Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 2011

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία


 

 Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία

Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.

Εικόνα Αγίου Γεωργίου

Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.

Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.

 

Ο Άγιος Γεώργιος (εικόνα αγνώστου, 1830). Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου – Άνω Σύρος.

 

Αρχαιοελληνικές καταβολές…

Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.

Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.

Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.

Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων

Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.

Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:

Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).

Ο  Άγιος   Γεώργιος   Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.

Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.

Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.

Χιδελερέζ…

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την Τουρκοκρατία τα παρεκκλήσια που προαναφέραμε χρησιμοποιήθηκαν από τους Μπεκτασήδες τεκέδες, και μάλιστα έτσι τα αποκαλούν μέχρι σήμερα. Τον άγιο Γεώργιο πολλές φορές τον συγχέουν με τον Προφήτη Ηλία (επίσης πολύ αγαπημένο τους Μπεκτασήδες) και τον ονομάζουν Χιδελερέζ, σύνθετο όνομα από το Χιζίρ (Γεώργιος) και Ελέζ (Ηλίας).

Άγιος Γεώργιος ο Καππαδόκης

Η γιορτή του αγίου Γεωργίου (Χιδελερέζ), στον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα στις αρχές του καλοκαιριού, συνδυάζεται με υπαίθρια γλέντια (κουρμπάνια), ψήσιμο αρνιών, τα οποία μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους, και σε ορισμένα χωριά συνδυάζεται με τις κούνιες: κάνουν αυτοσχέδιες κούνιες από δέντρο σε δέντρο, όπου κάθονται νεαρές κοπέλες ενώ τα νεαρά αγόρια κουνούν το καθένα την κοπέλα που του αρέσει.

Η τιμή που αποδίδουν οι Μπεκτασήδες στον Άι-Γιώργη φαίνεται και από ένα επιπλέον γεγονός: στις Φέρρες, βρίσκεται το μαυσωλείο ενός αγίου του μπεκτασισμού, του Sari Saltik. Ο συγκεκριμένος άγιος γιορτάζεται ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στη συνείδηση των πιστών του ταυτίζεται με τον άγιο Γεώργιο, ενώ πολλές φορές τον παρουσιάζουν με τα άμφια του αγίου Νικολάου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της γιορτής του συρρέουν στο μαυσωλείο και πολλοί χριστιανοί.

Στον Έβρο, στις Καστανιές

 

Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.

Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.

Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης

Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».

Το τραγούδι του Άργους

Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.

Άγιος Γεώργιος

Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…

Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.

Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.

Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.

Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.

Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.

Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.

 

Μαρία Σταματιάδου

Νομικός – Αρθρογράφος

 

Πηγή 


  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.

Read Full Post »

Πελοπόννησος – Η Κιβωτός του Ελληνικού Πολιτισμού


 

Πελοπόννησος, η μεγαλύτερη και η νοτιότερη χερσόνησος της Ελλάδος και η νοτιότερη της Ευρώπης. Έχει έκταση 21.439 τ. χλμ. και διοικητικώς χωρί­ζεται σε επτά νομούς : Αργολίδας, Αρκαδίας, Αχαΐας, Ηλείας, Κορινθίας,  Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από την εποχή που για πρώτη φορά κατοικήθηκε η Πελοπόννησος, μέχρι σήμερα, ήταν πάντοτε ένας ζωτικός χώρος της ελληνικής γης. Δεμένη με την υπόλοιπη χώρα, αλλά με έντονα δικό της χαρακτήρα και γεωγραφική διαμόρφωση, ευνόησε μια πολύμορφη ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς όμως αυτός να χάσει την ενότητά του, ανοιχτή από πολύ νωρίς στο Αιγαίο, αλλά και στην Αδριατική, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, όπου ο ελληνικός Πολι­τισμός γεννήθηκε και διατηρήθηκε γνήσιος στην διάρκεια των αιώνων.

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κάθε περιοχή της Πελοποννήσου είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα εκείνα γνωρίσματα, που χαρακτήρισαν την ζωή και την τέχνη της στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Αργολίδα και η Κορινθία, σε άμεση επαφή με την κατ’ εξοχή ελληνική θάλασσα, που τις ένωνε με την ανατολή, ήταν πάντοτε οι προο­δευτικότερες περιοχές, εκείνες όπου οι καινούργιες ιδέες έπαιρναν χαρακτήρα ελληνικό και εξελίσσονταν διαρκώς σε νέες μορφές πολιτισμού. Η Αρκαδία, απομονωμένη στα βουνά της, δημιούργησε τον δικό της κόσμο και έμεινε πιστή στη δική της παράδοση: οι αρκαδικοί μύθοι και οι ιδιόρρυθμες αρκαδικές λατρείες διατήρησαν στα επόμενα χρόνια πανάρχαια στοιχεία, όπου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει τις ίδιες τις ρίζες του ελληνισμού.

Η Αχαΐα και η Ηλεία δεν απομονώθηκαν ποτέ από την ανατολή, δέχθηκαν όμως, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, περισσότερο τις επιδράσεις της Δύσης και δέθηκαν με την υπόλοιπη δυτική Ελλάδα και μέσω αυτής με τη βόρειο. Στη μεγάλη μεσσηνιακή πεδιάδα συνδυάστηκαν τα αργολικά στοιχεία με τις δυτικές επιδράσεις και η περιοχή έγινε το δεύτερο σε σπουδαιότητα κέντρο της Πελοποννήσου στα προϊστορικά αλλά και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, μέχρι την κατάκτησή της από τους Σπαρτιάτες.

Η Λακωνία τέλος δεν υπήρξε καθόλου μια κλειστή και συντηρητική περιοχή, που αδιαφόρησε για την τέχνη: από πολύ νωρίς μαρτυρούνται οι επαφές της με την Κρήτη, υπήρξε κέντρο μυκηναϊκό, και τα εργαστήριά της έγιναν ξακουστά κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου, επηρεαζόμενα έντονα μάλιστα, από ιωνικές επιδράσεις.

Η αρχαιολογική έρευνα έδωσε από την αρχή περισσότερο βάρος στην Πελοπόννησο, παρά σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας επαληθεύοντας την παράδοση στο μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι με σχετική σαφήνεια γνωρίζουμε τις πολιτισμικές φάσεις της από τα πρώιμα χρόνια της προϊστορίας έως το τέλος του αρχαίου κόσμου, ενώ συνεχώς νέα στοιχεία συνεχίζουν να μας αποκαλύπτουν πολύτιμες μαρτυρίες για τις περιόδους που άνηκαν πριν στην περιοχή του μύθου και που τώρα αποκτούν πλέον ιστορική υπόσταση. Οι τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή της Κυλλήνης – Κατακώλου, αλλά και στην ανατολική Ηλεία, βεβαίωσαν την ανθρώπινη παρουσία στην Πελοπόννησο ήδη από την Μέση Παλαιολιθική περίοδο (γύρω στο 10.000 π.Χ.). Μια σημαντική, πρόσφατη επίσης, ανακάλυψη για την απώτερη προϊστορία της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας είναι το σπήλαιο της Φράγχθης στην Ερμιονίδα, στο οποίο βρέθηκαν διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης εγκατάστασης από την παλαιολιθική έως και την νεολιθική περίοδο.

Η Νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται στην Πελοπόννησο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα από την προοδευτική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τη δημιουργία νόμιμων συνοικισμών και τη χρήση της κεραμικής. Στις επόμενες φάσεις ο αριθμός των νεολιθικών θέσεων της Πελοποννήσου αυξάνεται.

Στην Αργολιδοκορινθία, η Κόρινθος, η Γωνία, η Νεμέα, η Πρόσυμνα, η Λέρνα έδωσαν άφθονα νεολιθικά ευρήματα. Στην Αρκαδία, η Ασέα και τα Αγιωργίτικα. Νοτιότερα, στη Λακωνία και στη μεσσηνιακή Μάνη, το Κουφόβουνο, τελευταία το γνωστό σπήλαιο της Αλεπότρυπας στον Δυρό, η Καρδαμύλη και η Ζαρνάτα. Στη βόρειο Μεσσηνία η ακρόπολη της Μάλθης, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου η έρευνα βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της επιφανειακής ανίχνευσης. Στην Ηλεία τέλος η περιοχή του κάστρου του Χλεμούτσι και το Αρνοκατάραχο, κοντά στην Ολυμπία, έχουν δώσει στοιχεία για την ύπαρξη οικισμών.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Οπωσδήποτε η Πελοπόννησος δεν έχει να παρουσιάσει άνθιση πολιτισμού όμοια με εκείνη π.χ. του Διμηνιού, ακολουθεί όμως από πολύ κοντά την εξέλιξη, αποκτά ισχυρή νεολιθική παράδοση και στην επόμενη μεγάλη φάση της Προϊστορίας, την εποχή του χαλκού, στο έδαφός της κυρίως θα αναπτυχθεί ο λεγόμενος Ελλαδικός πολιτισμός. Στην Πελοπόννησο η πρώιμη φάση της πρώτης μεγάλης περιόδου της Χαλκοκρατίας, της Πρωτοελλαδικής απετέλεσε στην ουσία μια συνέχεια της τελευταίας νεολιθικής.

Η ακμή σημειώθηκε στην Πρωτοελλαδική (2500 – 2100 π.Χ.) με την ίδρυση κέντρων όπως η Λέρνα, η Τίρυνθα, οι Ζυγουριές, του Κοράκου, η Μάλθη, και με την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων. Στο τέλος αυτής της περιόδου μια αρκετά βίαιη αλλαγή είναι φανερή από τα αρχαιολογικά δεδομένα που μαρτυρούν εισβολές και μετακινήσεις, που πιθανότατα δεν είναι άσχετες με τη σύγχρονη μεγάλη καταστροφή που έχει διαπιστωθεί στις δυτικές και νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Τα φύλλα που κατοικούσαν την Πελοπόννησο πριν από το 2000 π.Χ. ήταν οι λεγόμενοι Πρωτοαχαιοί στην Αχαΐα, οι Καύσωνες στη Μεσσηνία και οι Πελασγοί στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής πλευράς της.

Λίγο μετά το 2000 π.Χ. άρχισε η κάθοδος των Πρωτοελλήνων από τις βορειότερες περιοχές της χώρας: οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αργολιδοκορινθία, στην Κυνουρία, στην Αχαΐα, στην Πισατίδα, στη βόρειο Τριφυλία, και οι Αρκάδες στη βόρειο και την κεντρική Αρκαδία, απ’ όπου και διέδωσαν τη διάλεκτό τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η κάθοδος και η εγκατάσταση των νέων φυλών στην Πελοπόννησο αυτήν την περίοδο, αλλού έγινε ομαλά και αλλού βίαια. Στην πυκνοκατοικημένη Αργολιδοκορινθία, καταστρέφονται η Λέρνα, η Τίρυνθα, η Ασίνη, οι Ζυγουριές και η Κόρινθος.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Στην Μεσσηνία έχει βεβαιωθεί η ύπαρξη τουλάχιστον δέκα πρωτοελλαδικών συνοικισμών με σπουδαιότερο αυτόν της Μάλθης. Στην Αρκαδία έχουν επισημανθεί συνοικισμοί στα Αγιωργίτικα, στην Ηραία και στην Ασέα. Στη Λακωνία κατοικήθηκε κυρίως η κοιλάδα του Ευρώτα και μαρτυρούνται σχέσεις με την Κρήτη. Στην Ηλεία τέλος, κατά μήκος της παραλίας της έχουν διαπιστωθεί πρωτοελλαδικές εγκαταστάσεις. Υπήρχαν σίγουρα επαφές με το Αιγαίο, σύμφωνα με τα κυκλαδικά ειδώλια που βρέθηκαν εκεί μαζί με οψιανό.

Οι δημιουργοί του Μεσοελλαδικού πολιτισμού θεωρούνται ως οι πρώτοι Έλληνες. Την υπόθεση αυτή βεβαιώνει η αδιάσπαστη συνέχεια στην εξέλιξη έως τα κλασσικά χρόνια και τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής και που πιστοποίησαν την ελληνικότητα των μεσοελλαδικών φυλών. Η Πελοπόννησος βρέθηκε στο κέντρο αυτής της δημιουργίας. Τα ευρήματα δείχνουν μια ευρεία εγκατάσταση, ιδιαίτερα στην Αργολιδοκορινθία και την Μεσσηνία αλλά και στην Ηλεία, στην Ολυμπία, στη Φεία και την Πίσσα. Στο τέλος αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση του ελληνισμού, τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και η Πελοπόννησος ήταν η περιοχή όπου κυρίως συντελέσθηκε αυτή η μεταμόρφωση.

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ.) η Πελοπόννησος έφθασε σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και έγινε ουσιαστικά το κέντρο του ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές επαλήθευσαν το θρύλο των πολύχρυσων Μυκηνών του Ομήρου και η περίφημη ακρόπολη της Αργολίδας υπήρξε το κέντρο της ακτινοβολίας, η περιοχή γύρω από την οποία πλάσθηκαν οι σπουδαιότεροι από τους μύθους της Πελοποννήσου. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι ο Όμηρος τον βασιλιά των Μυκηνών τραγούδησε ως αρχηγό των Ελλήνων, στην πρώτη μεγάλη εκστρατεία της ιστορίας τους, τον Τρωικό πόλεμο.

Οι δυο μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, των Περσιδών και των Πελοπιδών, από τους οποίους κατάγονται ο Ηρακλής και οι Ατρείδες, διαμορφώθηκαν από τους θρύλους της περιοχής των ανακτόρων των Μυκηνών και της Τίρυνθας και έτσι οι Μυκήνες έμειναν στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως το κέντρο της δόξας των προγόνων και όταν πια δεν είχαν γίνει παρά ένα ασήμαντο χωριό.

 

The Citadel of Mycenas.

 

Η μνημειώδης μυκηναϊκή αρχιτεκτονική υπήρξε η απαρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα ιστορικά χρόνια. Ο τύπος του ελληνικού ναού με τον πρόδομο, το σηκό και τον οπισθόδομο είναι μια παραλλαγή του μυκηναϊκού μεγάρου, της κατοικίας του βασιλιά. Δεύτερο μεγάλο μυκηναϊκό κέντρο υπήρξε η Μεσσηνία με το ανάκτορο του Εγκλιανού στην Πύλο που ταυτίσθηκε από τον ανασκαφέα του με το παλάτι του Νέστορα, του σοφού μεσσήνιου γέροντα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ένας μεγάλος αριθμός θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα, εγκατεσπαρμένων σε ολόκληρη την δυτική Μεσσηνία μαρτυρούν την ακμή της, που πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη της Αργολίδας. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα επισημάνει την θέση του ανακτόρου της Σπάρτης, δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία για την σπουδαιότητα της περιοχής κατά την μυκηναϊκή περίοδο.

Η τελευταία φάση της Μυκηναϊκής περιόδου (1400-1100 π.Χ.) ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής με την οργάνωση των ανακτόρων κα των πόλεων, την ανάπτυξη της γραφής και τις μνημειακές μορφές τέχνης. Από τον 14ο αι. π.Χ. άρχισε η εξάπλωση προς τη Δύση και την Ανατολή. Η Μεσόγειος υπήρξε ο μεγάλος δρόμος που έφερε τους Μυκηναίους στις ακτές της Ασίας και της Αφρικής. Ο Τρωικός πόλεμος δηλώνει συγχρόνως τη μεγάλη ισχύ και την αρχή  της παρακμής τους. Πίσω από τον μύθο της Ελένης της Σπάρτης και της αρπαγής της, κρύβεται μια πραγματική εκστρατεία των Αχαιών στις Β.Α. ακτές της Μικράς Ασίας γύρω στο 1200 π.Χ. Το σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα για τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι έγινε μια εκστρατεία, κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας εμφανίστηκαν ενωμένοι. Από την Πύλο έως την Ιωλκό και από την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα ξεκίνησαν οι Αχαιοί του Ομήρου και όλοι αυτοί αναγνώρισαν ως αρχηγό τους τον βασιλιά των Μυκηνών. Η παράδοση λοιπόν και η αρχαιολογική έρευνα συμφωνούν ως προς το κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Με την κάθοδο των Δωριέων τον 12ο π.Χ. αι. έρχεται και το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου και αρχίζει ο λεγόμενος Ελληνικός Μεσαίωνας ο οποίος θα διαρκέσει από τον 10ο π.Χ. έως τον 8ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύσσεται η κοινή εθνική συνείδηση και παράλληλα συνειδητοποιείται η κοινή καταγωγή και η λατρεία των θεών και των ηρώων-προγόνων.

Η παράδοση συνέδεσε τους Δωριείς με την επιστροφή των Ηρακλειδών, που κατέβηκαν από τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και πέρασαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο με τη βοήθεια των Αιτωλών. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Αχαΐα και την Ηλεία, ενώ οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Μετά τη Δωρική εγκατάσταση τα ισχυρότερα κράτη που σχηματίσθηκαν στην περιοχή ήταν της Κορίνθου, του Άργους και της Σπάρτης, αλλά και μικρότερης ισχύος, όπως στην Αρκαδία όπου δεν υπήρχε ενιαίο κράτος αλλά πόλεις συνδεδεμένες μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μαντινεία.

Στην δυτική Πελοπόννησο είχε ιδρυθεί το Αιτωλικό κράτος των Ηλείων, οι ανεξάρτητες έξι αιολικές πόλεις της μετέπειτα Τριφυλλίας και το κράτος της Πίσσας. Ως προς την Αχαΐα, από τα ομηρικά ακόμα χρόνια αυτή εχωρίζετο σε δυτική και ανατολική. Και η μεν ανατολική ονομάζετο Αιγιαλεία η δε δυτική ανήκε στους Ηλείους με τους οποίους ενώθηκαν οι Αιτωλοί και οι Αρκαδικοί Καύκωνες. Η Σπάρτη και το Άργος διεκδίκησαν από την αρχή την ηγετική θέση στην Πελοπόννησο. Το Άργος είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του την περιοχή της Αργολίδας, δηλαδή τις πόλεις Επιδαύρου, της Τροιζήνας, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, αλλά γρήγορα η επιρροή του εξαπλώθηκε μέχρι το Μαλέα και τα Κύθηρα.

Στην Κορινθία, η Κόρινθος (με την Σικυώνα και τον Φλιούντα) χάρη στην προνομιακή της θέση προσανατολίσθηκε από νωρίς προς το εμπόριο και την ίδρυση αποικιών και τέλος η Σπάρτη κυριαρχώντας στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα και έχοντας ιδρύσει τη Στενύκλαρο (η οποία καταλήφθηκε αργότερα από τους Αρκάδες) άρχισε σιγά σιγά να εξαπλώνεται προς την εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα την οποία και κατέκτησε μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν ολόκληρο περίπου τον 8ο π.Χ. αι.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αι. οι πελοποννησιακές πόλεις αναπτύσσουν μεγάλη αποικιακή δραστηριότητα, ιδίως προς την Δύση: οι Κορίνθιοι ίδρυσαν την Κέρκυρα από την οποία προήλθαν οι Συρακούσες στην Σικελία το 734 π.Χ., οι Σπαρτιάτες τον Τάραντα στην Κάτω Ιταλία το 707, ενώ Αχαιοί άποικοι είχαν ήδη ιδρύσει από το 721 και το 710 τη Σύβαρη και τον Κρότωνα.

Από τον 8ο π.Χ. αι. η Πελοπόννησος κατέκτησε την πρώτη θέση στη χαλκουργία με κέντρα το Άργος, τη Σπάρτη και την Κόρινθο. Το ιερό της Ολυμπίας, που έγινε με την καθιέρωση των Ολυμπιακών Αγώνων ένα από τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά, είναι το κατ’ εξοχήν ιερό των χαλκών αναθημάτων. Από τα ευρήματα των ανασκαφών μαθαίνουμε για την άνθηση της πελοποννησιακής χαλκουργίας κατά τη γεωμετρική και την αρχαϊκή εποχή. Οι ίδιες πόλεις υπήρξαν επίσης τα κέντρα των κεραμικών εργαστηρίων, από τα οποία εκείνο του Άργους γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πλευρά της καλλιτεχνικής ποιότητας, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της περιοχής στην τέχνη του πηλού.

Οι πρώτοι αιώνες της ελληνικής ιστορίας υπήρξαν επίσης η εποχή της διαμόρφωσης της θρησκείας του Δωδεκάθεου. Στην Πρόσυμνα η Ήρα λατρεύτηκε στην θέση της παλαιότερης θεάς και στην Ολυμπία διαδέχθηκε τη θεά Γη. Στις Αμύκλες, χωρίς να παραμερισθεί ο Υάκινθος, καθιερώθηκε η λατρεία του Απόλλωνα. Σε αυτά τα πρώιμα χρόνια οι τοπικές λατρείες είχαν μεγά­λη διάδοση, ιδιαίτερα στην Αρκαδία, άπου γενικότερα η θρησκευτική ζωή ακολούθησε ένα ξεχωριστό δρόμο με πολύ μυστηριακό χαρακτήρα.

Τον 7ο π.Χ. ο Φείδωνας έκοψε για πρώτη φορά νόμισμα στο Άργος και οδήγησε την πόλη σε μεγάλη ακμή αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η σύγκρουση με την αιώνια αντίπαλο πόλη, τη Σπάρτη. Η οριστική επιβολή της Σπάρτης και η αναγνώρισή της ως ηγετικής δύναμης στην Πελοπόννησο έγινε μόνο έναν αιώνα αργότερα, αφού δηλαδή συνέτριψε τη Σικυώνα και οργάνω­σε την πρώτη συμμαχία των πελοποννησιακών Πόλεων υπό την αιγίδα της στα μέσα τον 6ου π.Χ. αι.

Έως τις  αρχές του 6ου π.Χ. αι. η Κόρινθος κυριαρχούσε στις αγορές της Ανατολής και της Δύσης με τα κεραμικά προϊόντα της, η Αθήνα όμως διεκδίκησε αυτήν την πρωτοκαθεδρία και τελι­κά πέτυχε να την εκτοπίσει, γεγονός που είχε ως φυσιολογικό επακόλουθο την οριστική παρακμή της Κορίνθου. Την ίδια περίοδο αμείωτη συνεχίσθηκε και η άνθηση των εργαστηρίων της πλαστικής και της χαλκουργίας των πελοποννησιακών εργαστηρίων έξοχα δείγματα των οποίων είναι το σύνταγμα του Κλεόβη και του Βίτωνα και ο Κούρος της Τεγέας.

Στην αρχιτεκτονική, στη διαμόρφωση της οποίας η Πελοπόννησος είχε ηγετική θέση, σπουδαίες δημιουργίες της πορείας για την αναζήτηση της τελειότητας του ρυθμού αποτελούν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνος στην Κόρινθο και του ναού της Ήρας στην Ολυμπία.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

Ο 5ος αιώνας, η εποχή της μεγάλης δόξας του Ελληνισμού, ήταν εποχή ακμής και για την Πελοπόννησο, η συμμετοχή της οποίας στα διάφορα ιστορικά γεγονότα υπήρξε πρωταρχικής σημασίας. Κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων από το 490 (μάχη του Μαραθώνα) μέχρι το 479 (μάχη των Πλαταιών) οι πελοποννησιακές πόλεις, και ιδίως η Σπάρτη, παραμερίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ τους και με την Αθήνα, βοήθησαν με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Μήδων. Στην άτυχη αλλά ένδοξη μάχη των Θερμοπυλών η τιμή αποδόθηκε ολόκληρη στους πελοποννήσιους, που αντιπροσωπεύθηκαν από τον ολιγάριθμο στρατό του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Αλλά η ένωση των ελληνικών πόλεων δεν κράτησε για πολύ μετά τα μηδικά.

Ακολούθησε μια περίοδος 50 χρόνων κρυφού ανταγωνισμού μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης η οποία οδήγησε στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που υπήρξε η αρχή του τέλους του αρχαίου ελληνισμού. Ο 4ος αιώνας άρχισε με το λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-387), στον οποίο η Σπάρτη με βασιλιά τον Αγησίλαο αντιμετώπισε και νίκησε τις ενωμένες δυνάμεις των Αθηναίων, Θηβαίων, Koρινθίων, Αργείων και Θεσσαλών. Έτσι μετά το 379 η Σπάρτη εμφανίζεται πάλι, στην ηγετική θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Η κυριαρχία της όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Η αντίθεση με τους Θηβαίους, οι οποίοι επίσης επεδίωξαν την ηγεμονία της Ελλάδας, οδήγησε σειρά συγκρούσεων στις οποίες η σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή συνετρίβη οριστικά. Η ταπείνωση της Σπάρτης τονίσθηκε ακόμα περισσότερο με την ίδρυση στις παρυφές του λακωνικού κράτους της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Οι αλλεπάλληλοι αυτοί πόλεμοι εξασθένησαν την Πελοπόννησο και έτσι όταν η νέα ανερχόμενη δύναμη του ελληνισμού, οι Μακεδόνες, επιχείρησαν την ανάληψη της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, η Πελοπόννησος δεν μπόρεσε να την εμποδίσει. Μετά την αποφασιστική για την τύχη της Ελλάδας μάχη της Χαιρώνειας (338), ο Φίλιππος οργάνωσε συμμαχία πολλών πελοποννησιακών πόλεων (Αργείοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες) εναντίον της Σπάρτης και απέσπασε από αυτήν πολλές περιοχές τις οποίες απέδωσε στους Αργείους, τους Τεγεάτες και τους Μεσσήνιους, στους οποίους ανήκαν αρχικά. Οι πελοποννησιακές (πλην της Σπάρτης), αλλά και οι άλλες ελληνικές πόλεις, αναγκάσθηκαν στο συνέδριο της Κορίνθου να αναγνωρίσουν την μακεδονική κυριαρχία και να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Περσίας. Στους αγώνες που ακολούθησαν μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου η Πελοπόννησος πολλές φορές έγινε πεδίο μαχών και συγκρούσεων και πλούσιες περιοχές της όπως η Αργολίδα και η Ήλιδα συχνά λεηλατήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πόλεμων, στους δυο αυτούς αιώνες της κλασσικής εποχής, η τέχνη έφθασε στην ακμή της και η Πελοπόννησος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτό. Τα γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία υπήρξαν η πρώτη έκφραση της κλασσικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα στον Παρθενώνα. Οι μεγάλοι ναοί, που οικοδομήθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής: ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ναός των Βασσών στην Φιγαλία, ο ναός της Αθηνάς στην Τεγέα και ο ναός της Ήρας στο Άργος.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η ίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης των ενωμένων πελοποννησιακών πόλεων, γεγονός που επέφερε την σύγκρουση με τους Μακεδόνες κατακτητές. Παράλληλα αυξήθηκε και πάλι η σπαρτιατική δύναμη με τις μεταρρυθμίσεις των βασιλέων Άγιδος Δ’ και Κλεομένη Γ’, αλλά η άνοδος αυτή αντί να οδηγήσει σε μια ένωση ολόκληρης της Πελοποννήσου εναντίον των Μακεδόνων, αντίθετα οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης και έτσι η Σπάρτη νικήθηκε με την βοήθεια των Μακεδόνων και δεν μπόρεσε να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμή της.

Η πρώτη ήτα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 197 σήμαινε το τέλος της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική αδυναμία και έξυπνα υποκίνησαν διάφορες διασπαστικές κινήσεις, ώστε να εκμηδενισθούν οι προσπάθειες της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του τελευταίου ελληνικού προπυργίου, η οποία την εποχή αυτή με τον Φιλοποίμενα έδινε τον ύστατο αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Το 168 υπέταξαν οριστικά την Μακεδονία και 22 χρόνια αργότερα, αφού προηγουμένως πέτυχαν την αποστασία πολλών πόλεων από την Συμπολιτεία, κατέβαλαν και κατέστρεψαν την Κόρινθο, οδηγώντας έτσι στο τέλος του όχι μόνο τον πελοποννησιακό αλλά και ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Μετά την ίδρυση από τους Ρωμαίους της επαρχίας της Αχαΐας, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Στερεά, μόνο η Σπάρτη, με το Κοινό των Ελευθερολακώνων, κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της. Η Κόρινθος, ρωμαϊκή πλέον πόλη μετά την αναστήλωσή της έγινε το διοικητικό κέντρο της υποταγμένης Ελλάδας. Γενική παρακμή στις εκδηλώσεις ζωής και του πνεύματος, μείωση του εμπορίου, περιορισμός στην καλλιέργεια της γης, έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας χαρακτήρισαν την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής στην Πελοπόννησο όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στην αποφασιστική για την διαμόρφωση του ρωμαϊκού κράτους ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), η Σπάρτη πολέμησε στο πλευρό του Αυγούστου και αυτός αργότερα ευεργέτησε την Πελοπόννησο: η Σπάρτη μάλιστα κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. Ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αι. περιγράφει τα μεγάλα ιερά και πόλεις σε βαθιά παρακμή, αλλά η σύγχρονη ζωή διατηρείτο στους συνοικισμούς και στις μικρές πόλεις.

Η περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις σεισμικές δονήσεις, θα δοκιμασθεί συχνά και κυρίως στον μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ. Με τις καταστροφές αυτές, συμπληρωμένες από τις τρομερές βαρβαρικές επιδρομές κλείνει ο 4ος μ.Χ. αι. και μαζί του και ο αρχαίος κόσμος δίνοντας την θέση του στην νέα κοσμοθεωρία, τον Χριστιανισμό.

Κέντρα του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο ήταν η κοινότητα της Κορίνθου, που είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο, η Πάτρα όπου είχε μαρτυρήσει ο Απόστολος Ανδρέας και η Σπάρτη. Νέα εποχή εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Πελοπόννησος πλέον ανήκει στην επαρχία του Ιλλυρικού. Δυο γεγονότα σφραγίζουν τα τελευταία χρόνια του 4ου αι: Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 και οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου το 395 που αφού καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και την Σπάρτη, ηττώνται τελικά στην Φολόη από τον στρατηγό Στηλίχωνα.

Οι βαρβαρικές επιδρομές (Βάνδαλοι, Ούννοι) θα συνεχισθούν κατά την διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να οχυρώσει την Κόρινθο η οποία δοκιμάζεται σκληρά από επιδρομές και σεισμούς. Ο 9ος και ο 10ος αι. είναι αιώνες δοκιμασιών για την Πελοπόννησο, που υφίσταται τις επιθέσεις Αράβων και Βουλγάρων.

Οι Άραβες, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης (827), την κάνουν ορμητήριο και ταλαιπωρούν τις πελοποννησιακές ακτές με αλλεπάλληλες επιδρομές. Η βουλγαρική απειλή γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη επί Σαμουήλ, όταν το 996, η ορμητική του κάθοδος καταλήγει στην Πελοπόννησο. Πάρ’ όλα ταύτα η Κόρινθος αντιστέκεται και λίγο αργότερα οι Βούλγαροι ηττώνται από τον Νικηφόρο Ουρανό.

Ο 12ος αι. χαρακτηρίζεται από νέες καταστρεπτικές επιδρομές, που επιχειρούν οι Νορμανδοί, ο νέος εχθρός που έρχεται από τη Δύση. Ο Ρογήρος ο Β’ λεηλατεί την Πελοπόννησο, καταλαμβάνει την Κόρινθο και παίρνει αιχμάλωτους, κυρίως υφαντουργούς, που μεταφέρει και εγκαθιστά στην Σικελία. Η παραχώρηση από τους Κομνηνούς εμπορικών προνομίων στους Βενετούς φέρνει τους τελευταίους και στα πελοποννησιακά λιμάνια, την Κόρινθο, τη Μεθώνη, την Πάτρα, το Ναύπλιο κ.α.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Η γενική κατάσταση που χαρακτηρίζει ολόκληρη την αυτοκρατορία, πριν από την φράγκικη κατάκτηση επικρατεί και στην Πελοπόννησο. Ο κεντρικός έλεγχος ατονεί και η λαϊκή τάξη, έρμαιο της αυθαιρεσίας των κρατικών υπαλλήλων, απροστάτευτη από τις πειρατικές επιδρομές και θύμα της βαριάς φορολογίας, δοκιμάζεται εντονότερα και υφίσταται τις συνέπειες της παρακμής.

Ωστόσο η Πελοπόννησος, στους τελευταίους αιώνες πριν την Φραγκοκρατία, παρ’ όλους τους εχθρούς που την ταλαιπώρησαν, είχε μια αξιόλογη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη, με σπουδαιότερο κέντρο την Κόρινθο που είχε αναπτύξει διάφορες βιοτεχνίες, ανάμεσα στις οποίες σημαντικότερη ήταν η υφαντουργία και η μεταξουργία. Η Πάτρα, πλούσια και ευημερούσα, το Άργος, το Ναύπλιο, η Μονεμβάσια, καθώς και άλλες μικρότερες πόλεις όπως η Αρκαδία κοντά στην Κυπαρισσία, η Μαντίνεια της Λακωνικής, που φημιζόταν για τα κρασιά και το μετάξι της, η Λακεδαιμονία που κτίσθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, η Βοστίτσα (Αίγιο), η Μεθώνη και η Κορώνη.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα πως ενώ η πνευματική άνθιση την εποχή αυτή περιορίζεται κυρίως στον θεολογικό τομέα, το πλήθος των βυζαντινών εκκλησιών, των αιώνων αυτών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ευαισθησία.

Με την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους το 1204 και την εισαγωγή του δυτικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος της φεουδαρχίας, η Πελοπόννησος θα αποτελέσει ένα από τα φεουδαρχικά κρατίδια της διασπασμένης αυτοκρατορίας και μάλιστα το καλύτερα οργανωμένο.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Ιδρυτές της Φράγκικης ηγεμονίας της Πελοποννήσου θα είναι οι Γάλλοι με τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Η έλλειψη αρχηγού και οργανωμένης βυζαντινής στρατιωτικής δύναμης θα δώσει τη δυνατότητα στους Γάλλους να καταλάβουν με σχετική ευκολία πολλές πόλεις όπως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Ανδραβίδα κ.α., η κατάκτηση όμως του εσωτερικού της περιοχής θα παρουσιάσει δυσκολίες γιατί προβάλλεται αξιόλογη αντίσταση σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ήλιδα και στην Αρκαδία.

Ο σπουδαιότερος από τους Γάλλους κατακτητές θεωρείται ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος, αξιόλογος πολιτικός και στρατιωτικός που θα συνεχίσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία, εκτός από ορισμένες περιοχές και οχυρές θέσεις θα περιέλθει στην εξουσία του.

Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάσθηκε το φράγκικο κράτος της Πελοποννήσου, χωρίσθηκε σε 12 βαρονίες: της Καλαμάτας, της Άκοβας, της Καρύταινας, της Πάτρας, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, της Βελιγοστής, του Νυκλίου, της Γρίτσαινας, του Γερακιού και του Πασσαβά. Η οργάνωση του πριγκιπάτου ήταν καθαρά στρατιωτική: οι φεουδάρχες, που βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, έκτισαν οχυρωμένους πύργους στα φέουδά τους και έφεραν ήθη της Δύσεως στο ελληνικό έδαφος, ενώ η ηγεμονική αυλή χαρακτηριζόταν για την λαμπρότητα, την κομψότητα και το άψογο ιπποτικό της πνεύμα. Ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει να επεκτείνει τα σύνορα του πριγκιπάτου πέρα από την Πελοπόννησο αλλά θα αποτύχει και η αποτυχία του αυτή θα σημάνει την αρχή της παρακμής του πριγκιπάτου, ενώ παράλληλα θα προκαλέσει την απαρχή της σταδιακής επανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Βυζαντινούς.

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 ο Γουλιέλμος θα αιχμαλωτισθεί από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και θ’ αναγκασθεί να παραδώσει στους βυζαντινούς τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Αυτά τα κάστρα και ιδίως ο Μυστράς, θα αποτελέσουν αργότερα το ορμητήριο για την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους βυζαντινούς. Η τελευταία αυτή ελληνική βάση, αφού επί 50 σχεδόν χρόνια (1262-1308) διοικείται από στρατηγό, αποκτά, μετά το 1308, μόνιμο διοικητή με τον τίτλο του Δεσπότη που θα διοικεί το Δεσποτάτο του Μορέως, όπως θα ονομασθεί το ελληνικό κράτος της Πελοποννήσου.

Η οικογένεια των Κατακουζηνών πρώτα και αργότερα αυτή των Παλαιολόγων θα αναλάβουν την διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. Το Φράγκικο πριγκιπάτο μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου θα παρακμάσει και θα διαλυθεί από τις επιδρομές των Τούρκων, πλην των βενετικών κτήσεων της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου που θα πέσουν τελικά το 1540. Οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο έγιναν το 1379, 1400 και 1401 και προετοίμασαν το έδαφος για την ολοκληρωτική κατάκτηση της περιοχής, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες αντίστασης των Βυζαντινών και των Φράγκων.

 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 

Οι Παλαιολόγοι της Πελοποννήσου, στις αρχές του 15ου αιώνα θα οχυρώσουν την περιοχή του ισθμού με το περίφημο τείχος του Εξαμυλίου με σκοπό να αποτρέψουν τις τούρκικες επιδρομές. Οι τούρκοι όμως με αρχηγό τον Τουραχάν εύκολα θα εξουδετερώσουν αυτό το εμπόδιο το 1423 και θα κατακτήσουν το Δεσποτάτο φόρου υποτελές στον σουλτάνο Μουράτ Β’.

Το 1443 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας) έγινε Δεσπότης του Δεσποτάτου αλλά οι προσπάθειές του να οχυρώσει την Πελοπόννησο, δεν σταμάτησαν τον σουλτάνο Μουράτ ο οποίος το 1446 παγίωσε την τουρκική κυριαρχία σε ολόκληρη την Β. Πελοπόννησο. Μετά την αναχώρηση του Κωνσταντίνου για την Κωνσταντινούπολη το 1449 και την άλωση της πόλης το 1453 την Πελοπόννησο μοιράσθηκαν, ως φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση επεκράτησε στην Πελοπόννησο μεγάλη αναστάτωση, ανταρσίες Αλβανών και Μανιατών και τούρκικες εισβολές που τελικά έληξαν με την εκστρατεία του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ στην περιοχή το 1458-60. Σοβαρές επιπτώσεις στην ιστορία της Πελοποννήσου είχαν οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν: στον πρώτο (1463-79) έλαβαν μέρος πολλοί πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί και επίλεκτα σώματα Ελλήνων και Αλβανών Stradioti.

Μετά τη λήξη του πολέμου που ακολούθησαν οι πρώτες ομαδικές έξοδοι των Πελοποννησίων προς τα γειτονικά Επτάνησα και προς την Κρήτη. Ο 2ος βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1502) είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από τους Τούρκους της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου. Το 1537 ο 3ος βενετοτουρκικός πόλεμος επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς προκαλεί νέα έξοδο των Πελοποννησίων προς τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κάτω Ιταλία αυτή την φορά, όπου ιδρύθηκαν ελληνικές παροικίες στη Σικελία και στη Νεάπολη.     

 

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Πηγή


  • Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Διάλεξη, «Διαχρονικές αξίες για τον άνθρωπο και την πόλη από την αρχαία ελληνική τραγωδία»


 

Την Τετάρτη 11 Μαΐου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Γ. Ξανθάκη – Καραμάνου, Καθηγήτρια, Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, Πρόεδρος Τμήματος Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Διαχρονικές αξίες για τον άνθρωπο και την πόλη από την αρχαία ελληνική τραγωδία».

 

Read Full Post »

Ταχυδρόμοι


 

Φιγούρα Έλληνα ταχυδρόμου με σημαία και γραμματόσημο.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρ­κους, συστάθηκε το 1828 η πρώτη ταχυδρομι­κή υπηρεσία. Με το ΙΖ’ ψήφισμα του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ιδρύεται το «Ταχυδρομείον Γενικόν», με σκοπό τη μεταφορά της επίσημης και της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Αλλά η νεοσύστατη ταχυδρομική υπηρεσία, τουλάχιστο στα πρώτα της χρόνια εξυπηρετούσε μόνο τις κρατικές ανάγκες. Συστάθηκαν τότε (1828) τα πρώτα πέ­ντε ταχυδρομικά γραφεία, στην Αίγινα, στη Σύ­ρο, στην Επίδαυρο, στο Άργος και στην Τρίπο­λη.

Το 1869 ψηφίστηκε νόμος περί γραμμα­τοσήμου, ο οποίος εφαρμόστηκε από τον Ο­κτώβριο του επόμενου έτους. Κυκλοφόρησε τό­τε η πρώτη σειρά γραμματοσήμων με το φτε­ρωτό κεφάλι του Ερμή, συνολικά επτά γραμ­ματόσημα του ενός, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, σαράντα και ογδόντα λεπτών. Για μία επιστο­λή εσωτερικού απαιτούνταν ταχυδρομικά τέλη 20 λεπτά, για μία εξωτερικού 140 λεπτά.

Η Ελλάδα το 1875 έγινε μέλος της Γενι­κής Ταχυδρομικής Ενότητας, η οποία είχε συσταθεί την προηγούμενη χρονιά στη Βέρνη της Ελβετίας με τη συμμετοχή 20 και πλέον χωρών και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Πα­γκόσμια Ταχυδρομική Ένωση (Union Postale Universelle).

Αργότερα ιδρύθηκε με νόμο (Ν. 278/9-6-1914) το Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο περιέλαβε τις υπηρεσίες Δημοσίων Έργων, των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Ακολούθησαν πολλές αλλαγές στη σύσταση και στις αρμοδιό­τητες διαφόρων υπουργείων, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι ταχυδρομικές, τη­λεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες (τα τρία Τ) αποτελούσαν μία υπηρεσία μέχρι το 1949, οπότε τα τηλέφωνα και οι τηλέγραφοι εντάχθηκαν στον OTE (Ν. 1049/49). Προστάτης άγιος των ταχυδρόμων και των ΕΛ.ΤΑ. είναι ο όσιος Ζήνων, ταχυδρόμος ο ί­διος, η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου.

 

Από τα πρώτα γραμματόσημα με το φτερωτό κεφάλι του Ερμή.

 

Πριν από κάποιες δεκαετίες η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ή υπήρχε μόνο ένα στο καφενείο του χω­ριού, που το λέγαμε κοινοτικό. Ο καφετζής αναλάμβανε να ειδοποιήσει τον συχωριανό του ότι ο τάδε τον κάλεσε στο τηλέφωνο και πως θα ξαναπάρει την τάδε ώρα. Ό­ταν ερχότανε, πάλι, κανένα τηλεγράφημα τηλεφωνικώς (!), ο καφετζής το έγραφε σ’ ένα χαρτί, για να το δώσει στον παραλή­πτη: «Ουρανία έτεκε θίλι» ή «σιχαριτίρια ισίχθις φιλοσοφικί σχολί Αθηνόν». Τώρα με την πληθώρα των σταθερών και των κι­νητών τηλεφώνων και τα e-mails επικοι­νωνούμε με τον άνθρωπό μας άμεσα, ό,τι ώρα θέλουμε, όπου κι αν βρισκόμαστε. Α­κόμα και ευχετήριες κάρτες πάψαμε να στέλνουμε, γιατί προτιμούμε το τηλέφωνο ή τα… SMS.

Κάποτε αλληλογραφούσαν και οι σπουδαίοι, οι επώνυμοι – ποιητές και λο­γοτέχνες, φιλόσοφοι και λογής διανοούμε­νοι και πολιτικοί ή απόστολοι του έθνους και της εκκλησίας και μας μείνανε οι επιστολές αυτές ως μνημεία λόγου με προβλη­ματισμούς ποικίλου περιεχομένου, επιστο­λές με φιλοσοφικό και φιλολογικό περιε­χόμενο, με ιστορικό ή θεολογικό, με πολι­τικό, ακόμα και ερωτικού περιεχομένου. Πολλές τέτοιες αλληλογραφίες γνώρισαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρό­νια. Άραγε, εξακολουθούν κάποιοι φωτει­νοί άνθρωποι να ανταλλάσσουν ανάλογες επιστολές ή εκσυγχρονίστηκαν και αυτοί, ικανοποιώντας τις πνευματικές τους ανη­συχίες με το τηλέφωνο;

Ταχυδρόμος

Παλιότερα λαχταρούσαμε να λάβου­με επιστολή από το παιδί μας, που υπηρε­τούσε φαντάρος στα σύνορα ή πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Λαχταρούσαμε να λάβουμε γράμμα από το ξενιτεμένο μας παιδί, από τον Καναδά ή την Αυστραλία, να βεβαιωθούμε πως ζει, πως είναι καλά και πως περνάει καλά. Τι συγκινήσεις ήταν εκείνες! «Αγαπημένη μου μανούλα…» και η μανούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, το φιλούσε και το ξαναφιλούσε και τρέχανε τα μάτια της κι έπιανε τη γειτονιά, για να το δείξει, να δεχτεί ευχές και συγχαρητήρια…. Να και τα δολάρια που’ τανε μέσα!….

Κι όταν η μάνα δεν ήξερε γράμματα, όπως συνήθως, το διάβαζε καμιά φορά ο ίδιος ο ταχυδρόμος κι ύστερα κάποια άλλη γραμματιζούμενη γυναίκα, ή εγγονή ή η ανιψιά. Κι ύστερα, άντε να απαντήσουμε, παιδί μου, γράφε: «Αγαπημένο μου παιδί…».

Έχει άλλη ομορφιά και άλλη γεύση το χαρτί, πάνω στο οποίο ακούμπησαν τα χεράκια του παιδιού μας, για να ξεχειλίσει η συμπόνια κι η αγάπη του σε λίγες γραμμές. Η φωνή της επιστολής δε χάνεται και δε σβήνει, όπως εκείνη η μεταλλική του τηλεφώνου, όταν κατεβάσουμε το ακουστικό.  Η επιστολή διαβάζεται και ξαναδια­βάζεται και φυλάγεται στην κασέλα σαν κειμήλιο.

Ο ταχυδρόμος ήταν ο καλός μαντα­τοφόρος, ο άνθρωπος της χαράς και της συγκίνησης.­ Σηκωνότανε νύχτα να προλάβει κι έφτανε στο χωριό καταϊδρωμένος το κα­λοκαίρι, παγωμένος στο καταχείμωνο μ’ έ­να αδιάβροχο, άλλοτε με τα πόδια του, άλ­λοτε με το άλογό του. Πρώτη του δουλειά ήταν να σαλπίσει με την καραμούζα. Μα­ζευόταν ο κόσμος στο καφενείο ή όπου ή­τανε βολικό για την πιάτσα, συνήθως ηλι­κιωμένοι άνθρωποι, ν’ αλαφρώσουν τη βα­ριά δερμάτινη σάκα του καλού διανομέα: γράμματα, πολλά γράμματα, και κανα-δυο εφημερίδες για το δάσκαλο και την κοινό­τητα ή το καφενείο, πότε – πότε κανένα μικροδεματάκι και τη σύνταξη βέβαια!

 

Ταχυδρομική υπηρεσία εσωτερικού Κρήτης.

 

Αργότερα οι ταχυδρόμοι φρόντισαν να τρέχουν με ιδιόκτητο μηχανάκι και η δουλειά τους έγινε πιο άνετη. Προλάβαι­ναν τη διανομή και επέστρεφαν στο γρα­φείο ή στο σπίτι τους χωρίς ταλαιπωρία. Αλλά τώρα τα γράμματα σπανίζουν, κου­βαλάνε όμως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του OTE και του νερού και … κάμποσα διαφημιστικά.

Διαφημιστική μικρή χρωμολιθόγραφη καρτολίνα με νεαρή κοπέλα που κρατάει Ελληνική σημαία & γραμματόσημο μεγάλης κεφαλής Ερμού.

Ο αστικός διανομέας Άργους Θανάσης Τασσόπουλος, ο οποίος τώρα (2009) ζει ως συνταξιούχος στα Φίχτια, είχε την καλοσύνη να μας δώσει λίγα ονόματα παλιών ταχυδρόμων, της προηγούμενης γενιάς ας πούμε, οι οποίοι έχουν φύγει πια από τού­τη τη ζωή.

Αστικοί ταχυδρόμοι Άργους ή­ταν ο Σωτήρης Λειβαδίτης, ο Αριστείδης Αλεξόπουλος, ο Πίτας και άλλοι, που κι­νούνταν με τα πόδια ή καμιά φορά και με ποδήλατο. Με τα πόδια, καμιά φορά με ά­λογο και αργότερα ίσως κάποιοι με μηχα­νάκι κινούνταν και οι αγροτικοί ταχυδρόμοι:

  • Θοδωρής Καπετάνος (Φρέγκαινα, Καρυά, Βρούστι, Αγριλίτσα),
  • Αποστόλης Καραλέκκας (Δαλαμανάρα, Πυργέλα – κάποτε στο Κυβέρι),
  • Φίλιππος Μπάρλας (Μαλαντρένι, Σχοινοχώρι – Μπόρσα, Φίχτια, Μυκήνες, Μοναστηράκι),
  • Γεώργιος Καπετάνος (Λίμνες, Μπερμπάτι). Κατόπιν αποσύρθηκε στο γραφείο κι έγινε ταξινόμος.

Επίσης, μπορούμε να μνημονεύσου­με τον αχθοφόρο – μη ταχυδρομικό – Βα­σίλη Γεώργα, ο οποίος με κάποια σύμβα­ση εκτελούσε χρέη ταχυδρομικού εργολά­βου. Μ’ ένα καρότσι μετέφερε τους ταχυ­δρομικούς σάκους και τα δέματα από τα γραφεία του ΕΛ.ΤΑ. Άργους προς τον σταθμό του τρένου ή του ΚΤΕΛ και το αντί­στροφο. Δεν είχαν τότε τα ΕΛ.ΤΑ. δικά τους οχήματα.  

 

Πηγή


Read Full Post »

Ομιλία με θέμα: «Η ενδοσχολική βία – Από πού έρχεται και πού πηγαίνει;»


  

Γιάννης Πανούσης

Ο Συμβουλευτικός Σταθμός Νέων Δ.Δ.Ε.Ν. Αργολίδας και η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Δήμου Άργους – Μυκηνών σας προσκαλούν στην ομιλία του καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γιάννη Πανούση με θέμα: Η ενδοσχολική βία – Από πού έρχεται και πού πηγαίνει; (βία στο σχολείο, βία στο σπίτι, βία στο δρόμο). 

Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 6 Μαΐου 2011 και ώρα 7 το βράδυ στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αργολίδας, στην Πλατεία Δερβενακίων στο Άργος.

Σύντομη Περίληψη

Η σχέση βίας – παιδαγωγικής διαχείρισης είναι κρίσιμη. Όσο όμως κι αν χρεώνουμε τον δάσκαλο με ρόλο και δράση ηθοπαιδείας, όσο κι αν ζητούμε την ενεργό παρουσία της κοινότητας, όσο κι αν ξορκίζουμε την επαναφορά τιμωρητικών μεθόδων, ο κοινωνικός -δημόσιος διάλογος παραμένει ο αναγκαίος όρος για ενδοσχολική και εξωσχολική επικοινωνία και συνεννόηση, αρκεί να ορίσουμε επακριβώς το πλαίσιο του διαλόγου.

Κάθε που προκύπτει μεταφερόμενη κοινωνική βία ή εξωσχολική βία τότε είναι χρήσιμο ένα νέο «εκπαιδευτικό συμβόλαιο» που  θα επαναφέρει την ηρεμία. Σ’ αυτό το κλίμα πρέπει να συμβάλλουν και τα ΜΜΕ τα οποία «σκηνοθετούν» καταστάσεις πολύ χειρότερες από τις πραγματικές.

Read Full Post »

Θέατρο Σκιών – Καραγκιοζοπαίχτες


  

Το θέατρο Σκιών στην Ελλάδα

Το θέατρο σκιών ήταν το επικρατέστερο θέατρο στη χώρα μας για πολλά χρόνια. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για παράσταση Καραγκιόζη ήταν το 1841 στην εφημερίδα  «Ταχύπτερος Φήμη». Η ίδια εφημερίδα στις 9 Φεβρουαρίου 1852 αφιέρωσε ο­λόκληρη στήλη για μια παράσταση του «α­νατολικού θεάτρου», με θέμα τους γάμους του Καραγκιόζη, που δόθηκε στην περιο­χή της Πλάκας, κοντά στο Τολό. Δεν μνη­μονεύεται το όνομα του καραγκιοζοπαίχτη.

 Η προέλευση του θεάτρου Σκιών

Παρά τις διαφορετικές απόψεις για τον τόπο και το χρόνο γέννησης του θεάτρου σκιών και παρά τους σχετικούς εντυπωσιακούς θρύλους, οι μελετητές υποστηρίζουν γενικά ότι έχει ασιατική προέλευση και πως γεννήθηκε στην Κί­να. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξή του εντοπίζονται σε κινέζικη εγκυκλοπαίδεια του 1000 μ.Χ. Πιστεύεται ότι η γέννησή του οφεί­λεται στο γεγονός ότι τη μακρινή εκείνη εποχή οι Κινέζοι κάλυπταν τα παράθυρα τους με χαρτί και τα βράδια, καθώς φωτιζόταν το εσωτε­ρικό των σπιτιών, οι σκιές των ενοίκων χάριζαν στους περαστικούς ένα όμορφο θέαμα, που έμοιαζε με ονειρική οπτασία.

 

θέατρο Σκιών

 

Πάντως, η λέξη Καραγκιόζης είναι τούρ­κικη και σημαίνει μαυρομάτης. Σύμφωνα με κά­ποιον θρύλο από τους πολλούς που αναφέρο­νται στη γέννηση του πρωταγωνιστή του θεά­τρου σκιών, ένας Υδραίος ονόματι Μαυρομά­της, προερχόμενος από την Κίνα, εγκαταστά­θηκε μόνιμα στην Πόλη και προσάρμοσε τη ζωή του και το θέατρο του στα ήθη των Τούρκων και ονόμασε τον πρωταγωνιστή του Καραγκιόζ. Κάποιες πληροφορίες θέλουν βοηθό του τον Γιάννη Μπράχαλη, ο οποίος μετέφερε το θέα­τρο σκιών στην Ελλάδα.

Ο τούρκικος Karagoz

Ο ελληνικός Καραγκιόζης στην αρχή τουρκόφερνε έντονα. Στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα αντιμετωπίστηκε με περιφρόνηση. Το κοινό προτιμούσε το ευ­ρωπαϊκό θέατρο και κάποια εποχή ο Καραγκιόζης κόντεψε να σβήσει από την α­διαφορία και τις επιθέσεις. Αλλά από το 1880 και μετά, το θέα­τρο σκιών γίνεται σταδιακά αγαπητό, πρώ­τα στην Πάτρα και αργότερα στην Αθήνα και σ’ όλη την Ελλάδα, αφού πρώτα ο Κα­ραγκιόζης απέβαλε τα ενοχλητικά στοιχεί­α και έγινε ένας γνήσιος λαϊκός «ρωμιός».

Ιδιαίτερα αποφασιστική ήταν η συμβολή του θρυλικού καραγκιοζοπαίχτη Δημήτρη Σαρντούνη στην Πάτρα, τον οποίο αποκα­λούσαν Μίμαρο από την ικανότητά του στη μιμική τέχνη. Ο Μίμαρος με τη δύναμη της μιμικής του και με τη δημιουργία νέων τύ­πων και νέων παραστάσεων, όπου ο εξελ­ληνισμένος πια Καραγκιόζης άγγιζε τις ψυ­χές του κοινού, έδωσε νέα μορφή και νέα πνοή στο ελληνικό θέατρο σκιών. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η αφετηρία για τον δημοφιλή Καραγκιόζη ήταν η Πάτρα.

Ο Καραγκιόζης έγινε λαοφιλής στα ε­πιδέξια χέρια του Μίμαρου, του Θοδωρέλλου, του Ρούλια, του Μέμου, του Μόλλα, του Χαρίδημου, του Μανωλόπουλου. Αργότερα, το 1924, ιδρύεται το Σωματείο Ελλήνων καραγκιοζοπαιχτών με 120 μέλη. Πολλοί από τους ιδρυτές ήταν μαθητές του Μίμαρου, του Ρούλια και του Μέμου. Έ­νας από τους ιδρυτές του Σωματείου ήταν και ο πολύ γνωστός καλλιτέχνης του θεά­τρου σκιών Σωτήριος Σπαθάρης.

Σωτήρης Σπαθάρης

Ο Καραγκιόζης, αφού καθαρίστηκε α­πό τα στοιχεία του αντίστοιχου τούρκικου θεάτρου σκιών, άντλησε θέματα από τους ελληνικούς μύθους και από τα δημοτικά μας τραγούδια και έγινε πρωτοπόρος στη δημιουργία της ελληνικής κωμωδίας. Πολ­λές κωμωδίες, όπως «Ο Καραγκιόζης φούρ­ναρης», «Ο Καραγκιόζης γιατρός», «Οι αρ­ραβώνες του Καραγκιόζη» και πολλές άλ­λες αγαπήθηκαν πολύ και με αυτές θυμού­νται πολλοί το θέατρο σκιών. Όμως, δεν ήταν μικρή η προτίμηση του εν λόγω θεάτρου και σε θέματα ιστο­ρικού ή πατριωτικού περιεχομένου, τα ο­ποία εμπνέονταν οι καλλιτέχνες από το έ­πος του ’21, από τους βαλκανικούς πολέ­μους, από τον Α’ και Β’ παγκόσμιο πόλε­μο και την κατοχή ή από τις περιόδους κα­τάλυσης της δημοκρατίας (δικτατορίες).

Οι εποποιίες του καπετάν Γκρη, του Κατσα­ντώνη, η θυσία του Αθανασίου Διάκου, ο Γέρος του Μοριά, η αντίσταση του Γκούρα στην Ακρόπολη ήταν θέματα που αγαπήθηκαν πολύ· και σε κάποιες δύσκολες εθνικές στιγμές αναζωπύρωναν την ελπίδα για κα­λύτερη μοίρα του έθνους, μια και ο θρυλι­κός Καραγκιόζης κατόρθωνε πάντα να ε­πιβιώνει μέσα από τις δυσκολίες και τα α­διέξοδα.

Ευγένιος Σπαθάρης

Άλλοτε, πάλι, σε ειρηνικές περιό­δους, το θέατρο σκιών σχολίαζε και συμ­μεριζόταν τα προβλήματα και τα αιτήματα του λαού και αναπτυσσόταν μια σχέση αγά­πης και αφοσίωσης του κοινού προς τους καλλιτέχνες. Ένας σκληρός ανταγωνιστής του θε­άτρου σκιών ήταν ο κινηματογράφος. Ιδιαί­τερα, με την εισβολή του έγχρωμου κινη­ματογράφου, ο Καραγκιόζης πέρασε μεγά­λη κρίση. Ωστόσο, η επίπονη προσπάθεια του ανεπανάληπτου Ευγένιου Σπαθάρη έ­δωσε μια τελευταία αναλαμπή στο λαϊκό θέαμα.

Σήμερα η παράδοση του θεάτρου σκιών συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διά­φορους παίκτες σ’ όλη την Ελλάδα, οι ο­ποίοι παίζουν κυρίως για τα παιδιά. Συνή­θως διοργανώνονται παραστάσεις από διά­φορους φορείς ή από τους Δήμους, σε μια προσπάθεια να μείνει ζωντανό το θέατρο σκιών σαν μια πολύτιμη κληρονομιά, μια και πάντοτε συγκινούσε και οι μεγαλύτεροι το αναπολούν με νοσταλγία.

Το θέατρο Σκιών στο Άργος

Οι πληροφορίες μας για το θέατρο Σκιών στο Άργος ξεκινάνε από το τέλος της δε­καετίας 1920. Εκείνη την εποχή φαίνεται πως δίδονταν παραστάσεις στον περίβολο του καφενείου «Ηραίον» από πλανόδιους καραγκιοζοπαίκτες, οι οποίοι έρχονταν α­πό άλλα μέρη και κυρίως από την Αθήνα. Υπήρχαν, όμως κι άλλοι υπαίθριοι χώροι, όπως η πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Οι κα­ραγκιοζοπαίκτες έστηναν σε μιαν άκρη τον μπερντέ τους, μία λευκή οθόνη, όπου προβάλλονταν οι φιγούρες της παράστασης, τα παιδιά κάθονταν χάμω σταυροπόδι, ενώ οι μεγάλοι έμεναν συνήθως όρθιοι. Στη μέση της παράστασης, την ώρα του διαλείμμα­τος, ο καραγκιοζοπαίκτης ή ο βοηθός του περιέφερε δίσκο και οι φιλοθεάμονες έρι­χναν τον οβολό τους.

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι

 

Επίσης, παραστάσεις δίδονταν και στο παρκινγκ, δίπλα από το ξενοδοχείο «Παλλάδιον» (Βασ. Σοφίας), όπου κάποτε είχε το πεταλωτήριό του ο αλμπάνης Γιάννης Χαβιαρλής. Μνημονεύεται κάποιος Αθη­ναίος καλλιτέχνης, ονόματι Αγιομαυρίτης, ο οποίος έπαιζε εκεί τους θερινούς μήνες (δεκαετία 1950), ενώ το χειμώνα έστηνε τον μπερντέ του στο καφενείο του μπαρμπα-Σταύρου Παπαδάτου στο Σιταροπάζαρο.

Ακόμη, ο ονομαστός Αντώνης Μόλλας (1872-1949) είχε παίξει στα «σκαλάκια» κάποτε, δηλαδή στο αρχαίο θέατρο Άργους, στις αρχές του 20ου αι., όπως θυ­μάται ο Γιώργος Τσατσούλης από τις διη­γήσεις του πατέρα του. Αλλά φαίνεται πως στη μνήμη πολλών Αργείων έχει μείνει περισσότερο ο Μήτσος Πίτσικας, ένας φτωχός μικρασιάτης πρόσφυ­γας, ο οποίος έμενε στο Συνοικισμό και έ­παιζε σε μια μάντρα στην οδό Τριπόλεως.

 

Φιγούρες - Θέατρο Σκιών

 

Η κ. Γιαννούλα θυμάται πως κάποτε είχε πα­ρακολουθήσει παράστασή του και στην αί­θουσα του Μπουσουλοπούλειου. Το σχολείο αυτό εγκαινιάστηκε και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1939. Ο Πίτσικας ήταν πο­λύ αξιόλογος καλλιτέχνης και έκανε πολλές εξορμήσεις και εκτός Αργολίδας. Έφτανε μέχρι και στην Καλαμάτα. Συνήθιζε, όπως άλλωστε και όλοι οι καλλιτέχνες του είδους, να έχει και κάποιον οργανοπαίκτη για μου­σική (κλαρίνο, βιολί ή ούτι, το γνωστό μι­κρασιάτικο όργανο, που μοιάζει με λαού­το), όχι όμως ορχήστρα με δύο ή τρία μουσι­κά όργανα, όπως συνηθιζόταν.

Ας σημειωθεί εδώ παρεμπιπτόντως ότι έργα με συνήθη διάρκεια μιας ώρας, διαρ­κούσαν δύο και δυόμισι ώρες με τη μουσι­κή και τα τραγούδια (τσάμικα, ρεμπέτικα ή καντάδες, ανάλογα με την παράσταση). Καμιά φορά, μάλιστα, ορισμένοι μερακλώνονταν, χόρευαν και γινόταν σωστό λαϊκό γλέντι. Το θεματολόγιο των παραστάσεων ή­ταν εκλεκτό. Τα έργα είτε ήταν εθνικού πε­ριεχομένου και αναφέρονταν συνήθως στο έπος του ’21, είτε ήταν ξεκαρδιστικές κω­μωδίες (Ο Καραγκιόζης φούρναρης ή ταυ­ρομάχος ή βασιλιάς!) «Ποτέ όμως δεν αναφέρονταν οι παραστάσεις στην κατοχή ή στον εμφύλιο», μας είπε ο Γιώργος Τσατσούλης, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, καθώς και τη σύζυγό του κ. Γιαννούλα για τις εύστοχες παρεμβάσεις της.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

  

Πηγή


Read Full Post »

Άγιος Πέτρος – Ο βιώσας το μεγαλείο του Πνεύματος


 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 3ην Μαΐου 1996 υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου κ. Μελίτωνος, Πρωτοσύγκελου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 

 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Η Ελληνική Ορθοδοξία αποτελεί τον πνευματικότερον καρπό του υπέροχου πνευματικού συνοικεσίου μπορούσαμε να πούμε, της ελληνικής διανοήσεως με­τά της χριστιανικής πίστεως. Το δε Βυζάντιο του οποίου έχουμε τόσες Άγιες μορφές, και ο σήμερον τι­μώμενος Άγιος, όπως δια­βάσαμε και στο στιχηρό το Βυζάντιο παρουσιάζει την εκ του λόγου τούτου μεγαλειώδη εναρμόνιση αυτών η οποία και προεβλήθη ως πραγματικότης εις τα πρό­σωπα των Αγίων της Εκκλησίας και ως επιστέγα­σμα της πνευματικής τελειώσεως της ανθρωπίνης προσωπικότητας.

Εκείνο το οποίον μπορούμε να χαρα­κτηρίσουμε σήμερα, είναι το κατά πόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο. Η προσωπικότης του ανθρώπου, ο χα­ρακτήρας του ανθρώπου, η οντότης του ανθρώπου, εί­ναι ο άνθρωπος κάποιος ή είναι κάτι; Αυτό το οποίο έλεγε ο Σαρτρ, ο φιλόσοφος ο Γάλ­λος, μπορώ να μιλήσω για τον άνθρωπον, ως κάποιον ή ως κάτι; Είναι κάποιος. Έχει πρό­σωπο. Δεν είναι πράγμα, δεν είναι κάτι. Εφ’ όσον λοιπόν είναι πρόσωπο, πρέ­πει ως πρόσωπο να αντιμε­τωπίζεται και να βρίσκεται και να δρα και να κινείται μέσα στην κοινωνία.

Άρα λοιπόν η κοινωνία μας όταν μιλά για δικαιώμα­τα ανθρώπων, είναι για δι­καιώματα προσώπων. Όχι εκείνων που έχουν απαρ­νηθεί την ουσία προς τον εαυτόν τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται για να κρατήσουν αυτό που είναι. Η εν τω κόσμω λοιπόν υπε­ροχή και η θεία αποστολή του ανθρώπου έχει αξία μό­νον ως ελευθέρα και συνει­δητή τοποθέτησις της προσωπικότητας του κάθε αν­θρώπου έναντι των ιστορι­κών γεγονότων και των δι’ αυτών αποκαλυφθεισών αληθειών δια Ιησού Χρι­στού και της θείας απολυτρώσεως.

Η δε προβολή της υπεροχής αυτής, δια του βιώματος των Αγίων και Πατέρων της Εκκλη­σίας, εις την χορείαν των οποίων συγκαταλέγεται και ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Πέτρος Αρχιεπίσκο­πος Άργους και Ναυπλίας, μας δίνουν το δικαίωμα να ομιλώμεν περί μιας καθα­ρός χριστιανικής – θα μπο­ρούσαμε να πούμε – ανθρω­πολογίας και του ρόλου αυτής εις τον σήμερον σκληρά δοκιμαζόμενον κόσμον των αξιών, και του αν­θρώπου γενικότερον.  

Τοιουτοτρόπως, κατανοείται πλήρως η κεντρική θέσις, την οποία καταλαμβά­νει ο άνθρωπος. Σε οποιαδήποτε διδασκαλία και αν πάρουμε της Εκκλησίας, δεν εννοείται διδασκαλία Χριστιανική άνευ του παράγοντος άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι λογοτέχνης, θαυματοποιός, επαναστάτης ή οτιδήποτε άλλο μπορούμε να τον ονομά­σουμε, μύστης ή άλλο τι στο προφητικό μεταφυσικό αξίω­μα μπορεί να είναι, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Άρα λοιπόν, η λέξις άνθρω­πος είναι το κλειδί όλης της διδασκαλίας και της προσπά­θειας της Ορθοδόξου θεολο­γίας και επιστήμης.

Που θέλε­τε να κοιτάξουμε; θέλετε να κοιτάξουμε μέσα στη θεολο­γία γενικώτερα, στη Χριστολογία, στην Κοσμολογία στην Επιστημολογία, τη Σωτηριολογία, την Εκκλησιολογία, την Εσχατολογία η ιδέα του αν­θρώπου ως εικόνος του Θεού επί της γης, και δια του Ιησού Χριστού μέχρι θεώσεως, ανακαίνισις αυτού. Περί ανακαινίσεως της εικόνας του προσώ­που του ανθρώπου γίνεται και επιτυγχάνεται μόνο μέσα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Πέτρος, όχι μόνο βιώνει την ιδέαν αυτή, αλλά την μεταλαμπαδεύει, από αιώνος εις αιώναν, από γενεάς εις γενεάν μέσω της τοπικής αυτής παλλαϊκής συνάξεως και πανηγύρεως.

Αν και κατά τον Αριστοτέλη – αν ρίξουμε μια ματιά στα με­ταφυσικά του- είναι κάτι πολύ σκληρό, αλλά είναι κάτι που άπτεται της ουσίας του αν­θρώπου. Η  διάνοια. Η διάνοια, λέει ο Αριστοτέ­λης είναι κάτι μεταξύ του νου και της ουσίας των πραγμά­των, δηλ. της αλήθειας. Κάπου μεταξύ νου και αλήθειας εκεί δημιουργείται η έννοια της διανοίας. Να μπορέσει ο άνθρωπος να χωνέψει το μυα­λό του. Ο Πλάτων (καθ’ ότι από την Ακαδημία Πλάτωνος προέρχομαι, επιτρέψατέ μου να έχω ιδιαιτέρα συμπάθεια στη διδασκαλία του) η έννοια – της νοήσεως δηλοί την αρμο­νία του νου προς όλην την δη­μιουργία. Αλλά λέει κάτι άλλο πολύ συγκεκριμένο, το οποίο έρχεται να το δείξει και ο λε­γόμενος από τους μη γνωρίζο­ντας τον Μαρξ ως άθεον, γιατί ήταν μια έρευνα που είχα κά­νει στη βιβλιοθήκη της Βιέν­νης ότι δεν υπάρχει αθεϊσμός στον Μαρξ. Αυτό που λέει ο Πλάτων, ο Θεός διαπαιδαγω­γεί δια της αρμονίας, το ίδιο έρχεται να πει και ο Μαρξ με τα χειρόγραφα του 1848.

Ότι όπως ο Θεός πλάθει τον άν­θρωπο, και τον θέτει μέσα στην δημιουργία, έτσι και ο Θεός δημιουργεί το περιβάλ­λον του ανθρώπου, έτσι ώστε μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο άνθρωπος να γίνει αυτό που πρέπει να είναι. Η προσωπικότης όμως του Αγίου Πέτρου δια της όλης αυτού παιδείας και νουθεσίας Κυρίου δια της εμπράκτου αυτού βιοτής και πολιτείας συνέβαλε και συμβάλλει απο­φασιστικώς εις την προβολήν και την βίωσιν της ανθρωπο­λογικής θεμελιώσεως της χρι­στιανικής πίστεως και της ελ­ληνικής διανοήσεως των αλη­θειών. Περί πνευματικής αξίας του ανθρώπου και της ενότη­τας αυτού μετά του περιβάλ­λοντος αυτού, φυσικόν και μεταφυσικόν και υπερφυσικόν κόσμον.

Φεύγει ο Άγιος Πέ­τρος. Εγκαταλείπει τα του κό­σμου και πορεύεται προς την έρημον. Τι είναι αυτή η φυγή; Μήπως το ίδιο δεν έπραξε και ο Απόστολος Παύλος μετά την κλήση; Έφυγε εις την έρημο. Και εκεί, λέγει ο Από­στολος Παύλος, υπερυψώθη πέραν του εβδόμου ουρανού και ήκουσε ρήματα, άρρητα.

Ο Άγιος εγκαταλείπει το Βυζάντιο, τη φασαρία, το κό­σμο, την οικογένειά του και έρχεται κάπου ερημίτης. Για ποιο λόγο; Για να ζήσει και να βιώσει ακριβώς αυτό το μεγα­λείο του πνεύματος. Φεύγει μακριά απ’ τον κόσμο – αυτό είναι το σπουδαίο- αλλά δεν αποξενώνεται του κόσμου. Δεν είναι αδιάφορος μετά του κόσμου. Το ότι φεύγει μα­κριά, συμπάσχει με τον κόσμο ακόμη και μακριά ευρισκόμε­νος. Και γι’ αυτό όταν ψά­χνουν να τον βρουν για να του αναθέσουν την διαποίμανση της πόλεως, έχει εντρυφύσει μέσα σ’ αυτή τη δυσκολία της πόλης, και ξε­φεύγει. Όχι από δειλία, αλλά η τόλμη. Ήταν η τόλμη εκείνη που τον αναγκάζει να προ­σπαθήσει να φέρει σε όλους στη γη με τη διδασκαλία του το ενάρετον βίωμά του και με την όλη γενικά παρουσία του.

Έρχεται όμως να δει την πραγματικότητα που λέγει ο Παύλος: ότι εμείς «ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το εκ του Θεού ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Πως μπορείς να έχεις πνεύμα σοφίας, πνεύμα γνώσεως, εάν προη­γουμένως δεν έχεις δημι­ουργήσει αυτή την προϋπόθε­ση, ώστε να λάβεις πνεύμα Θεού και εδώ οδηγεί τη σημε­ρινή κοινωνία ο Απόστολος και Άγιος Πέτρος. Γίνεται ο ίδιος φως και ζωή. Φωτίζων και διαπρέπων, και διαπαιδωγωγών τους τότε και τους νυν δια της Χάριτος του Παρτός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Εκ των διασωθέντων βιο­γραφικών σημειωμάτων περί του Αγίου διακρίνουμε τα πρώτα άμεσα έπ’ αυτού ενερ­γήματα του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος που αναζήτη­σε να ζήσει την ουσία του, αυτά ήτανε η σύνεσις. Να, τα χαρίσματα που απολαμβάνει: η σύνεσις, η σωφροσύνη, ο ενθουσιασμός, έλλαμψις, φω­τισμός, κατάνυξις, τουτέστιν η συγκίνησις επί των καθημε­ρινών προβλημάτων των αν­θρώπων και η θαυματουργική επί των καθημερινών προβλη­μάτων δύναμις κατά της επαγ­γελίας του Κυρίου, – δίδωμι την εξουσίαν κατά των πνευμάτων ακαθάρτων.

Δια­λύει τον διάβολον, γίνεται πραγματικά, υπέρτερος πά­σης άλλης δυνάμεως και έρχεται δια της θεραπευτικής αυτής ιδιότητος που του δί­νει ο Θεός να θεραπεύσει πάσαν νόσον και κάθε άλλη ανάγκη μέσα στον λαόν της Αργολίδος.

Οι σχέσεις του όμως με τον έτερον όσιον, τον Όσιον Θεοδόσιον, – γιατί υπάρχει και άλλη μια προσωπικότης που πρέπει να την αναφέρουμε, εκείνη την εποχή, εξ Αθηνών εκεί­νος ευρισκόμενος εις το Άργος. Γνωρίζουμε την ταλαιπωρίαν που υπήρχε. Το ότι ο Άγιος Πέτρος κατα­λαμβάνει την πλάνη του, το πόσο είχε πλανηθεί εναντίον εκείνου του ανδρός δεν είναι αξιοσημείωτο μό­νο αυτό το γεγονός.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

Αλλά δεν στέκει στην ανακά­λυψη της πλάνης. Δεν λέει εγώ είμαι επίσκοπος και θα κάνω εκείνο που πρέπει να κάνω. Θα κάτσω εγώ με το μοναχό να ασχοληθώ; Όχι. Αλλά αφυπνίζεται το πλανηθέν πνεύμα του και ψά­χνει για την αλήθεια. Και βρίσκει την αλήθεια και αποκαθιστά, κάνει μία γενικώτερη ανασυγκρότηση όλων των δυνάμεων έπ’ αγαθώ του ποιμνίου του. Αλλά και για τους έχοντας ακόμη αυτή την νοσηράν γνώσιν περί Θεού, νοσηράς γνώσεις που ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα τους κατοί­κους, ιδιαίτερα της Πελο­ποννήσου (δεν θα έλεγα μόνο του Άργους, αλλά και μιας άλλης ομάδας ανθρώ­πων των μεγαλουπόλεων). Των ανθρώπων που νομί­ζουν ότι όλα προέρχονται εκ της μαγείας, ή δια της μαγείας μπορούμε να πετύ­χουμε, ή οτιδήποτε άλλο πρόβλημα.

Γι’ αυτούς λοιπόν που έχουν νοσηράν γνώσιν περί του Θεού και τους αναζη­τούντας τον Θεόν μέσω των κακών επιδράσεων, της τεχνικής, της μαγείας και των αποκρύφων μυστη­ριακών τελετουργιών της δαιμονολατρείας και του Σατανισμού που αντιμετω­πίζουμε σήμερα, δια των οποίων ασκείται – το μόνο που επιτυγχάνει και ο σατανισμός και η ειδωλολα­τρία- είναι η άμβλυνσιν της προσωπικότητας της αν­θρώπινης υποστάσεως. Και η διαφθορά, η γενική διαφθορά όλης της υποστά­σεως του ανθρώπου, δια των δήθεν επηγγελμένων μεταφυσικών λυτρωτικών δυνάμεων.

Ο Άγιος Πέτρος έρχεται και εδώ να μας μιλήσει. Να μας δείξει την οδό σωτη­ρίας και αληθείας, γνώσε­ως του Θεού. Και ο μόνος δρόμος είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Διότι εκείνος είπε: «Εγώ ειμί η οδός, η ζωή και η αλήθεια». Ως άλλος Πλωτίνος, μέ­γας και εκείνος (ίσως ο Δα­ναός να χαίρεται που μιλά­με περί Πλωτίνου σήμερα του Πατριώτη του από την Αλεξάνδρεια) και ο μέγας εκείνος Πλωτίνος λέγει πως μπορείς να γνωρίσεις το Θεό; Δεν είναι μαγική υπόστασις ο Θεός για να μπορέσεις να τον ανεβά­ζεις και να τον κατεβάζεις, όποτε θέλεις να τον βλέπεις ή να τον διαγράφεις. «Ο γνωρίζων την οδόν θε­ωρεί τον Θεόν». Ο γνωρίζων την οδόν.

Άρα λοιπόν ο Άγιος Πέτρος έρχε­ται στο Άργος και δείχνει την οδόν. Οδός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτός ο Χριστός. Είναι ο Χριστός ο Κύριος της δόξας ο Θεάνθρωπος Ιησούς ο οποίος μπορεί να καθοδη­γήσει εις λιμένα σωτηρίας τον κάθε άνθρωπον. Έτσι λοιπόν έχουμε και σε αυτό το σημείο μαζί με τον Πλωτίνο, μαζί με τον ίδιο τον Άγιο Πέτρο, να μπορέσουμε να δούμε ότι η οδός η οποία παραμένει πραγματικά σωτη­ρία για τον άνθρωπο, είναι το πρόσωπο του Χριστού.

Σ’ αυτό το πρόσωπο όμως πρέ­πει ο άνθρωπος να πιστέψει. Εάν δεν προηγηθεί η πίστις -γι’ αυτό αναφέρεται και στο στιχηρό περί πίστεως του Αγί­ου Πατρός. Εάν δεν πιστέ­ψεις δεν μπορείς να επιτύ­χεις τίποτα. Η έννοια της πί­στεως στο πρόσωπο του Ιη­σού Χριστού και της διδασκα­λίας του προς στερέωσιν του δοκιμαζόμενου λαού και του ποιμνίου του και του σημερι­νού ανθρώπου εκφράζει την προσωπικήν συγκρότησιν και την πνευματικότητα του Αγίου Πέτρου και Ποιμενάρχου.

Ουδεμία άλλη έννοια πα­ρουσιάζει τόσον έντονον τον προσωπικόν της χαρακτήρα, όσο η έννοια της πίστεως κα­τά τον Άγιο Πέτρο. Η δύναμις της πίστεως του Ποιμενάρ­χου, όπως αυτή καταγράφε­ται εις το θαύμα του σιτισμού. Τον καιρό που έπεσε ο λιμός εις το Άργος – δεν πιστεύει μόνο ο Άγιος Πέτρος-  δεν εί­ναι πίστις ενός ανδρός, δεν γίνεται κάτι που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον Προ­φήτη Ηλία. Αλλά εδώ, συγκλονίζεται ολόκληρος ο λαός, πιστεύει ο λαός και τρέ­χει με πίστη σαν νέος Ισραήλ να απολαύσει τη γλυκύτητα του Μάννα.

Το πιθάρι εκείνο του αγίου ανδρός που δεν σταματάει να δίδει συνέχεια τροφή σε κάθε πεινώντα. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε να δούμε το πόσο βαθιά είναι η πίστις η δική του αλλά και η προσωπική πίστις εκάστου ανθρώπου που τρέχει προς αυτόν. Κάθε ασάφεια τηρεί  την έν­νοια της πίστεως η δυσκολία των ανθρώπων να πιστεύουν εις στας υπερφυσικάς αληθεί­ας, δεν σημαίνει παρά σύγχισιν ως προς την ιδιότυπον σχέσιν του πιστεύοντος προς τα πιστευόμενα. Η έννοια της πίστεως όμως αποτελεί καθολικόν φαινόμενον της ζωής όλων των ανθρώπων.

Η θρη­σκευτική όμως πίστις προβά­λει ως το κοινό γνώρισμα όλων των θρησκειών. Και σήμερα, έχουμε να αντιμετωπί­σουμε αυτό το μεγάλο πρό­βλημα. Είναι κοινωνικό; είναι τοπικό; είναι γενικό; Τι πρό­βλημα είναι αυτό; Αυτός ο φανατισμός, αυτή η μισαλλο­δοξία, αυτό το ότι: εγώ πι­στεύω το ακέραιον, το τέλειον, και εσύ δεν πιστεύεις τί­ποτα και πρέπει να εξαφανι­στείς, που βασίζεται; Ποιος Θεός το δέχεται; Ποια διδα­σκαλία το διδάσκει; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι με έστειλε ο Θεός να σκοτώσω, γιατί δεν πιστεύεις ότι πιστεύω εγώ.

Και σ’ αυτά τα κύ­ρια σημεία της εποχής μας έρχεται πάλι να δώσει απά­ντηση ο Άγιος Πέτρος. Θυμη­θείτε τους Αγαρηνούς, θυμη­θείτε τις επιθέσεις, θυμηθείτε το κάλεσμα και την πρόκληση προς ένδειξη αγάπης, θυμη­θείτε που δίνει τον εαυτόν του για να ελευθερώσει το σκλάβο, να προσπαθήσει να δει τον αδικούμενο, να τον σεβαστεί σαν άνθρωπο πρώτα-πρώτα και ύστερα αν θέλει να ακολουθήσει είναι δικό του καθαρά θέμα. Εδώ λοιπόν έρχεται το παράλογο της λογικής. Είναι το παράλογο αυτών που αντιμε­τωπίζουμε σήμερα λέγοντας σκοτώνω στο όνομα του Θε­ού.

Και όταν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια της αναγκαιότητος, τότε πάλι δεν είναι Θε­ός. Δεν τον έχω ανάγκη, δεν τον πιστεύω, τον απορρίπτω. Και εδώ έρχεται, ακριβώς, να μιλήσει ο Άγιος Πέτρος. Έρχεται να δώσει τη σωστή έννοια της πίστεως. Ότι η σωστή η πίστις έχει μέσα της ελπίδα και αγάπη. Δεν μπορεί να εί­ναι πίστις νεκρά, εάν δεν πα­ρουσιάζεται μέσα από τα έργα. Και δεν είναι δικό του το δόγμα. Είναι ακριβώς μια ολόκληρη παράδοση την οποία φέρνει μέσα από την Καινή Διαθήκη.

Το υπόβαθρον της πίστεως των Χριστιανών είναι Ιησούς Χριστός και τού­τος εσταυρωμένος. Αυτό δέ­χεται και κηρύσσει ο Άγιος Πέτρος. Το υπόβαθρον αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και δια τούτο δεν συνεπάγεται, ούτε ψυχι­κό κορεσμό. Δεν μπορούμε να πούμε βαρέθηκα να πι­στεύω. Δεν έχει ο Χριστός ψυχικό κορεσμό. Δεν έχει ο Χριστός πνευματική εξοικίωσιν. Να κάνουμε τα πάντα ισο­πεδωμένα, μπολντόζα, καταστροφή των όλων. Όχι. Δεν έχει ο Χριστός απλώς και μό­νο μια ευκαιρία για να κατα­στρέψει τον άνθρωπο, αλλά να ανεβάσει τον άνθρωπο εις τα ύψη της τελειότητος.

Επίσης αυτή είναι ο ρυθμιστής της ζωής και της προσωπικότητας εκάστου ανθρώπου, μάλιστα δε των αξιωμάτων της Εκκλησίας. Δια της πίστεως αυτής νοούνται οι θείες αποκαλύψεις, ως ανταπόκρισις της θείας αγάπης, του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός δι’ αγάπης και μέσω της αγάπης παρουσιά­ζεται στον άνθρωπο. Η δε εξέλιξις της αγιότητος είναι έλλαμψις αυτής της αγάπης. Ο Θεός δεν διδάσκει δια πυρός και σιδήρου, όπως λέ­γει το Ισλάμ να παρουσιάσεις και να επιβάλεις την πίστιν προς κάποιον άγνωστον Θεόν.

Ούτε ο Θεός είναι εκείνος που διδάσκει το Ιουδαϊκό δόγ­μα. «Θεός τιμωρός, εκδικη­τής, σκληρός, μισάνθρωπος, απάνθρωπος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Να έρχεται ο Θε­ός της Βίβλου αντιμέτωπος με τον άνθρωπο της γης. Εν τοι­αύτη περιπτώσει μια καινούρ­για μυθολογία νομίζω δεν εί­ναι της πνευματικής μας θέ­σεως να μπορέσουμε να την ακολουθήσουμε σήμερα. Κύριος Ιησούς Χριστός και τούτος ανεστημένος. Λυτρω­τής, Μεσίας, πράγματι Θεάν­θρωπος που μεταφέρει τον άνθρωπο να τον κάνει κατά χάριν Θεό.

Κατά τον Απόστο­λο Παύλο επίσης όπως λέει και ο Άγιος Πέτρος εκείνος που ενεργεί μέσα μας, κάθε προσπάθεια είναι ο Θεός. Γι’ αυτό λέει «Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας». Ακριβώς διότι ζούμε τη ζωή του Χριστού εις την Εκκλησίαν, η οποία Εκκλησία – ας μου επιτραπεί η παρένθεσις – δεν είναι σωματείο, ούτε οργάνωσις, ούτε απλό άθροισμα πιστών, αλλά αυτό τούτο το μετά την Ανάστασιν και την Ανάληψιν σώμα Χριστού. Το σώμα το οποίον είδαμε προ ολίγου. Το σώμα εκείνο που είπαμε: «γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος».

Το Σώμα το μελιζόμενον και μη διαιρούμενον το διδόμενον εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς εις ζωήν αιώνιον και εις άφεσιν αμαρτιών». Για τούτο ακριβώς δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί πίστις εις Χριστόν, άνευ της προσω­πικής εντάξεως εκάστου εις το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όχι εις ομάδας και κομμάτι ή μερίδα της Εκκλησίας. Η ένταξις δε αυτή συντελείται δια της προσωπικής κοινω­νίας του ανθρώπου μετά της σαρκός και του αίματος του Ιησού Χριστού, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και ουχί δια μιας απλής θεωρητι­κής αποδοχής της διδασκα­λίας του Χριστού. Εντάξει πι­στεύω ότι ο ένας Θεός, ένας Χριστός, μας είπε να είμαστε καλοί άνθρωποι, να κάνουμε καλά έργα κλπ.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μπορείς να βρεις πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι να κάνουν έργα καλά, αλλά μέσα τους να έχει φύγει το σπουδαιότερο έργο. Ποιο; το θείο. Ο Θεός. Όταν δεν υπάρχει μέσα στην καρδιά του τότε όλα τα άλλα είναι μια ενδυμασία που μπορεί σή­μερα να την κάνεις λαμπρά και αύριο να την βρωμίσεις. Όταν όμως έχεις το Θεό μέσα σου, τότε ακριβώς ξέρεις τι θα πει πίστις, και έργον και συνάφεια των δύο αυτών θεμάτων.

Η προσωπικότης του Αγίου Πέτρου, του Επισκόπου Άργους και Ναυπλίας, αποτε­λεί τρανό παράδειγμα προς μίμησιν και απόδειξιν προς τους αμφισβητίες κάθε επο­χής, ότι η δια της Χάριτος του Θεού περαιτέρω ανάπτυξη της πίστεως σημαίνει την επι­λεκτικότητα του ανθρώπου έναντι των αληθειών της θεί­ας αποκαλύψεως και την ικα­νότητα της προσωπικότητος του ανθρώπου προς αντανά­κλαση του φωτός των υπερ­φυσικών αληθειών, ώστε κάθε πιστός να υπομένει κάθε μέρα μία νέα μαρτυρία της συνεργείας μετά του Πατρός και της Χάριτος του Θεού και της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομο­ουσίου Τριάδος.

Εδώ ευρίσκε­ται και η πρόοδος της θεολο­γικής επιστήμης. Εάν ομιλού­με για θεολογική επιστήμη, πρόοδος και προοδευτικοί αγαπητοί μου, δεν είναι εκεί­νοι οι θεολόγοι οι οποίοι ανεβαίνουν πίσω εις την έδραν ενός σχολείου, να διδάξουν δηλούντες άθεοι. Δεν μπορεί να είσαι εκπρόσωπος της Εκκλησίας και να μην έχεις πί­στη εις την καρδιά σου. Και οι Πατέρες μας και ο Άγιος Πέ­τρος αυτό έρχεται να μας δεί­ξει. Προηγείται η προσωπικό­της της διδασκαλίας. Και προηγείται της διαποιμάνσεως του ποιμνίου η προσωπι­κότης του Αγίου Πέτρου. Δεν μπορεί ο θεολόγος να είναι και άπιστος.

Άρα λοιπόν δεν είναι πρόοδος αυτή. Δεν είναι οι  θεολόγοι η πρόοδος. Αλλά είναι καταστροφική της προ­σωπικότητος του ανθρώπου επιδημία. Η πρόοδος της θεο­λογικής επιστήμης ευρίσκε­ται μέσα στη ζωή της Εκκλη­σίας. Η οποία πρόοδος όμως δεν σημαίνει ούτε αλλαγήν, ούτε διόρθωσιν της Ορθοδό­ξου ημών Πίστεως έπ’ ευκαι­ρία της συζητήσεως που είχα­με περί των βημάτων του Οι­κουμενικού Πατριαρχείου. Δεν σημαίνει καθόλου κατα­στροφή και άρνηση της Ορθο­δόξου πίστεως. Αλλά είναι κά­τι βαθύτερο.

Σημαίνει απλώς ανάπτυξη και πρόοδο της πνευματικότητος, της προσω­πικότητος, της συνειδήσεως του ελεύθερου ανθρώπου στο να αποδεχθεί και να βιώσει την χάριν της αλήθειας της Εκκλησίας εις την μέθεξιν, πρόκλησιν προς μέθεξιν της Αγίας Τριάδος. Στην ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Της Εκκλησίας ως μόνης θεματοφύλακος των Μυστηρίων της Πίστεως, δια των οποίων βιούται υπό του πληρώματος, όχι μόνο η αλήθεια της πίστεως, αλλά και όλοι οι ιστορικοί πρόοδοι της θεολογικής αυτών ανα­πτύξεως και προόδου.

Σεβασμιώτατοι, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες, κύριοι. Σας κούρασα πιστεύω. Έκλεψα πολύ το χρόνο της αγάπης σας και θέλω να σας ευχαριστήσω για την υπομο­νή αυτή. Ο άνθρωπος σήμερα, αναγνωρίζει και ομολογεί δια της πίστεως του, τον Ιησού Χριστόν ως προσωπικον Σω­τήρα και Λυτρωτήν την δε Εκκλησίαν ως το σώμα του Ιη­σού Χριστού δια της οποίας και ο ίδιος καθίσταται οργανι­κό μέλος του σώματος αυτού. Ο χριστιανός, σήμερα, κάθε ηλικίας, κάθε τάξεως, βλέπει και ανακρίνει εις την ζωήν της Εκκλησίας τα πάντα. Υποκείμεθα προς έλεγχο. Βλέπει και ανακρίνει τα πάντα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Γιατί ο ίδιος είναι κατά την Ορθόδοξον αντίληψη, μέλος αυτού του σώματος που λέγε­ται Εκκλησία. Έτσι λοιπόν ανάλογα με τη βοήθεια που του έχουμε δώσει εμείς, για να δημιουργηθεί αυτή η προ­σωπικότητά  του, βλέπει και κρίνει τα εγκόσμια και υπερκόσμια, τα θεία και τα ανθρώ­πινα, υπό το πρίσμα της αγά­πης του θεού. Όχι του εισαγ­γελέως, και όχι του δημοσίου κατηγόρου. Αλλά όλα μέσα στην αγάπη του Χριστού, της οποίας και ο ίδιος είναι μέλος. Καυχάται, διότι απολαμβάνει τη θαλπωρή αυτής της αγά­πης, δια της χάριτος των Αγίων και δια τη μεγαλειότη­τα της δόξης του Θεού και Πατρός.

Έτσι διδάσκει και ο Άγιος Παύλος. Ο Πιστεύων και διακρινόμε­νος για την προσωπικότητα και πνευματικότητά του άν­θρωπος, διακρίνεται όχι από τη βία, όχι από τον φόνο, όχι από τον πόλεμο, όχι από την αδικία, ή οποιαδήοποτε άλλη δύναμη του κακού, αλλά εκ της αναγνωρίσεως του θελή­ματος του Θεού, εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού που είναι μία Τριάδα. Η Τριάδα την οποία ζει ο Άγιος Πέτρος. Δι­δάσκει και παραδίδει σε μας ο Απόστολος Παύλος. Μηνύει δε, μόνον τι; Πίστις, Ελπίς, Αγάπη.

Read Full Post »

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα (Temple of Apollo Epicurus on mount Kotylion) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα βρίσκεται κοντά στην αρχαία αρκαδική πόλη της Φιγαλείας και σε απόσταση14 χιλιομέτρων από την σημερινή κωμόπολη της Ανδρίτσαινας. Καταλαμβάνει ένα από τα φυσικά πλατώματα του Κωτιλίου (Βάσσαι), σε υψόμετρο1.130 μ. Από το 1968 ανήκει στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθμού. Ένα από τα πολλά ιδιόμορφα γνωρίσματά του είναι ότι στις μακρές πλευρές, έχει 15 κίονες (και όχι 13 όπως θα περίμενε κανείς, με βάση την κανονική για την εποχή αναλογία, που θέλει οι μακρές πλευρές να έχουν διπλάσιο αριθμό κιόνων από τις στενές, συν έναν). Το γνώρισμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιμήκη μορφή της κάτοψης του ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από την δωρικού ρυθμού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Ικτίνος (αρχιτέκτων και του Παρθενώνα) ο οποίος συνδύασε με αριστοτεχνικό τρόπο και τους τρεις ρυθμούς (ιωνικό – δωρικό – κορινθιακό) – ειδικά στο εσωτερικού του ναού – μια πρωτοπόρα και τολμηρή για την εποχή λύση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών και έχει σαν αποτέλεσμα ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους ναούς.

Ο ναός κατασκευάσθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (420-400 π.Χ.). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι η παρουσία στον σηκό του πρωϊμότερου κορινθιακού κιονοκράνου.     Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος, την οποία αποτελούσαν ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά στα αετώματα.     Δωρική ζωφόρος υπήρχε και γύρω από τον εξωτερικό τοίχο του σηκού. Στις μακρές πλευρές οι μετόπες ήταν ακόσμητες, στις στενές πλευρές, έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις.    

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού συμπλήρωνε η ιωνική ζωφόρος στο εσωτερικού του σηκού. Αυτή αποτελεί και το βασικότερο αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο του ναού. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της γλυπτικής σύνθεσης, και μόνο το γεγονός ότι η ζωφόρος αναπτύσσεται σε εσωτερικό χώρο, την καθιστά μοναδικό παράδειγμα.

Στις εικοσιτρείς ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες συνολικού μήκους 31 μ. περίπου, απεικονίζονται δυο πολύ αγαπητά θέματα της Ελληνικής μυθολογίας: η Αμαζονομαχία και η Κενταυρομαχία. Αφιερώνονται δώδεκα πλάκες στην πρώτη θεματική ενότητα και έντεκα στην δεύτερη. Οι πλάκες αυτές βρέθηκαν στο δάπεδο του σηκού, κάτω από λιθοσωρό αρχιτεκτονικών μελών, κατά την ανασκαφή του 1812. Στην συνέχεια αγοράσθηκαν σε δημοπρασία, για λογαριασμό του Άγγλου αντιβασιλέα και το 1815 μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και σήμερα εκτίθενται.

« … Η Φιγαλία κλείνεται γύρω από βουνά, αριστερά από το λεγόμενο Κωτίλιο και δεξιά από το Ελαίον Όρος που υψώνεται μπροστά της. Το Κωτίλιο απέχει σαράντα περίπου στάδια από την πόλη. Στο Κωτίλιο υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάσσαι και ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, μαρμάρινος ο ίδιος και η στέγη του. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Το προσωνύμιο δόθηκε στον Απόλλωνα, γιατί ήλθε «επίκουρος» σε αρρώστια επιδημική όπως και οι Αθηναίοι τον ονόμασαν «αλεξίκακο», γιατί και σ’ αυτούς απομάκρυνε την αρρώστια. Έφερε και στους Φιγαλείς τη σωτηρία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων και όχι σε καμιά άλλη περίσταση…». ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ VIII, 41, 7-9 (Μετάφραση Ν. Παπαχατζής)

Γιάννης Σταυρακάκης, Α.Ι.Α.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

 

Άποψη της πόλης της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο, λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), από το βιβλίο του, «La Grèce.Vues pittoresques et topographiques, dessinées par O.M. Baron de Stackelberg. Paris, chez I.F. d‘Ostervald, Editeur 1834».

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην Πάτρα, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Πελοποννήσου, οι ανασκαφές του 1818 έφεραν στο φως πλούσια υστερομυκηναϊκά νεκροταφεία που δείχνουν ότι στην περιοχή άνθισε πολιτισμός κατά τους χρόνους της προϊστορίας ενώ ανευρέθηκαν και κατάλοιπα της νεολιθικής εποχής. Ως πρώτους κάτοικους θεωρούν τους Πελασγούς Αιγιαλέας εξ ου και το αρχικό όνομα της πόλης «Αιγίαλος». Το όνομά της η πόλη το οφείλει στον Πατρέα γιο του Σπαρτιάτη Ίωνα και ευγενή Πρευγένη ο οποίος ένωσε τους διάφορους δήμους σε μια πόλη το 1082 π.Χ. περίπου.

Η Πάτρα, τυπικά σύμμαχος της Σπάρτης διατηρούσε ομοσπονδιακό σύνδεσμο με τις λοιπές πόλεις της Αχαΐας. Με πρωτοβουλία των Πατρών, της Δύμης, των Φαρών και της Τριταίας συνεστήθη κατά την 124η Ολυμπιάδα η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ως πολιτειακός ομοσπονδιακός οργανισμός. Αν και πάντα οι κάτοικοί της φρόντιζαν για την διατήρηση της ειρήνης δέχθηκαν κατά την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της πόλης πολλές επιθέσεις και επιδρομές. Κατά την ρωμαϊκή περίοδο η Πάτρα γνώρισε μεγάλη ακμή και εδώ μαρτύρησε επί Νέρωνος ο Απόστολος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης. Από τον 9ο αιώνα μ.Χ. και έπειτα η Πάτρα αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι θέση την οποία διατηρεί έως σήμερα. Εδώ έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1822 η πρώτη ναυμαχία ανάμεσα στον ελληνικό και τον τουρκικό στόλο με νικηφόρο στόλαρχο της ελληνικής αρμάδας τον Μιαούλη.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »