Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Θέατρο Άργους με τα ευθύγραμμα εδώλια


 

Το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις της Ελλάδας με θέατρο στην κλασική εποχή, που χρονολογείται το 450 π.Χ. Το θέατρο αυτό, στους ΝΔ πρόποδες του λόφου Λάρισα και αριστερά του μεγάλου θεάτρου,   όπως και πολλά άλλα θέατρα της εποχής εκείνης, αποτελείτο από ευθύγραμμα εδώλια και από μια επίσης ευθύγραμμη ορχήστρα, πλάτους 25 μ. περίπου. Οι 37 σειρές εδωλίων ήταν μεν ευθύγραμμες, αλλά παρουσίαζαν μια πολύ ελαφρά καμπύλη και ήταν λαξευμένες στο φυσικό βράχο του λόφου της Λάρισας.

To ύψος μιας σειράς εδωλίων ανερχόταν στα 32 εκ., το πλάτος στα 90 εκ. και το μέγιστο μήκος στα 30 μ. Το κοίλο του θεάτρου, χωρητικότητας 2.300 – 2.500 ατόμων, διαιρούνταν σε δύο τμήματα από μια μεσαία κλίμακα, ενώ στο άνω μέρος του οριοθετούνταν από έναν οριζόντιο διάδρομο. Κανένα ίχνος σκηνικού οικοδομήματος δεν διατηρήθηκε.

 

Κάτοψη του θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια, που καλύφθηκε από το ρωμαϊκό ωδείο (J.-Ch. Moretti, Théâtres d’ Argos, Sites et Monuments X, Paris 1993, εικ. 23).

 

Η κύρια λειτουργία του θεάτρου, που χαρακτηρίζεται από την έρευνα ως «Πνύκα του Άργους», ήταν πολιτική. Ο χρόνος, άλλωστε, της κατασκευής του συνδέεται με την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Άργος το 460 π.Χ. Ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν το εν λόγω μνημείο με την Ἁλιαία ή τον Πρῶνα, όπου σύμφωνα με μια αρχαία πηγή (Schol. Eurip. Or. 871-872) λάμβαναν χώρα οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου και οι συγκεντρώσεις των Αργείων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ρωμαϊκό Ωδείο του Άργους


 

Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, και ενώ το μεγάλο θέατρο του Άργους ήταν σε λειτουργία, έγιναν εκτεταμένες μετατροπές στο κλασικό θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια:[1]  λαξεύτηκε ξανά ο φυσικός βράχος του λόφου της Λάρισας για να κατασκευαστούν καμπύλα εδώλια, που επενδύθηκαν με οπτόπλινθους, και οικοδομήθηκε ένα ρωμαϊκού τύπου σκηνικό οικοδόμημα στην άκρη της ορχήστρας. Οι αλλαγές αυτές έγιναν στο πλαίσιο ανοικοδόμησης ενός ωδείου, δηλαδή ενός μικρού στεγασμένου θεάτρου[2] (theatrum tectum), που είχε πολύ καλή ακουστική και προοριζόταν για τη διεξαγωγή δραματικών παραστάσεων και μουσικών θεαμάτων, ενώ δεν αποκλείεται να χρησίμευε και ως χώρος συνεδριάσεων.

 

Το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους από δυτικά (R.G. Chase, Ancient Hellenistic and Roman amphitheatres, stadiums and theatres: the way they look now, Portsmouth, N.H. 2002, σ. 579).

 

Το κοίλο του ρωμαϊκού ωδείου από βορειοανατολικά. Διακρίνονται τα καμπύλα εδώλια του ωδείου και τα ευθύγραμμα εδώλια του κλασικού θεάτρου (S. Moraw – E. Nölle, Die Geburt des Theaters in der griechischen Antike, Mainz am Rhein: Philipp von Zabern 2002, εικ. 43).

 

Ο Γάλλος ανασκαφέας του ωδείου – αλλά και του προγενέστερου θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια – René Ginouvès[3] διέκρινε δύο κύριες οικοδομικές φάσεις: στην πρώτη φάση (αρχές του 2ου αι. μ.Χ.) το ωδείο είχε τετράγωνο σχήμα. Το κοίλο του διαιρούνταν μέσω ενός οριζόντιου διαδρόμου (praecinctio) σε δύο μέρη: το κάτω μέρος (ima cavea) διέθετε δύο κερκίδες (cunei) και δέκα σειρές εδωλίων. Η πρώτη σειρά εδωλίων προοριζόταν για τα τιμώμενα πρόσωπα (προεδρία)· χωριζόταν από τις υπερκείμενες σειρές εδωλίων με ένα διάδρομο και είχε έναν πρόσθετο χώρο για τα πόδια των θεατών (υποπόδιο). Το άνω μέρος του κοίλου (summa cavea) διέθετε οκτώ (;) σειρές εδωλίων και τέσσερις κερκίδες (cunei) και ήταν προσβάσιμο μέσω δύο συμμετρικών εισόδων που είχαν δημιουργηθεί στο βόρειο και νότιο άνω μέρος του οικοδομήματος. Η χωρητικότητα του κοίλου ανερχόταν στα 1.105 άτομα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιερό της Αθηνάς Οξυδερκούς – Δειράς, Άργος


 

Η σύγχρονη όπως και η αρχαία πόλη του Άργους [πίν.1.3] πλαισιώνεται στα Β και στα Δ από δύο λόφους, τον λόφο του Προφήτη Ηλία (ή «Ασπίς») και το Κάστρο. Ο δεύτερος και υψηλότερος (289 μ.) κωνικός λόφος με το μεσαιωνικό οχυρό αποτελούσε την αρχαία ακρόπολη, που έφερε την ονομασία Λάρισα. Δειράς ονομαζόταν ο αυχένας μεταξύ των δύο λόφων, στον οποίο υπήρχε πύλη του τείχους που οδηγούσε Δ προς την Αρκαδία.

Κατευθυνόμενος προς την ακρόπολη ο Παυσανίας αναφέρει το ιερό της Ήρας Ακραίας και στη συνέχεια το ναό του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Για το ιερό του Απόλλωνα υπήρχε η παράδοση ότι είχε ιδρυθεί από τον Πυθαέα ή Πυθέα, που είχε έρθει από τους Δελφούς· επί των ημερών του Παυσανία υπήρχε χάλκινο λατρευτικό άγαλμα του θεού και συνεχιζόταν η μαντική χρησμοδοσία.[1]

Αμέσως μετά ο Παυσανίας λέει: «Με το ναό του δειραδιώτη Απόλλωνα συνέχεται το ιερό της λεγόμενης οξυδερκούς Αθηνάς, αφιέρωμα του Διομήδη, γιατί κάποτε, ενώ αυτός πολεμούσε στο Ίλιο η θεά αφαίρεσε από τα μάτια του την αχλύν».[2] Κατόπιν αναφέρει το στάδιο, όπου κάνουν τους αγώνες για το Νέμειο Δία και τα Ηραία.

 

1.3. Τοπογραφικό της πόλης του Άργους [Παπαχατζής 2, εικ.154]

 

Ο Αργείος Διομήδης, βασικός ήρωας του τρωικού κύκλου, είχε στενές σχέσεις με την Αθηνά, που υπήρξε και προστάτιδα του πατέρα του Τυδέα, οι οποίες βρίσκουν την αποκορύφωσή τους στη ραψωδία Ε της Ιλιάδας. Εκεί διαβάζουμε ότι η Αθηνά λέει στον Διομήδη πως του αφαίρεσε την «ἀχλὺν … ἀπ’ ὀφθαλμῶν», ώστε να ξεχωρίζει ποιος είναι θεός και θνητός στη μάχη, έχοντας εισακούσει την προσευχή του τραυματισμένου ήρωα.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο λόφος Ασπίδας στο Άργος – Κοινωνιολογία του Αστικού και Περιαστικού Χώρου. Σπουδάστριες: Τσαζή Γεωργία – Μπίζα Μαρίνα


 

Η σχέση μας με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε , καθώς επίσης και το νόημα που του δίνουμε, βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία και την άμεση εμπλοκή μας με αυτό. Η παραδοχή αυτή βασίζεται σε φαινομενολογικές προσεγγίσεις οι οποίες δίνοντας σημασία στην κατανόηση και περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά βιώνονται και από το υποκείμενο ‘αντιμετωπίζουν το «τοπίο» (landscape), όχι ως κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν μια έννοια ανοιχτή που αναφέρεται στον κόσμο «εκεί έξω» όπως αυτός βιώνεται και γίνεται κατανοητός μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της ενεργής εμπλοκής με αυτόν.

Όπως κάθε τοπίο, έτσι και το τοπίο που θα μελετήσουμε, βρίσκεται συνεχώς υπό κατασκευή, σχηματίζεται και ανασχηματίζεται βάσει των διαφορετικών εμπειριών και δράσεων των υποκειμένων που έρχονται σε επαφή με αυτό. Ένα τοπίο δεν είναι ποτέ σταθερό και ομοιογενές, αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο, ζωντανό, πολυφωνικό και αντανακλά την δράση των υποκειμένων όπως την ίδια στιγμή αντανακλάται σε αυτήν.

Το τοπίο δηλαδή λειτουργεί παράλληλα ως το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της κοινωνικής δράσης. Το τοπίο αλλάζει καθώς παράγονται διαφορετικά νοήματα για τους τόπους, τόσο από τα διαφορετικά άτομα και ομάδες που ενσωματώνουν τους χώρους στην καθημερινή τους εμπειρία, όσο και ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες αυτά τα νοήματα αναπτύσσονται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως αν η σχέση μας με το τοπίο είναι αφ’ ενός υποκειμενική και αφ’ ετέρου πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη έχουμε σαν αποτέλεσμα να παράγονται από την σχέση αυτή διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι και ομάδες, αλληλεπιδρούν με το αστικό τοπίο και ταυτόχρονα το κατανοούν και το νοηματοδοτούν. Έτσι, οι ομάδες που κατοικούν και βιώνουν τους χώρους της πόλης τους διεκδικούν, αποδίδοντάς τους νοήματα που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τα κυρίαρχα, όσο και με τα νοήματα που άλλες ομάδες αποδίδουν στους ίδιους χώρους.

Στη μελέτη αυτή, προσεγγίζονται ο λόφος Ασπίδας ή λόφος Προφήτη Ηλία στο Άργος ως ένα βασικό μέρος του αστικού τοπίου και της ιστορίας του τόπου, το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση. Πώς επηρεάζει την εικόνα της πόλης και της ζωής, αντανακλώντας πολιτισμικές και αισθητικές επιλογές και ταυτόχρονα φέροντας επάνω του τα ίχνη της δράσης των υποκειμένων που τον χρησιμοποιούν.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα σημεία της μελέτης και στο τέλος, σε μορφή Portable Document Format (PDF), επισυνάπτουμε ολόκληρη την έρευνα για όσους επιθυμούν να τη μελετήσουν.

[…]  Ο λόφος του Προφήτη Ηλία ή λόφος Ασπίδας βρίσκεται στο Άργος Αργολίδας, βορειοδυτικά της σημερινής πόλης (Εικ. 1). Ο αστικός ιστός κυκλώνει τον λόφο, ενώ η πόλη ορίζεται από τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του Προφήτη Ηλία και τις ανατολικές υπώρειες του ψηλότερου λόφου της Λάρισας, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη ακρόπολη του Άργους. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο αυτούς λόφους ονομάζεται Δειράδα. (Εικ. 2)

 

Εικ. 1. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Εικ. 2. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Περί της Πύλης των Μυκηνών – Ευαγγελία Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη (1931-2002),  Αρχαιολογική Εφημερίς 1965


 

Η κυρία πύλη των Μυκηνών, ως γνωστόν, ήλθε πλήρως εις φως κατά τους νεωτέρους χρόνους μετά τον κατά τα έτη 1840 – 1841 δια του Πιττάκη γενόμενον καθαρισμόν της δαπάναις της νεοσυστάτου τότε εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ήτις ως πρώτον μέλημα έσχε τον καθαρισμόν και την αποκάλυψιν των σημαντικωτέρων διά τον Ελληνισμόν μνημείων της αρχαιότητος, εν οις και το τείχος των Μυκηνών. Εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους όμως ήρχισεν η περί την πύλην επιστημονική έρευνα και ενασχόλησις, ιδία περί την ερμηνείαν της επ’ αυτής παραστάσεως και την σημασίαν αυτής, αλλά και την σχέσιν της, λόγω του επιφανούς της τοποθετήσεώς της, προς την πόλιν των Μυκηνών.

 

Το επί της πύλης των Μυκηνών ανάγλυφον. Αρχαιολογική Εφημερίς 1965.

 

Αν και η περιγραφή της επί της αναγλύφου πλακός παραστάσεως έχει πλειστάκις παρατεθή υπό πάντων των ειδικώς ενδιατριψάντων περί τας Μυκήνας και των γενικώς περί τα Μυκηναϊκά γραψάντων, νομίζω ότι θα μού συγχωρηθή να επανέλθω δια μιαν ακόμη φοράν παρέχουσα όσα και δι’ αυτοψίας διεπίστωσα και επεβεβαίωσα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μεσοβυζαντινό Άργος: Ιστορικά δεδομένα και νομισματική κυκλοφορία – Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα σπάνια αναφέρεται στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με ένα Σχόλιο του Αρέθα Καισαρείας στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου, κατά το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου (587/588) αβαροσλαβικά φύλα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο.

Οι Αργείοι, προ του κινδύνου, επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατέφυγαν στη νήσο Ρόβη.[1] Την πληροφορία αυτή του Σχολίου του Αρέθα αντιγράφουν το πολύ νεότερο Χρονικό της Μονεμβασίας[2] και ο πατριάρχης Νικόλαος Γ’ ο Γραμματικός (1084-1111) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.[3] Αποτελεί συνεπώς μεθοδολογικό λάθος, που διαιωνίζεται από πολλούς ιστορικούς, η παραπομπή στο Χρονικό της Μονεμβασίας για την καταστροφή του Άργους από τους Αραβοσλάβους. Είναι ορθότερο οι παραπομπές να γίνονται στον Αρέθα, η επιστημονικότητα και η πελοποννησιακή καταγωγή του οποίου προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος στα γραφόμενά του.[4]

 

Άγιος Αρέθας Καισαρείας, έργο του αγιογράφου Κωνσταντίνου Δημητρέλου, 2015. Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της Μεσοβυζαντινής περιόδου και από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο. Γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850.

 

Η χρονολόγηση του Αρέθα για την πρώτη αβαροσλαβική εισβολή στην Πελοπόννησο ελέγχεται ως ανακριβής. Ο συντάκτης του Σχολίου στηρίζεται προφανώς σε προφορικές ή οικογενειακές παραδόσεις και περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.[5] Ενδελεχής και επισταμένη έρευνα των παράλληλων πηγών απέδειξε ότι οι Αβαροσλάβοι διέσπασαν την αμυντική γραμμή του Ισθμού στα τέλη του 584 ή στις αρχές του 585, ενώ το νησί στο οποίο κατέφυγαν οι Αργείοι ήταν η Πλατιά (που ενίοτε αναφέρεται και ως Ρόβη), στις νότιες ακτές της Αργολίδας.[6] Νομίσματα και αργυρά σκεύη της εποχής που βρέθηκαν στο σήμερα ακατοίκητο νησί επιρρωνύουν αυτό το συμπέρασμα.[7] Τα αβαρικής και σλαβικής καταγωγής αντικείμενα και θραύσματα αγγείων που βρέθηκαν στην Αργολίδα υποδεικνύουν ότι οι εισβολείς ελάχιστα παρέμειναν στις καταστραμμένες περιοχές.[8]

 

Η Πλατειά είναι νησίδα του Αργοσαρωνικού η οποία βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές του Αργολικού κόλπου, απέναντι από το χωριό Κάντια. Η νησίδα αυτή, όπως και οι παρακείμενές της κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής του Αργολικού κόλπου, χρησίμευαν ως καταφύγια των πληθυσμών σε περιπτώσεις βαρβαρικών επιδρομών, βλ. Α. Κυρου, «Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες», στο Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (2000), τόμ. Β΄ (2002).

 

Μολονότι με το θέμα έχω ασχοληθεί επισταμένως, θεωρώ σκόπιμες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης εισβολής. Ορισμένοι ιστορικοί υιοθετούν άκριτα τη χρονολόγηση του Χρονικού της Μονεμβασίας, του οποίου ταυτόχρονα απορρίπτουν την ιστορική αξιοπιστία. Προς επίρρωση της άποψής τους φέρουν τα νομισματικά ευρήματα, στα οποία περιέχονται χάλκινες κοπές του 4ου έτους του Μαυρικίου (585/586) και τα οποία τοποθετούν στην προ της εισβολής περίοδο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορική – Αρχαιολογική ημερίδα: «Το Άργος στην 3η και 2η χιλιετία π.Χ.»


 

Το Σάββατο 20 Απριλίου 2024 και ώρα 18:00, ο Σύλλογός Αργείων «Ο Δαναός» στα πλαίσια των επετειακών εκδηλώσεων του για τα 130 χρόνια απ’ την ίδρυσή του, διοργανώνει στο μέγαρό του, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, μια ιδιαίτερα σημαντική ιστορική – αρχαιολογική ημερίδα με τον τίτλο: «Το Άργος στην 3η και 2η χιλιετία π.Χ.».

 

«Το Άργος στην 3η και 2η χιλιετία π.Χ.»

 

Η ημερίδα αφορά στην σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα για το αργειακό πεδίο και τις σχέσεις των Αργείων με τους πολιτισμούς του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ο 13ος Άθλος του Ηρακλή» – Η τοπική ιστορία ως μηχανισμός ανάπτυξης κατά τα εθνικά και παγκόσμια πρότυπα πλην Άργους


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη που αφορά στα εξαφανισθέντα ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους, με τίτλο:

«Ο 13ος Άθλος του Ηρακλή»

Η τοπική ιστορία ως μηχανισμός ανάπτυξης κατά τα εθνικά και παγκόσμια πρότυπα πλην Άργους

 

Θα ήταν άδικο να φορτώσουμε, με το καλημέρα της ανάληψης καθηκόντων, τη νέα Δημοτική Αρχή Άργους με τα «θέλω» μας και τα «πρέπει» μας. Όμως οι ενεργοί πολίτες έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να υπενθυμίζουν, ιδιαίτερα για μια πόλη με την ιστορία του Άργους, την ύπαρξη μέσων και μηχανισμών που δεν δημιουργούν οικονομικό κόστος αλλά, αντίθετα, παράγουν πλούτο και ανυπολόγιστη θετική επήρεια στην προσωπικότητα της πόλης και συνολικά του Δήμου. Μετά από μια δεκαπενταετή περίοδο κατά την οποία η προσωπικότητα της πόλης έχασε και τα ελάχιστα ψήγματα πολιτιστικής ακμαιότητας που διέθετε κάτω από το βάρος της μικροαστικής απαιδευσίας και του πολιτιστικού αχταρμά που υποβίβασαν την πόλη σε επίπεδο… πανελλήνιου ανέκδοτου, χρειάζεται επειγόντως να θυμηθούμε τα αντίδοτα!

Αν μερικοί επιμένουμε να θεωρούμε τον πολιτισμό ως την κινητήρια δύναμη της αστικής/αυτοδιοικητικής ανάπτυξης (πράγμα αυτονόητο για κάθε σύγχρονη κοινωνία), είναι γιατί πρόκειται για το πεδίο από το οποίο εκκινούν όλα τα υπόλοιπα: κοινωνία, οικονομία, εκπαίδευση, τουρισμός.

 

Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο. Όταν παραχωρήθηκε το 2012 στην Τουριστική Σχολή ΙΕΚ Πελοποννήσου «εξαφανίστηκαν» τα εναπομείναντα ιστορικά αρχεία της πόλης και η βιβλιοθήκη του δύσμοιρου Π. Κολιαλέξη που την είχε κληροδοτήσει στην πόλη του.

 

Η πόλη του Άργους, η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας και μια από τις αρχαιότερες στην Ευρώπη και τον κόσμο, στάθηκε διαχρονικά άτυχη! Κι αυτό γιατί όλες οι «διευθύνσεις» αυτού του ιστορικού χρυσορυχείου αποδείχτηκαν ανίκανες να μετατρέψουν τον χρυσό της πόλης, σε προϊόν ικανό να πλουτίσει πολιτισμικά, παιδευτικά, αισθητικά και οικονομικά τον κόσμο της.

Ένα από τα στοιχεία αυτού του χρυσού είναι τα Ιστορικά Αρχεία της πόλης. Γίνεται διεθνώς μεγάλη προσπάθεια και αποδίδεται μεγάλη σημασία στην ανάπτυξή τους. Δείτε το ρόλο που παίζουν τα δημοτικά ιστορικά αρχεία στην αδελφοποιημένη πόλη Abbeville, από την οποία δεν έχουμε αντιγράψει το παραμικρό, πέρα από τα ταξιδάκια αναψυχής των αυλικών του Αρχηγού.

Το Άργος, παρά το ιστορικό του βάθος και τη σημασία, είναι η μοναδική πόλη στην υφήλιο η οποία δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα ιστορικού αρχείου. Όποιες υπάρχουν, οφείλονται σε ηρωικούς ρομαντικούς ερευνητές που συλλέγουν τεκμήρια της ιστορίας της πόλης και στο αποθετήριο της σημαντικής Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού. Στο Άργος, το έχω γράψει πολλές φορές τεκμηριωμένα, έγινε συνειδητή προσπάθεια καταστροφής κάθε τεκμηρίου της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της πόλης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Εκκλησιαστική ιστορία του Άργους κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία – Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα


 

Παρότι είναι άγνωστος ο χρόνος διάδοσης του χριστιανισμού στο Άργος, βέβαιο είναι ότι η πόλη αυτή, ίσως εξαιτίας της εγγύτητάς της με την αποστολική εκκλησία της Κορίνθου, ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ήταν οργανωμένη επισκοπή, αφού ο επίσκοπος Αργείων Γενέθλιος μνημονεύεται, το 448, στην τοπική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα το Ναύπλιο, το οποίο τότε βρισκόταν στην περιφέρεια της επισκοπής Άργους, εμφανίζεται μόλις το 539.

Η επισκοπή Άργους υπαγόταν στη μητρόπολη Κορίνθου, η οποία έως τον 8ο αιώνα, ανήκε στη δικαιοδοσία του πάπα της Ρώμης. Ο μεγάλος αριθμός ελλαδικών επισκοπών πριν την εικονομαχία συρρικνώθηκε μετά την υπαγωγή τους στον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ανάλογα λοιπόν, μετά διάφορες περιπέτειες και των δύο πόλεων (Άργους και Ναυπλίου), ως συνενωμένων ή χωριστών επισκοπών, τελική ένωσή τους τοποθετείται λίγο μετά το 879 και πρώτος επίσκοπος της ενωμένης επισκοπής (ή καλύτερα των ενωμένων πόλεων) Άργους και Ναυπλίου θεωρείται ο άγιος Πέτρος, ο οποίος μετείχε σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 920.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Το Ναύπλιο έκτοτε αποτελούσε περιφέρεια της επισκοπής Άργους, αν και συχνά δεν μνημονευόταν επίσημα στον τίτλο του επισκόπου, πιθανώς ως δευτερεύουσα πόλη. Από το 1144 εμφανίζεται και αυτό στα έγγραφα και σε μερικά, μάλιστα, προηγείται.

Το Άργος αποσπάσθηκε από τη μητρόπολη Κορίνθου το 1189 και ανυψώθηκε σε μητρόπολη, χωρίς όμως υποκείμενες επισκοπές. Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας στο Άργος έδρευε λατίνος επίσκοπος και η ορθόδοξη ιεραρχία είχε απομακρυνθεί, ενώ στην πρώτη βενετοκρατία τους Ορθόδοξους ποίμαιναν πρωτοπαπάδες.

Η έδρα του ορθόδοξου ιεράρχη έως το 1212 ήταν το Άργος, το οποίο συνέχισε να αποτελεί έδρα και του λατίνου επισκόπου. Μετά την οθωμανική επίθεση του 1397 η έδρα του προκαθήμενου της εκκλησίας μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο.

Η τοπική εκκλησία, παρά την έλλειψη ποιμενάρχη και τις καταπιέσεις του λατινικού κλήρου, παρέμεινε σταθερή στην Ορθοδοξία και δεν αφομοιώθηκε από τους ετερόδοξους. Η μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου ανασυστήθηκε το 1541 από τον πατριάρχη Ιερεμία Α’ (β’ 1537-1545) και ο ιεράρχης της Δωρόθεος (1541-1547) έδρευε στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »