«Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει»: Η αναστολή ισχύος του Συντάγματος της Τροιζήνας | Αριστείδης Ν. Χατζής
Το άρθρο εξετάζει την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν υπήρξε μια προσωρινή και αναγκαία παρέκκλιση λόγω των έκτακτων συνθηκών του Αγώνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή συγκεντρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης, ασύμβατη με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία του Συντάγματος της Τροιζήνας ως κορύφωσης του επαναστατικού συνταγματισμού και ερμηνεύει τη σύγκρουση γύρω από την αναστολή του ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές λογικές: την παράδοση του συνταγματισμού και της πολιτικής ελευθερίας που διαμορφώθηκε μέσα από την επαναστατική εμπειρία και τον συγκεντρωτικό κρατισμό της μεταναπολεόντειας ευρωπαϊκής διπλωματίας, την οποία εξέφραζε ο Καποδίστριας.
Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα υιοθέτησε το Στ’ Ψήφισμά της με το οποίο, «εν ονόματι του ελληνικού έθνους», εξέλεξε τον «κόμη Ιωάννη Καποδίστρια» Κυβερνήτη της Ελλάδος.[1] Το σκεπτικό της επιλογής Καποδίστρια δίνεται στο προοίμιο του Ψηφίσματος:
[Η]υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας. [Α]παιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.

Η ίδρυση του Πανελληνίου από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελεί μέρος της ζωφόρου της Επανάστασης στη Βουλή των Ελλήνων, βασισμένη σε σχέδιο του Γερμανού γλύπτη Ludwig Michael Schwanthaler. Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη μορφή του Βασιλιά Όθωνα να υπογράφει το έγγραφο, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ολόσωμος δεξιά, ο οποίος χαιρετίζει την ίδρυση του σώματος.
Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδεύτηκε, όμως, από μια σειρά συγκεκριμένων όρων:
(α) Να προσέλθει σε εύλογο χρονικό διάστημα «ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως».
(β) Η διάρκεια της εξουσίας που του «επιτρέπει» το Έθνος «προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον». Δηλαδή, αν όλα πήγαιναν καλά, η θητεία του Ιωάννη Καποδίστρια θα έληγε την 1η Απριλίου 1834.[2]
(γ) Να «κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν». Ο Καποδίστριας θα έπρεπε να κυβερνήσει μια Ρεπούμπλικα (Republic), διότι έτσι ονόμασε η Συνέλευση το νέο καθεστώς (Republique Grecque στη διεθνή αλληλογραφία της προσωρινής κυβέρνησης και της Βουλής).
Η Συνέλευση θα υιοθετήσει, αμέσως μετά την εκλογή Καποδίστρια, ένα Σύνταγμα, το δεύτερο της Επανάστασης, που αντιγράφει τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας[3] και είναι πολύ πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό από το Σύνταγμα του 1822/23 ο ίδιος ο Καποδίστριας χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του συστηματικά τον όρο Président, και έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο εξωτερικό (σε επίσημα έγγραφα, στον Τύπο κ.λπ.). Ο όρος αυτός συνδέεται, εκείνη την εποχή, με την Προεδρική Δημοκρατία των Η.Π.Α.
(δ) Η Συνέλευση τού εμπιστεύτηκε τη «νομοτελεστικήν δύναμιν», δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία σε ένα δημοκρατικό σύστημα διάκρισης των εξουσιών.[4] Στην επιστολή-πρόσκληση προς τον Καποδίστρια, που συνέταξαν οι Αναστάσιος Πολυζωίδης, Νικόλαος Χρυσόγελος, Σπυρίδων Τρικούπης, Παναγής Καλογεράς και Κωνσταντίνος Ζωγράφος τονίζεται πως του έχει ανατεθεί η Εκτελεστική εξουσία («νομοτελεστική δύναμις») την οποία πρέπει να ασκήσει «καθ’ όν τρόπον τας εμπιστεύθη εις την Εξοχότητά σου το έθνος».
(ε) Ο σημαντικότερος, όμως, όρος ήταν η απαίτηση της Συνέλευσης να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους». Προφανώς ο νέος Κυβερνήτης θα έπρεπε να σεβαστεί κυρίως τον Βασικό Νόμο, το Σύνταγμα. Για τον τελευταίο όρο τα πρακτικά της Συνέλευσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Την ίδια ημέρα που η Συνέλευση εξέδωσε το ψήφισμα, συζήτησε και το Ζήτημα του «Πολιτεύματος της Ελλάδος, καθ’ ό μέλλει να κυβερνήση ο Κυβερνήτης» και αποφάσισε να συστήσει επιτροπή από μέλη αλλά και μη μέλη της Εθνοσυνέλευσης «διά να συντάξη Πολίτευμα».
Τα όρια της εντολής, λοιπόν, που έδωσε η Εθνική Συνέλευση στον Καποδίστρια ήταν σαφή. Δεν ανέθεσε στον Καποδίστρια τον ρόλο του Σωτήρα με απεριόριστη εξουσία αλλά μια σαφώς καθορισμένη συνταγματική αποστολή: να κυβερνήσει στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Το πρώτο σχέδιο του Συντάγματος κατατέθηκε στις 29 Απριλίου[5] αλλά η συζήτηση επιμέρους άρθρων είχε ήδη ξεκινήσει στην ολομέλεια της Συνέλευσης από τις 26 Απριλίου. Στις 28 Απριλίου, μάλιστα, συζητήθηκαν και ψηφίστηκαν τα άρθρα για τα «χρέη και τα καθήκοντα του Κυβερνήτου» αλλά και εγκρίθηκαν και οι όρκοι των δημόσιων λειτουργών και ειδικά του Κυβερνήτη:[6]
Ορκίζομαι εις τ’ όνομα του υψίστου να διατηρήσω απαρασαλεύτως τους θεμελιώδεις νόμους της Ελληνικής πολιτείας, και εις καμμίαν περίστασιν, ή διά καμμίαν πρόφασιν να μη τους αθετήσω, μηδέ να συγχωρήσω ν’ αθετηθώσιν. Ορκίζομαι προσέτι να υπερασπίσω και να διατηρήσω με όλας μου τας δυνάμεις την ανεξαρτησίαν του Ελληνικού έθνους, και την κοινήν και ατομικήν ελευθερίαν· να σέβωμαι τα δικαιώματα όλων ομού και ενός εκάστου των πολιτών, και προς διατήρησιν και αύξησιν της γενικής και μερικής ευδαιμονίας να μη παραμελήσω κανένα από τα μέσα, όσα οι νόμοι εμπιστεύθησαν εις την εξουσίαν μου.
Παρά το γεγονός πως οι εξουσίες του Κυβερνήτη περιορίζονταν από το Σύνταγμα επαρκέστατα με μια σειρά θεσμικών αντιβάρων, στη συζήτηση παρενέβησαν οι Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Νικόλαος Σπηλιάδης δηλώνοντας ότι το προτεινόμενο ανεύθυνο [«απαραβίαστον»] του Κυβερνήτη ερχόταν σε αντίθεση με το πνεύμα του πολιτεύματος.[7]
Την 1η Μαΐου η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του νέου Συντάγματος στο σύνολό του («ενεκρίθη ομοφώνως και υπεγράφη παρά πάντων των πληρεξουσίων»).[8] Στο ΙΕ’ Ψήφισμά της η Εθνοσυνέλευση αφιέρωσε το Σύνταγμα «εις την πίστιν της Βουλής, του Κυβερνήτου και του Δικανικού, διά να διατηρήται εν ακριβεία» ενώ στο δεύτερο εδάφιο τόνιζε: «Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει δύναται η Βουλή ή η Κυβέρνησις να νομοθετήση ή να ενεργήση τι εναντίον εις το παρόν Πολιτικόν Σύνταγμα».[9]
Δεν χρειάζεται εδώ να παρουσιάσουμε το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο Σύνταγμα της εποχής του.[10] Οι θεσμικές επιλογές στην Τροιζήνα ήταν αναμενόμενες. Η Ελληνική Επανάσταση σταδιακά είχε εξελιχθεί σε μια φιλελεύθερη επανάσταση. Για έναν μικρό αριθμό διανοούμενων επαναστατών αυτό ήταν Ζητούμενο από την αρχή. Αλλά η διάσταση αυτή είχε εσωτερικοποιηθεί, ιδιαίτερα μετά το 1823/4, κι από μεγάλο μέρος των πιο παραδοσιακών ομάδων. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην ίδια την επαναστατική εμπειρία[11] που λειτουργούσε ως καταλύτης, στην παιδαγωγική λειτουργία[12] των εθνοσυνελεύσεων και του Συντάγματος και βέβαια στη διαμόρφωση του πολιτικού λεξιλογίου της Επανάστασης, στην ύστερη φάση της, που εξασφάλισε στους φιλελεύθερους ο απόλυτος έλεγχος όλων των εφημερίδων.[13]
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1820, η έννοια του «Συντάγματος» δεν ήταν απλώς ένα δάνειο από τη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη αλλά είχε ήδη μετατραπεί σε βασικό στοιχείο της πολιτικής αυτοκατανόησης της Επανάστασης. Δυστυχώς η ελληνική ιστοριογραφία έχει υποτιμήσει αυτή τη διάσταση σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να διακρίνει τη δυναμική των ιδεών. Έτσι δεν μπόρεσε ή δεν επιχείρησε να εκτιμήσει τον πολιτικό λόγο της Επανάστασης ως εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης.[14]

Πρωτότυπο χειρόγραφο με τις υπογραφές των πληρεξουσίων στο ψήφισμα της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, με το οποίο αποφασίστηκε η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδος. Τροιζήνα 2 Απριλίου 1827. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.
Οι δύο διαστάσεις της Ελληνικής Επανάστασης αναδεικνύονται με συμβολικό τρόπο στα πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα. Την επόμενη μέρα μετά την εκλογή του Ι. Καποδίστρια, δηλαδή την Κυριακή του Πάσχα (3.4.1827), μετά από μια σύντομη δοξολογία, ξεκίνησε η συνεδρίαση με την ορκωμοσία των μελών της Αντικυβερνητικής Επιτροπής που θα αναπλήρωνε τον Καποδίστρια μέχρι την άφιξή του. Ακουμπώντας πάνω σε έναν μεγάλο Σταυρό, έδωσαν τον όρκο στην «Τρισυπόστατη Θεότητα» και στη «γλυκυτάτη πατρίδα» να «ελευθερωθή το ελληνικό έθνος» ή να πεθάνουν χριστιανοί και ελεύθεροι. Ο όρκος ολοκληρώθηκε έτσι:
«Έπειτα δε να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της πατρίδος ό,τι λογής αι τρεις Εθνικαί Συνελεύσεις […] παρέδωκαν εις το ελληνικόν έθνος».[15] Τέσσερις ημέρες αργότερα, η Εθνοσυνέλευση τόνισε ότι το βασικό της αντικείμενο, το ιερό της χρέος, ήταν «να επιδιορθώση το Πολίτευμα», δηλαδή «τους θεμελιώδεις νόμους, καθ’ ούς θέλει κυβερνηθή το έθνος εφεξής».[16] Η αδιαφορία για το Σύνταγμα που επέδειξαν κάποιοι νησιώτες αντιπρόσωποι, χαρακτηρίστηκε από τη Συνέλευση ισοδύναμη με «παράβαση καθήκοντος».
Τις επόμενες ημέρες η Συνέλευση απέρριψε την παραίτηση τεσσάρων φιλελεύθερων μελών τής συντακτικής επιτροπής που θεωρήσαν πως το χρονικό διάστημα που τους δόθηκε ήταν ανεπαρκές, δεδομένου ότι «απαιτείται Σύνταγμα πολυχρονίου διαρκείας, και το οποίον έπεται να λάβη σημαντικήν επιρροήν και εις την επακόλουθον μόρφωσιν της Κυβερνήσεως και του πνεύματος του έθνους».[17] Με αυτή την ευκαιρία, στη συζήτηση που ακολούθησε, κάποια μέλη έθεσαν το ζήτημα της συμμετοχής του Καποδίστρια στη διαδικασία κατάρτισης του Συντάγματος. Η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε ότι εφόσον ο Κυβερνήτης το επιθυμούσε και πάντοτε σε συνεννόηση με τη Βουλή, θα μπορούσαν να γίνουν οι «αναγκαίοι προσθαφαιρέσεις» εντός οκτώ ημερών.
Ο Καποδίστριας απάντησε στο ψήφισμα της εκλογής του στις 14 Αυγούστου ενώ βρισκόταν ήδη στο Λονδίνο – αν και την είχε πληροφορηθεί ανεπίσημα από τον Μάιο και έλαβε τα ψηφίσματα στα τέλη Ιουλίου, ενώ βρισκόταν ακόμα στην Αγία Πετρούπολη.
Στην επιστολή-απάντηση δεν φαίνεται να αποδέχεται τη θέση ρητά και ανεπιφύλακτα, αντιθέτως τονίζει:[18]
«το λέγω ανενδοιάστως, δεν δύναμαι να το αναλάβω ειμή αφ’ ού με ακούσετε και αξιωθώ παρ’ υμών όλης της εμπιστοσύνης ης έχω χρείαν». [«Το λέω χωρίς κανέναν δισταγμό, δεν μπορώ να το αναλάβω παρά μόνο αφού με ακούσετε και κερδίσω από εσάς όλη την εμπιστοσύνη που έχω ανάγκη»].
Ήταν φανερό πως ο Καποδίστριας είχε ήδη αποφασίσει να μην αποδεχθεί έναν συνταγματικό ρόλο αλλά να απαιτήσει έκτακτες εξουσίες. Η πρόθεσή του αυτή φαίνεται καθαρά και στο Υπόμνημα που στέλνει στις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις στις 31.8.1827 από το Λονδίνο.[19] Μέχρι την άφιξή του στην Ελλάδα στις 6.1.1828 (στα ανοιχτά του Ναυπλίου), ο Καποδίστριας αποφεύγει την αλληλογραφία με την ελληνική διοίκηση αλλά και η ελληνική διοίκηση δεν αλληλογραφεί, όσο θα περίμενε κανείς, μαζί του – δεν του στέλνει αντίτυπο, ούτε τον ενημερώνει για το περιεχόμενο του Συντάγματος. Ο εκλεγμένος Κυβερνήτης λαμβάνει τις απαραίτητες πληροφορίες από άλλες πηγές.
Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στην Αίγινα στις 12.1.1828. Αμέσως μόλις έφτασε ζήτησε να του δοθούν τα πρακτικά της Βουλής «απ’ αρχής της συστάσεώς της μέχρι της σήμερον».[20] Μια πενταμελής επιτροπή συστήθηκε για να τον συναντήσει και προφανώς ξεκίνησε μια δύσκολη διαπραγμάτευση. Ο Καποδίστριας ήθελε να μάθει εάν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, θα μπορούσε η Βουλή να του παραχωρήσει έκτακτες εξουσίες. Ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να κυβερνήσει με τους περιορισμούς που έθετε το Σύνταγμα της Τροιζήνας και ήταν αποφασισμένος να απορρίψει την πρόσκληση της Εθνικής Συνέλευσης εφόσον οι όροι του δεν γίνονταν δεκτοί.
Στις 17 Ιανουαρίου οι εκπρόσωποι της Βουλής έκαναν δεκτό το τελεσίγραφο Καποδίστρια. Ο ίδιος δήλωσε ότι, εάν δεχόταν το αξίωμα του Κυβερνήτη με τους όρους του Συντάγματος της Τροιζήνας, θα έθετε σε κίνδυνο «τα ουσιωδέστερα συμφέροντα της Ελλάδος» και θα παράβαινε τις ηθικές του αρχές. Τους ανακοίνωσε με «θλίψη» πως εφόσον η Συνέλευση στην Τροιζήνα δεν «εφωδίασε [τη Βουλή] με τας αποχρώσας δυνάμεις» για να επικυρώσει το είδος της προσωρινής διακυβέρνησης που πρότεινε («ήτις μόνη με φαίνεται, ότι δύναται να προφυλάξη την πατρίδα μας από τους επικειμένους κινδύνους, με τους οποίους η ενεστώσα κρίσις την επαπειλεί), δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική παρά να αποδεχθούν οι βουλευτές το τελεσίγραφο με την πολιτική, αλλά όχι συνταγματική, νομιμοποίηση που τους παρείχε το αξίωμά τους. Τους ζητούσε, δηλαδή, να παραβιάσουν το Σύνταγμα – και τα μέλη της Βουλής το δέχθηκαν (αλλά όχι ομόφωνα).[21]

Χειρόγραφη επιστολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια προς το Πανελλήνιον. Συλλογή Μουσείου Καποδίστρια.
Ο Καποδίστριας ετοίμασε ένα ψήφισμα στο οποίο περιγραφόταν η έκτακτη αντισυνταγματική μορφή διακυβέρνησης που, υποτίθεται, θα ήταν τρίμηνη («έως της συγκροτήσεως της Εθν. Συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει εντός του Απριλίου μηνός 1828»).[22]
Στο Ψήφισμα αυτό ανακοινώνονταν η κατάργηση της Βουλής και στο διάγγελμα που το συνόδευε, ο Κυβερνήτης εξηγούσε, με αρκετά αόριστο τρόπο στον ελληνικό λαό, το σκεπτικό του: «εσωτερική διοίκησις ισχύουσα μόνον διά των νόμων, θέλει δυνηθή να σας διασώση από την φρικτήν αναρχίαν, και ούτω βαθμηδόν να σας οδηγήση εις την πρόοδον της εθν. και πολιτικής ανακαινήσεώς σας».[23]
Εξέφραζε και πάλι τη «ζωηρά θλίψιν» του γιατί δεν μπορούσε αυτή η καθεστωτική αλλαγή να γίνει νόμιμα («η εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευσις δεν εφωδίασε την Βουλήν με αποχρώσας δυνάμεις, διά να έχη την εξουσίαν να κυρώση τα μέτρα, άτινα η κοινή σωτηρία αποκαθιστά εις το εξής εξ ανάγκης κατεπειγούσης απαραίτητα»). Υποσχέθηκε να συγκαλέσει νέα εθνική συνέλευση τον Απρίλιο και να κυβερνήσει, «δεχόμενος σύστημα προσωρινής Κυβερνήσεως, θεμελιωμένον εν τοσούτω επάνω εις τας βάσεις των πράξεων της Επιδαύρου, του Άστρους, και της Τροιζήνος».
Προφανώς αυτό ήταν το αποτέλεσμα του πολιτικού συμβιβασμού, η αποδοχή του τελεσιγράφου με αντάλλαγμα την υπόσχεση του Κυβερνήτη πως αυτή η θεσμική ανωμαλία θα ήταν προσωρινή. Με την κατάφωρα αντισυνταγματική πράξη ΝΗ’ η Βουλή των Ελλήνων, στις 18.1.1828 αυτοδιαλύθηκε, δίνοντας άδοξο τέλος στην Πρώτη Ελληνική Δημοκρατία:
Επειδή αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις, και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος, και εκδοθέντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν. Επειδή η σωτηρία του έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των νόμων, και επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας.
Η εκλεγμένη Βουλή αποποιήθηκε το «οποίον ανέλαβε χρέος της νομοδοτικής εξουσίας». Στην τελευταία της συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου, φρόντισε να εξασφαλίσει τη μισθοδοσία των βουλευτών και των υπαλλήλων της Βουλής.[24]
Οι νομικές και ιστορικές ακροβασίες που έχουν, μέχρι σήμερα, χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσουν το τελεσίγραφο του Καποδίστρια και την υποχώρηση της Βουλής είναι πολλές. Το βασικότερο επιχείρημα συνεχίζει να αποτελεί η «κρισιμότητα των καταστάσεων» και η ανάγκη για «στιβαρή κεντρική εξουσία». Όμως η ελληνική επαναστατική διοίκηση τα είχε καταφέρει αρκετά καλά μέχρι τότε σε κρισιμότερες συνθήκες, με πολύ μεγαλύτερες προκλήσεις και ριζική αβεβαιότητα – δηλαδή πριν το Ναβαρίνο.[25]
Κάθε δημοκρατική κυβέρνηση έχει βρεθεί σε παρόμοιες και χειρότερες συνθήκες σε καιρό πολέμου, χωρίς να θεωρήσει απαραίτητη την αυτοκατάργησή της.[26] Σε παρόμοια ιστορική συγκυρία στις Η.Π.Α., μετά το τέλος της Επανάστασης, ο Tζορτζ Ουάσιγκτον αρνήθηκε να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες, παρά το γεγονός πως το επιθυμούσαν οι επιτελείς του και ο λαός, ενώ η στρατιωτική επιτυχία της Επανάστασης αποτελούσε δικό του επίτευγμα και τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει (χωρίς καμία ανάλογη προσωπική ή συλλογική θεσμική εμπειρία) ήταν αναλογικώς πολύ μεγαλύτερα.[27]
Η απόφαση του Ουάσιγκτον να προστατεύσει τη νέα και ουσιαστικά πρώτη αντιπροσωπευτική Δημοκρατία[28] έγινε με ιδιαίτερα συμβολικό τρόπο. Όταν ο νέος Πρόεδρος έλαβε στα χέρια του το αντίτυπο του Συντάγματος, δεν αναζήτησε τις ευκαιρίες που αυτό του έδινε για να το παραβιάσει, αλλά το διάβασε προσεκτικά και υπογράμμισε όλα τα χωρία που αφορούσαν τον θεσμό και καθόριζαν τις αρμοδιότητές του.[29]

George Washington. Ελαιογραφία του James Peale, περίπου 1782. The Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.
