Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία: τέσσερα δεφτέρια του 1811 και του 1817/1818. Γεώργιος Β. Νικολάου – Διδάκτωρ ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται στην Πελοπόννησο μία μεγάλη αύξηση των έκτακτων φορολογικών επιβαρύνσεων (avariz) που πλήττουν, περισσότερο, τον χριστιανικό πληθυσμό. Τα αρχειακά τεκμήρια που παρουσιάζουμε και μελετούμε στη συνέχεια μάς δίνουν πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες γι’ αυτό το θέμα. Η αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στις διαρκώς αυξανόμενες και πιεστικές οικονομικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας κυρίως των πολέμων – η Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα αναφέρθηκε στην ανακοινώσή της στις επιπτώσεις του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812 στην Πελοπόννησο – και αφετέρου σε ενδογενείς αδυναμίες και δυσλειτουργίες της οθωμανικής διοίκησης, σε περιφερειακό ιδίως επίπεδο, αλλά και στην δυσκολία προσαρμογής της Αυτοκρατορίας στις εξελίξεις και αλλαγές που γίνονταν τότε στη Δ. Ευρώπη παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που επεχείρησε ο σουλτάνος Σελήμ Γ’  την περίοδο αυτή.

Η αρχή του δευτεριού της εξαμηνίας του μουχαρεμιού του 1817/18.

Οφείλονται, επίσης, και σε καταχρήσεις από την πλευρά τόσο των οργάνων της τουρκικής διοίκησης του Μοριά, όσο και των μουσουλμάνων (ayan) και των χριστιανών (κοτσαμπάσηδων) προεστών, τις οποίες είχε κατακρίνει πριν από δύο δεκαετίες, με δριμύτητα, ο πελοποννησιακής καταγωγής και πολύ καλός γνώστης των πραγμάτων Οθωμανός αξιωματούχος Πενάχ εφέντης. Τα πολλά για το χριστιανικό πληθυσμό δοσίματα και οι δυσβάσταχτοι έκτακτοι φόροι προκαλούν αποδιαρθρωτικές συμπεριφορές στο εσωτερικό των κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πολλαπλές οικονομικές απαιτήσεις της περιφερειακής διοίκησης. Γι’ αυτό, συχνό ήταν το φαινόμενο της καταχρέωσης των χριστιανικών κοινοτήτων που ανάγκαζε, μερικές φορές, τα μέλη τους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους ενώ, άλλοτε, αυτά μετέπιπταν στην κατηγορία των τσιφλικιών (çiftliks)· γεγονότα που παρατηρούνται και στις περιοχές Αργολίδας-Ναυπλίας, όπως δείχνουν αρχειακές μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα.

Η ανακοίνωση βασίζεται σε δύο κατάστιχα (δεφτέρια) εξόδων, δοσιμάτων και κοινοτικών δαπανών του πολύτιμου για την ιστορία της περιοχής Άργους, και γενικά όλης της Πελοποννήσου, αρχείου Περρούκα, που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και σε δύο άλλα παρόμοια κατάστιχα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τις πληροφορίες που μας δίνουν τα δεφτέρια του 1811 και του 1817/18, ώστε να έχουμε ένα δείγμα από τις δύο τελευταίες προεπαναστατικές πενταετίες. Είναι αυτονόητο ότι για να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα όλων των φορολογικών υποχρεώσεων των κατοίκων του καζά η βιλαετιού Άργους κατά την προεπαναστατική περίοδο θα χρειαζόταν να μελετήσουμε όχι μόνο όλα τα κατάστιχα του Αρχείου Περρούκα αλλά και τα κατάστιχα φόρων της κεντρικής διοίκησης, δεδομένου ότι αυτά τα δεφτέρια περιέχουν τις δαπάνες και τις εισφορές των κοινοτήτων σε περιφερειακό μόνο επίπεδο, δηλαδή στον καζά Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία

Read Full Post »

«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.

Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:

«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

 

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.

 

Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.

Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.

Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.

«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.

– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.

– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;

– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.

«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».

Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.

« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα Συνταγματικά γεγονότα του Άργους 1821-1831. Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


  

Η συμβολή του Άργους για την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους απο την τουρκική κυριαρχία είναι ξεχωριστή, έξίσου όμως ξεχωριστή είναι η συμβολή του Άργους στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στον περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, ακροθιγώς μόνο θα αναφερθώ στα σημαντικότερα πολιτικά και συνταγματικά γεγονότα του Άργους λαμβάνοντας ύπόψη και τα θέματα των άλλων ομιλητών της ίδιας ένότητας.

Τα σημαντικότερα συνταγματικού κυρίως ενδιαφέροντος γεγονότα, θα μπορούσαμε να τα εστιάσουμε σε τρία που διαδραματίζονται από το 1821 έως το 1832.

1. Η Σύγκληση της Πελοποννησιακης Γερουσίας

 

Το πρώτο σημαντικό γεγονός είναι η σύγκληση στο Άργος της Πελοποννησιακής Συνελεύσεως το Νοέμβριο του 1821. Ήδη η συγκρότηση της Συνελεύσεως αύτη καθ’ εαυτή είχε προβλήματα, αφού ο Υψηλάντης επιθυμούσε τη συγκέντρωση αντιπροσώπων από όλες τις περιοχές της Ελλάδος με σκοπό τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως, ενώ τελικά ύστερα από ενέργειες του Μαυροκορδάτου, πήρε τον χαρακτήρα Τοπικής Πελοποννησιακής Συνελεύσεως [1].  Αλλά έριδες δημιουργήθηκαν και ως προς τον τρόπο εκλογής των πληρεξουσίων, αφού η ρήξη μεταξύ Υψηλάντη και προκρίτων φαινόταν μάλλον οριστική, ενώ συγκεχυμένη παρουσιαζόταν η κατάσταση στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων που θα μετείχαν στην Εθνική Συνέλευση.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η Συνέλευση που ξεκίνησε τις έργασίες της την 1η Δεκεμβρίου του 1821 ονομάσθηκε «Πελοποννησιακή Γερουσία». Ως Πρόεδρό της όρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη τιμητικά, αφού την επομένη της έναρξης των έργασιων έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου «βαρυνθείς τας αδιακόπους φατριατικας έριδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός [2], συνοδευόμενος απο τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη, άλλους οπλαρχηγούς και τμήμα στρατού.

Την πρώτη ήμέρα των έργασιων της «Πελοποννησιακής Γερουσίας» ψηφίστηκε διακήρυξη με τον τίτλο «Προλεγόμενα», που ονομάστηκε έτσι, επειδή είχε προταχθεί στον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο οποίος ψηφίστηκε στη συνέχεια.

Στη διακήρυξη αύτή που οι άντιφάσεις και οι εκούσιες ανακρίβειές της προκαλούν κατάπληξη, ένας σκοπος φαίνεται: να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Ύψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η έπανάσταση της Ελλάδος σε ειδικα γεγονότα, όπως οι σφαγές των έλληνικων πληθυσμών στην Τουρκία και η θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ένω αύτα δεν ήταν οι αιτίες αλλα τα αποτελέσματα της επανάστασης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Η Συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», που ύπογράφηκε τελικα απο όλους τους πληρεξουσίους της Πελοποννήσου στις 27 Δεκεμβρίου 1821 και έχει τον τίτλο «Οργανισμος περί Προσωρινής Διοικήσεως». Τον ύπέγραψαν και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης, παρα τις βασικές τους έπιφυλάξεις στην αρχή και τη δυσαρέσκεια τους, βέβαιοι ίσως ότι η Συνέλευση της Έπιδαύρου, που είχε αρχίσει τις έργασίες της θα γινόταν το κυρίαρχο σωμα, που θα παραμέριζε και θα έπισκίαζε κάθε Τοπικο Οργανισμό.

Ο Οργανισμός φέρνει έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις, είχαν αναλάβει τη φροντίδα της νομοθεσίας απο τον ίδιο τον Υψηλάντη.

Ο Οργανισμός αύτος διαιρείται σε τέσσερα κύρια κεφάλαια, το πρώτο απο τα οποία, αναφέρεται στον τρόπο έκλογής των εφόρων των χωριών, στα καθήκοντα και στα δικαιώματά τους. Το δεύτερο κεφάλαιο, ορίζει τα σχετικά με την έμμεση εκλογή των εφόρων των επαρχιών, τη θητεία και τα καθήκοντά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λεπτομερώς λόγος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο ρυθμίζει στρατιωτικά ζητήματα και έχει τον υπότιτλο «Περί των στρατηγών και καπιτάνων». Οι στρατηγοί της Πελο ποννήσου θα εκλέγονται από τη Γερουσία. Κάθε επαρχία θα είχε τους καπετάνιους της που θα εξέλεγε η Γερουσία και θα ήταν υποχρεωμένοι στις εκστρατείες να ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Τέλος, η εκλογή του αρχιστρατήγου, μόνο για την Πελοπόννησο, θα γινόταν από τη Γερουσία, τους στρατηγούς και τους καπετάνιους και την εκλογή τους θα επικύρωνε η Εθνική Βουλή. Ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να εκστρατεύσει χωρίς την έγκριση της Γερουσίας και της Βουλής. Οι καπετάνιοι θα ήταν ύποχρεωμένοι στις εκστρατείες ν’ ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Με τον Οργανισμό αυτόν, η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη και οι στρατιωτικοί υποτάσσονταν ουσιαστικά στη Γερουσία. Το ολιγαρχικό σύστημα της εξουσίας ήταν πλήρες, αφού πλήρης ήταν και η εκμηδένιση των καπετανάτων [3].

 

2. Η Σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Δεύτερο χρονολογικά σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος ήταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για την οποία εκτενώς θα άναφερθεί άλλος ομιλητής.

Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου του 1829 στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους παρουσία και του Καποδίστρια, ο οποίος προέβη σε εκτενή απολογισμό των κυβερνητικών πεπραγμένων προς την Εθνοσυνέλευση, δικαιολογώντας τις πρωτοβουλίες του για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Το σπουδαιότερο έργο της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους υπήρξε η έγκριση 13 ψηφισμάτων, που αναφέρονται κυρίως στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης του κράτους. Η Συνέλευση βέβαια δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να εγκρίνει τα σχέδια των ψηφισμάτων, και στα όποια θα αναφερθώ επιγραμματικά, αφού θα σας μιλήσουν γι’ αύτά αμέσως μετά, που είχαν συνταχθεί από τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829.

Με το Α’ Ψήφισμα της 22ας Ιουλίου εγκρίθηκε η ως τότε εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια και του δόθηκε η εξουσιοδότηση να συνεχίσει και στο μέλλον τις ενέργειές του στον τομέα των διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενω με το Β’ Ψήφισμα της ίδιας ήμέρας στη θέση του «Πανελληνίου», που είχε αύτοδικαίως καταργηθεί, ιδρύθηκε η Γερουσία με 27 επίσης μέλη, που είχε γνωμοδοτικο μόνο χαρακτήρα, και καθορίστηκαν οι βάσεις της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το Β’ Ψήφισμα εξουσιοδοτούσε ακόμη τον Κυβερνήτη να προχωρήσει στην οργάνωση της Γερουσίας και των υπουργείων, ενω άφηνε χωρίς άλλαγες τους κλάδους της εσωτερικής διοίκησης και της δικαιοσύνης έκτος από όσες τροποποιήσεις θα επέβαλλε η πείρα. Προβλέπονταν πάντως η ισοβιότητα των δικαστών. Το ίδιο ψήφισμα ανέθετε επίσης στην προσωρινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Γερουσία, να προετοιμάσει τους θεμελιώδεις νόμους με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων τριων Εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνος). Το Γ’ Κεφάλαιο του Β’ Ψηφίσματος έβαζε τις βάσεις του «Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου», προδρόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ήταν τριμελές και ανεξάρτητο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Στις 26 Ιουλίου εγκρίθηκε το Γ’ και το Δ’ Ψήφισμα. Με το Γ’ Ψήφισμα προβλεπόταν ο έλεγχος όλων των λογαριασμων της Επιτροπής της Οικονομίας και του Γενικού Φροντιστηρίου, η μεταβίβαση εθνικών κτημάτων στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η αίτηση εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων για τη σύναψη εξωτερικού δανείου 60.000.000 φράγκων, η απαλλαγή της χώρας από τα αγγλικά δάνεια του 1824 και 1825, η αναθεώρηση των φορολογικων διατάξεων, η απογραφή των εθνικών κτημάτων και άλλα. Το Δ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, στη στρατολογία και την τακτοποίηση διαφόρων αιτημάτων στρατιωτικων και ναυτικων.

Το Ε’ Ψήφισμα της 29ης Ιουλίου, πρόβλεπε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις, τη σύσταση Κώδικα Δημοσίου Χρέους, στη διανομή 200.000 στρεμμάτων εθνικής γης (εκτος από σταφιδοκαλλιέργειες, άμπελωνες, ελαιώνες και δάση), αλλά με προσωρινούς τίτλους ως την οριστική τακτοποίηση του Ελληνικού ζητήματος και στην αγορά πλοίων των ναυτικών νησιών για τη συγκρότηση εθνικού στόλου.

Στις 30 Ιουλίου εγκρίθηκε το ΣΤ’ Ψήφισμα, που ρύθμιζε τον τρόπο εξόφλησης των χρεών των διαφόρων κοινοτήτων επί τουρκοκρατίας.

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

Το Ζ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την κοπή εθνικού νομίσματος, ενω το Η’ Ψήφισμα που ψηφίστηκε την ίδια ημέρα (31 Ιουλίου) μεριμνούσε για τη μελλοντική ανέγερση στην έδρα της Κυβερνήσεως ναού προς τιμήν του Σωτήρος «για να αναπέμψη την ευγνωμοσύνη του (το Έθνος) προς τον Θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα δια την σωτηρίαν του». Το Η’ Ψήφισμα πρόβλεπε επίσης την αποστολή έκτακτης αντιπροσωπείας πρεσβείας στις αυλές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, προκειμένου να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του έθνους για την υποστήριξή τους, καθώς και την ανέγερση δυο μνημείων, ένος στο Ναβαρίνο για ανάμνηση της γνωστής ναυμαχίας, και του δεύτερου στο Πεταλίδι, όπου αποβιβάστηκαν οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζώνος (Maison). Τέλος, στο ίδιο Ψήφισμα, προβλεπόταν η ίδρυση του Τάγματος του Σωτήρος και η ανέγερση μνημείου για τους φιλέλληνες.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της Συνελεύσεως εγκρίθηκε το Θ’ Ψήφισμα (1 Αυγούστου) έπειτα απο έγγραφη πρόταση του Κολοκοτρώνη που προέβλεπε για τον Καποδίστρια ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων, τα οποία εκείνος αρνήθηκε όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.

Στη συνεδρίαση της 2ας Αυγούστου εγκρίθηκαν τα Ι’-ΙΓ’ Ψηφίσματα. Το Γ απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων απο τη χώρα, το ΙΑ’ θέσπιζε μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπο τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου και της παιδείας, το ΙΒ’ πρόβλεπε τον τρόπο εκδικάσεως των ποινικών διαφορών των Ελλήνων, που ανέκυψαν κατά τα χρόνια της Επαναστάσεως «με πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» και τέλος το ΙΓ’ Ψήφισμα όριζε ότι: «Α’: Τα μέλη της ενεστώσης Εθνικής Συνελεύσεως θέλουν συγκροτήσει την ακόλουθον Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης. Β’: Η Κυβέρνησις θέλει συγκαλέσει την Εθνικήν Συνέλευσιν τα συγκροτούντα την ενεστώσαν μέλη, άμα αποπερατώση τας περί την σύνταξιν του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου εργασίας της, ή όταν οι περιστάσεις του Γ’ άρθρου του Α’ Ψηφίσματος απαιτήσωσιν», όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να επικυρωθούν απο «τας πληρεξουσίους συμφωνίας» του Κυβερνήτη με τις Δυνάμεις σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουλίου 1827 [4].

Η αποτελούμενη απο 27 μέλη Γερουσία, παρόλο που έφερε εξωτερικά το δημοκρατικο χρίσμα οργάνου που προερχόταν απο την Εθνική Συνέλευση, δεν ήταν στην ουσία παρά μία άλλη μορφή «του Πανελληνίου», αφού δεν είχε ούτε το δικαίωμα να εκλέγει τον Πρόεδρό της.

Με την έγκριση των 13 ψηφισμάτων απο την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους, νομιμοποιήθηκε και επίσημα η κατάλυση του «αντιπροσωπευτικού» συστήματος και των πολιτικών ελευθεριών και το πολίτευμα προσέλαβε προσωρινά μοναρχικο χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας επέλεξε το σύστημα μίας καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης αντί της τοπικής αύτοδιοίκησης. Παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο [5].

Συμπερασματικά, στη Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας είχε πετύχει μία μεγάλη πολιτική νίκη, μία νίκη όμως που στάθηκε και η απαρχή της ανατροπής του, αφού στους μεγαλονοικοκυραίους της Ύδρας και τους κοτσαμπάσηδες που τον αντιπολιτεύονταν, είχαν προστεθεί και οι φιλελεύθεροι, που επιζητούσαν τη δημοκρατική νομιμότητα ως επιστέγασμα της εθνικής ελευθερίας. Το εγχείρημα του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, που να στηρίζεται παράλληλα και στις υπάρχουσες ιστορικές καταβολές και εμπειρίες, ενώ εύρισκε μεγάλη άνταπόκριση στην ευρεία πλειοψηφία του λαού, προκαλούσε όλο και εντονότερες αντιδράσεις στην προυχοντική τάξη, η οποία έβλεπε τα προνόμιά της να περιορίζονται παράλληλα με την εξάλειψη της πολιτικής της επιρροής. Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών βάσεων της πολιτικής ισχύος των κοτσαμπάσηδων σε τοπικο επίπεδο, συνετέλεσαν στην επίσπευση της δολοφονίας του.

 

3. Σύγκληση της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Το τρίτο σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος, είναι η Ε’ Εθνική Συνέλευση, η όποία συγκλήθηκε από την «Διοικητική Επιτροπή» που ορισε η Γερουσία μετά το θάνατο του Καποδίστρια και μέλη της ήταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας (ως Πρόεδρος), ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Οι εργασίες της άρχισαν στις 7 Δεκεμβρίου 1831 μέσα σε ταραγμένη ατμόσφαιρα στο ναο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους, με Πρόεδρο το Δημήτριο Τσαμαδό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1831, «το Άργος επαράσταινε μάλλον στρατόπεδον παρά τόπον Εθνικής Συνελεύσεως». Η Συνέλευση κατά τη Συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου, ονομάσθηκε Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση. Την ίδια ημέρα έγινε και η όριστική διάσπαση της «Διοικητικής Επιτροπής», όταν ανακήρυξε τον Αύγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», που ανέλαβε έτσι ως μονομελές όργανο την εξουσία. Η πράξη αυτή της Συνελεύσεως, ενόχλησε τον Κωλέττη και ουσιαστικά έφερε έριδες και διχασμό, αναστατώνοντας το Άργος. Στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί κάτοικοι του Άργους προαισθανόμενοι ίσως το κακο που θα ακολουθούσε, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο. Το απόγευμα άρχισαν οι συγκρούσεις. Ο Κασομούλης, ο όποίος παρευρισκόταν στο Άργος, γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Ούτε από την Τριπολιτσάν (ότε διεδόθη τω 1825 η είδηση της αφίξεως του Ιμβραήμ πασά) δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος· από τον φόβον, άγεληδον τρέχοντες εις τας πεδιάδας παρίστανον το ελεεινότερον θέαμα. Πληρεξούσιοι με τα παπούτσια εις τα χέρια άλλος εδώθεν άλλος εκείθεν φεύγοντες και ούτοι, έως το εσπέρας δεν εμεινεν κανένας, έκτος των έμπολέμων» [6].

