Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αρχαίοι Ποταμοί’ Category

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Ερασίνος (Αρσίνος ή Χάρης;)


 

 «…στην Αργολική υπάρχουν οι γνωστοί ποταμοί

Ερασίνος και Ίναχος…»

Πομπώνιος Μέλας, II, i.

 

Οι Απολλόδωρος και Παυσανίας [1] αδικούν τον Ερασίνο. Κατ’ αρχήν, από τη γενική ξηρασία της Αργολίδας, εξαιρούν μόνο τη Λέρνα αγνοώντας τα πλούσια νερά του Ερασίνου. Ύστερα ο δεύτερος, τον υποβιβάζει σε παραπόταμο κάποιου ποταμού Φρίξου [2], ανύπαρκτου σήμερα.

 

Η Στυμφαλία και ο Ερασίνος 

 

«ούτος δε τας αρχάς

εκ Στυμφάλου της Αρκαδίας λαμβάνει

και της εκεί λίμνης

της καλουμένης Στυμφαλίδος»

Στράβων 8, 371.

 

Ο Ερασίνος αναβρύζει από τους πρόποδες του μικρού όρους Χάον, θεωρούμενος από τους αρχαίους ως εκροή του ποταμού Στύμφαλου και της Στυμφαλίας λίμνης, Ερασινής κατά τον Μελέτιο, εκδοχή λίγο αυθαίρετη που πρέπει να την αμφισβητήσουμε. Ο Ηρόδοτος λέει ότι ο Στύμφαλος πέφτει σε αθέατο χάσμα και επανεμφανίζεται στο Άργος ως Ερασίνος: Λέγεται ρέειν εκ της Στυμφαλίδος λίμνης. Την γαρ δη λίμνην ταύτην ες χάσμα αφανές εκδιδώσαν, αναφαίνεσθαι εν Άργει, το εντεύθεν δε το ύδωρ ήδη τούτο υπ’Αργείων Ερασίνον καλέεσθαι [3].

Ο Παυσανίας αναφέρει ποταμό Στύμφαλο [4], που σχηματίζει τη λίμνη και αφού πέσει σε καταβόθρα [5], συνεχίζει ως Ερασίνος, στην Αργολίδα. Ο Στράβων [6] ονομάζει και τον Στυμφάλιο ποταμό Ερασίνο ή Αρσίνο και λέει ότι βγαίνει κάτω από το βουνό στη χώρα των Αργείων, γεμίζοντας το πεδίο με νερό. Ο ίδιος εκτιμά την υπόγεια διαδρομή σε 200 στάδια [7]. Την ίδια απόσταση αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [8], αποδίδοντας τη λατρεία των Πελοποννησίων στον Ποσειδώνα στο γεγονός της ύπαρξης υπόγειων στρωμάτων νερού λόγω της υποχθόνιας ροής του Στύμφαλου και της Φενεατικής λίμνης. Ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του γράφει: Έτσι καταπίνεται ρέοντας σε αφανές βάραθρο και επανεμφανίζεται ο πελώριος Ερασίνος στην Αργολική Γη [9]. Αλλά και ο Πλίνιος[10] τον αναφέρει μαζί με άλλα ποτάμια ως παράδειγμα ποταμού, που ρέει υπόγεια και έρχεται πάλι στην επιφάνεια.

 

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

 

Χίλια εξακόσια χρόνια μετά (12 Μάη 1691), ο έγκυρος παρατηρητής και καταγραφέας Βενετός Προβλέπτης Μαρίνος Μικιέλ, που πήρε μέρος στον Τουρκοενετικό πόλεμο, σε αναφορά του προς τη Γαληνότατη Δημοκρατία, γράφει για τον Ερασίνο: Το Άργος αρδεύεται από ένα ποταμάκι που έρχεται κάτω από τη γη από την πεδιάδα του Καίσαρι.

Ο Λουδοβίκος Ρος βρήκε την παράδοση αυτή ζωντανή: Ο Ερασίνος πηγάζει από τη λίμνη Ζάρακος (Στυμφαλία). Ο Ηenri Belle (1874) βρίσκει πιθανή την εκδοχή και υιοθετεί την εκτίμηση της υποχθόνιας ροής σε 38 Κm. O σύγχρονός μας (+2007) Αμερικανός καθηγητής W. K. Pritcett σημειώνει: Αφού τα υπόγεια περάσματα των υδάτων είναι συχνά στην Ελλάδα, δεν είναι διόλου απίθανο ότι η πηγή του Κεφαλαρίου αντλεί το νερό της από τη Στυμφάλια λίμνη. Η σύνδεση μεταξύ τους υποστηρίζεται από σύγχρονους τοπογράφους και γεωλόγους. Ο Ληκ σημειώνει ότι οι Στυμφάλιοι κατέγραψαν την πίστη τους για ταυτότητα του ποταμού τους με τον Ερασίνο, λατρεύοντάς τους και τους δύο με τη μορφή βοδιών. Τέλος στη «Χάρτα» του Ρήγα Φεραίου, ο Ερασίνος απεικονίζεται να αρχίζει από τη Στυμφαλία, αλλά σχεδιάζεται να καταλήγει στον Αλφειό, πράγμα εντελώς αδιανόητο. Ίσως το λάθος αυτό να οφείλεται στο αναφερόμενο από τον Ψευδοπλούταρχο, πως ο Αλφειός ονομαζόταν προηγουμένως Στύμφηλος.

Η αρχαία και νεώτερη αυτή δοξασία δεν φαίνεται να έχει αντικειμενική υπόσταση. Ο Ερασίνος κατά περιόδους ξηραίνεται σχεδόν για ένα τρίμηνο χωρίς να παρατηρείται αντίστοιχη ξηρασία στη λίμνη ή έστω υπερχείλιση, αν θεωρήσουμε ότι η ανυδρία στο ποτάμι οφείλεται σε απόφραξη των καταβοθρών.

Πιθανό είναι η πηγή να εμπλουτίζεται από πολλούς τροφοδότες. Βέβαιο είναι κατ’ αρχήν ότι στο Κεφαλάρι εκρέουν τα νερά της καταβόθρας της Σκοτεινής, νότια της Στυμφαλίας, τα οποία όμως τροφοδοτούν παράλληλα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης. Οι κάτοικοι του οροπεδίου της αρχαίας αργολικής πόλης Aλέας θεωρούν πως τα λιμνάζοντα νερά τους καταλήγουν στο Κεφαλάρι μέσα από την καταβόθρα που βρίσκεται στους πρόποδες του Μαυροβουνίου. Εκεί σχηματίζεται τον χειμώνα λίμνη, μέγιστων διαστάσεων 3×2 χμ., που στραγγίζει αργά.

 

Κεφαλάρι

 

Σύμφωνα με τον Ελλάνικο [11], ο βασιλιάς Τριόπας ή ο βασιλιάς Φορωνέας μοίρασε την Αργεία στους τρεις γιους του. Από αυτούς, στον Πελασγό έλαχαν τα προς Ερασίνον μέρη. Έτσι, προσδιόριζε ο Λέσβιος συγγραφέας την περιφέρεια του Άργους, αφού ο Πελασγός φέρεται να έχτισε την ακρόπολη της πόλης, τη Λάρισα. Είναι γεγονός πως οι πηγές του ποταμού αυτού είχαν βαρύνοντα ρόλο στο αργολικό πεδίο.

Πάνω από αυτές υπάρχουν δυο σπηλιές, κατοικημένες τη νεολιθική εποχή, αφιερωμένες αργότερα στον Πάνα και στο Διόνυσο. Στο μέρος που βγαίνουν τα νερά θυσίαζαν για τους δύο θεούς και γινόταν και η γιορτή Τύρβη προς τιμήν του δευτέρου [12]. Τα σπήλαια, το βουνό, τα ήμερα δέντρα που αναφέρει ο Παυσανίας και προ παντός οι πλούσιες πηγές καθιέρωσαν το χώρο ως λατρευτικό. Σήμερα τη θέση των αρχαίων θεοτήτων των δασών και του κρασιού κατέχουν η Ζωοδόχος Πηγή Κεφαλαρίου ή Παναγία η Κεφαλαριώτισσα.

 

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

 

Η πηγή του Ερασίνου πρέπει να είναι η «Ισάκφισα με το πολύ νόστιμο και ζωοδόχο νερό, που χύνεται κατά τα μέρη του Άργους», πέντε ώρες βόρεια από το πέρασμα του χωριού Μοχόλι (Μουχλί), που καταγράφει ο Κωνσταντίνος Διοικητής, Έλληνας λόγιος των αρχών του 18ου αιώνα που κατ’ εντολήν του Ρωμιού ηγεμόνα της Βλαχίας παρακολούθησε την τουρκική εκστρατεία του 1715 για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου (γαλλική μτφρ. Jiorga).

Η πηγή έδωσε το όνομά της στο χωριό Κεφαλάρι, 7Κm Ν.Δ. του Άργους. Ο Πουκεβίλ ισχυρίζεται ότι λέγεται Κεφαλόβρυσο και η παραλλαγή της ονομασίας του σε Κεφαλάρι οφείλεται στον Μελέτιο. Ο αββάς Φουρμόν μέτρησε εδώ είκοσι νερομάνες. Ο Morrit έγραψε σε μια από τις πολλές επιστολές του που στάλθηκαν από την Ελλάδα (1796): Aπευθείας από τα πόδια ενός λόφου, ένας ορμητικός ποταμός αναδύεται σε πολλά τμήματα. Έχοντας τρεις κοίτες, με τη φαρδύτερη να είναι πάνω από 8 γυάρδες, ισοδύναμου με τις άλλες βάθους και κυλώντας με τη μεγαλύτερη ορμή, αδειάζει τουλάχιστον τόσο νερό όσο και ο Tees[13].

Ο Ρος βρήκε να σχηματίζεται μικρή υδατόπτωση και το νερό να χωρίζεται σε κανάλια, να κινεί μύλους, ίσως τους ίδιους που είδε πριν εκατόν τριάντα χρόνια ο Μικιέλ [14], και να ποτίζει χωράφια. Ο Πρώσος αριστοκράτης, λόγιος και στρατιωτικός Hermann von Pückler-Muskau δίνει την ακόλουθη περιγραφή (1835): Μισή ώρα από το Άργος, διαβήκαμε τον Ερασίνο, ο οποίος μετά από αρκετή υπόγεια ροή, εδώ με πλούσια πληρότητα νερού και με αρκετούς βραχίονες κρυσταλλικής καθαρότητας γλιστρά πάνω από πράσινα φύκια, ενώ κοντά στο δρόμο κινεί διάφορους μύλους.

Το 1829 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο εργοστάσιο χαρτοποιϊας στην Ελλάδα από τον ιερέα και γιατρό Διονύσιο Πύρρο το Θεσσαλό. «Εσυμφώνησα με τον Νικηταρά και εσύστησα χαρτοποιείον εις ένα μύλον του Ερασινού ποταμού», διηγείται ο ίδιος. Από το 1833 μέχρι την 4η Ιουνίου του 1868, οπότε η έκρηξη πυρίτιδας προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, λειτουργούσαν με τα νερά του ανθρακείο, αναμιγνυτήριο, ζυμωτήριο, κοκκοτείο, στιλβωτήριο και ξηραντήριο. Ο Τραντ δίνει διεξοδικές πληροφορίες για τα νερά:

 

Η μάζα του νερού είναι πολύ υπολογίσιμη και τόσο ψηλότερα από την πεδιάδα, ώστε θα μπορούσε με ευκολία να χρησίμευε σε αρδευτικούς σκοπούς, αν και προς το παρόν απλώς χρησιμεύει στο να γυρνά μερικούς μύλους. Ένα υδραγωγείο συντηρείτο επισκευαζόμενο από Έλληνες, Ρωμαίους και Ενετούς και χρησίμευε στο να προμηθεύει την πόλη (το Άργος) με νερό από εδώ. Τώρα όμως το ρυάκι οδηγείται κάτω στην πεδιάδα, κοντά στον βάλτο της Λέρνας….

 

Σήμερα μέρος του νερού, ενισχυόμενο και με τα νερά του Ποντίνου, διοχετεύεται στην ύδρευση του Άργους. Παλιότερα περνούσε μέσα σε χτιστό αγωγό. Στους πρόποδες της Λυκώνης σώζονται ίχνη του κατασκευασμένου από τον Αδριανό υδραγωγείου, που μετέφερε νερά του Ερασίνου στο Άργος.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Στην ουσία ο Ερασίνος, είναι μαζί με την Αμυμώνη και τον Ποντίνο οι μόνοι ποταμοί της Α. Πελοποννήσου, με διαρκή ρου σ’ όλη την, μικρή έστω, διαδρομή τους, που φέρνουν τα νερά τους ακόμη και το καλοκαίρι στη θάλασσα. Το πιθανότερο είναι να τροφοδοτούνται από την ίδια ορεινή δεξαμενή, η οποία αδειάζει σε τρία σημεία. Ο Ερασίνος είναι ένα όμορφο ποταμάκι μήκους 5Κm με στενή κοίτη, γεμάτη νερό τον περισσότερο καιρό, με πλούσια βλάστηση στις όχθες, που περνώντας δίπλα και μέσα από καμάρες κάτω από τα σπίτια του χωριού και διανύοντας πεδινή διαδρομή, χύνεται πολύ κοντά στις εκβολές του Ινάχου, νοτιοδυτικά του αρχαίου και του σημερινού Τημένιου. To καλοκαίρι το νερό εκτρέπεται σε αυλάκια, ώστε η γόνιμη κοίτη να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια.

Εδώ κατά την παράδοση αντιστάθηκαν οι Αχαιοί στην κάθοδο των Δωριέων, που είχαν αρχηγό τον Τήμενο, λίγο πριν το 1100 π.Χ. Επίσης, περιοδεύοντας ανά την Πελοπόννησο ο Όθωνας, έτυχε υποδοχής στον δρόμο Ναυπλίου – Μύλων στη γέφυρα του ποταμού. Γράφει ο υπασπιστής του Παλαμήδης: Μιαν ώραν εκ της Ναυπλίας κατά την προς την παραλίαν γέφυραν του ποταμού του Άργους Κεφαλάρι καλουμένου (το πάλαι Ερασινόν), παρευρέθησαν ο Έπαρχος Αργολίδος

Τον προηγούμενο αιώνα το τοπίο των πηγών ήταν άδενδρο, γι αυτό οι Βαβαροί και το 1844 ο αντιστράτηγος Κορωναίος πραγματοποίησαν εκτεταμένες δενδροφυτεύσεις. Σήμερα ευκάλυπτοι παρακολουθούν την πορεία του ποταμού. Τα τελευταία εκατό μέτρα του είναι αγκυροβόλιο για μικρές βάρκες, αφού η θάλασσα ανεβαίνει στην κοίτη του, καθιστώντας τον πλωτό. Η ήρεμη ροή του σε χώρα πεδινή, αφήνει έκθετο τον Ρωμαίο ποιητή που λέει: «…κι ο Ερασίνος που πλημμυρίζοντας σαρώνει τη σοδειά των Δρυόπων» [15].

Ένας άλλος Λατίνος, ο Σενέκας, είναι πιο τυχερός όταν βάζει τον χορό των Αργείων γυναικών να πει: «και συ που πίνεις του Ερασίνου τα δροσερά νερά …»[16], συμφωνώντας εδώ με τον Στάτιο που λέει: «κρύος τρέχει ο Ερασίνος στο βορρά»[17].

 

Η θεότητα του ποταμού

 

Πολλοί χάρτες τον αγνοούν επιπόλαια, λόγω του μικρού του μήκους, ενώ σημειώνουν πολλά ξεροπόταμα με μακρύτερη κοίτη. Στην αρχαιότητα όμως θεωρήθηκε κατοικία Θεών. Έτσι στις Ικέτιδες του Αισχύλου ο χορός λέει:[18]

Με ύμνους

τους μακαρίους ας δοξάσουμε

τρανούς θεούς τους πολιούχους

κι αυτούς που ολόγυρα

στο αρχαίο ρέμα

του Ερασίνου κατοικούνε[19]

 

Και ο ίδιος όμως ο Ερασίνος είχε θεοποιηθεί, αναφέρονται μάλιστα και τέσσερεις θυγατέρες του: η Βύζη, η Μελίτη, η Μαίρα και η Αγχιρρόη, [20] φίλες της Βριτομάρτιδος, η οποία ήλθε στο Άργος από την Φοινίκη, «παρά τας Ερασίνου θυγατέρας» [21].