Το επιχείρημα ότι τα Συντάγματα της Επανάστασης αποτελούσαν απλώς πολιτικές διακηρύξεις που απέκρυπταν τις πραγματικές προθέσεις των παραδοσιακών ελίτ να τα χρησιμοποιήσουν εργαλειακά για την προστασία της ισχύος και των προνομίων τους είναι εξαιρετικά αδύναμο. Υποτιμά τόσο τη μεταμορφωτική δυναμική της επαναστατικής εμπειρίας όσο και τον ρόλο των ιδεών στη συγκρότηση της πολιτικής πράξης και προδίδει, τελικά, μια μάλλον ρηχή κατανόηση της ιστορίας της πολιτικής θεωρίας αλλά κυρίως της ιστορίας των επαναστάσεων.[30] Ιδίως, μάλιστα, όταν συνοδεύεται από την απαξίωση της σύντομης περιόδου λειτουργίας της Ελληνικής Πολιτείας.[31]
Αντίθετα δεν δίνεται έμφαση στο ότι ο Καποδίστριας ήταν απολύτως συνεπής στις πολιτικές του απόψεις και στην πολιτική διαπαιδαγώγησή του. Καταρχάς δεν είχε καμία εμπειρία συμμετοχής σε αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή άσκησης δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η εντολή που ελάμβανε προερχόταν πάντοτε από αυταρχικά κέντρα εξουσίας και την ασκούσε χωρίς να τη αμφισβητεί, ακόμα και όταν διαφωνούσε.
Ούτε στη Γενεύη συμμετείχε με κάποιον τρόπο στην (περιορισμένα) αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση που βασιζόταν σε μια διεθνή συνθήκη η οποία είχε επιβληθεί στους Ελβετούς από τις μεγάλες δυνάμεις και επρόκειτο να ανατραπεί το 1848. Επιπλέον δεν είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει στην επαναστατική θεσμική εμπειρία[32] – την οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία.
Η πολιτική και θεσμική φιλοσοφία του ήταν απολύτως συμβατή με την εμπειρία του και συμπυκνώνεται στο υπόμνημα που είχε στείλει στις 17.7.1821, με την έναρξη της Επανάστασης.[33] Ενδεικτικά:
[Ν]α συστήσωμεν μίαν ισχυράν και καλήν κυβέρνησιν· να εμφανίσωμεν εις τον πολιτικόν κόσμον τον τόπον μας με την εθνική του στολήν, και χωρίς να δανεισθώμεν κανέν σχήμα των νεωτέρων, αλλ’ ούτε την γλώσσαν των.
[…] Στοχάζομαι λοιπόν, ότι η κατασκευή των δημοσίων δυνάμεων εις τους ελευθερωθέντας τόπους πρέπει να είναι απλουστάτη και όσον το δυνατόν παρομοία με την παλαιάν των κατασκευήν. Οι νεωτερισμοί θέλουν κάμει περισσότερον κακόν παρά καλόν. Ο τόπος πρέπει να έχει μίαν διοίκησιν, τι μέλει αν αυτή η διοίκησις έχει τοιούτον ή άλλο σχήμα;
Αυτό που στην ουσία υπήρξε ένα «συνταγματικό πραξικόπημα»[34] του Ιωάννη Καποδίστρια δεν αποτέλεσε προϊόν μόνο των έκτακτων συνθηκών, ούτε είχε προσωρινό χαρακτήρα. Ο Καποδίστριας δεν είχε καμία πρόθεση να αποκαταστήσει τη λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος. Η «κατάσταση εξαίρεσης» δεν ήταν προσωρινή. Η υπόσχεση πως θα ήταν χρονικά οριοθετημένη δεν ήταν ειλικρινής. Πρώτα εργαλειοποιήθηκε η επιδημία πανώλης[35] και έπειτα η διπλωματική μάχη για να αναβληθεί η Εθνική Συνέλευση. Καθώς, όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, ήταν απολύτως ελεγχόμενη, αντί να οδηγήσει στην αποκατάσταση της συνταγματικής ομαλότητας, αποτέλεσε αφορμή για να αντικατασταθεί ένα σχήμα διακυβέρνησης συγκεντρωτικής μεν αλλά με ευρεία συμμετοχή από ένα καθαρόαιμα αυταρχικό σχήμα που θα γίνει πολύ πιο σκληρό μετά το 1830, παρά την επίτευξη του βασικού πολιτικού στόχου, της εθνικής ανεξαρτησίας.[36]
Για το πώς έβλεπε, στην πραγματικότητα, τη συνταγματική διακυβέρνηση ο Καποδίστριας, χαρακτηριστικότατη είναι η σκηνή της συζήτησης που μας παρέδωσε ο πιστός (αλλά με κριτική ματιά) συνεργάτης του Καποδίστρια, Νικόλαος Δραγούμης. Στις παραινέσεις του Edmund Lyons («προτρέψαντα αυτόν να χορηγήση σύνταγμα») ο Καποδίστριας απάντησε με θυμό:
Εγώ όμως, ανεφώνησεν εντόνως ο Κυβερνήτης, προσκληθείς να κυβερνήσω τον τόπον τούτον, κλυδωνιζόμενων όσον και το υμέτερον πλοίον εν ώρα τρικυμίας, και να φέρω αυτόν εις λιμένα σωτηρίας, ούτε σκοπώ, ούτε προαιρούμαι να πράξω παρά το καθήκον μου’ οφείλω να σώσω και ουχί να καταστρέψω. Εάν δώσετε εις το βρέφος τούτο, προσείπε δακτυλοδεικτήσας τον οκταετή υιόν του πλοιάρχου ξυράφιον, δεν θα κόψη δι’ άγνοιαν τον λαιμόν αυτού; Το αυτό συμβαίνει και επί των αμαθών λαών. Το σύνταγμα ομοιάζει προς ξυράφιον, εις ου την χρήσιν δεν εγυμνάσθησαν έτι αι χείρες των Ελλήνων. Μη λησμονήτε δε ότι η ανατροφή αυτών υπήρξε δουλική.[37]
Ο βασικός λόγος γι’ αυτούς τους ακροβατισμούς και τις (αποτυχημένες) προσπάθειες είτε να δικαιολογηθεί το συνταγματικό πραξικόπημα είτε να παρουσιαστεί ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά ήταν, οφείλεται στο γεγονός πως, αναμφίβολα, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ο καταλληλότερος να κυβερνήσει στη συγκεκριμένη συγκυρία και μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς στο έργο της συγκρότησης κράτους και της διπλωματικής εκπροσώπησης της χώρας.
Σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια κατάφερε να μεταμορφώσει την επαναστατημένη Ελλάδα σε ένα πρόπλασμα ευρωπαϊκού κράτους. Οργάνωσε τη διοίκηση, τις φορολογικές αρχές, τη δικαιοσύνη και την εκπαίδευση, καταπολέμησε τη ληστεία και την πειρατεία. Η δολοφονία του αποτελεί τραυματικό γεγονός στην ελληνική ιστορία. Ο θάνατός του οδήγησε σε δεκαέξι μήνες εμφύλιας σύρραξης και αναρχίας.
Η σύγκρουση στη διάρκεια της θητείας του δεν ήταν προσωπική ούτε συγκυριακή· ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες: την επαναστατική εμπειρία της συνταγματικής ελευθερίας και την αυταρχική λογική της ευρωπαϊκής μεταναπολεόντειας διπλωματίας από την οποία προερχόταν ο Καποδίστριας. Επιπλέον η θητεία του ανέδειξε τη μεγάλη ένταση ανάμεσα σε ένα συγκεντρωτικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του κράτους και στις κοινωνικές και πολιτικές προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας, όπως τις αποτύπωσε με συγκλονιστικό τρόπο ο Μακρυγιάννης:
[Κ]ι αυτείνη την λευτερίαν, Κυβερνήτη μου, δεν την ήβραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τσόφλιο· δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσω, εγίναμεν πουλί και δεν χωρούμεν».[38]
Δυστυχώς ο Καποδίστριας αυτές τις προσδοκίες δεν φρόντισε να τις κατανοήσει και αυτό υπήρξε το μεγαλύτερο πολιτικό του σφάλμα. Δεν υποτιμούμε το εντυπωσιακό έργο του, ούτε θέτουμε σε αμφισβήτηση την ακεραιότητά του όταν επισημαίνουμε τα λάθη και τις αποτυχίες του, ιδιαίτερα μάλιστα σε εκείνον τον τομέα στον οποίο ούτε ο ίδιος φιλοδοξούσε να διακριθεί: στη δημοκρατική και συνταγματική διακυβέρνηση.
Υποσημειώσεις
[1] Στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση (την 22η στις 2.4.1827) εγκρίθηκε το ψήφισμα. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας [στο εξής ΑΕΠ], 1821-1832. Αι Εθνικαί Συνελεύσεις. Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, 435, 585. Για το ιστορικό πλαίσιο αλλά και γενικά για τον Καποδίστρια, βλ. Χρήστος Λούκος, Ιωάννης Καποδίστριας: Μια Απόπειρα Ιστορικής Βιογραφίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2022 (ιδιαίτερα 217-243). Βλ. επίσης Ακρίτας Καϊδατzής, Ο Συνταγματισμός του Εικοσιένα: Η Συνταγματική Πρακτική της Επανάστασης μέσα από τις Πηγές, 1821-1827. Αθήνα: Ευρασία, 2021 (ιδίως 515-532).
[2] Δεδομένου ότι οι Εθνοσυνελεύσεις είχαν θεσπίσει μέχρι τότε, σχεδόν αποκλειστικά, ενιαύσιες θητείες, η διάρκεια των επτά ετών δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα παρά το ότι η Συνέλευση έδειχνε με αυτόν τον τρόπο τη μεγάλη εμπιστοσύνη της στον Καποδίστρια αλλά και του έδινε ένα ισχυρό κίνητρο να αποδεχθεί τη θέση: το απαραίτητο χρονικό διάστημα για να μπορέσει να υλοποιήσει την πολιτική του.
[3] Φιλήμων Παιονίδης, «Το Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος του 1827 και το Σύνταγμα των Η.Π.Α.: Συγγένειες και επιρροές». Το Σύνταγμα τομ. 1-2 (2022), 45-71.
[4] Στις 2.4.1827, το Σύνταγμα της Επιδαύρου, όπως αναθεωρήθηκε στο Άστρος (1822/1823), ήταν ακόμα σε ισχύ, με κύριο χαρακτηριστικό του την ενδυνάμωση της νομοθετικής εξουσίας. Στο Σύνταγμα της Τροιζήνας που θα υιοθετηθεί έπειτα από έναν μήνα, το νομοθετικό σώμα παραμένει ιδιαίτερα ισχυρό. Στην τελευταία Διακήρυξη της Συνέλευσης, την 5η Μαΐου (ΑΕΠ, 560-61), τονίζεται πως «τρεις εξουσίαι: η Βουλή, ο Κυβερνήτης και το Δικανικόν, εμπιστεύονται και ενεργούσι την κυριαρχίαν σας». Για τη σημασία της Βουλής στον πολιτειακό σχεδιασμό των ευρωπαίων φιλελεύθερων αλλά και τη συνεκτική πολιτειακά λογική των Ελλήνων, βλ. Νίκος Παπασπύρου, «Ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας των συνταγμάτων του Αγώνα». Σύνταγμα 3-4 (2023): 959-966.
[5] ΑΕΠ, 520.
[6] ΑΕΠ, 509, 662.
[7] ΑΕΠ, 509-510. Το συγκεκριμένο άρθρο 103 του Συντάγματος υιοθετούσε έναν παρωχημένο θεσμό που συνδεόταν με τη Βασιλεία και την ιδέα του ανεύθυνου μονάρχη. Ο Σπηλιάδης χαρακτήρισε τον θεσμό «ασύμφορον εις την Ελλάδα».
[8] ΑΕΠ, 522-523.
[9] ΑΕΠ, 602-4.
[10] Βλ. αναλυτικά Καϊδατζής, 500-509.
[11] Βλ. κυρίως Gordon S. Wood, The Radίcalίsm of the Amerίcan Revolutίon, New York: Knopl, 1991 αλλά και Mary Beth Norton, Liberty‘s Daughters: The Revolutίonary Experience of American Women, 1750-1800, Boston: Little, Brown, 1980.
[12] Χρησιμοποιώ τον καθιερωμένο όρο στα Ελληνικά που είναι όμως παρωχημένος. Οι σύγχρονες θεωρίες μιλούν για expressive function. Cass R. Sunstein, «On the expressive function of law», University of Pennsylvania Law Review 144: 2021-2053 (1996).
[13] Aristides Ν. Hatzis, «Establishing a Revolutionary Newspaper: Transplanting Liberalism in a Pre-Modern Society,» στο L. Kiousopoulou, Μ. Tsirli, Ρ. Voyatzis (eds.), Human Rights in Times of Illίberal Democracies (Liber Amicorum in Memoriam of Stavros Tsakyrakis). Athens: Nomiki Vivliothiki, 2020, 293-317
[14] Βλ., όμως, Πέτρος Πιζάνιας, Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1830. Αθήνα: Εστία, 2η εκδ. 2025, ιδίως 87-102.
[15] ΑΕΠ, 441-42.
[16] ΑΕΠ, 459. Βλ. και Διακήρυξη του Προέδρου της 8ης Απριλίου. ΑΕΠ, 467-468.
[17] ΑΕΠ, 466-67.
[18] Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια. Ε.Α. Βετάν, επιμ., 1ος τόμος, Αθήνα: Ράλλης, 1841, 142-144
[19] Επιστολαί, 154-161.
[20] Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων – Δ’ Διοικητική Περίοδος (Ιούνιος 1827-Ιανουάριος 1828), Χρ. Λούκος, επιμ. Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, 2020, 319.
[21] Πρακτικά, 321-322.
[22] Πρακτικά, 322-323.
[23] Πρακτικά, 324.
[24] Πρακτικά, 328-336.
[25] Βλ. ιδίως Δημήτρης Δημητρόπουλος, Λόγος γυναικών; Δέκα στιγμιότυπα από τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Αθήνα: Αντίποδες, 2022.
[26] Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του 19ου αιώνα παραμένει ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος και οι προεδρικές εκλογές του 1864. David Donald, Lincoln Reconsidered: Essays on the Civil War Era, New York: Vintage, 1989, 57.
[27] «Οι Έλληνες, Κυβερνήτη, διψούσαν δι’ αρετή και πατριωτισμόν, να τους σώσεις από τα δεινά τους καθώς έσωσε ο Βάσιχτον την πατρίδα του Αμερική και του κάνουν τρόπαια και θα του κάνουν όσο στέκει ο κόσμος, ότι του ανήκουν – λευτέρωσε την πατρίδα του». Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Γιάννης Βλαχογιάννης, επ. Αθήνα: Ερμής, 2011, τόμος Β, 15.
[28] Που δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι θα επιβίωνε. Βλ. το ημερολόγιο του αντιπροσώπου της Πολιτείας Maryland στην Συνταγματική Συνέλευση, εγγραφή της 18 Σεπτεμβρίου 1878: «Α lady [Elizabeth Powel] asked Dr. [Benjamin] Franklin: Well Doctor what have we got a republic or a monarchy? – Α republic replied the Doctor; if you can keep it.» (Library of Congress, Manuscript Division, microfilm, box 15, reel 6).
[29] Joseph Ellis, His Excellency: George Washington. New York: Knopf, 2004. Βλ. σχετικά την επιστολή του Washington προς τον Συνταγματάρχη Lewis Nicola στις 22.5.1782 («Να είστε βέβαιος, κύριε, ότι κανένα γεγονός κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν μου προκάλεσε πιο οδυνηρά συναισθήματα από την πληροφορία σας ότι υπάρχουν τέτοιες ιδέες στο στρατό […] Τις αντιμετωπίζω με αποστροφή και τις καταδικάζω με αυστηρότητα».). Library of Congress, Papers of George Washington, MSS 44693.
[30] Η θεωρία των επαναστάσεων έχει δείξει επανειλημμένα ότι οι θεσμοί και τα συνταγματικά κείμενα δεν λειτουργούν απλώς ως προκάλυμμα συμφερόντων, αλλά ως μηχανισμοί που αναδιαμορφώνουν τις ίδιες τις πολιτικές ταυτότητες και προσδοκίες των δρώντων. Keith Michael Baker, Inventing the French Revolution. Cambridge: Cambridge University Press, 1990.
[31] Αριστείδης Ν. Χατζής, «Η ‘σύγκρουση των ολοκληρώσεων’: Προσπαθώντας να καταλάβουμε τι συνέβη στην Τροιζήνα», στο Χ. Ανθόπουλος, Α. Ηλιάδου, Λ. Παπαδοπούλου, Ν. Παπαχρήστος και Κ. Χρυσόγονος (επιμ.), Η Θεωρία της Συνταγματικής Πράξης. Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιzέλου, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2024, 0. 1025-1042.
[32] «Μηνα το’ φκιασα εγώ να τους το χαλάσω; Το έχουν φκιασμένο μ’ αίμα και με δυστυχίες». Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, 14.
[33] Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης, «Υπομνήματα Συναφή Ιγνατίου Μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας και Ιω. Καποδιστρίου περί της τύχης της Ελλάδος (1821)». Αθηνά 60 (1965): 145-182.
[34] Όπως το ονομάζει ο Καϊδατζής, 529. Δες και εκτιμήσεις Λούκου, 242-243.
[35] Angeliki Diamantopoulou & Aristides Ν. Hatzis, «Autocratic Decision-Making in a State of Emergency Ioannis Kapodistrias’ Management of the 1828 Epidemic.» Εισήγηση στο ετήσιο συνέδριο της American Historical Association, Σαν Φρανσίσκο, Ιανουάριος 2024.
[36] Διαφωνώ με την εκτίμηση του Καϊδατζή, 528, πως «το σύνταγμα της Τροιζήνας παρέμεινε σε ισχύ κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής δικτατορίας». Ειδικά η συστηματική παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων τεκμηριώνεται από αναρίθμητες πηγές.
[37] Νικόλας Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις. Αθήνα, Ερμής 1973 [1879], 124-125.
[38] Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, 16.
Αριστείδης Χατζής*
«Καποδίστριας – Σελίδες από τη ζωή και το έργο του», Βήμα στην Ιστορία. Βήμα της Κυριακής, Κυριακή 17 Μαΐου 2026.
*Ο Αριστείδης Χατζής είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Ιστορίας & Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάκτωρ Δικαίου & Οικονομικών (Law & Economics) του University of Chicago και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ).
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Σχετικά θέματα:
- Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820), Παύλος Β. Πετρίδης – Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.
- Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, Μενέλαος Τουρτόγλου, Νομικός – Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
- Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος. Ελένη Ε. Κούκου, Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.
- Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Περιοδικό Ελλέβορος, τεύχος 6-7, Άργος, 1990.
- Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833 | Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη. Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά, «Μνήμων», τόμος 8 (1982), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.
- Προ-Επαναστατικός Καποδίστριας, 1814-1821: Τομή στην Συνεχεία μισού Αιώνα Αγώνων Χειραφέτησης – Στέλιος Αλειφαντής.
- Ισονομία και Ακριβοδικία στα χρόνια του Καποδίστρια | Θεόδωρος Δεβενές. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.








Σχολιάστε