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση από τις 15 Δεκεμβρίου συνέχισε τις συνεδριάσεις της στο Ναύπλιο και τελείωσε τις εργασίες της στις 15 Μαρτίου 1832. Το σπουδαιότερο έργο της υπήρξε η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» γνωστού και ως «Ηγεμονικού η Βασιλικού της εν Άργει και Ναυπλίω Β’ Εθνικής Συνελεύσεως» που με τα 294 άρθρα του ήταν το μακροσκελέστερο των συνταγματικών κειμένων που ψηφίστηκε από το 1822 και ψήφισε ως πολίτευμα της χώρας ιδιόμορφη βασιλευομένη δημοκρατία. «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού κράτους αντιπροσωπευτικώς ύπερ του Έθνους ύπο διαφόρων άρχών».

Τέσσερα είναι τα κύρια γνωρίσματα του Ηγεμονικού Συντάγματος:

α) Είναι το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος που καθιερώνει το θεσμο του κληρονομικού ανωτάτου άρχοντα. Ο «Ηγεμών» είναι πολιτικά ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ εχει αρμοδιότητες ουσιαστικές και εκτεταμένες, συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έχει το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής, θεσμος που έμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική τάξη.

β) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εισάγεται το σύστημα των δύο Βουλών: Η Γερουσία που τα μέλη της διορίζονται ισοβίως ύπο του Ηγεμόνος ασκεί από κοινού με την Βουλή των Αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία.

γ) Καθιερώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και την τιμητική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) έμμεση ψηφοφορία.

δ) Αναγνωρίζει τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζονται και στα τρία δημοκρατικά συντάγματα του Αγώνα και για πρώτη φορά: το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Προσδίδεται έτσι στο πολίτευμα της «συγκερασμένης» Συνταγματικής Μοναρχίας, όχι μόνο ο άντιπροσωπευτικος και ο κοινοβουλευτικος, αλλά και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας [7].

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, διότι μετά την άφιξη του Όθωνος σταμάτησε κάθε προσπάθεια ή υπόσχεση για συνταγματικό καθεστώς.

Στο Άργος συνήλθε επίσης τον Ιούνιο του 1832 και συνέχισε τις εργασίες της στην Πρόνοια, προάστιο του Ναυπλίου «Η κατά συνέχειαν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» δηλαδή η νέα έκτη κατά σειρά από το 1821 Συνέλευση που εξανάγκασε σε παραίτηση τον Αύγουστίνο Καποδίστρια και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως και η οποία διασώθηκε στη συλλογική μνήμη κυρίως για το ψήφισμά της (27 Ιουλίου 1832) με το οποίο «επικυρώθηκε» η υπό των τριων προστάτι δων δυνάμεων εκλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνος ως «βασιλέως της Ελλάδος». Στις 10 Αυγούστου του 1832, η Συνέλευση διαλύθηκε βίαια από στοιχεία ελεγχόμενα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

«Κατ’ αυτόν τον άδοξον τρόπον» έληξεν η επαναστατική περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας. Μία περίοδος που αρχίζει με την «αποθέωση» του συνταγματισμού και τελειώνει με την ολική του έκλειψη [8].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, τομ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 198.

[2] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, οπ.π., σ. 199.

[3] Βλ. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ . Αθήνα, Μέλισσα, 1957, σ. 61.

[4] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 527-528.

[5] Βλ. Π. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, τομ. Α , 1821-1862. Αθήνα, Γκοβόστης, 1994, σ. 104.

[6] Βλ. Γ. Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1941.

Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2001, σ. 29.

[7] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

[8] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

 

Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη

Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης- Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το κοινωνικό κράτος στα Συντακτικά Κείμενα του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του κατά την περίοδο 1821-1832. Γεώργιος Δημ. Μάρδας, Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.  


 

Από την ψήφιση του Συντάγματος (01-01-1822), υπό της Πρώτης Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, που συνήλθε στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), μέχρι την επικύρωση της εκλογής του Όθωνα ως μονάρχη της Ελλάδας (27-07-1832) υπό  της Τετάρτης κατά συνέχεια Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, [Η εν Προνοία κατ’επανάληψιν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις] που συνήλθε στο Ναύπλιο (Πρόνοια), συνήλθαν έξι Γενικές Εθνικές Συνελεύσεις και εψηφίσθησαν τέσσαρα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα ή συντάγματα). Οι πέντε από τις ως άνω έξι Συνελεύσεις άρχισαν τις εργασίες τους από το Άργος.

 Η ιστορία της περιοχής του Άργους, ο πολιτισμός του, καθώς και η γεωγραφική του θέση έγιναν ο πόλος έλξης του επαναστατικού ελληνισμού για την πραγματοποίηση των Εθνικών Συνελεύσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση τριών σημαντικών Συνταγμάτων, που αποτέλεσαν πηγές όσον αφορά στην κοινωνικο-οικονομική διάστασή τους για επόμενα ελληνικά και ξένα Συντάγματα.

 Τα τρία αυτά επαναστατικά Συντάγματα της ευρύτερης περιοχής του Άργους, μαζί με το Σύνταγμα του Άστρους (13-04-1823), αποτελούν τα πρώτα πολιτειακά ελληνικά κείμενα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που προβλέπουν τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών και την ίδρυση του κοινωνικού κράτους δικαίου.

 

Α. Η έννοια και το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους μπορεί να αναγνωσθεί, έμμεσα, στο κείμενο του Συντάγματος του 1864 και ειδικότερα στη σχετική διάταξη, που αναγνωρίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Αλλά και πριν από τη δημοσίευση του Συντάγματος αυτού, μπορεί να βρει κανείς στοιχεία και διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα σε διάφορα ελληνική πολιτειακά κείμενα. Η πρώτη ασφαλώς παρόμοια διάταξη είναι αυτή του Σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκηση», γνωστού και ως «Πολίτευμα του Ρήγα». Το κείμενο αυτό, βέβαια, ήταν βαθειά επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Χαρακτηριστική δε διάταξη του εν λόγω Σχεδίου, αναφορικά με τα κοινωνικά δικαιώματα, είναι αυτή του άρθρου 21: «αι δημόσιαι αναδρομαί και ανταμοιβαί είναι ιερόν χρέος της πατρίδος …».

Γενικότερα, το κράτος δικαίου είναι έννοια ιστορικο-πολιτική και δεν σημαίνει «κράτος δικαίου», αλλά παράβαση και περιορισμό, κυρίως, της εκτελεστικής λειτουργίας.

Το κράτος δικαίου, με την παραπάνω έννοια, θεωρείται εκείνο το σύστημα στο οποίο οι φορείς της κρατικής εξουσίας περιορίζονται από το νόμο, ως προς τις σχέσεις τους με τους διοικούμενους, των οποίων, κατ’ αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται αποτελεσματικώς τόσο η νομική θέση τους όσο και η ελευθερία τους. 1

Αρρήκτως συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους δικαίου είναι και η αρχή της νομικής ισότητας. 2 Βασικό στοιχείο της νομικής ισότητας, της οποίας το καλύπτον αυτήν υπερσύνολο θεωρείται η κοινωνική ισότητα, είναι η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου. Η μορφή αυτή της νομικής ισότητας ονομάζεται και ισότητα δικαιωμάτων. Υπάρχει όμως και η μορφή της ισότητας του νόμου, που καλείται και ισονομία ή ισότητα δικαίου. 3

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου

 

Κατά το δέκατο ένατο αιώνα, η αμφισβήτηση της οριοθέτησης του νομικού και κοινωνικού περιεχομένου της ελευθερίας και της ισότητας οδήγησε στο συμπέρασμα, ότι η ουσιαστική άσκηση των δύο αυτών ατομικών δικαιωμάτων, προϋποθέτει την ύπαρξη του κοινωνικού κράτους δικαίου. Στη δικαιϊκή αυτή κρατική μορφή, το κράτος δεν είναι πλέον νυκτοφύλακας του φιλελευθερισμού, αλλά περιλαμβάνει ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων με σκοπό να καταστήσει ουσιαστική την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στην κοινωνική και οικονομική πολιτική.

Συνακολούθως, το νέο κοινωνικό κράτος ολοκληρώνεται με την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, που εστιάζεται στην πολιτική ισότητα των διοικουμένων, μέσω της επιδίωξης της κοινωνικής ισότητας. Σε τελευταία ανάλυση, η ως άνω αρχή κάνει αποδεκτή την ενότητα κράτους και κοινωνίας και αφήνει περιθώρια για μία όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και ευρύτερη κοινωνικοποίηση της κρατικής εξουσίας. 4

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου αποκτά το πλήρες νοηματικό της περιεχόμενο, κατ’ αρχήν, μέσω της αλληλοτροφοδότησής της με τη δημοκρατική αρχή, αλλά και μέσω της εξομάλυνσης της σύγκρουσής της με τη δικαιοκρατική αρχή.

Έτσι, η αρχή του κοινωνικού κράτους λειτουργεί ως θεμέλιο για τη συναγωγή «κοινωνικών δικαιωμάτων», που δεν κατοχυρώνονται ρητά στο κείμενο του Συντάγματος. Όμως, ταυτοχρόνως, συμβάλλει και στην απόκρουση της παραδοσιακής προσέγγισης των κοινωνικών δικαιωμάτων ως ατελών ή λιποβαρών κανόνων.

Κατά την παραδοσιακή συσταλτική και εθνοκεντρική θέωρηση της Κοινωνικής Αρχή, είναι δεδομένη η αντίληψη, ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τις κρατικές παρεμβάσεις, που αποσκοπούν στην αναδιανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω παροχών σε είδος, σε χρήμα ή σε υπηρεσίες. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει στην Αρχή του Κοινωνικού Κράτους μία εξαιρετικώς ισχνή κανονιστική σημασία και ένα περιοριστικό πεδίο αξιοποίησης στο πλαίσιο των σύγχρονων μεταβολών του πολιτειακού φαινομένου. 5

 

Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνικό κράτος δικαίου

 

Ο νομικός μοχλός λειτουργίας και ισορροπίας του κοινωνικού κράτους δικαίου είναι τα κοινωνικά δικαιώματα. Ως κοινωνικά δικαιώματα εννοούμε εκείνα με τα οποία αναγνωρίζονται στα άτομα ορισμένες εξουσίες, με σκοπό την απαλλαγή τους από την κοινωνική και οικονομική απαξίωση και την εξασφάλιση της ευημερίας τους. Παρατηρούμε, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα συναρτώνται με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου. Πράγματι η θέσπιση και η υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέεται με τη βασική αρχή της ισότητας, καθόσον αποβλέπει στην αποκατάσταση της διαταραχθείσας κοινωνικής ισότητας (ή ισότητας των ευκαιριών δράσης και απολαυών) των πολιτών. 6

Στις θεσμοθετημένες συνταγματικές διατάξεις υπάρχει πλήρης και εξαντλητική σύνδεση των κοινωνικών δικαιωμάτων με τις θετικοποιημένες συνταγματικές αξίες, όπως είναι η ανθρώπινη αξία, η δημοκρατική αρχή, η ισότητα και η κοινωνική αλληλεγγύη.

Το αγώγιμο των αξιώσεων είναι το μείζον πρόβλημα για την πλήρη εξομοίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή προβάλλεται, ερμηνευτικώς, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα διαφοροποιούνται έντονα από την κατηγορία των ατομικών δικαιωμάτων, καθόσον τα πρώτα δεν έχουν νομική δεσμευτικότητα, ενώ τα δεύτερα εμφανίζουν το νομικό αυτό χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό.

Ακόμη και όταν τα κοινωνικά δικαιώματα προβάλλουν ως εξαναγκαστοί κανόνες δικαίου, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αγώγιμες αξιώσεις κατά του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού τόσο το κανονιστικό περιεχόμενό τους είναι ασταθές και αβέβαιο, όσο και ο προσδιορισμός τους εξαρτάται από τη δοθείσα εξειδίκευση του κοινού νομοθέτη. 7

Β. Προλεγόμενα αναφορικώς με τα ελληνικά πολιτειακά κείμενα και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, κατά την περίοδο 1821 – 1832

Η μελέτη και ανάλυση των συνταγματικών κειμένων μεταφράζεται σε αντίστοιχη εμβάθυνση της κρατικής εξουσίας. Είναι απαραίτητο δηλαδή να γνωρίζουμε την ιστορική πορεία της συγκρότησης και της άσκησης της κρατικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει, ότι sine qua non προϋπόθεση για οποιαδήποτε σχετική έρευνα είναι η ύπαρξη κράτους.

Κατ’ αρχήν, η ύπαρξη του κράτους αρχίζει από της έκδοσης της σχετικής πράξης διεθνούς αναγνώρισης αυτού. Η ύπαρξη όμως του σύγχρονου ελληνικού κράτους πιστοποιείται από το γεγονός της δημιουργίας και επιβολής μίας νέας οργανωμένης εξουσίας με χαρακτηριστικά στοιχεία τον προσδιορισμένο εδαφικό χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το αυτοδύναμο της εξουσίας και το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού. Συνακολούθως, η τεκμηριωμένη ερμηνεία των συνταγματικών θεσμών, της λειτουργίας τους και της εξελικτικής διαφοροποίησής τους, επιτυγχάνεται στο μέτρο, που η ιστορία των πολιτευμάτων συσχετίζεται με την εν γένει εθνική ιστορία και την κοινωνικοπολιτική εξέλιξη της χώρας.

Το Σύνταγμα δεν υιοθετεί μία αξιόλογη ουδέτερη τάξη, εφόσον οι αρχές, που τυποποιούνται σε αυτό, αντικατοπτρίζουν, όπως καταδεικνύεται από την πράξη, τις κυρίαρχες, κοινωνικώς, αντιλήψεις και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος. 8

Γ. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο. Οι πολιτειακές αντιλήψεις των Ελλήνων.

Πριν από το 1821, είχαν διαμορφωθεί τα τοπικά θεσμικά πρότυπα της τοπικής παράδοσης και του κοινωνικού δικαιϊκού συστήματος. Τα πρότυπα, αυτά, χωρίς αμφιβολία, δέχθηκαν την επίδραση της ξένης νομοθεσίας. Έτσι, τα τυπικά επαναστατικά πολιτεύματα προσαρμόσθησαν στις, κατά περιοχές, ελληνικές συνήθειες και ανάγκες και έλαβαν υπόψη τους το θεσμικό πλαίσιο, που ίσχυε κατά την προεπαναστατική περίοδο και που οπωσδήποτε είχε ολιγαρχικό χαρακτήρα.

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.

Είναι γεγονός, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των πολεμικών διενέξεων και ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία των Ιωάννου Καποδίστρια (27-09-1831) και μέχρι την 14-04-1832, ότε και εκδόθηκε ψήφισμα της Γερουσίας για την τετάρτη κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, στον ελληνικό χώρο επικρατούσε αναρχία, ληστείες στην ύπαιθρο και απειθαρχία των στρατιωτικών δυνάμεων προς την Κυβέρνηση.

Κατά τον Β. Φίλια, τα κυρίαρχα κοινωνικά τμήματα του ελληνισμού, που είχαν επικρατήσει στην προεπαναστατική εποχή, εξακολούθησαν και κατά τη διάρκεια της επανάσταση να ισχυροποιούν τη θέση τους σε νευραλγικούς τομείς, όπως ήταν η ναυτιλία και το εμπόριο.

Τους κοινωνικούς αυτούς συσχετισμούς θέλησε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας να τους ανατρέψει, αφού προηγουμένως είχε προβεί σε μία πλήρη καταγραφή και αναλυτική διερεύνηση των αιτίων της κοινωνικής διαφορετικότητας και αυθαιρεσίας.

Η επιχειρηθείσα από τον Κυβερνήτη συγκρότηση ενιαίας διακυβέρνησης, δηλαδή συγκεντρωτικού κράτους, κατ’ αρχήν έδωσε τη δυνατότητα να ασκηθεί συντονισμένη νομοθετική κρατική πολιτική σε διάφορους τομείς (στρατιωτικό, οικονομικό, κοινωνικό). 9 Αλλά ήταν δύσκολο να υιοθετηθούν ουσιαστικές δομικές μεταβολές κοινωνικού χαρακτήρα. Και αυτό ήταν ιδιαίτερα επίπονο και περίπλοκο κατά τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια (1830 – 1831), κατά οποία η αντίδραση του κατεστημένου στα νέα πολιτικά οράματα ήταν οξεία και πολυσχιδής.

Και όπως καταγράφει ο Καθηγητής Νικόλαος Πανταζόπουλος, η αύξουσα δημοτικότητα του Καποδίστρια, η αποστροφή του προς τους Κοτσαμπάσηδες, τους οπλαρχηγούς και τους Φαναριώτες, καθώς και η προσπάθειά του να επιβάλει το Κράτος του Νόμου, συνετέλεσαν στη γέννηση μίας άγονης και εθνικώς επιζήμιας αντιπολίτευσης.

Πράγματι, στην επαναστατημένη Ελλάδα, η κοινωνική κατηγορία των προκρίτων, των αρχιερέων, των φιλικών, των οπλαρχηγών, των νεοφερμένων φαναριωτών και γενικότερα των Ελλήνων του εξωτερικού, στην προσπάθειά της να υπερασπίσει τη θέση της εν όψει της ανάγκης για πολιτειακή οργάνωση, ήλθε σε προστριβές, μερικές φορές με προσωπικό ή τοπικό χαρακτήρα, με τους υπερασπιστές του παλαιού κοινοτικού θεσμού, ο οποίος είχε συνηθίσει τους Έλληνες στην αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων τους με ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό, στο οποίο είχαν δικαίωμα, κατά ένα τρόπο, να μετέχουν όλοι. 10

Δ. Συσχετίσεις και κριτική των ελληνικών επαναστατικών συνταγματικών κειμένων και των προτάσεων των γενικών εθνικών συνελεύσεων της Ελλάδας κατά την περίοδο 1821 – 1832. Νομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους.

Είναι αυτονόητο, ότι, αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, άρχισε να επιδεινώνεται το ήδη κλονισμένο νομικό καθεστώς. Αυτή η νομική αβεβαιότητα, από τους πρώτους μήνες της επανάστασης, προκάλεσε την ανάγκη ρύθμισης του δημιουργηθέντος νομικού χάους. Τη διεκπεραίωση του επίπονου και πολυσχιδούς αυτού έργου την επωμίσθησαν δέκα έξι επαναστατικές συνελεύσεις και προσωρινές ή τακτικές Κυβερνήσεις.

Τα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα), που συντάχθηκαν κατά τους πρώτους μήνες της ελληνικής Επανάστασης και ως την άφιξη του Ι. Καποδίστρια, ήταν οι Τοπικοί Οργανισμοί, με χαρακτήρα τοπικό και τα Γενικά Πολιτεύματα, που είχαν ευρύτερο χαρακτήρα, καθόσον αφορούσαν στην όλη επαναστατημένη και επαναστατικώς ελεύθερη πλέον χώρα. 11

 

Πολιτεύματα τοπικής ισχύος

 

Πριν ιδρυθεί, όμως, το νεότερο επαναστατικό ελληνικό κράτος και πριν από την ψήφιση του πρώτου γενικής ισχύος πολιτεύματος του αγωνιζόμενου έθνους, είχαμε τα εξής πολιτειακού χαρακτήρα κείμενα:

  • Τρία Συντάγματα των Ιονίων Νήσων με ολιγαρχική υφή. Ήταν αυτά των ετών 1800, 1803 και 1817. Το Σύνταγμα του 1803, μάλιστα, είχε εμφανώς επηρεασθεί από την αστική φιλελεύθερη ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης.
  • Το «Στρατοπολιτικό Σύστημα» της Σάμου του έτους 1821.
  • Η Διακήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας στην Καλαμάτα, η σύσταση της οποίας έγινε την 25-03-1821. Η Διακήρυξη αυτή απευθύνθηκε προς τις τότε ευρωπαϊκές Αυλές και θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως την πρώτη προσπάθεια στοιχειώδους κρατικής οργάνωσης των απελευθερωμένων ελληνικών περιοχών. 12 Πάντως στη Τοπική Συνέλευση, που ενέκρινε την ως άνω Διακήρυξη, επικρατούσαν φεουδαρχικές αντιλήψεις και ταυτοχρόνως ένας άκρατος τοπικισμός.
  • Η Πράξις της Συνελεύσεως, η οποία συνήλθε στη Μονή Καλτελών την 26-05-1821.Ο νέος πολιτικός Οργανισμός ήταν προϊόν ολιγαρχικής αυθαιρεσίας και, κυρίως, εξέφραζε την ιδεολογία και τα συμφέροντα των προεστών. 13
  • Ο Γενικός Οργανισμός της Πελοποννήσου, ο οποίος συντάχθηκε στην Επίδαυρο τον Ιούλιο του 1821 και ψηφίσθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους από τη Σύνοδο της Ζαράκωβας.
  • Ο Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εψήφισε η Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος την 09-11-1821, που συνήλθε στο Μεσολόγγι. Στη Συνέλευση αυτή συμμετείχαν τριάντα τρεις αντιπρόσωποι υπό την προεδρία του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Ο εν λόγω Οργανισμός ήταν η βάση της περαιτέρω οργάνωσης της «προσωρινής Διοικήσεως».
  • Η Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Πρόκειται, ίσως, για το πιο σημαντικό, από πλευράς πληρότητας, τοπικό πολίτευμα, το οποίο ψηφίσθηκε την 15-11-1821 στα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσα) από τη Συνέλευση εβδομήντα αντιπροσώπων.
  • Ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, που υπογράφηκε στο Άργος και ψηφίσθηκε στη Νέα Επίδαυρο την 27-12-1821 από Συνέλευση είκοσι τεσσάρων προκρίτων, υπό την προεδρία του Δημητρίου Υψηλάντη. 14 Ο τελευταίος μάλιστα, όταν ήλθε στα Βέρβενα, μετά τη ψήφιση του Γενικού Οργανισμού της Πελοποννήσου (Αύγουστος 1821), εισηγήθηκε να θεσπισθεί νέος Γενικός Οργανισμός, ο οποίος θα αποτελούσε τον καταστατικό χάρτη της Πελοποννήσου.

Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στα εξεταζόμενα τοπικά πολιτεύματα και το Προσωρινό Πολίτευμα της Νήσου Κρήτης, που ψηφίσθηκε στους Αρμένους της Κρήτης και από τη Συνέλευση των Αρμένων, την 20-05-1822, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος την 01-01-1822.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τα τοπικής ισχύος πολιτεύματα, με στενή ή ευρύτερη έννοια, είναι το γεγονός ότι εψηφίσθησαν από αντίστοιχες τοπικές Συνελεύσεις, των οποίων η σύνθεση αναφερόταν στους προεστούς, τους ανώτερους κληρικούς και τους οπλαρχηγούς. Ο αποκεντρωτισμός και η τοπική διοίκηση, με φιλελεύθερη βάση, ήταν στοιχεία, που φανέρωναν των τοπικό και προσωρινό χαρακτήρα των προτεινόμενων πολιτευμάτων, αλλά, ταυτοχρόνως, η μελλοντική θεσμική κατοχύρωση της Κεντρικής Διοίκησης ήταν η συνισταμένη όλων των ως άνω συντακτικών κειμένων.

Τελικώς, οι Τοπικοί Οργανισμοί της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, διατηρήθησαν σε ισχύ μέχρι τον Απρίλιο του 1823, ημερομηνία κατά την οποία η Β΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία είχε συνέλθει στο Άστρος την 29-03-1823, τους κατήργησε, για να υποκατασταθούν από τη γενική περιφερειακή οργάνωση του ενιαίου κράτους.

 

Β. Γενικά πολιτεύματα καθολικής ισχύος και οι σχετικές συνελεύσεις και διακηρύξεις τους κατά την περίοδο 1821- 1832.

 

 Το σύνταγμα της Επιδαύρου της 01-01-1822

 

Την 01-12-1821, όπως γράφουμε παραπάνω, συγκλήθηκε η νέα Εθνική Συνέλευση είκοσι τεσσάρων πελοποννησίων πληρεξουσίων στο Άργος. Η Συνέλευση αυτή άρχισε τις εργασίες της την 14-12-1821.

Επειδή όμως ήδη απελευθερώθηκε η Πελοπόννησος, τα νησιά του Αιγαίου, που ήταν πλησίον αυτής, καθώς και η Νότια Στερεά Ελλάδα, αλλά και εκ του γεγονότος ότι προκλήθηκε σχίσμα μεταξύ των νησιωτών και μωραϊτών, και ως εκ τούτου τα πνεύματα στο Άργος να είναι οξυμένα, έγινε δεκτή η πρόταση ώστε η νέα Συνέλευση να συγκληθεί, την 20-12-1821, στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), πλησίον της Παλαιάς Επιδαύρου, με κύριο σκοπό την ψήφιση ενιαίου Πανελληνίου Οργανισμού. Οι εργασίες της Πρώτης Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν την 22-12-1821. Τα μέλη της Συνέλευσης ήταν πενήντα εννέα παραστάτες (πληρεξούσιοι) των τριών ως άνω απελευθερωμένων περιοχών. Βεβαίως, οι συμμετέχοντες παραστάτες δεν εξελέγησαν αμέσως από το λαό βάσει εκλογικού νόμου· είχαν όμως ορισθεί σύμφωνα με ένα ενιαίο σύστημα από τοπικές Συνελεύσεις ή τοπικούς προκρίτους.

Η Πρώτη Εθνική Συνέλευση ανέθεσε σε δωδεκαμελή Επιτροπή τη σύνταξη κειμένου για τον «διοργανισμόν της Εθνικής Βουλής». Πράγματι, η εν λόγω Επιτροπή, την 01-01-1822, υπέβαλε το κείμενο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», δηλαδή το Σύνταγμα της Επιδαύρου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος θα γράψει αργότερα, την 29-08-1822, προς τον Δημήτριο Υψηλάντη: «Ως Έλλην πολίτης έχω τη γνώμη, ότι το πολίτευμα τούτο έχει και καλά  και κακά».

Την ίδια συμβολική ημερομηνία 01-01-1822, η Συνέλευση προέβαινε σε πανηγυρική Διακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας, που δημοσιεύθηκε την 15-01-1822. Στην εν λόγω Διακήρυξη προβάλλεται ως σκοπός την Επανάστασης, που ήταν όχι μόνον, απλώς, η εθνική αποκατάσταση, αλλά και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων του ανθρώπου, ενώ παραλλήλως δικαιολογείται και αυτή η ίδια η επανάσταση. Ο πόθος των ελλήνων, για διοίκηση με νόμους δικαίου, για κατάργηση της δουλείας, για ισονομία πολιτών και για ίδρυση μίας ενιαίας έννομης και εθνικής Διοίκησης, ήταν έντονα εύγλωττος στις γραμμές του κειμένου της Διακήρυξης.

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το συνταγματικό κείμενο του Πολιτεύματος της Ελλάδος και ειδικότερα των δύο πρώτων τμημάτων αυτού έχει οπωσδήποτε επιδράσεις, αν όχι απομιμήσεις, τόσο από τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης του 1789, όπως αυτές διατυπώνονται στη Γαλλική επαναστατική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, (άρθρα 1,6,13 και 17), καθώς και στα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795, όσο και από το πνεύμα του Συντάγματος της 17-09-1787 των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» θεωρείται και αντιαπολιταρχικό και φιλελεύθερο. Γενικώς, όμως, στη διατύπωση των 110 άρθρων του θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μία προσεκτική συντηρητική γραφή για θέματα με αμφίσημο νόημα και αυτό για να μην έλθει σε άμεση σύγκρουση και συνακολούθως να μη προκαλέσει δυσφορία στις μεγάλες Αυλές των τότε «Προστάτιδων» δυνάμεων. 15

Η ισότητα νόμου ή ισονομία εμφανίζεται στο άρθρο 2 (παράγρ. β΄): «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισιν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Βεβαίως, τη δυνατότητα της απόλαυσης των πολιτικών δικαιωμάτων, χωρίς διάκριση, την έχουν μόνον αυτοί που πιστεύουν «εις Χριστόν».

Στα επόμενα άρθρα 3 (παραγρ. γ΄) και 4 (παραγρ. δ΄) διατυπώνεται η αρχή της ισότητας ενώπιον του Νόμου ή αλλοιώς της ισότητας δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 (παραγρ. γ΄) αναγράφεται: «όλοι οι Έλληνες εσίν όμοιοι ενώπιον των Νόμων άνευ τινός εξαιρέσεως ή βαθμού ή κλάσεως ή αξιώματος», ενώ στο άρθρο 4 (παραγρ. δ΄) επιτάσσεται: «όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικήσωσιν ή παροικήσωσιν εις την Επικράτειαν της Ελλάδος, εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονες κατοίκους ενώπιον των Νόμων».

Οι διατάξεις και των δύο αυτών άρθρων είναι πρωτοποριακές με χαρακτηριστικό στοιχείο την κοινωνική ευαισθησία. Ειδικότερα, το άρθρο 4 (παραγρ. δ΄), εισάγει μια πρωτόγνωρη και υποδειγματική δημοκρατική αρχή, που αφορά στην ισότητα των δικαιωμάτων. Απέναντι στο Νόμο είναι «όμοιοι» όλοι οι κάτοικοι ή πάροικοι στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς κριτήρια κοινωνικής διαφορετικότητας και μάλιστα ρατσισμού.

Το «ιερό χρέος», όπως εννοείται στο άρθρο 21 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης του Ρήγα Βελεστινλή, επηρέασε, αρχικώς, το Σύνταγμα της Επιδαύρου [άρθρα 107 (παραγρ. ρ ζ΄) και 109 (παραγρ. ρ θ΄)] και αργότερα το Σύνταγμα του Άστρους [ (άρθρα 86 (παραγρ. π 5) και 90 (παραγρ. 3)], καθώς και το Σύνταγμα της Τροιζηνίας (άρθρα 147 και 148).

Έτσι, στο άρθρο 107 (παραγρ. ρζ΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου ορίζεται: «Η Διοίκησις χρεωστεί παντοιοτροπίας να περιθάλψει τας χήρας και τα ορφανά των φαινομένων εις τον υπέρ Πατρίδος πόλεμον».

Επίσης, στο άρθρο 109 (παραγρ. ρθ΄) του ίδιου Συντάγματος αναφέρεται: «Οφείλει η Διοίκησις, μετά την αποκατάστασιν των Ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύσει όλους όσοι συνεισέφερον, και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους ες θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος, και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

Στο ίδιο πνεύμα και με την ίδια φραστική διατύπωση επαναλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις και στα επόμενα Συντάγματα του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827).

Μάλιστα η διάταξη του άρθρου 109 / ρθ΄ του Συντάγματος της Επιδαύρου επαναλαμβάνεται σχεδόν η ίδια στο άρθρο 90 του Συντάγματος του Άστρους.

Εξάλλου, είναι γνωστή η αρχή στην οικονομική επιστήμη της διανομής του παραγομένου εισοδήματος 16 σε μία χώρα, κατά την οποία το ποσοστό της συμμετοχής του εργαζομένου και κατ’ επέκταση κάθε μονίμου κατοίκου εξαρτάται από διάφορα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται με ένα θεσμικό πλαίσιο, που αντανακλά περαιτέρω την ιδεολογία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις θρησκευτικές δοξασίες και πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων και γενικότερα της άρχουσας και ισχυρότερης κοινωνικής κατηγορίας.

Στην κατεύθυνση αυτή της δικαίας κατανομής του εισοδήματος, θετικώς και για πρώτη φορά, το Σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει στο άρθρο 8 (παραγρ. η΄): «Όλαι αι εισπράξεις πρέπει να διανέμωνται δικαίως εις όλας τα τάξεις και κλάσεις των κατοίκων, καθ’ όλην των έκτασιν της Ελληνικής Επικρατείας· καμμία δε είσπραξις δεν γίνεται άνευ προεκδοθέντος Νόμου».

Βεβαίως και στα επαναστατικά Συντάγματα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] και της Τροιζήνας (άρθρο 10) γίνονται αναφορές στη διανομή του εγχώριου προϊόντος.

Στο μεν Σύνταγμα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] οι «εισπράξεις» πρέπει να διανέμονται δικαίως και αναλόγως εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας …..». Ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας (άρθρο 10) διαβάζουμε: «Αι εισπράξεις διανέμνονται εις όλους τους κατοίκους της επικρατείας δικαίως και αναλόγως της περιουσίας εκάστου ….».

Το «πρέπει» στη δικαία διανομή του εισοδήματος, που διατυπώνεται στα Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους, εκφράζει τη μετριοπαθή και συντηρητική εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων και επέκεινα της κατάστασης του κοινωνικού κράτους.

Αντιθέτως, η άμεση και επιτακτική σχετική διατύπωση στο Σύνταγμα της Τροιζήνας υπογραμμίζει τη δημοκρατικότερη και κοινωνικότερη βούληση των συντακτών του Συντάγματος αυτού.

Αυτή η ετεροβαρής εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων, που αναφέρονται στα τρία ως άνω πρώτα επαναστατικά Συντάγματα, με τη μορφή της ισότητας των δικαιωμάτων, μετατοπίζεται στο Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832 (και μηδέποτε όμως εφαρμοσθέν) στο δικαίωμα να «αποκτώσιν οι έλληνες πολίται μέρος των υλικών και ηθικών αγαθών ….», (άρθρο 28). 17

Πρόκειται όμως, εδώ (στο άρθρο 28), για ένα δικαίωμα με αβέβαιη έκβαση, ως προς την κτήση και απόλαυση των υλικών και ηθικών αγαθών, καθόσον δεν προκύπτει στη σχετική διάταξη η ευθύνη, άρα και η υποχρέωση του Κράτους για να διασφαλίσει το συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη, ώστε να απαιτήσει, τουλάχιστον, μία δικαία κατανομή του πλούτου και μάλιστα σε εκείνες τις περιπτώσεις, που, λόγω αναξιοπαθείας, βρίσκεται σε δύσκολη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. 18

Στα επόμενα Συντάγματα της Ελλάδας (από το Σύνταγμα του 1844 και εντεύθεν) σχετικώς με τη δικαία κατανομή του εισοδήματος, σε συνδυασμό και την ισότητα δικαιωμάτων, όπως αυτά τα δικαιώματα διασφαλίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 (παραγρ. γ΄) και 8 (παραγρ. η΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου, παρατηρείται πανομοιότυπη διατύπωση ή με κάποιες παραλλαγές, που αφορά αφενός στην ισότητα ενώπιον του Νόμου και αφετέρου στην αρχή της αναλογικότητας ως προς τη συνεισφορά στα δημόσια βάρη. 19

Εμμέσως, στις ως άνω διατάξεις γίνεται αποδεκτή η δικαία συμμετοχή στο εθνικό εισόδημα των ελλήνων πολιτών. Σε αυτό δε το σημείο, επαφίεται πλέον στην κοινωνική φιλοσοφία, την κοινωνική ευαισθησία, αλλά και τη δικαιοκρατική αντίληψη των κυβερνώντων να καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο της συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια βάρη και συνακολούθως να διαμορφώνουν την εικόνα ενός κοινωνικού κράτους.

Είναι γεγονός, ότι το κοινωνικό πνεύμα του Συντάγματος της Βαϊμάρης συναντάται και στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 – 1986 – 2001 (άρθρα 25 και 106). Μετά την πρόσφατη αναθεώρηση του τελευταίου ελληνικού Συντάγματος, που πραγματοποιήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου του 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, τροποποιήθηκε, μεταξύ των άλλων και το άρθρο 25 και ιδιαίτερα η παράγραφος 1. Στο άρθρο αυτό, κατ’ αρχήν, εισάγεται ρητά η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Παραλλήλως δε ορίζεται, σαφώς, η υποχρέωση του κράτους για τη μετατροπή της θεωρητικής κοινωνικής πολιτικής σε πράξη υπέρ του πολίτη. 20

Περαιτέρω, σημαντική, επίσης, είναι διάταξη του άρθρου 6 (παραγρ. s΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου : «όλοι οι Έλληνες, εις όλα τα αξιώματα και τιμάς, έχουσι το αυτό δικαίωμα· δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου». Στο σημείο αυτό του κειμένου εισάγεται το αξιολογικό κοινωνικό κριτήριο για την επιλογή των Ελλήνων για τιμές και αξιώματα, που οπωσδήποτε, τελικώς, η σωστή εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου συντελεί στην ισόρροπη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

 

Το σύνταγμα της Τροιζήνος της 01-05-1827. Συσχέτιση και αναφορά στο σύνταγμα του Άστρους

 

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος της Επιδαύρου, συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας (Αγιαννίτικα Καλύβια), από 29-03-1823 έως 18-04-1823, η Δεύτερη Εθνική Συνέλευση και η οποία αποφάσισε την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τελικώς, το δεύτερο επαναστατικό Σύνταγμα εψηφίσθη, την 13-04-1823, υπό το όνομα «Νόμος της Επιδαύρου», που είναι μια αναθεωρημένη μορφή του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος.

Στο διάστημα πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνέλευσης ο αγώνας για τον έλεγχο της εξουσίας εντείνεται σε επικίνδυνο βαθμό. Στο παιχνίδι της εξουσίας προσβλέπουν τώρα και οι καπεταναίοι, αφού οι τελευταίοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Μεταξύ των οπλαρχηγών και των προεστών υπήρχε, επί πλέον, έντονη διαμάχη. Παρόλο το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον, το νέο Σύνταγμα είχε αρκετά θετικά στοιχεία.

Σε επίπεδο κοινωνικής διάστασης, το εν λόγω Σύνταγμα διαφέρει από το προηγούμενο Επαναστατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου σε δύο σημαντικά σημεία:

α. Εμφανίζει αξιόλογη πρόοδο, καθόσον απαγόρευσε ρητώς τη δουλεία ως θεσμό.

β. Θετικώς επεξέτεινε την προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων και υπέρ των αλλοδαπών, που βρίσκονται στην Ελλάδα. 21

Προκειμένου, τελικώς, να αξιολογήσουμε, χωρίς σημαντικά σφάλματα, το κείμενο του Συντάγματος του Άστρους, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το γεγονός, ότι στην περίοδο από το δεύτερο εξάμηνο του 1823 έως και το 1826, πριν δηλαδή από τη Σύγκλιση της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα (19-03-1827), υπήρξαν αφενός έντονες αντιζηλίες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών και αφετέρου εμφύλια διαμάχη μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, η οποία, ως γνωστόν, απέληξε σε εμφύλια σύρραξη. 22

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Έτσι, αφού εμφάνισε ύφεση η εμφύλια σύρραξη, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, συνεκλήθη, την 06-04-1826, 23 στη Νέα Επίδαυρο η Τρίτη Εθνική Συνέλευση, με πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά, της οποίας οι εργασίες συνεχίσθηκαν στην Τροιζήνα (Δαμαλά) την 19-03-1827. Μετά δε την αναστολή των εργασιών της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στη Νέα Επίδαυρο, πάλι λόγω του εμφυλίου πολέμου, ασκήθηκαν πιέσεις των Άγγλων αξιωματούχων Τζώρτζ και Κόχραν στην ελληνική κυβέρνηση να συνέλθουν οι πληρεξούσιοι των Κομμάτων στην Τροιζήνα. 24

Την 26-04-1827 άρχισαν οι συζητήσεις για το Σύνταγμα και το οποίο, τελικώς, υποβλήθηκε για έγκριση και ψήφιση την 29-04-1827. Έτσι, την 01-05-1827, η Τρίτη Εθνική Συνέλευση εψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», αφού όρισε τριμελή «Αντικυβερνητική Επιτροπή» μέχρι την άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννου Καποδίστρια, τον οποίο είχε εκλέξει η ίδια η Συνέλευση με ψήφισμά της, την 03-04-1827, για επταετή θητεία. Αργότερα, την 08-01-1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, για να μεταβεί, την 11-01-1828, στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. 25  Την 12-01-1828, η Αντικυβερνητική Επιτροπή παραδίδει ομαλώς στον Καποδίστρια την εξουσία. Το νέο επαναστατικό αυτό κείμενο αποτελείται από οκτώ κεφάλαια και ένα παράρτημα και αναπτύσσεται σε εκατόν πενήντα άρθρα.

Ο Καθηγητής Αριστόβουλος Μάνεσης γράφει, ότι το οριστικό Σύνταγμα της Τροιζήνας είναι το τελειότερο από όλα τα Συντάγματα της Επανάστασης, είναι αληθώς πρότυπο δημοκρατικού και φιλελεύθερου Συντάγματος και υπερβαίνει όλων των Ευρωπαϊκών Συνταγμάτων της εποχής του, ως προς την εφαρμογή των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ιδεών. 26

Ειδικότερα, το Σύνταγμα της Τροιζήνας ήταν πληρέστερο από τα δύο προηγούμενα επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους. Σε ικανοποιητικό βαθμό ανταποκρινόταν στις αρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την τουρκοκρατία. Το Σύνταγμα αυτό ήταν αυστηρό και προοδευτικό, χωρίς να χρησιμοποιήσει αλλοδαπό συνταγματικό κείμενο ως πρότυπο, που όμως πιστά να αντέγραψε ή να προσάρμοσε. Η επίδραση του συνταγματικού κειμένου της Τροιζήνας είναι εμφανής στην κατάρτιση του βελγικού Συντάγματος του 1831, αλλά και στην τότε γαλλική συνταγματική σκέψη (1830).

Η πληρότητα της διάταξης του άρθρου 5 του Συντάγματος της Τροιζήνας είναι χαρακτηριστικό επιχείρημα, μεταξύ των άλλων, για να καταταχθεί το κείμενο αυτό μεταξύ των πιο αξιόλογων συνταγμάτων της τότε Ευρώπης. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει : «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». 27

Όμως, την 18-01-1828, με το ψήφισμα ΝΗ΄ της Βουλής αναστέλλεται, πραξικοπηματικός, η ισχύς των διατάξεων του Συντάγματος της Τροιζήνας. Επίσης, την ίδια ημερομηνία, προκηρύσσεται η σύγκλιση νέας Εθνικής Συνέλευσης, καθορίζεται η «Προσωρινή Διοίκηση της Επικρατείας» και αυτοδιαλύεται η Βουλή. Στη συνέχεια, με το Α΄ Ψήφισμα του Κυβερνήτη,  συγκροτείται εικοσιεπταμελές Γνωμοδοτικό Σώμα, το Πανελλήνιον και η νομοθετική εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια του Καποδίστρια, την οποία θα ασκούσε με τη βοήθεια του Πανελληνίου.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο, αναλύθηκαν αρκετές κοινωνικού περιεχομένου, διατάξεις του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, σε συγκριτική συσχέτιση με παρόμοιες των υπολοίπων επαναστατικών συνταγμάτων αλλά και των επόμενων της περιόδου 1844 – 2001. Αναλυτικότερα και συμπληρωματικώς παραθέτουμε και τις επόμενες προτάσεις :

  • Στο άρθρο 7 κατοχυρώνεται η ισότητα δικαιωμάτων : «Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 9, η ισότητα δικαιωμάτων επεκτείνεται και στο εν λόγω Σύνταγμα, σε κάθε αλλοδαπό, που θα έλθει και θα κατοικήσει στην Ελληνική Επικράτεια.
  • Στο άρθρο 10 προβλέπεται δικαία διανομή του εθνικού εισοδήματος, ενώ στο άρθρο 20 κατοχυρώνεται το δικαίωμα των Ελλήνων να ιδρύουν καταστήματα φιλανθρωπίας και να εκλέγουν διδασκάλους για την εκπαίδευσή τους.
  • Καταργείται, επίσης, η δουλεία στην Ελληνική Επικράτεια (άρθρο 21). Η διάταξη αυτή, βεβαίως, ήλθε με καθυστέρηση σαράντα οκτώ ετών από τότε, που προβλέφθηκε παρόμοια στη Γαλλία (άρθρο 1 της από 26-08-1789 Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη). Μέτρα επιτακτικά προβλέπει το άρθρο 147, σχετικά με την προνοιακή πολιτική της Κυβέρνησης, όσον αφορά στην εξεύρεση σταθερών πόρων ζωής για τις χήρες και τα ορφανά. Στη διάταξη αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία των επαναστατικών ελληνικών συνταγμάτων, προτείνεται σοβαρά μία σταθερή και ενεργητική μορφή κοινωνικής πολιτικής. Και μέχρι σήμερα οι ανάλογες προνοιακές πολιτικές είχαν και έχουν αποσπασματικό και παθητικό χαρακτήρα.
  • Τέλος, στο άρθρο 148 του Συντάγματος του 1827, συμπληρώνεται η οφειλόμενη κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης για τους υπέρ της Ελλάδας προφανώς δυστηχήσαντες: «Η Κυβέρνηση χρεωστεί μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση ….. και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας». 28

Για την προαναφερθείσα αναστολή της ισχύος του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, με ψήφισμα της Βουλής, έγινε επίκληση των «δεινών της πατρίδος περιστάσεων». Βεβαίως, για τον Καθηγητή Αριστόβουλο Μάνεση, η αναστολή αυτή μεταφράζεται σε κατάλυση του Συντάγματος, δηλαδή σε πραξικόπημα. Με αυτό τον τρόπο, συνεχίζει ο Καθηγητής, ο Κυβερνήτης άσκησε την κρατική εξουσία ως δικτάτορας μέχρι της δολοφονίας του.

Από νομικής και κοινωνικής πλευράς επιβάλλεται να διερευνηθεί γιατί το προοδευτικό και πρωτοποριακό δημοκρατικό αυτό συνταγματικό κείμενο δεν ευοδώθηκε. Κατ’ αρχήν, πρακτικώς, η εφαρμογή του χρειαζόταν κατάλληλη υποδομή και η οποία δεν υπήρχε. Ειδικότερα, επί παραδείγματι, μπορεί να υποστηριχθεί το γεγονός, ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί ικανοποιητικώς, τόσο γιατί δεν υπήρχαν επαρκή δικαστήρια ή αυτά που υπήρχαν δεν λειτουργούσαν κανονικά, όσο και γιατί δεν είχε θεσμοθετηθεί αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών.

Επίσης, γίνεται δεκτό στη θεωρητική ανάλυση, αλλά και στην ουσιαστική προσέγγιση του θέματος, ότι η ιεράρχηση των αναγκών των ελλήνων για δημοκρατία και ελευθερία ερχόταν σε δεύτερο, ίσως, επίπεδο, αφού κυριαρχούσε η αδήριτη υπέρ – ανάγκη για την ίδια την επιτυχία της Επανάστασης. Και η επιτυχία αυτή θα στηριζόταν αποκλειστικά σε μία ισχυρή Κεντρική Εξουσία, και η οποία δεν υπήρχε. Διότι μόνο αυτή θα συντελούσε στην εδραίωση της Επανάστασης και μόνο αυτή θα διασφάλιζε την εφαρμογή του Συντάγματος.

 

Το ηγεμονικό σύνταγμα της 15-03-1832

 

Την 11-07-1829 αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Τετάρτη Εθνική Συνέλευση και της οποίας οι εργασίες έληξαν την 06-08-1829. Με το Β΄ ψήφισμά της (22-07-1829), η Εθνική Συνέλευση επικύρωσε την από 18-01-1829 ως άνω Πράξη της Βουλής για αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και ταυτοχρόνως αντικατέστησε το Πανελλήνιο με τη Γερουσία και ανέθεσε στην Κυβέρνηση να συντάξει σχέδιο Συντάγματος. Αυτό βέβαια σημαίνει, ότι η Εθνική Συνέλευση έδωσε την έγκρισή της για την πολιτική του Καποδίστρια. Αλλά ο Κυβερνήτης δολοφονείται την 27-09-1831. Τη δολοφονία του Κυβερνήτη ακολούθησε μία ταραχώδης περίοδος εμφυλίου πολέμου και αναρχίας, που τελείωσε με την άφιξη στην Ελλάδα του Όθωνα (την 18-01-1833 έφθασε ο Όθων στην Ελλάδα, ενώ την 25-01-1833 αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο).

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Την 05-12-1831, μέσα στο παραπάνω κοινωνικο-πολιτικό κλίμα, αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναλαμβάνει «Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης». Λόγω όμως των ταραχών, που άρχισαν να εμφανίζονται στο Άργος, η Συνέλευση συνέχισε τις εργασίες της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά σε ένα προάστιο αυτού, που ονομαζόταν Πρόνοια.

Η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, αφού ανέθεσε τη «νομοτελεστική εξουσία» στον Αυγουστίνο Καποδίστρια, εψήφισε την 15-03-1832 το «Ηγεμονικόν» ή «Βασιλικόν» Σύνταγμα, το οποίο αποτελείτο από 294 άρθρα, επτά κεφάλαια, μία Προσθήκη και «Επισυναπτόμενα εις το Σύνταγμα». Ενώ το Σύνταγμα αυτό ουδέποτε ετέθη σε εφαρμογή, η Ε΄ Εθνική Συνέλευση αμφισβητήθηκε ως προς τη νομιμότητα της συγκρότησής της.

Εν τω μεταξύ, υπήρξαν δύο Κυβερνήσεις· μία στο Ναύπλιο και μία στην Περαχώρα. Ενώπιον αυτής της πολιτικής κατάστασης ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (28-03-1832). Έτσι, η Γερουσία εξέλεξε, τελικώς, επταμελή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της, συνεκάλεσε στο Άργος (28-03-1832) τη Τετάρτη κατά συνέχεια των Ελλήνων Συνέλευση. Η Συνέλευση 29 αυτή, μετέβη, την 14-07-1832, στο Ναύπλιο και κατόπιν στην Πρόνοια, για να κυρώσει με το από 27-07-1832, Δεύτερο Ψήφισμά της την εκλογή του Πρίγκηπος Όθωνος ως Μονάρχη του ελληνικού κράτους, του οποίου την εκλογή, βεβαίως, είχε αποφασίσει, την 07-05-1832, η συνελθούσα στο Λονδίνο Διάσκεψη των «προστάτιδων» μεγάλων Δυνάμεων. 30

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832, επανέρχεται, πάλι, στο επίσημο δίκαιο, που είχαν αποδεχθεί οι προηγούμενες τρεις πρώτες επαναστατικές Συνελεύσεις, θεσπίζοντας, κατά κάποιο τρόπο την προσωρινότητα του ισχύοντος δικαίου έως ότου δημοσιευθούν οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 118 του ίδιου Συντάγματος Κώδικες (Πολιτικού, Εγκληματικού και Δικαστικού).

Το Σύνταγμα αυτό προέβλεπε, στο άρθρο 53, κληρονομικό ανώτατο άρχοντα: «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική, Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού Κράτους αντιπροσωπευτικώς υπέρ του Έθνους υπό διαφόρων Αρχών».

Ενώ το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) ήταν πρότυπο για τα Συντάγματα της Γαλλίας (1830) και του Βελγίου (1831), 31 το Ηγεμονικό Σύνταγμα, αντιστρόφως, είχε ως πρότυπα τα δύο αυτά αλλοδαπά Συντάγματα. Αυτό σημαίνει, βεβαίως, ότι πιθανόν το Ηγεμονικό Σύνταγμα να δέχθηκε, εμμέσως, ορισμένες επιδράσεις, μέσω των εν λόγω αλλοδαπών συνταγματικών κειμένων, από το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Γίνεται, επίσης, μία προσπάθεια στο κείμενο του Συντάγματος του 1832 να συνδυασθεί, στο μέτρο που μπορεί αυτό να εννοηθεί, ως συμβατό, με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, το μοναρχικό πολίτευμα με τις αρχές της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού.

Στο επίπεδο των διατάξεων του Ηγεμονικού Συντάγματος, με κοινωνικό χαρακτήρα, που να ανήκουν στο γνωστικό χώρο του συστήματος του κοινωνικού κράτους και έστω υποτυπωδώς στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε τα επόμενα:

Στο Κεφάλαιο Β΄ και στην παράγραφο 4, εντοπίζονται έξι άρθρα με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής πολιτικής, εντάσσοντας, θεωρητικώς, το περιεχόμενό της στον ευρύτερο επιστημονικό τομέα της Εφαρμοσμένης Κοινωνιολογίας. 32 Στο άρθρο 27 διασφαλίζεται, ρητώς, η ισότητα δικαιωμάτων. Πρέπει, όμως, εδώ να υπογραμμισθεί, ότι δεν υπάρχει άλλη μνεία σε διάταξη του εν λόγω Συντάγματος, που να αναγνωρίζει ισότητα δικαιωμάτων και στους αλλοδαπούς, που κατοικούν στην Ελλάδα, όπως αυτό γίνεται στα προηγούμενα επαναστατικά συντάγματα.

Ενώ, επίσης, τα προηγούμενα Συντάγματα αναφέρονται σε μία δίκαιη κατανομή του εθνικού πλούτου, το εν λόγω Σύνταγμα (άρθρο 28), θεωρητικά μόνον αναγνωρίζει το δικαίωμα στους Έλληνες για απόκτηση αγαθών, χωρίς, φυσικά, να προσδιορίζεται η δυνατότητα, ο τρόπος και η υποχρεωτικότητα της πολιτείας για δίκαια συμμετοχή στη διανομή του εισοδήματος.

Στο άρθρο 29, διασφαλίζεται το αξιολογικό κριτήριο για τη κατάληψη δημόσιας επαγγελματικής θέσης, επαναλαμβάνοντας σχετική διάταξη των προηγούμενων επαναστατικών Συνταγμάτων. Ωσαύτως, και η αρχή της αναλογικότητας στα δημόσια βάρη προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 30.

Όμως το άρθρο 31 συμπληρώνει το πεδίο εφαρμογής της συμμετοχής των κατοίκων της Επικρατείας στις εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων: «Αι εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων τάσσονται εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας ομοιοτρόπως, γινόμεναι δικαίως».

Τέλος, με άρτια και αυστηρώς νομική διατύπωση αρθρώνεται η κοινωνιολογική βούληση του συντακτικού νομοθέτη, στο άρθρο 36, προκειμένου, να καταργήσει, τελείως, την έννοια της ανθρώπινης δουλείας: «Εις την Ελληνικήν Επικράτειαν ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος· αργυρώνυτος δε, ή δούλος παντός γένους και πάσης θρησκείας, άμα πατήσει την Ελληνικήν γην, είναι ελεύθερος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος».

 

Υποσημειώσεις


1 Η ρύθμιση της αρχής του Κράτους Δικαίου, δεν περιορίζεται μόνον στην τυπική μορφή (τυπικό Κράτος Δικαίου), δηλαδή στη διασφάλιση ορισμένης διαδικασίας, αλλά και στην αναζήτηση εγγυήσεων ουσιαστικής δικαιοσύνης (ουσιαστικό Κράτος Δικαίου). Βλ. Αθανάσιο Δερβέναγα, Σύγχρονοι προβληματισμοί πάνω στο ελληνικό Σύνταγμα, εκδ. Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1981, σελ. 46.

2 Γενικά περί ισότητας και ιδιαίτερα για την κοινωνική ισότητα βλέπε Μάρδας Γ.Δ., Η κοινωνική δικαιοσύνη στον Αριστοτέλη και τη νεότερη εποχή, στα Πρακτικά του έκτου πανελληνίου Συνεδρίου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής «Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή», Ιερισσός 2001, σελ. 239 – 249.

3 Σήμερα, η αρχή της ισότητας καθιερώνεται με το άρθρο 4 §§ 1,2,4 και 7 του Συντάγματος 1975 – 1986 – 2001, όπου, μεταξύ των άλλων αναγράφεται: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου».

4 Δερβέναγας Αθαν., ό.π., σελίδες 108 – 109.

5 Κονιάδης Ξ., Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής του Κοινωνικού Κράτους και η σημασία της εν όψει της εμβάθνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού δικαίου και κοινωνικής πολιτικής», Ε.Ε.Κ.Α., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 193.

6 Κονιάδης Ξ., ο.π., σ. 195.

7 Κατρούγκαλος Γ., Η αγωγιμότητα των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων: μία ανασκόπηση των πρόσφατων διεθνών τάσεων, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού Δικαίου και Κοινωνικής Πολιτικής», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 155.

8 Αμίτσης Γ., Αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001, σελ. 57 – 62.

9 Βεβαίως και προς το τέλος του καλοκαιριού του 1821, σχεδόν όλος ο επαναστατημένος ελληνισμός προσέβλεπε με πίστη και αγωνία στη συγκρότηση ενιαίας κρατικής εξουσίας.

10 Βώρος Φ. Κ. και άλλοι, Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, εκδ. Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1994, σελ. 87. Η εκλογή των αρχόντων (δημογερόντων ή διοικητών κοινοτήτων) γινόταν άμεσα ή έμμεσα μεταξύ αυτών που ανήκαν στην ανώτερη τάξη. Ενώ λοιπόν το δικαίωμα να εκλέγεσθαι δεν αφορούσε όλους τους κατοίκους, το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκε σε όλους.

11 Πανταζόπουλος Ν., Από της «λογίας» παραδόσεως εις τον Αστικό Κώδικα, εκδόσεις Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 89 και 128.

12 Μάνεσης Αριστ., Συνταγματικόν Δίκαιον (παραδόσεις), Θεσσαλονίκη, σελ. 142.

13 Κορδάτος Ι., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα 1957, σελ. 364.

14 Την 01-12-1821, συγκαλείται στο Άργος νέα Συνέλευση είκοσι τεσσάρων Πελοποννησίων πληρεξουσίων. Η Συνέλευση αυτή αποφασίζει τη σύσταση νέας τοπικής Αρχής της Πελοποννήσου, δηλαδή της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Ο Οργανισμός αυτής της Αρχής θα επικυρωθεί, τον ίδιο μήνα (27-12-1827), στη Νέα Επίδαυρο.

15 Οι δυνάμεις αυτές ήταν συνέχεια της Ιεράς Συμμαχίας, που ιδρύθηκε την 26-09-1815, αμέσως μετά το Συνέδριο της Βιέννης (από 01-10-1814 έως 09-06-1815), όπου έλαβαν μέρος οι μεγάλες Δυνάμεις, που εσήκωσαν το βάρος των Ναπολεοντίων Πολέμων, καθώς και τα κράτη που εδεινοπάθησαν.

16 Σπένζος Σ.Π., Παραδόσεις εφαρμοσμένης πολιτικής οικονομίας, εκδόσεις Σ.Σ.Ε., έκδοση Γ΄, αναθεωρημένη 1985, ανατύπωση 1992, Αθήνα, σελ. 13 – 41.

17 Θωμόπουλος Ε.Γ., Περί των κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, Αθήναι 1973, σελ. 4 – 29.

18 Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι το Ε΄ ψήφισμα της Επαναστατικής Εθνοσυνέλευσης του 1843 παρέπεμπε στις ως άνω διατάξεις των Συνταγμάτων της Επιδαύρου και του Άστρους ορίζοντας «ως πρώτιστον χρέος να ευρεθή σταθερός πόρος ζωής εις τας χήρας και τα ορφανά των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών».

19 Σχετικά βλέπε τα Συντάγματα: 1844 (άρθρο 3 § 1), 1864 (άρθρο 3 § 1), 1911 (άρθρο 3, εδαφ. 1), 1925 (άρθρο 5 § 1), 1927 (άρθρο 6 § 1), 1952 (άρθρο 3 § 1) και 1975 – 1986 – 2001 (άρθρο 4 §§ 1 και 5).

20 Αν και η εφαρμογή της αρχής του κοινωνικού κράτους εντοπίζεται χρονικά σε πολύ παλαιά χρόνια (επί βασιλείας Χαμουραμπί στη Βαβυλωνία), θεσμικά αναγνωρίζεται διεθνώς μόνον στα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα μόνον στα Συντάγματα των ετών 1827, 1844 (εμμέσως) και 1927 γίνεται διατύπωση παρόμοιων κοινωνικών διατάξεων, ενώ στο ενισχύει σήμερα Σύνταγμα αναγνωρίζονται, πλέον, κοινωνικά δικαιώματα.

21 Μάνεσης Αριστοβ., ό.π., σελ. 151.

22 Η εμφύλια διαμάχη έληξε στα τέλη του 1824, με αποτέλεσμα το μεν Σύνταγμα του Άστρους να μην εφαρμοσθεί, η δε παρέμβαση των ξένων «προστάτιδων Δυνάμεων» να γίνεται πιο συστηματική στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Η ακολουθήσασα δε εμφύλια σύρραξη κάμφθηκε με την κατάληψη του Μεσολογγίου (16-04-1826) από τους Τουρκοαιγυπτίους. Στο διάστημα δε αυτό των εντάσεων (1825 – 1826), οι πολιτικές δυνάμεις, δημιούργησαν τρία κόμματα: το γαλλικό (Κώνης). Τα κόμματα αυτά θα κυριαρχούν στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας από τα πρώτα βήματα του ελεύθερου πολιτικού κράτους έως τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856).

23 Προηγουμένως όμως, την 25-09-1825, η Κυβέρνηση είχε εκδώσει προκήρυξη για να συνέλθουν οι εκπρόσωποι, τα Χριστούγεννα, στο Άργος. Όμως, αργότερα, ορίσθηκαν τα Μέγαρα για τη Συνέλευση και τελικώς οι αντιπρόσωποι άρχισαν να συρρέουν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο).

24 Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, εκδ. Γιοβάνη, Τ.Δ΄., Αθήνα 1968, σελ. 114 – 129. Η παρέμβαση αυτή, κατά τον συγγραφέα, είχε ως έρεισμα την προσπάθεια των άγγλων για αποκατάσταση της διασαλευθείσας ομόνοιας μεταξύ των Ελλήνων.

25 Για το διάστημα από 11-07-1829 έως 06-08-1829 ορίζεται το Άργος ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα της χώρας.

26 Μάνεσης Αριστ., ό.π., σελ. 151.

27 Παρόμοια σε πληρότητα διάταξη, για τα ελληνικά συνταγματικά δεδομένα, εμφανίζεται μετά εκατό έτη, στο Σύνταγμα του 1927 και συγκεκριμένα στο άρθρο 2, που ορίζει : «Το Ελληνικόν Κράτος είναι Δημοκρατία. Άπασαι οι εξουσίαι πηγάζουν από το Έθνος, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Δηλαδή, η νέα διάταξη που εισαγάγει το Σύνταγμα του 1927, είναι αυτή που αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της εξουσίας.

28 Μαυριά Κ. και Παντελή Α., Συνταγματικά κείμενα – Ελληνικά και ξένα, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1990, σελ. 54.

29 Η Συνέλευση, επίσης, θέλησε να καταρτίσει «μοναρχικό» Σύνταγμα για τη «διασφάλιση των δικαιωμάτων και του θρόνου του λαού». Όμως την 10-08-1832 η Συνέλευση διαλύθηκε βιαίως από στρατιώτες και ιδιώτες.

30 Η Σύμβαση του Λονδίνου της 07-05-1832 όριζε, ότι η Ελλάδα θα είναι κράτος Μοναρχικό και ανεξάρτητο, με Μονάρχη τον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Αργότερα, την 30-08-1832 υπογράφεται στο Λονδίνο Πρωτόκολλο, με το οποίο οριστικοποιούνται τα σύνορα της Ελλάδας και ταυτόχρονα απορρίπτονται τα αιτήματα των Κρητικών και των Σαμίων για ένωση με την Ελλάδα.

31 Σαφώς επηρεασμένες είναι, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων  6, 13, 17 και 25.

32 Βεβαίως, αρκετές διατάξεις από τα άρθρα αυτά έχουν αναλυθεί σε προγενέστερο κεφάλαιο, που αναφέρεται στη συγκριτική διερεύνηση των τριών επαναστατικών Συνταγμάτων.

 

Γεώργιος Δημ. Μάρδας

Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας

Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών

Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Λεπτομέρειες από την «Εν Άργει Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν» και οι Αργείοι πληρεξούσιοι στην «Της Γ’ Σεπτεμβρίου Α’ Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν» – Διονύσιος Αλικανιώτης, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής


 

Ο Γ. Τερτσέτης σε διάλεξή του το 1872, έλεγε: «Από τα αναφερόμενα είδη των πολιτευμάτων, η Ελλάς εδιάλεξε, πιστεύω, το καλλίτερον, το συνταγματικόν. Ποία η καλωσύνη του; Θα μας το είπει η επιτηδεία απόκρισις ενός Λάκωνος, ενός Μανιάτη, η οποία εδόθη εις το Άργος, εις τα 1829, εις τον αείμνηστον Κυβερνήτην Καποδίστριαν κατά την συγκάλεσιν τότε της Εθνικής Συνελεύσεως. Εις μίαν ομήγυριν λοιπόν, έξω του αμφιθεάτρου (εννοεί το αρχαίο θέατρο του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως), ο Κυβερνήτης ηρώτησε: «Καταλαβαίνετε τι θέλει να πει Σύνταγμα;». Σιωπή. Ένας, όμως, «μάλιστα εξοχότατε» του λέγει «ημπορώ να σου το δείξω εις την απαλάμην μου». «Πως;» «Ιδού. Από το ένα μέρος της παλάμης μου γράφω: Οι αντιπρόσωποι του λαού ψηφίζουν τα δοσίματα. Και από την άλλην: Η εξουσία δίδει λόγον των εξοδευμένων». «Ο Κυβερνήτης» έλεγε ο Τερτσέτης, «ενθουσιάσθη εις αυτήν την απάντησιν του νοήμονος Σπαρτιάτου, ως έχω από αυτήκοον μάρτυρα, και έλεγεν αργότερα εις τον Σπηλιάδην (δηλ. τον Γραμματέα, τότε, της Επικρατείας): «Αυτό είναι πνεύμα αρχαίον, πνεύμα ελληνικόν. Ιδού ότιη αρχαιότης επιζεί εις τους άνδρας τούτους» [1].

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν εχθρός του Συντάγματος, όπως συνήθως νομίζεται λόγω της καταργήσεως, με το λεγόμενο πραξικόπημα της 18ης Ιανουαρίου 1828, του περίφημου Συντάγματος της Τροιζήνος. Ήθελε όμως να φθάσει σ’ αυτό με ωριμότητα και αφού ολοκληρωθεί το έργον της Εθνικής Αποκαταστάσεως. Είχε δείξει ωριμότητα δημοκρατικής ευαισθησίας όταν, νεώτερος, είχε εργασθεί για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας της Ελβετίας και είχε προκαλέσει τότε τον θαυμασμό του τσάρου Αλεξάνδρου του Α’ που του είχε πει: «Πολύ αγαπάτε τας δημοκρατίας, κύριε κόμη, και εγώ επίσης τας αγαπώ». Δεν ήταν λοιπόν δικτάτωρ ο Κυβερνήτης, και στην κυριαρχία του λαού απέβλεπε ως την υπέρτατη πηγή της πολιτικής εξουσίας. Από τις πρώτες μάλιστα πράξεις του ήταν η υπόσχεση συγκλήσεως (συγκαλέσεως όπως έλεγαν τότε) Εθνικής Συνελεύσεως την οποία, κατ’ αρχήν, προσδιόρισε για τον Απρίλιο ήδη του 1828, δηλαδή σε χρονικό σημείο που δεν απείχε παρά μόνο τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Η Συνέλευση αυτή αφού αναβλήθηκε δυό φορές «έως ότου η Πατρίς ευρεθή υπό περιστάσεις καταλληλοτέρας», συνήλθε τελικά στο Άργος στις 11 Ιουλίου του 1829.

Εδώ θα αναφερθούμε για λίγο στους τόπους που ήσαν τα χρόνια εκείνα οι καθέδρες των κυβερνήσεων και των Εθνικών Συνελεύσεων, και όλ’ αυτά πάντα σχετικά με το Άργος. Ο Κυβερνήτης όταν έφθασε στην Ελλάδα, έδρα της κυβερνήσεως, δηλαδή της λεγόμενης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, επομένως πρωτεύουσα της Ελλάδος, ήταν η Αίγινα, ήδη από της 11ης Οκτωβρίου 1827. Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε μεν στις 8 Ιανουαρίου του 1828 στο Ναύπλιο, αλλά αυτό έγινε μόνο και μόνο λόγω καιρικών συνθηκών. Άλλωστε σχεδόν αμέσως ανεχώρησε για την Αίγινα όπου έφτασε στις 27 Ιανουαρίου. Από τον Ιανουάριο λοιπόν του 1828 έδρα της κυβερνήσεως του Καποδίστρια ήταν η Αίγινα. Ήδη όμως από τον Αύγουστο του 1828 υπήρξαν εισηγήσεις προς τον Κυβερνήτη να μεταφέρει την πρωτεύουσα στο Ναύπλιο ή το Άργος. Εντοπίσαμε στην Συλλογή του Ανδρέα Μάμουκα την γνωστή δηλαδή Συλλογή που με τον τίτλο «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος», που περιέχει όλα τα έγγραφα της Εθνικής Παλιγγενεσίας από του 1823 έως του 1832, έγγραφο του Πανελληνίου προς τον Κυβερνήτη με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1828 σύμφωνα με το οποίον [2]: «Το Πανελλήνιον δια λόγους τους οποίους στοχάζεται θεμελιώδεις και να τους εκθέση εγγράφως κρίνει περιττόν, είναι της γνώμης, αν είναι αρεστόν και εις την Εξοχότητά Σας, να μεταβή η καθέδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον. Τους λόγους τούτους επεφορτίσθησαν οι δυό πρόβουλοι κύριοι Ανδρέας Ζαΐμης και Αναγνώστης Δεληγιάννης να εκθέσωσι προφορικώς προς την Εξοχότητά Σας». Ο Καποδίστριας με έγγραφό του της επομένης ημέρας δέχεται «με ευχαρίστησίν του», όπως γράφει, να μεταφερθεί η έδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον και εξαρτά το ποιά από τις δύο θα είναι τελικά η πρωτεύουσα του κράτους από το «ποία μέσα κατοικίας δύνανται το Άργος ή το Ναύπλιον να μας χορηγήσωσι εις ολίγον διάστημα καιρού». Τελικά προτιμήθηκε το Ναύπλιο δεκατέσσερις μήνες αργότερα, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1829. Βλέπουμε λοιπόν ότι το Άργος «έπαιξε» (για να χρησιμοποιήσουμε ένα νεολογισμό) ως οριστική πρωτεύουσα της Ελληνικής Πολιτείας, ισότιμα με το Ναύπλιο, για ένα περίπου έτος. Ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον Didot (Διδότον) με ημερομηνία 4.10.1828 εξηγεί ότι προτιμήθηκαν οι δυό αυτές πόλεις «ίνα επιταχυνθή η ανακάθαρσις και ανοικοδόμησις του τε Ναυπλίου και του Άργους» .[3]

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Πάντως το Άργος υπήρξε Πρωτεύουσα της Ελλάδος από τις 11 Ιουλίου έως τις 6 Αυγούστου 1829. Διότι, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ΛΑ’/16 Μαΐου 1829 Ψήφισμα του Κυβερνήτη (Προεδρικό Διάταγμα που θα λέγαμε σήμερα) που καθορίζει τα της οριστικής συγκλήσεως της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως:

  1. Η Εθνική Συνέλευσις θέλει συγκροτηθή εις την πόλιν του Άργους… και
  2. Η κυβέρνησις θέλει έχει την επίσημον καθέδραν αυτής εις την ρηθείσαν πόλιν καθ’ όσον διαρκέση η Εθνική Συνέλευσις και εκεί θέλει εκδίδεσθαι και τα δημόσια έγγραφα (εννοεί δηλαδή τις κυβερνητικές αποφάσεις και τις άλλες κρατικές πράξεις).

Έχουμε εντοπίσει στον 11ο τόμο της Συλλογής του Μάμουκα και στον Β’ τόμο των Αρχείων της Εθνικής Παλιγγενεσίας, που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων, 11 κυβερνητικά ψηφίσματα (δηλαδή διατάγματα) και 5 επίσημες επιστολές του Καποδίστρια (δηλαδή με την ιδιότητά του ως Κυβερνήτη) κατά το διάστημα αυτών των 26 ημερών που το Άργος ήταν η πρωτεύουσα του Κράτους [4].

Ο Ιω. Καποδίστριας φαίνεται πως είχε ιδιαίτερη προτίμηση προς το Άργος. Στον επίσημο απολογισμό των είκοσι πρώτων μηνών της κυβερνήσεώς του, που έκαμε ενώπιον της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως στις 11 Ιουλίου του 1829, έκαμε επανειλημμένες αναφορές στο Άργος. Ανέφερε λ.χ. με λεπτομέρειες τις προσπάθειές του για την καταπολέμηση της πανώλους που είχε ενσκήψει εδώ το 1828, μεταδοθείσα από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Επίσης την κατασκευή από την κυβέρνηση του «ευρύχωρου στρατώνος» για τον στρατωνισμό τεσσάρων λόχων ιππικού με στρατιωτικό νοσοκομείο και «στεγασμάτων δια τας αποθήκας». Ακόμα την ονομασία, με το όνομα του Άργους [5], ενός πολεμικού πλοίου «εξ κανονίων». Αν ανατρέξουμε στην έκθεση της «Επί των λογαριασμών του Ναυάρχου Σαχτούρη Εξεταστικής Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1828» βλέπουμε ότι, από τα αναφερόμενα εκεί 56 πολεμικά πλοία του ελληνικού στόλου μόνον ένα ακόμα έχει λάβει όνομα ελληνικής πόλεως, το «Μεσολόγγιον». Το γεγονός επίσης ότι ο Κυβερνήτης άλλαξε την αρχική απόφασή του να συνέλθει η Δ’ Εθνική Συνέλευση στην καθέδρα της κυβερνήσεως [6], δηλαδή την Αίγινα, και αποφάσισε τελικά να συνέλθει στο Άργος δείχνει αφ’ ενός μεν την προτίμησή του στην πόλη γενικώς και αφ’ ετέρου ότι ίσως τότε να υπερίσχυε μέσα του η επιλογή του Άργους ως οριστικής πρωτεύουσας, κάτι που τελικά, βέβαια, δεν έγινε και προτιμήθηκε το Ναύπλιο λόγω της παράλιας θέσης του.

Πάντως ο Κυβερνήτης συνεκάλεσε λίγο πριν από τη δολοφονία του και την E’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος, αλλά η Συνέλευση εκείνη δεν μπόρεσε να συνέλθει πριν από τις 27 Σεπτεμβρίου 1831 (ημέρα της δολοφονίας). Συνεκλήθη εκ νέου από την διάδοχο του Καποδίστρια κατάσταση και συνήλθε στο Άργος (στην Εκκλησία της Παναγίας) στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους για να μετατεθεί 10 ημέρες αργότερα στο Ναύπλιο.

Δημήτριος Τσώκρης

Αλλά και οι Αργείοι ανταπέδιδαν τα ίδια αισθήματα στον Κυβερνήτη. Επανερχόμαστε στο 1829. Στις αρχές Μαΐου έγινε στο Άργος η εκλογή των Αντιπροσώπων της επαρχίας στην Δ’ Εθνική Συνέλευση και εκλέχτηκε ως μοναδικός Αντιπρόσωπός της ο ίδιος ο Καποδίστριας. Το Άργος έδωσε το παράδειγμα αυτό το οποίο ακολούθησε η πλειοψηφία των επαρχιών, δηλαδή τριάντα πέντε επαρχίες. Τελικά ο κυβερνήτης δεν αποδέχτηκε την εκλογή του αυτή από τόσες μάλιστα επαρχίες και διέταξε την επανάληψη των εκλογών, με άμεσο δε τρόπο (γιατί ο μέχρι τότε προβλεπόμενος τρόπος εκλογής ήταν ο έμμεσος), σε όσες επαρχίες είχαν εκλέξει τον ίδιο. Έτσι επαναλήφθηκε η εκλογή και στο Άργος, το οποίο εξέλεξε ως Αντιπροσώπους του στην Δ’ Εθνική Συνέλευση τον Δημήτριο Τσόκρη και τον Δημήτριο Περρούκα [7], της μεγάλης εκείνης οικογένειας που έχει το εθνικό εύσημο ότι ίδρυσε το πρώτο ελληνικό σχολείο στο Άργος το 1798.

 

Η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση είναι αξιοσημείωτη για ένα πολιτικό και για ένα νομικό λόγο:

 

  1. Ο πολιτικός λόγος είναι ότι επεκύρωσε όλες τις μέχρι τότε οργανωτικές και αναδιοργανωτικές πράξεις της κυβερνήσεως του Καποδίστρια και ότι χάραξε τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνηση εκείνη στο μετέπειτα οργανωτικό της έργο. Η πολιτική αυτή δραστηριότητα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως ενσωματώνεται σε δεκατρία ψηφίσματα που εξέδωσε από τις 22 Ιουλίου μέχρι της 2 Αυγούστου 1829. Δηλαδή το Άργος είναι ο τόπος στον οποίο λήφθηκαν όλες οι αποφάσεις του κυρίαρχου οργάνου του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που αφορούσαν το κοσμογονικά δημιουργικό έργο της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Δεν είναι της παρούσης εισηγήσεως να αναφερθούμε διεξοδικότερα στο πάσης φύσεως έργο της Συνελεύσεως αυτής. Είναι όμως αναγκαίο να αναφερθούμε στον επόμενο λόγο, τον νομικό, γιατί ως προς αυτόν η Συνέλευση εκείνη διαφέρει των άλλων εθνικών Συνελεύσεων της Ελλάδος τόσο του Αγώνος όσο και των μετά την Ανεξαρτησία.
  1. Βασικό στοιχείο του Αντιπροσωπευτικού Συστήματος, όπως ίσχυσε από τον 19ο αιώνα, είναι ότι οι Αντιπρόσωποι του Λαού (του Έθνους όπως έλεγαν παλαιότερα) μπορούν να εκφράζουν οποιαδήποτε βούληση εν ονόματι του Λαού, δεν μπορεί όμως να καθορίζεται κάθε φορά από τους εκλογείς το περιεχόμενο αυτής της εκφραζόμενης βουλήσεώς τους.

Αποκλείεται δηλαδή η λεγόμενη «επιτακτική εντολή» [8]. Αυτό ίσχυσε σε όλες τις περιπτώσεις που συνεκλήθη στην Ελλάδα αντιπροσωπευτικό σώμα δηλαδή είτε Συντακτική Συνέλευση, είτε απλή η αναθεωρητική βουλή, από το 1821 έως σήμερα. Μόνο το 1921 στην Γ’ Συντακτική Συνέλευση που συνεκλήθη από την αντιβενιζελική Κυβέρνηση του Νοεμβρίου του 1920, ο Δ. Γούναρης είχε διατυπώσει θεωρητικές απόψεις υπέρ της χρησιμότητος, ενίοτε, της επιτακτικής εντολής, αλλά δεν επροχώρησε περισσότερο. Μοναδική εξαίρεση στα αντιπροσωπευτικά αυτά σώματα υπήρξε η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση. Κατά τις εκλογές, στις διάφορες επαρχίες, για την ανάδειξη των αντιπροσώπων, οι εκλογείς δέσμευσαν εγγράφως τους πληρεξουσίους να ακολουθήσουν μία ορισμένη πολιτική, την πολιτική του Κυβερνήτη. Αυτό θυμίζει τις δεσμεύσεις των πληρεξουσίων έναντι των εκλογέων κατά την σύγκληση των Γενικών Τάξεων στη Γαλλία το 1789 με τα περίφημα Cachiers. Υπάρχει βέβαια η άποψη, ότι κυβερνητικά όργανα υπέδειξαν στους εκλογείς των επαρχιών αυτήν την ενέργεια, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί η υπόθεση αυτή. Δεν έχουν διασωθεί τα κείμενα των εγγράφων αυτών δεσμεύσεων παρά μόνον του Μεσολογγίου. Κατά το κείμενο αυτό που έχει διασώσει ο Ν. Δραγούμης [9], οι πληρεξούσιοι της επαρχίας αυτής που, σημειωτέον, μόλις είχε απελευθερωθεί, δεσμεύονται: «Να μη κατηγορήσωσι με κανένα τρόπον τας παρελθούσας πράξεις της σεβαστής ημών Κυβερνήσεως», «Να ακολουθήσωσι τας συμβουλάς και την γνώμην του σεβαστού ημών κυβερνήτου», «Να κηρύξωσι εις την Εθνικήν Συνέλευσιν ότι δεν θέλομεν άλλον αρχηγόν παρά τον Ι. Α. Καποδίστριαν» κλπ, επτά εν όλω εντολές. Δεν έχουμε τις δεσμεύσεις που έθεσε στους πληρεξουσίους της η πολύ καποδιστριακή πόλις του Άργους, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν ένα παρόμοιο κείμενο. Ο μόνος από τους

εκλεγέντες πληρεξουσίους που αρνήθηκε τότε να συμμορφωθεί προς τις έγγραφες οδηγίες ήταν ο αντιπρόσωπος του Μεσολογγίου Σπ. Τρικούπης, που ασκούσε τότε ήπια αντιπολίτευση στη Κυβέρνηση Καποδίστρια και ο οποίος παραιτήθηκε από πληρεξούσιος και δεν μετέσχε της Συνελεύσεως. Αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες υπάρχουν ακόμα για την Δ’ εν Άργει Συνέλευση, αλλά ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Τώρα θα έλθουμε για δυό μόνον λεπτά στο δεύτερο σκέλος της ανακοινώσεως, δηλαδή στους Αργείους πληρεξουσίους στην Εθνική Συνέλευση του 1844.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Όπως και στην Δ’ εν Άργει, έτσι και στην Α’ εν Α θήναις, δυό ήσαν οι πληρεξούσιοι του Άργους: Πρώτον, ο Δημήτριος Περρούκας (πάλι) και δεύτερον, ο Χρηστάκης Βλάσσης, από τη μεγάλη επίσης οικογένεια Βλασση [10]. Η παρουσία τους στην Α’ εκείνη Εθνοσυνέλευση της ελεύθερης Ελλάδος δεν ήταν σπουδαία. Ο Δημήτριος Περρούκας δεν φαίνεται να έλαβε διόλου τον λόγο στην Ολομέλεια της Συνελεύσεως. Εξελέγη βέβαια μέλος της Επιτροπής καταρτίσεως του Σχεδίου Συντάγματος, αλλά δεν σώζονται πρακτικά της Επιτροπής αυτής για να δούμε αν έλαβε και σ’ αυτήν τουλάχιστον τον λόγο και τι απόψεις υποστήριξε. Ο Χρηστάκης Βλάσσης έκαμε δυό βραχείες προφορικές παρεμβάσεις οι οποίες όμως δεν ήσαν υπέρ των θέσεων που έχουν έκτοτε ιστορικώς δικαιωθεί. Στο ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κατεπολέμησε το υποβληθέν τότε μετριοπαθές ψήφισμα του Μαυροκορδάτου που απέκλειε την διαρκή διάκριση των αυτοχθόνων του Ελληνικού βασιλείου κατοίκων από τους ετερόχθονες και υποστήριξε το λεγόμενο ψήφισμα Κορφιωτάκη που ήταν σκληρό για τους ετερόχθονες, διότι τους απέκλειε από κάθε δημόσια υπηρεσία. Το ψήφισμα εκείνο ήταν προϊόν μικροελλαδίτικης νοοτροπίας και εμπνεύσεως κοτζαμπασικής. Ως ελαφρυντικό όμως του Χρηστάκη Βλάσση αναφέρουμε ότι το σχέδιο Ψηφίσματος του Νικ. Κορφιωτάκη υποστήριξαν τότε μεταξύ βεβαίως πολλών άλλων και οι Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ρήγας Παλαμήδης και Κολίνος Κολοκοτρώνης [11].

Η δεύτερη φορά που ο Χρηστάκης Βλάσσης έλαβε τον λόγο ήταν στις 22 Φεβρουαρίου 1844 οπότε κατεπολέμησε το αίτημα των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου που ζητούσαν ο φόρος του 20% που είχε επιβάλει στα εισοδήματα της Μονής η κυβέρνηση Άρμανσμπεργκ, δηλαδή η κυβέρνηση της ξενοκρατίας, όταν απεφάσιζε την κατάργηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μονών, να περιορισθεί στο 10% που πλήρωνε η μονή στους Τούρκους. Ο Χρ. Βλάσσης υποστήριξε ότι πρέπει να παραμείνει το 20% και εξέφρασε την απλοϊκή άποψη ότι «η κυβέρνηση αντί να χαρίσει το «διπλοδέκατον» εις τους μοναχούς πρέπει να διαθέσει αυτό υπέρ χηρών και ορφανών και απόρων κορασίδων, διότι ο μοναχικός βίος απαιτεί λιτότητα». Για να λάβει όμως αμέσως την απάντηση από τον Ιω. Φαρμάκη ότι «Ο κλήρος της Ελλάδος τον περισσεύοντα οβολόν του δίδει πάντοτε εις έργα εθνικής ευποιΐας, εις την περίθαλψιν των ενδεών και εις την καλλιέργειαν της ελληνικής παιδείας. Η ξενοκρατία δι’ ενός απλού διατάγματος, είπε ο Φαρμάκης, επέβαλεν εις τας διατηρηθείσας μονάς το «διπλοδέκατον» δια να τας εξουθενώση, διο και η παρούσα Συνέλευσις πρέπει αν όχι να το καταργήση, να το περιορίση όμως εις ο ποσοστόν απήτει από την μονήν ο Οθωμανός δυνάστης» [12].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα, τομ. Β’ επιμ. Γ. Βαλέτα, Αθήναι.

[2] Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. 11ος, Πειραιεύς, 1852, σ. 276.

[3] Βλ. Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, μεταφρασθείσαι εκ του γαλλικού παρά Μ. Σχινά, τομ. Γ’, αθήνησιν 1841, σ. 246, 248.

[4] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, εκδ. της Βουλής των Ελλήνων, τομ. 4ος, σ. 33 και 46-47.

[5] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. 4ος, σ. 496.

[6] Βλ. Ψήφισμα ΚΓ’/ 4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 33. Βλ. όμως και ψήφισμα ΛΑ’/4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 46.

[7] Βλ. Αρχεία, τ. 4ος, σ. 75.

[8] Βλ. Α λεξ. Σβώλου, Συνταγματικόν Δίκαιον, τομ. Α’, σ. 270.

[9] Βλ. Ν. Δραγούμη, ιστορικαί Αναμνήσεις, πρόλογος Κωνσταντίνου Α μάντου, τομ. Α’, σ. 82, 83 [ανατ. Ερμής 1973].

[10] Βλ. Πρακτικά της Της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Α’ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα-Κομοτηνή, Α ντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σ. 700.

[11] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 748 με την ένδειξη «Συνεδρία ΛΒ’/15 Ιανουαρίου 1844».

[12] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 754 την ένδειξη «Συνεδρία ΝΘ’ 22 Φεβρουαρίου 1844».

 

Διονύσιος Αλικανιώτης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από την υπογεγραμμένη και το πολυτονικό σύστημα.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Άργος: Το πρώτον Ελληνικόν Κεντρικόν του Έθνους Σχολειόν. Κωνσταντίνα Βάρσου-Κραβαρτογιάννου. Φιλόλογος, Ψυχολόγος, Πανεπιστημίου Αθηνών.


 

Το θέμα της ύπαρξης σχολείου στο Άργoς από την προεπαναστατική ήδη περίοδο είναι ιδιαίτερα θελκτικό, διότι με την προσέγγισή του κατοχυρώνεται ένα ακόμη «μαρτύριον» σχετικά με την ημερήσια, «κανονική» παιδεία στην Τουρκοκρατία. Η προσωπικότητα του κρυφού σχολειού λειτούργησε καταλυτικά στη μαθητική και φοιτητική συνείδηση του μέσου Νεοέλληνα· στα πλαίσια της ιστορίας που διδάσκεται ακόμη στην μετεπαναστατική Ελλάδα, άδουμε όλοι το «φεγγαράκι μου λαμπρό», λησμονώντας  ή και αγνοώντας ότι κατά τον 16ο, 17ο και 18ο τουλάχιστον αιώνα στη σκλαβωμένη πατρίδα πρόβαιναν τακτικά και πανταχόθεν «αι αυγεριναί του ηλίου ακτίναι» – ως θα έλεγε κι ο Κάλβος.

Πως ήταν κάτι τέτοιο δυνατόν τη στιγμή που ο Τούρκος απαγόρευε κάθε τι Ελληνικό; Φαίνεται ότι οι αιτίες είναι αρκετά συγκεχυμένες, αφού και ο Τρύφων Ευαγγελίδης, αναζητώντας τες καταλήγει στο εύγλωττο συμπέρασμα «δια τούτο πάντως το πράγμα αποδοτέον εις θείαν τινά οικονομίαν», επιβεβαιώνοντας το σχόλιο του Gerlach ότι η αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα υπήρξε όντως «ανέλπιστος». Η ισχύς του Πατριαρχείου που με τις δυναμικές αποφάσεις των Συνόδων του αποτέλεσε κράτος εν κράτει, η αυτοθυσία κοσμοκαλόγερων, που ακολούθησαν το παράδειγμα του Κοσμά του Αιτωλού, η μεγάλη πνευματική κίνηση στη Βενετία και γενικά στην ομογένεια και η επίδραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού υπήρξαν μερικές από τις αιτίες που επέτρεψαν και διατήρησαν ζωντανή την εκπαιδευτική δραστηριότητα. Επιπλέον, μετά τα Ορλωφικά και τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η Υψηλή Πύλη φαίνεται ότι έριξε αρκετό νερό στο κρασί της, επιτρέποντας άτυπα την ενίσχυση της παιδείας και την αλλεπάλληλη εμφάνιση λόγιων, διδασκάλων και συγγραφέων.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα επιχειρώ ν’ ανασκευάσω τα δίκαια του Ελληνικού «φανερού» σχολείου χωρίς να προσβάλω στο ελάχιστο αυτά του κρυφού που απαιτείται ν’ αντιμετωπίζεται ως παράλληλο, ενίοτε κυρίαρχο γεγονός και ποτέ ως μύθος. Άλλωστε ο προσδιορισμός «κρυφό» μπορεί να εννοηθεί και ευρύτερα, αφού στο μυαλό σύγχρονων και μεταγενέστερων η ιδέα του νόμιμου και επιτρεπόμενου εκείνα τα χρόνια είναι απλώς αδιανόητη. Όλες οι δραστηριότητες τελούσαν υπό το καθεστώς του φόβου και λαμπρύνονταν κάτω απ’ το ενδεχόμενο μιας συνεχούς απειλής. Γι’ αυτό ακριβώς είναι συγκλονιστικό το ότι η Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είχε σχολεία· όχι μόνον αυτά των μοναστηριών και των απομακρυσμένων εκκλησιών, όχι μόνον αυτά που φωτισμένοι ιδιώτες διατηρούσαν αλλά και άλλα, που συντηρούσε η απόφαση της κοινοτικής διοίκησης. Τα τελευταία αυτά αναδεικνύονται σε ουσιαστικό πρόπλασμα της στοιχειώδους και δωρεάν εκπαίδευσης.

Για τα σχολεία αυτά επίσημοι κατάλογοι δεν υπάρχουν, οι πληροφορίες των Ιστοριών της Ελληνικής Επανάστασης και των περιηγητών είναι σκόρπιες και συγκεχυμένες, ενώ πλήθος σοβαρών προσπαθειών που έχουν γίνει αποδεικνύουν απλώς ότι το θέμα δεν έχει κλείσει. Σε 210 τα υπολογίζει ο Μ. Παρανίκας και σε 600 ο Τρ. Ευαγγελίδης, ενώ οι Leon Maccas και Παύλος Καρολίδης θεωρούν ότι μέχρι του 1821, 2000 σχολεία λειτούργησαν στην Ελλάδα. Είναι γνωστή η γνώμη του Leake, σύμφωνα με την οποία από του 17ου αι. τα σχολεία είχαν πολλαπλασιασθεί, ώσπου δεν έμεινε κοινότητα Ελληνική που να μην έχει το σχολείο της. Προφανώς η Επανάσταση δεν στηρίχθηκε μόνο στα όπλα, αλλά κυρίως στο πνεύμα.

Να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι σε σχολεία κοινά, απ’ αυτά που, θεωρούμενα «μικρά και ταπεινά», σκόπευαν στην εκμάθηση και τη διάδοση της γλώσσας, διδάσκοντας «οκτώηχον, Απόστολον, ψαλτήριον, Ωρολόγιον και αρίθμησιν, γραφήν, δε υπό την επιδειγμή του δασκάλου». Τέτοιο είναι και το ελληνικό σχολείο του Άργους που συστήθηκε το 1798, με πρωτοβουλία της οικογένειας Περρούκα. Απορίας άξιον παραμένει το γεγονός των περιορισμένων και συνοπτικών στο σχολείο του Άργους αναφορών (από τους κ.κ. Παπαδόπουλο, Παρανίκα, Ευαγγελίδη, Βαρδουνιώτη και Καμπούρογλου). Εξαίρεση και εξαιρετική συνεισφορά στη βιβλιογραφία αποτελεί η σπάνια έκδοση του Ιω. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων». Θεσσαλονίκη 1948, στο οποίο κυρίως στηρίχθηκα. Υποψιάζομαι ότι πίσω απ’ την κακή αυτή βιβλιογραφική τύχη ελλοχεύει σκόπιμος υποτίμηση προς χάριν της εκτυφλωτικής λάμψης που έπρεπε να συνοδεύει την υστερότερη αναγέννηση των γραμμάτων στο Ναύπλιο.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Για το παραπάνω θέμα διαβάστε το αναλυτικό άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη, στο «Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910», : «Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».]

Όπως κι αν έχει το πράγμα, το σχολείο υπήρξε ένα από τα καλύτερα αντιπροσωπευτικά δείγματα της εποχής. Ακριβώς επειδή ιδρύθηκε από το «αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον», οικογένεια που κατείχε τα πολιτικά και κοινωνικά σκήπτρα του Άργους, λειτουργούσε με σχετική ελευθερία και προοδευτικό πνεύμα. Στην οικογένεια ανήκαν έγκριτα μέλη, όπως ο Νικόλαος (βεκίλης της Επαρχίας παρά τη Πύλη) και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο γυιός του Χαραλάμπης, πληρεξούσιος της Α’ Εθνικής Συνέλευσης και υπ. Οικονομικών κατά το 1823, αλλά και ο ακόμη σπουδαιότερος αδελφός αυτού Δημήτριος, γλωσσομαθής, με νομικές και πολιτικές σπουδές, επίσης βεκίλης, μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους, πρώτος γραμματέας (υπουργός) των Εσωτερικών και δικαστικών, γερουσιαστής και μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνοσυνελεύσεως. Σ’ αυτόν οφείλεται η νομοθεσία δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του αρτισύτατου κράτους και η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Περούκας ή Μπερούκας Ιωάννης (†1821). Πρωτότοκος γιος του Νικόλαου Περούκα από το Άργος και εθνομάρτυρας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά το 1819. Είχε ιδρύσει το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους το 1798, το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο «Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825].

 

Άποψη του Άργους. Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829. Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας όπου στεγάστηκε το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους το 1798.

 

Σε τέτοιες πλάτες στηρίχτηκε το σχολείο του Άργους, γεγονός που επαληθεύει την μαρτυρία του Gerlach ότι η ανοχή των κρατούντων δεν ήταν παρά ευνοϊκή προδιάθεση (επηρεασμός) από ισχυρότατους Έλληνες, ανώτερους λειτουργούς του κράτους, ανθρώπους μορφωμένους, απαραίτητους στους Τούρκους. Γνωρίζουμε ότι λειτούργησε από το 1805 ως το 1821 σχεδόν αδιακόπως με σχολάρχη τον Ησαΐα Καλαρά, «δάσκαλον σοφολογιώτατον εξ Αγιονορίου Νεμέας». Τα πρώτα δύο χρόνια δίδαξε ο πολύ αξιόλογος Βενιαμίν, μοναχός Πελοποννήσιος. Άλλα ονόματα δεν έχουν με βεβαιότητα πιστοποιηθεί. Το μάθημα γινόταν κυρίως πρωϊνές ώρες σε παιδιά από 5 η 6 χρόνων και πάνω, αγόρια και κορίτσια, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα. Σύμφωνα με τον Πέκιο, το σχολείο ήταν χτισμένο δυτικώς του Προδρόμου, κατά το σχέδιο των Αγγλικών σχολείων, ο χώρος του όμως δεν επαρκούσε για τους 200 μαθητές που φοιτούσαν εκεί. Εύπορη κυρία, καταγόμενη από τη Χίο, θέλησε να θεραπεύσει το πρόβλημα, κτίζοντας παραπλεύρως του κτιρίου «σχολή θηλέων» ώστε και ο αρχικός χώρος να αποσυμφορηθεί και τα κορίτσια να τυγχάνουν αγωγής χωριστής, αρμόζουσας προς το φύλο τους. Διαγιγνώσκει κανείς την επίδραση των ευρωπαϊκών αντιλήψεων που χαρακτηρίζονται τελικά από συντηρητισμό. Στην Ελλάδα που φλεγόταν από πρωτογενή και αυθόρμητο πόθο για γράμματα και ελευθερία, πρόβλημα χωριστής εκπαίδευσης δεν τίθεται, αποτελεί μάλλον ηθικό ψευτοδίλημμα.

Πιθανότατα, στο Άργος διδάχτηκαν πειραματικά, πρωτοποριακά για την εποχή τους βιβλία, τα πρώτα αλφαβητάρια η «Παιδαγωγίαι». Ως τέτοια βιβλία αναφέρονται «Η Χρήσιμος Παιδαγωγία προς τους Νέους επιθυμείν μαθείν τα ιερά γράμματα μετά επανορθώσεως και προσθήκης», πρώτη έκδοση, Βιέννη 1803 και το «Αλφαβητάριον Ευμαθείας» του Πολυζώη Κοντού, 1818. Βασική επιδίωξη αποτέλεσε η αντικατάσταση των τουρκογενών διαλέκτων από ενιαίο γλωσσικό ιδίωμα.

Η δωρεάν εκπαίδευση για αγόρια και κορίτσια με καλούς δασκάλους και σχετική επάρκεια διδακτικού υλικού ξεπερνά βέβαια κάθε προσδοκία, αλλά ας μην μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν υπήρχαν μελανά σημεία. Όπως στα περισσότερα σχολεία της εποχής, οι δάσκαλοι αμείβονταν λίγο η και καθόλου κι έτσι αναγκάζονταν να ασκήσουν παράλληλα διάφορα επαγγέλματα. Η αποστήθιση μέχρι τελικής εξαντλήσεως αποτελούσε τη βάση της διδασκαλίας και ενώ δεν έλειπαν οι έπαινοι και οι επιβραβεύσεις, οι τιμωρίες έπαιρναν συχνά τη μορφή βασανισμού, αντιγράφοντας δε τις μεθόδους του κατακτητή.

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους το 1823 ομιλεί ρητώς για ίδρυση σχολείου, εννοώντας την επαναλειτουργία αυτού που υπήρχε έως και την έναρξη της Επανάστασης. Στην εφημερίδα «Ο φίλος του Νόμου» του 1824, φύλλο 86, δημοσιεύεται το παρακάτω έγγραφο:

Βουλευτικόν Συνέδριον Τη 22 Δεκεμβρίου

Προεδρεύοντος του κ. Πανούτσου Νοταρά εκινήθη το περί της συστάσεως του εν Άργει σχολείου, κοινή γνώμη και αποφάσει της Συνελεύσεως, όθεν εστάλη προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά του θεσπίσματος το οποίον έχει επί λέξει ουτωσί:

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Επειδή η εν Άστρει συγκροτηθείσα Εθνική Συνέλευσις γνωρίζουσα καλώς, ότι δια της παιδείας, αυξάνουσιν, ευτυχούσιν, ενδυναμούνται και στερεούνται τα Έθνη, ενομοθέτησεν εις τον Οργανικόν νόμον §λζ’ ότι η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού σώματος και §πζ’ ότι συστηματικώς  να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεολαίας από την Διοίκησιν.

Το Βουλευτικόν εθεσπίσατο

Α’ Εις την πόλιν του Άργους να συσταθή σχολείον κεντρικόν της Ελληνικής Επικρατείας εις το οποίον να παρεισαχθώσι διαφορα είδη μαθήσεως.

Β’ Ο Υπ. των Εσωτερικών να ενεργήση το παρόν θέσπισμα.

Γ’ Το παρόν θέσπισμα να δημοσιευθή δια του τύπου και να καταχωρηθή εις τον Κώδικα των θεσπισμάτων.

Τη 22 Δεκεμβρίου 1824 εν Ναυπλίω

Ο Πρόεδρος                                                        Ο Β’ γραμματεύς

Παν. Νοταράς                                               Ανδρ. Παπαδόπουλος

 

Η απόφαση για τη σύσταση σχολείου λαμβάνεται ομόφωνα αφού η παιδεία αποτελεί την απαραίτητη, αν όχι μοναδική προϋπόθεση της ευημερίας, της ισχύος και γενικά της ευτυχίας των Εθνών. Αντίληψη που σήμερα ακούγεται αδιάφορη και κοινότοπη, όμως στα κρίσιμα εκείνα χρόνια ήταν προϊόν συγκλονιστικής διαύγειας και πολιτικής ωριμότητας. Προσέξτε το δυναμισμό και την εθνική περηφάνια του όρου «Ελληνική Επικράτεια» που ξεχειλίζει από υποσχέσεις αγωνιστικότητας προς τους αλύτρωτους.

Σε άλλο φύλλο της εφημ. «Ο φίλος του Νόμου» δημοσιεύεται παλαιότερη απόφαση του Βουλευτικού Σώματος να καταρτιστεί επιτροπή, αποτελούμενη από τους κ.κ. Γαζήν, Νοταράν, Κάββαν, Τρικούπην και Λιβέριον με σκοπό τη μελέτη και εφαρμογή σχεδίου «Περί της κοινής Παιδείας του Έθνους». Το σχέδιο έχει ήδη καταρτισθεί και παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές. Οπωσδήποτε προβλέπονται τρεις βαθμίδες (δημώδους αγωγής, λυκείων και ανωτάτης παιδείας), τονίζεται όμως το εξής:

«Αλλ’ επειδή τοιούτον σχέδιον δεν είνε του παρόντος καιρού να βαλθή εις πράξιν καθ’ όλην την εκτασίν του, η επιτροπή περιορίζεται εις μόνον το πρώτον είδος, το οποίον κοινώς ονομαζόμενον Αλληλοδιδασκαλία, είναι αναγκαιότατον και κοινωφελέστατον εις την Ελλάδα, και εν ταυτώ ολιγοδάπανον δια την επικράτειαν και ανέξοδον δια τον μαθητήν προβάλλει δε να εισαχθή κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Εις το Άργος ως ούσαν εκ των σημαντικωτέρων και υγιεστέρων πόλεων της Πελοποννήσου να συσταθή κατά το παρόν εν αλληλοδιδακτικόν σχολείον, το οποίον συγκροτηθέν καθώς πρέπει, μέλλει να χρησιμεύση ως μεγάλη πηγή, όθεν θέλουσιν εκρεύσει νάματα της αλληλοδιδασκαλίας, εις όλην την Ελληνικήν Επικράτειαν. Δια να κατορθωθή τούτο είνε αναγκαιότατον εκτός των εντοπίων και άλλων παίδων ν’ αφιερωθώσιν εις την οδηγίαν του διδασκάλου ολίγοι άξιοι και χρηστοήθεις νέοι, γυμνασμένοι οπωσούν εις την Ελληνικήν γλώσσαν, οι οποίοι τελειοποιηθέντες εντός ολίγου να στέλλωνται ως διδάσκαλοι εις άλλας επαρχίας, να τους διαδέχωνται εις το Άργος άλλοι και εκείνους πάλιν άλλοι, έως ου εκάστη επαρχία της Ελλάδος λάβη απ’ αυτό το σχολείο έναν διδάσκαλον […] Ούτω εξαπλώνεται γλήγωρα η δημώδης αύτη και κοινή παιδεία, η οποία ημπορεί μετά ταύτα να διαδοθή και εις τας κόρας». Φαίνεται επίσης ότι το σχολικό κτίριο του Άργος έχει επεκταθεί και ανακαινισθεί.

«Σάλα ευρύχωρος αναγκαιοί δια την παράδοσιν και τόπος κλεισμένος εις την διάχυσιν και σωματικήν γύμνασιν των νέων. Και τα δυό ταύτα έχει το σχολείο του Άργους».

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, επιστάτες αμίσθωτοι διορίζονται οι κ. Παρθένιος και Μ. Κάββας, ενώ Έφορος της Παιδείας ο κ. Γρηγόριος Κωνσταντάς. Είναι ακόμη βέβαιο, σύμφωνα με δημοσίευμα της 19ης Σεπτεμβρίου 1824 στο Ναύπλιο, ότι ο Γ. Γεννάδιος, άρτι επιστρέψας από της Οδησσού έγινε δεκτός με τιμές και διορίστηκε διδάσκαλος στο Άργος.

Όπως ήταν φυσικό πολύ σύντομα όλη αυτή η δραστηριότητα απέδωσε καρπούς:

 

«Ναύπλιον, 13/12/1825

Το εις το Άργος συσταθέν σχολείον της αλληλοδιδακτικής, επιδίδει θαυμασίως. Πολλοί νέοι αυθόρμητοι συνέτρεξαν πολλαχόθεν δια να διδαχθώσι την νέαν αυτή μέθοδον και διδαχθέντες, να την διδάξωσι και αυτοί εις άλλα μέρη της ελευθέρας Ελλάδος. Ο ζήλος και η επιμέλεια του διδασκάλου της σχολής κυρίου Δημ. Πλατανίτου, συναυξάνει, καθ’ όσον και ο αριθμός των μαθητών του, οι οποίοι κατά το παρόν αριθμούνται υπέρ τους 150. Εξ αυτών κι ο Ιωάσαφ Καΐρης, αδελφός του Θεοφίλου τελειοποιηθείς […] απήλθεν εις την πατρίδαν του, την Άνδρον, δια να σχολαρχήση εκεί. Έχομεν χρηστάς ελπίδας ότι εντός ολίγου θέλει διαδοθή η μάθησις εις όλην την επικράτειαν, κατά την ευχήν και επιθυμίαν των Ελλήνων».

Συνοψίζοντας, θεωρώ τη συμβολή του σχολείου του Άργους στην εκπαίδευση των νεοτέρων χρόνων καθοριστική όχι μόνον για την πρότυπο μορφή του (υπήρχαν και άλλα εφάμιλλα σε διάφορες περιοχές) η την αρχαιότητά του (που πολλές πόλεις ερίζουν). Το γεγονός ότι σχεδιάστηκε και λειτούργησε ως μήτρα εκπαιδευτικού προσωπικού είναι αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει. Χωρίς ίσως να το έχουν συνειδητοποιήσει, οι πρώτες εκείνες επιτροπές ίδρυσαν όχι απλώς ένα εκπαιδευτήριο πρώτης βαθμίδας αλλά μίαν άτυπο, πλην όμως πρότυπο Παιδαγωγικήν Ακαδημία.

Κυρίες και Κύριοι, οι πρόγονοί μας έβλεπαν μίαν αλήθεια μπροστά στην οποία εμείς συχνά εθελοτυφλούμε: Για να υπάρξει ελευθερία χρειάζεται παιδεία, αλλά για να υπάρξει παιδεία χρειάζονται δάσκαλοι.

 

Βιβλιογραφία


  1. Ιωάννου Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Θεσσαλονίκη 1948.
  2. Ιωάννου Δημ. Ζουμά, «Η παιδεία κατά την τουρκοκρατίαν εις την περιοχήν των Σαλώνων (Αμφίσσης)» Τετράμηνα, τευχ. 34-35, Φθινόπωρο 1987, σσ. 2233-63.
  3. Ματθαίου K. Παρανίκα, Σχεδίασμα, Κωνσταντινούπολη 1867.
  4. Τρυφ. Ευαγγελίδου, Τα Ελληνικά σχολεία από της αλώσεως (1453) μέχρι του 1831. Αθήναι 1933.
  5. Τρυφ. Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τ. Β’. Αθήναι 1936.
  6. Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τομ. Γ1, Αθήνα 1975.
  7. Δ. Βαρδουνιώτου – Δ.Γ. Καμπούρογλου, «Το σχολείον του Άργους», Αθηνά, τευχ. ΚΖ’, σσ. 215-8.
  8. Αχ. Α. Μανδρίκα, Κρυφό σχολείο. Μύθος η πραγματικότητα; Αθήνα 1992.
  9. Γεωργίου Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ελλ. μτφ. Αθήναι: Αφοί Τολίδη, χ.χ.
  10. Κων. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, [ανατ. Νίκα]. Αθήναι.
  11. Διονυσίου Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις. Αθήναι: Μέλισσα, 1972.

 Κωνσταντίνα Βάρσου-Κραβαρτογιάννου

Φιλόλογος, Ψυχολόγος, Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

 Το Πρόσωπο της Προσφυγιάς: Οι μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Ποντίων και η κοινότητα των Ποντίων Αργολίδας – Γεώργιος Κόνδης (Κοινωνιολόγος)


 

Η γενοκτονία υπήρξε πάντα το εργαλείο επιβολής των πιο ακραίων εθνικιστικών επιδιώξεων των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ολοκληρωτικών τόσο ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν τον ακραίο τους εθνικισμό, όσο και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για να τον επιβάλλουν. Βεβαίως, στη στείρα ιστορική μνήμη που αναπαράγουμε ως άνθρωποι και ως πολίτες, έχει κατασταλάξει ως γενοκτονία το εβραϊκό ολοκαύτωμα από τις χιτλερικές ορδές. Ελάχιστα και ελάχιστοι μπορούν να αναφερθούν στη γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας, αλλά και σε σύγχρονες μορφές που αναπαράγουν το ανατριχιαστικό τους αποτέλεσμα ανά τον κόσμο και μάλιστα, σε ότι μας αφορά, προσπάθησαν και προσπαθούν να επιβάλλουν και στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της οποιασδήποτε αναφοράς στα γεγονότα αυτά από τους ιστορικά υπεύθυνους, αλλά και η δυσκολία αναγνώρισής τους από τη διεθνή κοινότητα, δημιουργεί μια σημαντική δυσπιστία για το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου από την τελευταία. Μόνο ορισμένες χώρες (π.χ. Γαλλία και Καναδάς) έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ δεν γίνεται λόγος για τον ποντιακό και γενικότερα μικρασιατικό ελληνισμό. Η ίδια «ένοχη συνέργια» που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στο σφαγιασμό του παλαιστινιακού λαού, στη δήθεν δραστηριοποίηση του διεθνούς παράγοντα για την επίλυση του κυπριακού και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στηρίχτηκε η φρικιαστική πολιτική εκτοπισμών και σφαγιασμών του παντουρκικού εθνικισμού.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα.

 Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας[1].

 

«…Τη ενόχω συνεργία δυο μεγάλων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη υπό των Νεοτούρκων ολόκληρον έθνος το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθανον εν τη εξορία.  Τη ενόχω συνεργία των συμμάχων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922 το εθνικόν κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργον των  Νεοτούρκων και κατά εκατοντάδας απηγχονίζοντο οι Έλληνες κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου, εν οις και ο αντιπρόσωπος της μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο εις τον δια της πείνης και των ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία. Και επήλθε κατά Αύγουστον του 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και επηκολούθησεν εν έτει 1923 η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εντεύθεν ερήμωσις Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης και η καταστροφή ολοκλήρου χριστιανικού πολιτισμού…2

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, ο οποίος  με τη φωτισμένη δράση του είχε αναγνωρισθεί ως ηγετική φυσιογνωμία από τις Τουρκικές ηγεσίες αλλά και τις ρωσικές αρχές (μετέπειτα σοβιετικές), διασώζοντας από τη σφαγή όχι μόνο τους Έλληνες από τη μανία των Τούρκων αλλά και τους ίδιους τους Τούρκους, όταν στις 3 Απριλίου 1916 τα ρωσικά στρατεύματα, στην πλειοψηφία τους αρμένιοι στρατιώτες,  καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα.

Σήμερα τα λόγια αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για όσους πιστεύουν πως η ιστορική μνήμη είναι η βάση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Κι αυτό όχι για να δημιουργήσουμε νέους εθνικισμούς και διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για να αποτρέψουμε τέτοια ενδεχόμενα.  Το γεγονός ότι οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν ούτε καν αποστεωμένη γνώση, από αυτή που αδιάκοπα προσφέρει το ελλαδικό σχολείο, αποτελεί ένα άλλο σοβαρότατο πρόβλημα. Ίσως κάποτε ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας σταματήσει  να είναι συνώνυμος της αποχαύνωσης και της  συνειδητής παραχάραξης της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της ιστορίας μας.

 

1. Ο πολιτισμός του ποντιακού ελληνισμού

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει γενοκτονία και τι καταστροφή ενός πολιτισμού, δεν χρειάζεται να εμπίπτουν τα στοιχεία αυτά στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ (9-12-1948) για το έγκλημα της γενοκτονίας. Ας θυμηθούμε μόνον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά οργάνωσης, ανάπτυξης και εξέλιξης του ποντιακού ελληνισμού.

Η περιοχή ήταν πάντα ένα σημαντικό σταυροδρόμι τόσο από την άποψη της οικονομίας όσο και της στρατηγικής της θέσης. Ο 19ος αιώνας στάθηκε ο σημαντικότερος για την ανάπτυξη και την ανάδειξη της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του Ποντιακού Ελληνισμού και την εξέλιξη του οικονομικού δυναμισμού του. Ο δυναμισμός αυτός προσέφερε ηγετική θέση στους Έλληνες της περιοχής και ταυτόχρονα αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο ώστε να επιχειρηθεί η γενοκτονία τους.

Σημαντικά κέντρα πολιτισμού, η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Σαμσούντα, η Πάφρα και πολλές άλλες, αποτελούσαν σημείο αναφοράς για την οργάνωση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, τα Γράμματα και τις Τέχνες, τη μοναστική ζωή και τη γενικότερη παρουσία της ορθοδόξου εκκλησίας σε ολόκληρη τη περιοχή του Πόντου και πέρα από αυτή. Η Παναγία Σουμελά, η πιο γνωστή μονή και η αρχαιότερη ίσως της Τραπεζούντας, συνέδεσε το όνομα και την ιστορία της με αυτή του Ποντιακού Ελληνισμού, ώστε να είναι ακόμα και σήμερα το σημαντικότερο προσκύνημα και το σήμα της πολιτισμικής ταυτότητας των Ποντίων.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Ιδρύθηκε μάλλον το 10ο αιώνα στο όρος Μελά απ’ όπου αντλεί και το όνομά της (σου Μελά), όταν μεταφέρεται στον Πόντο η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το 1860 χτίζεται το μοναστήρι όπως το γνωρίζουμε σήμερα και οργανώνεται μια θαυμαστή βιβλιοθήκη με εξαιρετικά χειρόγραφα και κειμήλια από την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ο Κ. Φωτιάδης 3 αναφέρει πως «…από τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας…τα 34 προέρχονται από τη μονή της Παναγίας Σουμελά». Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας (από τα περιστέρια που οδήγησαν τους ασκητές στην τοποθεσία που το έχτισαν), ήταν επίσης ένα σημαντικό μοναστήρι και κέντρο της ποντιακής παράδοσης. Ιδρύθηκε το 752 και απέκτησε μεγάλη φήμη. Η θαυμαστή βιβλιοθήκη του και η δράση του γενικότερα ως προς τα γράμματα και τη φιλόπτωχη βοήθεια που προσέφερε, το έκαναν αγαπητό και σεβαστό σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.

 

Η Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερά ή Περιστερεώτα βρίσκεται σε απόσταση 28 χλμ. από την Τραπεζούντα και είναι χτισμένη στην κορυφή απότομου βράχου, στην πλαγιά του όρους Πυργί Γαλίαινας Ματσούκας, σε υψόμετρο 1.210 μέτρων.

 

Τέλος, ένα τρίτο σημαντικό κέντρο της ορθοδοξίας και του ποντιακού πολιτισμού αποτελούσε η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος (από την περιοχή Βαζελών) που ιδρύθηκε το 270 μ.Χ και έγινε γνωστή επίσης για τα πολύτιμα αρχεία της και τις δραστηριότητές της.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Ταυτόχρονα, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν, ενώ από το 1856 και μετά, λόγω των ελευθεριών που εγκαινιάζονται με το Χάτι-Χουμαγιούν, τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάζονται και γνωρίζουν μια εξαιρετική άνθηση. Για πρώτη φορά, εκτός εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών μηχανισμών, ιδρύεται το περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682 και το 1722 το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως». Τα δυο ιδρύματα γνωρίζουν μια εξαιρετική ανάπτυξη το 19ο αιώνα και μέχρι το 1922, οπότε και η καταστροφή του ελληνισμού ολοκληρώνεται. Μέχρι τότε, την ίδρυση και εξέλιξη των σχολείων στον Πόντο ακολουθεί και η στελέχωσή τους με δασκάλους από την Ελλάδα. Στο τέλος του 19ου αιώνα ο συνολικός αριθμός των μαθητών ξεπερνά τις 50 χιλιάδες οι οποίοι κατανέμονται σε 1000-1200 σχολεία, ενώ ο αριθμός των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν φτάνει του 1.500 4.

 

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας.

 

 

Δεκάδες είναι επίσης οι εφημερίδες που εκδίδονται και τα βιβλία, ενώ το θέατρο και η παραδοσιακή μουσική αποτελούν σημαντικούς τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας.

Οικία Θεοφυλάκτου.

Η μεγάλη άνθιση του ποντιακού πολιτισμού δεν είναι ένα αυτόνομο συγκυριακό φαινόμενο, αλλά παράλληλη διαδικασία της εξαιρετικής οικονομικής ευρωστίας και του δυναμισμού που χαρακτηρίζει το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Ίσως η σημαντικότερη απόδειξη του δυναμισμού αυτού, να είναι ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος του τραπεζικού κεφαλαίου από επιφανείς εκπροσώπους του Ποντιακού Ελληνισμού όπως ο Γ. Καπαγιαννίδης, ο Α. Θεοφύλακτος και οι αδελφοί Φωστηρόπουλοι.

Μία κυρίαρχη θέση στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, ένας σημαντικός αγροτικός τομέας και οι τραπεζικές δυνατότητες θα δημιουργήσουν ένα ισχυρότατο οικονομικό πόλο στην περιοχή. Η Τραπεζούντα αναδεικνύεται  σε μεγάλο εμπορικό και τραπεζικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1829-1869 κατά την οποία διακινεί το 40% του περσικού εμπορίου και μεγάλο μέρος εμπορευμάτων από την Ασία προς την Ευρώπη και το αντίστροφο 5. Η Αμισσός και η Πάφρα αποτελούσαν επίσης, γύρω στο 1900, σημαντικά κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα εκλεκτής ποιότητας καπνό αλλά και βαμβάκι, δέρματα, κλπ. Το 1896 από τις 214 επιχειρήσεις της πόλης οι 156 ήταν ελληνικές 6.

 

Μεταφορά καπνών της Πάφρας με καραβάνι το 1913.

 

Τέλος, η Κερασούντα εξελίσσεται σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι και ιδιαίτερα στο εμπόριο των φουντουκιών που παράγονται στην ενδοχώρα και τα διακινεί με τα ιστιοφόρα της 7. Από το εμπόριο αυτό κατακτά και το χαρακτηρισμό της φουντουκόπολης. Να πως περιγράφει ο Θ. Παπαθεοδωρίδης την εμπορική αυτή κίνηση : «Κατέβαινα κάθε Φθινόπωρο (1900-1906) με το άνοιγμα των σχολείων από το χωριό μου τα Κοτύλια στην Κερασούντα για σπουδές. Ακολουθώντας το δημόσιο δρόμο (ντερέ-γιολού) εθαύμαζα τον ογκώδη ρουν του ποταμού Ακσού ορμητικού και θορυβώδους… Τέσσερις φορές άλλαζα όχθες με τις ισάριθμες τοξοειδείς πέτρινες γέφυρές του. (…) Κίνηση μεγάλη είχε ο δρόμος από ανθρώπους και καραβάνια φορτηγών ζώων προ παντός ημιόνων που άλλα φορτωμένα μετέφεραν το φουντούκι στην αγορά της φουντουκόπολης εκείνης Κερασούντας και άλλα αντίθετα επέστρεφαν στα χωριά τους για να μεταφέρουν κι’ άλλα» 8.

 

  1. Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού

 

Η δυναμικότητα του Ποντιακού Ελληνισμού χαρακτηριζόταν από τη διαρκή αυξητική τάση στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και του πληθυσμιακού δυναμικού. Ο δυναμισμός αυτός δεν μπορούσε φυσικά να εξελίσσεται και να παραμένει ανενόχλητος σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλησίαζαν απειλητικά και ενδυνάμωναν τον τουρκικό εθνικισμό. Ήδη με την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και τη δημιουργία του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος», δηλωνόταν ρητά η στρατηγική του εκτουρκισμού δια της βίας και με την οργάνωσή της από το επίσημο κράτος. Οι εκκαθαρίσεις έπρεπε να μετατρέψουν το νέο εθνικό κράτος σε αμιγώς τουρκικό τόσο ως προς τη φυλετική εθνολογική του σύνθεση, όσο και ως προς τη γλώσσα.

Ορισμένα σημαντικά γεγονότα ενισχύουν τις ακραίες εθνικιστικές τάσεις των νεοτούρκων και επισπεύδουν τις στρατηγικές εκκαθαρίσεων των μειονοτήτων. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως τα κυριότερα γεγονότα ήταν τα εξής :

  • η σταδιακή παρακμή της οθωμανικής εξουσίας
  • η Αλβανική επανάσταση του 1910-12 που κατέληξε στην αυτονομία της Αλβανίας
  • η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία (1912)
  • η απώλεια της Λιβύης (1912)
  • η στρατιωτική ήττα στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (1912-13)
  • ο έλεγχος σημαντικών τομέων της οικονομίας από Έλληνες και Αρμενίους δεν επέτρεπε τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου. Η Γερμανία για να παρακάμψει τα εμπόδια αυτά υποδαύλισε και οργάνωσε πλήρως το νεοτουρκικό εθνικισμό εφοδιάζοντάς τον ιδεολογικά (παντουρκισμός) και σχεδιάζοντας βήμα προς βήμα τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων. Το 1915, προκειμένου να ελεγχθεί και να διαλυθεί στη συνέχεια κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα ελεγχόμενη από τις μειονότητες ιδρύεται στη Σμύρνη μουσουλμανική εταιρεία στην οποία ανατίθεται ο μονοπωλιακός έλεγχος των εμπορικών δραστηριοτήτων (εισαγωγές-εξαγωγές). Καμία οικονομική δραστηριότητα δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την άδειά της 9.

 

Χιλιάδες ελλήνων εκτοπίστηκαν από τα παράλια προς την ενδοχώρα και υπέκυψαν στις κακουχίες.

 

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι επιτηρούν τη σωστή τήρηση των σταδίων της γενοκτονίας Ελλήνων και Αρμενίων, με πρώτο και καλύτερο τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, υπεύθυνο για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς: Εμβέρ πασάς, Ταλαάτ και Τζεμάλ πασάς. Στα τέλη του 1913 επιτυγχάνεται η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της ανατολικής Θράκης και από το Μάιο του 1914 αρχίζει, με την καθοδήγηση των γερμανών, η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της δυτικής Μ. Ασίας. Περισσότεροι από 130.000 Έλληνες μεταφέρονται χωρίς το παραμικρό περιουσιακό τους στοιχείο στην ενδοχώρα και εξοντώνονται. Ένα πρώτο προσφυγικό κύμα, περίπου 150.000 άτομα, φτάνει στην Ελλάδα. Οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι σφαγές γενικεύονται. Με το διάταγμα του 1914 όλοι οι άνδρες 20-45 ετών στρατεύονται στο νεοτουρκικό στρατό και οι υπόλοιποι αναγκάζονται να ενταχθούν στα διαβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) και πεθαίνουν από τις κακουχίες. Τελικά για να μη στρατεύονται οι χριστιανοί, ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός εξοντώνεται στα τάγματα αυτά. Μέχρι το 1918 περισσότεροι από 250.000 Έλληνες πέθαιναν.

 

Όθων Λίμαν φον Σάντερς, (Otto Viktor Karl Liman, 1855-1929). Γερμανός στρατηγός, υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς των Ελλήνων …

Μέχρι το 1915 1.500.000 Αρμένιοι εξοντώνονται και οι σφαγές επικεντρώνονται στο ελληνικό στοιχείο. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και η ημερομηνία αυτή θα μείνει στην ιστορία ως Ημέρα Πένθους και Μνήμης για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Πάνω από 350.000 Πόντιοι σφαγιάζονται, οι περιουσίες λεηλατούνται, τα μοναστήρια καταστρέφονται και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία του «Διεθνούς Παράγοντα» όπως μας αρέσει να τον ονομάζουμε σήμερα.

Μόνο η περιφέρεια της Αμάσειας σε σύνολο 183.000 κατοίκων είχε 134.078 νεκρούς. Στην Κερασούντα (Αγ. Γεώργιος Πατλάμ) χιλιάδες Έλληνες (πάνω από 3000) πεθαίνουν έγκλειστοι επί μήνες χωρίς τροφή. Η Πάφρα και η Αμισός βλέπουν τους κατοίκους τους να αποδεκατίζονται από τους Τσέτες. Η ένοπλη αντίσταση των Ποντίων πλούτισε με ηρωικές μορφές και γεγονότα την ιστορία του Ελληνισμού. Δεκάδες μάχες για την υπεράσπιση του άμαχου πληθυσμού δόθηκαν από τους αντάρτες και χωριά έγιναν τόποι συμβολικοί του ηρωισμού των Ποντίων όπως η Σάντα. Ο Χ. Ανδρεάδης αναφέρει πως στα τέλη του 1921 «το χωριό Δαζλή θα γίνει επίκεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, μαχόμενος επικεφαλής 16.000 Τούρκων σε αλλεπάλληλες μάχες που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, τελικά σκοτώθηκε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…» 10.

 

Ο καπετάν Βαγγέλης Ιωαννίδης.

 

Η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους του Πόντου (1917-1922) ματαιώθηκε λόγω της αλλαγής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης του Λένιν (σύμφωνο φιλίας, Μάρτιος 1921), της  στήριξης των φίλων και συμμάχων μας (Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία) προς τον Κεμάλ και της κατάρρευσης του μετώπου της Μ. Ασίας, ενταφιάζεται οριστικά η προσπάθεια αυτή. Ολόκληρος ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας έχει σφαγιασθεί ή ξεριζωθεί. Το πρόσωπο της προσφυγιάς όμως θα συνεχίσει να υπάρχει σε άλλα μέρη 11.

  1. Από την ΕΣΣΔ Στην Αργολιδα

Όσοι από τους Πόντιους μπόρεσαν και γλίτωσαν πέρασαν με όλα τα μέσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη και άρχισαν να ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους και να αποκτούν, χάρη στην εργατικότητα και την υπομονή που τους διακρίνει, σημαντικές θέσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου εγκατάστασης. Βέβαια, ο χώρος της Μαύρης Θάλασσας ήταν, όπως σημείωσα στην αρχή, ένας προνομιακός γεωγραφικός χώρος για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Τόσο από την άποψη των εμπορικών ανταλλαγών, όσο και εκείνης του πολιτισμού. Η μετανάστευση Ποντίων προς τη Ρωσία δεν σταμάτησε  και ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι το 1840 παρατηρείται ένα έντονο ρεύμα μετανάστευσης προς αυτήν. Τα γεγονότα έκαναν εντονότερη τη τάση με αποτέλεσμα να υπολογίζεται πως τουλάχιστον 300.000 Πόντιοι μετανάστευσαν για να γλιτώσουν τη σφαγή.

Μέχρι το 1937, οι ποντιακές κοινότητες της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν σημαντικά. Οδησσός, Νοβοροσίσκ, Ανάπα, Γάγρα, Γουδαούτα και πολλές άλλες πόλεις και κωμοπόλεις στις οποίες δημιουργήθηκαν σφριγηλές οικονομικά και πολιτισμικά κοινότητες, για να αναφέρω μερικές μόνο από αυτές στα παράλια της Ρωσίας και της Γεωργίας από τις οποίες προέρχονται οι περισσότεροι Πόντιοι της Αργολίδας.  Στα ελληνικά σχολεία φοιτούσαν χιλιάδες μαθητές μαθαίνοντας ως δεύτερη γλώσσα υποχρεωτικά τη ρωσική και τη γαλλική. Τα ελληνικά σχολεία είχαν υιοθετήσει ένα αλφάβητο με 20 γράμματα, που επέτρεπε στους μαθητές, όπως χαριτολογώντας μου ανέφερε ο  αείμνηστος κ. Ραυτόπουλος, να μην είναι… αναλφάβητοι.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Όλες όμως οι μαρτυρίες αναφέρουν πως ήταν μόνιμο το όνειρο επιστροφής στην Ελλάδα. Όταν, το 1937, αρχίζουν οι σταλινικές εκκαθαρίσεις των μειονοτήτων με στόχο τη «ρωσοποίηση» ώστε να μην δημιουργούνται αντεπαναστατικές ομάδες, η καινούρια προσφυγιά για τους Ποντίους αρχίζει. Δεκάδες Πόντιοι δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και, ιδιαίτερα οι άνδρες, με την κατηγορία της προσπάθειας «παράνομης ίδρυσης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους», ξεκόβονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία και αλλού. Τα ελληνικά σχολεία κλείνουν και απαγορεύεται η εκμάθηση της γλώσσας. Αρκετά μέλη της ποντιακής κοινότητας Αργολίδας δεν γνωρίζουν πως και που πέθαναν οι εκτοπισμένοι γονείς τους. Όσοι δεν θέλησαν να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα και ξέφυγαν από τις νέες σφαγές, προσπαθούν να αποκτήσουν ελληνικό διαβατήριο με τεράστιες δυσκολίες στην πρεσβεία μας στη Μόσχα, για να έρθουν στην Ελλάδα. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 καταφθάνουν στη Ελλάδα οι ίδιοι πάντα πρόσφυγες: οι Πόντιοι. Με όλα τα μέσα φτάνουν στην Οδησσό και μετά από δυο μερόνυχτα ταξίδι φτάνουν στον Πειραιά.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Στον Πειραιά έμειναν σε ξενοδοχεία οι περισσότεροι και μετά από ένα διάστημα, με ευθύνη του Πατριωτικού Ιδρύματος, κατανεμήθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να μην είναι όλοι συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν συγγενείς ή μέλη των οικογενειών τους ήδη εγκατεστημένα στην Ελλάδα δεν τους επετράπη να μείνουν μαζί τους. Η επιφυλακτικότητα του επίσημου ελληνικού κράτους απέναντι στους «Ρώσους», θα γίνει έχθρα από τον τοπικό πληθυσμό. Για άλλη μια φορά ξεριζωμένοι οι Πόντιοι, όπως και οι μικρασιάτες γενικότερα, θα αντιμετωπίσουν την έχθρα και το φθόνο των τοπικών κοινωνιών. «Ρώσοι», «παλιοκομμουνιστές» και «μπολσεβίκοι» είναι τα συνήθη κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούνται για τους ανθρώπους αυτούς.

Χωρίς κανένα σχεδόν περιουσιακό στοιχείο φτάνουν στην Αργολίδα, στο Άργος και το Ναύπλιο, με μόνο όπλο τη θέληση για μια καινούρια ζωή και τη συγκίνηση πως επιτέλους το Όνειρο έγινε πραγματικότητα και γύρισαν στην πατρίδα.

 «Λέγαμε πάντα: Παναγία μου πότε θα πάμε στην Ελλάδα; Πότε θα γυρίσουμε στην πατρίδα; Κάθε φορά που τρώγαμε και υπήρχε απαραιτήτως ένα μπουκάλι κρασί, πίναμε και ευχόμασταν: Άντε και του χρόνου στην πατρίδα», μου έλεγε σε μια συζήτηση η κ. Ε. Ανδρονικίδου και ο κ. Ραυτόπουλος.

Δουλέψαμε, παλέψαμε, είχαμε πίστη και κουράγιο. Μα πάνω απ’ όλα είχαμε την ελπίδα. Έτσι αλλάξαμε πολλά. Και τους στάβλους τους μετατρέψαμε σε σπίτια για ανθρώπους. (Ε. Ανδρονικίδου, Άργος 1939).

 

Εβγίκαμε στη φωτογραφία το Γεναρι 1936 Ανδρονικίδυ Ελένι Αλχαζίδυ Κερεκι (σημείωση πίσω από τη φωτογραφία)

 

Μεροκάματο στο χτίσιμο σπιτιών στο Ναύπλιο (δεύτερος από δεξιά ο κ. Μανουηλίδης)

 

Ραυτόπουλος – Δελτίον Εργασίας: Υπηκοότης ακαθόριστος.

 

Το ζύμωμα.

Τα δυο σημαντικά κέντρα διαβίωσης κάτω από άθλιες συνθήκες είναι το Καλλέργειο (σήμερα αρχαιολογικό μουσείο Άργους) και η παλαιά Γαλλική σχολή στο Ναύπλιο (σήμερα το κτίριο που στεγάζεται η τράπεζα Πίστεως – Alpha Bank). Οι περιγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης στα ερειπωμένα αυτά κτίρια είναι συγκλονιστικές. Αρκετοί όμως είναι και εκείνοι που προσπαθούν να βρουν καταλύματα στη πόλη και σταδιακά αρχίζουν να δουλεύουν και να δημιουργούν μια νέα καλύτερη προσωπική κατάσταση. Κι ενώ όλα δείχνουν πως η ζωή θα γίνει καλύτερη, ο πόλεμος έρχεται να γκρεμίσει κάθε ελπίδα και να δημιουργήσει και πάλι την αίσθηση ενός νέου ξεριζωμού.

Στη διάρκεια του πολέμου πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς λόγω των γνώσεων που είχαν δουλεύουν ως διερμηνείς και βοηθάνε τους έλληνες πατριώτες αλλά και σε μερικές περιπτώσεις, γερμανούς που θα μπορούσαν να εκτελεσθούν από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους. Μετά τον πόλεμο μια καινούρια ζωή αρχίζει και πάλι με αγώνα αλλά και με πίστη πως οι καταστάσεις θ’ αλλάξουν, θα γίνουν καλύτερες.

Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια στάθηκαν  βασικοί κανόνες τόσο για την επιβίωση όσο και για τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

«Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια. Ζέστη, κρύο, ήλιος, βροχή, πάντα έξω. Σιγά – σιγά καλυτέρεψαν τα πράγματα και μπήκαμε σε μαγαζί. Στης Περεντέ». (Θ. Σαριπανίδης).

Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια… Θ. Σαριπανίδης.

Τελικά, για τους ανθρώπους αυτούς οι καταστάσεις, επιτέλους, άλλαξαν προς το καλύτερο.  Άρχισαν καλύτερες εποχές με χορούς, τραγούδια και η διαβίωση έγινε περισσότερο ανθρώπινη. Η προσφυγιά είναι μια κακή εμπειρία που την αφήνουν πίσω. Τώρα έχουν εγγόνια και δισέγγονα και εύχονται αυτά, να μη γνωρίσουν ποτέ τη προσφυγιά που γνώρισαν εκείνοι. Σκέπτονται πως υπάρχουν ακόμα Πόντιοι που φτάνουν στην πατρίδα, σ’ ένα αφιλόξενο γι’ αυτούς κράτος, προσπαθώντας ακόμα και σήμερα να φτιάξουν τη ζωή τους ή τουλάχιστον εκείνη των παιδιών τους. «Το 1923», γράφει ο Θ. Στολτίδης, «η Ελλάδα κατόρθωσε να αποκαταστήσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες σε εκατοντάδες νέους οικισμούς, που εξελίχθηκαν σε δημιουργικές μονάδες. Σε αντίθεση με τον άθλο της περιόδου εκείνης, σήμερα γράφεται η αθλιότητα της αδυναμίας αποκατάστασης λίγων χιλιάδων οικογενειών που οδηγούνται στην απόγνωση, την περιθωριοποίηση και την παθητικότητα». Το πρόσωπο της προσφυγιάς δεν λέει να σβήσει  από τα μάτια και το μυαλό μας. Όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα και οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν καλά να αγωνίζονται και να ελπίζουν. Έτσι κι αλλιώς ακόμα και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης στον τόπο αυτό, αγώνας είναι.

Στο δρόμο από το Άργος για Ναύπλιο. Λύρα ο Βασίλης Φουλίδης.

 

Όταν θέλησα να συζητήσω με μια ομάδα Ποντίων στην αρχή αυτής της έρευνας, μου ζήτησαν να τους συναντήσω στη ταβέρνα του Ζερβάκη (στης Ολυμπίας). Εκεί μου είπαν, μεταξύ άλλων, πως όταν πίνουμε κρασί, σηκώνουμε τα ποτήρια και ευχόμαστε : «Να δώσει ο Θεός να μην είναι το τελευταίο». Αμήν.

 

Υποσημειώσεις


[1] ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Από τους Αργοναύτες έως τους  σημερινούς πρόσφυγες, Ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, τ.Γ΄, εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ), Αθήνα, 1996, σ.113.

2  Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», Ποντιακή Εστία, τ. 8, σ. 97.

3 Μοναχισμός και μοναστήρια, ό.π, σ. 90.

4 Σ. Χατζησαββίδη, Τα ελληνικά σχολεία, Ποντιακός πολιτισμός, εφ. Καθημερινή, ό.π., σ.67-71. Τα στοιχεία αντλούνται από το βιβλίο του Δ. Λαζαρίδη, «Στατιστικοί πίνακες της εκπαίδευσης των Ελλήνων στον Πόντο (1821-1922)».

5 Σ. Κ. Φωστηρόπουλος, «Η οικονομική ζωή», Επτά Ημέρες, ό.π., σ.39-43. Ο συγγραφέας αναφέρει και τις μελέτες του Άγγλου Bryer για τον έλεγχο του εμπορίου άλλων χωρών από τη Τραπεζούντα.

6 ό.π., σ. 43.

7 Ο Σ.Κ.Φωστηρόπουλος αναφέρει πως το 1880 «η Κερασούντα είχε 80 ιστιοφόρα χωρητικότητας από 1.000-2.000 τόννους το καθένα», ό.π., σ.43.

8 Αξέχαστα από τον Πόντον. Κερασούντος και Περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), Εκδ. ΕΛΛΑΣ, Αθήνα, 1953, σ. 7.

9 Ε.Αλλαμανή, Κ.Παναγιωτοπούλου, «Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας σε διωγμό», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΕ, σ.101. Επίσης για τα γεγονότα αυτά : Μ. Χαραλαμπίδης, Το ποντιακό ζήτημα σήμερα, Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών, . ¨ένα εξαιρετικό άρθρο για τη σημερινή κατάσταση : Θ. Στολτίδης, «Ξένοι στην ίδια την πατρίδα τους», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 144-150.

10 «Το αντάρτικο του Πόντου», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 44-46.

11 Το φωτογραφικό υλικό του πρώτου μέρους προέρχεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και κυρίως από το αφιέρωμα στον «Ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας», Επτά Ημέρες της εφημερίδας Καθημερινή που επιμελήθηκε η κ. Ελευθερία Τραΐου, Αθήνα, 1996 . Το φωτογραφικό υλικό του δεύτερου μέρους, προέρχεται από το σύνολο του υλικού της επιτόπιας έρευνας για την Ποντιακή κοινότητα της Αργολίδας, που διενεργεί ο υπογραφόμενος και στον οποίο προσφέρθηκε ευγενικά από την κ . Ελένη Ανδρονικίδου-Μανουηλίδου, τους κ.κ. Θεόδωρο  και Ηλία Σαριπανίδη, τον κ. Αντώνη Ραυτόπουλο και την κ. Ολυμπία Καλαϊτζίδη-Ζερβάκη.

 

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »