Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Παραβάντης Κωνσταντίνος Αθανασίου (1805; – ; )


  

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, πρόγονος της σημερινής οικογένειας Παραβάντη, γεννήθηκε στην Ήπειρο, γύρω στο 1805. Για άγνωστους λόγους η οικογένειά του εξορίστηκε στο Μεσολόγγι. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι άρπαξαν την αδελφή του, την όμορφη Παρθενία και την έκλεισαν στα χαρέμια του Σουλτάνου, στην Κωνσταντινούπολη. Εξαιτίας  τούτο του γεγονότος η οικογένεια Παραβάντη ήρθε σε ρήξη με τους Τούρκους και εξορίστηκε από το Μεσολόγγι στην Μπούγα του Άργους. Ο πατέρας Αθανάσιος, πέθανε στο δρόμο, πριν ακόμα φθάσει στην Μπούγα. Η μητέρα είχε προ πολλού αποβιώσει.

Ο Κωνσταντίνος στη Μπούγα, με τη μόνη αδελφή του, την Αλεξάνδρα, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή, ερχόταν από την Μπούγα στον Αχλαδόκαμπο και εκκλησιαζόταν στο ναό της αγίας Κυριακής και έλεγε το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών». Ο σκοπός του ήταν να πλησιάσει τα όρια του χωριού και να εγκατασταθεί στον Αχλαδόκαμπο, αλλ’ οι πολιτικοί παράγοντες του τόπου δεν τον άφηναν.

Έχτισε εκεί ψηλά, στο επάνω μέρος της ράχης, και κοντά στα Λεύκα, μια καλύβα, για τις ανάγκες των γιδοπροβάτων του, που ονομάζεται μέχρι σήμερα «Καλύβα του Παραβάντη», και έξω στη ράχη, απέναντι από το χωριό έχτισε το σπίτι του, το οποίο αργότερα αγόρασαν οι Καριοφυλλαίοι και σήμερα έχει περιέλθει στην οικογένεια Θεοδώρου Σταυράκη.

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, τυγχάνει και Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο  Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 3193 και στο Παλαιό, με αύξοντα αριθ. 1418, όπου σημειούται: «Παραβάντης Κωνσταντίνος  του Αθανασίου, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας  ως απλούς στρατιώτης. (Στη συνεδρίαση 446) ετάχθη εις την εβδόμην τάξιν των αξιωματικών, υπηρετήσας στρατιωτικώς».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, στο κουτί 171, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, δεν αναφέρεται ανάμεσα στους άλλους Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο στρατηγός και πολιτευτής  του Άργους Δημήτρης Τσώκρης τον περιέβαλλε με συμπάθεια και τον προώθησε για Δήμαρχο. Για τη ζωή και τη δράση του ως Δημάρχου Αχλαδοκάμπου, βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 166, παράδοση αρ. 191, οικογένεια Παραβάντη.

 

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντρούλιας Ανδρέας Μήτρου (Αγωνιστής του 1821)


 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 16518, όπου σημειούται: «Ντρούλιας Ανδρέας, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, υπαξιωματικός, Τάξεως Δευτέρας. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, μαζί με τον πεθερό του Μήτρο Πέρπυρο, στο κουτί 152, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας του Μήτρου είναι ο τελευταίος γιος του Μήτρου (ή Κωνσταντίνου) Σελλή. Επειδή είχε κάνει διάφορα ανδραγαθήματα κατά των Τούρκων και ακόμη από το επιβλητικό του παράστημα, ονομάστηκε Αντρούλιας – Ντρούλιας, επώνυμο το οποίο φέρει σήμερα η μεγάλη οικογένεια των Ντρουλιαίων.

 Η τοπική παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τούρκους, στου «Παπανικολού» τ’ αλώνι, λίγο πριν την Επανάσταση, όταν καταδιώχτηκε από Τούρκους, καθώς πήγε να κλέψει σταφύλια, στα αμπέλια της Μπερτζοβάς, (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 169)

Στην αίτηση της συζύγου του Γιαννούλας, προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνος, σημειούται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κατά του Ιμπραήμ.

Ότι ο Ανδρέας, Ντρούλιας ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ο Διαφωτιστής  του  Έθνους  Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης (1800 – 1874) στο  Ναύπλιο


 

Αποθανατισμένη στο λευκό μάρμαρο, η μορφή του Γεωργίου Μάρκου Τερτσέτη, από τους τελευταίους μεγάλους διαφωτιστές του Έθνους των Ελλήνων, κοσμεί, συντροφιά με την προτομή του Αναστασίου Πολυζωίδη (1803-1872), την είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου. Τους λόγους της τιμητικής αυτής διάκρισης σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της αργολικής πρωτεύουσας θα αναφέρουμε ευθύς αμέσως.

Προχωρώντας στην οδό Φωτομάρα που οδηγεί από την Πύλη της Ξηράς στο κέντρο της παλαιάς πόλης και λίγο πριν αντικρύσουμε τον επιβλητικό τρούλο της καθολικής εκκλησίας, στην οποία ο υπογράφων έχει την τιμή να υπηρετεί ως επίτροπος από το 1988, η κάθετος επί της Φωτομάρα οδός φέρει την υπογραφή «Τερτσέτου», αντί του ορθού «Τερτσέτη», που έτσι κι αλλιώς αγνοούν οι περισσότεροι των δημοτών.

Παλαιότερα είχαμε κάνει πρόταση αναγραφής επί των πινακίδων των οδών της κύριας ιδιότητας των ανδρών και γυναικών των οποίων φέρουν το όνομα. Κάτι το οποίο γίνεται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όχι όμως και στη δική μας. Τουλάχιστον, όμως, όσον αφορά στον Τερτσέτη, οι αναγνώστες των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» θα έχουν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από την σύντομη παρουσίασή του, με ιδιαίτερη βέβαια έμφαση στην τριετία 1832-1834 την οποία πέρασε στο Ναύπλιο, διδάσκοντας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» και υπερασπιζόμενος τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές του Εικοσιένα που, ο εισαγγελέας του Βασιλείου Εδουάρδος Masson, επιθυμούσε να δει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Καταδίκη που δεν εκτελέστηκε εν πολλοίς χάρη στον Πολυζωίδη και Τερτσέτη.

  

Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης


 

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Διαπρεπής πεζογράφος και ποιητής, δάσκαλος και δικαστής αρχειοφύλακας και ιδρυτής της βιβλιοθήκης της Βουλής, ο ζακυνθινός Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης συγκαταλέγεται στη χορεία των τελευταίων μεγάλων διαφωτιστών του Έθνους κατά την πεντηκονταετία  που ακολούθησε την απελευθέρωσή του από τον οθωμανικό ζυγό. Τον τίτλο αυτό οφείλει στα πολυάριθμα  πεζά και έμμετρα πατριωτικά του συγγράμματα, στις παραδόσεις του μαθήματος της ιστορίας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» Ναυπλίου (1832-1833), το οποίο στεγαζόταν στο κτίριο του σημερινού Παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου, και στους πανηγυρικούς λόγους που εκφωνούσε στη Βουλή των Ελλήνων κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου από το 1846 έως το έτος εκδημίας του το 1874.

Ιδιαίτερη τιμή περιποιεί ο άνδρας αυτός στους καθολικούς το θρήσκευμα Έλληνες. Βαπτίσθηκε κα γαλουχήθηκε στα ιδανικά του Ευαγγελίου και νυμφεύθηκε την επίσης καθολική Αδελαΐδα  Germain, δασκάλα γαλλικών των παιδιών της οικογένειας Σούτσου, με την οποία απέκτησε τον Σπυρίδωνα, ο οποίος σταδιοδρόμησε διπλωματικά στη Γαλλία.

Παράλληλα με το καθολικό του δόγμα, ο Γ. Τερτσέτης υπήρξε «οικουμενιστής» πριν την ώρα. Άνθρωπος που γνώριζε να παραβλέπει τα δευτερεύοντα στη θρησκεία και να δίνει σημασία στα ουσιαστικά του χριστιανισμού διδάγματα, όπως την πίστη στον τριαδικό Θεό, το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος Ιησού Χριστού και στα πρωτεία της αγάπης για την οποία γράφει: «Η αγάπη ριζώνει εις τα στήθη εκείνων οι οποίοι προσκυνούν την αυτήν θεότητα, οι οποίοι κυβερνώνται από έναν νόμον ιερόν, δεν χωρίζονται σε έθνη, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσσοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Έλληνες, αλλά μορφώνουν ένα γένος των Χριστιανών»[1].

Ο Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, του Ναθαναήλ και της Αικατερίνης Στρούζα, γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου στις 4 Νοεμβρίου 1800. Βαπτίσθηκε στις 25 του ιδίου μήνα στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου από τον ιερέα Νικόλαο Renaud και με ανάδοχο τον Νικόλαο Κοργιανίτη[2].

Γιατρός το επάγγελμα με σπουδές στη Δύση, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης άνηκε σε οικογένεια η οποία καταγόταν από την πόλη La Ciotat, κοντά στη Μασσαλία της γαλλικής Προβηγκίας. Ο πρόγονος του Ιάκωβος Tertset, έμπορας, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο με το γιο του Ιωάννη το 1615. Τρεις από τους απογόνους του ο Αντώνιος (†1778), ο Νικόλαος (†1790) και ο Αναστάσιος  (†1885) , υπηρετήσαν ως ιερείς, την καθολική κοινότητα Ζακύνθου.

Τα ελληνικά και ιταλικά γράμματα διδάχθηκε μαζί με τον νεότερο αδελφό του Νικόλαο , στο ιδιωτικό Σχολείο του Σπύρου Μερκάτη. Τις σπουδές του συνέχισε στη Δημόσια Σχολή Ζακύνθου. Από τον ιταλό καθολικό ιερέα Λαυρέντιο Di San Remo, έμαθε τα λατινικά.

Ακόμη πιο σημαντικός ήταν για τον Τερτσέτη ο επίσης καθολικός ιερωμένος Ιωάννης Βαπτιστής Moratelli, για τον οποίο γράφει ο συμμαθητής του Ερμάνος Λουντζής:

«Ένθερμος φιλέλλην, ο Moratelli, οσάκις ευρισκόμεθα εις τον τόπον όθεν εβλέπαμεν την απέναντι Πελοπόννησον, τότε υπό των Οθωμανών καταπιεζομένην, έμπλεος ενθουσιασμού αυτοσχεδίαζε στίχους πότε μεν ελεεινολογών την πτώσιν πότε δε προσδοκών την έγερσιν της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως διήγειρεν εν ταις νεαραίς καρδίαις των μαθητών, τον έρωτα της πατρίδος και της ελευθερίας, προς τον οποίον σκοπόν έτεινεν και άπασα η διδασκαλία του. Από τον ξένον έμαθον πρώτη φορά ότι ανήκω εις έθνος ένδοξον»[3].

Περισσότερα για την επιρροή που εξάσκησαν στον έφηβο Τερτσέτη οι ιερωμένοι διδάσκαλοι του Moratelli  και  San Remo, γράφει  ο Γ. Βαλέτας: «Η επίδραση του Μορατέλλι στον Τερτσέτη ήταν σημαντική και καθορίζει την κατοπινή του ιδεολογική πορεία. Σημαντική επίσης, από  θρησκευτική πλευρά, ήταν παράλληλα με την καθολική του ανατροφή, η επίδρασή του Λορέντζο Σαν Ρέμο, καθολικού παπά και κατηχητή. Αυτός το είχε και στο αίμα του, αν κρίνουμε απ’ τους παπάδες της γενιάς του – του στάλαξε βαθειές χριστιανικές αρχές, τον έβαλε στο νόημα του χριστιανισμού,  της αγάπης και της ανθρωπιάς.

Η πνοή της θρησκευτικότητας που βρίσκεται στους λόγους του, καθώς και η ρητορική διδαχτική του ροπή, είναι γεννήματα της καθολικής του ανατροφής, ποτισμένης και μαγεμένης απ’ το κήρυγμα και τη διδαχή της δυτικής εκκλησίας κι απ’ τα θρησκευτικά καθολικά του αναγνώσματα σ’ αυτή την ηλικία. Θα είχε διαβάσει τον πατριώτη του Λίτινο, άλλους καθολικούς διδαχτάδες, όπως ο Ροδινός κ.λ.π.

Δημοτικιστές αυτοί, κατηχούσαν με την ποίηση και την ρητορική τους. Γιατί ο Τερτσέτης στην ουσία του είναι και μένει ένας κατηχητής, ένας διδαχτής. Και η λογογραφία του, η αθεράπευτη μανία του να μιλάει στο κοινό, να ζητάει και να δημιουργεί ακροατήριο κάθε τόσο, να πιστεύει πως ο λόγος και η  κατήχηση είναι μια αποστολή για κάθε άνθρωπο, όλα αυτά και άλλα τα βρίσκουμε στη γλώσσα και στη ρητορική του σταλαγμένα. Από την θρησκευτική του αγωγή έχουν την αρχή τους. Ο Σαν Ρέμο άφησε σημάδια αξέγραφτα που σε λίγο κοντά στο Βαρβιέρη, θα τυπωθούν βαθύτερα στην ψυχή του και θα μορφώσουν οριστικά τον εσωτερικό του κόσμου[4] .

Τον Οκτώβριο του 1816, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης έστειλε τον πρωτότοκο γιο του στην Πάδοβα της Ιταλίας για να σπουδάσει Νομικά στο φημισμένο από το μεσαίωνα Πανεπιστήμιό της, στο Πανεπιστήμιο που ανέδειξε κατά την Τουρκοκρατία εκατοντάδες ελλήνων επιστημόνων, κυρίως Επτανησίων και Αιγαιοπελαγιτών. Πριν αναχωρήσει για την Πάδοβα ο καθολικός Επίσκοπος Ζακύνθου Αλοΰσιος Σκάκοτς, δαλμάτης την καταγωγή εφοδίασε τον Γεώργιο με την ακόλουθη συστατική επιστολή  της 26 Νοεμβρίου 1816: «Ο ευγενής κ. Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, νόμιμος υιός του ευγενούς κ. Ναθαναήλ, δόκτορος της ιατρικής, καθολικού δόγματος και με έμφυτες καλές διαθέσεις, ανταποκρίνεται στην καθολική πίστη και έχει κάνει προόδους στις σπουδές του. Επειδή αναχωρεί στην Ιταλία, του χορηγείται η παρούσα συστατική επιστολή»[5].

Από τους καθηγητές του στην Πάδοβα, για την οποία διατήρησε τις καλύτερες των αναμνήσεων εφόσον υπήρξε η πραγματική του τροφός (Alma Mater), με πολύ σεβασμό μνημονεύει τον διάσημο καθηγητή των Λατινικών, της Ρητορικής και του Δικαίου Ιωσήφ Barbieri. Χάρη κυρίως σ’ αυτόν, οι καρποί που έδρεψε κατά την πενταετή παραμονή του στη Πάδοβα (1816 – 1820), ήταν ποσοτικά άφθονοι και ποιοτικά άριστοι. Γράφει επ’ αυτού ο ειδικός J. Bouchard, καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Concordia του Μόντρεαλ (Καναδά): «Πρέπει να σημειώσουμε πρώτα την επίδραση του θρησκευτικού του παράγοντα. Ο Τερτσέτης γεννήθηκε και ανατράφηκε καθολικός αλλά σε χώρα ορθόδοξη. Στην  Ιταλία βρίσκει ένα περιβάλλον όπου το θρήσκευμα του επιτρέπει να αισθάνεται πιο άνετα από όλους τους συμπατριώτες του – χτυπητή είναι η διαφορά με τον Ερμάνο Λούντζη, που είχε αισθανθεί κάθε στιγμή πως είναι αλλόθρησκος στην Ιταλία. Κι αυτό παρά το ελεύθερο κλίμα που εξαπλώνεται. Η θρησκευτική εμπειρία του Τερτσέτη στην Ιταλία σημαδεύεται από τον φιλελεύθερο καθολικισμό. Η προοδευτική αυτή πτέρυγα, που συνδυάζεται με την ρομαντική εξόρμηση, πρεσβεύει μιαν εμβάθυνση της θρησκευτικής ζωής, η οποία, με τη χαλάρωση του δογματισμού, προέβαλε την ανεξιθρησκεία και τελικά τον αδιαφορισμό, όπως γράφει ο πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ’ στην εγκύκλιο «Mirari Yos» (1832).

Ο κοινωνικός και πολιτικός φιλελευθερισμός έχει συχνά για βήμα τον άμβωνα. Η εκκλησιαστική ρητορεία εγκαταλείπει τις θεολογικές υψιπέτειες  και ασχολείται με τα ανθρώπινα. Η αισθηματολογία υπερέχει, ενώ οι δημοκρατικές αρετές χριστιανίστηκαν. Ο καθολικισμός αυτός, με ανθρωπιστικά ιδανικά, διέπει το πνεύμα του νεαρού Τερτσέτη, ο οποίος αργότερα θα μιλήσει συχνά για τον χριστιανισμό αποφεύγοντας όμως πάντοτε να προσδιορίσει τη δογματική του στάση. Μολονότι φαίνεται δύσκολο να προσδιορίσουμε ακριβώς τι οφείλει ο Τερτσέτης στους καθολικούς ιεροκήρυκες για τη διαμόρφωση της ρητορικής του τέχνης, και ποια θα είναι η αγγλική επίδραση ύστερα, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως η πρώτη διδασκαλία του Motarelli  και Barbieri στάθηκε αποφασιστική: καθολικοί ιεροκήρυκες καλλιέργησαν τη ρητορική έκθεση των ιδεών στον Τερτσέτη και στις εκκλησίες, σχεδόν αποκλειστικά, άκουσε ζωντανά δείγματα ρητορείας στα νεανικά του χρόνια»[6].

Μετά την απόκτηση του πτυχίου του και αφού εν τω μεταξύ είχε δημοσιεύσει τα πρώτα ιταλικά του ποιήματα στο Μιλάνο, ο Γ. Τερτσέτης επέστρεψε στη Ζάκυνθο στις αρχές του 1821, όταν σύσσωμος ο Ελληνισμός ζούσε στον παλμό της επανάστασης για την αποκατάσταση της εθνικής του ανεξαρτησίας. Αφού μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία, έφυγε μυστικά στην απέναντι της Ζακύνθου ηπειρωτική ακτή (Κάλαμος Ακαρνανίας) για να πολεμήσει τον εχθρό.

Αρρώστησε όμως και αναγκάστηκε να γυρίσει στο νησί του, όπου έγινε μέλος της φιλολογικής συντροφιάς του ανερχόμενου Διονυσίου Σολωμού. Σ’ αυτήν ανήκαν διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο πρωτοξάδελφος του Τερτσέτη Αντώνιος Μάτεσις, ο γνωστός συγγραφέας του πολυπαιγμένου δράματος «Βασιλικός»[7], ο Νικόλαος Λούντζης,  ο Γαετάνος Grassetti, ο Παύλος Μερκάτης, ο Σπυρίδων Τρικούπης κ. ά. Ήταν η εποχή που ο Σολωμός έγραφε τον «Ύμνο στην Ελευθερία», ο Μάτεσις το Δημοτικιστικό Μανιφέστο και ο Τερτσέτης δημοτικά ποιήματα για τα Ψαρά και το Φώτο Τζαβέλλα[8].

Το 1828, πιεζόμενος από την επιθυμία να συμμετάσχει στον αγώνα που έφθανε σε αίσιο τέλος, έφυγε στο Μεσολόγγι. Εκεί υπηρέτησε για δυο χρόνια τον άγγλο φιλέλληνα στρατηγό Ριχάρδο Church. Στις 24 Απριλίου 1828, επέτειο των φονευθέντων στους Τρεις Πύργους, απήγγειλε στο στρατόπεδο Μύτικα  τον πρώτο πατριωτικό του λόγο. Στο Μύτικα επίσης εξεφώνησε επικήδειο λόγο του άγγλου φιλέλληνα Hastings, που έμεινε ανέκδοτος λόγω των τολμηρών μαχητικών του θέσεων.

  

Στο Ναύπλιο 1832 – 1834  


 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το Φεβρουάριο του 1830, ο Γ. Τερτσέτης ταξίδεψε στην Αίγινα, όπου λειτουργούσε το ιδρυμένο από τον Ι. Καποδίστρια πρώτο δημόσιο εκπαιδευτήριο στο οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Το χειμώνα του 1832, διορίστηκε καθηγητής ιστορίας, γεωγραφίας και λατινικών στο νεοϊδρυμένο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου, πρόδρομο της Σχολής Ευελπίδων Αξιωματικών, η οποία λειτούργησε στην Αθήνα μετά την επιλογή της σε πρωτεύουσα του Βασιλείου, το Δεκέμβριο του 1834.

Την εκλογή του όφειλε στον συνταγματάρχη Εδουάρδο Pheineck, πρώτο διευθυντή της Σχολής, για τον οποίο γράφει στο περιοδικό «Ρήγας» τ. Δ’ (Μάϊος 1845): «… Νιώθω εις την καρδίαν μου βαθυτάτην αγάπην και ευγνωμοσύνην προς τον τιμιώτατον άνδρα, αγωνιστήν φιλέλληνα κ. Ρεϊνέκ, ο οποίος ήταν διευθυντής της Σχολής και με είχε αυτός διορίσει εις την ειρημένην θέσιν…».

Πολλές ομιλίες και παραδόσεις του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο χάθηκαν μαζί με άλλα πολύτιμα χειρόγραφά του, στο σεισμό που έπληξε τη Ζάκυνθο τον Αύγουστο του 1953. Έξι ωστόσο παραδόσεις του είχαν δημοσιευτεί το 1832, στη Ναυπλιακή «Εθνική Εφημερίδα», μεταξύ των οποίων και ο πρόλογος επί τη ενάρξει των μαθημάτων στις 31 Μαΐου 1832.

Τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα στην αρχαΐζουσα, όχι επειδή έτσι το ήθελε ο πεπεισμένος οπαδός της γλώσσας του λαού, αλλά επειδή το επέβαλε ο κανονισμός της Σχολής. Στην ίδια «Εθνική Εφημερίδα» δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1832, το μακρόσυρτο επικολυρικό ποίημα «Ο Χορός των Οπλαρχηγών και η νύχτα του Μαΐου», το οποίο δεν υπέγραψε για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν γραμμένο στη δημοτική.

Πάντα στην ίδια Εφημερίδα και σε αρχαΐζουσα βέβαια γλώσσα, ο Τερτσέτης δημοσίευσε ενυπόγραφα το καλοκαίρι του 1832, λόγο επί τη ανακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη τοποθετηθέντων στο επί τούτου ανεγερθέν μνημείο, στην πλατεία του στεγαζομένου στο κτίριο του πρώτου Γυμνασίου της Ελλάδος, σημερινού Δημαρχείου.  

Βασιλεύς Όθων

Κατά την τριετή παραμονή του στο Ναύπλιο, ο Τερτσέτης έγγραψε επίσης τα έμμετρα δημοτικά «O Ιμπραΐμης και ο Κιουταχής» , «Ο μορφονιός αγάπησε…» και τον ύμνο στον Όθωνα «Φίλημα», με τον υπότιτλο «Δοκίμιον Εθνικής Ποιήσεως»[9].

Από τα δημοσιευμένα κείμενα των παραδόσεων του, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για ολοζώντανες αφηγήσεις, ικανές να διεγείρουν διαρκώς το ενδιαφέρον των ακροατών. Ο εμπνευσμένος λόγος του πάλλεται από πατριωτικό ενθουσιασμό αυθόρμητα μεταδιδόμενο στους μαθητές. Κατά το αρχαιολογικό ρητό «πάσα επιστήμη αρετής χωριζομένη κακία μάλλον ή σοφία φαίνεται», δεν παύει να «κηρύττει» την αρετή παράλληλα με την προσφορά γνώσεων. Γεννημένος παιδαγωγός, όπως το απέδειξε με τη μεταγενέστερη υπηρεσία του στη Βουλή των Ελλήνων, καθοδηγεί τους νέους αξιωματικούς του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου στην αγάπη της πατρίδας και στην αποφυγή ό,τι μπορεί να τη βλάψει, όπως η διχόνοια που τόσα δεινά επεσώρευσε στον τόπο.

Παραδείγματα δίνει τόσο από την αρχαία όσο και από την σύγχρονη Ελλάδα με κορωνίδα το Εικοσιένα. Αρχαία και Νέα Ελλάδα αποτελούν την συνέχεια της ίδιας ιστορικής αλυσίδας. Ο αρχαιοελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός  και η χριστιανική πίστη συνιστούν, κατά το Ντίνο Κονόμο, τα κύρια χαρακτηριστικά του ανήσυχου και άγρυπνου πνεύματός του.

Τη διδακτική προσφορά του, στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο, σφράγισε ο Τερτσέτης με την ομιλία του για την έναρξη των εξετάσεων στις 27 Οκτωβρίου 1833, η οποία δημοσιεύτηκε σε ξεχωριστό φυλλάδιο: «Παρήλθον εξ έτη αφ’ ότου κατεβλήθησαν τα θεμέλια του στρατιωτικού τούτου σχολείου. Και έκτον ήδη τα δώματα ταύτα αντηχούν υπό των νέων μαθητών τας εξετάσεις. Εις εποχήν επαναστάσεως, έγιναν τα προλαβόντα γυμνάσια. Το ενεστώς όμως πρώτον τούτο, γίνεται εις ημέραν ελευθερίας. Συγχαίρω υμάς, ω νέοι, συγχαίρω υμάς και την πατρίδα δια την τύχην σας ταύτην…».

Στην ίδια ομιλία μνημονεύει τους Φιλέλληνες του Εικοσιένα, τους οποίους ποτέ δεν λησμονούσε: «Πολλοί ένδοξοι Ευρωπαίοι, ακολουθούντες την τελευταία ορμήν της καρδίας των, έδραξαν την ρομφαίαν και έδραμον να μας βοηθήσουν εις την τρομεράν πάλην και τα σώματά των κείνται πλησίον των πεσόντων Ελλήνων εις πολλάς μάχας ενδόξους, ως ιεραί απαρχαί εις τον θεόν του δικαίου πολέμου και ως τρόπαιον δόξης δια το Έθνος μας. Εις την πορωτάτην Αμερικήν, τα αγαπητά εκείνα τέκνα της ελευθερίας, εθέσπισαν ως οι αρχαίοι προπάτορές μας, επικηδείους τιμάς εις πράον τινά και ισχυρόν Έλληνα, ήρωα φονευθέντα προς τα μεθόρια της Αιτωλίας…

Τελειώνω τέλος πάντων τον λόγον, και στρέφομαι προς σας, ω μαθηταί, και σας λέγω ότι η τύχη σας θέλει είσθαι λαμπρά και αν περιοριστείτε εις ό,τι νομίμως δύναταί τις να ελπίσει από εσάς. Διότι ή θέλετε ζήσει ως δίκαιοι ή θέλετε αποθάνει ως ήρωες, και εις τας δύο περιπτώσεις θέλετε θαυμαστεί και επαινεθεί από τους συγχρόνους σας και τους μεταγενεστέρους. Και εις τον άλλον κόσμον, πλέον αθάνατον από τον παρόντα, θέλετε απολαύσει τα βραβεία τα οποία δίδονται εις εκείνους οίτινες υπηρέτησαν καλώς την πατρίδα».

Ήταν το κύκνειο άσμα του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Με το ίδιο πνεύμα ξανάρχισε μια δεκαπενταετία αργότερα, τις ομιλίες του στη Βουλή των Ελλήνων.

  

Δικαστής


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Το Σεπτέμβριο του 1833, ο ζακυνθινός δάσκαλος αλλά και πτυχιούχος της Πάδοβας στην επιστήμη του Δικαίου διορίστηκε από την Αντιβασιλεία των βαυαρών δικαστής στο Ναύπλιο και μάλιστα εν όψει της πολύκροτης δίκης του Γέρου του Μωρηά, του Πλαπούτα, και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα.

Πίστευε η Αντιβασιλεία ότι, ο μέχρι τότε υμνητής του ανήλικου Όθωνα, θα ήταν πειθήνιο όργανό της στην προγραμματισμένη από αυτήν καταδίκη των ελευθερωτών της Ελλάδος. Έπεσε όμως οικτρά έξω. Μόνο κριτήριο στις αποφάσεις του, όπως εξάλλου και ο ισάξιος του Α. Πολυζωΐδης, είχε ο Τερτσέτης το δίκαιο και τη φωνή της συνείδησής του. Για να μείνει σ’ αυτά πιστός, προτίμησε να επισύρει επ’ αυτού τη μήνι του Σκώτου εισαγγελέα, ο οποίος φρόντισε να απολύσει τους δύο σωστούς λειτουργούς της Θέμιδας. Δυστυχώς δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην πολυτάραχη ιστορία της νεοελληνικής δικαιοσύνης.

Η δίκη άρχισε στις 7 Μαρτίου 1834 και τελείωσε στις 24 Μαΐου του ιδίου έτους. Ο πρόεδρος Πολυζωΐδης και ο δικαστής Τερτσέτης παλαιός πολέμιος των κατηγορουμένων ο πρώτος και  φιλοβασιλικός ο δεύτερος στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: Έκριναν τους κατηγορουμένους αθώους, ενώ οι τρεις άλλοι δικαστές τους καταδίκασαν εις θάνατο, που ευτυχώς μεταβλήθηκε σε ισόβια κάθειρξη στο Παλαμήδι και εν συνεχεία σε απονομή χάριτος από τον ενηλικιωθέντα Όθωνα[10].

Γράφει ο εισαγγελέας πρωτοδικών Ιωάννης Ζεγκίνης σε μελέτη του για τον Γ. Τερτσέτη, εκδοθείσα το 1960 από την «Εταιρία Προστασίας Αποφυλακιζομένων Πρεβέζης»: «Εν τω προσώπω του Γ. Τερτσέτη, επάλαισαν το μεγαλείον της δικαιοσύνης  με τας πολιτικάς πιέσεις και την βίαν και ενίκησεν το μεγαλείον του δικαίου. Ο Τερτσέτης ύψωσε το ηθικό ανάστημά του κατά της Αντιβασιλείας. Ο Τερτσέτης κατέστη τηλαυγής φάρος. Είναι υπόδειγμα ασπίλου δικαστικού χαρακτήρος. Υψηλόν παράδειγμα δικαστικής συνειδήσεως και ελευθερίας της σκέψεως, εκραύγασε προς την βίαν της εξουσίας: «Δεν σε φοβούμαι. Η ηθική μου δύναμις είναι υψηλοτέρα της ευτελείας σου».

Στις 28 Μαΐου 1834, ο φανατικός Επίτροπος Επικρατείας, ο εισαγγελέας Εδουάρδος Masson, κατήγγειλε τους δυο αγέρωχους δικαστές «ως ενόχους αρνήσεως υπηρεσίας και παραβιάσεως της εχεμυθείας περί την ψηφοφορία του δικαστηρίου». Απολογήθηκαν αλλά η απόφαση ήταν προειλημμένη. Επαύθησαν από το δικαστικό τους λειτούργημα και ο μεν Πολυζωΐδης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο δε Τερτσέτης αυτοεξορίστηκε για έξι χρόνια πρώτα στο Λονδίνο και εν συνεχεία στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα διαπρεπών καθηγητών, φιλολόγων και φιλοσόφων, όπως των Lenormand, Rossi, Michelet, Ampère κ. ά. Τον Αύγουστο του 1843, πήρε το δρόμο του γυρισμού μέσω Ρώμης.

Καθ’ οδόν πληροφορήθηκε την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την κατοχύρωση των συνταγματικών ελευθεριών των Ελλήνων. Στην Αθήνα δημοσίευσε την «Απολογία», που είχε αναγνώσει στο Ναύπλιο στις 24 Σεπτεμβρίου 1834, το μαχητικό περιοδικό «Ρήγας» από το Νοέμβριο του 1843 έως το Μάιο του επομένου έτους. Για την απολογία του στη δίκη Κολοκοτρώνη, γράφει ο Γ. Βαλέτας:

«Η Απολογία αυτή δεν ήταν μια προσωπική υπόθεση. Ήταν μια μάχη ηθική, μάχη εθνική. Ξέσπασμα πατριωτισμού, καταρράχτης Εθνικισμού, ηφαίστειο κατηγορίας που με τους μύδρους του χτύπησε την αυθαιρεσία και την αδικία των Βαυαρέζων. Περισσότερο από δική του Απολογία, είναι μια διαμαρτυρία του κατατρεγμένου λαού. «Ποιος είσαι εσύ, φωνάζει σε μια στιγμή στο Μάσσωνα, που παίζεις με ημάς στη γη της γεννήσεώς μας. Αλλού ειρωνεύεται, αλλού βροντοφωνάζει και κατηγορεί»[11].

Στον «Ρήγα», ο Τερτσέτης καταφέρεται εναντίον της ξενοκρατίας και των αυθαιρεσιών των διοικούντων. Μαστιγώνει τη λογιωτατοκρατία και την πονηροκρατία. Διεκτραγωδεί την εγκατάλειψη των αγωνιστών του Εικοσιένα  και την οικτρή οικονομική τους κατάσταση. Δημοσιεύει βιογραφίες λιγότερο γνωστών αγωνιστών όπως του Καλατζή και του Δημοτσιέλιου. Είχε προηγηθεί η πολυσέλιδη καταγραφή των Αναμνήσεων του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, οι οποίες εκδόθηκαν σε αυτοτελή συγγράμματα. Ανέκδοτες έμειναν οι αναμνήσεις του τουρκοφάγου Νικηταρά.

Με το διορισμό του στη βιβλιοθήκη της Βουλής στις 13 Ιανουαρίου 1845, κλείνει η πρώτη περίοδος της ζωής και του έργου του Γ. Τερτσέτη, η αγωνιστική, και αρχίζει η δεύτερη, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «διδακτική» και «διαφωτιστική». Είναι η περίοδος έντονης εκδοτικής δραστηριότητας, της απαγγελίας λόγων στη Βουλή, κυρίως κάθε 25η Μαρτίου, και στο Βαρβάκειο ίδρυμα.

Από το 1857 έως το 1862, δημοσίευσε τους δυο πρώτους τόμους  των Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας. Το υλικό του πολύ σημαντικού αυτού έργου συγκέντρωσε ο ίδιος συνδιαλεγόμενος με σύγχρονους της Επανάστασης πληροφοριοδότες. Με προτροπή και δική του συνεργασία, ο Φωτάκος εξέδωσε τα δικά του Απομνημονεύματα και το βίο του Παπαφλέσσα.  

Το 1853 και το 1856, υπέβαλε στο Ράλλειο διαγωνισμό τα ποιήματά του «Κορίννα και Πίνδαρος», «Το όνειρον του Βασιλέως» και «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Τότε έγραψε για τον Τερτσέτη ο κριτικός Άγγελος Βλάχος: «Αληθής εθνικός ψάλτης υπήρξεν ο Τερτσέτης. Ου μόνον την καρδίαν αλλά και την διάνοιαν αυτήν την φράσιν έχων ελληνικήν, και όπως αρχόμενος είπον και νυν αδιστάκτως επαναλαμβάνω, ο γνησιώτερον εθνικός πάντων των ποιητών της νέας Ελλάδος»[12].

Κατ’ εξοχήν διδαχτικός και πρακτικός ο Γ. Τερτσέτης δεν αρκέστηκε στο γραπτό λόγο. Το 1858 και το 1866, πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες στη Δυτική Ευρώπη. Επισκέφθηκε τον αρχιερατεύοντα  πάπα Πίο τον Θ’ (1846 – 1877), για να προπαγανδίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης των υποδούλων στους Τούρκους ελληνικών χωρών. Στη Ρώμη νυμφεύθηκε στην προχωρημένη ηλικία των 67 ετών την θαυμάστρια του έργου του Αδελαΐδα Germain, διδασκάλισσα γαλλικών των Σούτσων και άλλων διαπρεπών αθηναϊκών οικογενειών.

Στη Ρώμη επίσης εξέδωσε το βίο και το ηρωικό τέλος του μεγάλου ιταλού φιλέλληνα Σαντόρε Di Santa Rosa πεσόντος στη Σφακτηρία το 1823. Υπενθυμίζουμε ότι το όνομά του είναι εγγεγραμμένο με μεγάλα γράμματα στο μνημείο των Φιλελλήνων που στεγάζεται από το 1843, στην καθολική Εκκλησία Ναυπλίου, το οποίο προτείνουμε να κηρυχθεί από το Δήμο σε  «Μνημείο της Ευρώπης».

Ήταν από τους αγαπητούς στον Τερτσέτη τόπους περισυλλογής για τον οποίο είπε, μεταξύ άλλων, στον πανηγυρισμό της 25η Μαρτίου 1854:

«Θέλω Κύριοι να δώσω τον ορισμό του Φιλέλλην, τι εστί «Φιλέλλην». Λέω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά. Είναι τέκνον ξένης φυλής, ήλθε εις την Ελληνικήν γην, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάριν της απολαύσεως της ελευθερίας, της αυτονομίας των χριστιανών Ελλήνων.

Ίδετε παρακαλώ, εκεί εις την άκραν του Αναγνωστηρίου, εικόνα προς τιμήν των Φιλελλήνων, έργον αγαθόν φιλέλληνος αγωνιστού, του γενναίου συνταγματάρχου κ. Τουρέτ. Παρατηρήσατε την εικόνα αυτήν και θα δείτε να κυματίζουν τριάντα – τέσσαρες σημαίες ξένων εθνών. Τα ονόματα των φονευθέντων φιλελλήνων, και η γη της γεννήσεως του καθενός, είναι χαραγμένα εις εκείνες τες μαύρες στήλες» [13].

Το «Μνημείο Τουρέτ», του οποίου μεγάλων διαστάσεων φωτογραφία κοσμούσε το Αναγνωστήριο της Βουλής των Ελλήνων, μετά από πρωτοβουλία του ιδίου του Γ. Τερτσέτη, δεν είναι άλλο από την στεγαζόμενη εντός της καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αψίδα με τα 286 ονόματα πεσόντων αλλοδαπών, οι οποίοι συμμετείχαν στον αγώνα για την απελευθέρωση της αιώνιας Ελλάδας και δικής τους πνευματικής πατρίδας.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

   

Υποσημειώσεις


  

[1] Λόγος στη Βουλή των Ελλήνων στις 25 Μαρτίου 1855. Εις Άπαντα Γ. Τερτσέτη υπό Γ. Βαλέτα, Εκδόσεις Πηγή, Αθήνα 1953 – 54, τ. Β’ σελ 94.

[2] Ιταλικό κείμενο του Βαπτίσματος εις Ντίνου Κονόμου. Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του. Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, σελ. 5.

[3] Ερμάνου Λούντζη, Ανέκδοτα κείμενα. Έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1962, σελ. 35.

[4] Τερτσέτη, Άπαντα υπό Γ. Βαλέτα, 1 τ. Α’ σελ. 14, σημ.1.

[5] Φωτοαντίγραφο συστατικής επιστολής Σκάκοτς εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 50. Το εγκώμιο Αλοϋσίου Σκάκοτς  έπλεξε ο Τερτσέτης  στην Απολογία του προς τον εισαγγελέα της Αντιβασιλείας σκώτο, καλβινιστή το δόγμα, Εδουάρδο Masson, ο οποίος τον καθήρεσε από το δικαστικό έδρανο, επειδή αρνήθηκε να ενδώσει στις πιέσεις του για την καταδίκη σε θάνατο του  Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα. «Ορέγεσαι να μάθεις, κ. Μasson, δια την θρησκείαν μου. Να σε ευχαριστήσω. Αρχίζω από τον καιρόν που εγεννήθηκα, όχι πριν. Χείρες ιερέως λατίνου μ’ εβάπτισαν εις την εκκλησία του Αγίου Μάρκου, εκεί που, 20 χρόνους έπειτα, ο δεσπότης του δυτικού δόγματος Σκάκοτς έψαλε δοξολογίες για τα νικηφόρα άρματα των Ελλήνων. Ήρθε λόγος εις την πόλιν (της Ζακύνθου) ότι ο Υψηλάντης επήρε την Κωνσταντινούπολιν. Ο λαός, ως ήτο φυσικόν, έτρεξε εις τον Δεσπότην του Ανατολικού Δόγματος, αλλ’ αυτός, φοβούμενος από την τότε Διοίκησιν (την αγγλική), δεν έστερξε εις το ζήτημα του λαού να δοξολογήσει  την τερπνοτάτην εθνικήν είδησιν. Εσύρθη το κύμα του κόσμου εις την Επισκοπήν των Λατίνων. Ο Δεσπότης ήτον Δαλμάτης. Άνοιξε τις θύρες της εκκλησίας  και με την φωνήν της αρχαίας Ρώμης, η οποία είχε βασιλεύσει τον κόσμον, έψαλλε τα ευχαριστήρια εις τον Θεόν. Ο λαός της Ζακύνθου, μου φαίνεται, εκάθονταν εις θρόνον προφήτου αλλ’ εις το  τότε της προφητείας του έσφαλε». Εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 849. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο εκδιδόμενο υπό του Τερτσέτη περιοδικό «Ρήγας», τ. Δ’ (Αθήνα 5 Μαΐου 1845), σελ. 34. Την επομένη της δοξολογίας, ο γενναίος Επίσκοπος απελάθη από τους Άγγλους στη Μάλτα και του απαγορεύτηκε εφ’ όρου ζωής να επισκεφθεί στη Ζάκυνθο. Έτσι πληρώνουν οι ήρωες τις γενναίες πράξεις τους! Για τους τρεις καθολικούς κληρικούς Santo Rossi, Luigi Scasoz  G. B. Moratelli, βλ. «Κριτικά Φύλλα», τ. 5 (Αθήνα 1975), τ. 2/32, σελ. 214.

[6] Jacgues Bouchard, Γεώργιος Τερτσέτης, βιογραφική και φιλολογική μελέτη (1800 – 1843), Αθήνα 1970, σελ. 42 – 43.

[7] Ο λογοτέχνης Αντώνιος Μάτεσις (1794 – 1874), ήταν γιος του Αντωνίου και της Βεατρίκης, αδελφής του Ν. Τερτσέτη. Σ’ αυτόν  ο εξάδελφός του Γεώργιος αφιέρωσε το έμμετρο «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου» το 1756. Νεκρολογία στα γαλλικά του Αντωνίου Μάτεσι, δημοσίευσε το 1874, η Αδελαΐδα Germain, σύζυγος του Γ. Τερτσέτη.

[8] Γεώργιος Τερτσέτης, εις περ. «Παρνασσός», τ. Α’ 1877, σελ. 156.

[9]  Ο Όθωνας είναι για τον Τερτσέτη του 1833, εχέγγυο της ενότητας και ευνομίας της Ελληνικής Πολιτείας. Για τα ποιήματα της Ναυπλιακής περιόδου, έγραψε ο Σολωμός στον Τερτσέτη στις 1η Ιουνίου 1833: «Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια. Ήθελα, όμως, όσοι μεταχειρίζονται τη κλέφτικη γλώσσα, να παίρνουν την ουσία και όχι την μορφήν, μ’ εννοείς….»

[10] Τόμπρου Αλέξη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη, περ. «Νέα Ζωή», Αθήνα 1954, τ. σελ. 115-167.

[11] Τερτσέτη Άπαντα, υπό Γ. Βαλέτα, ό.π., τ. Α’, σελ. 22.

[12] Άγγελου Βλάχου, Ανάλεκτα τ. Β’, σελ. 108. Γράφει ο Βλάχος: «Το όνομα Γεώργιος Τερτσέτης αποτελεί οιονεί έμβλημα της μνήμης ημών της εθνικής και συγκορυφοί  εις ένα άνδρα, εις μιαν καρδίαν, νεαράν πάντοτε υπό τον παγετόν του γήρως, εις μίαν γλώσσαν, έντονον ηχούσαν πάντοτε από του βήματος, τας παραδόσεις ημών τας εθνικάς, τας αναμνήσεις του χθεσινού έτι παρελθόντος ημών, τους πόθους του νυν έλληνος και τα ιερά αυτού καθήκοντα, τας δάφνας του πρώην έλληνος και την ιεροτάτην αυτού κληρονομίαν».   

[13] Ντίνου Κονόμου, Ο Γεώργιος Τερτσέτης, ό.π., σελ. 481.

  

Read Full Post »

Στέφος ή Στεφόπουλος Κυριάκος  – Αγωνιστής  του 1821


                                 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής  του 1821, από οικογένεια που έχει πια σήμερα εκλείψει. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 2650 και στο Παλαιό, με αύξοντα αριθ. 4944, όπου σημειούται: «Στέφος Κυριάκος, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, στον οικείο φάκελο, στο κουτί 200,του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ότι ο Κυριάκος Στέφος ή Στεφόπουλος , ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Η τοπική παράδοση του Αχλαδοκάμπου κάνει λόγο για έναν Κυριάκο Στεφόπουλο, σημαιοφόρο κλεφταρματολό, που συνέβαλε στη συντριβή των Αλβανών της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, από τους κλεφταρματολούς του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, τη 10 – 6 – 1779 κατόρθωσε και ανέβηκε πρώτος στο Διοικητήριο και έστησε τη σημαία, την οποία μόλις είδαν οι Αλβανοί ετράπησαν σε φυγή.

Ο Αναγνώστης Κονδάκης, οπλαρχηγός της Κυνουρίας, στα Απομνημονεύματά του, σ. 18, σημειώνει το γεγονός: «…Ένας λοιπόν Αχλαδοκαμπίτης  σημαιοφόρος πρώτος έστησε τη σημαίαν εις το Σεράγιον, οι δε Αλβανοί βλέποντες την βοήν ετράπησαν αμέσως εις φυγήν».  Δε γνωρίζουμε, αν πρόκειται περί του ιδίου προσώπου ή του πατέρα του ή ακόμη και του παππού του.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Παναγιώτης (1795; – 1865;)


 

Ο Παναγιώτης Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας γύρω στο 1795. Είναι γιος του κλεφταρματολού Κωνσταντίνου Ντούσια, που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα,  μεγαλύτερος και περισσότερο εγγράμματος από τον αδελφό του Αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνο Ντούσια.

Όπως φαίνεται από αίτηση των κληρονόμων του, που ζητούν αποζημίωση για τις εκδουλεύσεις του κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821, της 24ης Μαΐου 1865 και από το πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Υσιών Αντωνίου Δημ. Αντωνοπούλου, της 24ης Μαΐου 1865, που απόκεινται στον οικείο φάκελλο, στο κουτί αριθ. 151, στο Τμήμα Χειρογράφων και ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, ο Παναγιώτης Ντούσιας έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου, Τρίκορφα, Βαλτέτσι, Άγιο Γεώργιο, Δολιανά, Γράνα, Δερβενάκια, Άργος κλπ., κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών Π. Ζαφειροπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, ότι είχε κληρονόμους τα γνήσια παιδιά του Γεώργιο, Χρίστο, Παναγούλα, Γιαννούλα, και Κυριακή και ότι είχε στο μεταξύ αποβιώσει.

Πάντως δε φαίνεται πουθενά να πέτυχε η οικογένειά του υλικά οφέλη. Στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 με αύξοντα αριθ. 586, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Παναγιώτης, ως οδηγός στρατιωτών. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 432)».

Τη δράση του μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, κατά την Επανάσταση του 1821, μαρτυρεί και ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ.73: «Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

 

 

Read Full Post »

Ντούσιας Κωνσταντίνος (ο κλεφταρματολός 1780; – 1821;)


Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας, αγνώστων άλλων προγονικών στοιχείων, φαίνεται, όπως δείχνει το επίθετό του, ότι προέρχεται από το χωριό Ντούσια της Αχαΐας. Πρέπει να γεννήθηκε γύρω το 1780, αφού το 1800 φαίνεται να είναι εγκαταστημένος στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας και να έχει οικογένεια.

Γιοι του είναι οι Αγωνιστές του 1821 Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Ντούσιας. Γύρω στο 1800, φαίνεται να υπηρετούσε σαν κλεφταρματολός, γιατί οικογενειακή παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα, λίγο πριν την επανάσταση του 1821, και πως ο Νικηταράς έφερε τα όπλα του σκοτωμένου πατέρα στη χήρα και τα ορφανά και πρότεινε στους παρισταμένους ανηλίκους γιους του, Παναγιώτη και Κωνσταντίνο, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα τους και να ανδραγαθήσουν, όπως και έγινε αργότερα.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Αχλαδόκαμπος Άργολιδας (1821)


   

Ο Αχλαδόκαμπος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821

 

Αχλαδόκαμπος

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν χωριό, συγκροτήθηκε, κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, από διάφορους γεωργικούς και κτηνοτροφικούς μικροσυνοικισμούς της περιοχής, οι οποίοι υπήρχαν ανέκαθεν στην περιοχή, όπως μαρτυρούν τα μέχρι σήμερα τοπωνύμια: « Καλύβια», «Παλιόμαντρα», «Παλιόχωρα», «Παλιοχώρια», «Νερά» κλπ., πιθανόν από κατοίκους του Μουχλίου, καθώς και από κατοίκους άλλων περιοχών, οι οποίοι σαν φυγόδικοι βρήκαν καταφύγιο και εργασία στον Αχλαδόκαμπο ή ήρθαν σιόγαμπροι.

Χτίστηκε απόκρυφα και αμφιθεατρικά, μέσα σε δασώδη περιοχή, στο επάνω μέρος του «Πέρα» και του «Δώθε χωριού», αποτελούμενο από μικρούς οικίσκους (κονάκια), με μια πόρτα και ένα παράθυρο, πολλοί των οποίων χρησιμοποιούνται σήμερα, σαν στάβλοι και αχυρώνες, σε υψόμετρο εξακοσίων (600) περίπου μέτρων από τη θάλασσα.

Οι κάτοικοι προτίμησαν τη θέση αυτή για να έχουν κοντά το νερό των πηγών «Αγίου Γεωργίου» και «Καρυάς», για να αποφεύγουν τις ενοχλήσεις των Τούρκων, λόγω των διαβάσεων υποχρεωτικά δια μέσου Αχλαδοκάμπου και για να μπορούν εύκολα, σε περίπτωση τουρκικής επιδρομής να ανεβαίνουν προς το Αρτεμίσιο.

 

Σπίτια στον Αχλαδόκαμπο.

 

Το όνομα του χωριού, Αχλαδόκαμπος, μνημονεύεται στον Κατάλογο της γενικής απογραφής των πόλεων και χωριών της Πελοποννήσου, που έγινε από το μηχανικό και επόπτη του καταστίχου της Μορέως Alberghetti, έπειτα από σχετική εντολή του Ενετού Φραγκίσκου Μοροζίνη, το 1687, και δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Νotitia Alberghetti», σαν παράρτημα, στο έργο του Ενετού ιερέα Antonio Pacifico, που έχει τον τίτλο: «Breve Descrittione Corografica del Peloponneso, Venetia 1704».

Πρώτη γραπτή μαρτυρία κατοίκου του χωριού, με το όνομα «Αχλαδοκαμπίτης», έχουμε του Αναγνώστη Κονδάκη, οπλαρχηγού της Κυνουρίας, ο οποίος στο έργο του: Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], σ.18, λέγει ότι κατά τη συντριβή των Αλβανών στην Τρίπολη, το 1779, από τους Κλεφταρματολούς, «ένας Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν εις το Σεράγιον».

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, χρησίμευε, όπως και σήμερα, σαν σταθμός αναψυχής και διανυκτέρευσης των οδοιπόρων και του τουρκικού στρατού, έπειτα από εξάωρη πορεία τριάντα περίπου χιλιομέτρων, είτε από το Άργος, είτε από την Τρίπολη. Η διάβαση αυτή δια μέσου του Αχλαδοκάμπου λεγόταν Δερβένι, που σημαίνει πέρασμα. Το Δερβένι του Αχλαδοκάμπου φυλαγόταν από Αχλαδοκαμπίτες κυρίως φρουρούς, μισθωτούς, για την πρόληψη ληστειών, φονικών και άλλων κινδύνων, και ακόμη για να ελέγχονται τα είδη εισαγωγής και εξαγωγής.

Στη θέση «Λιά ρέμα», όπου γινόταν διακλάδωση του δρόμου, είτε προς το «Λυκάλωνο», είτε προς τα «Νερά», είτε ακόμη προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια», υπήρχε έλεγχος και οι αμαξηλάτες και ταξιδιώτες με άλογα πλήρωναν ανάλογο φόρο, ένα είδος διοδίων.

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν δερβενοχώρι, υπαγόταν διοικητικά στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου της Κυνουρίας, που ήταν μια από τις έξι διοικητικές περιφέρειες της Πελοποννήσου.

 

Θέα από τον Αχλαδόκαμπο, στο βάθος η μεγάλη γέφυρα.

 

Σχετικά ο Άγγλος περιηγητής Will. M. Leake, στο έργο του, Travels in the Morea, Λονδίνο 1830, τ. Β’, σ. 334, σημειώνει, το 1809, τα ακόλουθα για τον Αχλαδόκαμπο:

«Το χωριό Αχλαδόκαμπος… ανήκει στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου και όπως όλα τα χωριά αυτής της περιφέρειας είναι ένα κεφαλοχώρι. Ως δερβενοχώρι διατηρεί  με τα δικά του έξοδα μερικούς φύλακες, για την ασφάλεια.  Για την υπηρεσία που προσφέρει δεν έχει υποχρέωση να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες».

 

Αγία Κυριακή Αχλαδοκάμπου – Εντός της ρεματιάς που ενώνει το πέρα και το εδώ χωριό, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής βρίσκεται εκεί τουλάχιστον 200 χρόνια… Ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής Αχλαδοκάμπου αποτελεί αξιόλογο ιστορικό μνημείο της περιοχής, χτίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των συνεχώς αυξανόμενων οικογενειών του χωριού και κάτω από ορισμένες συνθήκες και παραχωρήσεις του Τούρκου διοικητή, όπως μαρτυρούν οι θρύλοι και οι τοπικές παραδόσεις.

 

Επίσης ο ιστορικός και υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Αθήναι 1888, σ. 74, γράφει τα εξής για το προνόμιο αυτό του Αχλαδοκάμπου:

«Το χωρίον τούτο η τουρκική εξουσία το είχεν εν μέρει ασύδοτον, και όλα τα χωριά, όσα ευρίσκονται εις θέσιν όπου υπήρχε διάβασις, και την οποίαν ωνόμαζον δερβένι, διότι τα τοιαύτα χωριά εχρησίμευον ως κατάλυμα των στρατιωτών και των άλλων ανθρώπων της εξουσίας, οι δε κάτοικοι τούτων ήσαν υπόχρεοι να φέρουν εις το δρόμον ψωμί, νερό και κρέας και ό,τι άλλο είχον και εκεί  τους επερίμεναν να φάγουν.

Όταν δε διήρχετο ο πασάς εφιλοδωρούσε τους χωρικούς δι’ όσα έφερον. Είχον δε την άδειαν οι δερβενοχωρίται ούτοι του Αχλαδοκάμπου να φέρουν όπλα  και να φυλάττουν εις το Νταούλι-Χάνι, ως σκοποί προς συνδρομήν και ασφάλειαν των διαβατών. Επειδή δε είχον και τύμπανον και αυλούς και έπαιζον ολίγον και ηυχαρίστουν τους διαβάτας, ούτοι εις αμοιβήν έδιδον εις αυτούς χρήματα και ως εκ τούτου έμεινεν η ονομασία του τόπου Νταούλι».  

Στο Δερβένι  του Αχλαδοκάμπου υπήρχαν πολλά χάνια, για την εξυπηρέτηση των οδοιπόρων και των τούρκικων στρατευμάτων, όπως πιο πάνω από τη θέση «Αγία Παρθένα», ονομαζόμενο «Κιόσκι», το «Χάνι του Γαλλή», το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), το «Χάνι Νταούλι», το «Χάνι Νερά» και άλλα μικρότερα.

Από τα χάνια αυτά ονομαστότερα, ένεκα του ιστορικού τους ρόλου, είναι, «Το χάνι του Αγά πασά», στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», το «Χάνι Νταούλι», στην ομώνυμη θέση και το «Χάνι Νερά», στις πηγές της περιοχής «Νερά».

Το «Χάνι του Αγά πασά», βρισκόταν στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», νοτιοανατολικά  του σιδηροδρομικού σταθμού του Αχλαδοκάμπου και νοτιοδυτικά της θέσης «Γκετέ», όπου μέχρι σήμερα διασώζονται τα ερείπιά του, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου. (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου. Αθήναι 1961, σ. 83).

Από τα ερείπια του κεντρικού κτιρίου και των διαφόρων γύρω συγκροτημάτων, αποθηκών και στάβλου, φαίνεται πως ήταν αρκετά μεγάλο. Είχε πολλά δωμάτια (κονάκια), για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών και πολλές «θολογύριστες καμάρες» , κατά το Φωτάκο.

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αχλαδοκάμπου – Σε υψόμετρο 295 μέτρων και στη θέση «Παλιόχανο» βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού, επί του 84ου χιλιομέτρου της γραμμής Μύλων Ναυπλίου – Καλαμάτας. Ο Σταθμός απέχει από το χωριό περίπου 1.5km. Η σημερινή γενιά αλλά κυρίως οι περαστικοί και αρκετοί που έχουν περάσει με το τρένο από την περιοχή μας έχουν την απορία γιατί ο σταθμός ενός τόσο μεγάλου χωριού χτίστηκε τόσο μακριά από τον οικισμό. Ο λόγος είναι ότι η σιδηροδρομική γραμμή βρισκόταν ακόμα σε χαμηλό υψόμετρο, ανηφορίζοντας συνεχώς προς την Τρίπολη.

 

Το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο) είναι ξακουστό, γιατί εκεί έγινε την 10η Ιουλίου 1822 το πολεμικό συμβούλιο των οπλαρχηγών, υπό την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, κατά του Δράμαλη. Εκεί γράφτηκαν και υπογράφτηκαν οι προκηρύξεις επιστράτευσης, οι οποίες εστάλησαν προς όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, για τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Από το χάνι τούτο ο Θ. Κολοκοτρώνης, την 12η Ιουλίου 1822 ειδοποίησε τους Αχλαδοκαμπίτες, πως θα διανυχτερεύσει στα «Νερά» και εκεί να του φέρουν τροφές για το στρατό και τα άλογά του, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 262:

«Την δε 12ην Ιουλίου παρήγγειλεν ο αρχηγός εις το χωρίον Αχλαδόκαμπον να του φέρουν τροφάς δια τους στρατιώτας και τα άλογά του, και ότι θα διανυκτερεύση εκεί εις τα Βρυσούλια ή Νεράκια, κατά τον δρόμον του Άργους».

Στο χάνι εκείνο, όταν επέστρεφαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, από τους Μύλους για την Τρίπολη, σκότωσαν έξι στρατιώτες, που τους βρήκαν μεθυσμένους να κοιμούνται, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 507:

«Οι δε Τούρκοι φθάσαντες ηύραν κοιμωμένους από την μέθην και τον κόπον έως έξ ‘Ελληνας, τους οποίους αμέσως εσκότωσαν και ούτω δεν εδυνήθησαν να εννοήσουν οι κοιμώμενοι, ποίοι και διατί τους εφόνευσαν. Οι δε λοιποί Έλληνες ετρύπωσαν μέσα εις τα γεννήματα και εσώθησαν».

Το «Χάνι Νταούλι», βρισκόταν στη σημερινή ομώνυμη θέση, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου, πέντε χιλιόμετρα ανατολικά του Αχλαδοκάμπου, λείψανα του κεντρικού κτιρίου και του παρακειμένου ευρύχωρου στάβλου σώζονται μέχρι σήμερα. (Βλ. Ιωάννη Σπ. Αναγνωστοπούλου , Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου σ. 75).

Από στρατιωτικής πλευράς πλεονεκτούσε, σε σύγκριση με το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), γιατί είχε μεγάλη ορατότητα προς τα «Νερά», από τη θέση «Κόλλια», όπου επάνω σε λόφο, ανατολικά του δρόμου προς το Άργος, διακόσια περίπου μέτρα, υπήρχε παρατηρητήριο, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, με την ονομασία «Ταμπουρίτσα», και προς τη θέση «Δόκανο» και τα Παλιοχώρια», αλλά και από άποψη νερού και ευρυχωρίας. Εκεί διασταυρώνονταν οι δρόμοι προς τα «Νερά» προς το «Λυκάλωνο» προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια» ή προς τα «Λιθαράκια», «Μπάκα», «Κεφαλάρι», «Χάνι Αγά πασά» δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή προς τον Αχλαδόκαμπο, «Γαλή Χάνι», δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή δια μέσου «Κάτω Βρύσης» προς Τρίπολη.

 

Το Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου με το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

 

Ο ήχος του νταουλιού και των άλλων μουσικών οργάνων ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε θάρρος και δύναμη στους ταξιδιώτες, οι οποίοι έλεγαν: «Ακούεται το νταούλι», «να φτάσαμε στο νταούλι» και έτσι έμεινε η ονομασία του τόπου «Νταούλι».

Όπως σε όλα τα χάνια, έτσι και το «Χάνι Νταούλι», οι ταξιδιώτες και ο στρατός έτρωγαν, έπιναν, κοιμόντουσαν, μάθαιναν νέα, έπαιρναν και έστελναν επιστολές και εξυπηρετιόντουσαν τα υποζύγια από τροφή, νερό και στέγη, στον παρακείμενο ευρύχωρο στάβλο.

Το χάνι στην περιοχή «Νερά» βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω από την πρώτη  μεγάλη πηγή, σε κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Ντρούλια, όπου σώζονται ερείπια και μεγάλος υπόγειος θόλος. Εκεί στον ευρύχωρο πεδινό τόπο συγκεντρώθηκε ο ελληνικός στρατός, τον Ιούλιο του 1822, και με αρχηγό το Θ. Κολοκοτρώνη βάδισε κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Εκεί οι Αχλαδοκαμπίτισσες γυναίκες έφεραν τρόφιμα και τους άντρες τους, τους οποίους παρέδωσαν στο Θ. Κολοκοτρώνη.

Αξιοσημείωτα είναι όσα γράφει για το γεγονός τούτο ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 263:

«Αι γυναίκες του χωρίου με μεγάλη των προθυμία έφερον φορτωμέναι τροφάς και τους άνδρας των εμπρός με τα άρματά των, τους οποίους παρέδωσαν εις τον αρχηγόν και του είπαν: Να τους άνδρας μας να τους πάρης εις τον πόλεμον, και αν δεν είναι παλικάρια, να βγάλουν τ’ άρματα και να τα φορέσωμεν εμείς. Τοιούτους άντρες δεν τους θέλομεν» . Ο Κολοκοτρώνης εγέλασε καθώς και ο Αρχιμανδρίτης Φλέσσας και οι λοιποί καπεταναίοι, τις ευχαρίστησαν, τις έστειλαν οπίσω εις τα σπίτια των και εκράτησε τους άνδρας των ως στρατιώτας».

Από το σημείο τούτο και ύστερα οι Αχλαδοκαμπίτες, αν και διστακτικοί στην αρχή, λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού και της συμμετοχής τους στην ένοπλη Πολιτοφυλακή της διαφύλαξης του Δερβενίου του Αχλαδοκάμπου με έδρα το «Χάνι Νταούλι», παίρνουν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821.

Πρωτύτερα έδρασαν ως κλεφταρματολοί, με αρχηγό τον Κυριάκο Στεφόπουλο και αργότερα με τον Κωνσταντίνο Ντούσια, ο οποίος έχοντας ως ορμητήριο τις ομώνυμες απρόσιτες σπηλιές στα «Κόκκινα βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά» του «Κολοσούρτη», συνεργάστηκε, κατά την Επανάσταση του 1821, με το Θ. Κολοκοτρώνη και έλαβε μέρος με την ομάδα των Αχλαδοκαμπιτών και ξένων παλικαριών του σε πλείστες όσες μάχες τις Πελοποννήσου. Το ίδιο συνέβη και με τον Κυριάκο Παπαδόπουλο και την ομάδα των παλικαριών του.

 

Άποψη του Αχλαδοκάμπου από την πλατεία του χωριού.

 

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Απέβη ένα διαρκές ολοκαύτωμα υπέρ της Ελευθερίας. Μάλιστα την 1η Μαΐου 1821 λεηλατήθηκε από τους Τούρκους και τη 13η Ιουνίου 1825 πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ριζικά από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Πρόσφερε τις μεγαλύτερες θυσίες του στις κρισιμότερες περιστάσεις και στους αμεσότερους κινδύνους της Πατρίδας, κατά τρόπο γόνιμο και επωφελή, με σύνεση και γενναιότητα. Όσες φορές οι περιστάσεις ζητούσαν τις θυσίες του, τότε οι κάτοικοι έδειχναν τον ανιδιοτελή πατριωτισμό τους.

Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει Φωτάκος, για τη συμβολή του Αχλαδοκάμπου, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 74:

«Το χωρίον τούτο επί του Εθνικού Αγώνος εθυσιάσθη ολόκληρον, διότι οι στρατιώται κινούμενοι άνω και κάτω όλοι εις αυτό κατέλυον, και τους έθρεφον. Κατήντησε σταθμός στρατιωτικός, και όμως οι πτωχοί κάτοικοι υπέφεραν πολύ, καθώς και αι Καλάμαι από τους Μανιάτας.

Επί δε της εισβολής του Δράμαλη, ότε ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης διέβαινεν εκείθεν δια την Αργολίδα και συνάντησε τους υπό της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη σκορπισθέντας και φεύγοντας από το Άργος και τους Αφεντικούς Μύλους Έλληνας κατά το Χάνι Νταούλι, και εκείθεν εγύρισε πίσω εις το άλλο Χάνι του αυτού χωρίου, το οποίον κείται εις τον κάμπον και λέγεται του Αγά πασά, όπου όλοι εμού εστάθμευσαν  σχεδόν τρεις ημέρας, το χωρίον τούτο, ο Αχλαδόκαμπος, έθρεψεν όλους εκείνους τους συναχθέντας εκεί, και τον Κολοκοτρώνην , προς τον οποίον έστειλε τροφάς ως και δια τα άλογά του εις την θέσιν Βρυσούλια, όπου διενυκτέρευσε και την αυγήν εκίνησε να υπάγη κατά του Δράμαλη».

Εάν το 1809, όπως λέγει ο Will. M. Leake στο έργο του Travels in the Morea, τ. Β’, σ. 334, ο Αχλαδόκαμπος είχε «ογδόντα οικογένειες», το 1822 θα είχε τουλάχιστο εκατό και επομένως θα μπορούσε να προσφέρει πενήντα άντρες ως στρατιώτες.  

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος (Παπακωνσταντής 1770; – 1829;)


Ο παπά – Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, αγνώστων άλλων οικογενειακών στοιχείων, πλην ίσως αδελφός ή συγγενής του δραστήριου προεστού του Αχλαδοκάμπου, κατά τους χρόνους της Επανάστασης (1821-1825), Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, φαίνεται ότι είναι ο πρώτος γνωστός Αγωνιστής εφημέριος του Αχλαδοκάμπου Άργους.

Το 1819 ήταν ήδη εφημέριος του Αχλαδοκάμπου, και μαζί με άλλους κληρικούς και λαϊκούς, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από τον τότε μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίας Γρηγόριο Καλαμαρά, όπως φαίνεται και από το έργο του μητροπολίτη Αργολίδας  Χρυσοστόμου του Β’, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, τεύχος Α’, Άργος 1957, σ. 34 και 42.

Ούτε τον ακριβή χρόνο της γέννησής του γνωρίζουμε, ούτε τη δράση του, ούτε ακόμη και τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Πάντως πρέπει να είναι, αν όχι ο πρώτος, ένας από τους πρώτους εφημερίους του ναού της Αγίας Κυριακής.

Πέθανε από φυσιολογικό θάνατο, μετά το τέλος της Επανάστασης, δηλ. μετά το 1827, και αν υποθέσουμε ότι θα ήταν 60 χρόνων, μπορούμε να τοποθετήσουμε το χρόνο της γέννησής του γύρω στο 1770. Ότι πέθανε με φυσιολογικό θάνατο και ακόμη ότι ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, φαίνεται από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, επί του Δημάρχου Αντωνίου Δημητρίου Αντωνόπουλου, στην οποία μνημονεύονται όλοι όσοι έλαβαν μέρος στις διάφορες μάχες κατά των Τούρκων, κατά τους χρόνους της Επανάστασης.

Η σχετική φράση της Απόφασης, στο τέλος της παράθεσης των φονευθέντων, έχει ως εξής: «…Ο δε παπά-Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος απεβίωσε μετά το τέλος της Επαναστάσεως». Έτσι επιβεβαιώνεται η δράση του, σαν Αγωνιστή, και η ιδιότητά του, σαν ιερέα του Αχλαδοκάμπου.  

  

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

   

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Δ. Αναγνώστης (1775; – 1825)


 

 

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος του Δημητρίου, αγνώστων άλλων οικογενειακών στοιχείων, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Άργους, γύρω στο 1775. Δραστήριος προεστός του Αχλαδοκάμπου, κατά τους χρόνους της Επανάστασης και διπλωματικότατος πολιτικός νους, κατόρθωνε να σώζει το χωριό, κατά τη διακίνηση τουρκικών στρατευμάτων, δια μέσου του Αχλαδοκάμπου, μέχρι σημείου να χαρακτηρίζεται από τον ιστορικό Φώτιο Χρυσανθόπουλο ή Φωτάκο «φιλότουρκος», για την αξιέπαινη εκείνη ενέργειά του, κατά τις αρχές Μαΐου 1821, που πέτυχε και άλλαξε την πορεία του Κεχαγιάμπεη προς την Τρίπολη, αντί δια μέσου Αχλαδοκάμπου, δια μέσου Τουρνικίου.

Σχετικά ο ιστορικός Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 115 γράφει:

«Η δε αιτία δια την οποίαν οι Τούρκοι επήγαν από το Τουρνίκι είναι η ακόλουθος. Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος, προεστός του Αχλαδοκάμπου και φιλότουρκος, μη γνωρίζων δε καλώς τα της Επαναστάσεως, εφύλαξεν εις την οικίαν του δύο Τούρκους Τασιλταραίους, οι οποίοι τυχαίως ευρέθησαν εκεί κατά τας ημέρας αυτάς, έως ότου ηύρε τον  καιρόν και τους έστειλεν εις το Άργος, όπου ήτο ο Κεχαγιάς.

Οι Τούρκοι αυτοί εχρεώστουν την ζωήν τους εις τον Αναγνώστην, όστις τους παρεκάλεσε, δια να προφυλάξη το χωριό του, να είπουν εις τον Κεχαγιάν να μην περάση εκείθεν, διότι θα τον βαρέσουν οι αποστάται Έλληνες και να τους στείλουν «ράι μπουγιουρντί», και ως εκ τούτου ο Κεχαγιάμπεης επήγε από το Τουρνίκι, ως αφύλακτον από τους Έλληνες».

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος έπραξε βέβαια τούτο, για να προστατεύσει το χωριό του από τις ζημιές, που θα προξενούσε η διανυκτέρευση στον Αχλαδόκαμπο της στρατιάς του Κεχαγιάμπεη και δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστεί «φιλότουρκος» από τη διπλωματική εκείνη ενέργειά του. Υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα, που υπηρέτησε την πατρίδα του πολιτικά, γεγονός που και ο ίδιος ο Φωτάκος μαρτυρεί στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73: (Εκτός από την οικογένεια Ντούσια) «υπήρχε και άλλη οικογένεια εις τον Αχλαδόκαμπον, του Αναγνώστη Αναγνωστοπούλου, όστις υπηρέτησε την πατρίδα του πολιτικώς».

Άλλωστε η διάβαση του Αχλαδοκάμπου δε φαίνεται να φυλαγόταν τότε από τους Έλληνες, γιατί ο Φωτάκος θα το μνημόνευε. Έπειτα πως θα ήταν δυνατό την επόμενη ημέρα 500 Τουρκαλβανοί να φθάσουν ανενόχλητοι από την Τρίπολη στο Άργος, για να προϋπαντήσουν τον Κεχαγιάμπεη; Μάλιστα οι Τούρκοι αυτοί καταδίωξαν τον Αναγνώστη Αναγνωστόπουλο, λεηλάτησαν τον Αχλαδόκαμπο την 1η Μαΐου και ασφαλώς θα τον σκότωναν, εάν δεν κατέφευγε στα βουνά.

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος, αφού σώθηκε τότε, εξακολουθούσε να μάχεται τους Τούρκους μέχρι θανάτου του. Απεβίωσε το 1825 από τις κακουχίες και την πίκρα του, για πυρπόληση και ριζική καταστροφή του Αχλαδοκάμπου από το στρατό του Ιμπραήμ.  

  

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

   

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »