Επίδαυρος (Epidaurus) – William Linton, 1856
Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, 1856, λιθογραφία του William Linton (1791–1876).
Posted in Γκραβούρες, Επίδαυρος, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Epidaurus, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Επίδαυρος, Εικαστικά, Λιθογραφία, Παλαιά Επίδαυρος, Πελοπόννησος, William Linton on 4 Απριλίου, 2011| Leave a Comment »
Επίδαυρος (Epidaurus) – William Linton, 1856
Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, 1856, λιθογραφία του William Linton (1791–1876).
Posted in Αργολίδα, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησίες, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Κράκτης, Καμπαναριά, Μητρὀπολη Αργολίδας, Ναύπλιο, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Σήμαντρα on 4 Απριλίου, 2011| Leave a Comment »
Καμπαναριά
Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…
Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;
Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.
Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.
Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)
Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των σημάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.
Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.
Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).
Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.
Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.
Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.
Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».
Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.
Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.
Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής
Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου
Πηγή
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Ahmet Uzun, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Cumhuriyet Üniversitesi, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλή Πασάς, Επανάσταση 21, Ιστορία, Μελέτες, Ψηφιακές Συλλογές on 3 Απριλίου, 2011|
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Ιστορία, Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 - Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζ, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Σύλλογος Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ » on 3 Απριλίου, 2011| Leave a Comment »
Παρουσίαση του βιβλίου, « Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820»
Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους», της διδάκτορος ιστορίας και Σχ. Συμβούλου Φιλολόγων Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Συλλόγου, την Τετάρτη 6 Απριλίου 2011 και ώρα 7.00 μ.μ.
Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:
Η Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Ιστορίας και ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας, τ. Σχ. Σύμβουλος, Φιλόλογος.
Η συμμετοχή και παρουσία σας στη νέα εκδοτική προσπάθειά μας για την τεκμηρίωση της τοπικής ιστορίας και μάλιστα στηριγμένη στην Οικογένεια Περρούκα, γνωστή για την προσφορά της στο Άργος και το έθνος μας γενικότερα, θα αποτελέσει για μας ιδιαίτερη τιμή.
Posted in Γκραβούρες, Ναύπλιο, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Guillaume Abel Blouet, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, Γκραβούρες, Εικαστικά, Ιστορία, Ναύπλιο, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες, Χαρακτικό, αρχιτέκτονας, Lithography on 1 Απριλίου, 2011| Leave a Comment »
Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.
Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, φράγκικη, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος, Γουλιέλμος Σαμπλίττης, Ιστορία, Ισαβέλλα, Καλονάρος, Κοπεγχάγης 57, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Σγουρός Λέων, Το Χρονικό του Μορέως, Φράγκοι, Χρονικό on 31 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Το Χρονικό του Μορέως
Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.
Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το 1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.
Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ’ αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 5091.[1]
Ο Πέτρος Π. Καλονάρος χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι 1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292.
Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αφηγηματικές ενότητες, όπως π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά.
Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων, γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των.
Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.
[ Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο την καθομιλουμένη, αλλά και την λόγια, όπως φαίνεται από κάποιους τύπους που χρησιμοποιεί. Επίσης πρέπει να γνώριζε καλά και την γαλλική γλώσσα, αν κρίνουμε από γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούνται. Σχετικά με την χρήση των γαλλικών λέξεων προκύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα αν είναι απλά αποτέλεσμα της ανάγνωσης του γαλλικού κειμένου ή αν είναι μάρτυρας της επίδρασης της γαλλικής γλώσσας στην ομιλία των κατοίκων της περιοχής. (H. Tonnet, Ιστορία τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ελλ. μτφρ. 1995, Αθήνα: Παπαδήμας ) ]
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης.
Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει, την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:
«Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ’ είπαν κ’ εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως’
ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ‘ς αύτην». (στ. 1424-1429)
Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων.
Ήταν τέτοια η καταπίεση της Βυζαντινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού.
Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής – μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:
«’Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .
το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
εμεταστάθη, ως χριστιανός’ ο Θεός να τον συγχωρήσει.
Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)
Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο.
Απ’ την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες:
«Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα…» [2]
Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν.
Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισσας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π.
[Το κείμενο του Χρονικού του Μορέως ήταν πηγή έμπνευσης για αρκετούς έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν έργα σχετικά με αυτήν την ιστορική περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Ο Αυθέντης του Μορέως), Άγγελος Τερζάκης (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ), Δημήτριος Βερναρδάκης (Μαρία Δοξαπατρή). Σήμερα είναι σημείο αναφοράς για την ιστορία όλων των πόλεων και των χωριών της Πελοποννήσου που αναφέρονται σε αυτό ].
Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα.
Ακόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα.
Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση:
«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ ‘εκάμνασιν τον παρλαμά κ ‘επαίρναν την βουλή τους’
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).
Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ’ την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος.
Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον 14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.
Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι» ευγενικοί, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι, αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ’ άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός.
Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:
«ποτέ. Ρωμαίου μη εμπιστευτείς δια όσα και σου ομνύει’
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937).
Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος.
Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:
«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,
να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ αναγιγνώσκεις’
ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ’
κ’ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).
Γίνεται σαφές κι απ’ αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους – και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους.
Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:
«Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,
πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).
Και αλλού:
«Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ’ εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).
Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!
Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας.
Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί.
Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική.
Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ’ εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.
Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό:
«ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία».
Και συνεχίζει:
«Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που – σπάνια – παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται».[3]
Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ’ την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ’ τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!
Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως».
Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», « Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» κ.ά.
Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ’ αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.
Ανδρέας Φουσκαρίνης
[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ’ + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.
[2] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας ( Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς) ». Αθήνα 1961, σελ. 219.
[3] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ’ έκδοση Ίκαρος σελ. 25.
Πηγή
Διαβάστε ακόμη:
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αρχαίο Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διάλεξη, Εκδηλώσεις, Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής, Κατερίνα Παπαοικονόμου- Κηπουργού, Μουσική, Παπαοικονόμου, Πολιτισμός, Στασινόπουλος, Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» on 30 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής
Διάλεξη αφιερωμένη στην μνήμη του π. Ευαγγέλου Στασινοπούλου
Η 3η Απριλίου, είναι μια ιδιαίτερη Κυριακή για τον Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός». Η εγγονή του ιδρυτού του Συλλόγου, αειμνήστου π. Χρήστου Παπαοικονόμου, κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου- Κηπουργού, αρχαιολόγος και μουσικός, αφιερώνει την διάλεξή της στην μνήμη του αειμνήστου π. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, πρωτοπρεσβυτέρου και επί 20 έτη Προέδρου του « Δαναού».
Θέμα: «Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής», στις 7 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου.
Posted in Γκραβούρες, Ναύπλιο, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Εικαστικά, Εικαστικοί, Ζωγράφος, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Περιηγητές, Πελοπόννησος, J.J. Wolfensberger on 30 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, χάραξη σε ατσάλι. J.J. Wolfensberger (1797-1850), 1844.
Το Παλαμήδι είναι οικοδομημένο σε ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας σε ύψος 216μ. Για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλαμβάνεται από του Τούρκους μέχρι το 1822, οπότε περιέρχεται στα χέρια των Ελλήνων.
Posted in Λαογραφικά Αργολίδας, tagged Αντωνίου Γιώργος, Λαογραφία, Σκιάχτρα on 29 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Σκιάχτρα της Αργολίδας
Οι ρίζες τους χάνονται στα βάθη των αιώνων. Διαχρονικές παρουσίες συνυφασμένες με την καρποφορία της γης, και την τοπική παραδοσιακή αγροτική, λαϊκή ζωή. Τα σκιάχτρα. Γλυπτά, αυτοσχέδια δημιουργήματα της λαϊκής φαντασίας, με φόντο την ύπαιθρο, ταπεινά ανθρώπινα ομοιώματα, που όρισαν στη ζωή τους να «φυλλάτουν Θερμοπύλες» συμβάλλοντας στην προσπάθεια των ανθρώπων της γης για καλή σοδειά. Στέκουν εκεί καταμεσής ή στην άκρη του χωραφιού, παράξενες φιγούρες, φόβητρο κάθε ιπτάμενου ή επίγειου εισβολέα που επιβουλεύεται τον καρπό της σποράς, τον ανθό του δέντρου, τη βλάστηση. Ακοίμητοι φρουροί, σιωπηλοί αγροφύλακες που με την παρουσία τους αποτρέπουν κάθε εχθρό. Συνεργάτες και αγόγγυστοι βοηθοί στην δούλεψη των αγροτών της Αργολίδας. Στηριγμένα σε πασσάλους ή στους φράχτες των αγρών τα σκιάχτρα, παραγεμισμένα με άχυρο ή πριονίδι, με στητό παράστημα φρουροί «παντός καιρού» υπερασπίζονται σθεναρά το μόχθο αυτών που τα τίμησαν με την επιλογή τους.
Ντυμένα με αποφόρια, κουρέλια και άλλα ταπεινά άχρηστα υλικά – τα τελευταία χρόνια προστέθηκε το πλαστικό – φορώντας το ψαθάκι ή κάποιο άλλο «σκιάδι» παριστάνουν τους «μπαμπούλες» στα σπουργίτια, ή σε άλλα μεγαλύτερα πουλιά. Τα περισσότερα σκιάχτρα παραμένουν πιστά, πειθαρχημένα στο καθήκον τους που έχουν αναλάβει, στέκουν όρθια επί μήνες ακόμη και χρόνια. Αγέρωχα, με τεταμένα χέρια, – ένδειξη ετοιμότητας και άμεσης δράσης – παρά την προκλητική στάση των σπουργιτιών που αψηφώντας τους κινδύνους τα κουτσουλάνε στο κεφάλι και τους ώμους. Ωστόσο, κάποια λυγίζουν, γέρνουν, δεν αντέχουν την πολύμηνη αγρύπνια και εγρήγορση. Σταδιακά ξεθωριάζουν τα ρούχα τους, χαλαρώνουν τα χέρια τους, αλλάζουν στάση, ή ξαπλώνουν κατάχαμα να ξαποστάσουν, εγκαταλείποντας την προσπάθεια, εξαντλημένα από την κούραση.
Οι ενδυματολογικές προτιμήσεις των σκιάχτρων ποικίλουν. Κάποια προτιμούν την κλασική αμφίεση ενώ δεν υστερούν και οι σπορ εμφανίσεις. Χονδρά μπουφάν προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ψύχος στο ολονύκτιο καρτέρι τους, ή δερμάτινα σακάκια για την προστασία από την βροχή, ή ένα σπορ πουκαμισάκι – λευκό, καρό ή κάτι πιο έξαλλο – όταν ζεσταίνει ή ανοίγει ο καιρός. Τα τζιν – ένδειξη καθημερινής δράσης, εργατικότητας, αντοχής και υπαίθριας δραστηριότητας – αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα της γκαρνταρόμπας. Το αρσενικό φύλο κυριαρχεί στη φυλή των σκιάχτρων. Ωστόσο οι γυναίκες κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους στον ανδροκρατούμενο αυτό χώρο, διεκδικώντας ισότιμη παρουσία.
Ακούνητα – αμίλητα – αγέλαστα τα σκιάχτρα, χωρίς να εκπέμπουν τον παραμικρό ήχο, άλλοτε με βλοσυρό, αυστηρό ύφος, άλλοτε με γαλήνιο και απλανές, τρομάζουν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη μόνο με την παρουσία τους. Μοναδική κίνηση επάνω τους είναι αυτή που προκαλείται με το περαστικό αεράκι, το οποίο παρασύρει μαζί του τα μανίκια και τα κάνει να αιωρούνται δίνοντάς τους ψευδαίσθηση ζωής. Όταν όμως το σκιάχτρο είναι όλο κι όλο ένα «πουκάμισο αδειανό» , τότε ο αέρας το πάλει αδιάκοπα, το κάνει να τρέμει σύγκορμο, χορευτική σιλουέτα ελκυστική στο ανθρώπινο μάτι, μα απωθητική για όσους καραδοκούν και επιβουλεύονται τους ιερούς καρπούς της γης.
Ξεχωριστή κατηγορία σκιάχτρων αποτελούν αυτά που βρίσκονται σε μικρές κτηνοτροφικές μονάδες (μαντριά), στις παρυφές, ή και έξω από τα χωριά. Συνήθως στους χώρους αυτούς υπάρχουν και κοτέτσια με πουλερικά τα οποία υφίστανται τις ανελέητες επιθέσεις από «τα πιο άτιμα πουλιά», όπως χαρακτηρίζουν οι κτηνοτρόφοι τις καρακάξες. Οι καρακάξες επιτίθενται και καταστρέφουν τρώγοντας τα αυγά, προκαλώντας, ταυτόχρονα, μεγάλη αναστάτωση στο κοτέτσι. Για την αντιμετώπισή τους, οι χωρικοί συχνά τουφεκίζουν και σκοτώνουν καρακάξες «προς παραδειγματισμόν» και τις τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο μαντρί ή το χωράφι προκειμένου να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Τα σκιάχτρα του είδους προφυλάσσουν επίσης τα κοτέτσια (αλλά και τους περιστεριώνες όπου υπάρχουν) από τις επισκέψεις των ασβών, κουναβιών και αλεπούδων.
Παρά το γεγονός ότι τα παραδοσιακά σκιάχτρα, με τη μορφή ανθρώπινων ομοιωμάτων, συνεχίζουν να κυριαρχούν στην αργολική ύπαιθρο και να συμβολίζουν με την παρουσία τους τον αγροτικό βίο της χθεσινής αυτοκαταναλωτικής αλλά και εν πολλοίς της σημερινής τοπικής κοινωνίας, εν τούτοις, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται δειλά – δειλά νέες τεχνικές προστασίας της καλλιέργειας που και αυτές όμως παρουσιάζουν το δικό τους ενδιαφέρον.
Κατ’ αρχήν, διαφέρουν από τα παραδοσιακά σκιάχτρα ως προς τα υλικά, τη μορφή και τη τεχνική τους, παύουν να είναι ανθρωπόμορφα. Η «ανθρώπινη» φιγούρα που δέσποζε επί αιώνες στο χωράφι και απέτρεπε τον παντός είδους εχθρό, δίνει τη θέση της σε πιο σύνθετες κατασκευές. Τη θέση του ξύλου, του υφάσματος και του άχυρου, τείνουν να πάρουν το μέταλλο, το γυαλί και το πλαστικό. Παράλληλα έχουμε τη μεγάλη ανατροπή, αφού τη θέση του παραδοσιακού σκιάχτρου της προβιομηχανικής εποχής παίρνει η σύγχρονη τεχνολογία με τη μορφή της μηχανής.
Ο λόγος για την πιο εξελιγμένη εκδοχή σκιάχτρου που είναι το κανονάκι. Πρόκειται για μικρογραφία κανονιού το οποίο τοποθετείται συνήθως κατά την περίοδο της ανθοφορίας, κάτω από τη βλάστηση σε κάποιο κρυφό σημείο του χωραφιού (κυρίως των αμπελιών). Αποτελείται από κάνη μήκους 1-1,5 μέτρων και μικρό αυτόματο μηχανισμό. Ο μηχανισμός αυτός τροφοδοτείται μέσω ελαστικού σωλήνα από φιάλη υγραερίου το οποίο μετατρέπεται σε εκκωφαντικούς κανονιοβολισμούς – ανά 30″ περίπου – ικανούς να τρομάξουν όχι μόνο τα ζώα, αλλά και ανυποψίαστους ανθρώπους.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα μορφή σκιάχτρων είναι αυτή του «αντικατοπτρισμού». Οι αγρότες εδώ, τοποθετούν σε διάφορα σημεία του χωραφιού τους λεπτούς μεταλλικούς στύλους, από τους οποίους κρέμονται, από σπάγκο ή λεπτό σύρμα, μικροί καθρέπτες. Με το παραμικρό θρόισμα του ανέμου οι καθρέπτες αιωρούνται και διαδοχικά απεικονίζουν τμήματα του αγρού, του ευρύτερου περιβάλλοντος ή και του ουρανού. Ιδιαιτέρως αποτελεσματικά είναι τα καθρεπτάκια βέβαια όταν σ’ αυτά καθρεπτίζεται ο ήλιος και έτσι εκπέμπεται εκτυφλωτική λάμψη που αιφνιδιάζει τα πουλιά και τα υπόλοιπα ζώα, οδηγώντας τα σε παραίτηση από την προσπάθειά τους. Ταυτόχρονα όμως, το διαδοχικό παιχνίδισμα των καθρεπτών με τις εικόνες και ιδιαίτερα με τον ήλιο είναι άκρως θεαματικό και διασκεδαστικό για τον άνθρωπο.
Επίσης, παρεμφερής τεχνική με ανάλογο αποτέλεσμα είναι αυτή που θέλει στη θέση των καθρεπτών, λείες ανοξείδωτες παραλληλόγραμμες ή στρογγυλές λαμαρίνες, οι οποίες μπορεί να καθρεπτίζουν θαμπά τον γύρω χώρο και τις ηλιακές ακτίνες, ωστόσο βοηθούν σημαντικά στον εκφοβισμό και την απομάκρυνση, των πτηνών.
Μια ακόμη τεχνική που χρησιμοποιείται, αποτελείται από αυτοσχέδιο μηχανισμό ο οποίος φέρει μικρούς έλικες που περιστρέφονται με τον αέρα. Η κίνηση των ελίκων αλλά και ο ελάχιστος, έστω, θόρυβος που εκπέμπουν, αποτρέπουν τις προσγειώσεις στις καλλιέργειες. Ο μικρός έλικας λειτουργεί συνήθως αυτόνομα, τοποθετημένος σε ξύλινο ή μεταλλικό στύλο, ή ενσωματωμένος σε ανθρωπόμορφο σκιάχτρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε και συνδυασμό του έλικα με μικρά αιωρούμενα κουδούνια και έτσι κίνηση και ήχος λειτουργούν πιο αποτελεσματικά.
Ανάλογης επινόησης είναι και άλλα υποτυπώδη σκιάχτρα. Προσφιλής τεχνική για πολλούς από τους σημερινούς αγρότες είναι η άναρχη τοποθέτηση υφασμάτινων ή πλαστικών μεγάλων λωρίδων μέσα ή και στις άκρες του χωραφιού. Τοποθετούν επίσης ακτινωτά ή άναρχα πολλές έγχρωμες κορδέλες, δεμένες στα κλαδιά των ανθισμένων δένδρων, έτσι που προσομοιάζουν με το αποκριάτικο γαϊτανάκι.
Απλοϊκή, οικονομική και γι’ αυτό συχνή στη χρήση της, είναι μια ακόμη μορφή «σκιάχτρων» που στηρίζεται στην τοποθέτηση εκατοντάδων πλαστικών σακουλών δεμένων με σπάγκο μεταξύ των δέντρων, οι οποίες δημιουργούν την αίσθηση πλαστικής θάλασσας. Θέαμα που ελάχιστα διαφέρει από αυτό που προσφέρουν οι προεκλογικές συγκεντρώσεις με τις πλαστικές κομματικές σημαίες. Με το παραμικρό φύσημα του αέρα οι πολυάριθμες σακούλες πάλλονται και το συνολικό θρόισμά τους δημιουργεί τέτοιο θόρυβο που αποτρέπει τα πετούμενα.
Τέλος, κάποιοι αγρότες τοποθετούν σε δένδρα ή σε πασσάλους, ένα ξύλο που προεξέχει και στην κορυφή του δένουν ένα «τσαμπί», από κενά μεταλλικά κουτιά αναψυκτικών τα οποία με το φύσημα του αέρα συγκρούονται μεταξύ τους, δημιουργώντας θόρυβο που φοβίζει τα πουλιά. Τις περισσότερες από τις προαναφερόμενες τεχνικές συναντά κανείς συχνότερα σε περιοχές της Αργολίδας στις οποίες καλλιεργούνται βερικοκιές (Σκαφιδάκι, Κιβέρι, Μπόρσα, Άγιος Δημήτριος (Μετόχι), Λυγουριό) ενώ ανθρωπόμορφα σκιάχτρα συναντώνται κυρίως σε ημιορεινά και ορεινά χωριά του νομού μας.
Η διαχρονική παρουσία των σκιάχτρων, ο ρόλος αλλά και ο συμβολισμός τους ενέπνευσαν τη λαϊκή και την καλλιτεχνική φαντασία. Αναφορές τους υπάρχουν σε αρχαιοελληνικά κείμενα («Ειρήνη» – «Θεσμοφοριάζουσες» – «Βάτραχοι»), ενώ αιώνες αργότερα τα συναντάμε ως σύνδεσμο παγανιστικών με χριστιανικές τελετές, αφού προσλαμβάνουν ανθρώπινες διαστάσεις σε έθιμα που σχετίζονται με την γονιμότητα της γης, μιας και για την ευφορία της έχουν συμβάλει καθοριστικά. Στους νεώτερους χρόνους τα σκιάχτρα εμφανίζονται σε παραδοσιακές καρναβαλικές εκδηλώσεις συνήθως με τη μορφή του κακού, αφού σκοπός τους είναι να τρομάξουν. Σκιάχτρα επίσης συναντάμε σε παραμύθια, τραγούδια, παιδικά παιχνίδια και σε θεατρικές παραστάσεις.
Γιώργος Αντωνίου, « Σκιάχτρα της Αργολίδας», Ναύπλιο, 2004.
Posted in Γκραβούρες, Μυκήνες, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Edward Dodwell, Greek History, Άργος, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Η Πύλη των Λεόντων, Λιθογραφίες, Περιηγητές, Mycenae, The Gate of the Lions at Mycenae on 29 Μαρτίου, 2011| 1 Comment »
Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.
Λιθογραφία επιχρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.
Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Τον Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα…
Η κύρια είσοδος στην ακρόπολη των Μυκηνών είναι ένα θαυμαστό μεγαλιθικό μνημείο ύψους 3.1μ. και πλάτους στο κατώφλι 2.95μ. Τέσσερις κροκαλοπαγείς ογκόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή της. Το άνοιγμα της πύλης εκλείετο με ξύλινη δίφυλλη πόρτα που ήταν επενδεδυμένη με χάλκινα ελάσματα. Οι δυο πλαϊνοί ογκόλιθοι υποστηρίζουν μονολιθικό ανώφλι βάρους περίπου 18 τον., μήκους 4.5μ. και πάχους στη μέση 0.80μ. Ο τοίχος πάνω από το ανώφλι κτίσθηκε με τρόπο που αφήνει κενό τριγωνικό χώρο, που λέγεται συνήθως ανακουφιστικό τρίγωνο. Σκοπός του ήταν ν’ απαλλάξει το ανώφλι από το υπερκείμενο βάρος και να μεταβιβάσει το βάρος στα πλάγια. Μεγάλη τριγωνική πλάκα τιτανόλιθου, ύψους 3.3μ., πλάτους 3.9μ. και πάχους 0.70μ. καλύπτει αυτό το τρίγωνο. Η πλάκα αυτή φέρει ανάγλυφη παράσταση λεόντων και θεωρείται ως το πρώτο και αρχαιότερο παράδειγμα μνημειακής γλυπτικής του δυτικού πολιτισμού. Τα κεφάλια των λεόντων, που παριστάνονταν κατενώπιον και έβλεπαν προς τους επισκέπτες που πλησίαζαν την πύλη, δεν σώζονται και ήταν πιθανόν από στεατίτη λίθο.
Η ερμηνεία του ανάγλυφου, κατά τον εγκυρότερο ανασκαφέα, είναι ότι έχουμε εδώ τον βασιλικό θυρεό των Μυκηνών, τον αρχαιότερο του δυτικού κόσμου, που χρονολογείται από το 1250 π.Χ. Κατά την παράδοση βασιλεύς των Μυκηνών, στα μέσα του 13ου π.Χ. αι. ήταν ο Ατρεύς. Το ανάγλυφο λοιπόν ήταν ο θυρεός του Ατρέως και της δυναστείας του και ήταν σε εκείνη την θέση όταν ο Αγαμέμνων επί κεφαλής του στρατού του εξόρμησε από την ακρόπολη των Μυκηνών για να εκστρατεύσει κατά της Τροίας. Από τότε έως τώρα τα λίθινα λιοντάρια της παραμένουν φρουροί άγρυπνοι του μεγαλείου και της δόξας των Μυκηνών.