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κλεομένης ο Α΄ της Σπάρτης, βαδίζοντας περί το 500 π.Χ. κατά του Άργους, θυσίασε στις όχθες του και είδε σημάδια, που τον εμπόδισαν να διαβεί τον ποταμό. Τότε θαύμασε τον Ερασίνο, που αρνιόταν να προδώσει τους κατοίκους της χώρας του. Φοβήθηκε λοιπόν και προτίμησε να συνεχίσει διά θαλάσσης, παρά να τον διαβεί [22]. Ο «πατριωτισμός» του ποταμού εκδηλώθηκε και τον Ιούλιο του 1822 οπότε και ξεράθηκε, συνεργώντας στο να διψάσει ο στρατός του Δράμαλη. Το γεγονός αποδόθηκε αυτή τη φορά σε θαύμα της Παναγίας της Κεφαλαριώτισσας. Πάντως για κάθε ενδεχόμενο, στις πηγές του είχε στρατοπεδεύσει ένα ελληνικό απόσπασμα, το οποίο με αρχηγό τον Πλαπούτα πήρε μέρος στη μάχη της Άκοβας [23].

 

Τι σημαίνει Ερασίνος, ποιος είναι ο ποταμός Χάρης.

 

Στους νεότερους χρόνους λεγόταν και Βαλκαριά, ένα όνομα που έχει ξεχαστεί και παραπέμπει στη λίμνη Βουλκαριά της Αιτωλοακαρνανίας (στο Μυρτούντιον του Στράβωνα). Η προέλευση της αρχαίας ονομασίας του είναι πελασγική και σημαίνει πράσινος, δηλαδή ποταμός με πράσινες όχθες, κάτι που και σήμερα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι όμως πολύ πιθανόν να προέρχεται από το εράσω-εράω (= αγαπώ) δηλαδή ο αξιαγάπητος, ο αγαπητός και από την έρση (=δρόσος) που η ρίζα τους είναι σανσκριτική ετυμολογούμενη από το rasa (=υγρότης) και rasha (=χυμός) και varsam (=βροχή). Κι άλλοι ποταμοί είχαν το ίδιο όνομα: ο Βουραϊκός, ο Βραυρώνιος, ο Ερετριακός και ίσως η σημερινή Ρασίνα, αριστερός παραπόταμος του Ευρώτα, που όμως το πιθανότερο είναι να πρόκειται για σλαβικό όνομα. Ο Στράβων [24] απαριθμεί τους τρεις πρώτους. Ακόμη, ένας γιος του Ηρακλή και της Θεσπιάδας Λυσίππης είχε το όνομα Ερασίνος ή Εράσιππος. Αναφέρονται και δύο στρατηγοί με το όνομα Ερασινίδης, ένας Αθηναίος και ένας Κορίνθιος. Ο Αυσόνιος [25], τέλος, αναφέρει κάποιον άγνωστο Ερασίνο, για τον οποίο δεν δίνει κάποιο στοιχείο.

Ο Πλούταρχος αναφέρει αργολικό ποταμό Χάρητα, στις όχθες του οποίου συγκρούστηκαν οι στρατοί του στρατηγού της Αχαϊκής συμπολιτείας Άρατου και του Αρίστιππου: «..και περί τον Χάρητα ποταμόν ισχυράς μάχης γενομένης προς Αρίστιππον» [26]. Η επωνυμία Χάρης δεν πρέπει να μας ξενίζει αφού τη συναντάμε και σε ποταμό της Διοσκουριάδος, αποικίας στον Εύξεινο [27].   Ποίος είναι όμως ο ποταμός αυτός, που το όνομά του δεν καταγράφεται πουθενά αλλού, στα πολλά αρχαία κείμενα που σώζονται για την Αργολίδα; Ο Αδαμάντιος Κοραής, σχολιάζοντας το Στράβωνα [28], παρατηρεί κατ’ αρχήν ότι ο Ερασίνος δεν μπορεί να είχε αλλάξει όνομα την εποχή του Πλούταρχου. Η επισήμανση αυτή είναι απόλυτα σωστή, αφού ο Βοιωτός συγγραφέας έζησε ανάμεσα στις εποχές του Στράβωνα και του Παυσανία, οι οποίοι αναγνωρίζουν τον ποταμό ως Ερασίνο. Συνεχίζοντας διαπιστώνει ότι Χάρης και Ερασίνος, δηλαδή χαριτωμένος και αξιαγάπητος, είναι έννοιες σχεδόν συνώνυμες, εννοώντας προφανώς ότι μπορούσαν να αποδοθούν στον ίδιο ποταμό. Η γνώμη αυτή του Κοραή ενισχύεται, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός της ύπαρξης παραπόταμου του Ερασίνου με το προερχόμενο από τον Βοιωτικό Ορχομενό όνομα Φρίξος. Στην ίδια πόλη υπήρχαν και υπάρχουν οι εξ ίσου με το Κεφαλάρι πλούσιες πηγές των Χαρίτων, που σχηματίζουν τον ποταμό Μέλανα της Βοιωτίας. Άρα, είναι πολύ πιθανόν οι Ορχομένιοι αποικιστές της Αργολίδας, που έδωσαν το δικό τους όνομα Φρίξος στον παραπόταμο, να έδωσαν είτε παράλληλα με το ήδη υφιστάμενο όνομα Ερασίνος, είτε αποκλειστικά αν το Ερασίνος είναι μεταγενέστερο, στο Κεφαλάρι και στον ποταμό του το σχετιζόμενο με τις Χάριτες όνομα Χάρης.

Ο Κοραής, ο οποίος σημειωτέον ζώντας στο Παρίσι δεν είχε άμεση επαφή με τα πράγματα, καταλήγει παρατηρώντας ότι σύμφωνα με τον πρόσφατο χάρτη του Μοριά, ο ποταμός διατήρησε το αρχαίο όνομά του, αλλά ο Μελέτιος τον αποκάλεσε Κεφαλάρι. Σ’ αυτό όμως δεν έχει δίκιο, αφού η διάσωση ενός αρχαίου ονόματος από έναν λόγιο χαρτογράφο, δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτό είναι και σε λαϊκή χρήση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 1, 4 & 2, 15, 5 αντίστοιχα.

[2] 2, 36, 6.

[3] VI, 76

[4]  2, 24, 6.

[5] Oι καταβόθρες είναι καρστικοί σχηματισμοί, που οφείλονται στην ασβεστολιθικότητα του εδάφους. Πολλοί ποταμοί της Κεντρικής κυρίως Πελοποννήσου βρίσκουν διέξοδο μέσω των υπόγειων αυτών διαδρομών, εμφανιζόμενοι αλλού υπό μορφή πηγών, συνήθως με νέο όνομα. Σπουδαιότερες από αυτές στην Πελοπόννησο είναι του Σαρανταπόταμου, του Στύμφαλου, του Όφη, του Όλβιου, της λίμνης Τάκκας (π. Ευρώτας), του Αλφειού κ.ά.

[6] 8, 371, 8, 389 και 6, 275.

[7] Ένα στάδιο αντιστοιχεί σε 180 μέτρα.

[8] 15, 49, 5-6.

[9] Β15, σ.275-276

[10] II, 225.

[11] Hellanici Fragmenta VII, «Αργολικά». Έτσι προκύπτει από τα Σχόλια στον Όμηρο, II, γ, 75 και από τον Ευστάθιο. Ο πολυγραφότατος ιστοριογράφος έζησε το δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και στην καταγραφική του εργασία της οποίας σώθηκαν αποσπάσματα, γεφυρώνει την προϊστορία με την ιστορία.

[12] Παυσανίας 2, 24, 6.

[13] Ποταμός της γενέτειράς του, κοντά στο Durham.

[14] Μύλους αναφέρουν και οι: Πουκεβίλ, Μηλιαράκης κ.ά.

[15] Στάτιου «Θηβαΐς», IV, 122. Οι Δρύοπες πάντως κατοικούσαν ανατολικότερα, απέναντι από τις εκβολές του Ερασίνου, στην άλλη μεριά του Αργολικού κόλπου, κοντά στις όχθες του π. Μπεντένι.

[16] «Αγαμέμνων», 318.

[17] «Θηβαΐς», (I, V), 357

[18] στ.1006

[19] Mετάφραση Τάσου Ρούσσου.

[20] Όνομα νυμφών των υδάτων. Αναφέρεται και κόρη του Νείλου. Ο Παυσανίας (8,31, 4) είδε άγαλμα ομώνυμης Αρκαδικής νύμφης, στο ιερό των μεγάλων θεών στην Αγορά της Μεγαλόπολης, να κρατάει υδρία από την οποία κυλούσε κάτω νερό.

[21] Τα ονόματα καταγράφει ο Έλληνας γραμματικός Αντωνίνος Λιβεράλης (150 π.Χ.) στο 32 της «Μεταμορφώσεων Συναγωγής». Βλ. Westermann.

[22] vi 76. Τα λεγόμενα «Διαβατήρια», θυσίες, προκειμένου να εξακριβωθούν οι διαθέσεις των θεών. Στην αντίληψη των αρχαίων, η συμμετοχή του ποταμού ήταν κάτι φυσικό, αφού ο Όμηρος περιγράφει (Ιλ. Φ΄), πως ο ποταμός Σκάμανδρος υπερασπίστηκε την Τροία. Με αφορμή το περιστατικό ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος («Ο Ερασίνος…»), οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως οι Σπαρτιάτες που εδώ θυσίασαν πολύτιμο χρόνο, ήταν ειλικρινείς στις θρησκευτικές τους προλήψεις, οπότε και η καθυστέρησή τους λίγα χρόνια μετά να βοηθήσουν στον Μαραθώνα, δεν ήταν προσχηματική.

[23] Τη μάχη περιγράφει ο Σπηλιάδης.

[24] 8, 371.

[25] Βιβλ. IX, «De Bissula», II, 5.

[26] Άρατος, 28.

[27] Στράβων, XI499;

[28] 8, 371.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;) – Ποταμός Αργολίδας


 

Ένας ποτάμιος θεός

 

Θύμα κι αυτός της οργής του Ποσειδώνα, έχασε τα νερά του (Βλ. π. Ίναχος) τα οποία όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς, αλλά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αργείων έτρεχαν υπόγεια και ο κόσμος τα άκουγε κάτω από το ιερό του ποταμού στο Άργος [1]. Αυτό το ιερό πρέπει να βρισκόταν Β.Α. του θεάτρου και απέναντι από τις δύο χτισμένες στο βράχο καμαροσκεπείς δεξαμενές του Νυμφαίου στο Άργος, όπου κατέληγε το Υδραγωγείο. Ένας πώρινος τοίχος, παράλληλος στο Νυμφαίο [2], με κατεύθυνση δηλαδή από Βορρά προς Νότον, θεωρήθηκε ότι ανήκε στο ιερό του ποταμού. Πάνω του υπήρχε πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας, θεωρούμενη έργο των κυκλώπων. Ο Αιλιανός [3] γράφει ότι ο Κηφισός του Άργους, απεικονιζόταν με τη μορφή βοδιού. Είναι πιθανό να επρόκειτο για αξιόλογο ρέμα, που ή ευεργετούσε ή προκαλούσε καταστροφές.

 

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Ο Στράβων [4] είναι αυτός που μας δίνει ένα στοιχείο, για να βρούμε ποιος ήταν ο Κηφισός, λέγοντας ότι έχει τις πηγές στο Λύρκειο. Ο ερχομός του ποταμού από το Λύρκειο δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτός πρέπει να είναι το Λύρκειον ύδωρ που είδαμε στον Ίναχο. Ένας ποταμός που υδροδοτούσε μια τόσο σημαντική πόλη, θα είχε και την ανάλογη παρουσία στην αρχαία ποίηση, που δεν διασώθηκε, αλλά που από αυτή άντλησαν οι μεταγενέστεροι Λατίνοι. Αυτό υποδεικνύει και η παρακάτω αναφορά του Στάτιου, από την οποία επιπροσθέτως, σαφώς προκύπτει ότι Ίναχος και Λύρκειος είναι δυο διαφορετικοί ποταμοί:

 

Αλλά πιο δυνατή καταφθάνει η Δωρική παράταξη,

πρόσφατα οπλισμένη,

αυτοί που τ’ αναρίθμητ’ άροτρά της,

όργωναν τις όχθες σου, Λύρκειε και τις ακτές σου Ίναχε…[5]

 

Ο ποταμός σήμερα

 

Από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου, πηγάζει ένα ρέμα, το οποίο μετά από σύντομο ρου παράλληλα στον κυρίως Ίναχο, δέχεται τα νερά του χωριού Δούκα βρύση, που προέρχονται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και στη συνέχεια ενισχύεται από τις πηγές της Τσιρίστρας, που τροφοδοτούνται από το βουνό Φαρμακάς και ενώνεται με τον Ίναχο στο χωριό Στέρνα. Εδώ παλιότερα κινούσε υδρόμυλους.

Στην Τσιρίστρα υπάρχουν άφθονα νερά από υπόγειες λίμνες και σπήλαια, καθώς και λείψανα ρωμαϊκού υδραγωγείου, φτιαγμένου από τον Αδριανό, μήκους πάνω από 30 χιλιόμετρα, που οδηγούσε στο Νυμφαίο του Άργους και από εκεί με αγωγούς στην πόλη. Τα νερά αυτά, καθώς και αυτά του Ερασίνου, έδωσαν στους Αργείτες τη δυνατότητα να κοσμήσουν την πόλη με κρήνες και θέρμες. Ίχνη του ίδιου υδραγωγείου, που στερούσε τον Κηφισό από ένα μέρος των νερών του, συναντάμε και στη Στέρνα όπου και μεγάλη δεξαμενή υστερορωμαΐκών χρόνων. Το ίδιο υδραγωγείο ίσως έφερνε νερό και από το Κεφαλόβρυσο [6]. Απομεινάρια του υπάρχουν και στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης Λάρισσας. Το υδραγωγείο πρέπει να ήταν ένα δύσκολο έργο, αφού έπρεπε – για να φτάσει μέχρι την πόλη – να υπερβεί τις κοίτες των Ινάχου και Χάραδρου. Οι μεγαλομανείς Ρωμαίοι αυτοκράτορες και οι μηχανικοί τους, παρ’ όλο που οι τελευταίοι γνώριζαν την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων, όπως αναφέρεται και από το Βιτρούβιο, προτιμούσαν αντίθετα από τους λιτούς Έλληνες, να γεφυρώνουν με τοξοστοιχίες, πραγματικά αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, τις ρεματιές που συναντούσε ένας αγωγός στην πορεία του, αφήνοντάς μας ίχνη από το πέρασμά τους [7]. Μία ισχυρή ένδειξη ότι οι πηγές που τροφοδοτούσαν το αυλάκι του ανήκαν στον αρχαίο Κηφισό, είναι η ύπαρξη απέναντι από το Νυμφαίο, του ιερού του Κηφισού. Δηλαδή το ιερό βρισκόταν εκεί που κατέληγαν τα νερά του ποταμού. Ειδ’ άλλως, θα ήταν περίεργο να υπάρχει στην πόλη ιερό ενός τόσο απομακρυσμένου ρέματος, τη στιγμή μάλιστα που οι Αργείτες είχαν κοντά τους τον Ίναχο, που ούτως ή άλλως είχαν επίσης θεοποιήσει. Η υδροδότηση της πόλης λύνει και το ερώτημα της θεοποίησής του.

Σήμερα, ο άλλοτε ποτάμιος θεός είναι μια ανώνυμη τάφρος, αφού οι πηγές του δεσμεύονται για τις ανάγκες των γύρω χωριών. Διαρρέει ορεινή θαμνοσκεπή περιοχή, τροφοδοτούμενος από ρεματιές που κατηφορίζουν από τα βουνά Φαρμακάς και Γούπατο (Λύρκειο).

 

Κηφισός, όνομα ποταμών

 

Το όνομα Κηφισός είναι πολύ διαδεδομένο στους ελληνικούς ποταμούς. Στον Αργολικό αναφερόταν και ο Πολέμων  [8], στο χαμένο έργο του Περί ποταμών, συναριθμώντας τον με άλλους Κηφισούς. Ο Στράβων τους απαριθμεί αντλώντας από τον Απολλόδωρο: Κηφισσοί υπάρχουν στη Φωκίδα [9], στην Αθήνα, στη Σαλαμίνα, τέταρτος και πέμπτος στη Σικυώνα και στη Σκύρο, έκτος στο Άργος, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στην Απολλωνία [10] πάλι, κοντά στην Επίδαμνο, υπάρχει πηγή κοντά στο γυμναστήριο, που τη λένε Κηφισό. Υπάρχει όμως άλλος ένας που ο γεωγράφος παραλείπει: ο Θριάσιος Κηφισός της Ελευσίνας [11]. Μάλιστα, τουλάχιστον ένας ακόμη από αυτούς, ο Κηφισός της Αττικής, ήταν κι αυτός Θεός. Προς τιμήν των ποταμών αυτών, έχουμε και τα ανθρώπινα ονόματα Κηφησίων, Κηφίσιος, Κηφισόδωρος, Κηφισοφών και Κηφισόδοτος.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Υποσημειώσεις 


[1] Παυσανίας, 2, 20, 6-7.

[2] «Bulletine de Correspondance Hellenique-1958» σελ. 527. Μνημειώδης κρήνη αφιερωμένη στις νύμφες. Τα νυμφαία ακολουθούσαν την αρχιτεκτονική των θεατρικών σκηνών και ήταν συγχρόνως δεξαμενές νερού, ιερά, τόποι συνάντησης και αναψυχής.

[3] «Ποικίλη Ιστορία» 2,33.

[4] 9, 424.

[5] «Θηβαΐς», IV, 116.

[6] Bulletin de Correspondance Hellenique, 1958 σελ. 555.

[7] Η εναλλακτική λύση των υπονόμων, απαιτούσε σωλήνες από χαλκό ή μόλυβδο που θα μπορούσαν να αντέξουν στις μεγάλες πιέσεις, αλλά οι Ρωμαίοι στερούντο επαρκούς εμπειρίας στην τήξη των μετάλλων, για τέτοιες κατασκευές. Τα υδραγωγεία κατέληγαν σε ψηλές δεξαμενές-πύργους-και από εκεί το νερό διανεμόταν στην πόλη.

[8] Aπ. 81 Pr. Schol. Eur. Med. 835.

[9] Ο γνωστότερος ως βοιωτικός Κηφισός, ή Μαυρονέρι (Παυσανίας 9, 24, 1).

[10] Στην Ιλλυρία, στη νότιο Αλβανία.

[11] Παυσανίας, 1, 38, 5. Σήμερα Σαρανταπόταμος.

 

Read Full Post »

Ίναχος (Καρμάνωρ, Αλιάκμων, Πάνιτσα) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«ορεσσιγόνοισι νύμφαις κρηνιάσιν κυδραίσι θεαίσιν αγείρω Ινάχου

Αργείου ποταμού παισίν βιοδώροις»

         Αισχύλου «Ξάντριαι»

 

Στα μισά της διαδρομής από το Κουτσοπόδι στο Άργος, ο δρόμος διασταυρώνεται με τη σχεδόν μόνιμα ξερή, χωμάτινη και στενή κοίτη ενός χειμάρρου, που δεν είναι άλλος από τον παλαίφατο Ίναχο. Ο Παυσανίας, περιγράφοντας τη διαδρομή Μυκηνών – Άργους, συνάντησε τον ποταμό κάπου εδώ κοντά, ανάμεσα σε ιερό της Δήμητρας και βωμό του Ηλίου [1]. Ο σημερινός ταξιδιώτης πρέπει να διαθέτει πολύ δυνατή φαντασία, για να υποψιασθεί τι κρύβεται πίσω από το ταπεινό αυτό υδάτινο λίκνο. Ίσως γι αυτό ο Λουκιανός θεώρησε τον Ίναχο ένα καλό παράδειγμα πεθαμένου ποταμού. Συγκεκριμένα παρουσιάζει τον Ερμή μιλώντας στο Χάροντα να λέει: Αποθνήσκουσι γάρ ώ πορθμεύ και πόλεις ώσπερ άνθρωποι και το παραδοξότατον και ποταμοί όλοι. Ινάχου γούν ουδέ τάφος έτι εν Άργει καταλείπεται[2]. Ο Γεωγράφος και Ιστορικός μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος (1661-1714), στη «Γεωγραφία» του, διστάζει να δεχτεί ότι αυτός είναι ο πολυθρύλητος ποταμός: Λέγουσι τινές να είναι το ποτάμι του Άργους, αλλ’ αυτό είναι χείμαρρος και όχι ποτάμι, όθεν κρείττον φαίνεται να είναι ο Μαστός [3]. Ο Άγγλος περιηγητής Mure που τον διάβηκε κι αυτός στην ίδια περιοχή σχολιάζει: Αυτός είναι ο περίφημος Ίναχος, τώρα Μπάνιτσα, ένα μικρό ρέμα με λασπώδες νερό, περιορισμένο ανάμεσα σε δυο χαμηλές χαλικώδεις όχθες.

 

Γενάρχης ποταμός

 

«επόμενος στη σειρά φαίνεται ο πατέρας Ίναχος

γέρνοντας αριστερά πάνω στο ανάχωμα καλαμώδους όχθης

κι αφήνοντας την νερόγεμη στάμνα να τρέχει ελεύθερα»

Στάτιου «Θηβαΐς» VI, 275.

 

Κατά μία εκδοχή της αρχαίας παράδοσης, ο Ίναχος ήταν άνθρωπος, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτός βρήκε μια πηγή και διοχέτευσε τα νερά της στο κανάλι που μόνος του άνοιξε [4]. Γιος του ποταμού Ινάχου από την Ωκεανίδα Μελία ή από την Αργία, ήταν ο Φορωνέας, ο πρώτος βασιλιάς πάνω στη Γη και στην Αργολίδα, ευεργέτης των ανθρώπων, τους οποίους δίδαξε να κατοικούν σε πόλεις. Έτσι ο ποταμός εμφανίζεται Γενάρχης των Αργείων και της πανάρχαιης δυναστείας των Ιναχιδών, που βασίλεψαν στους πρώτους κατοίκους της χώρας τους Πελασγούς.

Λέγεται Φορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ίναχον δε,

ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν, πατέρα είναι Φορωνεί.

 

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος - 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος – 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

 

Mερικοί [5] όμως θεωρούν τον ίδιο τον Ίναχο, πρώτο βασιλιά του Άργους, αρχαιότερο του πανάρχαιου Ωγύγου, μυθολογούμενου ιδρυτή των Θηβών της Αιγύπτου, ή της Ελευσίνας, ή πρώτου κάτοικου της Βοιωτίας [6]. O Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ίναχος κατέβασε τους πρώτους ανθρώπους από τα βουνά στις πεδιάδες. Αυτό φαίνεται πιθανότερο, αφού ανταποκρίνεται στη βιωματική σχέση της χώρας με τον ποταμό της. Bασιλιάς ή όχι, ο Ίναχος γέννησε πολλούς απογόνους. Εκτός από τον Φορωνέα, «η γενιά του αρχαίου Ίναχου» [7], περιλαμβάνει και άλλα παιδιά του, τη διασημότατη Ιώ, τη Μυκήνη [8], την Ισμήνη, τον Αιγιαλέα [9], τον Άργο[10], τον Πελασγό, τον Φηγέα [11] και τον Κάσο [12]. Φαίνεται πως οι κόρες του φημολογούνταν όμορφες, αν κρίνουμε από το γεγονός πως ο Προπέρτιος τις χρησιμοποιεί ως πρότυπα κάλλους, προκειμένου να επαινέσει την καλλονή της ερωμένης ενός φίλου του:

 Είναι τα θέλγητρά της ακόμη ανώτερα

από αυτά των θυγατέρων του Ινάχου[13].

 

Χρονολογικά ο Ίναχος θεωρείτο σύγχρονος του ιδρυτή των Ελευσινίων μυστηρίων Ευμόλπου [14] και αναφέρεται ότι επί της εποχής του, έγινε η υπό τον Μωυσή έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο Απίων [15], θεωρώντας τον Αργείο βασιλιά σύγχρονο του φαραώ Άμωσι ή Άχμωσι, που έζησε τον 16ο π.Χ. αιώνα «κατά τον Αργείον γενόμενος Ίναχον». H ανάδυσή του από τα βάθη της αρχαιότητας κάνει τον Οράτιο να διερωτάται: 

Πες μου πόσο μακριά απ’ τον Ίναχο,

ήταν στα χρόνια ο Κόδρος;[16]

 

Προϊστορικός οικισμός, που ανασκάφτηκε στη δεξιά όχθη του παραπόταμου Χάραδρου ανατολικά του Άργους, αποδόθηκε στη λογιζόμενη από τους αρχαίους ως πρώτη πόλη του κόσμου, το «Φορωνικό Άστυ». Μάλιστα, ο ίδιος ο ποταμός Ίναχος, αποκαλείται από τον Σενέκα «Φορωνικό ποτάμι» [17].

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher  Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical»,  London 1844.

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Η σύνδεση του ποταμού με τη χώρα, τη στενή αλλά και την ευρύτερη, είναι διάχυτη σε πολλούς συγγραφείς και ποιητές. Σε δυο επιγράμματα, του Σιμωνίδη του Κείου [18] και του Νίκανδρου του Κολοφώνιου [19], στα οποία εξυμνείται ο Σπαρτιάτης Οθρυάδης και οι 300 του, που χάρισαν τη νίκη στην πατρίδα τους, το 546 π.Χ. πολεμώντας με τους Αργείους στην Θυρέα, οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Ιναχίδες». Η κόρη του ποταμού Ιώ κατέφυγε στην Αίγυπτο και ο απόγονός της Δαναός ξαναγύρισε στο Άργος και «ώκισε Ινάχου πόλιν». Ο τραγωδός [20] ονομάζει την Αργεία, δια στόματος του αγγελιαφόρου, «γη Ινάχου». Ο φτωχός γεωργός, εκπροσωπώντας τη λαϊκή συνείδηση, λέει: «Της χώρας μου πανάρχαιο Άργος, νερά του Ινάχου..» [21]. Ο Βιργίλιος αποκαλεί το Άργος «Ινάχιο» και μιλάει για τις «πόλεις του Ινάχου» [22]. Ο Μελέτιος, μιλώντας για τις διαδοχικές ονομασίες της Πελοποννήσου, λέει αντλώντας και από το Μέγα Ετυμολογικό [23]: «Αύτη η χερσόννησος εκαλείτο πρότερον Αιγιαλεία από του Αιγιαλέως τού υιού τού Ινάχου και Μελίας της θυγατρός του Ωκεανού». Ο Αιγιαλέας αυτός ονομάτισε και την μετέπειτα Αχαΐα, ενώ στην Σικυώνα λατρευόταν ως ιδρυτής της πόλης. O Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Ιναχία εξηγεί ότι έτσι ονομαζόταν όχι μόνο το Άργος αλλά ολόκληρη η Πελοπόννησος: «από Ινάχου του ποταμού» και ο Νόννος ο Πανοπολίτης λέει: Ο Ίναχος, ο ονομαστός οικιστής της Ινάχιας γης [24].

Αλλά η επιρροή του Ινάχου, επεκτείνεται και στην Ιταλία. Το να αντλεί κάποιος την καταγωγή του από τη γενιά του Ίναχου, ήταν εξόχως τιμητικό, γι αυτό ο Λατίνος ποιητής λέει:

 Αν σύ’σαι πλούσιος

κι απ’τον αρχαίο Ίναχο έρχεσαι,

ή κατοικείς κάτω απ’του ουρανού τη σκέπη

φτωχός και γέννα ταπεινή[25].

 

O Βιργίλιος θεωρεί τον Ίναχο πρόγονο του μυθικού βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, πόλης που ίδρυσε στο Λάτιο, η Δανάη «η Ιναχίδα τ’Ακρίσιου κόρη» [26]:

 Και στον Τύρνο, αν στην πρώτη ρίζα της γενιάς του ανατρέξεις,

τον Ίναχο και τον Ακρίσιο θα βρεις προγόνους[27].

 

Η αίσθηση μιας τέτοιας καταγωγής των Λατίνων ήταν πολύ ισχυρή. Άλλωστε, υπήρχε η αντίληψη πως οι Τυρρηνοί προέρχονται από τους Πελασγούς. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας [28] διασώζει ένα απόσπασμα από το χαμένο δράμα του Σοφοκλή «Ίναχος», όπου ο τραγικός ποιητής έλεγε:

 Γεννήτορα Ίναχε,

γιε του πατέρα των πηγών Ωκεανού,

πρώτε μέσα στου Άργους τους αγρούς

και στους λόφους της Ήρας

και στους Τυρρηνούς Πελασγούς[29].

 

Σε κάποιους όμως αυτή η καταγωγή έφερνε προβλήματα. Ο ερωτοχτυπημένος Προπέρτιος διαμαρτύρεται σε ένα ποίημά του για τις γιορτές της αγνότητας που χώριζαν υποχρεωτικά τους εραστές, γιορτές που θεωρείτο ότι έφερε η Ιώ:

 Καταραμένη ας είναι η λατρεία

που απ’ τις ακτές του Νείλου,

του Ινάχου η κόρη διέδωσε

στης Αυσονίας τις γυναίκες[30].

 

Όλη η πλουσιότατη μυθοπλασία γύρω από τον Ίναχο, της οποίας παρακάτω παραθέτουμε μικρή περίληψη, αποπνέει γεωκεντρικές αντιλήψεις [31]. Ο Γάλλος ταξιδευτής Κινέ επαναλαμβάνει μια παρατήρηση, που έκανε και στην κοιλάδα του Ευρώτα: «Η πεδιάδα, όπως κι οι περισσότερες στην Ελλάδα, είναι σκεπασμένη από βότσαλα. Αυτό η μυθολογία το εξηγούσε με το να θέλει την Αργολίδα να γεννιέται από τον Ίναχο». Ο ποταμός πατέρας [32], ο ποταμός Κριτής, ο ποταμός τροφοδότης. Είναι εντελώς αναμενόμενη η προσωποποίηση και η θεοποίηση του μεγαλύτερου σε μήκος και εύρος ποταμού της Αργολίδας, αφού φυσικό είναι να ερέθιζε με την ισχυρή του παρουσία – και σήμερα οι πλημμύρες του είναι καταστροφικές – τη δυσειδαίμονα φαντασία των αρχαίων κατοίκων, πολύ περισσότερο που με τα νερά του συντελούσε στην ευημερία του λαού της και με τις προσχώσεις του στην επέκταση της χώρας. Το πιθανότερο είναι σε απώτερους καιρούς η κοίτη του να ήταν γεμάτη νερό, όπως άλλωστε μαρτυρεί και η παράδοση, αλλά η βαθμιαία αποψίλωση του Αρτεμισίου, του βουνού της θεάς των δασών, και του Λύρκειου [33] επέφεραν μοιραία και την υποβάθμισή του σε χείμαρρο.

Είναι αναμενόμενο τους προληπτικούς και διψασμένους κατοίκους της Αργείας, να ταλάνιζε το ερώτημα, πώς γινόταν ένας τέτοιου μεγέθους ποταμός, που κατέβαινε από τα αργολικά βουνά να μην έχει νερό, όταν άλλοι γειτονικοί του πολύ μικρότεροι (Ερασίνος, Αμυμώνη, Ποντίνος, Ελευθέριος) είχαν; Ποιος άλλος λοιπόν από τον κύριο των υδάτων, ή από τον πατέρα των θεών θα μπορούσε να τον είχε ξεράνει; Οι βάσεις του μύθου είχαν ήδη στηθεί…

 

 

Γιατί ο Ίναχος είναι ξερός. Το δράμα της Ιούς.

 

Φαίνεται ότι αντίθετα με τα άλλα ποτάμια που γενικά στην αρχαιότητα είχαν νερό, ο Ίναχος ήταν ξερός, αφού είχε την ατυχία να είναι διαιτητής μαζί με τους Αργολικούς ποταμίσκους Αστερίωνα και Κηφισό, στη διαμάχη ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα για την κατοχή της χώρας [34]. Η απονομή του επάθλου στην πρώτη εξόργισε το θεό της θάλασσας, που «επεί λάχεν Ίναχον Ήρη» [35], εξαφάνισε τα νερά τους. Γι αυτό ο Απουλήιος εμφανίζει την Ψυχή να λέει στην Ήρα μπρος στον βωμό της: …τα ποτάμια του ρέματος του Ινάχου τιμάνε σε, που κυβερνάς τα φημισμένα τείχη του Άργους [36]. Άλλοι αποδίδουν την ανυδρία του Ίναχου στον πατέρα των Θεών, που τον ξέρανε επειδή ο ποταμός τον καταριόταν γιατί του έκλεψε την κόρη Ιώ: έστι πόλις, κλυτόν Άργος…ένθα δε κούρην θηλυτόκοις έσπειρε γοναίς ευπάρθενον ανήρ Ίναχος, Ιναχίης ονομάκλητος αυτός αρούρης, νηοπόλος… [37]. Ο Ψευδοπλούταρχος πάλι, επικαλείται τον Αγαθοκλή τον Μιλήσιο [38] και ισχυρίζεται ότι ο ποταμός ξεράθηκε κεραυνωμένος από τον Δία.

Πάνω σε αυτό υπάρχει και η παραλλαγή ότι ο Ζεύς, θυμωμένος από τις διαμαρτυρίες του πατέρα, έστειλε την Ερινύα Τισιφόνη να σπρώξει τον άντρα Ίναχο στον αργολικό ποταμό Αλιάκμονα, ο οποίος από τότε πήρε το όνομα του πνιγμένου.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher  Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Άλλοι πάλι κατηγορούν την απατημένη Ήρα, την «άγρια του Δία σύζυγο» [39]. Ο Δίας, για να ευχαριστήσει την Ιώ, είχε γεμίσει τον ποτάμιο πατέρα της με νερό τόσο, που έδωσε πλούσια σοδιά στην Αργολική γη. Η ζηλότυπη θεά όμως οργισμένη ξέρανε τον Ίναχο για να εκδικηθεί την αντεράστριά της. Επιπλέον η εκδικητική θεά, μεταμόρφωσε την «Ινάχου ροδοδάκτυλα κόρα» [40] σε δαμάλα και εξαπέλυσε στο κατόπι της μια φοβερή αλογόμυγα, που καταδίωξε την οιστρόπληχτη παρθένα από την Μικρά Ασία μέχρι την Αίγυπτο. Η απεγνωσμένη διέλευσή της από το στενό πέρασμα που ενώνει την Μαιώτιδα λίμνη με τον Εύξεινο, εκεί που κατοικούσαν οι Κιμμέριοι, έδωσε στον πορθμό το όνομα του «βοός πόρου Ιναχιώνης» [41]. Την ίδια ετυμολογία, διεκδικεί και ο Βόσπορος της Κωνσταντινούπολης. Νύξη γι’ αυτό κάνει ένα αδέσποτο Ελληνικό επίγραμμα, μιλώντας εξ ονόματος της αγελάδας που ήταν στημένη στην ασιατική όχθη της Χρυσούπολης, απέναντι από την Πόλη και διευκρινίζοντας:

 

Δεν είμαι της Ιναχίδας δαμάλας η εικόνα,

ούτε από μένα ονομάζεται Βοσπόριο

το πέλαγος που μ’αντικρύζει[42].

 

Το δράμα της «αγελάδας του Ινάχου» [43] συγκίνησε τους ποιητές. Έτσι ο Σοφοκλής αποκαλεί το Άργος: τον τόπο της παράφορης του Ινάχου κόρης [44]. Ο Οβίδιος μιλάει για την «Ιναχίδα αγελάδα» [45] και αλλού περιγράφει τον σπαραγμό του ποταμού, εξ αιτίας του οποίου ήταν ο μόνος από τα ποτάμια [46] που δεν μπόρεσε να παρηγορήσει το θεσσαλικό Πηνειό, για την απώλεια και της κόρης του τελευταίου, που μεταμορφώθηκε σε δάφνη, που άλλοι τη θέλουν θυγατέρα του αρκαδικού ποταμού Λάδωνα. Αυτός είναι ένας μύθος που φούντωσε τη φαντασία πολλών δυτικών ζωγράφων, στα πλαίσια του ρεύματος του «αρκαδισμού».

 

Κρυμμένος στην πιο βαθειά σπηλιά, δυναμώνει τα νερά του με δάκρυα, και σε ακραία αθλιότητα θρηνεί την κόρη του Ιώ σαν χαμένη. Δεν ξέρει αν αυτή ζει ακόμη, ή αν είναι μεταξύ των σκιών. Αλλά αφού δεν μπορεί να την βρει πουθενά, πιστεύει ότι πουθενά δεν βρίσκεται, και η ανήσυχη ψυχή του βλέπει τα πράγματα χειρότερα κι από τον θάνατο.

 

Ο Αισχύλος εξιστορεί πως κυνηγημένο το «Ινάχειον σπέρμα» έφτασε μέχρι τον Καύκασο, όπου διηγείται τα παθήματά της στο μαρτυρικό Προμηθέα, που τη δέχεται με συμπόνια:

 

Πώς μπορώ να μην ακούσω

την τρελαμένη από οίστρο κόρη του Ινάχου,

που την καρδιά του Δία φλόγισε με έρωτα

και τώρα από την βαριά της Ήρας έχθρα,

τρέχει σ’ ατέλειωτους δρόμους;

 

Στο ίδιο έργο η δύστυχη Ιώ διηγείται πως ο Ίναχος εκβιάστηκε με χρησμό θεϊκό να διώξει ο ίδιος το παιδί του:

 

Τέλος στον Ίναχο χρησμός καθάριος ήρθε,

λέγοντας και προστάζοντάς τον,

αλάργα απ’ τα παλάτια και τη χώρα να μ’ αποδιώξει [47].

 

 

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [48] εμφανίζει τον Ίναχο να μην υποτάσσεται στη μοίρα του, αλλά να στέλνει τον εξέχοντα αξιωματούχο Κύρνο, επικεφαλής στόλου, με την εντολή να ψάξει παντού, για να βρει τη χαμένη Ιώ.

Ο Οβίδιος[49] περιγράφει με πολύ συναίσθημα το δράμα της Ιναχίδας:

 

Ήλθε επίσης στην όχθη του ποτάμιου πατέρα της, όπου συνήθιζε να παίζει, αλλά όταν είδε να καθρεπτίζονται στα νερά τα χαίνοντα σαγόνια της και τα φυτρωμένα κέρατά της, έτρεξε τρομοκρατημένη με τον εαυτό της. Οι Ναϊάδες αδελφές της δεν ξέρανε ποια ήτανε, ούτε ακόμα ο πατέρας της ο ίδιος o Ίναχος. Αλλά τον ακολούθησε αυτόν και τις αδελφές της και πρόσφερε τον εαυτό της σε χάδια και θαυμασμό. Ο γερο- Ίναχος ξερίζωσε λίγο γρασίδι και της πρόσφερε. Αυτή έγλειψε τα χέρια του πατέρα της και προσπάθησε να τα φιλήσει…

 

Ο Λουκιανός αναφέρεται στην Ιώ, στο διάλογο Νότου και Ζέφυρου: Ναι, ω Νότε, ου δάμαλις δε τότε, αλλά παις ην του ποταμού Ινάχου [50]. Ο Παρθένιος διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους, εισάγοντας μια λογική εκδοχή, όπου εμφανίζεται η Ιώ να πέφτει θύμα απαγωγής ληστών και ο πατέρας της Ίναχος να στέλνει άντρες για να τη βρουν, ανάμεσά τους και το Λύρκο του Φορωνέα [51]. Ο Παλαίφατος εμφανίζει την Ιώ ιέρεια της Ήρας να μένει έγκυος και να δραπετεύει στην Αίγυπτο με τη βοήθεια εμπόρων [52].

Κατά τον Ηρόδοτο [53], οι Πέρσες ιστορικοί εξηγούσαν την εχθρότητα των βαρβάρων με τους Έλληνες, με το να αποδίδουν στους Φοίνικες την απαγωγή της Ιούς κόρης του Ινάχου από το Άργος. Οι Ασιάτες έμποροι, αφού είχαν ξεπουλήσει την πραμάτεια τους, άρπαξαν με τη βία την κόρη του βασιλιά που κατέβηκε στην παραλία του Άργους. Οι Έλληνες ανταπάντησαν με την αρπαγή της Ευρώπης, κόρης του βασιλιά της Τύρου, και την Μήδεια της Κολχίδας. Ο Πάρις της Τροίας θεώρησε σωστό να απαγάγει την Ελένη. Οι Φοίνικες, συνεχίζει ο πατέρας της Ιστορίας, ισχυρίζονται πως η μετάβαση της Ιούς στην Αίγυπτο έγινε εκούσια, επειδή είχε μείνει έγκυος με τον πλοίαρχο του Φοινικικού καραβιού. Ο Έφορος [54], πάλι, λέει πως η Ιώ αρπάχτηκε από τους Φοίνικες και μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Ο βασιλιάς της χώρας, αντί να στείλει την κόρη στον Ίναχο, του έστειλε έναν ταύρο. Σίγουρα όλες αυτές οι μυθολογικές απαγωγές γυναικών, είτε έχουν κάποια επαφή με την πραγματικότητα, είτε επινοήθηκαν για να εξηγήσουν γεγονότα που είχαν συμβεί. Ο μύθος πάντως της Ιούς εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές, που όλες τους αποδίδουν σημαντικούς συμβολισμούς. Η Ιώ άφησε τα χνάρια της στην Αίγυπτο, αφού η θεά Ίσις ταυτιζόταν από τους Έλληνες μαζί της. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι αυτό που αναφέρει ο Ηρόδοτος [55], πως δηλαδή η θεά παρίσταται ως γυναίκα με κέρατα αγελάδας, όπως και η Ιώ. Έτσι ο Καλλίμαχος μιλάει για «Ιναχία Ίσιδα» [56].

 

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων  αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία - Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία – Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

 

Το παραμύθι της Ιούς αναπαραστάθηκε σε θρόνους και, αν πιστέψουμε τους ποιητές, σε ασπίδες και πανέρια: Ο Μόσχος ισχυρίζεται πως στο χρυσό πανέρι της Ευρώπης απεικονιζόταν «χρυσοίο τετυγμένη Ιναχίς Ιώ» [57]. Ο Παυσανίας περιγράφει το θρόνο του Αμυκλαίου Απόλλωνα, έργο του Βαθυκλή από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Ανάμεσα στις άλλες παραστάσεις υπάρχει και μια, όπου η Ήρα κοιτάζει: «προς Ιώ την Ινάχου βουν ήδη ούσαν» [58]. Ο ίδιος, αναφερόμενος στα εικαστικά έργα της Αθηναϊκής Ακρόπολης, επισημαίνει έργο του Δεινομένη «Ιώ την Ινάχου» [59]. Ανάλογη ήταν και η ζωγραφιά του Νικίου, που αναφέρεται από τον Πλίνιο [60]. O Bιργίλιος περιγράφει την ασπίδα του βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, αρχηγού των Ρουτούλων, που τον σκότωσε ο Ανείας σε μονομαχία:

 

Την γυαλιστερή ασπίδα του στόλιζε χρυσαφένια η Ιώ

μ’ανορθωμένα κέρατα δασύτριχη πια, δαμάλα πια,

κι ο φύλακας της παρθένας Άργος κι ο πατέρας της Ίναχος,

χύνοντας ποτάμι από πλουμιστή στάμνα[61].

 

Ο αναφερόμενος εδώ Άργος, είναι ο πανόπτης μυριωπός γίγαντας φρουρός της αγελάδας, εντεταλμένος από την Ήρα να την παρακολουθεί, χάνοντας όμως τη ζωή του από τον Διόσταλτο Ερμή, «γύρω απ’ του Ινάχου τα νερά»[62].

Οι Βυζαντινοί λόγιοι γνώριζαν για την Ιώ. Ο Νικηφόρος Βασιλάκης αναφέρεται στην Ήρα που «μεταμόρφωσε την κόρη του Ινάχου σε αγελάδα» [63]. Ο Ιωάννης Μαλάλας, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη εκδοχή. Ο Ίναχος, γιος του Ιαπετού και βασιλιάς του Άργους, ίδρυσε την Ιώπολη και ονόμασε την κόρη του Ιώ, για να τιμήσει την σελήνη, που λατρευόταν στο Άργος με το όνομα αυτό. Ο βασιλιάς της Δύσης Ζευς Πίκος άρπαξε την κόρη και τη βίασε, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η Λιβύη. Η Ιώ δραπέτευσε στην Αίγυπτο και στη Συρία, όπου πέθανε από μαρασμό. Ο Ίναχος έστειλε τα αδέλφια της Ιούς να τη βρούνε. Ψάχνοντας συνάντησαν στο βουνό Σίλπιο το φάντασμα μιας αγελάδας, που τους αποκαλύφθηκε ως Ιώ. Τότε αυτοί ίδρυσαν εκεί μια άλλη Ιώπολη, η οποία αργότερα ονομάστηκε Αντιόχεια. Ο ίδιος αναφέρει πως οι φιλόσοφοι της εποχής του Πλάτωνα θεωρούσαν τη μεταμορφωμένη σε δαμάλα Ιώ ως ένα από τα παραδείγματα μετεμψύχωσης [64].

Ο απόηχος της περιπέτειας της Ιούς έφτασε στον αιώνα μας, για να εμπνεύσει τον μεγάλο Αλεξανδρινό, που εξυμνώντας την Αντιόχεια του Ορόντη, θεωρεί ύψιστο καύχημα για την πόλη, την καταγωγή της από τον Ίναχο:

 

Μα πιο πολύ ασυγκρίτως απ’όλα,

η Αντιόχεια καυχιέται

που είναι πόλις παλαιόθεν Ελληνίς,

του Άργους συγγενής:

από την Ιώνη που ιδρύθη υπό Αργείων αποίκων

προς τιμήν της κόρης του Ινάχου[65].

 

Από πού έρχεται ο ποταμός

 

Οι πηγές του Ίναχου ερέθισαν τη φαντασία των αρχαίων. Οι Αργείτες πίστευαν ότι ο ποταμός τους ήταν προέκταση του ομώνυμου παραπόταμου του Αχελώου στην Αθαμανία [66], που περνώντας κάτω από τη θάλασσα έβγαινε στην Αργολίδα. Με το όνομα Ίναχος αναγνωρίζεται σήμερα δεξιός παραπόταμος του Αχελώου, γνωστός και ως Μπιζάκος ή Ψάκος, που διασχίζει την αρχαία Αγραΐδα [67], Β.Α. της Αμφιλοχίας, προερχόμενος από την Αθαμανία. Ο Σοφοκλής γράφει σχετικά:

 

Ρέει από της Πίνδου τα ύψη

και από τους Περραιβούς του Λάκμου[68],

σε Αμφιλοχία και σε Ακαρνανία,

σμίγοντας τα νερά του με του Αχελώου,

από κει φτάνει το κύμα

στο Άργος, στους ανθρώπους του Λύρκειου[69].

 

Ο Στράβων [70] τα καταγράφει, αλλά δεν τα πιστεύει: τον εν τοις Αμφιλόχοις Ίναχον εκ του Λάκμου ρέοντα, έτερον είναι του Αργολικού. Χαρακτηρίζει τα σχετικά με τις πηγές επινοήσεις ποιητών. Ο Εκαταίος επίσης, θεωρούσε πως ο Ίναχος του Λάκμου είναι διαφορετικός από τον ποταμό του Άργους [71]. Στον Εκαταίο παραπέμπει και ο Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Λάκμων: άκρα του Πίνδου όρους, εξ ης ο Ίναχος και Αίας ρέει ποταμός ως Εκαταίος εν πρώτω.

Τέτοιες υποθαλάσσιες διαδρομές ποταμών, καθόλου ασυνήθιστες στη Μυθολογία μας [72], υποδηλώνουν συνήθως σχέσεις και μετακινήσεις ανάμεσα στους λαούς των περιοχών. Ο Wordsworth σχολιάζει: Οι Έλληνες ποιητές απολάμβαναν να ενώνουν μακρινές περιοχές μεταξύ τους με τη βοήθεια ποταμών και που επομένως δεν δίσταζαν να δίνουν σ’ αυτές τη διαδρομή, που ήταν κατάλληλη για ένα τέτοιο σκοπό… Το Άργος της Αμφιλοχίας κατοικήθηκε και πήρε το όνομά του από το Άργος της Πελοποννήσου. Πράγματι, μια ερμηνεία για τη συνωνυμία των δύο ποταμών, είναι η – κατά μία παράδοση – μετακόμιση του μάντη Αμφίλοχου, ήρωα του Τρωϊκού πολέμου από το Άργος, στην περιοχή της σημερινής Αμφιλοχίας, όπου ίδρυσε το Αμφιλοχικό Άργος, οπότε τι φυσικότερο; ονόμασε Ίναχο τον τοπικό ποταμό. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζει ο Στράβων, αποδίδοντάς την στον Εκαταίο. Αλλά και ο Έφορος [73] φέρεται από τον Στράβωνα να υπο-στηρίζει πως ο Ίναχος του Αχελώου ονομάστηκε από τον ποταμό του Άργους. Η πράξη αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στους αρχαίους αποίκους, που η νοσταλγία και η ανάμνηση της αφετηρίας τους, τους οδηγούσε στην απόδοση μητρο-πολιτικών ονομάτων στα ποτάμια της νέας τους πατρίδας [74].

 

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

 

Ο Ίναχος της Αθαμανίας εμφανίζεται κατά μια παραλλαγή του μύθου ως πατέρας της Θεμιστούς, μητέρας του Αρκάδος. Η Ινώ η Λευκοθέα, σύζυγος του βασιλιά Αθάμαντα, που άλλοτε εμφανίζεται ως μοχθηρή μητριά, άλλοτε ως συμπαθής καταδιωγμένη, δεν είναι άλλη από την Ιναχώ, κόρη του Ινάχου, με συντμημένο όνομα. Στην Κρήτη, όπως μαρτυρεί ο Ησύχιος, ετελούντο προς τιμήν της τα Ινάχεια [75]: «Ινάχεια: εορτή Λευκοθέας εν Κρήτη από Ινάχου».

Πού είναι όμως οι πηγές του Ινάχου; Ο Παυσανίας [76] τις τοποθετεί στο όρος Αρτεμίσιο (Mαλεβός) και ο Στράβων στο Λύρκειο. Ο πρώτος λέει: Πάνω από την Οινόη υπάρχει όρος Αρτεμίσιο, με ιερό της Αρτέμιδος στην κορυφή. Σ’αυτό το όρος είναι οι πηγές του   Ινάχου, γιατί πράγματι έχει πηγές, το νερό   όμως δεν προχωράει σε μεγάλη απόσταση. Πράγματι, η κύρια ρεματιά του ξεκινά κοντά στο αρχαίο πέρασμα του Πρίνου [77], δηλαδή στο δρόμο Καρυάς – Νεστάνης, Β.Α. της τελευταίας, διασχίζει μικρό φαράγγι και δέχεται δύο πηγές Ν. Α. της κορυφής Τούρλα, σχηματίζοντας μικρή εποχική λίμνη. Από τους ελάχιστους περιηγητές που έφτασαν ως εδώ, οι Ιταλοί Couze και Michaelis, εντόπισαν τις πηγές του ποταμού. Συγκεκριμένα μιλούν για νερό διαυγές από πολλές πηγές, που σχηματίζουν ρυάκια που ενώνονται με άλλα όπως αυτό της Καρυάς, για να χαθούν κάτω από τη γη. Σχολιάζοντας τα όσα λέει ο Παυσανίας, παρατηρούν πως μόλις τον χειμώνα, ο Ίναχος παρουσιάζει κάποια ποσότητα νερού στην κυψέλη του, την πεδιάδα του Άργους. Πράγματι, σπάνια τα νερά έχουν τη δύναμη να προχωρήσουν περισσότερο από λίγα χιλιόμετρα, παρ’ όλο που πιο κάτω δέχονται και τα νερά της άφθονης πηγής του Καπαρελίου, χωριού στο Λύρκειο, γι αυτό και ο ποταμός απεκαλείτο Λύρκειον ή Λυρκήιον ύδωρ [78]. Άλλωστε, ένας άλλος κλάδος του Ινάχου, ο παραπόταμος Κηφισός, πηγάζει από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου (τ. Άνω Μπέλεσι). Ο Στράβων, που είχε κι αυτός δίκιο για τις πηγές στο Λύρκειο, χαρακτηρίζει τον Ίναχο ως ποταμό χαραδρώδη και επιμένει ότι το Άργος είχε νερό, διορθώνοντας τον ποιητή [79] που το θέλει πολυδίψιον. O Φίλιππσον ασχολείται εκτεταμένα με την ξηρασία των ποταμών του Άργους και γράφει (υπερβάλλοντας άθελά του) πως σε καμιά χρονική περίοδο δεν βρήκε μια σταγόνα νερού σ’ αυτά: Αλλά όταν δυνατές βροχές πέφτουν στα βουνά, η πλατιά χαλικώδης κοίτη γεμίζει με εκπλήσσουσα ταχύτητα με μια μαινόμενη μάζα νερού, η οποία συχνά σκορπίζει πέτρες και άμμο πάνω στα καρποφόρα λειβάδια.

  

Ακολουθώντας τα κατάντη του Ίναχου

 

 

H συνολική διαδρομή του Ίναχου από το Αρτεμίσιο έως την εκβολή του είναι περίπου 38 χμ. Στον άνω ρου του ρέει παράλληλα στο αρχαίο μονοπάτι της Κλίμακας [80], μιας από τις εξόδους στην Αρκαδία, διαγράφοντας τα όρια Αργείων και Μαντινέων [81]. Η κοίτη του ευρεία και στο μεγαλύτερο τμήμα της γεμάτη κροκάλες, διασχίζει ελαιώνες μέσα σε βαθειά κοιλάδα. Στο ύψος του χωριού Λύρκεια (τ. Κάτω Μπέλεσι) στην αριστερή του όχθη, πάνω σε λόφο, βρίσκονται ερείπια, ίσως της αρχαίας Λύρκειας, με πανοραμική θέα στην κοιλάδα του Ίναχου. Άλλα αρχαία ερείπια υπάρχουν στην αριστερή του όχθη, στη θέση Παλαιοκαστράκι, δεκατέσσερα χιλιόμετρα από το Άργος και στη Σκάλα. Στο Σχοινοχώρι υπάρχει πέτρινη γέφυρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε αρκετά σημεία της κοίτης του, ιδίως δε δέκα χιλιόμετρα από το Άργος στη θέση Σκάλα και για διάστημα χιλίων πεντακοσίων μέτρων περίπου, αναβλύζει νερό προερχόμενο από τα γύρω νοτιοδυτικά υψώματα, όχι πάντοτε όμως και σίγουρα ποτέ το καλοκαίρι. Η κατάρα του Ποσειδώνα πλανιέται ακόμη πάνω απ’ το ποτάμι. Λίγο έξω από το Άργος ενώνεται διαδοχικά, με το ρέμα Δερβένι και με τον παραπόταμό του Χάραδρο.

Πλατύς, διασχίζει περιοχή τελματώδη, καταλήγοντας κοντά στο αρχαίο Τημένιο και τον Ερασίνο στην παραλία της Νέας Κίου στον Αργολικό. Στην Τουρκοκρατία λειτουργούσε εδώ ο μύλος του Μπερμπέρ Αλή [82], ενώ τα στάσιμα νερά του ποταμού πρέπει να δημιουργούσαν εκτεταμένους υγρότοπους. Ο βάνδαλος αββάς Fourmont ισχυρίζεται πως για να δώσει μια ακριβή περιγραφή του Ίναχου, τον ακολούθησε ελπίζοντας πως θα οδηγηθεί στη θάλασσα, αλλά αυτός χανόταν στα έλη του, που απείχαν μισή λεύγα (2χμ.) από την ακτή. Αυτά τα έλη απεικονίζει και στον γεμάτο λάθη χάρτη του της πεδιάδας του Άργους. Το ίδιο κάνει και ο Anville σε δικό του χάρτη, για τον οποίο όμως ο Bocage θεωρεί ότι είναι αντιγραφή κάποιου χάρτη του Fourmont [83]. Όμως κι έτσι αν είναι, ο βασιλικός ιερωμένος εδώ έλεγε την αλήθεια. Άλογα έβοσκαν και στις δυο πλευρές του Ίναχου στις όχθες των ελών του, οδηγημένα ως εδώ από τα αφεντικά τους. Την πληροφορία μας δίνει ο Γάλλος παπάς, που χαρακτηρίζει τα μέρη αυτά ως «τους ωραιότερους βοσκότοπους».

 

Τελετές και θεραπείες στο ποτάμι

  

Δεδομένης της σημασίας του για τους αρχαίους, φυσικό ήταν να γίνει χώρος τελετών. Στις Χοηφόρες του Αισχύλου[84], ο Ορέστης του προσφέρει την κόμη του: «…πλόκαμον Ινάχω θρεπτήριον» [85]. Η ετυμολογία που προτείνει ο Carolus Keilius για την αρχαιότερη ονομασία Καρμάνωρ – παρακάτω θα ξαναπούμε γι αυτήν – θεωρώντας την σύντμηση του Καθαρμάνωρ (καθαρμός+ανήρ), οδηγεί στη σκέψη ότι στον ποταμό γινόντουσαν καθαρτήριες ιεροπραξίες των αντρών. Μια φορά το χρόνο, ανήμερα της γιορτής των λουτρών της Παλλάδος οι Αργείτισσες έλουζαν το άγαλμα της Αθηνάς [86] και την ασπίδα του Διομήδη στον Ίναχο.

 

Σήμερα, ω υδροφόροι, μη βυθίστε τα κανάτια σας,

Άργος πιες απ’τις πηγές και όχι απ’ το ποτάμι,

σήμερα υπηρέτριες φέρτε τα κανάτια σας,

στη Φυσάδεια ή την Αμυμώνα [87], τις κόρες του Δαναού.

Γιατί αναμιγνύοντας το νερό του με χρυσό και λουλούδια

ο Ίναχος θα κατεβεί από τους βουκολικούς του λόφους,

φέρνοντας καλό νερό για το λουτρό της Αθηνάς [88].

 

Ένας τέτοιος ποταμός, που κατέβαζε νερό ανάμικτο με λουλούδια και χρυσάφι, ασφαλώς είχε και τις νύμφες του, που και η Ήρα ακόμη, παρ’ όλο που είχε όπως είδαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με το ποτάμι, παινεύει:

 

Νύμφες που την αλήθεια λέτε μόνο,

λαμπρές θεές, ζωοδότρες θυγατέρες

του Αργείτη ποταμού, του Ινάχου,

τριγύρω συναχτείτε που σας κράζω[89].

 

Ο Ψευδοπλούταρχος αναφέρει ότι υπήρχε στο ποτάμι βότανο αποκαλούμενο Κύουρα, που προκαλούσε αποβολή στις έγκυες, και λίθος σαν ζαφείρι, που όταν τον κρατήσουν οι ψευδομάρτυρες, γινόταν μαύρος. Για το βότανο αυτό προσθέτει [90] ότι ήταν σαν απήγανος και στις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες το έβαζαν βρεγμένο με κρασί στον ομφαλό της γυναίκας, για να προκαλέσει ακίνδυνη άμβλωση. Πολλοί τέτοιοι λίθοι εξάλλου ήταν αφιερωμένοι στο τέμενος της Προσυμναίας Ήρας. Παρόμοια γράφει και ο Στοβαίος [91]. Σήμερα πάντως η κοίτη του Ίναχου στον άνω ρου του, βρίθει από κροκάλες, κλασικές ποταμόπετρες δηλαδή, άσπρες και στρογγυλεμένες από τις διαρκείς τριβές, που προκαλούνται όταν τα νερά τις κατρακυλούν με ορμή.

 

Ο Ίναχος στην ποίηση και στη τέχνη

 

Συχνές είναι οι αναφορές της αρχαίας Γραμματείας στον Ίναχο. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου [92]: «Νείλος γαρ ουχ όμοιον Ινάχω γένος τρέφει». Στις Φοίνισσες [93] του Ευριπίδη «..και σκύλα γράψεις πώς επ’ Ινάχου ροαίς;». Ο Στάτιος, όπως είδαμε στον πρόλογο της Αργολίδας, τον αποκαλεί «πελώριο» – προφανώς δεν τον είχε δει ποτέ – και απευθύνεται προς τον ποταμό με ζηλευτή έξαρση:

 

…Ίναχε, πρίγκηπα των αχαϊκών ρεμάτων,

αφού κανείς πιο τρικυμισμένος ποταμός

δεν τρέχει μπρος από του Περσέα τη γη,

όπως αυτός, όταν βαθιά έχει πιει από τον Ταύρο

ή απ’ τις υγρές Πλειάδες,

αφρίζοντας ψηλά και φουσκωμένος από το Δία,

της κόρης του τον εραστή…[94]

 

Ο Ευφορίων [95] έγραψε επύλλιο που δεν σώζεται με τον τίτλο Ίναχος. Ομότιτλο έργο, που όλα δείχνουν ότι ασχολείται με την Ιώ, έγραψε και ο Σοφοκλής. Αποσπάσματα σώθηκαν στους παπύρους της Οξυρρύγχου [96]. O Σενέκας, διεκτραγωδώντας το δράμα των αιχμαλώτων γυναικών της Οιχαλίας, θεωρεί πως η γη του Ινάχου είναι πιο υποφερτός τόπος αιχμαλωσίας και βάζει στο στόμα του χορού τα παρακάτω λόγια:

 

Μα αν τύχη πιο καλή, κάποιες αιχμάλωτες καλέσει

τότε ο γρήγορος ο Ίναχος αυτές θα μεταφέρει[97]

 

Αλλά και η τέχνη απαθανάτισε το ποτάμι αυτό. Σε ερυθρόμορφη υδρία του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στο μουσείο Καλών τεχνών της Βοστώνης, απεικονίζεται η αγελάδα Ιώ, φρουρούμενη από τον εντεταλμένο από την Ήρα ροπαλοφόρο πανόπτη Άργο, τη στιγμή που ο Ερμής ξιφουλκεί για να την ελευθερώσει σταλμένος από τον Δία, ενώ παρακολουθούν η ιέρεια της Ήρας και οι γονείς της Ιούς Ίναχος και Μελία. Το ίδιο θέμα συγκίνησε τον Προπέρτιο, που εξιστορεί ότι κοιτούσε ασάλευτος την αγαπημένη του, «καθώς επέβλεπε άγρυπνος την κόρη του Ινάχου ο Άργος»[98].

 

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ.  Museum of Fine Arts, Boston.

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ. Museum of Fine Arts, Boston.

 

Μύθοι και πραγματικότητα γύρω από το όνομά του

 

Ο Ψευδοπλούταρχος [99], για όποιον τον παίρνει στα σοβαρά, έχει τη δική του πολύπλοκη ερμηνεία σχετικά με την ονομασία του ποταμού: Το αρχικό όνομα του ποταμού ήταν Καρμάνωρ [100]. Κάποιος Τιρύνθιος ποιμένας, ονόματι Αλιάκμων [101], που έβοσκε το κοπάδι του στο όρος Κοκκύγιο (Λύρκειο), τρελάθηκε, βλέποντας τον Δία σε ερωτική συνεύρεση με την Ρέα και πνίγηκε στον Καρμάνορα, δίνοντάς του έτσι το όνομά του. Με τη σειρά του ο Ίναχος κυριευμένος από μανία που του προκάλεσε η Ερινύα Τισιφόνη πνίγηκε στον Αλιάκμονα κι έτσι ο ποταμός πήρε την τελική του ονομασία. Αντίστοιχους αλλεπάλληλους πνιγμούς και ανάλογες μετονομασίες αναφέρει, όπως θα δούμε, και για τους Ευρώτα και Αλφειό. Δεν μπορεί όμως κανείς να απορρίψει απόλυτα την πιθανότητα να υπάρχει πυρήνας αλήθειας σ’αυτές τις ιστορίες, αφού ακούγεται αληθοφανές το να δίνει κάποιος πνιγμένος το όνομά του σε κάποιο ποτάμι. Για τους δεισιδαίμονες προγόνους μας, τι φυσικότερο από το να πλανάται το πνεύμα του νεκρού στο ρέμα, ένα είδος στοιχειού του νερού.

H λέξη Ίναχος, προέρχεται από την Ινδοευρωπαϊκή ρίζα ακw: νερό. Το στοιχείο-αχ-προέρχεται από την παραπάνω ρίζα και απαντάται και αλλού: Αχελώος, Αχέρων, Αχαία πηγή. Ο Albert Joris Van Windekens θεωρεί την ονομασία πελασγική, που σημαίνει το ύδωρ που αναβλύζει. Παραπέμπει στο ρήμα ινέω=αδειάζω σε συνδυασμό με την παραπάνω ρίζα και με την αρχαία Ινδική issnati=θέτω σε κίνηση. Τέλος, το όνομα δείχνει κρητική επίδραση στην Αργολίδα [102]. Σύμφωνα με μια άποψη, η λέξη Ίναχος είναι Φοινικικής προέλευσης από το Ενάκ, το οποίο σημαίνει αποικιστής. Δηλώνει δηλαδή η ονομασία αυτή ότι ο πανάρχαιος βασιλιάς και ιδρυτής της δυναστείας των Ιναχιδών, ήταν άποικος από τη Φοινίκη ή την Αίγυπτο [103].

Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση, αφού η αναζήτηση της ρίζας της ονομασίας του ποταμού, με τη βοήθεια των μύθων και της γεωλογικής ιστορίας, συνθέτουν ένα ενδιαφέρον σενάριο: Ο Ίναχος ήταν κάποιος Αιγύπτιος πρίγκηπας, που έφτασε ως εδώ, ίδρυσε πόλη περιμαζεύοντας τους ντόπιους που ζούσαν σκορπισμένοι στα βουνά, αποστράγγισε το λιμνάζον πεδίο, γνωρίζοντας από τον Νείλο την τεχνική των υδραυλικών έργων, έδωσε το όνομά του στον ποταμό που διευθέτησε και έγινε πρώτος βασιλιάς της περιοχής, τροφοδοτώντας με τον απόηχο της δόξας του τη μυθοπλαστική φαντασία των επιγενομένων. Ο μύθος της Ιούς υποδηλώνει την απαγωγή κάποιας ωραίας πριγκίπισσας από τους παλιούς συμπατριώτες του Ίναχου, με τους οποίους είχε εμπορικές σχέσεις. Η μύγα που κυνηγάει μέχρι την Αίγυπτο την κόρη του βασιλιά, συμβολίζει την εκδίκηση των ελών που αποξηράνθηκαν και των βλαβερών εντόμων που αποδεκατίστηκαν, εξ αιτίας της δράσης του Αιγύπτιου πρίγκηπα [104].

Ίναχος λεγόταν, εκτός από τον αθαμανικό παραπόταμο του Αχελώου, και η νεότερη σλαβική Βιστρίτσα, δεξιός παραπόταμος του Σπερχειού. Στην κοιλάδα του ποταμού αυτού, εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες, προερχόμενοι από την Μολοσσία της Ηπείρου. Μάλιστα, οι κάτοικοι της κοιλάδας ονομάζονταν Ιναχιείς [105]. Το ίδιο όνομα είχε και ο Ηπειρωτικός ποταμός Λούρος. Είναι προφανές ότι όλη αυτή η ακολουθία των Ινάχων, συνδέεται με την Ήπειρο και το Άργος με τον τρόπο που είδαμε. Τέλος το Ίναχος φέρεται και ως παλιότερο όνομα του δεξιού παραπόταμου του βοιωτικού Ασωπού Σκάμανδρου [106], κοντά στην Τανάγρα.

To νεώτερο όνομά του Πάνιτσα ή Μπάνιτσα είναι σλάβικο [107] και καταγράφεται ήδη πολύ νωρίς από τον Σοφιανό. Αργότερα πρέπει να παραφθάρθηκε, γιατί οι Coronelli, Pacifico, Σκροφάνι, Πουκεβίλ, Κούμας, Μάγνης, καθώς και ο Ρήγας στη Χάρτα του το γράφουν Πλάνιτζα ή Πλάνιτσα [108]. Μεταγενέστερα πάντως μέχρι και σήμερα, αποκαλείται ξανά Πάνιτσα. (Μ)Πάνιτσα είναι η ονομασία χωριών του Γυθείου (τώρα Μυρσίνη), των Τρικάλων, δυο χωριών του νομού Σερρών (τώρα Καρυαί και Συμβολή), της Φλώρινας (τώρα Βεύη) και τοπωνύμιο της Τριφυλλίας. Ο Vasmer, αναφέρει Banjica, ρυάκι στην περιοχή της Λίκα στην Κροατία.

 

Οι Ευρωπαίοι μιλούν για τον Ίναχο

 

Ο Πλίνιος [109] γράφει πως το Άργος κείται μεταξύ των ποταμών Ινάχου – πιο σωστό θα ήταν Χαράδρου – και Ερασίνου. Ο Ιταλός Γεωγράφος της Βενετίας και του Λουδοβίκου IIX Coronelli, μιλώντας για το Άργος στην «Description» του (1686), λέει πως είναι χτισμένο στις όχθες της Πλάνιτσας που οι Λατίνοι ονομάζουν Ίναχο. Αναπόφευκτο λάθος, αφού η πόλη, αν και παρόχθια του Χάραδρου, συνδέθηκε μυθολογικά με τον Ίναχο. Στην πλάνη αυτή, περιέπεσαν πολλοί.

Ένας από αυτούς, ο θρασύς αββάς Φουρμόντος, κάνει και κριτική στους υπόλοιπους: …προχωρήσαμε κατ’ ευθείαν προς τη Δύση, αναζητώντας τον ποταμό Ίναχο. Οι γεωγράφοι που δεν είναι σωστά πληροφορημένοι, τον τοποθετούν ανατολικά του Άργους, ενώ βρίσκεται στα δυτικά. Στα δεξιά μας είχαμε έναν από τους μικρούς λόφους…και αριστερά αμπελώνες…. Βγαίνοντας από τους αμπελώνες, μετά από τρία τέταρτα της ώρας δρόμο, βρεθήκαμε στις όχθες του Ίναχου…!. O Urquhart [110], που προφανώς είχε διαβάσει τη Θηβαΐδα του Στάτιου, φεύγοντας από το Άργος, μπέρδεψε τον Ίναχο με τον Χάραδρο, που κυλάει κάτω από την αργολική ακρόπολη και διηγείται: Περάσαμε κάτω από τον απότομο και μοναχικό βράχο που ορθώνεται το παλιό οχυρό της Λάρισας και μετά τσαλαβουτώντας στο γλίσχρο ρυάκι του “Πατέρα Ινάχου”, μπήκαμε στον υπέροχο κάμπο, που έχει ακόμα το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Ο επίσκοπος του Λίνκολν Wordsworth επισημαίνει (1839) ότι ο ποταμός σπάνια φτάνει στη θάλασσα εκτός όταν φουσκώνει από βροχή. Στο ίδιο πνεύμα ο ακόλουθος του Όθωνα αρχαιολόγος Ρος, αναφέρει ότι ενώ περνάς την κοίτη του «αβρόχοις ποσίν», ύστερα από καταρρακτώδη βροχή φούσκωσε και αναποδογύρισε ένα αμάξι, καθώς περνούσε το ποτάμι. Ο Άγγλος αρχαιολόγος W. Gell (1806) απορεί πώς ο Καλλίμαχος εξυμνεί τα νερά του Ινάχου και δίνει την ερμηνεία ότι ή δεν τα είδε ποτέ ή ίσως μιλούσε για τις πηγές του, γιατί στην πεδιάδα όποτε έχει νερό είναι λασπώδες όπως οποιουδήποτε εποχικού ρέματος. Ο φλογερός Φιλέλληνας και Δημοκράτης Εντγκάρ Κινέ περιγράφει μια σκηνή της αγροτικής ζωής, διηγούμενος πως «τα βότσαλα του Ινάχου πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας που λυγίζει, κουβαλώντας ένα φορτίο από πράσινο κριθάρι». Ο Κλαρκ (1858) περιγράφει έναν νερόμυλο στο ορεινό χωριό Καρυά του Αρτεμίσιου, απ’όπου κατηφορίζει μια ρεματιά στον Ίναχο: Ένα ισχυρό αντέρεισμα ενός τοίχου είναι χτισμένο κόντρα στην λοφοπλαγιά και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινα αυλάκια μεταφέρει ένα ρεύμα νερού στην κατάλληλη γωνία ως προς την ρόδα. Ο τείχος που στάζει είναι φουντωμένος από τις φτέρες και όλα τα είδη λαμπρών χόρτων. Ένας Ρώσος, ο Κονσταντίν Μπαζίλι, επισκέφθηκε το Άργος μετά την απελευθέρωση, συνάντησε τον ποταμό στο κατώτερο τμήμα του και γράφει ενθουσιασμένος: Αφού περάσαμε τους κήπους του Δαλαμανάρα, χαιρέτησα την κοίτη του ένδοξου Ίναχου….

Ο Dodwell διάβηκε τον Ίναχο κοντά στο Κουτσοπόδι, θεωρώντας τον ένα ανώνυμο ρυάκι και εξέλαβε τον πλατύ και κοντά στο Άργος παραπόταμο Ξεριά, σαν Ίναχο. Και μελαγχολικά σημειώνει απογοητευμένος από την πεζή πραγματικότητα, ότι όπως και ο Ισμηνός και ο Ιλισός [111], έτσι και ο Ίναχος οφείλει τη φήμη του στο μύθο της ποίησης παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 18, 3.

[2] Χάρων, 523.

[3] Μαστός είναι η Αμυμώνη, ενώ ποτάμι του Άργους είναι ο Χάραδρος. Κανένα από αυτά δεν είναι βέβαια ο Ίναχος.

[4] Απολλόδωρος 2, 1, 1. Αντίστοιχη παράδοση υπάρχει με τον Ευρώτα. Ίσως πίσω από αυτές να κρύβονται πανάρχαια αντιπλημμυρικά έργα.

[5] Παυσανίας, 2,15,4. Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 51.

[6] Ακουσίλαος FHG 1, 13.

[7] Σενέκα, «Θυέστης», 337.

[8] Ησίοδος «Μεγάλαι Ηοίαι».

[9] Τζέτζη, σχόλια στον Λυκόφρονα.

[10] Φερεκύδης, FHG I, 74.

[11] Βλ. Διόδωρο, 5.60.

[12] Ι. Μαλάλας. Ο Κάσος, είχε παντρευτεί την Κύπρια Αμύκη (Κιτία) και είχε επιτρέψει σε Κρήτες αποίκους να κατοικούν στην ακρόπολη της Αντιγόνειας του Ορόντη.

[13] I, 13, 31.

[14] Σχολ. Ισοκρ. Ευαγ. 6.

[15] Διαπρεπής Αλεξανδρινός Γραμματικός και πολυΐστωρ, του 1ου μ.Χ. αιώνα. Τα ίδια ισχυρι-ζόταν και ο Πτολεμαίος ο Μενδήσιος. Απίων, FHG, iii, σ. 509. Επίσης ο Θράσυλλος. (Thrasyllos, 253. F.Jacoby F.G.H.)

[16] Ωδές, III, xix, 1.

[17] «Θυέστης», 115.

[18] 556-468 π.Χ. Bergk “Poetae Lyr. Gr.”, τ. Γ΄.

[19]  2ος π.Χ. αιώνας. Schneider.

[20] Ευρυπίδη «Ορέστης» 932.

[21] Ευρυπίδη «Ηλέκτρα» 1.

[22] «Αινειάδα» VII, 286 και II, 286 αντίστοιχα.

[23] Από το λήμμα Απία. Το λεξικό αυτό συντάχθηκε περί τα τέλη του 10ου αιώνα και θα το επικαλεστούμε πολλές φορές. Η πρώτη έκδοσή του έγινε στη Βενετία το 1499 από το Μάρκο Μουσούρο. Η συλλογή των λέξεων έγινε από έναν ή περισσότερους αγνώστους συγγραφείς, οι οποίοι βασίστηκαν σε πολλούς προγενέστερους και άριστους γραμματικούς. Παρά την ασημαντότητα των ετυμολογιών του, διασώζει αποσπάσματα συγγραμμάτων, που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

[24] «Διονυσιακά», III, 261.

[25] Ωδές, II, iii, 21.

[26] Catalepton, IX, 33. Oι Ιταλικοί μύθοι θέλουν τη λάρνακα με τη Δανάη και τον μικρό Περσέα να φτάνει στις ακτές του Λάτιου, όπου η Ιναχίδα παντρεύεται τον Πίλουμνο και ιδρύουν την πόλη των Αρδεατών.

[27] «Αινειάδα», VII, 372. O βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος θεωρείτο απόγονος του Ινάχου.

[28] I, 25, 4.

[29] Nauck, απ. 248.

[30] II, 33, 3. Aυσονία είναι η Ιταλία.

[31] Στη μυθολογία αυτές οι αντιλήψεις είναι πολύ συνηθισμένες, στην Πελοπόννησο τη βρίσκουμε και στη μυθολογία του Ευρώτα. Στην Τροία οι ποταμοί Σκάμανδρος, Σιμόεις και Σαγγάριος έχουν γεναρχικό ρόλο στις γενεαλογίες της.

[32] Pater Inachus, Στάτιος-Θηβαϊς- Β.5. 748.

[33] Ο Οβίδιος (Μετ. I, 598), μιλάει για τις πεδιάδες του Λύρκειου με τα πυκνά τους δάση.

[34] Παυσανίας, 2, 15, 5.

[35] Καλλίμαχου «Ύμνοι», 4, 74.

[36] «Χρυσός όνος», VI, 4.

[37] Νόννου «Διονυσιακά», 3, 258-262.

[38] Αναφέρει στο 18, 3, έργο του που δεν διασώζεται «Περί ποταμών».

[39] Βιργίλιου «Αινειάδα», 7, 286.

[40] Βακχυλίδη Διθύραμβος V, «Ιώ» 18.

[41] Καλλίμαχου , 3, 254. Πρόκειται για τον λεγόμενο Κιμμέριο Βόσπορο, τον πορθμό του Κερτς στην Αζοφική θάλασσα.

[42] «Παλατινή Ανθολογία», VII, 169.

[43] Βιργίλιος στα «Γεωργικά». 3, 153.

[44] «Ηλέκτρα» 4-5.

[45] «Ημερολόγιο», III, 657.

[46] «Μεταμορφώσεις», 1, 583. Το θλιμμένο Πηνειό πήγαν να παρηγορήσουν οι Σπερχειός,   Ενιπέας, Απιδανός, Άμφρυσος και Αίας.

[47] «Προμηθέας Δεσμώτης», 715, 599 & 674.

[48] V, 60, 4.

[49] «Μεταμορφώσεις», I 639.

[50]  Ενάλιοι διάλογοι «Νότος…», 1. Επίσης στο «Περί ορχήσεως», 43.

[51] «Περί ερωτικών παθημάτων» Α΄Περί Λύρκου. Η ιστορία παρά Νικαινέτω έν τώ Λύρκω και Απολλονίω Ροδίω Καύνω.

[52] 42.

[53] Α΄, 1-5.

[54] Ιστοριογράφος από την Κύμη της Αιολίδας (4ος π.Χ. αιώνας). Περιηγήθηκε την Ευρώπη, και συνέγραψε σε 30 βιβλία το έργο «Ιστορίαι» του οποίου σώθηκαν αποσπάσματα και όπου περιγράφονται γεγονότα από την κάθοδο των Ηρακλειδών μέχρι το 340 π.Χ. Συνέδεσε την Ιστορία με τη Γεωγραφία. Fr.H.Gr. Ephori, I, 79. Aπό τα σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο II, 168.

[55] Β΄, 41.

[56] «Ελληνική Ανθολογία», VI, 150.

[57] Συρακούσιος του 2ου π.Χ. αιώνα. «Ευρώπη», 44.

[58] 3, 18, 13. Τμήματα του θρόνου (6ου αιώνα π.Χ.), χρησιμοποιήθηκαν για να κτιστεί το εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής του ομώνυμου λόφου, Ν.Δ. των σημερινών Αμυκλών της Λακωνίας.

[59] 1, 25, 1.

[60] Φ. Ιστορία, XXXV, 32.

[61] «Αινειάδα», I, 792.

[62] Κόιντος ο Σμυρναίος, X, 190.

[63] Hans Georg Beck, «Η Βυζαντινή χιλιετία. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – Αθήνα 1992.

[64] 2, 7 & 7, 16 αντίστοιχα.

[65] Από το ποίημα «Παλαιόθεν Ελληνίς», γραμμένο το 1927. Εδώ ο Καβάφης βασίζεται στην εκδοχή ότι ο Σέλευκος ο Νικάτορας μετονόμασε την πόλη σε Αντιόχεια από Ιώνη, αποικία των Αργείων.

[66] Ν.Α. τμήμα Ηπείρου.

[67] Περιοχή στα σύνορα Αιτωλίας-Ακαρνανίας.

[68] Η Περραιβία ήταν τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Ολύμπου και Καμβουνίων και ο Λάκμος είναι βουνό της Ηπείρου. Η αναφερόμενη τοπογραφία είναι εξωπραγματική.

[69] Απόσπασμα 249-250; Nauck.

[70] 6, 271 & 8, 370 ή και 6, 417.

[71] Ο Μιλήσιος (545-475 π.Χ.) Λογογράφος. Σώζονται αποσπάσματα της Περιόδου γής . Απ. 70-72, FHG I,5.

[72] Στην Πελοπόννησο: Ευρώτας, Ασωπός Σικυώνιος, Αλφειός.

[73] Muller F.H.Gr I, 28 Ephori.

[74] Σε αποικίες βρίσκουμε ως τοπικό ποτάμι ξανά τον ποταμό της πατρίδας ή και το όνομα της ίδιας δοσμένο στο ποτάμι: Ευρώτας, Σελινούς, Κράθις, Πηνειός, Ενιπέας, Πάμισος, Μηνίος, Λάρισος, Χαλκίς,.

[75] Ησύχιος.

[76] 2, 25, 3.

[77] Παυσανίας 8, 6 4. Συνέδεε την Αργολίδα με την Αρκαδία, διασχίζοντας το Αρτεμίσιο.

[78] Σχολ. Απολλόδωρου Ρόδιου 1, 125.

[79] Ιλιάς Δ 171.

[80] Παυσανίας, 8, 6, 4.

[81] Παυσανίας, 8, 6, 6.

[82] Ι. Ρ. Ραγκαβής, «Τα Ελληνικά», τόμος 2ος, Εν Αθήναις, 1853.  

[83] Βλ. Μichel Seve «Οι Γάλλοι…». Ο Ιωάννης Βαπτιστής Μπουργκινιόν ντε, (1697-1782), υπήρξε σοβαρός γεωγράφος, η δε «Αρχαία Γεωγραφία» του εκδόθηκε το 1815. Αντιπαραβολή του χάρτη του με τον συγκεκριμένο του Φουρμόντ, παρουσιάζει ομοιότητες αλλά λιγώτερα λάθη. Ο λίγες δεκαετίες μεταγενέστερος Jean Denis Barbie du Bocage σχεδίασε δικό του χάρτη της Αργολίδας.

[84] 6-7

[85] Συνηθισμένο έθιμο σ’ όλους τους Έλληνες, όπως σημειώνει και ο Παυσανίας (1, 37, 3), με αφορμή το άγαλμα της Μνησιμάχης στην όχθη του Αττικού Κηφισού, στον οποίο ο γιος της αφιέρωσε τα μαλλιά του. Ο Ίδιος αναφέρεται και στην περίπτωση του Πηλέα, που μνημονεύει ο Όμηρος (Ιλ. Ψ 141), ο οποίος έταξε στον Σπερχειό ποταμό να κόψει την κόμη του γιου του Αχιλλέα, αν επέστρεφε σώος από την Τροία.

[86] Aνάλογη τελετή γινόταν και στην Αθήνα, τα λεγόμενα Πλυντήρια, όπου το ξόανο της Αθηνάς πολιάδος πλενόταν στη θάλασσα του Φαλήρου.

[87] Πηγές της Αργολίδας, που πήραν το όνομά τους από τις κόρες του Δαναού που τις βρήκαν πρώτες.

[88] 5ος ύμνος του Καλλιμάχου του Κυρηναίου «Εις λουτρά της Παλλάδος» στ. 36 και 45-50

[89] Αισχύλου «Σεμέλη», απόσπασμα.

[90] Βασιζόμενος στα «Αργολικά» του Τιμόθεου και στο Β΄ «Περί ποταμών» του Αγάθωνα του Σαμίου.

[91] Δ, 36, 12. Ο Ιωάννης από τους Στόβους της Μακεδονίας ήταν Γραμματικός του 5ου μ.Χ. αιώνα. Το 4τομο έργο του περιλαμβάνει συμπεράσματα σταχυολογημένα από περισσότερους των 500 συγγραφέων, που πολλών τα έργα δεν σώζονται. Εδώ βασίζεται στο Β΄ «Περί ποταμών» κάποιου Σάμιου Αγάθωνα.

[92] στ.486.

[93]   574.

[94] «Θηβαΐς», IV, 118. Για τα προηγούμενα αυτού του αποσπάσματος, βλ. π. Αργ. Κηφισός. Ο Ταύρος, παραπέμπει στη βροχή, ενώ οι Πλειάδες βρίσκονται κι αυτές στον αστερισμό του Ταύρου. Γη του Περσέα είναι η Αργεία.

[95] Χαλκιδαίος του 3ου π.Χ. αιώνα.

[96] Πόλη της Κάτω Αιγύπτου, φημισμένη για τους παπύρους της. Το 1933, δημοσιεύτηκε το περιεχόμενο παπύρων του 2ου π.Χ. αιώνα, που περιλάμβανε 80 στίχους του “Ινάχου”(The Tebtunis Papyri 692). To 1956 o Lobel εξέδωσε 23 τόμους Οξυρρυγχιανών παπύρων, όπου ο 2369 πάπυρος του τέλους 1ου π.Χ.-αρχές 1ου μ.Χ, αιώνα, ταυτίστηκε με τον “Ίναχο” (Βλ. Ι.Θ.Κακριδή «Μελέτες…»: Ο Ίναχος του Σοφοκλή).

[97] «Ηρακλής επί της Οίτης», 139.

[98] Ι, 3, 20.

[99] 18,2-3

[100] Όνομα που είχε Κρητικός ιερέας – εξορκιστής, που έκανε καθαρμό στον Απόλλωνα για τον φόνο του Πύθωνα (Παυσανίας 2, 7, 7 & 10,7,2). Η Κρητική προέλευση του ονόματος είναι προφανής.

[101] Αυτός που ακμαία τρέχει προς την άλα (θάλασσα). Ίσως, επίσης, αυτός που έχει μεγάλη ακμή-απόσταση-από τη θάλασσα, ονομασία που δικαιολογείται από το μεγάλο-σε σχέση με τους υπόλοιπους ποταμούς της Αργολίδας-μήκος του Ίναχου. Το όνομα έχει και ο επιμηκέστατος (μέσα στα ελληνικά όρια) ομώνυμος Μακεδονικός ποταμός.

[102] Το ίδιο και τα ονόματα Μυκήνες, Δαναΐδες κ.ά. αλλά και το Καρμάνωρ. Επειδή οι Φοίνικες είχαν σχέσεις με τους Κρήτες, ιδίως από τον ιη΄αιώνα, ίσως τελικά η προέλευση να είναι φοινικική.

[103] Αθ. Σταγειρίτη «Ωγυγία», τ. Δ΄, Μέρος Στ΄, Βίβλος Γ΄. Ο συγγραφέας, καταγόμενος από την Μακεδονία, χρημάτισε καθηγητής της Ελληνικής στην Καισαροβασιλική Ακαδημία Ανατολικών Γλωσσών της Βιέννης. Πάντως, το όνομα Ενάχ ή Ενάκ, είναι όνομα γίγαντα στην Π. Διαθήκη, από τον οποίο κατάγονται οι Ενακίτες ή γενεαί Ενάχ ή Ενακείμ, γίγαντες επίσης, που εξοντώθηκαν από τον Ιησού του Ναυή. Όσοι σώθηκαν, συγχωνεύθηκαν με τους Φιλισταίους.

[104] Βλ. και Αναγνωστόπουλου Θ., «Ίναχος ο ποταμός…».

[105] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά», 13.

[106] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 41. Είναι ο σημερινός Βυθισιάκουλας.

[107] Φαλμεράυερ, Vasmer.

[108] Oνομασία που αναφέρεται και σε τίτλο χαλκογραφίας των Cox και Radclyffe βασισμένης σε σχέδιο του Herve και δημοσιευμένης στην πρώτη έκδοση του 1839 του βιβλίου Ελλάδα του Wordsworth. Επίσης, έτσι γράφεται και σε χάρτες του 1683 (G.Delisle) και του 1685 (Maure Cerigo), σε άλλο λίγο μεταγενέστερο, του Mattheus Seutter (Peloponnesus Hodie MOREA) και στους χάρτες των Μ.Α.Βaudrand La Grece, 1716 και La Moree, autrefois le Peloponnese, 1729. Ο Vasmer το συσχετίζει με το σλαβικό Plavbnica.

[109] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[110] Σκωτσέζος διπλωμάτης.

[111] Πρόκειται αντίστοιχα για μικρό ποταμό της Θήβας, παραπόταμο του Θεσπιού, που καταλήγει στην Υλίκη και για τον παραπόταμο (στην αρχαιότητα) του αττικού Κηφισού.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Δερβένι (Ποταμός)


 

Με το όνομα αυτό είναι σήμερα γνωστός ο αριστερός παραπόταμος του Ινάχου που πηγάζει από το όρος Τρητό στην Κορινθία, λίγο βορειότερα από το γραφικό παλιό χάνι του Ανέστη, που είναι χτισμένο στην όχθη του. Διασχίζει τα στενά των Δερβενακίων, ρέοντας παράλληλα στη νεώτερη οδό Κορίνθου- Άργους. Η αβαθής και σκιερή ρεματιά με τα πλατάνια διασταυρώνεται αλλεπάλληλες φορές με τον δρόμο, προσφέροντας καταφύγιο στους ταξιδιώτες που θέλουν να ξεκουραστούν για λίγο. Περιβάλλεται από τους λόφους Αγριλοβούνι (Α.) και Παναγόρραχη (Δ.), και χύνεται στον Ίναχο λίγο βορειότερα της πόλης. Αξιοσημείωτα είναι τα ερείπια ενός μυκηναϊκού πύργου, που σώζονται κοντά στην αριστερή όχθη του Λικιμιώτικου ρέματος που χύνεται στο Δερβένι βορειότερα από το Φίχτι.

Πρώτος ο Fourmont στον χάρτη του της πεδιάδας του Άργους, αλλά και άλλοι σοβαρότεροι όπως ο Steffen, τον ταυτίζουν με τον Κηφισό, μάλλον με επιπόλαιη σπουδή, αγνοώντας τα σχετικά αρχαία κείμενα, αφού ο Στράβων ρητά γράφει για τον τελευταίο ότι πηγάζει από το Λύρκειο. Η νεότερη ονομασία του προέρχεται από την περσική λέξη δερβένδ, που ήλθε σε μας από τους Τούρκους, εξελληνίσθηκε σε Δερβένι και σημαίνει Πύλη ή Κλεισώρια. Oι σοβαροί Steffen και Lolling (1884), στο χάρτη των περιχώρων των Μυκηνών, τον ονομάζουν περιέργως και Κηφισό εκτός από Δερβενάκι και Καραμάνη.

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  - Θεόδωρος Βρυζάκης

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Θεόδωρος Βρυζάκης

Στην κλεισούρα του ρέματος, έγινε στις 26 Ιουλίου του 1822 η πρώτη φάση της μάχης των Δερβενακίων και της καταστροφής του Δράμαλη. Από εκεί περνούσε ο κατά μέγα μέρος λιθόστρωτος πολυσύχναστος δρόμος, γνωστός με το όνομα «Αφεντικός», ένα από τα περάσματα προς την Κορινθία, παράλληλος αρχικά στην κοίτη του ποταμού. Οι Τούρκοι αιφνιδιασμένοι προσπάθησαν στη συνέχεια διαδοχικά να περάσουν από τις ανατολικότερες στενοπορίες του Αγίου Σώστη και του Αγιονορίου.

O Άγγλος τυχοδιώκτης Τρελώνη, σύντροφος του Βύρωνα και γαμπρός του Ανδρούτσου, πέρασε από εδώ και σημειώνει στις αναμνήσεις του[1]: Στον δρόμο για την Κόρινθο (από το Άργος) περάσαμε από τα στενά των Δερβενακίων. Για δυο λεύγες περίπου, ακολουθούσαμε ένα μουλαρόδρομο που προχωρούσε παράλληλα μ’ ένα φιδωτό ποταμάκι, στη μέση δυο απόκρημνων βράχων. Το προηγούμενο φθινόπωρο……είχε συμβεί το εξής: …οι Έλληνες έσφαξαν τους Τούρκους σαν ένα κοπάδι πρόβατα….

 

Υποσημείωση


[1] Τρελλώνη Εδουάρδου, «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήναι, MCMLXXVII.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Χάραδρος (Ξεριάς) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«…κι ο Χάραδρος που κυλάει ογκόλιθους στο ρέμα του»

Στάτιου «Θηβαΐς» 4, 711.

Πάνω από το Άργος, υψώνεται ο λόφος όπου ήταν χτισμένη η ακρόπολη Λάρισα και σήμερα ορθώνονται τα καλοδιατηρημένα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου. Από τις επάλξεις του, βλέπει κανείς το αργολικό πεδίο και την πλατιά κοίτη ενός μεγάλου χειμάρρου, που περιβάλλει τον λόφο και την πόλη από βορειοανατολικά. Είναι το ρέμα του Χάραδρου, αριστερού παραπόταμου του Ίναχου.

 

Ο ποταμός στην αρχαιότητα

 

Η επικλινής ρεματιά του Χάραδρου συγκεντρώνει νερά από τα βουνά Κτενιάς – το αρχαίο Κρείον, ίσως το Κρεοπώλον του Στράβωνα – και Αρτεμίσιο, έχοντας μικρές πηγές στα χωριά Κρυονέρι και Κρύα Βρύση του πρώτου. Ορμητικός τον χειμώνα, προκαλεί καταστροφές απειλώντας, όπως και στην αρχαιότητα, τις παρυφές του Άργους, ενώ ξεραίνεται το καλοκαίρι, για τούτο και το νεώτερο όνομά του Ξεριάς, συνηθισμένη προσφώνηση πολλών χειμάρρων [1]. Βόρεια της πόλης, έχει ανασκαφεί αναλημματικός τοίχος, κατά μήκος της δεξιάς απότομης όχθης του, μήκους 2.350μ. ύψους 2,5μ. και πάχους 0,70μ. Πρόκειται για εντυπωσιακό αντιπλημμυρικό έργο κλασικής εποχής.

Ο ρόλος του Χάραδρου στη δημιουργία του επίπεδου χώρου, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το προϊστορικό Άργος, υπήρξε καθοριστικός. Μεταφέροντας χαλίκι και χώματα, πρόσχωσε σταδιακά το χαμηλό έδαφος, ανυψώνοντας την επιφάνειά του από 1,5-5μ. και μετατοπίζοντας αναγκαστικά την κοίτη του όλο και ανατολικότερα. Η διαμόρφωση αυτή έγινε ανάμεσα στο 2800 έως το 2350 π.Χ. όπως προκύπτει από τελευταίες αρχαιολογικές έρευνες [2]. Η θέση Αμμούτσα [3], στη δεξιά του όχθη κάτω από τη Λάρισα, υποδεικνύει τις ποσότητες της άμμου που έχει εναποθέσει ο Χάραδρος στις κατεβασιές του.

Ο άνω ρους του ήταν παράλληλος στο αρχαίο πέρασμα της Πρίνου, μία από τις διεξόδους της Αργολίδας στην Αρκαδία. Ο Παυσανίας [4] τον αναφέρει σαν χείμαρρο, που κοντά του ήταν κτισμένη η πόλη Οινόη [5]. Η τελευταία εντοπίζεται νοτιοανατολικά του μικρού ορεινού χωριού Αρία (τ. Μάζι), όπου βρέθηκαν και λείψανα αρχαίου γεφυριού, πάνω από τον βορειότερο βραχίονα του Χάραδρου, για την εξυπηρέτηση του δρόμου Άργους- Οινόης – Μαντίνειας, ο οποίος ξεκινούσε από τη βορειοδυτική πύλη Δειράδα των αργείτικων τειχών απέναντι από τον ποταμό. Υπολείμματα της Οινόης σώζονται κοντά στη διασταύρωση του δρόμου για την Αρία στην αριστερή όχθη του ποταμού, στη θέση Αγριλιόβουνο, όπου εντοπίστηκαν και ίχνη αρματοτροχιών πριν και μετά τον οικισμό Μερκούρι, σημάδια της διέλευσης του παραποτάμιου δρόμου της Πρίνου [6].

Η διαδρομή του περί τα 18 Κm, είναι σε μεγάλο μέρος της ορεινή, με άδενδρες όχθες. Σχολιάζοντας ο Vischer την ξηρασία του Χάραδρου και του Ίναχου, παρατηρεί πως «Ούτε μπορεί κανείς να δει στις όχθες κανενός τους, τους θάμνους και τα φυτά, που πλαισιώνουν τις όχθες ακόμα και αδύναμων μικρών ποταμών». Στα μισά της πορείας του έχει ανατολικά του το όρος Λυκώνη. Παραρρέει το ύψωμα της Λάρισας, τον λόφο της Δειράδας (Προφήτης Ηλίας) και συμβάλλει στον Ίναχο ανατολικά του Άργους στην παλιά θέση Καρακάκτσα. Στο γρήγορο πέρασμά του από την Πελοπόννησο του 1859, ο Γάλλος Ernest Breton [7] στάθηκε λίγο εδώ: …διασχίσαμε το μικρό ποτάμι του Ίναχου, πατέρα της μυθολογικής Ιούς, και τον Ξεριά, τον αρχαίο Χάραδρο, αρκετά κοντά στο σημείο που τα δυο ισχνά ρέματά τους ενώνονται, για να πέσουν στην θάλασσα. Τις σπάνιες φορές όμως, που στις θεομηνίες του χειμώνα τα δυο ποτάμια πλημμυρίζουν, το μέρος αυτό μοιάζει με πεδίο αμφίρροπης μάχης δυο υγρών θηρίων για όποιον βρει το θάρρος και την αντοχή να πλησιάσει.

Στον επιμήκη με βραχώδεις κορφές λόφο Μακρυρράχι ή Μακ(υ;)ροβούνι, κοντά στο Άργος στη δεξιά του όχθη, βρέθηκαν προς τη μεριά του ποταμού νεολιθικά ερείπια τείχους της 3ης χιλιετηρίδας και σημεία πύλης, καθώς και ενδείξεις ανακτόρου στα ενδότερα, που αποδόθηκαν στο Φορωνικό άστυ [8], την πρώτη πόλη στον κόσμο, σύμφωνα με τους αρχαίους. Στις όχθες του, όπως αναφέρει ο περιηγητής Πολέμων (2ος π.Χ. αι.), ο γιος της Νιόβης Άργος, που έφερε από τη Λιβύη το πρώτο σπέρμα πυρών (σιτηρών) και δημιούργησε έτσι το «πολύπυρον Άργος» [9], έχτισε ιερό της Δήμητρας Λίβυσσας, «εν τω Άργει εν Χαράδρα ούτω καλουμένω τόπω». [10]

Οι όχθες του στην περιοχή του Άργους, ήταν υπαίθριο δικαστήριο, όπου δικάζονταν τα στρατιωτικά αδικήματα, πριν ο στρατός των Αργείων μπει στην πόλη. Ο Θράσυλος, ένας Αργείτης στρατηγός που το 418 π.Χ. συνθηκολόγησε με τον εισβολέα Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι, κατηγορήθηκε για προδοτικό ενδοτισμό και προτού καν δικαστεί στον Χάραδρο, ο όχλος άρχισε να τον λιθοβoλεί. Κατάφερε να γλιτώσει ζητώντας άσυλο σε βωμό [11].

Στο ίδιο σημείο σκοτώθηκε στις 24 Απριλίου του 1821 ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννης Γιάννουζας, σε μάχη που δόθηκε από σώμα Αργείων και Σπετσιωτών, πολεμώντας: «…εις τον Ξεριάν τον Κεχαγιάν εμβαίνοντα εις το Άργος…» [12], ταμπουρωμένος πίσω από το «χτίριο», δηλαδή την αντιπλημμυρική μάντρα του ξεροπόταμου [13]. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ξεριάς και η γέφυρά του θα γίνει ο τόπος, όπου διαδραματίστηκε ένα ακόμη θλιβερό επεισόδιο της επανάστασης του 1821, η δολοφονία του Yδραίου πλοίαρχου Aντώνη Oικονόμου. Αλλά και στην κατοχή έχουμε ηρωισμούς της Αντίστασης στον Ξεριά.

 

Ο Χάραδρος μπερδεύει τους περιηγητές

 

Πολλοί περιηγητές (Fourmont, Κινέ, Dodwell, Τραντ, Πουκεβίλ, Urquhart) πίστεψαν ότι η κοίτη του Ξεριά είναι ο Ίναχος, πράγμα φυσικό λόγω του εύρους της και της γειτνίασής της με το Άργος και αφού ο τελευταίος θεωρείτο ποταμός του Άργους. Εξυπακούεται ότι κανένας ντόπιος δεν θα είχε την παραμικρή δυνατότητα να λύσει την παρεξήγηση. Περιγράφει λοιπόν ο δεύτερος, μιλώντας ουσιαστικά για το Χάραδρο: Η πραγματική αρχαιότητα του Άργους είναι ο Ίναχος. Στα βόρεια της πόλης διασχίζεις μια ξέρα από βότσαλα στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη πεδιάδα και το πλάτος της είναι διακόσια δέκα βήματα. Τα βότσαλά του είναι ασβεστόλιθοι. Βρίσκεις και μερικά απομεινάρια από βασάλτη[14]. Παρόλο που ο χειμώνας ήταν πολύ βροχερός, δεν υπήρχε ούτε μια σταγόνα νερό, και αλλού δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τα βότσαλα του Ινάχου, που πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας, που λυγίζει καθώς κουβαλάει ένα φορτίο της από πράσινο κριθάρι... Ο ίδιος μαρτυρεί ότι την εποχή του ταξιδιού του, κάποιος σχολαστικός αστυνόμος απαιτούσε από τους αγωγιάτες άδεια διάβασης από την κοίτη του.

Ο Πουκεβίλ βρήκε τους Αργείους να επισκευάζουν ένα μακρύ φράγμα στον ποταμό του Άργους, το οποίο είχαν κτίσει για να προστατέψουν την πόλη τους τόσο από τις πλημμύρες του, όσο και από τις αμέτρητες κροκάλες που παρασύρουν τα νερά του τις χειμωνιάτικες βροχές. Ίσως να πρόκειται για την ίδια τοποθεσία, όπου είδαμε πως υπήρχε το αρχαίο αντιπλημμυρικό ανάχωμα. Ενώ εδώ συγχέει τον ποταμό αυτόν με τον Ίναχο, λίγο πριν σωστά ταυτίζει τον Ξεριά με τον αρχαίο Χάραδρο, σημειώνοντας μάλιστα πως «διασχίζεται από ένα πέτρινο ανάχωμα με τρεις κάμαρες». Δυστυχώς, δεν δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το έργο αυτό. Με λίγη τόλμη θα μπορούσαμε να το συσχετίσουμε με το ρωμαϊκό υδραγωγείο, που έφερνε στο Άργος τα νερά του Κηφισού.

Ο Τραντ εξέδραμε από το Άργος, για να επισκεφτεί μια σπηλιά, άντρο ενός κλέφτη που τον έλεγαν Τζοκρίση. Όπως προκύπτει από την περιγραφή, η σπηλιά ήταν ανοιγμένη μέσα σε ψηλό κατακόρυφο βράχο πάνω από την κοίτη του κατά τον Τραντ Ίναχου, δυτικά και όχι μακριά από το Άργος. Όμως, ο τελευταίος για μεγάλο διάστημα, βόρεια αρχικά και δυτικά στη συνέχεια του Άργους, διαρρέει χώρο πεδινό, έτσι ώστε τέτοια σπηλιά δεν μπορεί να υπάρξει στις όχθες του, αντίθετα με τον Χάραδρο, που ανταποκρίνεται στην περιγραφή αυτή, όπως και στο χαρακτηριστικό της μεγάλης κατωφέρειας της κοίτης του. Αλλά να τι λέει ο Άγγλος:

 

αν κρίνουμε από το βάθος και το πλάτος, πρέπει να ήταν ποταμός μιας κάποιας σημασίας, αλλά ακόμα και τώρα στα μέσα του Γενάρη είναι αρκετά ξερός. Η κλίση του εδάφους είναι τόσο απότομη, που το νερό που συγκεντρώνεται από το λιώσιμο του χιονιού ή τη βροχή στα βουνά, μεταφέρεται σε λίγες ώρες και καθώς ορμάει κάτω με μεγάλη βία, σχηματίζεται ένα κανάλι, αρκετά δυσανάλογο με την ποσότητα του μεταφερόμενου νερού.

 

Ο Mure αφού πέρασε τον Ίναχο, φτάνοντας στο Άργος διηγείται βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους: Η ξερή κοίτη του χειμάρρου που περάσαμε αμέσως πριν μπούμε στο Άργος, συνήθως κατά λάθος θεωρούμενου από τους ταξιδιώτες ως Ίναχος, παρ’ όλο το μεγαλύτερο εύρος της και τον ορμητικότερο χαρακτήρα του ρεύματός της, ευκαιριακά κατεβάζει νερό και δεν μπορεί να ανταγωνισθεί για την τιμή του ονόματος μ’ έναν γείτονα που η διαδρομή του είναι μακρύτερη και πιο μέσα στην καρδιά της περιοχής του Άργους (γιατί ο Ίναχος ήταν ποταμός όχι της πόλης αλλά της περιοχής) και τα νερά του οποίου αν όχι διηνεκή, σπάνια αφήνουν την κοίτη του ολότελα ξερή.

 

Χάραδροι και Χαράδρες

 

Το όνομα αυτό υπήρχε ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, αφού σε εννέα πήλινες επιγραφές διαβάστηκε υπό τη μορφή Κα-ρα-ντο-ρο [15]. Η λέξη προέρχεται από το χαράσσω. Χάραδροι ποταμοί στην Ελλάδα υπήρχαν σε Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Φωκίδα και Ήπειρο [16]. Με τους δυο τελευταίους συνάπτονται και ομώνυμες πόλεις. Αναφέρεται και χάραδρος, που πρέπει να ήταν παραπόταμος του Ευρώτα. Τέλος, ο Στράβων [17] αναφέρει τοπωνύμιο της Μεσσηνίας, ο Εκαταίος [18] Χάραδρο ποταμό της Ασίας, ο δε Στ. Βυζάντιος λιμάνι της Κιλικίας.

Συναφές τοπωνύμιο είναι η Χαράδρα. O Hσύχιος εξηγεί: Χαράδρα: χείμαρρος, ποταμός, κατάγει δε ούτος παντοία εν τω ρεύματι και κατασύρει” και Χαράδραι: αι χαράξεις του εδάφους και οι κοίλοι τόποι από των καταφερομένων ομβρίων υδάτων. Ο Σουΐδας: Χαράδρα: Διώρυξ πηλού μεστή, όλεθρον ουχ ύδωρ έχουσα και Χαράδραι: αι διαιρέσεις κατά σχίσματα και οι χείμαρροι γης. Έτσι αποκαλούνταν στην αρχαιότητα ο ποταμός Νεμέα, το ρέμα του Μαραθώνα, η ρεματιά του Αμφιαράειου στον Ωρωπό, ο χείμαρρος του αρκαδικού Ορχομενού που καταλήγει στον παραπόταμο του Λάδωνα τον Τράγο και όπως είδαμε, ο ίδιος ο αργολικός Χάραδρος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορίνθου, Μαντινείας, Κυνουρίας (παραπόταμος Τάνου), Βυτίνας (π. Μαλοίτας), Αργολίδας (παραπόταμος Ποταμιάς), Λακωνίας (παραπόταμος του Ευρώτα) κ.ά.

[2] Βλ. «Το Μυκηναϊκό Άργος», άρθρο του αρχαιολόγου Χ. Ι. Πιτερού στην Καθημερινή της 31-5-’98.

[3] Το τοπωνύμιο συναντάμε και στον Ίναχο, στην περιοχή της Στέρνας.

[4] 2, 25, 2.

[5] Είναι αξιοσημείωτο το ότι και στον αττικό Χάραδρο του Μαραθώνα, υπήρχε πόλη Οινόη.

[6] Γ.Α. Πίκουλα «Οδικό δίκτυο και άμυνα», εκδόσεις Horos, Αθήνα, 1995.

[7] 1812-1875. Συγγραφέας αρχαιολογικών και ιστορικών βιβλίων.

[8] Α. Σ. Αρβανιτόπουλος (Πρακτ. Αρχ. Εταιρείας 1917).

[9] Ιλ. Ο, 372.

[10] Απ. XII. F.H.G. III 119. Ο εκδότης των αποσπασμάτων του Πολέμωνα Preller πιστεύει πως πρόκειται για το Χάραδρο.

[11] Θουκιδίδης 5, 60. Ο κορυφαίος Αθηναίος ιστοριογράφος, αναφέρει αυτά στον «Πελοποννησιακό πόλεμο».

[12] Φωτάκος.

[13] Σ. Παναγιωτόπουλου «Λάρισα η Αργεώτις», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1959.

[14] Πέτρωμα σκοτεινού χρώματος και μεγάλης αντοχής.

[15] Πινακίδες της Πύλου. Ventris-Chadwick 148, α. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για αναφορά στο μεσσηνιακό Χάραδρο.

[16] Πρόκειται αντίστοιχα για τους χειμάρρους Βελβιτσιάνο, Τζαμή (παραπόταμο του Παμίσου), Βρασιάτη, ένα παραπόταμο του φωκικού (ή και βοιωτικού) Κηφισού   και τον ποταμό Λούρο.

[17] 8, 360.

[18] F.H.Graec. I Hecataei, 251.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts