Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος


   

Ιωάννης Καποδίστριας

Μια ακόμη, από τις σπουδαιότερες και ουσιαστικότερες άμεσες ενέργειες του Κυβερνήτου, που αφορούσαν και στην περιφρούρηση της υγείας των κατοίκων  – κυρίως των πόλεων και των κωμοπόλεων – για την προστασία του περιβάλλοντος, «την κάθαρσιν των δρόμων, από τους όγκους των ακαθαρσιών, αι οποίαι εμόλυνον τον αέρα, τον οποίον εισέπνεεν ο λαός, προς βλάβην της υγείας του», μεταξύ των τόσων άλλων σοβαρών δραματικών γεγονότων, τα οποία καθημερινώς τον ταλάνιζαν. Αποδεικνύει τις τόσο ανθρώπινες αποφάσεις του για τον Ελληνικό λαό και την βαθιά του γνώση των επειγόντων καθηκόντων του, αμέσως μετά την άφιξή του.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1828, ο προσωρινός Διοικητής της επαρχίας και της πόλεως Ναυπλίου, έστειλε «προς τον τοποτηρητήν, τον αρχιερέα της επαρχίας και της πόλεως ταύτης, του Ναυπλίου, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου», έγγραφον, το οποίον αναφερόταν σε σοβαρό πρόβλημα: «Στην υγιεινή κατάσταση των κατοίκων και στην μόλυνση του περιβάλλοντος[i].

«Είναι τρανώς αποδεδειγμένον, ότι ο ενταφιασμός των νεκρών, εντός των πόλεων, προξενεί μεγίστην βλάβην εις τους ανθρώπους, καθ’ ό,τι δια της σήψεως, διαφθείρει τον καθαρόν αέρα των πόλεων. Επομένως είναι φρόνιμο να εμποδισθή ο ενταφιασμός, εντός  των πόλεων. Εξαιρέτως όμως είναι αναγκαίον να απαγορευθή δια την πόλιν ταύτην του Ναυπλίου, η οποία, κατ’ ατυχίαν, δεν χαίρει τόσον καθαρόν αέρα εκ φύσεως. Επομένως ο τοποτηρητής του Αρχιερέως – κατά παράκλησιν του Κυβερνήτου – έπρεπε, από του νυν και εις το εξής, να μη συγχωρεί, εις κανένα, οποιονδήποτε ιερέα, να ενταφιάσει νεκρόν, εντός της πόλεως, αλλά να μεταφέρονται έξω εις τον επίτηδες διορισμένον τόπον».

Στις 5 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έγραφε, από τον Πόρον στον Δημήτριον Υψηλάντην, για την ρύπανση των χωραφιών, όπου είχε δώσει διαταγές να σπαρούν, με το νεοφερμένο προϊόν, της πατάτας και του έδινε συγκεκριμένες εντολές, μόλις έλαβε αυτήν την ανεπίτρεπτη πληροφορία:

Στον Ιρλανδό γεωπόνο Stevenson  είχε δώσει  «διαταγήν να επισκεφθή, την ιδίαν ημέραν, την γύρω περιοχήν του Πόρου και τας απέναντι ακτάς , δια να ευρή γαίας αρμοδίους , εις την καλλιέργειαν των γεωμήλων  και άλλων προϊόντων, αναγκαίων, δια την τραγικήν κατάστασιν του λαού».

Ο γεωπόνος Stevenson  επισκέφθηκε, μεταξύ πολλών άλλων τόπων, « και την πλησίον του χωριού Μαζώματα γην. Εις τούτο το χωρίον, παρά εις κάθε άλλο μέρος, είδεν αυτοπροσώπως στρατιώτας να εκριζώνουν τα ελαιόδεντρα, προκειμένου να κτίσουν εκεί παρανόμως τα οσπήτιά των. Είδεν επίσης  εκεί τα άλογα να βόσκουν και να ρυπαίνουν τα εκεί χωράφια, τα εσπαρμένα και κατάφυτα. Με περίλυπον καρδίαν, ο ξένος αυτός, μ’ εδιηγήθη αρκετήν ώραν», γι’ αυτό το ανεπίτρεπτον γεγονός και για την καταστροφή του περιβάλλοντος όπου έγινεν αυτόπτης: «Σε αφήνω να κρίνεις, οποίαν εντύπωσιν και λύπην μ’ επροξένησεν αυτό τούτο» έγραφε ο Κυβερνήτης στον Δ. Υψηλάντη. Και του έδινε διαταγή, να εξακριβώσει σε ποιο Σώμα στρατιωτικόν ανήκαν αυτοί οι στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν σ΄ αυτήν την συγκεκριμένη ημέρα, «εις αυτό το χωρίον, και έργον σου είναι να κάμεις αμέσως εις αυτούς, την πρέπουσα παιδείαν», του έγραφε[ii].

Τον ίδιο μήνα, στις 31 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έστειλε στον «προσωρινόν Διοικητήν Αιγίνης», επίσης από την Αίγινα, άλλο έγγραφο, σχετικό με την προστασία του περιβάλλοντος[iii]:

«Διατάτεσαι να εκδώσεις διακήρυξιν, δια της οποίας ν’ απαγορεύεται το να ρίπτουν ακαθαρσίας εις τους δρόμους και πλατείας των πόλεων, αι οποίαι  εκαθαρίσθησαν, έως τώρα και εδιορθώθησαν!….» Σε διάστημα δυόμισι μηνών. Και συνέχιζε: 

«Ωσαύτως  απαγορεύεται, το ν’ αφίνουν τους χοίρους, να τρέχουν εις τους δρόμους και τας πλατείας. Αι απαγορεύσεις αύται, πρέπει  να φυλάττωνται επίσης,  και εις τους άλλους δρόμους, οι οποίοι μένουν ακόμη ακαθάριστοι και αδιόρθωτοι. Δια να προληφθή δε η στενοχωρία, η οποία θα προκύψει από τας απαγορεύσεις, οι κάτοικοι των διαφόρων μερών των πόλεων, πρέπει να υπακούσουν και εις τας διαταγάς, τας οποίας ο κύριος Θεόδωρος Βαλλιάνος – ο πολεοδόμος και μηχανικός – είναι επιφορτισμένος να ενεργήσει.

 Ο ίδιος δε  – ο Βαλλιάνος – θέλει διορίσει τας χρηματικάς ποινάς, εις τας οποίας, πρέπει να καθυποβάλλονται οι παραβάται  τούτων των διαταγών. Τα χρήματα δε αυτά, καθώς και εκείνα όσα εσύναξεν έως τώρα, από όσους παρέβησαν την διαταγήν, του να μη ρίπτουν πιστολιές και τουφεκιές, θέλουν παραδοθεί εις την επιτροπήν της Οικονομίας, τα οποία θα χρησιμεύουν εις τα έξοδα των κοινών εργασιών, δια τον καθαρισμόν εις την πόλιν της Αιγίνης….»

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Σπ. Τρικούπης, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έγραψε στον «επώνυμον πολίτην του Ναυπλίου, Δημήτριον Τσαμαδόν», στις 12 Απριλίου του 1828 από το Ναύπλιον[iv]. Ο Τσαμαδός είχε στείλει αναφορά στο Δικαστήριον του Ναυπλίου, «περί της οποίας έμελλε να επιχειρήσει οικοδομήν». Την αναφοράν του αυτή ο Διοικητής την έστειλε στον Κυβερνήτη, και η Γενική Γραμματεία, την απέστειλε στον Φρούραρχον του Ναυπλίου, «δια να δώσει την περί τούτου ανήκουσαν γνώμην του», εφόσον η οικοδομή του αυτή, θα κτιζόταν πλησίον του φρουρίου, όπου οι πολεοδόμοι, τους οποίους είχε διορίσει ο Κυβερνήτης – όπως ρητώς αναφέρεται και αλλού – είχαν λάβει διαταγή να καθωρίσουν τα ρυμοτομικά σχέδια του Ναυπλίου, προκειμένου να απαγορευθούν, οι μέχρι τότε φοβερές ρυμοτομικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες:

«Κατά τας παρατηρήσεις λοιπόν του φρουρίου τούτου – του έγραφε ο Σπ. Τρικούπης – δια να Σας δώσει η Κυβέρνησις την σχετικήν άδειαν, απαιτείται να φυλαχθούν, ως προς την οικοδομήν, οι εξής αυστηροί όροι:

Α’. Η οικοδομή να απέχει από το πρώτον τείχος –  του φρουρίου – δώδεκα πόδας γαλλικούς.

Β’. Να μην είναι υψηλότερα, του εσωτερικού τείχους, και

Γ’. Όποτε ήθελε κριθεί αναγκαίον, δια μέτρα πολεμικά, να λείψει η οικοδομή  αυτή, να κριμνίζεται με έξοδα δικά Σου!

Τούτα, Σε γνωστοποιούνται, προς οδηγίαν Σου…. Περιμένει δε η Κυβέρνησις την απάντησίν Σου, δια να Σε δώσει επομένως την άδειαν, εάν αποδέχεσαι τα προβαλλόμενα και δίδεις την περί τούτων υπόσχεσίν Σου εγγράφως, η οποία θέλει φυλαχθεί όπου ανήκει!….» [v]

Και η απάντηση του Δημητρίου Τσαμαδού, την ίδια ημέρα: Στις 12 Απριλίου 1828!….

«Προς την έξοχον Γενικήν Γραμματείαν της Επικρατείας: ελήφθη η υπ’ αριθ. 542 διαταγή της, περί της οικοδομής, την οποίαν μέλλω να κάμω, εις της οποίας τα προβαλλόμενα υπόσχομαι να φυλάξω, ως ιερά!

Όπως: η οικοδομή, να απέχει από το πρώτον τείχος δώδεκα πόδας γαλλικούς. Να μην είναι υψηλοτέρα του έσωθεν τείχους και οπόταν ήθελε κριθή αναγκαίον, δια μέτρα Πολεμικά, να λείψει η οικοδομή αυτή, να κρημνίζεται, με έξοδα ιδικά μου. Διό και παρακαλώ να μοι δοθή η ανήκουσα άδεια, περί της οικοδομής ταύτης!»[vi].

Και υπέγραφε:

«Με βαθύτατον σέβας, ο ευπειθής Πολίτης

Δ. Τσαμαδός.

Εν Ναυπλίω, τη 12 Απριλίου 1828»

Ο Δημάκης Ιερομνήμων, «πολίτης του Ναυπλίου», στις 30 Μαΐου 1828, έστειλε αναφορά, «Προς τον Έκτακτον  Επίτροπον του Τμήματος της Αργολίδος», στην οποία εξέφραζε τα παράπονά του, «δια τον υπόνομον των αναγκαίων της Εθνικής καζάρμας [vii]( = των αποχωρητηρίων), ο οποίος υπόνομος, επειδή είναι κλεισμένος, πάντοτε εκρέει, εις τον δρόμον. Οπότε και από τον καθημερινόν καπνόν και από την βρώμαν, τα πράγματα ήσαν ανυπόφορα. Δια τα αναγκαία, δεν είναι δύο μήνες, όπου επλήρωσα τέσσαρα τάλληρα· τα μεν δυο πριν έλθει το Τακτικόν Σώμα και ανοίξει την καζάρμαν, εξ ιδίων μου, οπού το εκαθάρισα. Τα δε άλλα δυο, όταν έβαλεν ο κύριος Heideck και τα εκαθάρισεν. Και δια του Διοικητηρίου τούτου –   του Ναυπλίου – υπεχρεώθην και επλήρωσα. Και μ’ όλα ταύτα, την σήμερον, άρχισεν πάλιν να εκρέει εις τον δρόμον άλλος υπόνομος, εκτός του καθαρισμένων….

«Η Διοίκησις καθημερινά φροντίζει, κατ’ αυστηράν εντολήν του Κυβερνήτου μας, και δια κηρύκων, κατ’ εντολήν του ιδίου, υποχρεώνουν τους κατοίκους της Πόλεως ταύτης, να καθαρίζουν τους δρόμους και να ανοίγουν τους υπονόμους των αναγκαίων των, δια να μη μολύνεται ο  αέρας, από τας ακαθαρσίας και η Εθνική Καζάρμα, να είναι εις αυτήν την κατάστασιν και να ενοχλεί τους πολίτας καθημερινώς….».

Παρακαλούσε το Διοικητήριον, όπως, σύμφωνα με τις κατηγορηματικές διαταγές του Κυβερνήτου, να διατάξει την εφαρμογήν τους, ώστε «να μη γίνεται τούτο ανυπόφορον και ζημιώδες, δια τους κατοίκους», έγραφε ο Δημάκης Ιερομνήμων[viii].

«Η Επιτροπή της Γενικής Διοικήσεως, του Κράτους», στις 2 Ιουλίου του 1828, από τον Πόρο, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έστειλε την ακόλουθη διαταγή, προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες[ix].

Από διάφορες πληροφορίες, που είχε «περί του τρόπου, κατά τον οποίον θεωρούνται προς άλληλα, τα διάφορα μέρη του Κράτους, μεμολυσμένα και αμόλυντα», οπότε αυτός ο διαφορετικός χαρακτηρισμός δημιουργούσε «όχι αρεστά αποτελέσματα, Διατάττει:

Α’. Τα πλοία, επιβάται και πραγματείαι, άπαντα ερχόμενα εκ Πελοποννήσου, τα υγειονομεία όλου του Κράτους, θα τα καθυπέβαλλον εις υγειονομικήν κάθαρσιν τεσσαράκοντα ημερών (40).

Β’. Τα κενά πλοία, με μόνον επιβάτας, προερχόμενα από την πόλιν  του Ναυπλίου, τα υγειονομεία, …. θα τα υπέβαλλον εις υγειονομικήν προφύλαξιν, επτά μόνον ημερών. Αυτή η εξαίρεσις της πόλεως του Ναυπλίου, είναι δικαία και πρέπουσα, δια την επιμέλειαν, κατά την οποίαν αυτή η πόλις επροστάτευσε την υγείαν της.

Γ’. Τα πλοία, επιβάται και πραματείαι, προερχόμενα εκ της νήσου Αιγίνης, καθυποβάλλονται επίσης εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν, εικοσι μιάς ημερών.

Δ’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, τα προερχόμενα εκ της νήσου Σαλαμίνος, καθυποβάλλονται εις Υγειονομικήν εκκαθάρισιν, είκοσι μιάς ημερών.

Ε’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, προερχόμενα εκ Μεγάρων, καθυποβάλλονται εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν σαράντα ημερών.

ΣΤ’. Τα επίλοιπα μέρη του Κράτους, είναι εις ελευθέραν κοινωνίαν…, ταύτα τα υγειονομικά μέτρα παύουν….,καθώς καθέν των ήδη μολυσμένων μερών, διακηρυχθή εις ευτελή κατάστασιν υγείας και άξιον της ελευθέρας κοινωνίας, με το επίλοιπον Κράτος».

Στις 2 Νοεμβρίου του 1828, ο Κυβερνήτης, με έγγραφό του, από τον Πόρο, «Προς την επί της Οικονομίας Επιτροπήν», ενέκρινε την πρόταση του εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδος, ο οποίος με αναφορά του προς αυτήν την Επιτροπή, την παρακαλούσε «να ενεργήσει των επισκευών των δυο τοίχων του κραββάτου, επί του οποίου διαβαίνει ο ποταμός Άβορος» στη Δωρίδα, ώστε να μη καταστρέφει, με τις πλημμύρες του, τις σπαρμένες περιοχές[x].

Ο Κυβερνήτης πληροφορούσε την Επιτροπή της Οικονομίας, ότι η Κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε θετικά την πρόταση, προκειμένου να προφυλάξει τον περιβάλλοντα τον ποταμόν, τόπον.

Ο προσωρινός Διοικητής Πόρου, Ν. Γκίκας, στις 30 Νοεμβρίου 1828, απηύθυνε προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος, αναφορά, με την οποία τον πληροφορούσε, για τις μεγάλες καταστροφές, που είχαν προξενήσει, στα δένδρα του νησιού τους, οι Γάλλοι ναύτες του πολεμικού δικρότου, που ήταν αραγμένο στο λιμάνι τους. Παρά το γεγονός ότι το Διοικητήριον του Πόρου, έγραψε στον Διοικητή του δικρότου, για τις καταστροφικές ενέργειες των Γάλλων ναυτών, οι οποίοι, «με τας καταχρήσεις αυτάς και τας καταστροφάς εις τα δέντρα και τους αμπελώνας των κατοίκων της νήσου, κατέστρεφον και το υγιεινόν περιβάλλον της νήσου των».

Ο Κυβερνήτης μόλις πληροφορήθηκε αυτό το δυσάρεστο γεγονός που ήταν λεπτό και επικίνδυνο, από πολλές πλευρές, με τις δικές του σωστές ενέργειες και την γνωστήν μέριμνά του, για την προστασία του περιβάλλοντος, έφερε θετικά αποτελέσματα: με τη μελετημένη διπλωματική παρέμβαση, στον κυβερνήτη του γαλλικού δικρότου.

Μία ακόμη, εξαιρετική και σημαντική, από τις πολλές ενέργειες του Κυβερνήτου, ήταν και η ίδρυση υγειονομείων, στις σπουδαιότερες πόλεις, προκειμένου να προφυλάξει και την υγεία των κατοίκων και να προστατεύσει το περιβάλλον:

Στις 8 Απριλίου 1828, «ο Κυβερνήτης της Ελλάδος διέττασε:

«Α’. Το Υγειονομείον του Ναυπλίου, ως αποτελούν μέρος της λιμεναρχίας, ανατίθεται εις την επιστασίαν του ιδίου λιμενάρχου.

Β’. Είς γραμματεύς, διατελών, υπό τον λιμενάρχην, θα εκτελεί ειδικώτερον, τα της υγειονομίας καθήκοντα.

Γ’. Ο λιμενάρχης, μετά του γραμματέως, οφείλουν να δίδουν λόγον εις την Κυβέρνησιν, δια τα αφορώντα  της υγειονομίας»[xi].  

«Ο κατά το Τμήμα της Αργολίδος, έκτακτος Επίτροπος», ο Νικόλαος Καλλέργης, στις 20 Οκτωβρίου 1828, με έγγραφό του, από το Ναύπλιον, «Προς Λιμεναρχυγειονομείον Ναυπλίου», καθώριζε τα χρέη και  τις αρμοδιότητές του[xii]. Έστελνε τα σχετικά ψηφίσματα και τις διατάξεις του Κυβερνήτου, οι οποίες απέβλεπαν, «εις την τακτικήν σύστασιν του υγειονομείου και λιμεναρχείου.

Το Λυμεναρχυγειονομείον, θα  ενεργεί τα χρέη του, με μεγάλην ακρίβειαν και προσοχήν, όπως υπαγορεύουν αι σχετικαί διατάξεις, που απέβλεπαν εις την υγιεινήν κατάστασιν των ακτών, και εις την απαγόρευσιν, της ρυπάνσεως της θαλάσσης».

Ο Κυβερνήτης, τον επόμενο χρόνο, το 1829, στις 27 Ιουλίου, έγραφε από το Άργος «προς επί των Ναυτικών μέλος του γενικού Φροντιστηρίου, ότι ο Γενικός Έκτακτος Έφορος των λιμένων, «κατ’ αίτησιν του λιμενάρχου Ναυπλίου, εζήτει να του δοθή μία λέμβος, με τους αναγκαίους κωπηλάτας, δια να επισκέπτεται τα εκεί ελλιμενιζόμενα».

Ο Κυβερνήτης έγγραφε ότι, και για την διευκόλυνση του λιμένος του Ναυπλίου, «και διότι τα ελλιμενιζόμενα  διάφορα πλοία προσορμίζονται αρκετά μακράν», ενέκρινε την αίτηση του Εφόρου, εφόσον ο ίδιος είχε διατάξει να ελλιμενίζονται, «αρκετά μακράν των ακτών», για να προφυλάξει τα παράλια από τη ρύπανση. Ο ίδιος έφορος, με νεώτερη αναφορά του, και « κατ’ αίτησιν του υγειονομολιμενάρχου Σύρας», πρότειναν να προστεθή και δεύτερη λέμβος, σ’ αυτήν την υπηρεσίαν οπότε και ο υγειονόμος και ο λιμενάρχης θα διευκολύνονταν στην εκτέλεση των χρεών τους.

Ο Κυβερνήτης παρακαλούσε την Ναυτικήν υπηρεσίαν, να ενεργήσει τα δέοντα, για την προμήθεια αυτών των λέμβων και να τον ειδοποιήσουν[xiii].

Στις 28 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς την Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης, έγγραφε στον Πρόεδρον της Γερουσίας, ότι «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου», του έστελνε τρεις αναφορές του Εκτάκτου Γενικού Εφόρου των λιμένων της Επικρατείας, του Θεοδώρου Μαθιού[xiv]:

«Η πρώτη περιείχε, το περί διοργανισμού των υγειονομικών καταστημάτων σχέδιον, το οποίον υπέβαλον εις την Κυβέρνησιν Ο Α’ Γραμματεύς, του εις Σύραν υγειονομείου Στέφανος Γρησπάρης.

Η δευτέρα διαλαμβάνει τας παρατηρήσεις του Κυρίου Αντωνίου Τζούνη, ως προς την νόσον της λέπρας, η οποία μολύνει μερικά μέρη της Πελοποννήσου και τας γνώμας του, περί των μέτρων, όσα έπρεπε να ληφθούν, προς εξάλειψιν του δεινού τούτου.

Η τρίτη αναφορά πραγματεύεται περί των υγειονομείων, των λοιμοκαθαρτηρίων της Επικρατείας, εν γένει. Περιέχει παρατηρήσεις  ακριβείς, ως προς τας απαιτουμένας μεταρρυθμίσεις και την τακτοποίησιν αυτών των καταστημάτων».

Τα έγγραφα αυτά, έγραφε ο Ν. Σπηλιάδης, θα βοηθούσαν «τας σκέψεις και τας αποφάσεις της Γερουσίας, καθ’ όσον ο κ. Αντώνιος Τζούνης, είχεν περιέλθει όλα σχεδόν τα παραθαλάσσια μέρη της Επικρατείας και παρατηρήσας αυτοπροσώπως τας διαφόρους αυτού θέσεις, ημπόρεσεν, εκ της προς άλληλα συγκρίσεως, να συνάξει τα συμπεράσματά του».

Ο Ν. Σπηλιάδης έστελνε επίσης στον Πρόεδρον της Γερουσίας, αναφοράν, του Ν. Πονηροπούλου, «αφορώσαν, την δια δενδροφυτείας διακόσμησιν,  των πέριξ του Ναυπλίου καθύγρων τόπων και τον κατ’ αναλογίαν αναδασμόν[xv], της γεωργησίμου γης, ταύτης της επαρχίας….»  

Όλα αυτά, ανέφερε τέλος ο Ν. Σπηλιάδης, επειδή αποτελούσαν «μέρος των αντικειμένων, εις τα οποία μέλλει να ενασχοληθή η Γερουσία», τα έστελνε στον Πρόεδρόν της, «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου».

Τον Αύγουστο του 1830 υπηρετούσαν στο «Υγειονομολιμεναρχείον του Ναυπλίου»: Ο λιμενάρχης Θεόδωρος Μαθιός, με 160 φοίνικες μισθόν, από τα Ψαρά, ο Στέφανος Γρησπάρης, ως υγειονόμος, με τον ίδιον μισθόν, ο αρχιφύλακας Γεώργιος Κσσιμάτης, με μισθό 128 φοίνικες, ο Γ. Καθοπούλης με τον ίδιο μισθό (εντελώς σβησμένη η θέση του), ο Νικόλαος Φ. Τζηκούνης, ως βοηθός, με 120 φοίνικες ο Κων. Μιντζάτζος φύλακας, με 40 φοίνικες, ο κωπηλάτης Σταμάτιος Σωτήρου και άλλοι τέσσαρες κωπηλάτες, με 24 φοίνικες, οι οποίοι «μη ηξέροντες να γράψουν, κάνουν το σημείον του Σταυρού»[xvi].

Το πολύπλευρο και ασύλληπτο έργο του Καποδίστρια, που αφορούσε στην προστασία του περιβάλλοντος και στα μέτρα, που έλαβε για την εξυγίανση και «καλλωπισμόν» όλων των πόλεων, για την περιφρούρηση της υγείας του λαού και τόσα άλλα, είναι τεράστιο.

Για τα μέτρα που έλαβε, όταν εκδηλώθηκε, αμέσως μετά την άφιξή του, η θανατηφόρος επιδημία της πανώλους, για την δενδροφύτευση όλης της κατεστραμμένης από τους Αιγυπτίους χώρας, για την ίδρυση νοσοκομείων, για τον καθαρισμό των δρόμων, για την υδροδότηση, για την βελτίωση της διατροφής των κατοίκων, και τόσων άλλων ακόμη, η προσφορά του δικαιολογημένα θεωρείται μεγαλειώδης και μοναδική.    

  

Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

Υποσημειώσεις


[i] ΓΑΚ. Συλλογή Βλαχογιάννη, φ. 122 αριθ.  εγγράφου 149. Προσωρινός Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, ήταν ο Ιωάννης Θεοτόκης, ΓΑΚ = Γενικά Αρχεία του Κράτους.

[ii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 25 αριθ. Εγγράφου 657.

[iii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 41, αριθ. εγγράφου 1403.

[iv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51, αριθ. Εγγράφου 542.

[v] Κανένας δεν θα μπορέσει να μην αναγνωρίσει το «μυθικό» έργο, αυτού του ανθρώπου, με τις τότε φοβερές συνθήκες: του Κυβερνήτου.

[vi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51.

[vii] Καζάρμα (λέξη ιταλική)  = ο στρατώνας.

[viii] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φ. 14 – 16 (16)

[ix] ΓΑΚ, Αρχειόν Βλαχογιάννη, Γενική Γραμματεία, φ. 81, αριθ. Εγγράφου 39. Το Διάταγμα υπέγραφαν: «Η Επιτροπή: Γεώργιος Κουντουριώτης, Ανδρέας Ζαΐμης. Επεκύρωνε το διάταγμα ο Γραμματεύς της Επιτροπής της Γενικής Διοικήσεως», ο Βιάρος Α. Καποδίστριας.

[x] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 14, αριθ. Εγγράφου 7552.

[xi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 47 αριθ. Εγγράφου 1518. Βλ. και Γεωργίου Δημακοπούλου, Η επί του αγώνος υπέρ της δημοσίας υγείας Κυβερνητική πολιτική, σ. 277 – 284, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[xii] ΓΑΚ, Γραμματεία Οικονομίας, φ. 142, αριθ. Εγγράφου 2139.

[xiii] ΓΑΚ, Γενικόν Φροντηστήριον, φ. 55, αριθ. Εγγράφου 13549.

[xiv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 224, αριθ. εγγράφου 3032.

[xv] Αναδασμός = η εκ νέου αναλογία της καλλιεργησίμου γης.

[xvi] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 142.

Read Full Post »

 

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ'). Ελαιογραφία - Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ’). Ελαιογραφία – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αντώνιο FiguerradAlmeida(1783-1847)


 

Για τον πιο διακεκριμένο φιλέλληνα της Ιβηρικής χερσονήσου, τον πορτογάλο Αντώνιο Figuerra d’ Almeida (1783 – 1847), τα πληρέστερα βιογραφικά στοιχεία οφείλουμε στον ελβετό Ερρίκο Fornesy. Το φυλασσόμενο στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών χειρόγραφό του αρ. 1697, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πειραϊκό περιοδικό «Εβδομάς» του έτους 1884.

Το κείμενο για τον Almeida στο τεύχος του Ιανουαρίου 1884, έχεις ως εξής: «Αρχαίος αξιωματικός εις τον στρατόν της πατρίδος του Πορτογαλίας κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας της Ιβηρικής χερσονήσου κατά των Γάλλων της Α’ Αυτοκρατορίας πολέμους (του Μ. Ναπολέοντος), έλαβε το 1823 ενεργόν μέρος εις την συνταγματικήν  πάλην της Ισπανίας κατά της εισβολής των Βουρβώνων.

Εις την Ελλάδα διεδέχθη εις την αρχηγίαν του τακτικού ιππικού τον κόμητα Regnault de Saint – Jean d’ Angely, και διεκρίθη την 1η Αυγούστου 1826 εν Τριπολιτσά εις πεισματώδη μάχην, όπου επικεφαλής μιας δρακός ιππέων διεσκόρπισεν ισχυρόν τετράγωνον τακτικών Αράβων, απάντων φονευθέντων. Εν συνεχεία συνόδευσε  τον Φαβιέρο εις τινας ακολούθους εκστρατείας και εχωρίσθη αυτού εις την της Χίου.

Ένεκα της αναρχίας, ήτις επηκολούθησε την δολοφονία του κυβερνήτου Καποδιστρίου, ηναγκάσθη μετά μακράν πάλην να εγκαταλείψη την αρχηγίαν των πολεμικών θέσεων και φρουρίων του Ναυπλίου, όπου η πολιτική επιρροή της Γαλλίας και Αγγλίας ενίκησε την της Ρωσίας.

 

Έγγραφο του φρουράρχου Αντώνιο Figuerra d’ Almeida στο ιστορικό Αρχείο Ναύπλιου.

 

Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν εφείσθη μάλλον των άλλων του φιλέλληνος  Αλμέϊδα. Τον ηδίκησαν , του αρνήθηκαν τα δικαιώματα του, άτινα εντίμως και νομίμως απέκτησε και μόλις περί τα τέλη του 1835, τον επανέφερον εις την υπηρεσίαν με την μισθοδοσία του διαθεσίμου, και του ανέθηκαν την στρατιωτικήν διοίκησιν του Μεσολογγίου. Το μέτρον τούτο ενέπνευσε εις την αντιβασιλείαν η προαίσθησις του κινδύνου της στιγμής μάλλον, ή η ιδέα της επανωρθώσεως αδίκου παραγκωνίσεως γενναιοτάτου, ακεραίου και δραστηρίου στρατιώτου.

Πράγματι, διάφοροι στάσεις εν Πελοποννήσω δυσκόλως περισταλείσαι, μετέδωσαν γενικήν δυσαρέσκειαν εις όλην την Στερεά Ελλάδα, παροργισθείσαν κυρίως εκ της αποτόμου και εντελούς διαλύσεως των παλαιών ατάκτων στρατευμάτων και παλληκαρίων , χωρίς ποσώς ν’ αμειφθώσι, δια τας υπερανθρώπους  θυσίας και τας ηρωικάς υπηρεσίας , ας προσήνεγκον εις την πατρίδα.

Άνθρωπος πεπειραμένος, ο συνταγματάρχης Αλμέιδας ταχέως κατενόησεν εις την κυβέρνησιν αλλ’ αύτη εκώφευσεν εις την συμβουλήν του. Ούτω, τέσσαρας ημέρας μετά την ακατανόητον ελάττωσιν των δυνάμεων, ήτοι την 5 Ιανουαρίου 1836, εξερράγη η φοβερά επανάστασις εν Μσολογγίω επί κεφαλής της οποίας ήσαν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζέρβας και πλήθος παλαιών αξιωματικών αδικηθέντων υπό της εξουσίας. Εν συντόμω μετά τριμήνου προσπαθείας και με ατομικούς ως επί το πλείστον κινδύνους, ο γενναίος πορτογάλος κατόρθωσε να εξέλθη νικητής κρίσεως ήτις έθετε την δυναστείαν του Όθωνος εις το χείλος της απωλείας. Του απέδωκαν τότε ολόκληρον τον μισθόν του βαθμού του και τον επανέφερον εις την παλαιάν και έντιμον θέσιν του διοικητού του Ναυπλίου. Μετά ταύτα επροβιβάσθη εις αντιστράτηγον.

Είχε τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος, τον σταυρόν του Χριστού, έφερε δε και το μετάλλιον του ελληνικού αγώνος.  Απέθανεν υπό σύνταξιν εν Bataglia της Ενετίας την 21ην Ιουλίου 1847.

Από τα ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τρεις είναι οι ανεκτίμητες υπηρεσίες που πρόσφερε στην αναγεννόμενη Ελλάδα ο Αντώνιος D’ Almeida, ο κατά τον Fornesy«γενναιότατος, ακέραιος και δραστήριος στρατιώτης»: η ηρωική υπεράσπιση της Τριπολιτσάς από της ορδές των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ την 1η Αυγούστου 1826, η σωτηρία του Ναυπλίου από τον κίνδυνο εμφύλιου σπαραγμού φίλων και αντιπολιτευομένων του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, και η καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Συνταγματάρχη Ζέρβα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1836.

Για τη λιγότερο γνωστή συμφιλιωτική επέμβαση του Αλμέιδα μεταξύ Καποδιστριακών και Αντικαποδιστριακών αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, έχουμε τη μαρτυρία του φίλου του Καποδίστρια από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ιταλία και γιατρού του στο Ναύπλιο από της 20ης Ιανουαρίου 1828 έως την δολοφονία του, Zecchini.

Κατά τα Απομνημονεύματά του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος», και πιο συγκεκριμένα  το κεφάλαιο που αφορά στη δολοφονία του Καποδίστρια το οποίο του παρουσίασε στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα» V (2004) σελ. 249 – 253, ο Κ. Καιροφύλας ο Zecchini πέρασε την παραμονή του αποτρόπαιου εγκλήματος στην Τίρυνθα. Την επομένη το πρωί, επιστρέφοντας πεζός στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το έγκλημα. Στο κυβερνείο διαπίστωσε τον ακαριαίο θάνατο του νεκρού από πυροβολισμό στον κρόταφο.

«Μετά την δολοφονία», γράφει Zecchini και μεταφράζει ο Καιροφύλας «ο Γιώργης Μαυρομιχάλης έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας  Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκανε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού (σ. σ., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Αύγουστο Ι. Touret, χορηγό του Μνημείου Φιλελλήνων στην Καθολική Εκκλησία Ναυπλίου)… Από εκεί ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία που του έδωσε καταφύγιο.

Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε  εκεί ζητώντας  από τον πρεσβευτή να του τον παραδώσει. Αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε, ευτυχώς επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες εις την επαναστατημένη Ελλάδα, και ήτο στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάστηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρευσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβης κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέιδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν τον δολοφόνο, ο δε Αλμέιδα εγγυήθηκε ότι ο λαός δεν θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάσει το νόμιμο δικαστήριο.

Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδόθηκε στον Αλμέιδα ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέιδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια…» 

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Morandi Αντώνιος (Ιταλός Φιλέλληνας)


  

Αντώνιος Morandi. Από τους πιο διαπρεπείς Ιταλούς φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα του Εικοσιένα, ο Α. Morandi έζησε για πολλά χρόνια στο Ναύπλιο. Μαζί με το Γάλλο συνταγματάρχη Α. Touret, και τον Πορτογάλο φρούραρχο A. DAlmeida, εργάστηκε για την διοργάνωση της καθολικής ενορίας. Εκτενείς πληροφορίες γι’ αυτόν μας δίνει ο Μπ. Άννινος  στα «Ιστορικά Σημειώματα», Αθήνα 1925 σελ. 332 – 335.

Γράφει μεταξύ άλλων ο Άννινος: Περί του ανδρός τούτου παραδόξως  αι περί Φιλελλήνων σημειώσεις του Φορνέζη περιέχουν ελαχίστας και συνοπτικωτάτας πληροφορίας. Λέγουν  ότι κατήγετο εκ του Μεγάλου Δουκάτου της Μοδένης, ότι έλαβε μέρος εις διαφόρους εκστρατείας του Φαβιέρου, ότι παραιτηθείς της ελληνικής υπηρεσίας το 1859, κατετάγη εις τον σαρδηνικόν στρατόν και ουδέν πλέον.

Εξ εναντίας, και ο Δουκάν εις τας Αναμνήσεις του και ο Αμπού εις το βιβλίο του, ομιλούν περί αυτού μάλλον δια μακρών και υπό πνεύμα ευμενές. Τα περιστατικά σε όσα αναφέρουν μαρτυρούν ότι ο πολύπλαγκτος  βίος του δεν ήτο άμοιρος ενδιαφέροντος και η εν Ελλάδι δράσις του ουχί ασήμαντος.

Παραθέτω όσα περί αυτού γράφει ο Δουκάν: «Εις των αγωνισθέντων ανδρείως κατά των στρατευμάτων του Ιβραήμ πασά εν Πελοποννήσω, ευρίσκετο τότε εις Αθήνας άεργος και περίλυπος. Ήτο ούτος  ο στρατηγός Μοράντι, καταγόμενος εκ Μοδένης, τον οποίον συνήντων συχνάκις εις τον οίκον του συνταγματάρχου Τουρέ, όπου εύρε την φιλοξενίαν ην οι παλαιοί συναγωνισταί ουδέποτε αρνούντο προς αλλήλους. Ο Τουρέ και ο Μοράντι ήρχοντο ενίοτε και συνεμερίζοντο το γεύμα μας εν τω ξενοδοχείω της Αγγλίας, η συνδιάλεξις δε μεταξύ μας παρετείνετο πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.

Ο Μοράντι ήτο θαυμάσιος τύπος γενναίου περιπλανωμένου ιππότου, προσέτρεχε πανταχού προμύθως όπου αντήχει η φωνή της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας… Κατήλθεν εις την Ελλάδαν και μετέσχε του επαναστατικού αγώνος…ανέλαβε υπερεσίαν διορισθείς ανώτατος διοικητής Χωροφυλακής αλλά εγκατέλιπεν άνευ αδείας την θέσιν του το 1848, υπηρέτησεν ως υποστράτηγος εις το πεντεδεμονιακόν στρατόν και μετέβη κατόπιν εις  Βενετίαν δια να ρίψη τας τελευταίας βολάς κατά των Αυστριακών, διεσώθη δε μετά την άλωσιν της πόλεως εκ νέου εις την Ελλάδα διασχίσας την Ήπειρον. Ήλπιζε να επανεύρη το βαθμόν του, αλλά εύρεν απεναντίας στρατιωτικόν δικαστήριον συνελθόν εν Ναυπλίω δια να τον δικάση.

Ενεφανίσθη προ αυτού, υπερίσπησεν αυτοπροσώπως την υπόθεσίν του και ηθωώθη. Αλλά η Αυστριακή διπλωματία παρενέβη, και δια των ενεργειών της ετέθη εις αργίαν. Η απραξία τον κατέθλιβε και επωφελείτο αυτής δια να συγγράψη τα Απομνημονεύματά του. ’Ητο άψογος την περιβολήν , η δε υπερβολική ζωηρότης της ομιλίας του δεν εζημίωνε ποσώς την χάριν της συμπεριφοράς του. Όχι μόνον δε ηυχαριστούμεθα να ακούωμε διηγούμενον τα συμβάντα της ζωής του, αλλά και συχνάκις τον ηρωτώμεν περί αυτών, διότι υπήρξε φίλος του λόρδου Βύρωνος μετά του οποίου συνεπολέμησεν εις Μεσσολόγγιον… 

Ο Αμπού πλέκει επίσης το εγκώμιον του ιταλού Μοράντι μετά θερμοτέρων μάλιστα εκφράσεων και υπερθεματίζων εις τας θέσις του, ανευρίσκει δε μετά χαράς αφορμήν και εις το θέμα τούτο να χλευάση και να εξυβρίση τους Έλληνας…»

Έως το 1848, έτος προσωρινής επιστροφής του Μοράντι στη Βενετία, ο γνωστός επίσης φιλέλληνας Αντώνιος Macchia, ήταν ο πιστότερος φίλος του στο Ναύπλιο. Ο θάνατος του Α. Macchia αναφέρεται στις ληξιαρχικές πράξεις του καθολικού ναού στις 26 Αυγούστου 1858, με την ένδειξη ότι ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο Καθολικών, ευρισκόμενο άνωθεν του προαστείου της Πρόνοιας (στα λατινικά: Quod est in superiori parte Proeniae).  

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Κωνσταντίνος (1800; – 1864;)


 

Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας, το χρόνο εκείνο, που ο πατέρας του Κωνσταντίνος, κλεφταρματολός, έπεσε σε μια συμπλοκή Ελλήνων και Τούρκων έξω από την Αθήνα, γύρω το 1800, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του. Αδελφό είχε τον Παναγιώτη, μεγαλύτερο και περισσότερο εγγράμματο.

Θεωρείται ο σπουδαιότερος και βασικότερος Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Διατηρούσε ομάδα Αχλαδοκαμπιτών και ξένων στρατιωτών και βρισκόταν πάντα κοντά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου κατά των Τούρκων.

Οι σπηλιές του Ντούσια

Σαν κρησφύγετο είχε τις δυο σπηλιές στα «Κόκκινα Βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά», απρόσιτα καταφύγια στρατιωτών και γυναικόπαιδων, που μέχρι σήμερα ονομάζονται «σπηλιές του Ντούσια». Μετά το θάνατο του Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, πιθανόν να διετέλεσε και προεστός του Αχλαδοκάμπου. 

Σχετικά για το πρόσωπο και τη δράση του ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, αναφέρει τα ακόλουθα στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73:

«Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι. Ο δε Κωσταντής ευρίσκετο παντού εις τους πολέμους με τους γειτόνους του και ήτον αγαπητός του Θ. Κολοκοτρώνη».  

Επίσης από ένα πιστοποιητικό του Θ. Κολοκοτρώνη σκιαγραφείται και η προσωπικότητα και η δράση του. Το παραθέτουμε αυτούσιο, χάρη της Ιστορίας:

« Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προς τον Κωσταντίνον Ντούσιαν.

Ο Κωστής Ντούσιας από Αχλαδόκαμπον απ’ αρχής της Επαναστάσεως υπηρέτησε στρατιωτικώς με πίστιν και πατριωτισμόν. Είχε υπό την οδηγίαν του από μέρους των συγχωρίων του· παρευρέθη εις πολλάς μάχας και επολέμησε με ανδρείαν, όθεν γνωρίζων την καλήν διαγωγήν εις πιστοποίησιν δίδω το παρόν, δια να του χρησιμεύση όπου ανήκει.

Εν Ναυπλίω τη 25η Απριλίου 1833

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ομοίως με το παρακάτω έγγραφο του απενεμήθη Ο Αργυρός Σταυρός:

 «Αριθ. 96

Εν Κορίνθω τη 27η Μαρτίου 1836

Η Διοίκησις της 9ης Τετραρχίας της Ελληνικής Φάλαγγος,

Προς τον υπολοχαγόν κον Κωσταντίνον Δούσαν

Εις Κόρινθον

Το Γενικόν Αρχηγείον της Πελοποννήσου …. δια της υπ’ αριθ.  2187 Διαταγής του, κατά την διαταγήν της επι των στρατιωτικών Β’ Γραμματείας  υπ’ αριθ. 4690, έπεμψεν εις υμάς τον Αργυρούν Σταυρόν, τον οποίον η Α. Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς,  ευαρεστήθη να σε δώση, δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις  σου εις τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας .

Ο Διοικητής κ.τ.λ.

Δ. Τσώκρης». 

Στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών ειδικός φάκελος με έγγραφα, σχετικά με την αποζημίωση, από τις διάφορες Επιτροπές, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν υπάρχει.

Στο Νέο Μητρώο των αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 589 σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Κώστας, Υποχιλίαρχος τω 1824. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 65). (Οφειλόμενα γρόσια 10.420. Φοίνικες 523). Παρατήρηση: Τα γρόσια 10.420 επ’ ονόματι αυτού και των υπ’ αυτού. Δια τους φοίνικας 523 αναφοράς επροικοδοτήθη υπολοχαγός γρόσια 4.320».

Το «κελί του Ντόυσια» στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Κυνουρία.

Ο Αγωνιστής Κωσταντίνος Ντούσιας δεν επέτυχε κανένα άλλο υλικό όφελος  από το Κράτος, εκτός ορισμένα στανοτόπια στον Αχλαδόκαμπο και ελάχιστα κτήματα στο κάμπο της «Μηλιάς» στη Μαντινεία, τα οποία τελικά διαμοιράστηκαν σε φτωχούς. Τιμητικά του παραχωρήθηκε ένα κελί στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στην Κυνουρία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται: «Κελί του Ντούσια».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Ο Αγωνιστής Κωνσταντίνος Ντούσιας, για τους απογόνους του, μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαφυλάττουν, το σπαθί, την μπιστόλα και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, είναι σύμβολο και καύχημα, γεγονός που τους προσδίδει μια έκδηλη οικογενειακή υπερηφάνεια.

 

 Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )


 

 

Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του  να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).

Από το οικογενειακό  περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.

Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών»  και σημειώνεται ότι  «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».

Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις  διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.  

Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.

α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ.8600

Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,

Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.

Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 17 Μαΐου 1844

Ο Υπουργός 

(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»   

  

β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:

 

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ. 460

Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι

Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.  

Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει. 

Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865 

Ο Δήμαρχος 

(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»

  

γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:

 

«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865. 

Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν,  δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.

Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής. 

Ότι κατά το  έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε  ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς  του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.

Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.

Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.

Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.  

Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν  επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και  πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια  την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα  δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68. 

Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.

Υποσημειούμαι, 

παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος

Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς

Οικονόμος».

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.  

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της   αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.

Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι  του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.

Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας  90 περίπου  χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Παραβάντης Κωνσταντίνος Αθανασίου (1805; – ; )


  

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, πρόγονος της σημερινής οικογένειας Παραβάντη, γεννήθηκε στην Ήπειρο, γύρω στο 1805. Για άγνωστους λόγους η οικογένειά του εξορίστηκε στο Μεσολόγγι. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι άρπαξαν την αδελφή του, την όμορφη Παρθενία και την έκλεισαν στα χαρέμια του Σουλτάνου, στην Κωνσταντινούπολη. Εξαιτίας  τούτο του γεγονότος η οικογένεια Παραβάντη ήρθε σε ρήξη με τους Τούρκους και εξορίστηκε από το Μεσολόγγι στην Μπούγα του Άργους. Ο πατέρας Αθανάσιος, πέθανε στο δρόμο, πριν ακόμα φθάσει στην Μπούγα. Η μητέρα είχε προ πολλού αποβιώσει.

Ο Κωνσταντίνος στη Μπούγα, με τη μόνη αδελφή του, την Αλεξάνδρα, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή, ερχόταν από την Μπούγα στον Αχλαδόκαμπο και εκκλησιαζόταν στο ναό της αγίας Κυριακής και έλεγε το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών». Ο σκοπός του ήταν να πλησιάσει τα όρια του χωριού και να εγκατασταθεί στον Αχλαδόκαμπο, αλλ’ οι πολιτικοί παράγοντες του τόπου δεν τον άφηναν.

Έχτισε εκεί ψηλά, στο επάνω μέρος της ράχης, και κοντά στα Λεύκα, μια καλύβα, για τις ανάγκες των γιδοπροβάτων του, που ονομάζεται μέχρι σήμερα «Καλύβα του Παραβάντη», και έξω στη ράχη, απέναντι από το χωριό έχτισε το σπίτι του, το οποίο αργότερα αγόρασαν οι Καριοφυλλαίοι και σήμερα έχει περιέλθει στην οικογένεια Θεοδώρου Σταυράκη.

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, τυγχάνει και Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο  Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 3193 και στο Παλαιό, με αύξοντα αριθ. 1418, όπου σημειούται: «Παραβάντης Κωνσταντίνος  του Αθανασίου, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας  ως απλούς στρατιώτης. (Στη συνεδρίαση 446) ετάχθη εις την εβδόμην τάξιν των αξιωματικών, υπηρετήσας στρατιωτικώς».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, στο κουτί 171, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, δεν αναφέρεται ανάμεσα στους άλλους Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο στρατηγός και πολιτευτής  του Άργους Δημήτρης Τσώκρης τον περιέβαλλε με συμπάθεια και τον προώθησε για Δήμαρχο. Για τη ζωή και τη δράση του ως Δημάρχου Αχλαδοκάμπου, βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 166, παράδοση αρ. 191, οικογένεια Παραβάντη.

 

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντρούλιας Ανδρέας Μήτρου (Αγωνιστής του 1821)


 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 16518, όπου σημειούται: «Ντρούλιας Ανδρέας, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, υπαξιωματικός, Τάξεως Δευτέρας. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, μαζί με τον πεθερό του Μήτρο Πέρπυρο, στο κουτί 152, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας του Μήτρου είναι ο τελευταίος γιος του Μήτρου (ή Κωνσταντίνου) Σελλή. Επειδή είχε κάνει διάφορα ανδραγαθήματα κατά των Τούρκων και ακόμη από το επιβλητικό του παράστημα, ονομάστηκε Αντρούλιας – Ντρούλιας, επώνυμο το οποίο φέρει σήμερα η μεγάλη οικογένεια των Ντρουλιαίων.

 Η τοπική παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τούρκους, στου «Παπανικολού» τ’ αλώνι, λίγο πριν την Επανάσταση, όταν καταδιώχτηκε από Τούρκους, καθώς πήγε να κλέψει σταφύλια, στα αμπέλια της Μπερτζοβάς, (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 169)

Στην αίτηση της συζύγου του Γιαννούλας, προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνος, σημειούται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κατά του Ιμπραήμ.

Ότι ο Ανδρέας, Ντρούλιας ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ο Διαφωτιστής  του  Έθνους  Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης (1800 – 1874) στο  Ναύπλιο


 

Αποθανατισμένη στο λευκό μάρμαρο, η μορφή του Γεωργίου Μάρκου Τερτσέτη, από τους τελευταίους μεγάλους διαφωτιστές του Έθνους των Ελλήνων, κοσμεί, συντροφιά με την προτομή του Αναστασίου Πολυζωίδη (1803-1872), την είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου. Τους λόγους της τιμητικής αυτής διάκρισης σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της αργολικής πρωτεύουσας θα αναφέρουμε ευθύς αμέσως.

Προχωρώντας στην οδό Φωτομάρα που οδηγεί από την Πύλη της Ξηράς στο κέντρο της παλαιάς πόλης και λίγο πριν αντικρύσουμε τον επιβλητικό τρούλο της καθολικής εκκλησίας, στην οποία ο υπογράφων έχει την τιμή να υπηρετεί ως επίτροπος από το 1988, η κάθετος επί της Φωτομάρα οδός φέρει την υπογραφή «Τερτσέτου», αντί του ορθού «Τερτσέτη», που έτσι κι αλλιώς αγνοούν οι περισσότεροι των δημοτών.

Παλαιότερα είχαμε κάνει πρόταση αναγραφής επί των πινακίδων των οδών της κύριας ιδιότητας των ανδρών και γυναικών των οποίων φέρουν το όνομα. Κάτι το οποίο γίνεται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όχι όμως και στη δική μας. Τουλάχιστον, όμως, όσον αφορά στον Τερτσέτη, οι αναγνώστες των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» θα έχουν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από την σύντομη παρουσίασή του, με ιδιαίτερη βέβαια έμφαση στην τριετία 1832-1834 την οποία πέρασε στο Ναύπλιο, διδάσκοντας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» και υπερασπιζόμενος τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές του Εικοσιένα που, ο εισαγγελέας του Βασιλείου Εδουάρδος Masson, επιθυμούσε να δει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Καταδίκη που δεν εκτελέστηκε εν πολλοίς χάρη στον Πολυζωίδη και Τερτσέτη.

  

Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης


 

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Διαπρεπής πεζογράφος και ποιητής, δάσκαλος και δικαστής αρχειοφύλακας και ιδρυτής της βιβλιοθήκης της Βουλής, ο ζακυνθινός Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης συγκαταλέγεται στη χορεία των τελευταίων μεγάλων διαφωτιστών του Έθνους κατά την πεντηκονταετία  που ακολούθησε την απελευθέρωσή του από τον οθωμανικό ζυγό. Τον τίτλο αυτό οφείλει στα πολυάριθμα  πεζά και έμμετρα πατριωτικά του συγγράμματα, στις παραδόσεις του μαθήματος της ιστορίας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» Ναυπλίου (1832-1833), το οποίο στεγαζόταν στο κτίριο του σημερινού Παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου, και στους πανηγυρικούς λόγους που εκφωνούσε στη Βουλή των Ελλήνων κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου από το 1846 έως το έτος εκδημίας του το 1874.

Ιδιαίτερη τιμή περιποιεί ο άνδρας αυτός στους καθολικούς το θρήσκευμα Έλληνες. Βαπτίσθηκε κα γαλουχήθηκε στα ιδανικά του Ευαγγελίου και νυμφεύθηκε την επίσης καθολική Αδελαΐδα  Germain, δασκάλα γαλλικών των παιδιών της οικογένειας Σούτσου, με την οποία απέκτησε τον Σπυρίδωνα, ο οποίος σταδιοδρόμησε διπλωματικά στη Γαλλία.

Παράλληλα με το καθολικό του δόγμα, ο Γ. Τερτσέτης υπήρξε «οικουμενιστής» πριν την ώρα. Άνθρωπος που γνώριζε να παραβλέπει τα δευτερεύοντα στη θρησκεία και να δίνει σημασία στα ουσιαστικά του χριστιανισμού διδάγματα, όπως την πίστη στον τριαδικό Θεό, το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος Ιησού Χριστού και στα πρωτεία της αγάπης για την οποία γράφει: «Η αγάπη ριζώνει εις τα στήθη εκείνων οι οποίοι προσκυνούν την αυτήν θεότητα, οι οποίοι κυβερνώνται από έναν νόμον ιερόν, δεν χωρίζονται σε έθνη, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσσοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Έλληνες, αλλά μορφώνουν ένα γένος των Χριστιανών»[1].

Ο Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, του Ναθαναήλ και της Αικατερίνης Στρούζα, γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου στις 4 Νοεμβρίου 1800. Βαπτίσθηκε στις 25 του ιδίου μήνα στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου από τον ιερέα Νικόλαο Renaud και με ανάδοχο τον Νικόλαο Κοργιανίτη[2].

Γιατρός το επάγγελμα με σπουδές στη Δύση, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης άνηκε σε οικογένεια η οποία καταγόταν από την πόλη La Ciotat, κοντά στη Μασσαλία της γαλλικής Προβηγκίας. Ο πρόγονος του Ιάκωβος Tertset, έμπορας, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο με το γιο του Ιωάννη το 1615. Τρεις από τους απογόνους του ο Αντώνιος (†1778), ο Νικόλαος (†1790) και ο Αναστάσιος  (†1885) , υπηρετήσαν ως ιερείς, την καθολική κοινότητα Ζακύνθου.

Τα ελληνικά και ιταλικά γράμματα διδάχθηκε μαζί με τον νεότερο αδελφό του Νικόλαο , στο ιδιωτικό Σχολείο του Σπύρου Μερκάτη. Τις σπουδές του συνέχισε στη Δημόσια Σχολή Ζακύνθου. Από τον ιταλό καθολικό ιερέα Λαυρέντιο Di San Remo, έμαθε τα λατινικά.

Ακόμη πιο σημαντικός ήταν για τον Τερτσέτη ο επίσης καθολικός ιερωμένος Ιωάννης Βαπτιστής Moratelli, για τον οποίο γράφει ο συμμαθητής του Ερμάνος Λουντζής:

«Ένθερμος φιλέλλην, ο Moratelli, οσάκις ευρισκόμεθα εις τον τόπον όθεν εβλέπαμεν την απέναντι Πελοπόννησον, τότε υπό των Οθωμανών καταπιεζομένην, έμπλεος ενθουσιασμού αυτοσχεδίαζε στίχους πότε μεν ελεεινολογών την πτώσιν πότε δε προσδοκών την έγερσιν της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως διήγειρεν εν ταις νεαραίς καρδίαις των μαθητών, τον έρωτα της πατρίδος και της ελευθερίας, προς τον οποίον σκοπόν έτεινεν και άπασα η διδασκαλία του. Από τον ξένον έμαθον πρώτη φορά ότι ανήκω εις έθνος ένδοξον»[3].

Περισσότερα για την επιρροή που εξάσκησαν στον έφηβο Τερτσέτη οι ιερωμένοι διδάσκαλοι του Moratelli  και  San Remo, γράφει  ο Γ. Βαλέτας: «Η επίδραση του Μορατέλλι στον Τερτσέτη ήταν σημαντική και καθορίζει την κατοπινή του ιδεολογική πορεία. Σημαντική επίσης, από  θρησκευτική πλευρά, ήταν παράλληλα με την καθολική του ανατροφή, η επίδρασή του Λορέντζο Σαν Ρέμο, καθολικού παπά και κατηχητή. Αυτός το είχε και στο αίμα του, αν κρίνουμε απ’ τους παπάδες της γενιάς του – του στάλαξε βαθειές χριστιανικές αρχές, τον έβαλε στο νόημα του χριστιανισμού,  της αγάπης και της ανθρωπιάς.

Η πνοή της θρησκευτικότητας που βρίσκεται στους λόγους του, καθώς και η ρητορική διδαχτική του ροπή, είναι γεννήματα της καθολικής του ανατροφής, ποτισμένης και μαγεμένης απ’ το κήρυγμα και τη διδαχή της δυτικής εκκλησίας κι απ’ τα θρησκευτικά καθολικά του αναγνώσματα σ’ αυτή την ηλικία. Θα είχε διαβάσει τον πατριώτη του Λίτινο, άλλους καθολικούς διδαχτάδες, όπως ο Ροδινός κ.λ.π.

Δημοτικιστές αυτοί, κατηχούσαν με την ποίηση και την ρητορική τους. Γιατί ο Τερτσέτης στην ουσία του είναι και μένει ένας κατηχητής, ένας διδαχτής. Και η λογογραφία του, η αθεράπευτη μανία του να μιλάει στο κοινό, να ζητάει και να δημιουργεί ακροατήριο κάθε τόσο, να πιστεύει πως ο λόγος και η  κατήχηση είναι μια αποστολή για κάθε άνθρωπο, όλα αυτά και άλλα τα βρίσκουμε στη γλώσσα και στη ρητορική του σταλαγμένα. Από την θρησκευτική του αγωγή έχουν την αρχή τους. Ο Σαν Ρέμο άφησε σημάδια αξέγραφτα που σε λίγο κοντά στο Βαρβιέρη, θα τυπωθούν βαθύτερα στην ψυχή του και θα μορφώσουν οριστικά τον εσωτερικό του κόσμου[4] .

Τον Οκτώβριο του 1816, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης έστειλε τον πρωτότοκο γιο του στην Πάδοβα της Ιταλίας για να σπουδάσει Νομικά στο φημισμένο από το μεσαίωνα Πανεπιστήμιό της, στο Πανεπιστήμιο που ανέδειξε κατά την Τουρκοκρατία εκατοντάδες ελλήνων επιστημόνων, κυρίως Επτανησίων και Αιγαιοπελαγιτών. Πριν αναχωρήσει για την Πάδοβα ο καθολικός Επίσκοπος Ζακύνθου Αλοΰσιος Σκάκοτς, δαλμάτης την καταγωγή εφοδίασε τον Γεώργιο με την ακόλουθη συστατική επιστολή  της 26 Νοεμβρίου 1816: «Ο ευγενής κ. Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, νόμιμος υιός του ευγενούς κ. Ναθαναήλ, δόκτορος της ιατρικής, καθολικού δόγματος και με έμφυτες καλές διαθέσεις, ανταποκρίνεται στην καθολική πίστη και έχει κάνει προόδους στις σπουδές του. Επειδή αναχωρεί στην Ιταλία, του χορηγείται η παρούσα συστατική επιστολή»[5].

Από τους καθηγητές του στην Πάδοβα, για την οποία διατήρησε τις καλύτερες των αναμνήσεων εφόσον υπήρξε η πραγματική του τροφός (Alma Mater), με πολύ σεβασμό μνημονεύει τον διάσημο καθηγητή των Λατινικών, της Ρητορικής και του Δικαίου Ιωσήφ Barbieri. Χάρη κυρίως σ’ αυτόν, οι καρποί που έδρεψε κατά την πενταετή παραμονή του στη Πάδοβα (1816 – 1820), ήταν ποσοτικά άφθονοι και ποιοτικά άριστοι. Γράφει επ’ αυτού ο ειδικός J. Bouchard, καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Concordia του Μόντρεαλ (Καναδά): «Πρέπει να σημειώσουμε πρώτα την επίδραση του θρησκευτικού του παράγοντα. Ο Τερτσέτης γεννήθηκε και ανατράφηκε καθολικός αλλά σε χώρα ορθόδοξη. Στην  Ιταλία βρίσκει ένα περιβάλλον όπου το θρήσκευμα του επιτρέπει να αισθάνεται πιο άνετα από όλους τους συμπατριώτες του – χτυπητή είναι η διαφορά με τον Ερμάνο Λούντζη, που είχε αισθανθεί κάθε στιγμή πως είναι αλλόθρησκος στην Ιταλία. Κι αυτό παρά το ελεύθερο κλίμα που εξαπλώνεται. Η θρησκευτική εμπειρία του Τερτσέτη στην Ιταλία σημαδεύεται από τον φιλελεύθερο καθολικισμό. Η προοδευτική αυτή πτέρυγα, που συνδυάζεται με την ρομαντική εξόρμηση, πρεσβεύει μιαν εμβάθυνση της θρησκευτικής ζωής, η οποία, με τη χαλάρωση του δογματισμού, προέβαλε την ανεξιθρησκεία και τελικά τον αδιαφορισμό, όπως γράφει ο πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ’ στην εγκύκλιο «Mirari Yos» (1832).

Ο κοινωνικός και πολιτικός φιλελευθερισμός έχει συχνά για βήμα τον άμβωνα. Η εκκλησιαστική ρητορεία εγκαταλείπει τις θεολογικές υψιπέτειες  και ασχολείται με τα ανθρώπινα. Η αισθηματολογία υπερέχει, ενώ οι δημοκρατικές αρετές χριστιανίστηκαν. Ο καθολικισμός αυτός, με ανθρωπιστικά ιδανικά, διέπει το πνεύμα του νεαρού Τερτσέτη, ο οποίος αργότερα θα μιλήσει συχνά για τον χριστιανισμό αποφεύγοντας όμως πάντοτε να προσδιορίσει τη δογματική του στάση. Μολονότι φαίνεται δύσκολο να προσδιορίσουμε ακριβώς τι οφείλει ο Τερτσέτης στους καθολικούς ιεροκήρυκες για τη διαμόρφωση της ρητορικής του τέχνης, και ποια θα είναι η αγγλική επίδραση ύστερα, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως η πρώτη διδασκαλία του Motarelli  και Barbieri στάθηκε αποφασιστική: καθολικοί ιεροκήρυκες καλλιέργησαν τη ρητορική έκθεση των ιδεών στον Τερτσέτη και στις εκκλησίες, σχεδόν αποκλειστικά, άκουσε ζωντανά δείγματα ρητορείας στα νεανικά του χρόνια»[6].

Μετά την απόκτηση του πτυχίου του και αφού εν τω μεταξύ είχε δημοσιεύσει τα πρώτα ιταλικά του ποιήματα στο Μιλάνο, ο Γ. Τερτσέτης επέστρεψε στη Ζάκυνθο στις αρχές του 1821, όταν σύσσωμος ο Ελληνισμός ζούσε στον παλμό της επανάστασης για την αποκατάσταση της εθνικής του ανεξαρτησίας. Αφού μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία, έφυγε μυστικά στην απέναντι της Ζακύνθου ηπειρωτική ακτή (Κάλαμος Ακαρνανίας) για να πολεμήσει τον εχθρό.

Αρρώστησε όμως και αναγκάστηκε να γυρίσει στο νησί του, όπου έγινε μέλος της φιλολογικής συντροφιάς του ανερχόμενου Διονυσίου Σολωμού. Σ’ αυτήν ανήκαν διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο πρωτοξάδελφος του Τερτσέτη Αντώνιος Μάτεσις, ο γνωστός συγγραφέας του πολυπαιγμένου δράματος «Βασιλικός»[7], ο Νικόλαος Λούντζης,  ο Γαετάνος Grassetti, ο Παύλος Μερκάτης, ο Σπυρίδων Τρικούπης κ. ά. Ήταν η εποχή που ο Σολωμός έγραφε τον «Ύμνο στην Ελευθερία», ο Μάτεσις το Δημοτικιστικό Μανιφέστο και ο Τερτσέτης δημοτικά ποιήματα για τα Ψαρά και το Φώτο Τζαβέλλα[8].

Το 1828, πιεζόμενος από την επιθυμία να συμμετάσχει στον αγώνα που έφθανε σε αίσιο τέλος, έφυγε στο Μεσολόγγι. Εκεί υπηρέτησε για δυο χρόνια τον άγγλο φιλέλληνα στρατηγό Ριχάρδο Church. Στις 24 Απριλίου 1828, επέτειο των φονευθέντων στους Τρεις Πύργους, απήγγειλε στο στρατόπεδο Μύτικα  τον πρώτο πατριωτικό του λόγο. Στο Μύτικα επίσης εξεφώνησε επικήδειο λόγο του άγγλου φιλέλληνα Hastings, που έμεινε ανέκδοτος λόγω των τολμηρών μαχητικών του θέσεων.

  

Στο Ναύπλιο 1832 – 1834  


 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το Φεβρουάριο του 1830, ο Γ. Τερτσέτης ταξίδεψε στην Αίγινα, όπου λειτουργούσε το ιδρυμένο από τον Ι. Καποδίστρια πρώτο δημόσιο εκπαιδευτήριο στο οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Το χειμώνα του 1832, διορίστηκε καθηγητής ιστορίας, γεωγραφίας και λατινικών στο νεοϊδρυμένο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου, πρόδρομο της Σχολής Ευελπίδων Αξιωματικών, η οποία λειτούργησε στην Αθήνα μετά την επιλογή της σε πρωτεύουσα του Βασιλείου, το Δεκέμβριο του 1834.

Την εκλογή του όφειλε στον συνταγματάρχη Εδουάρδο Pheineck, πρώτο διευθυντή της Σχολής, για τον οποίο γράφει στο περιοδικό «Ρήγας» τ. Δ’ (Μάϊος 1845): «… Νιώθω εις την καρδίαν μου βαθυτάτην αγάπην και ευγνωμοσύνην προς τον τιμιώτατον άνδρα, αγωνιστήν φιλέλληνα κ. Ρεϊνέκ, ο οποίος ήταν διευθυντής της Σχολής και με είχε αυτός διορίσει εις την ειρημένην θέσιν…».

Πολλές ομιλίες και παραδόσεις του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο χάθηκαν μαζί με άλλα πολύτιμα χειρόγραφά του, στο σεισμό που έπληξε τη Ζάκυνθο τον Αύγουστο του 1953. Έξι ωστόσο παραδόσεις του είχαν δημοσιευτεί το 1832, στη Ναυπλιακή «Εθνική Εφημερίδα», μεταξύ των οποίων και ο πρόλογος επί τη ενάρξει των μαθημάτων στις 31 Μαΐου 1832.

Τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα στην αρχαΐζουσα, όχι επειδή έτσι το ήθελε ο πεπεισμένος οπαδός της γλώσσας του λαού, αλλά επειδή το επέβαλε ο κανονισμός της Σχολής. Στην ίδια «Εθνική Εφημερίδα» δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1832, το μακρόσυρτο επικολυρικό ποίημα «Ο Χορός των Οπλαρχηγών και η νύχτα του Μαΐου», το οποίο δεν υπέγραψε για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν γραμμένο στη δημοτική.

Πάντα στην ίδια Εφημερίδα και σε αρχαΐζουσα βέβαια γλώσσα, ο Τερτσέτης δημοσίευσε ενυπόγραφα το καλοκαίρι του 1832, λόγο επί τη ανακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη τοποθετηθέντων στο επί τούτου ανεγερθέν μνημείο, στην πλατεία του στεγαζομένου στο κτίριο του πρώτου Γυμνασίου της Ελλάδος, σημερινού Δημαρχείου.  

Βασιλεύς Όθων

Κατά την τριετή παραμονή του στο Ναύπλιο, ο Τερτσέτης έγγραψε επίσης τα έμμετρα δημοτικά «O Ιμπραΐμης και ο Κιουταχής» , «Ο μορφονιός αγάπησε…» και τον ύμνο στον Όθωνα «Φίλημα», με τον υπότιτλο «Δοκίμιον Εθνικής Ποιήσεως»[9].

Από τα δημοσιευμένα κείμενα των παραδόσεων του, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για ολοζώντανες αφηγήσεις, ικανές να διεγείρουν διαρκώς το ενδιαφέρον των ακροατών. Ο εμπνευσμένος λόγος του πάλλεται από πατριωτικό ενθουσιασμό αυθόρμητα μεταδιδόμενο στους μαθητές. Κατά το αρχαιολογικό ρητό «πάσα επιστήμη αρετής χωριζομένη κακία μάλλον ή σοφία φαίνεται», δεν παύει να «κηρύττει» την αρετή παράλληλα με την προσφορά γνώσεων. Γεννημένος παιδαγωγός, όπως το απέδειξε με τη μεταγενέστερη υπηρεσία του στη Βουλή των Ελλήνων, καθοδηγεί τους νέους αξιωματικούς του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου στην αγάπη της πατρίδας και στην αποφυγή ό,τι μπορεί να τη βλάψει, όπως η διχόνοια που τόσα δεινά επεσώρευσε στον τόπο.

Παραδείγματα δίνει τόσο από την αρχαία όσο και από την σύγχρονη Ελλάδα με κορωνίδα το Εικοσιένα. Αρχαία και Νέα Ελλάδα αποτελούν την συνέχεια της ίδιας ιστορικής αλυσίδας. Ο αρχαιοελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός  και η χριστιανική πίστη συνιστούν, κατά το Ντίνο Κονόμο, τα κύρια χαρακτηριστικά του ανήσυχου και άγρυπνου πνεύματός του.

Τη διδακτική προσφορά του, στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο, σφράγισε ο Τερτσέτης με την ομιλία του για την έναρξη των εξετάσεων στις 27 Οκτωβρίου 1833, η οποία δημοσιεύτηκε σε ξεχωριστό φυλλάδιο: «Παρήλθον εξ έτη αφ’ ότου κατεβλήθησαν τα θεμέλια του στρατιωτικού τούτου σχολείου. Και έκτον ήδη τα δώματα ταύτα αντηχούν υπό των νέων μαθητών τας εξετάσεις. Εις εποχήν επαναστάσεως, έγιναν τα προλαβόντα γυμνάσια. Το ενεστώς όμως πρώτον τούτο, γίνεται εις ημέραν ελευθερίας. Συγχαίρω υμάς, ω νέοι, συγχαίρω υμάς και την πατρίδα δια την τύχην σας ταύτην…».

Στην ίδια ομιλία μνημονεύει τους Φιλέλληνες του Εικοσιένα, τους οποίους ποτέ δεν λησμονούσε: «Πολλοί ένδοξοι Ευρωπαίοι, ακολουθούντες την τελευταία ορμήν της καρδίας των, έδραξαν την ρομφαίαν και έδραμον να μας βοηθήσουν εις την τρομεράν πάλην και τα σώματά των κείνται πλησίον των πεσόντων Ελλήνων εις πολλάς μάχας ενδόξους, ως ιεραί απαρχαί εις τον θεόν του δικαίου πολέμου και ως τρόπαιον δόξης δια το Έθνος μας. Εις την πορωτάτην Αμερικήν, τα αγαπητά εκείνα τέκνα της ελευθερίας, εθέσπισαν ως οι αρχαίοι προπάτορές μας, επικηδείους τιμάς εις πράον τινά και ισχυρόν Έλληνα, ήρωα φονευθέντα προς τα μεθόρια της Αιτωλίας…

Τελειώνω τέλος πάντων τον λόγον, και στρέφομαι προς σας, ω μαθηταί, και σας λέγω ότι η τύχη σας θέλει είσθαι λαμπρά και αν περιοριστείτε εις ό,τι νομίμως δύναταί τις να ελπίσει από εσάς. Διότι ή θέλετε ζήσει ως δίκαιοι ή θέλετε αποθάνει ως ήρωες, και εις τας δύο περιπτώσεις θέλετε θαυμαστεί και επαινεθεί από τους συγχρόνους σας και τους μεταγενεστέρους. Και εις τον άλλον κόσμον, πλέον αθάνατον από τον παρόντα, θέλετε απολαύσει τα βραβεία τα οποία δίδονται εις εκείνους οίτινες υπηρέτησαν καλώς την πατρίδα».

Ήταν το κύκνειο άσμα του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Με το ίδιο πνεύμα ξανάρχισε μια δεκαπενταετία αργότερα, τις ομιλίες του στη Βουλή των Ελλήνων.

  

Δικαστής


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Το Σεπτέμβριο του 1833, ο ζακυνθινός δάσκαλος αλλά και πτυχιούχος της Πάδοβας στην επιστήμη του Δικαίου διορίστηκε από την Αντιβασιλεία των βαυαρών δικαστής στο Ναύπλιο και μάλιστα εν όψει της πολύκροτης δίκης του Γέρου του Μωρηά, του Πλαπούτα, και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα.

Πίστευε η Αντιβασιλεία ότι, ο μέχρι τότε υμνητής του ανήλικου Όθωνα, θα ήταν πειθήνιο όργανό της στην προγραμματισμένη από αυτήν καταδίκη των ελευθερωτών της Ελλάδος. Έπεσε όμως οικτρά έξω. Μόνο κριτήριο στις αποφάσεις του, όπως εξάλλου και ο ισάξιος του Α. Πολυζωΐδης, είχε ο Τερτσέτης το δίκαιο και τη φωνή της συνείδησής του. Για να μείνει σ’ αυτά πιστός, προτίμησε να επισύρει επ’ αυτού τη μήνι του Σκώτου εισαγγελέα, ο οποίος φρόντισε να απολύσει τους δύο σωστούς λειτουργούς της Θέμιδας. Δυστυχώς δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην πολυτάραχη ιστορία της νεοελληνικής δικαιοσύνης.

Η δίκη άρχισε στις 7 Μαρτίου 1834 και τελείωσε στις 24 Μαΐου του ιδίου έτους. Ο πρόεδρος Πολυζωΐδης και ο δικαστής Τερτσέτης παλαιός πολέμιος των κατηγορουμένων ο πρώτος και  φιλοβασιλικός ο δεύτερος στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: Έκριναν τους κατηγορουμένους αθώους, ενώ οι τρεις άλλοι δικαστές τους καταδίκασαν εις θάνατο, που ευτυχώς μεταβλήθηκε σε ισόβια κάθειρξη στο Παλαμήδι και εν συνεχεία σε απονομή χάριτος από τον ενηλικιωθέντα Όθωνα[10].

Γράφει ο εισαγγελέας πρωτοδικών Ιωάννης Ζεγκίνης σε μελέτη του για τον Γ. Τερτσέτη, εκδοθείσα το 1960 από την «Εταιρία Προστασίας Αποφυλακιζομένων Πρεβέζης»: «Εν τω προσώπω του Γ. Τερτσέτη, επάλαισαν το μεγαλείον της δικαιοσύνης  με τας πολιτικάς πιέσεις και την βίαν και ενίκησεν το μεγαλείον του δικαίου. Ο Τερτσέτης ύψωσε το ηθικό ανάστημά του κατά της Αντιβασιλείας. Ο Τερτσέτης κατέστη τηλαυγής φάρος. Είναι υπόδειγμα ασπίλου δικαστικού χαρακτήρος. Υψηλόν παράδειγμα δικαστικής συνειδήσεως και ελευθερίας της σκέψεως, εκραύγασε προς την βίαν της εξουσίας: «Δεν σε φοβούμαι. Η ηθική μου δύναμις είναι υψηλοτέρα της ευτελείας σου».

Στις 28 Μαΐου 1834, ο φανατικός Επίτροπος Επικρατείας, ο εισαγγελέας Εδουάρδος Masson, κατήγγειλε τους δυο αγέρωχους δικαστές «ως ενόχους αρνήσεως υπηρεσίας και παραβιάσεως της εχεμυθείας περί την ψηφοφορία του δικαστηρίου». Απολογήθηκαν αλλά η απόφαση ήταν προειλημμένη. Επαύθησαν από το δικαστικό τους λειτούργημα και ο μεν Πολυζωΐδης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο δε Τερτσέτης αυτοεξορίστηκε για έξι χρόνια πρώτα στο Λονδίνο και εν συνεχεία στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα διαπρεπών καθηγητών, φιλολόγων και φιλοσόφων, όπως των Lenormand, Rossi, Michelet, Ampère κ. ά. Τον Αύγουστο του 1843, πήρε το δρόμο του γυρισμού μέσω Ρώμης.

Καθ’ οδόν πληροφορήθηκε την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την κατοχύρωση των συνταγματικών ελευθεριών των Ελλήνων. Στην Αθήνα δημοσίευσε την «Απολογία», που είχε αναγνώσει στο Ναύπλιο στις 24 Σεπτεμβρίου 1834, το μαχητικό περιοδικό «Ρήγας» από το Νοέμβριο του 1843 έως το Μάιο του επομένου έτους. Για την απολογία του στη δίκη Κολοκοτρώνη, γράφει ο Γ. Βαλέτας:

«Η Απολογία αυτή δεν ήταν μια προσωπική υπόθεση. Ήταν μια μάχη ηθική, μάχη εθνική. Ξέσπασμα πατριωτισμού, καταρράχτης Εθνικισμού, ηφαίστειο κατηγορίας που με τους μύδρους του χτύπησε την αυθαιρεσία και την αδικία των Βαυαρέζων. Περισσότερο από δική του Απολογία, είναι μια διαμαρτυρία του κατατρεγμένου λαού. «Ποιος είσαι εσύ, φωνάζει σε μια στιγμή στο Μάσσωνα, που παίζεις με ημάς στη γη της γεννήσεώς μας. Αλλού ειρωνεύεται, αλλού βροντοφωνάζει και κατηγορεί»[11].

Στον «Ρήγα», ο Τερτσέτης καταφέρεται εναντίον της ξενοκρατίας και των αυθαιρεσιών των διοικούντων. Μαστιγώνει τη λογιωτατοκρατία και την πονηροκρατία. Διεκτραγωδεί την εγκατάλειψη των αγωνιστών του Εικοσιένα  και την οικτρή οικονομική τους κατάσταση. Δημοσιεύει βιογραφίες λιγότερο γνωστών αγωνιστών όπως του Καλατζή και του Δημοτσιέλιου. Είχε προηγηθεί η πολυσέλιδη καταγραφή των Αναμνήσεων του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, οι οποίες εκδόθηκαν σε αυτοτελή συγγράμματα. Ανέκδοτες έμειναν οι αναμνήσεις του τουρκοφάγου Νικηταρά.

Με το διορισμό του στη βιβλιοθήκη της Βουλής στις 13 Ιανουαρίου 1845, κλείνει η πρώτη περίοδος της ζωής και του έργου του Γ. Τερτσέτη, η αγωνιστική, και αρχίζει η δεύτερη, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «διδακτική» και «διαφωτιστική». Είναι η περίοδος έντονης εκδοτικής δραστηριότητας, της απαγγελίας λόγων στη Βουλή, κυρίως κάθε 25η Μαρτίου, και στο Βαρβάκειο ίδρυμα.

Από το 1857 έως το 1862, δημοσίευσε τους δυο πρώτους τόμους  των Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας. Το υλικό του πολύ σημαντικού αυτού έργου συγκέντρωσε ο ίδιος συνδιαλεγόμενος με σύγχρονους της Επανάστασης πληροφοριοδότες. Με προτροπή και δική του συνεργασία, ο Φωτάκος εξέδωσε τα δικά του Απομνημονεύματα και το βίο του Παπαφλέσσα.  

Το 1853 και το 1856, υπέβαλε στο Ράλλειο διαγωνισμό τα ποιήματά του «Κορίννα και Πίνδαρος», «Το όνειρον του Βασιλέως» και «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Τότε έγραψε για τον Τερτσέτη ο κριτικός Άγγελος Βλάχος: «Αληθής εθνικός ψάλτης υπήρξεν ο Τερτσέτης. Ου μόνον την καρδίαν αλλά και την διάνοιαν αυτήν την φράσιν έχων ελληνικήν, και όπως αρχόμενος είπον και νυν αδιστάκτως επαναλαμβάνω, ο γνησιώτερον εθνικός πάντων των ποιητών της νέας Ελλάδος»[12].

Κατ’ εξοχήν διδαχτικός και πρακτικός ο Γ. Τερτσέτης δεν αρκέστηκε στο γραπτό λόγο. Το 1858 και το 1866, πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες στη Δυτική Ευρώπη. Επισκέφθηκε τον αρχιερατεύοντα  πάπα Πίο τον Θ’ (1846 – 1877), για να προπαγανδίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης των υποδούλων στους Τούρκους ελληνικών χωρών. Στη Ρώμη νυμφεύθηκε στην προχωρημένη ηλικία των 67 ετών την θαυμάστρια του έργου του Αδελαΐδα Germain, διδασκάλισσα γαλλικών των Σούτσων και άλλων διαπρεπών αθηναϊκών οικογενειών.

Στη Ρώμη επίσης εξέδωσε το βίο και το ηρωικό τέλος του μεγάλου ιταλού φιλέλληνα Σαντόρε Di Santa Rosa πεσόντος στη Σφακτηρία το 1823. Υπενθυμίζουμε ότι το όνομά του είναι εγγεγραμμένο με μεγάλα γράμματα στο μνημείο των Φιλελλήνων που στεγάζεται από το 1843, στην καθολική Εκκλησία Ναυπλίου, το οποίο προτείνουμε να κηρυχθεί από το Δήμο σε  «Μνημείο της Ευρώπης».

Ήταν από τους αγαπητούς στον Τερτσέτη τόπους περισυλλογής για τον οποίο είπε, μεταξύ άλλων, στον πανηγυρισμό της 25η Μαρτίου 1854:

«Θέλω Κύριοι να δώσω τον ορισμό του Φιλέλλην, τι εστί «Φιλέλλην». Λέω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά. Είναι τέκνον ξένης φυλής, ήλθε εις την Ελληνικήν γην, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάριν της απολαύσεως της ελευθερίας, της αυτονομίας των χριστιανών Ελλήνων.

Ίδετε παρακαλώ, εκεί εις την άκραν του Αναγνωστηρίου, εικόνα προς τιμήν των Φιλελλήνων, έργον αγαθόν φιλέλληνος αγωνιστού, του γενναίου συνταγματάρχου κ. Τουρέτ. Παρατηρήσατε την εικόνα αυτήν και θα δείτε να κυματίζουν τριάντα – τέσσαρες σημαίες ξένων εθνών. Τα ονόματα των φονευθέντων φιλελλήνων, και η γη της γεννήσεως του καθενός, είναι χαραγμένα εις εκείνες τες μαύρες στήλες» [13].

Το «Μνημείο Τουρέτ», του οποίου μεγάλων διαστάσεων φωτογραφία κοσμούσε το Αναγνωστήριο της Βουλής των Ελλήνων, μετά από πρωτοβουλία του ιδίου του Γ. Τερτσέτη, δεν είναι άλλο από την στεγαζόμενη εντός της καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αψίδα με τα 286 ονόματα πεσόντων αλλοδαπών, οι οποίοι συμμετείχαν στον αγώνα για την απελευθέρωση της αιώνιας Ελλάδας και δικής τους πνευματικής πατρίδας.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

   

Υποσημειώσεις


  

[1] Λόγος στη Βουλή των Ελλήνων στις 25 Μαρτίου 1855. Εις Άπαντα Γ. Τερτσέτη υπό Γ. Βαλέτα, Εκδόσεις Πηγή, Αθήνα 1953 – 54, τ. Β’ σελ 94.

[2] Ιταλικό κείμενο του Βαπτίσματος εις Ντίνου Κονόμου. Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του. Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, σελ. 5.

[3] Ερμάνου Λούντζη, Ανέκδοτα κείμενα. Έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1962, σελ. 35.

[4] Τερτσέτη, Άπαντα υπό Γ. Βαλέτα, 1 τ. Α’ σελ. 14, σημ.1.

[5] Φωτοαντίγραφο συστατικής επιστολής Σκάκοτς εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 50. Το εγκώμιο Αλοϋσίου Σκάκοτς  έπλεξε ο Τερτσέτης  στην Απολογία του προς τον εισαγγελέα της Αντιβασιλείας σκώτο, καλβινιστή το δόγμα, Εδουάρδο Masson, ο οποίος τον καθήρεσε από το δικαστικό έδρανο, επειδή αρνήθηκε να ενδώσει στις πιέσεις του για την καταδίκη σε θάνατο του  Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα. «Ορέγεσαι να μάθεις, κ. Μasson, δια την θρησκείαν μου. Να σε ευχαριστήσω. Αρχίζω από τον καιρόν που εγεννήθηκα, όχι πριν. Χείρες ιερέως λατίνου μ’ εβάπτισαν εις την εκκλησία του Αγίου Μάρκου, εκεί που, 20 χρόνους έπειτα, ο δεσπότης του δυτικού δόγματος Σκάκοτς έψαλε δοξολογίες για τα νικηφόρα άρματα των Ελλήνων. Ήρθε λόγος εις την πόλιν (της Ζακύνθου) ότι ο Υψηλάντης επήρε την Κωνσταντινούπολιν. Ο λαός, ως ήτο φυσικόν, έτρεξε εις τον Δεσπότην του Ανατολικού Δόγματος, αλλ’ αυτός, φοβούμενος από την τότε Διοίκησιν (την αγγλική), δεν έστερξε εις το ζήτημα του λαού να δοξολογήσει  την τερπνοτάτην εθνικήν είδησιν. Εσύρθη το κύμα του κόσμου εις την Επισκοπήν των Λατίνων. Ο Δεσπότης ήτον Δαλμάτης. Άνοιξε τις θύρες της εκκλησίας  και με την φωνήν της αρχαίας Ρώμης, η οποία είχε βασιλεύσει τον κόσμον, έψαλλε τα ευχαριστήρια εις τον Θεόν. Ο λαός της Ζακύνθου, μου φαίνεται, εκάθονταν εις θρόνον προφήτου αλλ’ εις το  τότε της προφητείας του έσφαλε». Εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 849. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο εκδιδόμενο υπό του Τερτσέτη περιοδικό «Ρήγας», τ. Δ’ (Αθήνα 5 Μαΐου 1845), σελ. 34. Την επομένη της δοξολογίας, ο γενναίος Επίσκοπος απελάθη από τους Άγγλους στη Μάλτα και του απαγορεύτηκε εφ’ όρου ζωής να επισκεφθεί στη Ζάκυνθο. Έτσι πληρώνουν οι ήρωες τις γενναίες πράξεις τους! Για τους τρεις καθολικούς κληρικούς Santo Rossi, Luigi Scasoz  G. B. Moratelli, βλ. «Κριτικά Φύλλα», τ. 5 (Αθήνα 1975), τ. 2/32, σελ. 214.

[6] Jacgues Bouchard, Γεώργιος Τερτσέτης, βιογραφική και φιλολογική μελέτη (1800 – 1843), Αθήνα 1970, σελ. 42 – 43.

[7] Ο λογοτέχνης Αντώνιος Μάτεσις (1794 – 1874), ήταν γιος του Αντωνίου και της Βεατρίκης, αδελφής του Ν. Τερτσέτη. Σ’ αυτόν  ο εξάδελφός του Γεώργιος αφιέρωσε το έμμετρο «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου» το 1756. Νεκρολογία στα γαλλικά του Αντωνίου Μάτεσι, δημοσίευσε το 1874, η Αδελαΐδα Germain, σύζυγος του Γ. Τερτσέτη.

[8] Γεώργιος Τερτσέτης, εις περ. «Παρνασσός», τ. Α’ 1877, σελ. 156.

[9]  Ο Όθωνας είναι για τον Τερτσέτη του 1833, εχέγγυο της ενότητας και ευνομίας της Ελληνικής Πολιτείας. Για τα ποιήματα της Ναυπλιακής περιόδου, έγραψε ο Σολωμός στον Τερτσέτη στις 1η Ιουνίου 1833: «Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια. Ήθελα, όμως, όσοι μεταχειρίζονται τη κλέφτικη γλώσσα, να παίρνουν την ουσία και όχι την μορφήν, μ’ εννοείς….»

[10] Τόμπρου Αλέξη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη, περ. «Νέα Ζωή», Αθήνα 1954, τ. σελ. 115-167.

[11] Τερτσέτη Άπαντα, υπό Γ. Βαλέτα, ό.π., τ. Α’, σελ. 22.

[12] Άγγελου Βλάχου, Ανάλεκτα τ. Β’, σελ. 108. Γράφει ο Βλάχος: «Το όνομα Γεώργιος Τερτσέτης αποτελεί οιονεί έμβλημα της μνήμης ημών της εθνικής και συγκορυφοί  εις ένα άνδρα, εις μιαν καρδίαν, νεαράν πάντοτε υπό τον παγετόν του γήρως, εις μίαν γλώσσαν, έντονον ηχούσαν πάντοτε από του βήματος, τας παραδόσεις ημών τας εθνικάς, τας αναμνήσεις του χθεσινού έτι παρελθόντος ημών, τους πόθους του νυν έλληνος και τα ιερά αυτού καθήκοντα, τας δάφνας του πρώην έλληνος και την ιεροτάτην αυτού κληρονομίαν».   

[13] Ντίνου Κονόμου, Ο Γεώργιος Τερτσέτης, ό.π., σελ. 481.

  

Read Full Post »

Στέφος ή Στεφόπουλος Κυριάκος  – Αγωνιστής  του 1821


                                 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής  του 1821, από οικογένεια που έχει πια σήμερα εκλείψει. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 2650 και στο Παλαιό, με αύξοντα αριθ. 4944, όπου σημειούται: «Στέφος Κυριάκος, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, στον οικείο φάκελο, στο κουτί 200,του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ότι ο Κυριάκος Στέφος ή Στεφόπουλος , ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Η τοπική παράδοση του Αχλαδοκάμπου κάνει λόγο για έναν Κυριάκο Στεφόπουλο, σημαιοφόρο κλεφταρματολό, που συνέβαλε στη συντριβή των Αλβανών της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, από τους κλεφταρματολούς του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, τη 10 – 6 – 1779 κατόρθωσε και ανέβηκε πρώτος στο Διοικητήριο και έστησε τη σημαία, την οποία μόλις είδαν οι Αλβανοί ετράπησαν σε φυγή.

Ο Αναγνώστης Κονδάκης, οπλαρχηγός της Κυνουρίας, στα Απομνημονεύματά του, σ. 18, σημειώνει το γεγονός: «…Ένας λοιπόν Αχλαδοκαμπίτης  σημαιοφόρος πρώτος έστησε τη σημαίαν εις το Σεράγιον, οι δε Αλβανοί βλέποντες την βοήν ετράπησαν αμέσως εις φυγήν».  Δε γνωρίζουμε, αν πρόκειται περί του ιδίου προσώπου ή του πατέρα του ή ακόμη και του παππού του.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »