Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος – Χαράλαμπος Κριτζάς


 

Ο τιμώμενος δρ. Βασίλειος Πετράκος, ως αρμόδιος Έφορος Αρχαιοτήτων, συνέδεσε το όνομά του μεταξύ άλλων με δύο περιοχές της Αττικής και έδρες σπουδαίων αρχαίων δήμων, τον ‘Ραμνοῦντα και τον Μαραθῶνα. Και τα δύο τοπωνύμια είναι φυτωνυμικά,  από την ῥάμνον και το μάραθον αντίστοιχα.

Ως γνωστόν οι καταλήξεις φυτωνυμικών τοπωνυμίων σε -οῦς και -ών δηλώνουν πλησμονή του αντίστοιχου φυτού στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανάλογα με το ‘Ραμνοῦς είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἀγνοῦς, Ἀνθεμοῦς, Ἀχερδοῦς, Ἀχραδοῦς, Δαφνοῦς, Ἐλαιοῦς, Θριοῦς, Κερασοῦς, Μαραθοῦς, Μυρικοῦς, Μυρρινοῦς, Πυξοῦς, Ριζοῦς, Σελινοῦς, Σκιλλοῦς, Σχοινοῦς, Τρεμιθοῦς, Φηγοῦς, Φοινικοῦς, Φυκοῦς κλπ.[1] Ανάλογα με το Μαραθὼν είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἑλικών, Καλαμών, Πλατανών, Σικυών, Φοινικών, κλπ.[2] Θεώρησα λοιπόν ότι μια συμβολή με θέμα «Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος» θα ήταν αρμόζουσα στον τιμητικό τόμο ενός ‘Ραμνουσίου.

Επειδή ορισμένοι, τόσο στην αρχαιότητα όσο κυρίως στα νεώτερα χρόνια, με τον γεωγραφικό όρο Αργολίς εννοούν και την  Επιδαυρία και την Ερμιονίδα, διευκρινίζεται ότι η μελέτη θα περιοριστεί σε κώμες της Ἀργείας, της επικράτειας του Άργους κατά την κλασική εποχή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και ορισμένες αμάρτυρες μέχρι τώρα κώμες, που αναφέρονται στους  νέους χαλκούς πίνακες από το αρχείο του ιερού της Παλλάδος που βρέθηκε στην πόλη του Άργους.[3] Οι κώμες παρατίθενται και σχολιάζονται κατωτέρω κατά αλφαβητική σειρά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικογένεια Περούκα


 

Ο καζάς του Άργους

 

Η Πελοπόννησος, μετά την ανακατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1715, αποτέλεσε ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια, επαρχία ανωτάτου βαθμού: σαν­τζάκι ή πασαλίκι.[1] Τα σαντζάκια υποδιαιρούνταν σε βιλαέτια ή καζάδες, ονο­μασίες που αναλογούσαν σε διοικητική και δικαστική αντίστοιχα διάκριση.[2]

Η διαίρεση της Πελοποννήσου σε καζάδες είχε γίνει κατά την πρώτη Τουρκο­κρατία και η Βενετική διοίκηση[3], που τη διαδέχθηκε το 1685, τους διατήρησε με πολύ μικρές αλλαγές μετονομάζοντας τους σε territori. Όταν επανέκτησαν οι Οθωμανοί την περιοχή, επανέφεραν τις δικές τους ονομασίες αλλά υιοθέ­τησαν και αλλαγές, που εν τω μεταξύ είχαν συντελεσθεί.

Από τους καζάδες της Β. Α. Πελοποννήσου[4] κυρίως θα μας απασχολήσει αυτός του Άργους, έδρα της ισχυρής προυχοντικής οικογένειας Περούκα, το αρχείο της οποίας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της περιοχής.[5] Η έρευνά μας θα επεκταθεί και στους κα­ζάδες Ναυπλίου,[6] Κορίνθου, Καλαβρύτων, Βοστίτσας, Τριπολιτσάς και Πά­τρας, στο βαθμό που συνδέονταν με τις δραστηριότητες της οικογένειας.

Ο καζάς Άργους οριζόταν στα ανατολικά από τον καζά Ναυπλίου,[7] στα δυτικά από τον καζά της Τριπολιτσάς, προς το βορρά από τον καζά της Κο­ρίνθου και στο νότο από τον καζά του Αγίου Πέτρου.[8]

Το Άργος, έδρα προεστών, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του ομώνυμου βι­λαετιού, περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα έγγραφα του Αρχείου, που μελετήθη­καν, τα χωριά[9]: Κουτσοπόδι, Καπαρέλι (και Περέλι), Μπουγιάτι, Τάτζι, Νιοχώρι, Πάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Καργιά, Κουρτάκι, Βρούστι, Κουρ­τέτζι, Σχινοχώρι, Σκαφιδάκι, Μπουγιές, Μέρμπακα.[10]

 

Καζάς Άργους (με βάση τα έγγραφά μας)

 

Κάτω χωριά – Πέντε χωριά

 

Στον καζά Άργους επίσης – όπως προκύπτει από έγγραφο[11] σχετικό με φορο­λογικές υποχρεώσεις (κρασιάτικα) – ανήκει μια ομάδα χωριών, που αναφέρον­ται με την επωνυμία «Κάτω Χωριά» και είναι τα ακόλουθα: Γεράκι,[12] Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασίλης, Πλατανάκι, Άλβαινα, Ντουμενά [Δουμενά], Χαλ­κιάνικα. Από αυτά διαχωρίζονται τα: Γεράκι, Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασί­λης, Πλατανάκι και παίρνουν την ονομασία «Πέντε Χωριά» και μ’ αυτή τη μορφή τούς καταμερίζουν τις υποχρεώσεις τους για το «δόσιμο» σιταριού.[13] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Προϊστορικοί Χρόνοι  | Gilles Touchais & Άννα Φίλιππα-Touchais


 

Το Άργος είναι και ήταν στο μεγαλύτερο διάστημα της μακράς ιστορίας του το κέντρο – οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό – ολόκληρου του αργολικού κάμπου. Η σημερινή πόλη, χτισμέ­νη πάνω στην αρχαία, ορίζεται στα ανατολικά από τον χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, ενώ από τη βόρεια και δυτική της πλευρά γωνιάζει ανάμεσα στις ανατολικές υπώρειες του ψηλού λό­φου της Λάρισας με τη διαχρονική οχύρωση και τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του επίσης οχυρωμένου χαμηλού υψώματος του Προφήτη Ηλία, της λεγόμενης Ασπίδας (εικ.1). Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην πορεία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι με στρατηγική και συμβολική σημασία.

 

Εικ.1. Αεροφωτογραφία του Άργους από δυτικά. Σε πρώτο επίπεδο η ακρόπολη της Λάρισας με την αρχαία και μεσαιωνική οχύρωση. Αριστερά, τμήμα του λόφου της Ασπίδας (Προφήτη Ηλία) με τον μεσοελλαδικό οικισμό. Μεταξύ των δύο λόφων ο χώρος του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Δειράδας. Η σύγχρονη πόλη του Άργους αναπτύσσεται ανατολικά των δύο λόφων.

 

Η πόλη  βρίσκεται στις παρυφές ενός κάμπου όχι μόνον εξαιρετικά εύφορου αλλά και ανοικτού στην επικοινωνία με κέντρα του ηπειρωτικού και του νησιωτικού κόσμου. Τα δύο αυτά στοιχεία (παραγωγή-επικοινωνία) καθόρισαν από την αρχή την οικονομική και κοινωνική ιστορία του τόπου. Εάν η προνομιακή θέση της πάλης ευνόησε την οικονομική της επάρκεια και την εντατική κατοίκιση, ασφαλώς και άλλα στοιχεία, όπως η δραστηριοποίησή της σε διακοινοτικά δίκτυα, η ικανότητά της να ενσωματώνει την παράδοση στην αλλαγή και μια διαφαινόμενη στάση μετριοπάθειας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και πολιτικών επιλογών, τη βοήθησαν να αναπτύξει ιδιαίτερες δυναμικές, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, και να ανα­δειχτεί τελικά ως η ήσυχη δύναμη της περιοχής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Θέατρο Άργους με τα ευθύγραμμα εδώλια


 

Το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις της Ελλάδας με θέατρο στην κλασική εποχή, που χρονολογείται το 450 π.Χ. Το θέατρο αυτό, στους ΝΔ πρόποδες του λόφου Λάρισα και αριστερά του μεγάλου θεάτρου,   όπως και πολλά άλλα θέατρα της εποχής εκείνης, αποτελείτο από ευθύγραμμα εδώλια και από μια επίσης ευθύγραμμη ορχήστρα, πλάτους 25 μ. περίπου. Οι 37 σειρές εδωλίων ήταν μεν ευθύγραμμες, αλλά παρουσίαζαν μια πολύ ελαφρά καμπύλη και ήταν λαξευμένες στο φυσικό βράχο του λόφου της Λάρισας.

To ύψος μιας σειράς εδωλίων ανερχόταν στα 32 εκ., το πλάτος στα 90 εκ. και το μέγιστο μήκος στα 30 μ. Το κοίλο του θεάτρου, χωρητικότητας 2.300 – 2.500 ατόμων, διαιρούνταν σε δύο τμήματα από μια μεσαία κλίμακα, ενώ στο άνω μέρος του οριοθετούνταν από έναν οριζόντιο διάδρομο. Κανένα ίχνος σκηνικού οικοδομήματος δεν διατηρήθηκε.

 

Κάτοψη του θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια, που καλύφθηκε από το ρωμαϊκό ωδείο (J.-Ch. Moretti, Théâtres d’ Argos, Sites et Monuments X, Paris 1993, εικ. 23).

 

Η κύρια λειτουργία του θεάτρου, που χαρακτηρίζεται από την έρευνα ως «Πνύκα του Άργους», ήταν πολιτική. Ο χρόνος, άλλωστε, της κατασκευής του συνδέεται με την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Άργος το 460 π.Χ. Ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν το εν λόγω μνημείο με την Ἁλιαία ή τον Πρῶνα, όπου σύμφωνα με μια αρχαία πηγή (Schol. Eurip. Or. 871-872) λάμβαναν χώρα οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου και οι συγκεντρώσεις των Αργείων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ρωμαϊκό Ωδείο του Άργους


 

Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, και ενώ το μεγάλο θέατρο του Άργους ήταν σε λειτουργία, έγιναν εκτεταμένες μετατροπές στο κλασικό θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια:[1]  λαξεύτηκε ξανά ο φυσικός βράχος του λόφου της Λάρισας για να κατασκευαστούν καμπύλα εδώλια, που επενδύθηκαν με οπτόπλινθους, και οικοδομήθηκε ένα ρωμαϊκού τύπου σκηνικό οικοδόμημα στην άκρη της ορχήστρας. Οι αλλαγές αυτές έγιναν στο πλαίσιο ανοικοδόμησης ενός ωδείου, δηλαδή ενός μικρού στεγασμένου θεάτρου[2] (theatrum tectum), που είχε πολύ καλή ακουστική και προοριζόταν για τη διεξαγωγή δραματικών παραστάσεων και μουσικών θεαμάτων, ενώ δεν αποκλείεται να χρησίμευε και ως χώρος συνεδριάσεων.

 

Το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους από δυτικά (R.G. Chase, Ancient Hellenistic and Roman amphitheatres, stadiums and theatres: the way they look now, Portsmouth, N.H. 2002, σ. 579).

 

Το κοίλο του ρωμαϊκού ωδείου από βορειοανατολικά. Διακρίνονται τα καμπύλα εδώλια του ωδείου και τα ευθύγραμμα εδώλια του κλασικού θεάτρου (S. Moraw – E. Nölle, Die Geburt des Theaters in der griechischen Antike, Mainz am Rhein: Philipp von Zabern 2002, εικ. 43).

 

Ο Γάλλος ανασκαφέας του ωδείου – αλλά και του προγενέστερου θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια – René Ginouvès[3] διέκρινε δύο κύριες οικοδομικές φάσεις: στην πρώτη φάση (αρχές του 2ου αι. μ.Χ.) το ωδείο είχε τετράγωνο σχήμα. Το κοίλο του διαιρούνταν μέσω ενός οριζόντιου διαδρόμου (praecinctio) σε δύο μέρη: το κάτω μέρος (ima cavea) διέθετε δύο κερκίδες (cunei) και δέκα σειρές εδωλίων. Η πρώτη σειρά εδωλίων προοριζόταν για τα τιμώμενα πρόσωπα (προεδρία)· χωριζόταν από τις υπερκείμενες σειρές εδωλίων με ένα διάδρομο και είχε έναν πρόσθετο χώρο για τα πόδια των θεατών (υποπόδιο). Το άνω μέρος του κοίλου (summa cavea) διέθετε οκτώ (;) σειρές εδωλίων και τέσσερις κερκίδες (cunei) και ήταν προσβάσιμο μέσω δύο συμμετρικών εισόδων που είχαν δημιουργηθεί στο βόρειο και νότιο άνω μέρος του οικοδομήματος. Η χωρητικότητα του κοίλου ανερχόταν στα 1.105 άτομα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιερό της Αθηνάς Οξυδερκούς – Δειράς, Άργος


 

Η σύγχρονη όπως και η αρχαία πόλη του Άργους [πίν.1.3] πλαισιώνεται στα Β και στα Δ από δύο λόφους, τον λόφο του Προφήτη Ηλία (ή «Ασπίς») και το Κάστρο. Ο δεύτερος και υψηλότερος (289 μ.) κωνικός λόφος με το μεσαιωνικό οχυρό αποτελούσε την αρχαία ακρόπολη, που έφερε την ονομασία Λάρισα. Δειράς ονομαζόταν ο αυχένας μεταξύ των δύο λόφων, στον οποίο υπήρχε πύλη του τείχους που οδηγούσε Δ προς την Αρκαδία.

Κατευθυνόμενος προς την ακρόπολη ο Παυσανίας αναφέρει το ιερό της Ήρας Ακραίας και στη συνέχεια το ναό του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Για το ιερό του Απόλλωνα υπήρχε η παράδοση ότι είχε ιδρυθεί από τον Πυθαέα ή Πυθέα, που είχε έρθει από τους Δελφούς· επί των ημερών του Παυσανία υπήρχε χάλκινο λατρευτικό άγαλμα του θεού και συνεχιζόταν η μαντική χρησμοδοσία.[1]

Αμέσως μετά ο Παυσανίας λέει: «Με το ναό του δειραδιώτη Απόλλωνα συνέχεται το ιερό της λεγόμενης οξυδερκούς Αθηνάς, αφιέρωμα του Διομήδη, γιατί κάποτε, ενώ αυτός πολεμούσε στο Ίλιο η θεά αφαίρεσε από τα μάτια του την αχλύν».[2] Κατόπιν αναφέρει το στάδιο, όπου κάνουν τους αγώνες για το Νέμειο Δία και τα Ηραία.

 

1.3. Τοπογραφικό της πόλης του Άργους [Παπαχατζής 2, εικ.154]

 

Ο Αργείος Διομήδης, βασικός ήρωας του τρωικού κύκλου, είχε στενές σχέσεις με την Αθηνά, που υπήρξε και προστάτιδα του πατέρα του Τυδέα, οι οποίες βρίσκουν την αποκορύφωσή τους στη ραψωδία Ε της Ιλιάδας. Εκεί διαβάζουμε ότι η Αθηνά λέει στον Διομήδη πως του αφαίρεσε την «ἀχλὺν … ἀπ’ ὀφθαλμῶν», ώστε να ξεχωρίζει ποιος είναι θεός και θνητός στη μάχη, έχοντας εισακούσει την προσευχή του τραυματισμένου ήρωα.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο λόφος Ασπίδας στο Άργος – Κοινωνιολογία του Αστικού και Περιαστικού Χώρου. Σπουδάστριες: Τσαζή Γεωργία – Μπίζα Μαρίνα


 

Η σχέση μας με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε , καθώς επίσης και το νόημα που του δίνουμε, βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία και την άμεση εμπλοκή μας με αυτό. Η παραδοχή αυτή βασίζεται σε φαινομενολογικές προσεγγίσεις οι οποίες δίνοντας σημασία στην κατανόηση και περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά βιώνονται και από το υποκείμενο ‘αντιμετωπίζουν το «τοπίο» (landscape), όχι ως κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν μια έννοια ανοιχτή που αναφέρεται στον κόσμο «εκεί έξω» όπως αυτός βιώνεται και γίνεται κατανοητός μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της ενεργής εμπλοκής με αυτόν.

Όπως κάθε τοπίο, έτσι και το τοπίο που θα μελετήσουμε, βρίσκεται συνεχώς υπό κατασκευή, σχηματίζεται και ανασχηματίζεται βάσει των διαφορετικών εμπειριών και δράσεων των υποκειμένων που έρχονται σε επαφή με αυτό. Ένα τοπίο δεν είναι ποτέ σταθερό και ομοιογενές, αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο, ζωντανό, πολυφωνικό και αντανακλά την δράση των υποκειμένων όπως την ίδια στιγμή αντανακλάται σε αυτήν.

Το τοπίο δηλαδή λειτουργεί παράλληλα ως το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της κοινωνικής δράσης. Το τοπίο αλλάζει καθώς παράγονται διαφορετικά νοήματα για τους τόπους, τόσο από τα διαφορετικά άτομα και ομάδες που ενσωματώνουν τους χώρους στην καθημερινή τους εμπειρία, όσο και ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες αυτά τα νοήματα αναπτύσσονται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως αν η σχέση μας με το τοπίο είναι αφ’ ενός υποκειμενική και αφ’ ετέρου πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη έχουμε σαν αποτέλεσμα να παράγονται από την σχέση αυτή διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι και ομάδες, αλληλεπιδρούν με το αστικό τοπίο και ταυτόχρονα το κατανοούν και το νοηματοδοτούν. Έτσι, οι ομάδες που κατοικούν και βιώνουν τους χώρους της πόλης τους διεκδικούν, αποδίδοντάς τους νοήματα που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τα κυρίαρχα, όσο και με τα νοήματα που άλλες ομάδες αποδίδουν στους ίδιους χώρους.

Στη μελέτη αυτή, προσεγγίζονται ο λόφος Ασπίδας ή λόφος Προφήτη Ηλία στο Άργος ως ένα βασικό μέρος του αστικού τοπίου και της ιστορίας του τόπου, το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση. Πώς επηρεάζει την εικόνα της πόλης και της ζωής, αντανακλώντας πολιτισμικές και αισθητικές επιλογές και ταυτόχρονα φέροντας επάνω του τα ίχνη της δράσης των υποκειμένων που τον χρησιμοποιούν.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα σημεία της μελέτης και στο τέλος, σε μορφή Portable Document Format (PDF), επισυνάπτουμε ολόκληρη την έρευνα για όσους επιθυμούν να τη μελετήσουν.

[…]  Ο λόφος του Προφήτη Ηλία ή λόφος Ασπίδας βρίσκεται στο Άργος Αργολίδας, βορειοδυτικά της σημερινής πόλης (Εικ. 1). Ο αστικός ιστός κυκλώνει τον λόφο, ενώ η πόλη ορίζεται από τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του Προφήτη Ηλία και τις ανατολικές υπώρειες του ψηλότερου λόφου της Λάρισας, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη ακρόπολη του Άργους. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο αυτούς λόφους ονομάζεται Δειράδα. (Εικ. 2)

 

Εικ. 1. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Εικ. 2. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Περί της Πύλης των Μυκηνών – Ευαγγελία Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη (1931-2002),  Αρχαιολογική Εφημερίς 1965


 

Η κυρία πύλη των Μυκηνών, ως γνωστόν, ήλθε πλήρως εις φως κατά τους νεωτέρους χρόνους μετά τον κατά τα έτη 1840 – 1841 δια του Πιττάκη γενόμενον καθαρισμόν της δαπάναις της νεοσυστάτου τότε εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ήτις ως πρώτον μέλημα έσχε τον καθαρισμόν και την αποκάλυψιν των σημαντικωτέρων διά τον Ελληνισμόν μνημείων της αρχαιότητος, εν οις και το τείχος των Μυκηνών. Εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους όμως ήρχισεν η περί την πύλην επιστημονική έρευνα και ενασχόλησις, ιδία περί την ερμηνείαν της επ’ αυτής παραστάσεως και την σημασίαν αυτής, αλλά και την σχέσιν της, λόγω του επιφανούς της τοποθετήσεώς της, προς την πόλιν των Μυκηνών.

 

Το επί της πύλης των Μυκηνών ανάγλυφον. Αρχαιολογική Εφημερίς 1965.

 

Αν και η περιγραφή της επί της αναγλύφου πλακός παραστάσεως έχει πλειστάκις παρατεθή υπό πάντων των ειδικώς ενδιατριψάντων περί τας Μυκήνας και των γενικώς περί τα Μυκηναϊκά γραψάντων, νομίζω ότι θα μού συγχωρηθή να επανέλθω δια μιαν ακόμη φοράν παρέχουσα όσα και δι’ αυτοψίας διεπίστωσα και επεβεβαίωσα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μεσοβυζαντινό Άργος: Ιστορικά δεδομένα και νομισματική κυκλοφορία – Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα σπάνια αναφέρεται στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με ένα Σχόλιο του Αρέθα Καισαρείας στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου, κατά το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου (587/588) αβαροσλαβικά φύλα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο.

Οι Αργείοι, προ του κινδύνου, επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατέφυγαν στη νήσο Ρόβη.[1] Την πληροφορία αυτή του Σχολίου του Αρέθα αντιγράφουν το πολύ νεότερο Χρονικό της Μονεμβασίας[2] και ο πατριάρχης Νικόλαος Γ’ ο Γραμματικός (1084-1111) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.[3] Αποτελεί συνεπώς μεθοδολογικό λάθος, που διαιωνίζεται από πολλούς ιστορικούς, η παραπομπή στο Χρονικό της Μονεμβασίας για την καταστροφή του Άργους από τους Αραβοσλάβους. Είναι ορθότερο οι παραπομπές να γίνονται στον Αρέθα, η επιστημονικότητα και η πελοποννησιακή καταγωγή του οποίου προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος στα γραφόμενά του.[4]

 

Άγιος Αρέθας Καισαρείας, έργο του αγιογράφου Κωνσταντίνου Δημητρέλου, 2015. Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της Μεσοβυζαντινής περιόδου και από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο. Γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850.

 

Η χρονολόγηση του Αρέθα για την πρώτη αβαροσλαβική εισβολή στην Πελοπόννησο ελέγχεται ως ανακριβής. Ο συντάκτης του Σχολίου στηρίζεται προφανώς σε προφορικές ή οικογενειακές παραδόσεις και περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.[5] Ενδελεχής και επισταμένη έρευνα των παράλληλων πηγών απέδειξε ότι οι Αβαροσλάβοι διέσπασαν την αμυντική γραμμή του Ισθμού στα τέλη του 584 ή στις αρχές του 585, ενώ το νησί στο οποίο κατέφυγαν οι Αργείοι ήταν η Πλατιά (που ενίοτε αναφέρεται και ως Ρόβη), στις νότιες ακτές της Αργολίδας.[6] Νομίσματα και αργυρά σκεύη της εποχής που βρέθηκαν στο σήμερα ακατοίκητο νησί επιρρωνύουν αυτό το συμπέρασμα.[7] Τα αβαρικής και σλαβικής καταγωγής αντικείμενα και θραύσματα αγγείων που βρέθηκαν στην Αργολίδα υποδεικνύουν ότι οι εισβολείς ελάχιστα παρέμειναν στις καταστραμμένες περιοχές.[8]

 

Η Πλατειά είναι νησίδα του Αργοσαρωνικού η οποία βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές του Αργολικού κόλπου, απέναντι από το χωριό Κάντια. Η νησίδα αυτή, όπως και οι παρακείμενές της κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής του Αργολικού κόλπου, χρησίμευαν ως καταφύγια των πληθυσμών σε περιπτώσεις βαρβαρικών επιδρομών, βλ. Α. Κυρου, «Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες», στο Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (2000), τόμ. Β΄ (2002).

 

Μολονότι με το θέμα έχω ασχοληθεί επισταμένως, θεωρώ σκόπιμες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης εισβολής. Ορισμένοι ιστορικοί υιοθετούν άκριτα τη χρονολόγηση του Χρονικού της Μονεμβασίας, του οποίου ταυτόχρονα απορρίπτουν την ιστορική αξιοπιστία. Προς επίρρωση της άποψής τους φέρουν τα νομισματικά ευρήματα, στα οποία περιέχονται χάλκινες κοπές του 4ου έτους του Μαυρικίου (585/586) και τα οποία τοποθετούν στην προ της εισβολής περίοδο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »