του θεραπευτηρίου τηρούσαν κυρίως γυναίκες, οι νακόροι (νεωκόροι) ή ζακόροι.

Στις υπηρεσίες των ιερέων-ιατρών και των Ασκληπιείων γενικότερα, υπήρχαν επίσης «ιερά» φίδια και «ιεροί» σκύλοι, εκπαιδευ­μένοι για συγκεκριμένη συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες (γλείψιμο πληγών, πάσχοντος μέλους κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μικτή θρησκευτική και ιατρική διοργάνωση, κατά κανόνα πολυάνθρωπη, ώστε να καλύπτει τη μεγάλη προσέλευση πιστών και τις ανάγκες διαμονής τους, διατροφής, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.

Οι παθήσεις για τις οποίες οι πιστοί προσέρχονταν στα Ασκληπιεία δεν ήταν βαριές σωματικές παθήσεις. Αλλιώς δεν θα άντεχαν το ταξίδι ως το ναό ούτε τις εκεί εφαρμοζόμενες θεραπείες. Έπασχαν συνήθως από νοσήματα ψυχικά ή ψυχονευ­ρωτικά, από οφθαλμικές παθήσεις, από δερματο­πάθειες, από ρευματικά νοσήματα, από ελαφρά χειρουργικά νοσήματα, από στομαχικές ή εντερι­κές διαταραχές.

Στο ναό προσέφευγαν επίσης γυ­ναίκες με προβλήματα γονιμότητας, αλλά όχι για τοκετούς. Οι εφαρμοζόμενες θεραπείες ήταν ποικίλες και εξαρτιόνταν όχι μόνο από τη φύση του νοσήματος, αλλά και από το χαρακτήρα και την προσωπικότη­τα του αρρώστου. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των Ασκληπιείων περιλαμβάνονταν:

α) Η θεραπευτική δύναμη της πίστης.

β) Η ψυχική ευφροσύνη από την παραμονή σε ευχάριστο περιβάλλον.

γ) Η χρήση λουτρών καθαριότητας ή / και θερα­πευτικών ή / και θαλάσσιων.

δ) Η κατάλληλη διαιτητική φροντίδα.

ε) Η χρήση διαφόρων παρασκευασμάτων από βό­τανα για τοπική ή συστηματική χρήση (εκχυλί­σματα, αφεψήματα, επιθέματα, υπόθετα, αλοιφές, κολλύρια κ.λπ.)

στ) Χειρουργικές μικροεπεμβάσεις σε εξωτερι­κές βλάβες (συλλογές ποικίλων χειρουργικών εργαλείων έχουν βρεθεί σε διάφορα Ασκληπιεία).

ζ) Χειροπρακτικές τεχνικές, μαλάξεις, κινησιο­θεραπεία κ.λπ.

η) Χρησιμοποίηση ζώων για εφαρμογή της «διά του λείχειν θεραπείας» (γλείψιμο εξέλκωσης ή πάσχουσας περιοχής).

θ) Η χρήση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, όπως η υποβοήθηση ή η πρόκληση ύπνου σε ειδικό χώ­ρο (εγκοίμησις), συχνά με τη χρήση κατάλληλων φυτικών παρασκευασμάτων. Τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου στον ειδικό χώρο του Ασκλη­πιείου ερμηνεύονταν προς την κατεύθυνση της ε­πιδιωκόμενης θεραπείας. Επίσης κατά τη διάρκεια της εγκοίμησης μπορούσε να δοθούν συμβουλές, να γίνουν μικροεπεμβάσεις ή άλλων τύπων θερα­πευτικές ενέργειες.

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

Για την επίτευξη θεραπείας γίνονταν, γενικά, συνδυασμοί των διαφόρων μεθόδων. Μετά τις κα­θαρτήριες και ψυχοστηρικτικές τελετές εισερχό­ταν ο ασθενής στον προσδιορισμένο χώρο. Όταν ήταν αναγκαίο, γινόταν μεταφορά του αρρώστου με φορείο. Ακολουθούσε η χορήγηση κατασταλτικών υπνωτικών παρασκευασμάτων και η εφαρμο­γή της θεραπείας. Η εγκοίμηση δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των αρρώστων, αλλά μόνο σ’ εκείνους που είχαν μεγα­λύτερη πίστη και σεβασμό προς τα δρώμενα, ήταν δε ευκολότερα υποβολιμαίοι. Αρκετοί ασθενείς δεν κρίνονταν κατάλληλοι για εγκοίμηση και αντιμε­τωπίζονταν με άλλα μέσα.

Θυμίζουμε και την απομυθοποιητική των «δρωμένων» στα Ασκληπιεία σάτιρα του Αριστοφάνη, ο οποίος στον «Πλούτο» βάζει το δούλο του Χρεμύλου Καρίωνα να διακω­μωδεί τη νυχτερινή επίσκεψη του πρωθιερέα με την εντυπωσιακή ακολουθία του, ανάμεσα στους κατακείμενους προσκυνητές- ασθενείς. [12]Για τα θεραπευόμενα νοσήματα, τους ασθενείς και για τις εφαρμοζόμενες θεραπείες παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες από τα ιάματα, τις εγγραφές των περιστατικών σε πλάκες που υπήρχαν σε ειδικές θέσεις στα Ασκληπιεία. Ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας βρήκε στο Ασκληπιείο Επιδαύρου δυο από τις στήλες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ. και οι οποίες περιγράφουν 43 περιπτώ­σεις θεραπευθέντων. [13]

Η μεγάλη προσέλευση ασθενών στα Ασκληπι­εία, η αυξανόμενη με τα χρόνια εμπειρία, η καταγραφή των περιστατικών, συνέβαλαν στην πρό­σκτηση σημαντικών ιατρικών γνώσεων. Όμως η ια­τρική των Ασκληπιείων παρέμεινε ουσιαστικά κα­θηλωμένη από τη θρησκευτική φύση της. Όλα έ­πρεπε να αποδοθούν στο θεό, η θεραπεία ή η θε­ραπευτική αστοχία έπρεπε να περιβληθεί με διδακτικό χαρακτήρα, η γνώση δεν περνούσε από κρι­τική και η αμφισβήτηση ήταν απαγορευμένη. Ενδεικτικό είναι αυτό που γράφει ο Κοραής για τον Αλέξανδρο, πρωθιερέα του Ασκληπιείου του Πόντου: «…οσάκις ήθελε να ιερουργήσει τας τελετάς του Ασκληπιού, επρόστασσε με φωνήν κήρυκος να εκβαίνωσιν από τον ναόν οι άθεοι, οι επικούρειοι και οι χριστιανοί. Τους αθέους και τους ε­πικούρειους […] εφοβείτο ο πλάνος ως ολότελα ά­πιστους εις τας τερατουργίας του, και τους χριστια­νούς ως διδαγμένους […] να διακρίνωσι τα ψευδή από τ’ αληθινά θαύματα».[14]  Κι όμως, η αμφισβήτηση ήρθε από μέσα από τους ασκληπιάδες.

Πάλι κατά τον Κο­ραή, «ο μέγιστος αυτών εχθρός έμελλε να γεννηθεί από του Ασκληπιού τους απο­γόνους, και τα θανασιμώτερα κατά των ιε­ρέων βέλη έμελλαν να τοξευθώσιν από αυτό σχε­δόν το ιερόν του θεού των».[15]

Ο Ιπποκράτης, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες, την εχθρότητα και την πολεμική που δέχτηκε από το ιερατείο, έ­μελλε να οργανώσει την ιατρική εμπειρία με φιλο­σοφικό γνώμονα και να την ανεβάσει στην τάξη των επιστημών.

 

Γεράσιμος Α. Ρηγάτος

Επ. καθηγητής  Ιατρικής – Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


[1] Κούζης Αρ. Π., Ιστορία της ιατρικής. Τύποις «Πυρσού». Αθήναι 1929.

[2] Σακελλαράκης I.A., Μουσείο Ηρακλείου. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.

[3] Μαρινάτος Σπ., Η ιατρική κατά την αρχαίαν εποχήν. Αθήναι 1932.

[4] Πουρναρόπουλος Γ., Εισαγωγή εις τον Ιπποκράτη. Αθήναι 1967.

[5] Τσουκαντάς Γ., Η επίδρασις της διονυσιακής λατρείας στις Προιτίδες και ο Μελάμπους, (Αναδημοσίευση), Κασταλία, τεύχος 123-124, Ιαν. – Ιούν. 1996, σελ. 40-45.

[6] Πετράκος Β., Το Αμφιαράειο του Ωρωπού. Εκδ. Κλειώ, Αθήνα 1992.

[7] Ρηγάτος Γ., Τα βότανα στον πολιτισμό των Ελλήνων. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.

[8] Μαμαλάκης Μ., Συμβολή στην ιατρική των ραψωδιών του Ομήρου. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1977.

[9] Ρηγάτος Γ., Ομηρικές λέξεις στη σύγχρονη ιατρική. Κάκτος, Αθήνα 1996.

[10] Ρηγάτος Γ., Οι πολεμικές κακώσεις στην Ιλιάδα. [Εισαγωγικό κεφάλαιο στο βιβλίο] Ομήρου Ιλιάδα. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, σελ. κε’- υγ’.

[11] Κούζης Αρ. Π., ό.π., Πουρναρόπουλος Γ., ό.π.

[12] Αριστοφάνης, Πλούτος. Εις: Aristophanis Comoedias. Edidit. Th. Berg. Vol. III. In Aedibus Teubueri, Lipsiai 1882, σελ. 227-326.

[13] Καββαδίας Π., To ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία ασθενών. Αθήναι 1900.

[14] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα. Εις: Ιπποκράτους το περί αέρων, υδάτων, τόπων κ.λπ. Εκ της τυπογραφίας Εβεράρτου. Εν Παρισίοις 1816. Βλέπε και: Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Τόμος Β’, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988.

[15] Ο.π.

 

 Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλέοβις και Βίτων (580 π.Χ.)


 

Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί και άξιοι αθλητές από το Άργος. Μητέρα τους ήταν η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας, προστάτιδας του Άργους. Έμειναν στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δύο παλληκαριών – αθλητών, οι οποίοι επειδή οι λευκές αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν να έρθουν από του αγρούς, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δύο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέντε στάδια – οχτώ χιλιόμετρα – από το Άργος στο ιερό της θεάς, στο Ηραίο.         

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

Όλοι καλοτύχιζαν την μήτερα που είχε τέτοιους γιους, τόσο άξιους, ρωμαλέους και δυνατούς,  η Κυδίππη τότε, υπερήφανη για την γενναία πράξη των παιδιών της, προσευχήθηκε στη θεά να χαρίσει στους νέους ό,τι πιο καλό και άριστο μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος στη ζωή του. Μετά από αυτή την ευχή της ιέρειας, οι τρεις τους προσέφεραν τη θυσία, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό.

 

Κλέοβις και Βίτων, Nicolas Loir, 1649.

 

Η θεά Ήρα άκουσε τις προσευχές της σεβαστής και ταπεινής μητέρας και χάρισε στους γιους της το πολυτιμότερο δώρο, τον αιώνιο ύπνο. Όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας, δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο.    

       

 31. [1] ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε «Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν, καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν.  [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί.  [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων.» 

 

Το πάνω τμήμα του αγάλματος του Βίτονα κατά τη διάρκεια της ανακάλυψής του. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Φωτ: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Οι Αργείοι τίμησαν τα δύο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς. Οι κούροι αυτοί ήταν αφιέρωμα των Αργείων στον Απόλλωνα και, σύμφωνα με την επιγραφή,  κατασκευάσθηκαν από τον Αργείο γλύπτη (Πολυ)μήδη. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ. Επίσης σε αργείτικα νομίσματα απεικονίζεται η Κυδίππη επί άρματος, το οποίο σύρουν δύο νέοι. 

Κλέοβις και Βίτων, Museo Nazionale Romano, Ρώμη, Ιταλία.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του Μειλίχιου Δία στην Αγορά του Άργους, υπήρχε λίθινο ανάγλυφο, το οποίο παρίστανε τον Κλέοβη και τον Βίτωνα να σύρουν την άμαξα προς το Ηραίο, με την μητέρα τους καθισμένη επάνω. Αξίζει να σημειωθεί και η μαρτυρία του Παυσανία (ΙΙ 19, 5), σύμφωνα με την οποία είδε εικόνα στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, στο Άργος, όπου παρουσιαζόταν ο Βίτωνας να φέρει στους ώμους ταύρο, τον οποίο μετέφερε από το Άργος στη Νεμέα, με σκοπό να τον θυσιάσει στο Δία.

Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών.

   

Πηγές


  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Ηραία τα εν Άργει», Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.
  • Μάρκελλος Μιτσός, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις 1952.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Αθήνα, ³1996. 
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Read Full Post »

Σοφοκλής  (496 ή 495  π.Χ.- 406 π.Χ.)


 

 Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης και Οιδίπους επί Κολωνώ είναι οι επτά διασωθείσες τραγωδίες του μεγάλου Αθηναίου ποιητή της κλασικής περιόδου. Γεννημένος το 496 ή 495 π.Χ., ο Σοφοκλής, σύγχρονος του Αισχύλου και του Ευριπίδη (λίγο νεότερος από τον πρώτο, λίγο μεγαλύτερος από τον δεύτερο), πέθανε σε βαθύ γήρας (περίπου 90 ετών) και υπήρξε, σύμφωνα με τις λίγες πηγές που μαρτυρούν τη ζωή του, ένας άνθρωπος από εύπορη οικογένεια, ευσεβής και αφοσιωμένος στην αθηναϊκή πολιτεία και τους θεσμούς της, με εξαιρετικά καλλιτεχνικά χαρίσματα. Μαζί με τον Περικλή, ως στρατηγοί, διεξήγαγαν το Σαμιακό πόλεμο και μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχθηκε ως ένας από τους 10 προβούλους της πόλης. Συνολικά ο Σοφοκλής έγραψε 123 έργα και η τύχη -καλή μαζί του- δεν τον άφησε να δει την παράδοση της Αθήνας στους Σπαρτιάτες το 404 π.Χ.

 

Η ζωή και το έργο του

 

Σοφοκλής. Pushkin Museum of Fine Arts, Μόσχα.

Συμφωνά με το Πάριο Χρονικό (Marm. Par. A 56 και 64), ο διάσημος τραγωδιογράφος από τον Ίππιο Κολωνό της Αττικής γεννήθηκε το 496/495 π.Χ. και ήταν γιος του Σοφίλλου, κατά πάσα πιθανότητα εύπορου Αθηναίου και μάλιστα ιδιοκτήτη πολυάριθμων δούλων. Μολονότι κάποιες αρχαίες μαρτυρίες και ανεκδοτικές πληροφορίες προσδί­δουν ιδιαίτερη έμφαση στη μη αριστοκρατική κα­ταγωγή του, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι η ευυπόληπτη οικογένειά του είχε όντως αριστοκρατικές καταβολές, γεγονός που ενισχύεται από πο­λυάριθμες βιογραφικές αναφορές σε μια εξαιρετικά επιμελημένη μόρφωση αλλά και σε διάφορες τιμητικές διακρίσεις, που απονεμήθηκαν στον τραγικό ποιητή ήδη από σχετικώς νεαρή ηλικία.

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι ο Σοφοκλής αξιώθη­κε να έχει ως εκπαιδευτή του στην τέχνη της μου­σικής τον περιώνυμο μουσικό Λάμπρο˙ επίσης, ως έφηβος, μετά τη θριαμβευτική επικράτηση των Ελλήνων επί των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ορίστηκε από την αθηναϊκή πολιτεία κορυφαίος του χορού των συνομηλίκων του που ανέπεμψαν στον επινίκιο παιάνα γύρω από το καθιερωμένο τρόπαιο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Σοφοκλής – ένας άνδρας που ήδη από τα νεανικά του χρόνια η ψυχή του καταυγάστηκε από τη λάμ­ψη των ελληνικών πολεμικών άθλων εναντίον των Περσών εισβολέων και ακολούθως τιμήθηκε από τους συμπολίτες του όσο ελάχιστοι άλλοι για το φυ­σικό κάλλος του, τον προσηνή χαρακτήρα του, το φρόνιμο ήθος του και την απαράβλητη ποιητική δύναμή του- παρουσιάζεται κατ’ επανάληψη από τους αρχαίους βιογράφους του ως κατ’ εξοχήν «φιλαθηναιότατος» πολίτης και ποιητής.

Αναφέρεται μάλιστα ότι ο δραματογράφος αυτός από τον αργή­τα Κολωνόν δεν εγκατέλειψε ουδ’ επ’ ελάχιστον την πολυφίλητη πόλη του για να φιλοξενηθεί στην αυλή κάποιου πανίσχυρου ηγεμόνα, όπως αντίθετα έπραξαν οι ευκλεείς ομότεχνοί του Αισχύλος και Ευριπίδης. Πέρα από τις αλλεπάλληλες νίκες, που επάξια κατήγαγε στους δραματικούς αγώνες λόγω του απαράμιλλου ποιητικού ταλέντου του, ο ί­διος ανήλθε στη διάρκεια της ζωής του σε υψηλά πολιτικά και θρησκευτικά αξιώματα.

Η λιγότερο γνωστή αυτή πτυχή της ζωής του βρέθηκε αρκετά πρόσφατα στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος εν όψει μιας αξιοπρόσεκτης όσο και ενδια­φέρουσας στροφής της θεατρικής κριτικής προς μια διεξοδικότερη ανάλυση και εμβριθέστερη μελέτη της «πολιτικής διάστασης» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη νέα θε­ώρηση, η ενεργός παρουσία και η έκθυμη συμμετοχή ενός δημιουργού στο πολιτικό γίγνεσθαι της πατρίδας του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, εάν λά­βουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι εν προκειμένω η τραγωδία λειτουργεί σαν ένα είδος παραμορφωτικού κατόπτρου, μέσα στο οποίο ανακλάται με τρόπο πολύμορφο και πολυδύναμο η αθηναϊκή πολιτική και κοινωνική ζωή του 5ου αι. π.Χ.  Η προειρημένη ακραιφνώς κοινωνιολογική προσέγγιση της αττικής τραγωδίας, που εδράζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω σε σύγχρονες θεωρίες σχε­τικά με την αισθητική της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμε­να και υποδηλούμενά του, δεν πρέπει σε καμιά πε­ρίπτωση να συγχέεται με προγενέστερες, εν πολ­λοίς μονοδιάστατες και απλουστευτικές, θα λέγαμε, απόπειρες ανίχνευσης μέσα στο τραγικό corpus ε­νός αυστηρά προκαθορισμένου πολιτικού υποστρώ­ματος, ή έστω, κατ’ άλλους, μιας άγονης και ίσως αυτάρεσκης εθνικής απόχρωσης.

Πράγματι, ο Σο­φοκλής, ιδίως σε προχωρημένη ηλικία, ενώ πλέον διαφαίνεται ευκρινώς στον ορίζοντα η επικείμενη ήττα και συντριβή της Αθήνας από τη Σπάρτη προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, αποφεύ­γει να παρασύρεται σε μεγαλόστομες εξάρσεις πατριωτικής περιπάθειας.

 

Σοφοκλής, αντίγραφο ανδριάντα του 4ου αιώνα, ο λεγόμενος Σοφοκλής του Λατερανού, Μουσείο Βατικανού.

 

Στη διάρκεια του πολύχρο­νου βίου του υπηρέτησε την πολυαγαπημένη πόλη του από την περίβλεπτη θέση του Ελληνοταμία το 443/442 π.Χ.· εξελέγη στρατηγός τουλάχιστον δυο φορές και μάλιστα ευτύχησε να είναι συστράτηγος του Περικλή, ίσως ακόμη του Θουκυδίδη του γιου του Μελησία και επίσης του Νικία, του μοιραίου στρατηγού της σικελικής εκστρατείας, κατά τη διάρ­κεια της μακρόχρονης και πολυαίμακτης πολιορ­κίας της Σάμου από τον αθηναϊκό στόλο (440-439 π.Χ.) και πιθανώς είτε στον πόλεμο των Αθηναίων ενάντια  στους  σαμιακής  καταγωγής  Αναιίτες (428/427 π.Χ.) είχε αργότερα κατά την περίοδο της εύθραυστης Νικίειας ειρήνης (421-415 π.Χ.).

Ανάμεσα στα πολιτικά αξιώματά του μπορεί επίσης να προσμετρηθούν οι πολυάριθμες «πρεσβείες», στις οποίες έλαβε μέρος ως λαοπρόβλητος εκπρόσωπος της πατρίδας του προς άλλες πόλεις της Ελλάδας, και η αμφιλεγόμενη, καθ’ ότι όχι πλήρως αποδε­δειγμένη, συμμετοχή του ως Προβούλου στο ολι­γαρχικό κίνημα των Τετρακοσίων, το οποίο, ως γνωστόν, οδήγησε στην προσωρινή ανατροπή της Αθηναϊκής δημοκρατίας (411 π.Χ.).

Από όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται προ­φανές ότι ο Σοφοκλής εκδήλωσε αδιάπτω­το ενδιαφέρον απέναντι στις ραγδαίες πο­λιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. για ένα χρονικό διάστημα λίγο μεγαλύτερο των τριάντα ετών (443-411 π.Χ.)· ειδικότερα, η έντονη πολιτική δράση του συνοδεύεται και από την ολόψυχη συμμετοχή του στις ζωηρές θεολογικές αναζητήσεις της εποχής ε­κείνης.

Ενδεικτικό της ειλικρινούς ευλάβειας και ανυπόκριτης ευσέβειας του Αθηναίου δραματουργού είναι η άρρηκτη διασύνδεσή του με τις λατρείες του επιδαύριου θεού Ασκληπιού και του ήρωα Άλωνα – πιθανότατα δε ο ίδιος μετά το θάνατό του αφηρωίζεται και λατρεύεται στην Αττική με την επωνυμία Δεξιών. Αναμφίλεκτα, η ειλικρινής αγάπη του για το γενέθλιο τόπο του και ο πηγαίος θαυμασμός του για τα ανυπέρβλητα επιτεύγματα του αθηναϊκού πνεύματος και πολιτισμού διαπερνούν το δραματικό έργο του· ωστόσο, η νηφαλιότητα, η μετριοπάθεια, το απροκατάληπτο πολιτικό του αισθητήριο και η πλήρης επίγνωση της τραγικής πλευράς της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αφήνουν περιθώρια για «διανοητικά πυροτεχνήματα», που συχνά λειτουργούν απλώς ως ευπρόσδεκτα αντιστηρίγματα στεί­ρων τοπικιστικών εξάρσεων και άγονων συγκινη­σιακών υπερβολών.

Σοφοκλής, από δημοσίευση του περιοδικού, Life.

Παράλληλα προς τους α­κραιφνώς πολιτειακούς θεσμούς του αθηναϊκού κράτους, όπως η εκκλησία του δήμου και τα δικα­στήρια, η αρχαία ελληνική τραγωδία αντανακλά και αποκρυσταλλώνει το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Αθήνας των κλασικών χρόνων μέσα από μια δυσδιόρατη αλλά όμως ενδελεχή κριτική διεργασία, που συμπαραβάλλει με τρόπο εύρυθμο και εύτακτο την πολυστρώματη μυθολογική παρά­δοση με τρέχουσες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, ο Σοφο­κλής συνέγραψε 123 δραματικά έργα και πήρε δε­καοχτώ φορές το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων. Για να περιορι­στούμε στα ακέραια έργα του, τα οποία η χειρόγρα­φη παράδοση διέσωσε σε ορισμένες περιπτώσεις ό­χι χωρίς την ευνοϊκή παρέμβαση ολωσδιόλου τυ­χαίων παραγόντων, ο Αίας – ένα μεγαλόπνοο έργο της ποιητικής κατά τα φαινόμενα ωριμότητας του Αθηναίου τραγωδού παρουσιάζει ανάγλυφα την α­συμβίβαστη αξιοπρέπεια και το δυσπρόσιτο μεγα­λείο του ομώνυμου ήρωα μέσα στην ξέφρενη δίνη των ανθρώπινων παθών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Εν αντιθέσει προς τον ηρωικό παλμό του ασυμβίβαστου Αίαντα και την ηλεκτρισμένη πολεμική ατμόσφαιρα του τρωικού πεδίου, στην Ηλέ­κτρα (420-410 π.Χ.) με την ομώνυμη ηρωίδα του «ασίγαστου μίσους» ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δρά­ση στην Ελλάδα και μεταφέρει τον απόηχο της α­δυσώπητης σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων μέσα στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο μιας πολύπαθης οι­κογένειας, όπου θύτης και θύμα ανταγωνίζονται ε­πί σκηνής και ενίοτε εκτός σκηνής με εναλλασσό­μενη πειστική ευγλωττία.

Το ανώτερο όλων σε τρα­γικότητα έργο Οιδίπους Τύραννος (430-420 π.Χ.) θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους κριτικούς ως το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης του Σοφο­κλή· ιδίως στο δράμα αυτό μέσα από μια σειρά μοι­ραίων και συνταρακτικών αναγνωρίσεων ο τραγι­κός εστεμμένος της Θήβας τελικά συνειδητοποιεί τη θεϊκή πλεκτάνη, μέσα στην οποία σπαρταρούσε παγιδευμένος ανεπίγνωστα σε όλη τη διάρκεια του δράματος.

Μολονότι ο σοφόκλειος ήρωας διεκδικεί ακατά­παυστα ένα έστω γλίσχρο μερίδιο στην καθολική ευτυχία, ο ίδιος συνάμα με ανυποχώρητο πείσμα και αταλάντευτο φρόνημα επιλέγει αυτό ακριβώς που αναπόφευκτα θα τον εκμηδενίσει· ωστόσο, ό­πως στην περίπτωση της αγέρωχης και αποφασι­στικής Αντιγόνης στο φερώνυμο έργο (450-440 π.Χ.), η ασύνετη τόλμη εν τέλει μεταλλάσσεται σε αξιοθαύμαστη γενναιοψυχία, ενώ η συγκλονιστι­κή πτώση του τυραννικού Κρέοντα προκαλεί μιαν απροσδόκητη αναψύχωση του δημοκρατικού φρονήματος. Θα έλεγε κανείς ότι το αντιστασιακό πα­ράδειγμα της απτόητης Αντιγόνης καθιστά εντο­νότερη για τον αθηναϊκό δήμο την ανάγκη συνε­χούς επαγρύπνησης για τη διασφάλιση ενός ηθι­κά ωριμότερου πολιτικού βίου.

Με παρόμοιο τρό­πο στις Τραχίνιες (450-440 π.Χ.) το εξατομικευ­μένο πάθος αναλύεται υπό το πρίσμα μιας θλιβε­ρής ερωτικής ιστορίας, όπου η άνευ όρων παραδο­χή του παραλόγου στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιαν ανακουφιστική προοπτική εν όψει μιας φρι­κιαστικής διαδοχής επάλληλων αναπόδραστα α­λύτρωτων θανάτων.

Η θεατρική δραστηριότητα του Σοφοκλή φαίνεται ότι δεν κάμφθηκε από το βαθύ γήρας· αντίθετα ο ποιητής συνέθεσε δυο αριστουργήματα στη δύση της καλλιτε­χνικής σταδιοδρομίας του. Ο Φιλοκτή­της (409 π.Χ.) είναι μια τραγωδία επικού μεγαλεί­ου, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας – το alter ego του αυτοκτονικού Αίαντα- παραμένει ανυποχώρη­τος στο φιλέκδικο πείσμα του, άκαμπτος και αλύ­γιστος μέσα στην αφόρητη ερημιά του· ωστόσο, στο τέλος δεν εξουθενώνεται από τη δυναμική ε­νός ανέφικτου ηρωικού ιδανικού, αλλά επιδει­κνύει μια ήρεμη αξιοπρέπεια μπροστά στην ακαταγώνιστη θεϊκή βούληση, ακροβατώντας έτσι στις παρυφές μιας ρεαλιστικότερης θεώρησης της ανθρώπινης ειμαρμένης.

Το κύκνειο άσμα του Αθηναίου τραγικού και επάξιο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης ποιητικής πορείας είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ (406 π.Χ.), που παραστάθηκε στο θέ­ατρο του Διονύσου με αναμενόμενη θριαμβική ε­πιτυχία μετά το θάνατό του (406/405 π.Χ.). Κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο έργο, τον Φιλοκτή­τη, το τελευταίο αυτό σωζόμενο σοφόκλειο δράμα μέσα από πολύπτυχες διακειμενικές συσχετίσεις και αντιπαραβολές ανασκοπεί την ιστορία του Οιδίποδα και επιχειρεί να στήσει γέφυρα επικοινω­νίας με τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγό­νη, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό ανυποψίαστο στοχαστικό βάθος στα δρώμενα.

Τα αφηγηματικά νήματα, που συναρθρώνουν τα τρία αυτόνομα δρά­ματα σε μια δυνάμει θηβαϊκή τριλογία, δεν οδηγούν σε άγονη επανάληψη και άχαρη αναδίπλω­ση των παρελθοντικών γεγονότων, όπως θα περί­μενε κανείς, αλλά όλως διαφορετικά οι απροσδόκητες συμφιλιωτικές απολήξεις των prima facie άσπονδων αντιπαραθέσεων στην Αθήνα εγκαρδιώνουν τους θεατές, ενώ ο επικήδειος ενθουσια­σμός της εξόδιας σκηνής προετοιμάζει με δραμα­τουργικό οίστρο και ειρωνική διάθεση την επόμε­νη μυθολογική εμπλοκή στη μακρινή όσο και μοιραία πόλη των Καδμείων.

θα μπορούσε να λεχθεί λοιπόν ότι ο Σοφοκλής, πέρα από ενεργός πολίτης και άγρυπνος στοχα­στής, υπήρξε πρωτίστως ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου, ο οποίος μέσα στην έξαρση της ποι­ητικής δημιουργίας δεν έπαψε να αναζητεί πρα­κτικές λύσεις για να αναπτύξει και να τελειοποι­ήσει την τέχνη του· ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αθηναίος τραγωδιογράφος ει­σήγαγε στο αττικό δράμα ή τουλάχιστον προώθη­σε, μεταξύ πολλών άλλων αλλαγών, κυρίως τρεις σημαντικότατες καινοτομίες:

α) την αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις,

β) την αύξηση των με­λών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε, και

γ) κατά το αισχύλειο πρότυπο την περαιτέρω απο­σύνδεση της ιστορικομυθικής ενότητας των τετρα­λογιών, δηλαδή τη συμμετοχή κάθε φορά των ποι­ητών στους θεατρικούς αγώνες με τέσσερα αυτόνο­μα δράματα.

 

Ηλέκτρα, 1936. Αρχείο: ΚΜΕΕΘ-ΚΜ

 

Κατά την άποψη έγκριτων σύγχρονων μελετη­τών, που ανάμεσα στα άλλα διερευνούν τις λανθά­νουσες αφηγηματικές δομές των δραματικών έργων με απώτερο σκοπό να διερμηνεύσουν τις δαιδαλώ­δεις θεατρικές κατασκευές της αρχαίας δραματουρ­γίας, οι προαναφερθέντες νεοτερισμοί παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον ποιητή για να ιεραρχήσει τους διηγητικούς τρόπους του, προ­κρίνοντας κατά περίπτωση το λειτουργικότερο και δραστικότερο.

Η αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις, καθώς επίσης η συμμετρικότερη παράταξη  του Χορού σε δυο ημιχόρια των εφτά μελών με την ταυτόχρονη ανάδυση του κορυφαίου σε ρόλο τέταρτου υποκριτή, διευκολύνουν συν τοις άλλοις διαδοχικές αλλαγές στην οπτική γωνία και στο χρόνο ε­ποπτείας των συμβάντων. Επιπροσθέτως, η σταδιακή αποδυνάμωση της μυθικής αλληλουχίας ως ε­πί το πλείστον συμβάλλει στην αδιάσπαστη παρου­σίαση των κεντρικών γεγονότων και στη ραγδαία επιτάχυνση του σκηνικού ρυθμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φιλόσοφος Πολέμων, που έζησε και έδρασε κατά τη διάρκεια του 3ου αι­ώνα π.Χ., απέδωσε στον Σοφοκλή τον εύστοχο χαρακτηρισμό «τραγικός Όμηρος», ενώ παράλληλα αποκάλεσε τον πατριάρχη της ελληνικής λογοτε­χνίας «επικό Σοφοκλή» (TrGF, τόμ. 4ος, TIIb 115). Πράγματι, η θαυμάσια εναρμόνιση μιας υπερτέλειας διαγραφής των χαρακτήρων, που ερεί­δεται κυρίως σε εδραίους αφηγηματικούς αρμούς, με μια εξόχως στοχαστική θέαση της ανθρώπινης μοίρας, που καθαιρεί το παραστάσιμο υλικό από απρόσφορες ίσως ιδεοληπτικές προσμίξεις, δι­καιολογεί απολύτως τη διαχρονική αξία και το α­νυπέρβλητο σφρίγος της σοφόκλειας δραματουρ­γίας.

  

Ανδρέας Μαρκαντωνάτος

Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,

Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών

 

Βιβλιογραφία


 

  • M. W. Blundell, Helping Friends and Harming Enemies: A Study in Sophocles and Greek Ethics, Κέμπριτζ 1989.
  • C. M. Bowra, Sophoclean Tragedy, Οξφόρδη 1944.
  • F. Budelmann, The Language of Sophocles: Communality, Communication and Involvement,
    Κέμπριτζ 2000.
  • R. G. A. Buxton, Sophocles [Greece & Rome New Surveys in the Classics No. 16], Οξφόρδη 1984.
  • V. Ehrenberg, Sophocles and Pericles, Οξφόρδη 1954.
  • H. Flashar, Sophokles: Dichter im demokratischen Athen, Μόναχο 2000.
  • G. M. Kirkwood, A Study of Sophoclean Drama,  Ithaca και London 19942.
  • B. M. W. Knox, The Heroic Temper: Studies in Sophoclean Tragedy, Μπέρκλεϊ και Λος Άντζελες 1964.
    M. R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets, Λονδίνο 1981, σελ. 75-87.
  • A. Lesky, Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, τόμος Α’. Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή, μτφρ. Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Αθήνα 1987, σελ. 281- 456.
  • Η. Lloyd-Jones, Sophocles Volume I  [Loeb Classical Library No. 20], Κέμπριτζ, Μασ. και Λονδίνο 1994, σελ. 1-24.
  • A. Machin, Cohérence et continuité dans le théâtre de Sophocle, Κεμπέκ 1981.
  • A. Markantonatos, Tragic Narrative. A Narratological Study of Sophocles’ Oedipus at Colonus, Βερολίνο και Νέα Υόρκη, του ιδίου, Sophocles: Oedipus at Colonus [Duckworth Companions to Greek and Roman Tragedy], Λονδίνο 2004, κεφ. 1.
  • Γ. Μαρκαντωνάτος, Εισαγωγή στην Αττική Τραγωδία, Αθήνα 1991, σελ. 137-152.
  • Κ. Reinhardt, Sophocles, μτφρ. Η. Harvey και D. Harvey, Οξφόρδη 1979.
  • W. C. Scott, Musical Design in Sophoclean Theater, Ανόβερο και Λονδίνο 1996.
  • D. Seale, Vision and Stagecraft in Sophocles, Λονδίνο και Καμπέρα 1982.
  • C. Segal, Tragedy and Civilization: An Interpretation of  Sophocles, Κέμπριτζ, Μασ. 1981, του ιδίου, Sophocles’ Tragic World: Divinity, Nature, Society, Κέμπριτζ, Μασ. 1995.
  • T.B.L. Webster, An Introduction to Sophocles, Οξφόρδη 19692.
  • C. H. Whitman, Sophocles: A Study in Heroic Humanism, Κέμπριτζ, Μασ. 1951.
  • T. Von Wilamowitz-Moellendorfï, Die dramatische Technik des Sophokles, Βερολίνο 1917.
  • R. P. Winnington-Ingram, Sophocles: An Interpretation, Κέμπριτζ 1980.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Σοφοκλής», τεύχος 255, 30 Σεπτεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία


 

Δευκαλίων και Πύρρα, Giovanni Maria Bottalla, Λάδι σε μουσαμά, περίπου 1635. Acervo do Museu Nacional de Belas Artes, Rio de Janeiro, Brasil.

Κάθε τόπος έχει να παρουσιάσει τη δική του «γένεση«, όπως αυτή διαμορφώνε­ται σε συνάρτηση με το άμεσο φυσικό περιβάλλον. Στην ελληνική μυθολογία (Κακριδής, 1986) αναφέρονται τρεις σημαντικοί κατακλυσμοί, οι οποίοι επιπλέον υποδηλώνουν ευρεία γεωγραφική έκταση, του Ωγύγου (Αττική-Βοιωτία), του Δευ­καλίωνα (Θεσσαλία) και του Δαρδάνου (Μακεδονία). Στις παραλλαγές των τοπι­κών μύθων επίσης εμφανίζεται ο κατακλυσμός του Ίναχου στην περιοχή της Αργολίδας. Άμεσος απόγονος του Ίναχου αναφέρεται ο Φορωνέας και κυρίως ως ο πρώ­τος άνθρωπος και βασιλιάς στη γη μετά τον κατακλυσμό του Ίναχου. Ο Φορω­νέας είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη δημιουργία πολιτισμού, καθώς μυθολογείται ότι έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους και δίδαξε τη χρήση της (Κακριδής, 1986). Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα του Προμηθέα.

Σημαντικό στοιχείο στο μύθο του Φορωνέα στην Αργολίδα είναι η εκδίωξη των μυθικών πυρομεταλλουργών Τελχίνων και η οικειοποίηση της τεχνικής τους. Η δραστηριότητα των μυθικών Τελχίνων αναφέρεται στη Λήμνο, τη Ρόδο, την Κέα και σε άλλους μύθους (Αττική). Οι Τελχίνοι ταυτίζονται με τα προελληνικά φύλα των Κάρων ή Κήρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας εντοπίζεται ήδη στη Λήμνο, στην Πολιόχνη, από το 3100 έως το 2600 π.Χ., ενώ η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Πολιόχνης (το 2300 έως 2200 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα την εξά­πλωση των κατοίκων της σε πολλές πρωτοελλαδικές III και πρωτοκυκλαδικές III θέσεις της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών (Ντούμας, 1997).

 

1. Περί μυθολογικών κατακλυσμών

 

Ο μύθος του Φορωνέα εμπεριέχει στον πυ­ρήνα του όχι μόνο την πολιτισμική ανά­πτυξη αλλά και την κοινωνική, σε συν­δυασμό με τη δημιουργία τοπικής πατρολογίας. Η πριν από τον Φορωνέα εποχή – σύμφωνα με τη μυθική γενεαλογία -, και σύγχρονη με αυτήν του Ίναχου, χαρακτηρίζεται από αρμονία και κοινή γλώσσα. Την αρμονική συνύπαρξη και επι­κοινωνία των ανθρώπων τη συναντάμε πάλι στους ιουδαϊκούς μύθους (Γένεση 11,9). Σε αντίθεση με αυτόν τον κόσμο έρχεται η εποχή του Φορωνέα, όταν η μεγάλη πληθυσμια­κή αύξηση επιβάλλει τον διασκορπισμό των αν­θρώπων σε διαφορετικούς συνοικισμούς και δυ­σχεραίνει την αρμονική επικοινωνία, ενώ ανα­πτύσσονται ταυτοχρόνως οι τοπικοί διάλεκτοι -πολυγλωσσία. Ο μύθος της Βαβέλ (Γένεση 11. 9) επίσης αναφέρεται με την επισήμανση της «πολυγλωσσίας» σε ένα τέτοιο αναπόφευκτο κοινωνικό-πολιτιστικό γεγονός.

Η Παλαιά Διαθήκη καθώς και η σουμεριακή παράδοση δημιούργησαν τη γενεαλογία και πατρολογία τους, βασιζόμενες σε μύθους και πραγματικά γεγονότα. Ο «Κατακλυσμός» στάθηκε η αφορμή και η αφετηρία. Ο Νώε όπως και ο Ίναχος υπήρξαν οι γεννήτορες της ανθρωπότη­τας, όπως ο εκάστοτε λαός κάθε φορά φαντα­ζόταν. Οι απόγονοί τους -Αβραάμ, Φορωνέας αντίστοιχα- προήγαγαν τον πολιτισμό και την κοινωνία των λαών τους. Το φαινόμενο ενός ή και περισσοτέρων κα­τακλυσμών φαίνεται ότι αποτελεί «κοινόν τόπο» στις παραδόσεις των διαφόρων λαών.

 

Η Κιβωτός του Νώε, έργο του Französischer Meister, περ. 1675. Μουσείο Καλών Τεχνών Βουδαπέστης.

 

Λόγου χάριν, οι επιτόπιες εμπειρίες μεγάλης κατα­στροφής στη Μεσοποταμία πριν από το 2000 π.Χ. αποκρυστάλλωσαν αυτές τις δραστικές γεωλογικές/κλιματικές ανακατατάξεις που πρωτοαναφέρονται περί το 2000 π.Χ. στο Έπος της Δημιουργίας – όπου τον κύριο ρόλο στην οργά­νωση του σύμπαντος έχει ο Μαρντούκ-, στο Έπος του Γκιλγκαμές. με τον σχετικό βαβυλω­νιακό κατακλυσμό κατά την 3η χιλιετία π.Χ., και στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεση 6, 1-9, 29) ως ο ιουδαϊκός «Κατακλυσμός του Νώε» (New Larousse Encyclopedia of Mythology. 1968).

Τα τοπικά κλιματικά και γεωλογικά φαινόμε­να, συνοδευόμενα από καταστροφές, ουσιαστι­κά αποτελούν τον πυρήνα της θεογονίας και ανθρωπογονίας των λαών. Οι κατακλυσμοί επομένως των μύθων αντανακλούν ένα τοπικό γεωλο­γικό ή κλιματικό γεγονός με σοβαρές συνέπειες στην ευρύτερη εκάστοτε περιοχή. Με αυτό το σκεπτικό ο «μύθος«, εντασσόμενος στην ευρύ­τερη περιβαλλοντική πραγματικότητα, παύει να υπηρετεί αποκλειστικά το φανταστικό.

Τα ιστορικά γεγονότα κάλλιστα μπορούν να «μυθολογούνται» και, ακόμα περισσότερο, με τα αρχαιο­λογικά δεδομένα να επιβεβαιώνουν τους θρύ­λους. Στην ελληνική εκδοχή με τις ποικίλες τοπι­κές παραδόσεις και παραλλαγές πιθανώς εντο­πίζονται τα ίχνη της ιστορικής πορείας των προ­ελληνικών (Πελασγοί, Λέλεγες, Κάρες, Τυρρηνοί, Φοίνικες-Καδμείοι, Αίμονες, Άονες, Έκτηνες, Καύκωνες, Κυλικράνες, Τέμμικες, Ύαντες κ.ά.) και των πρωτο-ελληνικών και ελληνικών φύλων (Δαναοί, Άβαντες, Αθαμάνες, Αίθανες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες (;). Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες, Δωριείς, Έλληνες, Επείοι, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες, Μαγνήτες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περ(ρ)αιβοί, Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες, Φωκείς) προς τους χώρους της τελικής εγκατάστασής τους (Ήπειρος, Θεσσαλία, Λοκρίδα, Φωκίδα, Αρκαδία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’). Στην παρούσα εργασία γίνεται μια πρώτη προσπάθεια «σποσυμβολοποίησης» του μυθολογούμενου κατακλυσμού του Ίναχου στην Αργολίδα.

 

2. Ο μυθολογούμενος αργολικός κατακλυσμός

 

Ο αργολικός μύθος στηρίζει τις απαρχές του στο γεγονός ενός κατακλυσμού που ακο­λουθείται από τη δημιουργία του αργολικού πο­λιτισμού και του περίπλοκου γενεαλογικού δέν­δρου. Γενάρχης των Αργείων θεωρείται ο Ίναχος, ο οποίος πρώτος συγκεντρώνει και οργανώνει τους διασκορπισμένους πληθυσμούς στην Αργολίδα αμέσως μετά τον κατακλυσμό. Στον Ίναχο αποδίδεται η αποστράγγιση του αργολι­κού κάμπου από τα λιμνάζοντα νερά και η χάραξη κοίτης ποταμού. Οι άνθρωποι μετά τον κατακλυσμό και πριν από τον Ίναχο ζούσαν στα ψηλά βουνά. Ο Ίνα­χος παρουσιάζεται ως γιος του Ωκεανού και ως σύζυγος μιας Ωκεανίδας. Οι απόγονοί του – δεύτερης γενιάς ο Φορωνέας και ενδέκατης γε­νιάς ο Δαναός- συνδέονται με τη δημιουργία και την εξέλιξη του αργολικού πολιτισμού.

Παρεμφερής είναι ο αττικός και ο βοιωτικός μύθος – φυσική καταστροφή, ανάδυση από το υγρό στοιχείο, ανασυγκρότηση των πληθυσμών και πολιτισμική ενεργοποίηση από έναν «χαρισματικό» ηγέτη -, που θέλει τον Ώγυγο (Κακριδής, 1986, σσ. 60-62) γενάρχη και πρώτο βασιλιά της Αττικής και της Θήβας, στα χρόνια του οποίου ανάγεται επίσης ο κατακλυσμός. Οι περισσότεροι ελληνικοί μύθοι έχουν στον πυρή­να τους το γεγονός του κατακλυσμού και ανάγουν τους πρώτους κατοίκους και τον γεννήτο­ρά τους αμέσως μετά. (Κακριδής, 1986, σσ. 56-62.) Η περιοχή της Αργολίδας, πλούσια σε μύ­θους και αρχαιολογικά ευρήματα, παρέχει τη δυνατότητα να ταυτιστούν τα μυθολογούμενα γεγονότα με συγκεκριμένα γεωλογικά και κλιμα­τικά φαινόμενα.

 

3. Τα γεω-αρχαιολογικά στοιχεία στην Αργολίδα

 

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (Π.Ε.Χ.) η αργολική πεδιάδα υπέστη σημαντι­κές διαφοροποιήσεις, αμέσως μετά το μέγιστο της θαλάσσιας επίκλυσης (προσχώρηση της θάλασσας στην ξηρά: transgression). Η μετά-πλειοκαινική στάθμη της θάλασσας έπαψε να ανυψώνεται στις αρχές της Εποχής του Χαλκού, όταν μια περιοχή προς το μέρος της ξηράς, μέχρι 4,7 χιλιόμετρα από τη σημερινή ακτογραμμή, είχε καλυφθεί από τα νερά. Ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μια λίμνη γλυκού νερού σχηματίστηκε στη δυτική ακτή της πεδιά­δας (όρια της λίμνης: Λέρνα-Μαγούλα κοντά στο Κεφαλάρι και συνεχίζεται στο Ελληνικό-Νέα Κίος). Ως φυσική συνέχεια, με τις πρώτες πλημμύ­ρες και την υπερχείλιση του ποταμού Ίναχου, οι γύρω πεδιάδες παρουσίασαν πλούσιες αλλουβιακές αποθέσεις, δηλαδή ποτάμια ιζήματα. Σε όλους τους πυρήνες γεωτρήσεων (Zangger, 1993) το πρωτοελλαδικό (ΠΕ) στρώμα καλυπτό­ταν από 1-3 μέτρα αλλουβιακού ιζήματος. Η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα σε κάρβουνο από τον νεολιθικό/πρωτοελλαδικό ορίζοντα έδωσε 2564 ±220 για την αλλουβιακή απόθεση (Zangger, 1993. σ. 52).

 

"Ο Κατακλυσμός", έργο του Μηχαήλ Άγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, 1508-1512.

 

Την ίδια περίοδο ΝΛ/ΠΕ, συναφές φαινόμε­νο ιζηματογένεσης από πλημμύρες εντοπίζεται στην Αττική, στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου – έναρξη 3200 π.Χ., τέλος 2600 π.Χ. (Paepe et al., 1984, 1985). Τόσο στην Αργολίδα όσο και στην Αττική το φαινόμενο της επίκλυ­σης και των πλημμυρών ήταν αρκετά έντονο ώστε να αποκρυσταλλωθεί στον κατακλυσμό του Ίναχου και του Ωγύγου. Αμέσως μετά την ύφεση της επίκλυσης, η υψηλή απόθεση των ιζημάτων στη διαβρωνόμενη αργολική ακτή προκάλεσε μια πρώιμη από­συρση της θάλασσας –regression-, όπως κυρίως εντοπίζεται στην περιοχή της Τίρυνθας. Η κατάσταση της πεδιάδας έκτοτε παρέμεινε στα­θερή και πλούσια σε αλλουβιακές αποθέσεις. Οι αποθέσεις αυτές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού κατέστησαν την αρ­γολική πεδιάδα εύφορη και οπωσδήποτε κατοι­κήσιμη, εφόσον τα νερά αποσύρθηκαν.

Στην Αττική παρατηρήθηκαν ποτάμιες επι­στρώσεις επί των εδαφών 2, 3, 4, που αντιστοι­χούν στις ΝΛ περί το 6300-6000 π.Χ., ΠΕ περί το 2700 π.Χ., ΜΕ περί το 1850 π.Χ, φάσεις (Paepe et al., 1984). Είναι επομένως πιθανόν το ΠΕ έδα­φος 3 της Αττικής και το χρονολογούμενο περί το 2564+220 π.Χ. της Αργολίδας να ανταποκρί­νονται στη «μετακατακλυσμιαία» φάση που θρυ­λείται στους μύθους. Συγκεκριμένα, ένα κομμάτι κάρβουνο προ­ερχόμενο από τον ορίζοντα α της διατομής 3 (πυρήνας ΑΡ 10: 3,4 μ.) ΝΝΛ/ΠΕ στρώματος χρονολογήθηκε με ραδιοάνθροκα στα 2564 ± 220. Ο ορίζοντας ΝΝΛ/ΠΕ περιείχε πληθώρα ρι­ζών και φυτικών υπολειμμάτων μαζί με όστρακα χαρακτηριστικά της κεραμικής αυτής της περιό­δου.

Επίσης έδωσε πλούσιο περιεχόμενο φωσφατικών ουσιών ώστε η χρονολόγηση του κάρβουνου να δίνει τη μέγιστη ηλικία για την εναπό­θεση του ΝΝΛ/ΠΕ αλλουβιακού στρώματος και για την ακμή της θαλάσσιας επίκλυσης, δηλ. το στρώμα αυτό εναποτέθηκε περίπου πριν από το 2500 π.Χ.

Στο διάστημα μεταξύ του 6000 με 2600 π.Χ. σημειώνεται σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και κυρίως κατά τη χαλκολιθική περίοδο και ΠΕ II ανάπτυξη της γεωργικής καλλιέργειας και μό­νιμη εγκατάσταση. Έτσι: στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού εντοπίζονται 206 θέσεις κατοίκησης στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια έναντι των 136 της Νεολιθικής 172 στην Πελοπόννησο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  έναντι των 81 της ΝΛ περιόδου (Συριόπουλος, 1994). Η εγκατάσταση αυτή εντοπίζεται κυρίως στις πιο γόνιμες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας.

Η οικιστική και πολιτισμική ανάπτυξη στην Αργολίδα υπονοείται στη μυθολογούμενη δραστηριότητα του Ίναχου. Η πεδιάδα έγινε κατοι­κήσιμη αφού την αποστράγγισε και χάραξε κοί­τη ποταμού. Στο σημείο αυτό ίσως εντοπίζεται η φυσική απόσυρση των υδάτων και κάποια τε­χνητή αποστραγγιστική δραστηριότητα εκμε­ταλλευόμενη την κοίτη του ποταμού Ίναχου, δυ­τικά της Τίρυνθας, όπου η πρώιμη απόσυρση και επανάληψη του φαινομένου κατά την Υστεροελλαδική II Β/Γ (πλημμύρα, υδροφράχτης και κανάλι, Zangger, 1993). Επιπλέον, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σχηματίστηκε το προαναφερθέν φυσικό παράκτιο φράγμα και η λίμνη με όρια την Λέρνα-Κεφαλάρι-Νέα Κίο. Οι πηγές της Λέρνας και του Κεφαλαρίου αργότερα και μέχρι σήμερα τροφοδοτούν τον ποταμό Ερασίνο του ΝΔ τμή­ματος της Αργοναυπλιακής πεδιάδας.

Πριν από τον Ίναχο οι άνθρωποι ήταν δια­σκορπισμένοι στα βουνά (σύμφωνα με το μύθο), καθώς η αργολική πεδιάδα ήταν πλημυρισμένη κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στη Λέρνα, ενώ η κατοίκησή της ανάγεται σε δυο οικιστικές φάσεις, Λέρνα I και Λέρνα IΙ κατά τη Νεολιθική Εποχή, στην ύστερη φάση της Νεολιθικής η χρήση της θέσης διακόπτεται ως την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Το κενό εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, οπότε και οι μεγάλες πλημμύρες. Από τα μέσα περίπου της τρίτης χιλιετίας εμφανίζονται σημαντικές εγκαταστάσεις στο ζωτικό χώρο της πεδιάδας, όπως το μνημειώδες BG κτήριο ή η «Οικία των Κεράμων» στη Λέρνα III και η Θόλος -Rundbau – της Τίρυνθας, ή εξ ολοκλήρου νέοι οικισμοί (Συριόπουλος, 1994, ΝΛ περίοδος, θέσεις: 397-407, ΠΕ περίοδος, θέ­σεις: 467-489).

Η θρυλούμενη συγκέντρωση των πληθυ­σμών επί Ινάχου τοποθετείται λογικά σ’ αυτή τη φάση που η αργολική πεδιάδα είναι εκμεταλ­λεύσιμη, δηλ. μετά τις πλημμύρες (περί το 2564±220, ήτοι 2800 έως 2350 π.Χ.). Εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε: τον Ίναχο στην πρώιμη φάση και τον Φορωνέα έως και τον Δαναό στις μετέπειτα φάσεις μιας χρονικής πε­ριόδου περί τα 360 έτη (11 γενιές χ 33 έτη ανά γενιά). Δηλαδή, αυτό το χρονικό διάστημα μπο­ρεί να ενταχθεί στο χρονικό περιθώριο των 450 ετών (2800-2350), που ορίζει το σφάλμα της μεθόδου χρονολόγησης των στρωμάτων.

Η Λέρνα μοιάζει να κτίστηκε και να οχυρώ­θηκε με σκοπό να εκμεταλλευθεί και να ελέγξει την πλούσια γεωργική παραγωγή, όπως άλλω­στε μαρτυρούν το πλήθος των αποθηκευτικών δοχείων και τα πήλινα σφραγίσματα. Η Τίρυνθα επίσης βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύφορη περιοχή, και πιθανώς το ιδιόμορφο ΠΕ II οικοδόμημα -Rundbau- λειτουργούσε ως σιταποθήκη, αν όχι ως κάτι άλλο, ανάλογα με αυτές του ΠΕ II Ορχομενού(;) ή των Κυκλάδων, ή ακόμη της Αιγύπτου (Vermeule, 1972). Ο «συγκεντρωτικός» χαρακτήρας των παραπάνω εγκαταστάσεων και η περίπτωση ύπαρξης ενός κοινού αργολικού εργαστηρίου σφραγίδων (σφραγίσματα από Λέρνα, Τίρυνθα, Ζυγουριές (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Κονσόλα 1984) υποδηλώνει την ανάγκη οργάνωσης που θα επέβαλλε η εκτεταμένη δραστηριότητα των κατοίκων της ΠΕ περιόδου.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο μύθος του Ίναχου αφορά ουσιαστικά στη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων οικισμών γύρω από ένα ποτάμι ή λίμνη που καθορίζει τη ζωή και τις δραστηριότητές τους. Αποτελεί το τυπικό «μοντέλο» της γένεσης ενός πολιτισμού ανάλογου με της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, που επίσης στηρίχθηκε σε τοπικά γε­ωλογικά ή κλιματικά φαινόμενα. Τέτοια περιβαλλοντικά φαινόμενα μεταφρά­ζονται π,χ. σαν έντονες πλημμύρες (υγρό κλί­μα), περίοδοι ξηρασίας, έντονα φαινόμενα κα­τολισθήσεων από αυξημένες και έντονες σεισμι­κές δραστηριότητες, κ,ά. Σε τέτοιες περιόδους αστάθειας κάθε κοινωνική υποβόσκουσα «κίνη­ση» βρίσκει πρόσφορο έδαφος για αναταραχή που συντείνει στην ολοκλήρωση καταστροφών, και αντίστροφα.

Αυτά πάντως ακολουθούν ένα είδος οφιοειδούς (ζιγκ-ζαγκ) καμπύλης γραμμής, με μέση χρονική διάρκεια εντόνων-ηπίων φαινομένων υγρού-ξηρού κλίματος 80-120, 200-250, 500-700, και περίπου 1000 χρόνων, αλλά και μεγα­λύτερων περιόδων. Τέτοιοι κλιματικοί κύκλοι έχουν εντοπισθεί σε γεωαρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα (και αλλού) και σε προσεγγιστικούς κλιματικούς δείκτες, όπως η μεταβολή του εύρους των δενδροδακτυλίων, ο άνθρακας-14 στην ατμόσφαι­ρα, το εύρος ιλύος λιμνών, το γεωμαγνητικό πε­δίο και η ηλιακή δραστηριότητα (Liritzis, 1982, Liritzis et al„ 1985, Schove, 1983). Αυτοί οι επα­ναλαμβανόμενοι κλιματικοί «κύκλοι» επικάθονται αλλήλων και σχηματίζουν ένα δίκτυο περιοδι­κών όρων που δίνουν την εντύπωση απρόβλε­πτης «χαοτικής» μεταβολής.

Παρ’ όλα αυτά, προσεκτική ανάλυση των κλιματικών, γεωλογικών και ηλιακών παραμέ­τρων δείχνει την ύπαρξη τέτοιων κλιματικών κύ­κλων, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μας, ήταν το βα­σικό αίτιο (των κοινωνικο-οικονομικών λόγων συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικών) της μη-γραμμικής αυξομείωσης (ακμή-παρακμή) αρχαίων πολιτισμών, κατά το υπόδειγμα: καταστροφή – ανάδυση –ανασυγκρότηση – πολιτισμική ενεργοποίηση-βαθμιαία/ξαφνική παρακμή (καταστροφή). Η πορεία της «πολιτισμικής καμπύλης» φαί­νεται να ακολουθεί κανόνες προβλεψιμότητας αναμεμειγμένους με υπολείμματα αταξίας. Έτσι θα μπορούσαν πιθανά να ερμηνευτούν ως ομα­λά ή ανώμαλα μετατοπιζόμενοι πολιτισμικοί πό­λοι έλξης (ή κοιτίδες ή ομφαλοί εξέλιξης) (νησί­δες στη θεωρία του Χάους) πολιτισμικών δραστηριοτήτων, ως «παράξενοι ελκυστές», στη θε­ωρίας του Χάους.

 

4. «Πολυδίψιον Άργος»

 

Στο μύθο του Ίναχου εκφράζεται η τοπική κοσμογονία άμεσα συνδεδεμένη με το υγρό στοιχείο. Η έννοια του κατακλυσμού εμπεριέχει στοιχείο τοπικών καταστροφών αλλά ενσωματώνει και τις αρχέγονες χθόνιες λατρείες σχετι­κές με τη σπορά, την αρχή νέου χρόνου, τον ετήσιο κύκλο εργασιών. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που αναφέρεται σε μια άλλη φυλε­τική κοιτίδα, τη Θεσσαλία. Η εξέλιξη του αργολικού μύθου συμβαδίζει με την εξέλιξη των κλιματικών αλλαγών και των γεωλογικών διαφοροποιήσεων στον κάμπο.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Ίναχος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μετά την αποστράγγιση του αργολικού κάμπου, κλήθηκε να κρίνει τη διαφο­ρά μεταξύ Ποσειδώνα και Ήρας για την εξουσία στο Άργος. Ψηφίζοντας ευνοϊκά για την Ήρα, ο Ποσειδώνας τιμώρησε τον Ίναχο – ο οποίος στην πορεία του μύθου εξελίχθηκε σε ποτάμια θεότητα δίνοντας το όνομά του σε τοπικό ποτα­μό – με το να τον ξηράνει και να έχει νερό μόνο το χειμώνα, δηλ. ο ποταμός Ίναχος έγινε πια χείμαρρος.

Η ξηρασία της περιόδου αυτής διασώζεται άλλωστε στην αρχαιότερη παράδοση (Όμηρος, Ησίοδος) που χαρακτηρίζει το Άργος, την ευρύ­τερη μάλλον περιοχή, ως πολυδίψιο, δηλ. άνυδρο, με πρόβλημα ξηρασίας. Το πρόβλημα αντι­μετωπίζεται από τους απογόνους του Ίναχου, τον Δαναό και τις κόρες του. Ο μύθος συγκεκριμένα αναφέρει: Ο Δανα­ός, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ξηρασία του Άργους, στέλνει την κόρη του Αμυμώνη να βρει νερό. Σύμφωνα με την πρώτη παραλλαγή, η Αμυμώνη ανακάλυψε μια πηγή, αλλά μόλις την πλησίασε, η πηγή εξαφανίστηκε μέσα στη γη.

Σε μια άλλη παραλλαγή, η κοπέλα, αναζητώ­ντας νερό στο δάσος, δέχθηκε επίθεση από σάτυρο. Τότε ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα, ο οποίος τον κυνήγησε και ρίχνοντας την τρίαινά του αστόχησε, χτυπώντας, αντί για το σάτυρο, ένα βράχο. Από το βράχο τότε ανέβλυσε μια πη­γή. Τέλος, μια τρίτη παραλλαγή του μύθου ανα­φέρει ότι ο ίδιος ο θεός οδήγησε την Αμυμώνη ώστε να βρει την πηγή της Λέρνας (Κακριδής, 1986). Είναι αξιοσημείωτο ότι η πηγή και στις τρεις περιπτώσεις του μύθου φαίνεται να αναβλύζει από υπόγεια φρεάτια και να είναι άμεσα συνδε­δεμένη με το γεωλογικό υπόστρωμα. Η παρου­σία δε του Ποσειδώνα ενισχύει αυτή τη διαπί­στωση, καθώς ο θεός αυτός αποτελεί τη θεο­ποίηση των γεωλογικών και τεκτονικών φαινομέ­νων που επίσης σχετίζονται με τη συμπεριφορά των υδάτων. Έτσι ο Δαναός κατάφερε να υδρο­δοτήσει την περιοχή που ήταν άνυδρη.

 

5. Η παλαιογεωγραφία και υδρογεωλογία της Αργολίδας

 

Μετά την απόσυρση της θάλασσας και την υψηλή ιζηματογένεση το εσωτερικό της πεδιά­δας παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό, ενώ η ακτο­γραμμή παρουσίαζε συνεχείς αλλαγές. Πάντως το υψηλό ποσοστό αλλουβιακών αποθέσεων στα μέσα της 3ης χιλιετίας συνεπάγεται την ύπαρξη ποταμού, όχι χειμάρρου. Λόγω των με­γάλων πλημμύρων, η περιοχή δεν θα αντιμετώ­πιζε φαινόμενα ξηρασίας-ερημοποίησης. Παρόμοια φαινόμενα πλημμύρων παρατη­ρούνται επίσης στην Αττική (Paepe et al., 1984). όπως αναφέραμε παραπάνω (κεφ. 3). Οι μέγι­στες πλημμύρες αντιστοιχούν στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου. Δηλαδή άρχισαν περί το 3200 π.Χ. και έληξαν περίπου το 2600 π.Χ. (πα­ρόμοια φαινόμενα πλημμύρων επαναλαμβάνο­νται στο 700 π.Χ. και περί το 300 μ.Χ.).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι έντονες πλημμύ­ρες συνοδεύονται από υψηλό ρυθμό ιζηματογένεσης με ποτάμιες κροκαλοπαγείς επιστρώσεις (αλλουβιακά ιζήματα), με αποτέλεσμα το μεγά­λο πάχος ιζημάτων να υπερκαλύπτει τους οικι­σμούς. Είναι σύνηθες φαινόμενο μετά από τέ­τοιες διαστρωματώσεις να αναπτύσσονται στρώματα εδαφών (soil-beds). Εφ’ όσον όμως σταθεροποιήθηκε η κατά­σταση του Αργολικού κάμπου, το κλίμα της Αργολίδας ακολούθησε τους επαναλαμβανόμε­νους κύκλους ξηρασίας-υγρασίας των 900-1000 ετών που εντοπίζονται στην Αττική, με την οποία υπάρχει συνάφεια. Το επόμενο στρώμα του κύ­κλου ξηρασίας στην Αττική, και κατά συνέπεια στην Αργολίδα, είναι στο χαμηλότερο ΜΕ στρώ­μα περί το 1900 π.Χ.- μια περίοδος πολιτισμι­κής ύφεσης, όπως προέκυψε από την αρχαιολο­γική έρευνα (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Συριόπουλος, 1994).

Μεταξύ του 3000 και του 700 π.Χ. υπάρχουν τέσσερα εδάφη (Sub-Boreal, temperate/dry, warm-wet to dry-wet) που υποδηλώνουν κλιματι­κές εναλλαγές. Είναι αυτές οι γεωλογικές μετα­βατικές φάσεις που ίσως οριοθετούν τις αντί­στοιχες αρχαιολογικές πολιτισμικές φάσεις. Κάποιες πλέον καταστροφικές μεταβατικές φά­σεις κατεγράφησαν στην παράδοση της Αργολίδας ως «Ο κατακλυσμός του Ίναχου«.

 

"Ο Κατακλυσμός", του Γκουστάβ Ντορέ. Βασισμένο στην ιστορία της κιβωτού του Νώε, απεικονίζει ανθρώπους που προσπαθούν απελπισμένα να σώσουν τα παιδιά τους. Gustave Doré (1832-1883).

 

Η γεωφυσική κατάσταση και το κλίμα της Αργολίδας ευνοούν το σχηματισμό χειμάρρων. Το κλίμα της είναι μεσογειακό με θερμά καλοκαίρια και χαμηλό ποσοστό βροχοπτώσεων (περί τα500 χιλιοστά ετησίως). Η περιοχή της αργολικής πεδιάδας υποφέρει από την ξηρασία καθώς τα όρη που την περιβάλλουν κρατούν την υγρασία των ανέμων.

Η Αργολίδα δεν έχει ποταμούς, ο Ίναχος και ο παραπόταμος του Χάραδρος ή Ξεριάς είναι ορμητικοί χείμαρροι. Το καλοκαίρι γίνονται ξηροπόταμοι, αφού τα λί­γα νερά τους απορροφώνται από το έδαφος στο βόρειο τμήμα του διψασμένου κάμπου (Κούβαρης, 1964). Επομένως, τουλάχιστον από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  η Αργολίδα παρουσιάζει αυτή την κατά­σταση, και τα προβλήματά της διασώζονται στους μύθους.

Στη σημερινή εποχή (δεκαετία του ’60 και μετά) η ανάγκη υδροδότησης της περιοχής ήταν επιτακτική. Η λύση του προβλή­ματος μοιάζει να είναι η πολυυδρότερη δυτική πλευρά της πεδιάδας, όπου ο ποταμός Ερασίνος – η πηγή Κεφαλάρι – και οι πηγές των Μύλων ή Λέρνας.

Η πηγή του Κεφαλαριού είναι καρστική με ανάβλυση υδάτων υψηλής στάθ­μης, και τροφοδοτεί τον Ερασίνο. Οι πηγές Κεφαλαρίου και Λέρνας προέρχονται από το κλειστό αρκαδικό οροπέδιο, από το οποίο δια­φεύγουν με υπόγειους οχετούς κάτω από τα αργολιδοαρκαδικά όρη. Για τα ύδατα του Ερασίνου και της Λέρνας, έγινε το 1964 μελέτη να διοχετευθούν στην πεδιάδα για να εμπλουτι­στούν τα υδροφόρα στρώματα. Η μελέτη υδροδότησης του 1964 δεν απέχει πολύ από τη μυθολογούμενη προσπάθεια του Δαναού να εκμεταλλευθεί την πηγή της Λέρνας ή και του Κεφαλαρίου.

Ο Δαναός εκμεταλλεύ­θηκε μια πηγή, της οποίας τα νερά ανέβλυζαν προφανώς από υπόγειους οχετούς, όπως αφή­νει να εννοηθεί η πλοκή του μύθου. Άρα την πε­ρίοδο του Δαναού:

α) ο Ίναχος ήταν χείμαρρος και δεν επαρκούσε να καλύψει τις ανάγκες της πεδιάδας,

β) η Λέρνα και το Κεφαλάρι ήταν πη­γές και όχι μια μεγάλη λίμνη η οποία υφίστατο ως τις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  (βλ. 3ο κεφάλαιο), και

γ) υφίσταται εγγειοβελτιωτική δραστηριότητα.

Τα παραπάνω στοιχεία τοποθετούν την περίοδο του Δαναού στην προχωρημένη Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, και σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στην περίοδο μεταξύ 2850 με 2300 π.Χ. Ο Ίνα­χος και η Ιώ τότε θα πρέπει να αναχθούν στην ΠΕ Ι/ΙΙ (2900-2800 π.Χ.) περίοδο, που έτσι ακο­λουθούν με λογική συνέπεια τις χρονολογίες των άλλων απογόνων τους -Έπαφος και Λι­βύη -, οι οποίοι, σύμφωνα με σχετική ανάλυση (Λυριτζής, 1998), θα πρέπει να έζησαν γύρω στο 2800-2700 π.Χ. Κατ’ αντιπαράθεση, άλλοι μελε­τητές τοποθετούν την Ιώ γύρω στον 18ο αιώνα π.Χ., ερμηνεύοντας την παρουσία αυτής και των απογόνων της με ανάλογα ρεύματα μετακινήσε­ων εκείνη την εποχή, αλλά και με την παράθεση των ιστορούμενων του Ηροδότου (ΙΙ.43, VΊ.53-54) (Καρνέζης, 1986). Να σημειωθεί ότι για την Ιώ υπάρχουν πολλές μυθικές παραλλαγές.

 

6. Λέρνα και Τίρυνθα

 

Η νεολιθική κατοίκηση της Λέρνας διακό­πτεται μέχρι την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Η διακοπή αυτή συμπίπτει α) με τη θαλάσσια επίκλυση και β) με την εναπόθεση υψηλού πάχους, 1-3 μέτρα, αλλουβιακών απο­θέσεων, που λογικά έκανε αδύνατη την κατοίκη­ση της περιοχής. Κατά την ΠΕ II η Λέρνα διαθέτει οχυρωματι­κό σύτημα και μνημειώδεις κατασκευές, ενώ βρίσκεται πάνω στο νότιο όριο της μεγάλης λί­μνης που σχηματίστηκε στο δυτικό άκρο της πε­διάδας. Καθ’ όλη την ΠΕ II ο οικισμός ανθεί, και αιτία της ανάπτυξης θα απετέλεσε το αγροτικό πλεόνασμα. Ο οικισμός καταστρέφεται βίαια στα τέλη της ΠΕ II και η νέα Λέρνα της ΠΕ III δεν ανανεώνει τις κατασκευές της ΠΕ II Λέρνας, ενώ ακολουθεί την τυπική πορεία ανάπτυξης ενός ΜΕ οικισμού.

Στην αλλαγή ίσως συνέβαλε κάποια νέα διαμόρφωση της ακτογραμμής, που αλλοίωσε το περιβάλλον της εγγύς λίμνης μετα­τρέποντάς το σταδιακά σε έλος. Οι πηγές των Μύλων και βορειότερα του Κεφαλαρίου απέμει­ναν πιθανώς μετά την εξέλιξη αυτή για να υδρο­δοτήσουν την πεδιάδα.

Ο ΠΕ II οικισμός της Τίρυνθας ήταν παρά­λιος, με παραλία μεγάλης κλίσης, η οποία, αποτελώντας περιβάλλον απόθεσης ιζημάτων, υφί­στατο συνεχείς αλλαγές κατά την Πρωτοελλαδι­κή περίοδο. Η ανάπτυξη του οικισμού φαίνεται ότι δεν συνεχίσθηκε στις επόμενες περιόδους (βλ. κεφ. 5) μέχρι την YE III, οπότε τα πρώτα τείχη. Σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα είναι αυτά της ΠΕ II, όταν η περιοχή γύρω από την Τίρυνθα ήταν ιδιαίτερα εύφορη. Από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  δεν σημειώθηκαν αξιόλογες μεταβο­λές μέχρι την YE III Β, όταν ο χείμαρρος Μάνεσης προκάλεσε καταστροφική πλημμύρα (Zangger, 1993).

Ο μύθος του Δαναού προφανώς έχει την εξήγησή του στις αρδευτικές ανάγκες του κά­μπου και στις συνεχείς προσπάθειες των αν­θρώπων να τις ικανοποιήσουν. Μετά την ταρα­χώδη και συντηρητική ΜΕ περίοδο, η μετάβαση από την ΜΕ στην ΥΕ αφήνει μεγαλύτερα περι­θώρια πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια αυτά πιθανώς ανάγεται η επαναδραστηριοποίηση των κατοίκων της αργολικής πεδιάδας, καθώς αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνεται πλούτος στα χέρια των ανθρώπων την περίοδο των Λακκοειδών και των πρώτων Θολωτών τάφων (Vermeule, 1972).

 

7. Συμπέρασμα

 

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει:

1) Οι μυθολογούμενοι κατακλυσμοί αναφέ­ρονται σε γεωλογικά και κλιματικά φαινόμενα.

2) Στον τοπικό μύθο της Αργολίδας ο κατα­κλυσμός του Ίναχου αποδίδεται στη σημαντική καταστροφική πλημμύρα που εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Σημειωτέον ότι το όνομα Ίναχος εμπεριέχει το στοιχείο αχ-, το οποίο απαντάται σε πολλά ονόματα ποταμών (Αχελώος, Αχάμας, Αχάτης, Αχέλης, κ.ά.) και ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw- «νερό». Εξελικτικά το προελληνικά ιν­δοευρωπαϊκό υπόστρωμα μετέτρεψε το -k σε -κ- και μια τουλάχιστον γλώσσα ή διάλεκτος του ιδίου υποστρώματος μετέτρεψε το -κ- σε -χ-(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σσ. 360-361). Ο μυθικός ήρωας Ίναχος βρίσκεται μάλιστα σε άμεση συνάρτηση με το υγρό στοιχείο, καθώς α) πατέρας του είναι ο Ωκεανός, β) γυναίκα του η Ωκεανίδα Μελία και γ) στην εξέλιξη του μύθου προάγεται σε ποτάμια θεότητα.

3) Τα μυθολογούμενα περί Ίναχου (γενάρ­χης, ποτάμια θεότητα), Δαναού και Αμυμώνης αποδόθηκαν σε συγκεκριμένα κλιματικά και παλαιογεωγραφικά φαινόμενα.

4) Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Δαναός ήταν 11ης γενεάς απόγονος του Ίναχου -μια γενιά περίπου 33 χρόνια-, η δραστηριότητά του το­ποθετείται στη χρονική περίοδο περί το 2500 π.Χ. (αναφερόμενοι πάντα στο αρχαιότερο όριο του χρονολογούμενου με άνθρακα-14 ΠΕ II υπο­στρώματος της Αργολίδας).

5) Με κάθε επιφύλαξη, στηριζόμενοι στη μυθική γενεαλογία, προκύπτει ότι οι 4ης γενιάς απόγονοι του Δαναού, Προίτος και Ακρίσιος, το­ποθετούνται περί το 2400 π.Χ. Ο Προίτος και ο Ακρίσιος ήταν αδέλφια και, σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 25, 7-10), μετά από μια φονική αδελφοκτόνο μάχη, στην οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες, ανήγειραν «πυραμί­δα» προς τιμή των νεκρών, την οποία εκόσμησαν με τις ασπίδες που είχαν χρησιμοποιηθεί. Η πυραμίδα του χωριού Ελληνικό στο Κεφαλάρι του Άργους έχει πρόσφατα χρονολο­γηθεί (με την πυρηνική μέθοδο οπτικής θερμοφωταύγειας) την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή περί το 2500 π.Χ. (Liritzis et al., 1996, Liritzis, 1994, Theocaris et al., 1996). Ο Καρνέζης (1986, σ. 104) τον Ακρίσιο τον θεωρεί Λαπίθη-Μεσανατολίτη και εκφραστή κά­ποιας ομάδας διαφορετικής από την ομάδα των Λυκίων που εκπροσωπεί ο Προίτος, την εποχή γύρω στο 1400-1350 π.Χ.

6 ) Πίσω από τις ελληνικές μυθικές γενεαλο­γίες ίσως μπορέσουμε ν’ ανιχνεύσουμε πραγματι­κή «πατρολογία«, σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεωαρχαιολογικά δεδομένα, και ως ένα βαθμό την ιστορική μυθολογία. Η διάσωση, καταγραφή και κριτική των μύθων δεν έπαυσε ποτέ να είναι γνώση, όπως ακριβώς ήταν και η Ιστορία (οίδα, ίστωρ).

Στην πορεία της εξέλιξης του πνεύματος αλλά και της κοινωνικής δομής του, ο άνθρω­πος δημιούργησε κατηγορίες θεμελιακών μύ­θων, όπως: μύθοι των πόλεων, του κυνηγιού, της καλλιέργειας, της γης και της γονιμικής λα­τρείας, μύθοι πολεμικοί, τελετουργικοί ή θρησκευτικοί, διοίκησης του κόσμου, της θέμιδας, της γνώσης που οδήγησε στη θρησκεία, και απόκρυφοι μύθοι της γνώσης.

Η συμβολή στην ερμηνεία των μύθων, η διακριτική ικανότητα με­τάβασης από τη «γνώση» στη «λογική έκφρα­ση», από το «παραμύθι» στο «πραγματικό γεγο­νός», είναι θέμα πολλών μελετών, που δίνουν κάποια ερμηνεία των «επί μέρους» μύθων από τη δική τους σκοπιά. Τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν διατύ­πωση κάποιων λογικών υποθέσεων, που στο­χεύουν στην αποσαφήνιση της πορείας των ελ­ληνικών φύλων, τα οποία ανάγουν τις ρίζες τους και  την καταγωγή τους στην ελληνική μυθολο­γία και προϊστορία.

 

Ιωάννης Λυριτζής

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών

Μαρία Ραυτοπούλου

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


  • J. L Caskey (1960) . » The EH period in the Argolid», Hespena, 29, 285.
  • O. Dickinson  (1994). The Aegean Bronze Age.
  • Ρ. Grimal (1991).Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής μυθολογίας. University Studio Press, Θεσσαλονίκη.
  • I. Θ. Κακριδής (1986).Ελληνική Μυθολογία, τόμοι 2 και 3, Εκδοτική Αθηνών.
  • I. Η. Καρνέζης (1986). Μύθος Προέλευση και εξέλιξη. Συμβολή στην ερμηνεία των μύθων  Αθήνα, 126 σελί­δες.
  • Ν. Κόνσολα (1984).  Η πρώιμη αστι­κοποίηση στους ΠΕ οικισμούς,  Αθήν., Κούβαρης (1964) Νέα Γεωγραφία, Άτλας της Ελλάδος.
  • I. Liritzis, P.S. Theocaris, R. Β.Galloway(1997), » Dating of two Hellenic Pyramids by a Novel Application of Thermoluminescence», Journal of Archaeological Science 24, σσ. 399-405.
  • I. Liritzis (1994). «A new dating method by thermoluminescence of carved megalithic stone building», C. R. de I’ Academie des Sciences.Paris», t. 319 serie II, σσ. 603-610. Επίσης του ίδιου (1994): «Archaeometry Dating the past», Ekisτics, 368/369. σσ. 361-366.
  • I. Liritzis and D. Kosmatos (1995), » Solar-climatic cycles in a tree-ring record from Parthenon»,   Journal of Coastal Research special issue No. 17, Ch. 11. σσ. 73-78.
  • I. Liritzis (1982). «200 years cycling in the earth’s  archaeomagnetic  field intensity and in related solar terrestrial phenomena»   Practika Academy of Athens 57, σ. 380.
  • I.Λυριτζής (Ι998). To μυστήριο των ελληνικών πυραμιδοειδών. Μια νέα επιστημονική     προσέγγιση.  Εκδ. Τυποκίνηση, Αθήνα.
  • New Larousse Encyclopedia of Mythology (1968), New edition, Hamlyn publ. group ltd. New York.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’. «Προϊστορία και Ιστορία», Εκδοτική Αθηνών, 1970.
  • R. Paepe, Ε. Van Overloop, Μ. Ε. Hatziotis,  and  J. Thorez  (1984). Desertification  Cycles  in  HistoricalGreece, Progress in Biometeorology vol. 3, σσ. 55-64.
  • R. Paepe, Μ. Ε. Hatziotis, and E. Van Overloop (1995). «Twenty cyclic pulses of drought and humidity during the Holocene», Ch. 9, Journal of Coastal Research, Special Issue No 17: «Holocene Cycles: Climate, Sea Levels and Sedimentation» σσ. 55-61.
  • Ε. Vermeule (1972). Greece in the Bronze age, 5th ed., The University of Chicago Press.
  • Κ. Θ. Συριόπουλος (1994). Η προϊ­στορική κατοίκηση της Ελλάδας και η Γέννεση του Ελληνικού Έθνους,  τ. Α’, Αθήνα.
  • P. Theocaris, I. Lintzis, Sampson Α., Lagios Ε. (1996). «Geophysical Prospection, Archaeological Excavation and Dating in Two Hellenic Pyramids», Surveys m Geophysics 17: σσ. 593 – 618.
  • Χ. Ντούμας (1994). «Meligunis Lipara, vol. VI, L. Β.Brea– M. Cavalier», περιο­δικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τ. 50, σσ. 102-104.
  • D. J. Schove (1983).  «Sunspot cycles». Benchmark Papers in Geology series v. 68.New York, Van Nostrand Reinhold, σ. 268.
  •  Ε. Zangger (1993).Argolis II. The geoarchaeology of,  the Argolid.  Archäologisches Institut Athen Gebr. Mann Verlag,Berlin. 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 69, Δεκέμβριος 1998.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αγεύς (Αργεύς) – 4ος αιώνας π.Χ.


 

Δολιχοδρόμοι

Το Άργος, στην αρχαιότητα ανέδειξε σπουδαίους αθλητές. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχουν οι δρομείς. Ένας από τους ξακουσμένους δρομείς του Άργους ήταν ο Αγεύς ή Αργεύς, όπως λάθος έχει επικρατήσει.  Πρόκειται για Αργείο αθλητή δολιχοδρόμο και ολυμπιονίκη. Στο επάγγελμα ήταν ημεροδρόμος, δηλαδή αγγελιοφόρος. Κέρδισε την πρώτη του νίκη στο δόλιχο [1],  το 328 π.Χ., κατά την 113η Ολυμπιάδα. Λέγεται ότι, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ τότε από τη νίκη του, που θέλησε να αναγγείλει ο ίδιος το γεγονός στους Αργείους, αυθημερόν. Στο Άργος, πιθανόν, να συζητούσαν επί πολλές ημέρες το μεγάλο γεγονός  της νίκης του Αγέα. Ίσως, να μην ήξεραν τι να θαυμάσουν πιο πολύ : τη μεγάλη Ολυμπιακή νίκη ή το απίστευτο κατόρθωμα να τρέξει ένας άνθρωπος εξακόσια στάδια, δηλαδή 115 περίπου χιλιόμετρα σε μία ημέρα και να φθάσει αυθημερόν, με τη δύση του ηλίου, από την Αρχαία Ολυμπία στο Άργος.

Τον λαμπρό, διπλό άθλο του Αγέα τον διέδωσε ο Ευσέβιος ο Παμφίλου [2], ο οποίος αναφέρει : «Αγεύς Αργείος δόλιχον, ος εν Άργει την εαυτού νίκην αυθημερόν ανήγγειλεν».

Σε μία άλλη επιγραφή (Ι.Β V2,550), βρίσκουμε πάλι το όνομα «Αγεύς», με τη διευκρίνιση «Αγεύς Αριστοκλέο(ς)». Ειδικοί μελετητές, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, τον Αργείο αθλητή Αγέα, ο οποίος νίκησε στα Λύκαια[3], της Αρκαδίας, το έτος 308/7 π.Χ., στο αγώνισμα του δόλιχου.

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθούμε στο σχετικό πρόβλημα της μεταλλαγής του κανονικού ονόματος του αθλητή. Ειδικότερα, στην Πατρολογία Migne, όπου αναφέρονται τα κείμενα του Ευσέβιου, με τη σχετική αναφορά στον Αργείο αθλητή, προφανώς από τυπογραφικό λάθος ο Αγεύς αναφέρεται ως «Αργεύς». Έκτοτε το λάθος διαιωνίστηκε από κατοπινούς μελετητές που προσέφυγαν στην Πατρολόγια Migne. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την επικράτηση της λανθασμένης αναγραφής και στη ίδια του την πατρίδα.

Αναμφισβήτητα, ο Αργείος δρομέας με το κατόρθωμά του αποτελεί πλέον πρότυπο πνευματικής δημιουργίας και έμπνευσης. Για να γίνουμε πιο σαφείς, ο Αγεύς έχει εμπνεύσει την κα Αλεξίου να του αφιερώσει το εξής ποίημα :

 

Αγεύς ο Αργείος

Με ευχές που έβγαιναν από τα φυλλοκάρδια τους

και πετούσαν – ελπιδοφόρα ολόλευκα πουλιά – στον ουρανό

σε ξεπροβόδισαν οι φίλοι σου και οι συναγωνιστές σου, Αγέα·

να γυρίσεις νικητής από την ιερή γη της Ολυμπίας.

 

Τα νικητήρια θα ’ρθω να γιορτάσουμε μαζί·

μόλις ο ήλιος γυρίσει την πλάτη του στην πόλη,

να με περιμένετε· εγώ θα αναγγείλω την νίκη μου.

 

Βέβαια κανείς δεν σε πίστεψε,

χάριν αστειότητος θεώρησαν πως είπες τα λόγια τούτα.

 

Πλήρης αισιοδοξίας, για την άριστη φυσικής σου κατάσταση,

αναχώρησες για την Ολυμπία· μ’ ένα και μόνο σκοπό :

στου Ολυμπίου Διός τους ιερούς αγώνες νικητής να στεφανωθείς.

 

Και σαν έφτασε η ώρα του ευγενικού αγώνα

ωσάν κέλλης ίππος, τινάζοντας περήφανα την χαίτη του,

όρμησες στο στάδιο μαζί με τους ωκύποδους δολιχοδρόμους·

κι αφού δέκα φορές περιέτρεξες τον στίβο της Ολυμπίας,

κυνηγώντας την γοργόφτερη Νίκη που τον κότινο κρατούσε,

εν μέσω ιαχών και ζητωκραυγών, πρώτος πέρασες το τέρμα·

αφήνοντας αρκετά πίσω τους ανταγωνιστές σου.

 

Η σάλπιγγα σαλπίζει· σιγή στο στάδιο,

Για να ακουστεί του βροντόφωνα κήρυκα η φωνή:

Αγεύς ο Αργείος, νικά δόλιχον! Διαλαλεί.

 

Προσέρχεται ο δρομοκήρυξ αθλητής

σεμνός και στάθηκε μπρος στους Ελλανοδίκες·

λίγα δάκρυα συγκίνησης αυλάκωσαν το ηλιοκαμένο πρόσωπό του

την ώρα που ο σεβάσμιος γέρων τοποθετούσε

τον πολυπόθητο κότινο στο σγουρό του κεφάλι,

ενώ ο πρωινός ήλιος καθρεφτιζόταν στις ιδρωστάλες του.

(Αλεξίου, Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.

Επιπλέον, προς τιμήν της προσωπικότητάς του και της πράξης του, ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων»[4], το 2001 και το 2002 (μετά από 2.329/10 χρόνια) αναβίωσε το γενναίο κατόρθωμά του, πραγματοποίησε δηλαδή, την ίδια διαδρομή (Ολυμπία –Άργος,174 χιλιόμετρα), με μία ομάδα δρομέων.

Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ονόματα των Αργείων αθλητών που νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στο βασικό αγώνισμα του σταδίου. Οι αθλητές είναι οι εξής :

1)      Δάνδης Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 77η Ολυμπιάδα (472 π.Χ.).

2)      Ιολαΐδας Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 139η Ολυμπιάδα (224 π.Χ.).

3)      Επαίνετος Αργείος : νίκησε στο στάδιο παίδων την 175η Ολυμπιάδα (80 π.Χ.).

4)      Ανθεστίων Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 182η Ολυμπιάδα (52 π.Χ.).

5)      Σώπατρις Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 187η Ολυμπιάδα (32 π.Χ.).   

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

 Υποσημειώσεις


[1] Ο δόλιχος είναι δρόμος αντοχής και γινόταν μέσα στο στίβο του σταδίου, μετά από το στάδιον και τον δίαυλον. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην 15η Ολυμπιάδα (720π.Χ.), με νικητή τον Άκανθο τον Λακεδαιμόνιο. Είναι ο μακρύτερος δρόμος και η απόσταση ποικίλλει, κατά τις πηγές, από τα 7 έως τα 24 στάδια, ανάλογα με τις κατηγορίες αγώνων (παίδων, αγενείων, ανδρών), με τους στίβους των ιερών στα οποία διεξάγονταν οι αγώνες και ίσως με τις εποχές. Τις περισσότερες φορές όμως ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3.550-3.850 μέτρα. Έπειτα, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τους αρχαίους την καθιέρωση του δολίχου ενέπνευσαν οι επιδόσεις των ημεροδρόμων ή δρομοκηρύκων, με άλλα λόγια των επαγγελματιών αγγελιοφόρων, οι οποίοι μετέφεραν ειδήσεις και παραγγελίες σε μεγάλες αποστάσεις, κυρίως σε περιόδους πολέμου. Σπουδαίοι ημεροδρόμοι υπήρξαν άνδρες από την περιοχή της Αρκαδίας. Τέλος, σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ένας δολιχοδρόμος πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, πρέπει να έχει δυνατούς ώμους και τράχηλο, όπως ένας πενταθλητής και λεπτά και ελαφριά πόδια, όπως ένας σταδιοδρόμος.   

[2]  Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου ήταν επίσκοπος Καισάρειας και θεωρείται ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, το 265 μ.Χ. Δάσκαλός του ήταν ο μάρτυρας του χριστιανισμού Πάμφιλος και από αγάπη στο δάσκαλό του ονομάστηκε Ευσέβιος ο Παμφίλου. Η μαρτυρία του Ευσέβιου για τον Αγέα, είχε γραφεί σε μεταλλική πλάκα και είχε αναρτηθεί στο σημερινό στάδιο του Άργους, πριν από αρκετά χρόνια με παραλλαγμένο το όνομα του αθλητή σε «Αργεύς» αντί Αγεύς. Η επιγραφή αυτή δε σώζεται σήμερα.

[3]  Σύμφωνα με επιγραφή (Syll 3.314) στον Ωρωπό.

[4]  Ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων» Δυτικής Αττικής ιδρύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου το 1997, από 31 αθλητές – δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, των Δυτικών συνοικιών της Αθήνας. Σήμερα, αριθμεί 168 ενεργούς αθλητές-τριες σε όλες τις κατηγορίες.

 

Πηγές


 

  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Αργέας ή Αγέας», περ. Ελλέβορος, τχ. 9-10, Άργος, 1992.
  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Αλεξίου Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.       
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Κωνσταντίνος Σάμιος, «Μια πρωτότυπη ιστορική ματιά», εφ. Δρομέας, 2001.
  • Θεόδωρος Γ. Αντίκας, «Φειδιππίδης, Φιλιππίδης, Φιλωνίδης: Ημεροδρόμοι και Μαραθωνοδρόμοι», Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον – Σηατλ, Visiting Onassis Professor.

  

Σχετικά θέματα:

Νέμεα ή Νέμεια

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.)

Read Full Post »

Ιπποκράτης (5ος αιώνας π.Χ.)


  

Πατέρας της Ιατρικής και μέγιστος των ιατρών χαρακτηρίζεται ο Ιπποκράτης, ο Δωριεύς που έγραψε στην ιωνική διάλεκτο και χρησιμοποίησε πρώτος στην Ιατρική το πείραμα, ανάγοντάς την από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη. Χρυσή εποχή της Ιατρικής χαρακτηρίζεται το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., κατά το οποίο ο Ιπποκράτης συνέγραψε πλήθος πονημάτων για φυσιολογία, ανατομία, παθολογία, θεραπευτική χειρουργική, μαιευτική και άλλες ειδικότητες και μίλησε πρώτος για το περιβάλλον σε σχέση με την υγεία. Προσκλήθηκε και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του λοιμού των Αθηνών και για το λόγο αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο. Ο Όρκος του παρέμεινε διαχρονικός. Και ο ίδιος, προφανώς τηρώντας κατά γράμμα την επιστήμη του, έφυγε αιωνόβιος.

 

Η γενιά και ο βίος του Ιπποκράτη

 

Ιπποκράτης

Ο Ιπποκράτης, ο μέγιστος των ιατρών όλων των αιώ­νων, γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αι. στην Κω. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν μας είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 460 π.Χ., στο 1ο έτος της 80ής Ολυμπιάδας. Ο Ιπποκράτης είναι απόγονος Δωριέων και από τους δυο γονείς. Ο πατέρας του Ηρακλείδης, ιερέ­ας στο Ασκληπιείο της Κω, ήταν γιος του Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, ο οποίος ήταν γιος του Γνωσιδίκου. Κατά την παράδοση, το Ασκληπιείο της Κω ί­δρυσε ο γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος όταν γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Κατά άλλη παράδοση, ιδρυτής του Ασκληπιείου της Κω ήταν ο γιος του Νέβρος.

Ανα­φέρονται όλοι οι πρόγονοί του και βέβαια τον χω­ρίζουν δεκαοκτώ (18) γενιές από το θεό Ασκληπιό και δεκαεννέα (19) από τον Απόλλωνα. Συμφωνά με την παράδοση, ο Απόλλωνας ήταν ο πατέρας του Ασκληπιού και βέβαια σαν γιος του Διός, που θε­ωρείται ο Απόλλωνας, ο Μέγας Ιπποκράτης είναι ο εικοστός της σειράς των απογόνων του Διός. (Ο Απόλλωνας ήταν θεός της Ιατρικής, του Φωτός και της Μουσικής). Όμως ήταν και από μητέρα Δωριεύς. Η μητέρα του Πραξιθέα, κόρη της Φαιναρέτης, καταγόταν ε­πίσης από τους Ηρακλείδες. Οι γιοι του Ιπποκράτη, ο Θεσσαλός και ο Δρά­κων, καθώς και ο γαμπρός του Πόλυβος (σύζυγος της κόρης του) υπήρξαν μαθητές και συνεχιστές του έργου του και συγγραφείς ορισμένων βιβλίων της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Ippocraticum).

Τα βιογραφικά στοιχεία του Ιπποκράτη δεν είναι βέβαια. Πολλοί ασχολήθηκαν με το γενεαλογικό του δένδρο και με το βίο του, αλλά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται. Οι τρεις μέχρι σήμερα πιο συμπληρωμένες βιογραφίες του είναι του Σωρανού του Εφεσίου, του Σουίδα και του I. Τζέτζη. [1]

Αλλά και ο χρόνος του θανάτου του δεν μας είναι ακριβώς γνωστός. Η παράδοση μνημονεύει το θά­νατό του στη Λάρισα σε μια από τις περιοδείες του στη Θεσσαλία, στη διάρκεια της 102ας Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη ηλικία. Κατά τους βιογράφους του I. Τζέτζη και Σουίδα απέθανε σε ηλικία 104 ετών, ενώ κατά τον Σωρανό σε ηλικία 90. Στη μεγάλη διάρκεια της ζωής του περιόδευσε πολλούς τόπους (Θράκη, Μακεδονία, Θάσο, Θεσ­σαλία, Σκυθία, πόλεις της Ιωνίας, ίσως και την Αί­γυπτο) αποκτώντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και μελετώντας τις συνήθειες των ανθρώπων, το κλί­μα, ακόμη και το πολίτευμα των τόπων που επι­σκεπτόταν.

Και ενώ ήταν Δωριεύς στην καταγωγή ο Ιππο­κράτης, εν τούτοις τα βιβλία του τα έγραψε στην ιω­νική διάλεκτο, διότι η ιωνική ομιλούνταν όχι μό­νο στις ιωνικές πόλεις, αλλά στα περισσότερα ελ­ληνικά κέντρα της εποχής και αφ’ ετέρου γιατί ο Ιπποκράτης είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη δι­δασκαλία των Ιώνων φιλοσόφων. Κατά τον καθη­γητή Γ. Πουρναρόπουλο «λίαν πρωίμως η αρχαία ελληνική ιατρική συνηνώθη και συνεβάδισε προς την φιλοσοφίαν».[2]

Τα κοσμογονικά φαινόμενα απασχόλησαν την ια­τρική σκέψη, όπως τα βιολογικά φαινόμενα υπήρ­ξαν πεδία προβληματισμού των φιλοσόφων.Οι δοξασίες των Ιώνων φιλοσόφων περί των τεσ­σάρων στοιχείων της δημιουργίας (γαία, αήρ, ύδωρ, πυρ) επηρέασαν την αντίληψη του Ιπποκράτη όσον αφορά τη σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Δέχε­ται τα τέσσερα αντίστοιχα στοιχεία, δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την ξανθή και τη μέλαινα χολή, η μίξη των οποίων αποτελεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρική γνώση της ια­τρικής στο διάστημα της θητείας του στο Ασκληπι­είο της Κω (η ιατρική μεταβιβαζόταν κληρονομικώς από πατέρα σε γιο), καθώς και άριστη γνώση της βοτανοθεραπευτικής, μελετώντας τους Ίωνες φιλοσόφους απέκτησε ιατρική παιδεία πρωτοφανή, η οποία του επέτρεψε να καινοτομήσει και πρώτος αυτός να χρησιμοποιήσει το πείραμα, δηλαδή τη δοκιμή στην ιατρική. Από αυτή τη στιγμή της εφαρμογής του πειρά­ματος, η Ιατρική από εμπειρική τέχνη, που ήταν ως τότε, έπαψε να είναι και έγινε επιστήμη.

Γαληνός και Ιπποκράτης. Λεπτομέρεια από ιταλική νωπογραφία του 13ου αιώνα.

Όπως αναφέρει ο Γαληνός: «ο Ιπποκράτης την τέχνην εις επιστήμην ανήγαγεν». [3] Ο Ιπποκράτης πίστευε στην ενότητα της ουσίας του κόσμου. Και θεωρούσε τη φύση κιβωτό της ου­σίας αυτής. Ο γίγαντας αυτός της ιατρικής σκέψης πίστευε ό­τι οι αιτίες των νόσων βρίσκονται στο περιβάλλον ή και στον ίδιο τον άνθρωπο και δεν στέλνονται α­πό τους θεούς. Δεν πίστευε στη «Θεόθεν νόσον». Δεν πίστευε στη θεϊκή παρέμβαση, αλλά στην ανθρώπινη γνώση και εμπειρία. [4] Διατύπωσε τον αφορισμό «ακεστά τε τα πλείστα εστί τοις αυτοίσι τοιούτοισιν αφ’ ώτων και γίγνεται», [5] δηλαδή διατύπωσε πρώτος την ομοιοπαθητι­κή θεωρία. Όλη όμως η δύναμη της σκέψης του φαίνεται στο βιβλίο «Περί ιερής νούσου» και το μεγαλείο της ανθρωπιάς του στον «Όρκο» του.

Ο σημερινός μελετητής της Ιπποκρατικής Συλ­λογής θαυμάζει και απορεί με τις γνώσεις, τις ιδέ­ες και αντιλήψεις των συντακτών της. Στο κεφάλαιο περί ιερής νούσου αναφέρει ότι: «ο γόνος έρχεται πάντοθεν του σώματος».[6] Η σύλληψη της ιδέας αυτής πριν από 2.500 χρό­νια, χωρίς τις σημερινές τεχνολογικές κατακτήσεις, μας καταπλήσσει. Πώς ο Ιπποκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι το γενετικό υλικό (γόνος) προέρχεται «πά­ντοθεν του σώματος»!

Σήμερα, με τα λαμπρά επιτεύγματα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ξέρουμε ότι το DNA είναι ο κλη­ρονομικός κώδικας του ατόμου και βρίσκεται απο­τυπωμένος σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού του. Τρανή απόδειξη της ιατρικής αντίληψης πριν από 25 αιώνες, ότι ο γόνος προέρχεται «πάντοθεν του σώματος». Στο ίδιο κεφάλαιο «το περί ιερής νούσου» μας φανερώνεται η αιτία της «επαναστάσεώς του» ένα­ντι του ιερατείου και μας βοηθά να εννοήσουμε τη μεγαλοφυΐα και το μεγαλείο της ακτινοβολούσας σκέψης του.

Ψηφιδωτό με παράσταση της άφιξης του Ασκληπιού στην Κω. (2ος – 3ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Κω)

Ως γνωστόν η επιληψία θεωρούνταν, όπως και άλλα ψυχικά νοσήματα, ότι στέλνεται από τους θε­ούς για τιμωρία. Αιτία της δοξασίας αυτής ήταν η άγνοια και η α­δυναμία να βοηθήσουν τον πάσχοντα. Οι Ασκληπιάδες (ιερείς του Ασκληπιού) συνι­στούσαν επωδές, καθαρμούς, για ν’ απομακρύνουν το μίασμα (αίτιο της νόσου) και θυσίες για την εύ­νοια των θεών.

Ο έξοχος νους του Ιπποκράτη, με τη φιλοσοφική σκέψη και τη θαυμαστή ιατρική παιδεία, ορθοτομώντας την αλήθεια διακήρυξε ότι: Η λεγόμενη ιε­ρή νόσος δεν είναι ιερότερη από τις άλλες ούτε θεϊκότερη, αλλά προέρχεται και έχει τα ίδια αίτια (εσωτερικά ή εξωτερικά) όπως και οι άλλες και ότι οι άνθρωποι από απειρία και άγνοια τη νομίζουν θεόσταλτη. Και οι αγύρτες ισχυρίζονται ότι με μαγ­γανείες, δεισιδαιμονίες και μαγείες τη θεραπεύ­ουν. Αυτή ήταν η αφορμή να ξεσπάσουν έριδες με το ιερατείο και να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από το Ασκληπιείο της Κω.

Γνώστης των βιολογικών και φυσικών αντιλή­ψεων των Ιώνων φιλοσόφων περί της ουσίας του κόσμου, πνεύμα φιλελεύθερο και επαναστατικό, ήρθε από πολύ νωρίς σε ρήξη με το ιερατείο της Κω από το οποίο προερχόταν. Οι γνώσεις του, οι παρατηρήσεις και τα πειράμα­τά του τον όπλισαν με το θάρρος της επίγνωσης της επιστημονικής Ιατρικής.

Όπως αναφέρει ο άλλος μεγάλος της ιατρικής επιστήμης ο Γαληνός: «πά­ντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».[7] Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο τέλειος ιατρός που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην πρόοδο της ιατρικής και στην ωφέλεια των αν­θρώπων. Όπως αναφέρει επίσης ο Γαλη­νός, έφθασε εις τέλειον σημείον γνώσεως και σοφίας, ώστε οι τολμούντες να αντιταχθούν στο έργο του (Αρχιγένης, Χρύσιππος κ.ά.) να θεωρού­νται αμαθείς και πανούργοι (Γαλ. Χ 583).

Η φήμη του ταχύτατα έφθασε όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά ακόμη και στην αυλή του βασιλέως των Περσών. Όπως αναφέρει ο Στοβαίος στις εκλογές του (ιγ’, σελ. 146), ο Ιπποκράτης απάντησε στην πρόσκληση του βασιλέα των βαρβάρων: «είχον δ’ αν αισχύνην τον παρά του βασιλέως πλούτον και πατρίδος εχθρήν περιουσίην […] ουκ έστι πλούτος το πανταχόθεν χρηματίζεσθαι».  Και αλλού αναφέρεται: «Ιπποκράτην επειθέης προς Αρταξέρξην απαίρει, χρηστόν είναι βασιλέα» και ο Ιπποκράτης απάντησε: «ου δέ­ομαι χρηστού δεσπότου».

Κατά την αντίληψη του σοφού Ιπποκράτη, η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέ­χνη (επάγγελμα) και δεν αποσκοπεί στον πλουτι­σμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου. Γι’ αυτό και σε όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του το ενδιαφέρον του στρεφόταν στην αδιάκοπη φροντίδα των ασθενών και εν γένει του επαγγελ­ματικού καθήκοντος και εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες του με αξιοπρέπεια και φιλαλληλία.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Μέρμηγκας: «Ο Ιπποκράτης είναι κυρίαρχος ιατρική προσωπικότης, ου μόνον του 5ου π.Χ. αι. αλλά και όλων των μετέπειτα αιώνων, συμβολίζων ου μόνον την επιστημονικήν και θεραπευτικήν Ιατρικήν, αλλά και την κοινωνικήν αντίληψιν οία διετηρήθη έκτοτε ως υπόδειγμα των ιατρών πάσης χώρας».[8]

Η επιστημονική σκέψη του, η οξυδερκής παρατηρητικότητά του, η διαγνωστική μέθοδός του, η επέκτα­ση της ιατρικής φροντίδας του πέραν του αρρώστου – στο περιβάλλον του- και η συνολική αντιμετώπι­ση του πάσχοντος ως ζώντος οργανισμού στο σύνο­λό του, ακόμη και η αυτοψία του χώρου, η εξέταση και καταγραφή των κλιματολογικών συνθηκών, ως και του πολιτεύματος των τόπων που επισκέφθηκε, τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των ομοίων του, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλείται «Πατέρας της Ιατρι­κής», ακόμη και «θείος Ιπποκράτης».

Ιπποκράτης

Ο θρύλος τον θέλει παρόντα στο λοιμό των Αθη­νών. Ο Ιπποκράτης, αφού ήρθε σε σύγκρουση με το ιερατείο της Κω, ήρθε στην Αθήνα, όπου οι ιε­ρείς του Ασκληπιείου των Αθηνών προσπάθησαν να τον προσεταιριστούν, αλλά ο Ιπποκράτης έχο­ντας την προηγούμενη εμπειρία της Κω αρνήθη­κε. Ο θρύλος λέει ότι στην Αθήνα ήρθε με πρό­σκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με την Ασπα­σία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, ο οποίος, όπως λέει ο Θουκυδίδης, «ούτε ιατροί ήρκουν… Ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη, ου­δεμία… πάντα ανωφελή ην». Ο Θουκυδίδης είχε προσβληθεί και ο ίδιος από το λοιμό αλλά επέζησε και μας περιγράφει θαυμά­σια τα συμπτώματα της νόσου.[9]

Ο θρύλος γύρω από τη ζωή του Μεγάλου Ιππο­κράτη μας λέει ότι με το διεισδυτικό του μάτι και την αγχίνοιά του πρόσεξε ότι από το λοιμό δύσκο­λα προσβάλλονταν άνθρωποι που λόγω του επαγ­γέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κο­ντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το μία­σμα (το αίτιο της νόσου) δεν αρέσκεται στο πυρ και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Έδωσε λοιπόν τη συμβουλή να ανάψουν φωτιές στους δρόμους και να καεί ο ιματισμός. Συμβούλεψε τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγά­λες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη οσμή και να είναι πυκνός ώστε να σκε­πάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα.

Η απολυμαντική ενέργεια του πυρός ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα του μιάσματος οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι, οι ψύλλοι που μεταδίδουν το μικρόβιο της πανώλους απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε.

Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξι­στορεί εις το Γ’ επιδημιών τμήμα 3ο. Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δη­μιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από το θανατηφόρο λοιμό.

Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδω­σαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

Ο Ιπποκράτης είχε προσκληθεί και στη Μακεδονία, να θεραπεύσει το βασιλέα Περδίκκα που ήταν βαριά άρρωστος, τον οποίο και θεράπευσε. Προσκλήθηκε στα Άβδηρα να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που είχε καταληφθεί από μανία και συγχρόνως εί­χε ξεσπάσει επιδημία σ’ ολόκληρη την πόλη, την οποία ο Ιπποκράτης επιτυχώς αντιμετώπισε.[10] Ακόμη και τη χώρα των Ιλλυριών και των Παιό­νων επισκέφθηκε για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όταν του ζητήθηκε.

Γι’ αυτό ενώ ακόμη ήταν ζωντανός όλοι οι Έλληνες (πράγμα σπάνιο σε τούτα τα χώματα), Αθηναί­οι, Αργείοι, Κώοι, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, τον θαύ­μαζαν και τον τιμούσαν για την προσφορά του και τον θεωρούσαν δεύτερο μετά τον Ηρακλή ημίθεο.[11] Παράλληλα όμως με τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Ιατρική και τον άνθρωπο, τον διέκρινε η τόλ­μη και η αποφασιστικότητα. Καταπολέμησε τους αγύρτες αμαθείς και τσαρλα­τάνους. Όπως ο Σωκράτης τα έβαλε με τους καπήλους της Φιλοσοφίας, έτσι και ο Ιπποκράτης τα έ­βαλε με τους σφετεριστές της Ιατρικής. Τέλος, για το βίο του Ιπποκράτη, ο άλλος σοφός-γιατρός των νεότερων χρόνων, ο Αδ. Κοραής, λέει: «Είναι από τους ολίγους εκείνους των οποίων άλ­λος Βίος παράλληλος δυσκόλως ευρίσκεται».[12]

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Οφθαλμιάτρος

Διδ. Ιστορίας της Ιατρικής

  

Υποσημειώσεις:


[1] Κούζης Αρ., Ιστορία της Ιατρικής, Αθήναι 1929.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Ιπποκράτης. Άπαντα τα έργα, τόμ. Α’, σελ. 33, Αθήναι 1967.

[3] Castiglioni Α., Η ιστορία της Ιατρικής (μετάφραση Ν. Παπασπύρου, Αθήναι 1961).

[4] Χαβιάρα-Καραχάλιου Σ., Από τον Ασκληπιό και τα Ασκληπιεία στον Ιπποκράτη και τον Όρκο, XIII Διεθνές Συμπόσιο Φιλοσοφίας, Πύργος Ηλείας, 4-10 Αυγούστου 2002 (υπό δημοσίευση).

[5] Ιπποκράτους Αφορισμοί, εκδόσεις Littré 1839-1861.

[6] Ιπποκράτους, Περί ιερής νούσου, Εκδόσεις Littré 1839-1861.

[7] Γαληνός, Άπαντα τα έργα, Εκδόσεις Kunh, Λιψία 1828-1851.

[8] Μητρόπουλος Κ., Ιπποκράτους βίος, Αθήναι 1950.

[9] Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Β’, κεφ. 47-56.

[10] Μητρόπουλος Κ., ό.π.

[11] Σωρανός Εφέσιος, Ιπποκράτους γένος, βίος, Corp. Med. Graec IV.

[12] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα, στην έκδοση Littré.

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ιπποκράτης, ο πατέρας της Ιατρικής», τεύχος 189, 12 Ιουνίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αριστοτέλης  (384 – 322 π.Χ.)


 Η ζωή και το έργο του

Ο Σταγιρίτης Αριστοτέλης, γεννημένος στην ομώνυμη πόλη το 384 π.Χ., υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους θεμελιωτές της φιλοσοφικής επιστήμης, η γέφυρα ανάμεσα στον κλασικό κόσμο και το μεσαιωνικό και νεότερο στοχασμό. Σπουδασμένος στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου και παρέμεινε για περίπου 20 χρόνια, κλήθηκε από το βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας για ν’ αναλάβει την εκπαίδευση του Αλέξανδρου, μετά την ενθρόνιση του οποίου κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Εκεί, ανάμεσα στον Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, ιδρύει την περίφημη «Περιπατητική» σχολή, διότι ο δάσκαλος παρέδιδε πολλές φορές μάθημα περπατώντας στον κήπο. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Αλέξανδρου (το 323 π.Χ.) ο Αριστοτέλης θα πεθάνει στη Χαλκίδα, όπου είχε αποσυρθεί για να μην έχει την τύχη του Σωκράτη, αφού μια μερίδα Αθηναίων τον είχε κατηγορήσει για ασέβεια.

Η ζωή του

Ο ανδριάντας του Αριστοτέλη, στον φυσικό του χώρο, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγιρα της Χαλ­κιδικής το 384 π.Χ. Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’. Ορφανός από χρόνια ο Αριστοτέλης, ήρθε το 367 π.Χ. στην Αθήνα να σπουδάσει στην Ακαδημία, τη σχολή του Πλάτωνα. Ο Πλάτων ό­μως βρισκόταν τότε (για δεύτερη φορά) στη Σικε­λία, σε μια προσπάθεια να υλοποιήσει εκεί τις πολιτικές του ιδέες και διδασκαλίες. Όταν δυο χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα, συνάντησε στη σχολή του το Μακεδόνα Αριστοτέλη, στον οποίο δεν άργησε, κατά τις αρχαίες πληροφορίες μας, να προσδώσει, από θαυμασμό για την «αγχίνοιά» του, όπως λέει η βιογραφική παράδοση, το παρωνύμιο «ο Νους», «ο νους της σχολής».

Ήταν όμως πράγ­ματι το παρωνύμιο αυτό αποτέλεσμα θαυμασμού; Οι αναλύσεις που έχουν επιχειρηθεί, σε συνδυασμό μάλιστα και με το γεγονός ότι ο Πλάτων είχε προσ­δώσει στον Αριστοτέλη άλλο ένα παρωνύμιο (τον αποκαλούσε «αναγνώστη»), κάνουν ίσως φανερό, ακόμη και αν οι αρχαίες αυτές διηγήσεις είναι με­ταγενέστερα πλαστά δημιουργήματα, ότι ήδη από την εποχή αυτή είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια ό­χι ασήμαντη διαφορά στην προσωπικότητα των δυο ανδρών και στη γενικότερη στάση τους απέναντι στη γνώση και στη φιλοσοφία.

Στα είκοσι χρόνια που ο Αριστοτέλης έμεινε στην Ακαδημία κύριο έργο του,  μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, εί­χε την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία. Οι ιδέες του συχνά τον έφεραν αντιμέτωπο με τους συ­ναδέλφους του στην Ακαδημία. Και του Πλάτωνα οι βασικές διδασκαλίες δεν ξέφυγαν τον έλεγχό του. Έντονη ήταν και η κριτική του σε βάρος άλλων σχολών και των εκπροσώπων τους. Ο χαρακτήρας του δεν θα ήταν ασφαλώς, άσχετος με αυτό, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια που τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των απόψεων των άλλων. Ο ίδιος μας βεβαιώνει πως όταν είχε να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους και στην αλήθεια, θεωρούσε «όσιον προτιμάν την αλήθειαν».

 

Εικ. 1. Η σχολή των Αθηνών, Ραφαήλ ή Ραφαέλο Σάντσιο, το έργο δημιουργήθηκε μεταξύ του 1508 και 1511. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη.

 

Εικ. 1. Ένα σύνολο ζωηρών αντρών, νέων και ηλικιωμένων, συνωστίζεται στην τεράστια είσοδο μιας αίθουσας. Πέντε φιγούρες είναι σκυμμένες πάνω ένα διαβήτη και μια πλάκα γραφής και μελετούν προβλήματα γεωμετρίας, ενώ κάποιοι άλλοι δίπλα τους συζητούν για την αστρονομία. Οι δυο φιγούρες στο κέντρο της σύνθεσης, που περπατούν προς το μέρος μας με σιγουριά και αποπνέουν μια πλασματική αίσθηση ηρεμίας, είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Τον Οκτώβριο του 1508 ο πάπας Ιούλιος Β’ ανέθεσε σε μια ομάδα καλλιτεχνών την επαναδιακόσμηση των ιδιωτικών του διαμερισμάτων. Η Σχολή των Αθηνών και άλλες νωπογραφίες της Στάντζα ντέλα Σενιατούρα πήραν περίπου τρία χρόνια για να ολοκληρωθούν.

Αμέσως μετά το θάνατο του Πλάτωνα (Μάιος του 347 π.Χ.) ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε και την Ακα­δημία και την Αθήνα. Δύσκολα πια δέχεται σήμε­ρα κανείς την εξήγηση του Β. Γιέγκερ (W. Jeager-1923) ότι η αναχώρηση του Αριστοτέλη από την πό­λη του δασκάλου του ήταν στην πραγματικότητα η έκφραση μιας εσωτερικής κρίσης στη ζωή του: με την απομάκρυνσή του αυτή ο Αριστοτέλης έδινε έκ­φραση στην ιδεολογική του διάσταση προς το δά­σκαλό του. Η σημερινή έρευνα τονίζει με έμφαση το γεγονός ότι καμιά σχετική μαρτυρία δεν ανευρίσκεται ούτε στα έργα του Αριστοτέλη ούτε σε έργα συγχρόνων του ούτε καν στο πλούσιο βιογραφικό υλικό που έφτασε ως εμάς από την αρχαιότητα.

Η σημερινή έρευνα δύσκολα επίσης δέχεται και την άλλη διδασκαλία του Γιέγκερ, ότι ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Ακαδημία γιατί πικράθηκε, που μετά το θάνατο του Πλάτωνα τη διεύθυνση της σχο­λής δεν την ανέλαβε αυτός, ο πιο άξιος μαθητής του, αλλά ο Σπεύσιππος, ο ανεψιός του Πλάτωνα α­πό την αδελφή του.

Ο Ινγκ. Ντίρινγκ (Ing. Düring) υπέδειξε ότι η ανάδειξη του Σπεύσιππου σε διευθυντή της σχολής ήταν ό,τι στην πραγματι­κότητα θα περίμενε κανείς σύμφωνα με το αττικό δίκαιο˙ γι’ αυτό, άλλωστε, δεν μαρτυρούνται για την περίσταση εκείνη εκλογές (κάτι που ήταν η τυ­πική διαδικασία στην Ακαδημία μόνο ύστερα από το θάνατο του Σπεύσιππου).

Ίσως λοιπόν πιο λογική μένει να είναι η εξήγηση ότι η αναχώρηση του Αριστοτέλη από την Αθήνα ύστερα από το θάνατο του Πλάτωνα οφειλόταν σε λόγους καθαρά πολιτι­κούς (είναι η εποχή που ισχυροποιείται στην Αθή­να το αντιμακεδονικό κόμμα με επικεφαλής τον Δημοσθένη, ενώ ο Αριστοτέλης δεν έχει διακόψει ποτέ τις σχέσεις του με τη βασιλική αυλή της Μα­κεδονίας).

Καλεσμένος από τον Ερμία, το φίλο του τύραννο του Αταρνέα, ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην Άσσο, μια πόλη στην παραλία της Μ. Ασίας απέ­ναντι από τη Βόρεια Λέσβο, κλείνοντας έτσι την πρώτη περίοδο της φιλοσοφικής του δραστηριότη­τας.

Στην Άσσο τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα στράφηκαν προς νέους στόχους: ο Αριστοτέλης α­νακάλυψε τον κόσμο των ζώων και των φυτών. Στην Άσσο ή στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα (345 π.Χ.), συνάντησε και τον πιο πιστό α­πό κει και πέρα μαθητή, φίλο και συνεργάτη του, τον Θεόφραστο.

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

 

Με πρόσκληση του βασιλιά Φίλιππου ο Αριστο­τέλης εγκαταστάθηκε το 343 π.Χ. στη Μακεδονία, αναλαμβάνοντας την αγωγή του Αλέξανδρου, του τότε δεκατριάχρονου διαδόχου του θρόνου. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να πούμε πολύ συγκεκρι­μένα πράγματα για το πόσο τελικά επηρέασε ο φι­λόσοφος την πολιτική συμπεριφορά του Αλέξανδρου, για ένα όμως πράγμα φαίνεται ότι μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: η αγωγή που πήρε από τον Αριστοτέλη ο Αλέξανδρος έκανε να ριζώσει στην ψυχή του μια βαθιά σχέση με τη γενικότερη παι­δεία των Ελλήνων, προπάντων με τη μεγάλη τους ποίηση (οι πληροφορίες που έχουμε μιλούν για μια έκδοση της Ιλιάδας, που ετοίμασε ο δάσκαλος για το μαθητή του).

Το 335 π.Χ. ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθή­να: το κλίμα που επικρατούσε τώρα εκεί ευνοούσε, πράγματι, την επάνοδό του στην πόλη, που είχε γί­νει γι’ αυτόν μια δεύτερη πατρίδα. Στην Αθήνα συ­νέχισε τις έρευνές του, παράλληλα όμως ασκούσε και διδακτικό έργο – όχι πια στην Ακαδημία, που τη διηύθυνε τώρα ο Ξενοκράτης, αλλά στο Λύκειο, ένα δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό.

Η νεότερη έρευνα έδειξε ότι ήταν τελικά αποτέλεσμα σύγχυσης – που υπήρχε ήδη στην αρχαία παράδοση – η άποψη ότι με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Αριστοτέλης ίδρυσε δική του σχολή στο Λύ­κειο, τον Περίπατο. Στην πραγματικότητα ο Περί­πατος, η σχολή που θα διαφύλαττε την αριστοτελική διδασκαλία και παράδοση, ιδρύθηκε το 318 (με­τά, επομένως, το θάνατο του Αριστοτέλη), όταν ο Δημήτριος ο Φαληρέας εξασφάλισε για τον Θεό­φραστο το απαραίτητο οικόπεδο.

Statue of Aristotle (1915) by Cipri Adolf Bermann at the University of Freiburg im Breisgau, Germany.

Η αναγγελία του θανάτου του Αλέξανδρου στα 323 π.Χ. σήμανε το τέ­λος της ήρεμης και αποδοτικότατης αυτής (τρίτης) περιόδου της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Αρι­στοτέλη: ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή είχε γράψει στη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ύμνου στο θεό Απόλλωνα, ένα ποίημα αφιερωμένο στο φίλο του Ερμία, που είχε βρει στο μεταξύ μαρτυρικό θάνατο – οι Αθηναίοι, ας μην το έλεγαν, είχαν βαθύτατα ενοχληθεί από το γεγονός ότι το ποιητικό αυτό σχήμα είχε χρησιμοποιηθεί για να υμνηθεί ένας δηλωμένος φίλος του βασιλιά της Μακεδονίας. Ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, «για να μη δώσει στους Αθηναίους την ευκαιρία να σφάλουν για δεύτερη φορά σε βάρος της φιλοσοφίας», «τo περί Σωκράτην πάθος αινιττόμενος και τον καθ’ εαυτόν κίνδυνον», όπως λέει η αρχαία πηγή μας.

Τη φορά αυτή ο Αριστοτέλης πήγε να ζήσει στη Χαλκίδα, στο σπίτι που είχε εκεί από τη μητέρα του Φαιστίδα. Ο θάνατος τον βρήκε εκεί την επόμενη χρονιά. Ήταν το έτος 322 π.Χ.  

Ο Αριστοτέλης είχε στην αρχαιότητα λίγους φί­λους και πολλούς εχθρούς. Αυτή η εχθρική, συχνά σχεδόν εμπαθής στάση που τήρησαν πολλοί απέναντι στο φιλόσοφο, άφησε σαφέστατα ίχνη στη σχετική με αυτόν αρχαία Βιογραφική παράδοση. Το αποτέλεσμα είναι, φυσικά, για μας συχνά μια σύγχυση και μια δυσκολία (καμιά φορά αδυναμία) να σχηματίσουμε μέσα μας την πιο σαφή εικόνα για τον άνδρα.

 

Το έργο του

Ήδη στην αρχαιότητα τα έργα του Αριστοτέλη διακρίνονταν σε δυο ομάδες: στα εξωτερικά (ή εκδεδομένα) και στα ακροατικά (ή μη εκδεδομένα). Με τα πρώτα – πολλά από αυτά (κατά μίμηση του Πλάτωνα;) σε διαλογική μορφή- ο Αριστοτέλης α­πευθυνόταν σε ένα πλατύτερο αναγνωστικό κοινό, πέρα από τους χώρους όπου δίδασκε· τα δεύτερα είναι τα έργα του που μας σώθηκαν ολόκληρα. Από τα πρώτα έχουμε μόνο αποσπάσματα, που πολύ λί­γο μας βοηθούν να σχηματίσουμε ακριβή εικόνα για το περιεχόμενο των έργων από τα οποία προήλθαν. Τα δεύτερα πρέπει να ήταν, στην πραγματικό­τητα, τα ίδια τα χειρόγραφα που είχε μαζί του ο Αριστοτέλης στην αίθουσα διδασκαλίας- μερικά μάλιστα από αυτά δεν είναι παρά σημειώσεις – στη συντομότερη δυνατή μορφή- του ίδιου του δασκά­λου, απλή βοήθεια για τη μνήμη του κατά την ώ­ρα της διδασκαλίας.

Η μυθιστορηματική διάσωση των ακροατικών έργων του Αριστοτέλη, η οποία στέφθηκε από την έκδοσή τους, στο δεύτερο πια μισό του 1ου αι. π.Χ., από το Ροδίτη Ανδρόνικο, μια έκδοση που έδωσε το έναυσμα για μια συστηματική πλέον απασχόληση με τα έργα και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Σ’ αυτό ακριβώς το ζωηρό ενδιαφέρον χρωστούμε εμείς σήμερα τα έργα του Αριστοτέλη που έχουμε. Την ίδια όμως στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι το εν­διαφέρον για τα έργα που αποκάλυψε στον κόσμο ο Ανδρόνικος έκανε να ξεχαστούν όλα τα άλλα έρ­γα του Αριστοτέλη, αυτά που είχαν γνωρίσει τη με­γάλη δημοσιότητα. Αν, πάντως, έχουν με αυτόν τον τρόπο χαθεί, οριστικά πλέον για μας, κάποια κα­θόλου ασήμαντα έργα του Αριστοτέλη, φαίνεται ότι μπορούμε τελικά να είμαστε βέβαιοι ότι «χαμένος» για μας σήμερα Αριστοτέλης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει: στα έργα του Αριστοτέλη που μας σώ­θηκαν πρέπει να έχουμε το σύνολο των διδασκα­λιών του.

Τα σημαντικότερα από τα χαμένα έργα του:

1. Περί φιλοσοφίας: Διάλογος (σε 3 βιβλία), όπου γινόταν κυρίως μια γενική επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης της φιλοσοφίας.

2. Προτρεπτικός: Εγκώμιο της φιλοσοφικής γνώσης και προτροπή για πνευματική ζωή.

3. Εύδημος: Διάλογος με θέμα την ψυχή.

4. Περί Ιδεών: Έκθεση των απόψεων του Αριστοτέλη για την πλατωνική θεωρία των Ιδεών.

 

Τα έργα του Αριστοτέλη που σώθηκαν:

 

1. Λογικά έργα

Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε τη λογική κλάδο της φιλοσοφίας, αλλά μια προπαιδεία για τις κύριες φιλοσοφικές ενασχολήσεις. Στα έργα Κατηγορίαι και Περί ερμηνείας ε­ξετάζονται οι έννοιες και οι κρίσεις. Στα Αναλυτικά του μελέτησε εξονυχιστικότατα το συλλογισμό· μαζί διερεύνησε τα θέματα του ορισμού των εννοιών και της επιστημο­νικής απόδειξης. Τέλος, στα Τοπικά μελέτησε θέ­ματα διαλεκτικής (το ένατο βιβλίο των Τοπικών μας παραδόθηκε και με τον τίτλο Σοφιστικοί έ­λεγχοι). Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το ότι τη νόηση ο Αριστοτέλης τη μελέτησε σε άμεση συ­νάρτηση προς το λόγο.

2. Φυσικά και κοσμολογικά έργα

Τα Φυσικά (Φυσικής ακροάσεις, 8 βιβλία), ένα από τα λαμπρότερα έργα του φιλοσόφου, αρχίζει με το λόγο του για τις τέσσερις βασικές αρχές (αρχαί, αίτια) της δικής του ερμηνείας της φύσης: ύλη, είδος = μορφή, κίνησις, τέλος = τελικός προ­ορισμός, τελικός σκοπός (causa materialis, causa formalis, causa efficiens, causa finalis). Η θεω­ρία του Αριστοτέλη περί τέλους είναι ό,τι για τον Πλάτωνα η θεωρία των Ιδεών. Σ’ αυτά τα συμφρα­ζόμενα ανήκει η πλασμένη από τον Αριστοτέλη λέξη εντελέχεια, με την οποία δήλωνε τη στιγμή της πραγμάτωσης του τέλους, τη στιγμή της κορύ­φωσης. Στο ίδιο έργο ο Αριστοτέλης μελέτησε με μεγάλη ευστοχία και τα θέματα του χώρου και του χρόνου. Το Περί ουρανού (4 βιβλία) είναι έργο καθαρά κοσμολογικού περιεχομένου. Στα Μετεωρολογικά εξετάζονται πρώτα τα φαινόμενα που παρατηρού­νται κάτω από το φεγγάρι ως το εσωτερικό της γης, και στη συνέχεια διερευνώνται οι αλληλεπιδρά­σεις των τεσσάρων «δυνάμεων» ψυχρού-θερμού, υγρού-ξηρού. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκει και το Πε­ρί γενέσεως και φθοράς.

3. Ψυχολογικά έργα

Στο έργο Περί ψυχής (3 βιβλία) ο λόγος για την ψυχή δεν αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο, αλλά σε όλα τα ζωντανά όντα: η ψυχή, ως μορφή του ζώντος οργανισμού, είναι συγχρόνως και η εντελέχειά του. Εδώ ανήκει και μια ομάδα μικρότερων έργων, που συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Μικρά φυσικά: όλα τους έχουν θέματα σχετικά με την ψυχή και (συγχρόνως) με το σώμα.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

 

4. Ζωολογικά-βιολογικά έργα

Περί τα ζώα ιστορίαι (10 βιβλία: μια εκπληκτι­κή σε όγκο συλλογή ζωολογικού υλικού), Περί ζώ­ων γενέσεως (5 βιβλία: κύρια θέματα η γένεση και η κληρονομικότητα· η αρχή, στην ουσία, της ση­μερινής επιστήμης της βιολογίας), Περί ζώων πο­ρείας, Περί ζώων κινήσεως, Περί ζώων μορίων (εντυπωσιακό το 5ο κεφάλαιο του 1ου βιβλίου!).

5. «Πρώτη φιλοσοφία»

Η ανθρωπότητα φαίνεται ότι χρωστά στο Ροδίτη Ανδρόνικο τη σημαντικότατη και λειτουργικότατη λέξη μεταφυσική: η λέξη μπορεί να γεννήθηκε όταν ο Ανδρόνικος, εκδίδοντας τα αριστοτελικά έργα, αποφάσισε να τοποθετήσει αμέσως μετά τα Φυ­σικά μια, δίχως φανερή εσωτερική ενότητα, σειρά πραγματειών (14), που α) περιείχαν χρησιμότατες αναδρομές στους παλαιότερους φιλοσόφους, β) συ­ζητούσαν την έννοια του είναι και της ουσίας, γ) παρουσίαζαν την αριστοτελική σύλληψη του θεού (ο θεός του Αριστοτέλη, το πρώτον κινούν ακίνητον, είναι απόλυτα αποδεσμευμένος από την ύλη· είναι μορφή χωρίς ύλη, καθαρή ενέργεια = η πρώ­τη αρχή και η πρώτη ουσία· δεν είναι ούτε ο δημι­ουργός ούτε ο κυβερνήτης του κόσμου). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονόμαζε το μέρος αυτό της φιλοσοφίας του «πρώτην φιλοσοφίαν».

6. Ηθικά έργα

Τη διδασκαλία του Αριστοτέλη για την αρετή, που μόνο αυτή οδηγεί τον άνθρωπο στην ευδαιμο­νία, εμείς σήμερα τη διαβάζουμε σε τρία έργα του: στα Ηθικά Νικομάχεια (10 βιβλία), στα Ηθικά Ευδήμια (7 βιβλία) και στα Ηθικά μεγάλα (2 βιβλία) [ τα βιβλία 5-7 των Ηθικών Νικομαχείων είναι ίδια με τα βιβλία 4-6 των Ηθικών Ευδημίων].

 

Το έργο του Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια» σε αντίγραφο (1458-59).

 

Αρετής υπάρχουν, λέει, δυο είδη: η διανοητική (σοφία, φρόνηση) και η ηθική. Η ηθική αρετή ονομάζεται έτσι, επειδή «περιγίνεται εξ έθους», δηλαδή κερ­δίζεται με τον εθισμό, άρα με την ομοιότροπη επα­νάληψη σωστών ενεργειών. Είναι στη φύση του αν­θρώπου να δέχεται την αρετή, η τελείωσή του όμως σ’ αυτήν γίνεται με την προσωπική του άσκηση. Η αρετή, κατά τον Αριστοτέλη, είναι μεσότητα ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Η συμπε­ριφορά του ανθρώπου είναι σωστή, αν η κάθε του πράξη γίνεται «τη στιγμή που πρέπει, κάτω από τις συνθήκες που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώ­πους που πρέπει, για το λόγο που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει».

7. Πολιτικά έργα

Η θεωρητική απασχόληση του Αριστοτέλη με τα «πολιτικά» πράγματα είχε αρχίσει από παλιά και ήταν αδιάλειπτη. Το μαρτυρούν οι τίτλοι των σχετι­κών έργων του: Πολιτικός, Περί δικαιοσύνης, Πε­ρί βασιλείας, Αλέξανδρος ή περί αποίκων, Πολιτείαι, Πολιτικά. Εκτός από το τελευταίο, όλα τα άλλα ανήκουν στα χαμένα έργα του (σε ένα παπυ­ρικό εύρημα του 1891 χρωστούμε το μεγαλύτερο μέ­ρος της Αθηναίων πολιτείας, μιας από τις 158 πα­ρόμοιες «πολιτείες» = «συντάγματα πόλεων» που είχε συγκεντρώσει ο Αριστοτέλης).

Η πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη εί­ναι, στην πραγματικότητα, το δεύτερο κε­φάλαιο της «περί τα ανθρώπεια φιλοσο­φίας» του (το πρώτο ήταν η ηθική φιλο­σοφία του). Αυτό κατά βάθος σημαίνει ό­τι τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά πραγ­ματεύονται ενιαίο θέμα, δηλαδή το θέμα της συ­μπεριφοράς του ανθρώπου: η ηθική αρετή ήταν για τον Αριστοτέλη (όπως για κάθε αρχαίο Έλληνα, άλλωστε) πολιτική αρετή  με άλλα λόγια: το κάθε συγκεκριμένο άτομο φροντίζει να κάνει δικές του τις επί μέρους αρετές, για να μπορέσει να λει­τουργήσει σωστά ως πολίτης = ως συμπολίτης.

8. Ρητορικά έργα

Το κύριο ρητορικό έργο του Αριστοτέλη, η Ρητο­ρική τέχνη, αποτελείται από 3 βιβλία. «Τέχνη» (=εγχειρίδιο ρητορικής) είναι κυρίως τα δυο πρώτα βιβλία. Κύριο θέμα τους, οι αποδείξεις (πίστεις), που διακρίνονται σε λογικές = αντικειμενικές και ηθικές = υποκειμενικές. Πολύ ενδιαφέρουσα η δι­δασκαλία του περί ενθυμήματος = ρητορικού συλ­λογισμού = συλλογισμού που ξεκινά από πιθανές προτάσεις, δηλαδή από προτάσεις που ζητούν να πείσουν, όχι να αποδείξουν.

Πολύ ενδιαφέρουσες επίσης οι διδασκαλίες του για τα ανθρώπινα πάθη, για το πώς αυτά ξεσηκώνονται στην ψυχή του αν­θρώπου την κατάλληλη στιγμή και πώς καταλα­γιάζουν όταν έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε α­κατάλληλη στιγμή, και για τα ήθη, τα νομοτελει­ακά ψυχικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου κατά η­λικία. Το τρίτο βιβλίο της Ρητορικής έχει για θέ­μα του πρώτα την λέξιν (=το ύφος) και ύστερα την τάξιν, τη σωστή διάταξη των μερών του ρητορικού λόγου.

9. Ποιητική

Του Αριστοτέλη οι απόψεις για την ποίηση δεν ήταν καθόλου ίδιες με τις απόψεις του δασκάλου του. Άνθρωπος αιτιολογώτατος, όπως ήταν ο Αρι­στοτέλης, δηλαδή άνθρωπος που θεωρούσε αληθι­νή μόνο τη γνώση του διότι και των αιτιών, θα ή­ταν περίεργο να μην ψάξει να βρει το λόγο της ύ­παρξης της ποίησης και να μη διερευνήσει τους νόμους της ποιητικής δημιουργίας κυρίως να μην προσπαθήσει – ελεύθερος από τις πολιτικές και παιδαγωγικές σκοπιμότητες του δασκάλου του- να αξιολογήσει την ποίηση και την επίδρασή της. Στο τμήμα της Ποιητικής που μας σώθηκε δια­βάζουμε όσα ο φιλόσοφος δίδαξε για την επική ποίηση και για την τραγωδία, και έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στο χαμένο κομμάτι της ο λόγος θα ήταν για την ιαμβική ποίηση και για την κωμωδία. Στο κεφ. 6 ο περίφημος ορισμός της τραγωδίας, που προκάλεσε ατελείωτες συζητήσεις.

10. Έργα αμφίβολης γνησιότητας.

Στο Αριστοτελικό Corpus περιλαμβάνονται και έργα, για τη γνησιότητα των οποίων δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.

 

Δημήτριος Λυπουρλής

Ομότιμος καθηγητής

Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

 

Βιβλιογραφία


Εν γένει για την προσωπικότητα και τις διδασκαλίες του Αριστοτέλη:

  • W. Jaeger, Aristoteles. Grundlegung einer Geschichte seiner Entwicklung,Berlin 1923 (1955) (αγγλ. μετάφρ. R. Robinson, Aristotle. Fundamentals of his Development,Oxford 1947)·  W.
  • D. Ross, Aristotle,London1923 (1945· ελλην. μετάφρ. Μαριλ. Μητσού, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1991)·
  • Κ. Δ. Γεωργούλης, Αριστοτέλης ο Σταγιρίτης, θεσσαλονίκη 1962·
  • Ing. Düring, Aristoteles. Darstellung und Interpretation seines Denkens, Heidelberg 1966 (ελλην. μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή και Α. Γεωργίου-Κατσιβέλα: Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2 τόμοι: 1991, 1994)·
  • Μ. Adler, Aristotle for Everybody. Difficult Thought Made Easy, 1978 (ελλην. μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή: Ο Αριστοτέλης για όλους. Δύσκολος στοχασμός σε απλοποιημένη μορφή, Αθήνα, Παπαδήμας, 1996).

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Αριστοτέλης», τεύχος 262, 2 Δεκεμβρίου 2004.

Read Full Post »

Οδυσσέας Ελύτης – Αφιέρωμα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης  «Απόστολος Γκάτσος»


 

Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» οργανώνει μικρό αφιέρωμα στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, με αφορμή την επέτειο 100 χρόνων από τη γέννησή του.                                                           

Ήδη από την ιστοσελίδα της βιβλιοθήκης (www.dbe.gr έχει αναρτηθεί  το χρονολόγιο με στοιχεία από τη ζωή και το έργο του ποιητή και ανανεώνεται  κάθε εβδομάδα η δημοσίευση  ποιημάτων, άρθρων, κριτικών σημειωμάτων και προτάσεων βιβλίων του Οδυσσέα Ελύτη που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη για ανάγνωση.

Οδυσσέας Ελύτης (φωτ.: Γιάννης Mαΐλλης)

Παράλληλα, από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης, θα παρουσιαστεί στο χώρο της η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, η οποία την Κυριακή 10/7/11 θα βρίσκεται στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (κτίριο Συγγρού), για την κορύφωση του αφιερώματός μας που θα περιλαμβάνει :

Ομιλία της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

Τραγούδι, από τα μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, με την κ. Αγγελική  Πετρά.

Απαγγελίες ποιημάτων από μαθητές.

Με την υποστήριξη του ΥΠΠΟ και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο πλαίσιο   των επετειακών εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »