Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου στο πλαίσιο της Μεταβυζαντινής παράδοσης


 

Προϋπόθεση αναφοράς στον αγιογράφο Γεώργιο Μάρκου είναι η ιχνηλάτηση του χωροχρονικού του στίγματος, δηλαδή της εποχής και του ευρύτερου χώ­ρου όπου γεννήθηκε και έδρασε.

Χρονικά ο Μάρκου εντάσσεται στο τέλος σχεδόν της εποχής της μεταβυζα­ντινής τέχνης. Πώς, όμως, προσδιορίζεται η τέχνη αυτή; Μεταβυζαντινή ονομάζεται η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, που αναπτύχθηκε μετά την άλωση της Πόλης και η οποία στην ελλαδική περιοχή τελειώνει το 1830 με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν πλέον αλλάζουν ριζικά σ’ αυτό οι συνθήκες που επέβαλαν την επιβίωση της μεσαιωνικής παράδοσης[1].

Η νέα κατάσταση, που δημιουργείται για τον Ελληνισμό με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας και, τελικά, την άλωση της Πόλης έχει άμεσες επιπτώσεις και στην τέχνη. Οι βυζαντινές παραδόσεις συνεχίζονται κάτω από συνθήκες πενίας, φθοράς, δυσπραγίας και τρόμου. Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις κα­ταφεύγουν σε περιοχές έξω από τον έλεγχο του οθωμανικού σαρικιού (Κρήτη, Επτάνησα, Βενετία, κλπ.) και ξαναδημιουργούν. Παράδειγμα η κρητική λογοτε­χνία, το θέατρο, η κρητική σχολή ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής στο Ηράκλειο κοκ.

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ψηφιδωτό από τον Πατριαρχικό Οίκο στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Σωτήρη Βάρβογλη (1944-2023).

Το γενικό χαρακτηριστικό της μεταβυζαντινής τέχνης, κυρίως της ζωγρα­φικής, κατά τους 15ο έως και το 17ο αιώνες – την περίοδο δηλαδή της Ανα­γέννησης και του Μπαρόκ – είναι ο αυστηρός συντηρητισμός της, μια στάση που πηγάζει από τη θέση της επίσημης Εκκλησίας, όπως τη χάραξε ο πρώτος μεταβυζαντινός Πατριάρχης, ο Γεώργιος Σχολάριος, φανατικός πολέμιος του ανακαινιστή Γεωργίου Γεμιστού, δηλαδή απόλυτη αντίδραση στην Καθολική Εκκλησία και σε ό,τι την εκπροσωπούσε. Αυτό, όμως, σήμαινε και αντίδραση σ’ ό,τι προερχόταν από τη δυτική Ευρώπη σ’ οποιοδήποτε τομέα της πνευματική ζωής κι αν αναφερόταν.

Από τη γενική αυτή αρχή της δογματικά αδιάφθορης συντήρησης προήλθε κατά καιρούς και η ανάγκη επιστροφής σε παλιότερα ζωγραφικά πρότυπα, βυ­ζαντινά (της Μακεδονικής Σχολής ή της Παλαιολόγειας περιόδου) ή και μεταβυ­ζαντινά (π.χ. ζωγραφική του Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά).

Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η φανατικά συντηρητική τάση δεν είχε μόνο την αρνητική της διάσταση, αλλά εξυπηρετούσε και τη ζωτική ανάγκη ενός έθνους να διατηρήσει την ταυτότητά του κάτω από άκρως αντίξοες συν­θήκες, συνθήκες που δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια των υψιπετών τολμημάτων μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Η μεταβυζαντινή τέχνη μέσα από τη φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία της ταυτίζεται με το χειμαζόμενο αλλά ζωντανό Ελληνισμό και επηρεάζεται από τις ιστορικές του τύχες.

Η μεταβυζαντινή, λοιπόν, τέχνη διακρίνεται από τους επιστήμονες σε τέσσε­ρις περιόδους[2]:

Η πρώτη, από την άλωση έως το 1527 περίπου, σημαδεύεται από τη διαμόρ­φωση της Κρητικής Σχολής. Στο Ηράκλειο της Κρήτης την περίοδο αυτή εντο­πίζονται 120 ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι της Κρήτης καλούνται να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις μιας ευρύτατης γεωγραφικά, θρησκευτικά και εθνικά πελατείας – κυρίως σε φορητές εικόνες – και έτσι ταλαντεύονται ανάμεσα στην ιταλική τέχνη του 14ου-15ου αιώνα και την τελευταία φάση της Παλαιολόγειας τέχνης. Παρά τα κάποια δυτικά δάνεια παραμένουν βασικά πιστοί στην ορθόδοξη παρά­δοση και διαμορφώνουν την περίφημη Κρητική Σχολή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Από τον τάφο του Φορωνέος στο Άργος – Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Φορωνεύς: Η νομοθεσία, περ.1348-50, Andrea and Nino Pisano. Ο Αντρέα Πιζάνο (Andrea Pisano) ήταν Ιταλός γλύπτης και αρχιτέκτονας. Museo dell’ Opera del Duomo Φλωρεντία.

Από τα τριάντα περίπου ιερά και ναούς και τα άλλα τόσα μνημεία μικρότερων διαστάσεων (μνημειακών τάφων και άλλων) που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας κατά την περιήγησή του στο Άργος, στο 2ο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., ελάχιστα έχουν εντοπιστεί. Από τα μνημεία που παρέμειναν ορατά από την αρ­χαιότητα έως τις μέρες μας, το μεγάλο Θέατρο, τα ρωμαϊκά λουτρά, γνωστά ως «Θέρμες Α» και το «Κριτήριο»-Νυμφαίο της Λάρισας, μόνο το πρώτο ταυτίστηκε άμεσα με το θέατρο που αναφέρει ο Παυσανίας. Για τα δύο άλλα υπάρχει διαφωνία απόψεων. Τα υπόλοιπα μνημεία τα κάλυψε ο χρόνος και χάθηκαν τα ίχνη τους. Από τότε που άρχισαν οι ανασκαφικές έρευνες για την αναζήτηση της αρχαίας πόλης, στις αρχές του 20ου αιώνα, η σκαπάνη των αρχαιολόγων έχει φέρει στο φως αρκετά τους τμήματα. Άγνωστη όμως ακόμη παραμένει η θέση του ιερού του πολιούχου θεού της αρχαίας πόλης, του Απόλλωνος Λυκείου, που ο Παυσανίας περιγράφει ως επιφανέστερο και που το αναφέρει πρώτο, όταν φτάνει στην πόλη από το Ηραίο.

Σε δύο περιπτώσεις, την αποκάλυψη του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου του Προφήτη Ηλία και του ιερού της Αφροδίτης στα νότια της πόλης, η ταύτιση ήταν άμεση, γιατί τα ανασκαφικά στοιχεία συμ­βάδιζαν, με τις πληροφορίες που οι επιστήμονες μπόρεσαν να αντλήσουν από άλλες πηγές, κυρίως την ίδια την περιήγηση του Παυσανία. Για άλλα μνημεία όπως η λεγόμενη «Υπόστυλη αίθουσα» και το «Νυμφαίο» στην αρχαία Αγορά, τα αρχαιολογικά δεδομένα δεν είναι επαρκή και υπάρχει και σ’ αυτά διαφωνία α­πόψεων. Τέλος, σε αρκετές περιπτώσεις, η ύπαρξη συγκεκριμένων μνημείων είναι τεκμηριωμένη από λίθους, κυρίως ενεπίγραφους, που βρέθηκαν αποκομμένα από το μνημείο στο οποίο ανήκαν, όπως τον περίβολο των «Επτά επί Θήβας»[1], το λίθο με επιγραφή από το ναό της Αθηνάς Σάλπιγγος και τα θραύσματα δωρικών ημικιόνων από την αφετηρία του αρχαίου Σταδίου.

Σ’ αυτήν την κατηγορία προστέθηκε ο ενεπίγραφος λίθος που ήρθε στο φως τον Ιούλιο του 1994, κατά τη διάνοιξη χάνδακα για την τοποθέτηση αποχετευτικού αγωγού λυμάτων στην οδό Γούναρη. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο λίθο από λευ­κό ασβεστόλιθο, μεγάλων διαστάσεων και σχήμα τραπεζοειδές. Στην πρόσθια κύρια του όψη φέρει χαραγμένο το παρακάτω επιτύμβιο επίγραμμα με τίτλο «Φορωνέος». Το αποτελούν τέσσερα κανονικά ελεγειακά δίστιχα, δηλαδή με ένα εξάμετρο και ένα πεντάμετρο αντίστοιχα το καθένα.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα λουτρά του Αρχαίου θεάτρου Άργους – Οι λεγόμενες «Θέρμες Α» | Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Οι εντυπωσιακοί πλινθόκτιστοι τοίχοι που υψώνονται κοντά στο μεγάλο αρχαίο Θέατρο του Άργους απεικονίζονται σε πολλές από τις γκραβούρες που μας άφησαν οι ταξιδιώτες που επισκέφτηκαν την πόλη του Άργους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.[1] Το υπόλοιπο όμως του μεγάλου οικοδομήματος στο οποίο ανήκουν οι τοίχοι, βυθίστηκε στη λήθη κάτω από τα χώματα που κάλυψαν τα ερείπιά του. Το έφεραν πάλι στο φως οι ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν από τους αρ­χαιολόγους της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, τον René Ginouvès, κατά τα έτη 1954 και 1955 και τον Πιέρ Οπέρ (Pierre Aupert) από το 1972 έως το 1989. Σήμερα ορίζει σ’ όλο του το μήκος τη νότια πλευρά της αρχαίας οδού που συνέδεε το Θέατρο με την αρχαία Αγορά. Από την πρώτη ανασκαφική εκστρατεία αποκαλύφθηκαν εγκαταστάσεις μεγάλων δημόσιων ρωμαϊκών λουτρών και το κτήριο ονομάστηκε «Θέρμες Α». Αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια αρχιτεκτονικά στοιχεία που οδήγησαν τους ανασκαφείς στο συμπέρασμα ότι το κτήριο δεν είχε αρχικά οικοδομηθεί ως λουτρικό συγκρότημα, αλλά ως ιερό.

 

Άργος, Ρωμαϊκά λουτρά ή «Θέρμες Α», Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας, λιθογραφία, σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Γάλλος σχεδιαστής, αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος Th. du Moncel το 1843.

 

Διαπιστώθηκαν τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις: η πρώτη στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα (90-100 π.Χ.), η δεύτερη μισό αιώνα περίπου αργότερα, την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού και η τελευταία στα τέλη του 3ου αι. – αρχές 4ου αι. μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Γόρδιου του Γ’. Το κτήριο ήταν αρχικά ιερό αφιερωμένο σε θεότητες συνδεμένες με την ίαση, ενώ στην τελευταία του οικοδομική φάση ο χώρος διαμορφώθηκε ως δημόσια λουτρά. Και στις τρεις φάσεις το νερό κατείχε ση­μαντική θέση και το μετέφεραν υδαταγωγοί από το υδραγωγείο του Κεφαλαρίου, στα νοτιοδυτικά του κτηρίου (εικ. 1, Υ1). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αμπελοκαλλιέργεια και οινοπαραγωγή στη βυζαντινή Αργολίδα – Ιωάννης Δ. Βαραλής


 

Η Αργολίδα για τον αρχαιολόγο, όποιας καταγωγής και εθνικότητας, είναι ένας από τους πιο ευλογημένους τόπους, γιατί ο μνημειακός της πλούτος ξεπερνά κατά πολύ τις έρευνες που έχουν γίνει στο παρελθόν και τις μελέτες που προσδοκούμε να γίνουν στο μέλλον. Μολονότι με αυτήν την πρόταση θα συμφωνούσαν όλοι – όσοι έχουν σκάψει την αργολική γη και με επιμονή, κόπο και θαυμασμό για τα ευρήματα που τους παρέσχε στο παρελθόν, συνεχίζει να τους παρέχει αφειδώλευτα και θα συνε­χίζει να τους παρέχει και στο μέλλον – τα δεδομένα που αφορούν στην αμπελοκαλ­λιέργεια και την οινοπαραγωγή για την περιοχή αυτή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου είναι εξαιρετικά πενιχρά.

Πράγματι, η καλλιέργεια της αμπέλου δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη, τόσο από τη σπάνι των αποκεκαλυμμένων σχετικών εγκαταστάσεων όσο και από την έλλειψη πληροφοριών στις γραμματειακές πηγές.

Γι’ αυτό ας μου επιτρα­πεί στην παρούσα εργασία να επεκτείνω χρονικά την έρευνά μου, αρχίζοντάς την από την πρώιμη ρωμαιοκρατία και περατώνοντάς την στην πρώιμη νεότερη εποχή. Και από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αρχαιολόγο Γιώργο Τσεκέ, πολύτιμο συνεργάτη μου τα τελευταία χρόνια, για την παροχή πληροφοριών και εποπτικού υλι­κού, καθώς και τον συνάδελφο Χρίστο Πιτερό για τις επισημάνσεις του.[1]

Στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι., μια από τις πιο γνωστές αστικές επαύλεις της παλαιοχριστιανικής πόλης του Άργους διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά δάπεδα: η λεγόμενη «οικία του Γερακάρη» που εν μέρει αποκαλύφθηκε στο οικόπεδο Κολιβίνου, στα βόρεια της αρχαίας Αγοράς, διαθέτει τρικλίνιο κοσμημένο με ένα πολύ ενδιαφέρον ψηφιδωτό, που αποτυπώνει με ευταξία τον τρόπο με τον οποίο δια­τάσσονταν οι κλίνες του στιβαδίου γύρω από την κοινή τράπεζα των συνδαιτυμό­νων[2]. Μπροστά ακριβώς από αυτό, ένα διάχωρο του δαπέδου φέρει την παράστα­ση διονυσιακού θιάσου, έτσι ώστε να είναι ορατή από τους ξαπλωμένους οικοδε­σπότες και την παρέα τους[3]: ο Διόνυσος στο κέντρο κρατά θύρσο κι ακουμπά σε κίονα, γύρω από τον οποίο τυλίγεται κλαδί αμπέλου με φύλλα και τσαμπιά σταφύ­λια από ρόδινες ψηφίδες (εικ. 1).

 

Εικ. 1. Άργος, οικόπεδο Κολιβίνου, λεπτομέρεια του ψηφιδωτού στο τρικλίνιο της οικίας του Γερακάρη (πηγή: Åkerström-Hougen 1974, έγχρ. πίν. 7:1).

 

Η περιοχή πάνω από τον κίονα έχει καταστραφεί, αλλά φαίνεται ότι από κέρας ή στόμιο ασκού έρρεε οίνος που τον συνέλεγε σε κάν­θαρο ένας μικρός έρωτας. Τριγύρω η συνοδεία του Βάκχου δηλώνει εμφατικά στο δάπεδο τον χώρο όπου θα τελούνταν οι χοροί και τα θεάματα για τη διασκέδαση όσων μετείχαν στα συμπόσια που λάμβαναν χώρα στο σπίτι αυτό[4]. Η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος για τον ψηφιδωτό τάπητα του πιο επίσημου δωματίου της οικίας δεν αποδεικνύει μόνο την αρχαιολατρεία του πλούσιου οικοδεσπότη, αλλά κυρίως την αρχαιοπρέπεια με την οποία επιθυμούσε ο ιδιοκτήτης να επενδύσει τη χαρά της κατανάλωσης του κρασιού σε στιγμές γιορτής και ευωχίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το φάρμακο και η ιστορία του: από τον Αθανάσιο Ολύμπιο στον Απόστολο Παπαγεωργίου – Το πρώτο φαρμακείο του Άργους |Επαγγέλματα υγείας & τοπική ιστορία


 

«Ρήον βαρβαρικόν…. Ελληνιστί

Ραβέντι……………. Νεοελληνιστί

Ρέουμ παλμάτουμ…. Λατινιστί

Ραβάρβπ…………… Γαλλιστί

Ραβάρβαρο………… Ιταλιστί

Ραβέν οτού………… Τουρκιστί

 

Το γνήσιον Ρήον είναι φυτόν πολύζωον από το γένος των λαπάθων του κήπου και των λειμώνων. Αυτό φύεται φυσικώς εις τα βόρεια μέρη της Κίνας, εις την μεσαίαν Ασίαν, εις το Τιμπέτ, εις την Μογγολίαν και εις τα μεσημβρινά μέρη της Σιβιρίας, καλλιεργείται τανυν και εις την Γερμανίαν εις πλήθος, φυτεύεται και εις τους κήπους της Ευρώπης, όπου ανθεί προς το θέρος. Ευρίσκεται και εις τινα όρη της Ελλάδος, άγριον μεν, πλην μεγαλόφυλλον. Αι ρίζαι του φυτού τούτου είναι χονδραί ίσον ως ρεπάνιον, πλην είναι σκληραί, πολύκλωνοι, με τινας ίνας χονδράς πυκνάς και λεπτάς, έξωθεν με φλοιάν μελαγχρινήν ή ύπωχρον, οι βλαστοί των είναι χορτώδεις, κενοί έσωθεν, χλωροπράσινοι, κλωνίφεροι και φυλλίφεροι. Αυτοί υψούνται από 3 έως 5 πόδας».

 

Ιστορία, φυτολογία, γεωγραφία, μια γνώση που στην επαφή της με το χρόνο συσσωρεύεται σε σελίδες βιβλίων, σε γνωστικά αντικείμενα, σε ηθικές αξίες επαγγελματικών πρακτικών και μετατρέπουν την επιστήμη σε καθημερινότητα. Σωρευμένη γνώση που δημιουργεί επίσης τους διαδρόμους μέσω των οποίων ρέει η Μεγάλη Ιστορία των διαδοχικών επιστημονικών ανακαλύψεων, όπως εκείνη των επαγγελμάτων υγείας, και καταλήγει στο σημείο συνάντησης που περιγράφεται ως Ιστορία του Ανθρώπινου Είδους. Άνθρωποι σοφοί, πνεύματα ανήσυχα, ικανά να προσαρμόζουν μεγάλες φιλοσοφικές αναζητήσεις και συστήματα ηθικών αξιών με την αναζήτηση μηχανισμών και κανόνων που απορρέουν από τον φυσικό κόσμο, για να τους μετατρέψουν σε παρήγορη καθημερινή πρακτική επιτρέποντας στον άνθρωπο να βιώσει τον περιβάλλοντα κόσμο με μεγαλύτερη ευχέρεια και σεβασμό.

 

«Ρήον βαρβαρικόν», από το βιβλίου του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, «Η «Βοτανική Πρακτική», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1838.

 

Όμως στη διαδικασία αυτή το χώρο τους έχουν και όσοι διέσωσαν, συνειδητά ή τυχαία, τα σώματα των καταγραφών, τα χειρόγραφα, τις αποδόσεις κειμένων, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτέλεσαν βήματα προς μια ανθρωποκεντρική επιστημονική εξέλιξη και ιστορία για να μπορούμε να κατανοήσουμε σήμερα το μέγεθος της προσπάθειας και τη δύναμη της πίστης που καθοδήγησε την εξέλιξη της κοινωνίας του ανθρώπου.

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός (1777-1853).

Ο Διονύσιος Πύρρος, ο Θετταλός, αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα διανοούμενου του 19ου αιώνα (γεννήθηκε στην Καστανιά Τρικάλων το 1777 και πέθανε στην Αθήνα το 1853), που μας κληρονόμησε εξαιρετικά δείγματα των επιστημονικών βημάτων της ιατρικής και της φαρμακολογίας. Λόγιος κληρικός και ιατροδιδάσκαλος, ο Διονύσιος Πύρρος μαθήτευσε στα μεγάλα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων του 18ου αιώνα όπως τη Σχολή των Κυδωνιών και τη Χίο και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη θεωριών και πρακτικών ψυχικής υγιεινής εκτός από την ιατρική και τη φαρμακολογία. Η «Βοτανική Πρακτική» που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1838 δεν ήταν μόνο ένα εξαιρετικό βιβλίο για τις λεπτομέρειες με τις οποίες περιγράφει τους «φυσικούς και χυμικούς χαρακτήρες» των βοτάνων, αλλά και μια πλούσια πηγή γεωγραφικών και ιστορικών πληροφοριών που συνοδεύουν κάθε παρουσίαση.

Εκτός από τη βοτανολογία, το βιβλίο αποτελεί και μια σημαντική κατάσταση ονομάτων επαγγελματιών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων καθώς επίσης και ενδείξεων κοινωνικής ιεράρχησης που προκύπτουν από τον κατάλογο των συνδρομητών στο τέλος του βιβλίου. Στις πρώτες εξάλλου θέσεις μπορεί να σημειώσει κανείς το όνομα του πρώτου βασιλιά του νεοελληνικού κράτους Όθωνα και κυρίως των κ. Βίτμερ και Βενάρδου Ρέζερ, αρχιάτρων του βασιλιά, ενώ καταγράφονται ιατροί, φαρμακοποιοί, κ.α.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1883, θα εκδοθεί η φαρμακοποιΐα του «Φαρμακοποιού Βικέντιου Ι. Πίντου» αφιερωμένο «τοις φίλοις συναδέλφοις», που θα περιλαμβάνει πολλές πληροφορίες από ανάλογες, γαλλικές κυρίως, εκδόσεις και θα καταγράφει στάδια παρασκευής και συστατικά για πολλά ιαματικά σκευάσματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές στιγμές του Νοσοκομείου στο Άργος (μέρος I) – Παναγιώτης Ν. Τσελφές, Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους


 

Πρόλογος

 

Η πρώτη προσπάθεια συγγραφής της «Ιστορίας του Νοσοκομείου στο Άργος» ολοκληρώθηκε από τον υπογράφοντα το 1999. Αποσπάσματα από αυτή δημοσιεύτηκαν στην επετειακή έκδοση του Νοσοκομείου «Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Άργους: 1997-2001. Η ιστορική διαδρομή – η νέα προοπτική».

Ξαναγράφτηκε το 2003, όταν δημοσιεύτηκε Προσχέδιο του Επιχειρησιακού Σχεδίου του ΠεΣΥΠ Πελοποννήσου. Παρά τους κακούς σχεδιασμούς για τη μελλοντική εξέλιξη που προέβλεπε, αναδείκνυε το Νοσοκομείο Άργους, ως το πιο παραγωγικό νοσοκομείο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, σε όλες τις μετρούμενες παραμέτρους αλλά και το νοσοκομείο με την μεγαλύτερη αξιοποίηση της νοσοκομειακής υποδομής. Ταυτόχρονα, το 2003, ολοκληρώθηκε η κτιριακή υποδομή, ο εξοπλισμός και ξεκίνησε η χρήση του νέου κτιρίου μονάδων υποστήριξης (εξωτερικών ιατρείων, εργαστηρίων, χειρουργείων, κ.λ.π.) και της πτέρυγας «Πυρλή».

Μικρές προσθήκες και αλλαγές έγιναν τον Ιανουάριο 2013, όταν το νοσοκομείο στο Άργος έπαψε να φέρει το όνομα της πόλης και μετονομάστηκε σε «Γενικό Νοσοκομείο Αργολίδας». Αυτό έγινε, γιατί με Υπουργική Απόφαση των Χ. Σταϊκούρα, Α. Μανιτάκη και Α. Λυκουρέντζου, τα νοσοκομεία Άργους και Ναυπλίου, που ήδη είχαν ενιαία διοίκηση, ενοποιήθηκαν κάτω από το αναφερόμενο όνομα. Πέρα από την τυπική, η ουσιαστική (λειτουργική) ενοποίηση, αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

 

Στιγμιότυπο από τα επίσημα εγκαίνια του Νοσοκομείου Άργους, Σάββατο 21η Ιουλίου 1973.

 

Η ψύχραιμη και «αντικειμενική ιστορία» του Νοσοκομείου Άργους μπορεί να γραφτεί από τον ειδικό ιστορικό του μέλλοντος. Το πόνημα που έχετε στα χέρια σας περιέχει μόνο κάποιες «ιστορικές στιγμές» με την ανάλογη τεκμηρίωση, ώστε η μελλοντική συγγραφή της ιστορίας να είναι ευχερέστερη.

Ο υπογράφων δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να γράψει την ιστορία, τόσο γιατί δεν κατέχει την ανάλογη επιστήμη, όσο και γιατί δεν έχει «αποβάλει το σεβασμό» στα πρόσωπα, στα πράγματα και στην κοινωνία της εποχής του, όπως απαιτείται από τον ιστορικό. Ο υπογράφων έζησε από κοντά τις περισσότερες από τις εξελίξεις που περιγράφονται. Σαν γιατρός του νοσοκομείου για 32 χρόνια, παρακολούθησε ένα μεγάλο μέρος τους. Σαν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αργολίδας, πήρε μέρος στη λήψη σημαντικών αποφάσεων που διαμόρφωσαν εξελίξεις και γεγονότα. Από αυτή την άποψη ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που δημοσιεύονται έχουν το χαρακτήρα της «κατάθεσης αυτόπτη μάρτυρα». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κρήνες του Άργους

Κρήνες του Άργους


 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας.

Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο.

Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού.[1]

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία.[2]

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.[3]

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές στιγμές του Νοσοκομείου Άργους (μέρος II) – Παναγιώτης Ν. Τσελφές, Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους


 

 Το Νοσοκομείο των κληροδοτημάτων

 

Το σημερινό Νοσοκομείο Άργους οφείλει την ύπαρξή του στη μεγάλη αγάπη κάποιων Αργείων για την πόλη και τους συμπολίτες τους. Αυτοί προσέφεραν τις περιουσίες τους για τις ανάγκες της υγειονομικής περίθαλψης των κατοίκων μιας μεγάλης περιοχής του Άργους και γύρω από αυτό, από το άκρο της Κυνουρίας μέχρι και τη Νεμέα. Από τις προσφορές τους, πολλές χάθηκαν από τις δυσκολίες των καιρών (πόλεμοι) και την εγκληματική αδιαφορία αυτών στους οποίους ανατέθηκε η διαχείριση. Άλλες όμως αξιοποιήθηκαν, ώστε να προκύψει το σπουδαίο και μεγάλο νοσηλευτικό ίδρυμα που έχουμε σήμερα.

Με πρώτους τους Αικατερίνη Καλλιοντζή (διαθήκη 1924) και τον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη (διαθήκη 1936) ξεκίνησε μια σειρά δωρεών και κληροδοτημάτων που έχτισαν, επέκτειναν και συνεχίζουν ακόμη σήμερα τη βελτίωση των εγκαταστάσεων και της λειτουργίας του Νοσοκομείου Άργους.

 

Το κληροδότημα «Δεσμίνη – Καλλιοντζή»

 

Η δωρεά «Δεσμίνη – Καλλιοντζή» έγινε το 1936, με διαθήκη του Δημοσθένη Δεσμίνη προς το Ίδρυμα «Δημοτικόν Νοσοκομείον Δεσμίνη – Καλλιοντζή». Η δωρεά συμπληρώθηκε από προσφορά του Αναστασίου Στεργίου.

Η ανάγκη λειτουργίας νοσοκομειακής μονάδας στο Άργος είναι πολύ παλιά. Είναι φυσικό πως το «Λαϊκό Ιατρείο» που δημιουργήθηκε και στηρίχτηκε στη φιλανθρωπική δραστηριότητα κάποιων πολιτών, δεν αναπλήρωσε την έλλειψη νοσοκομείου. Η κεντρική εξουσία ακολούθησε τις συγκεκριμένες ανάγκες της εποχής και προγραμμάτισε ανέγερση Σανατορίων ανά την επικράτεια. Το Σανατόριο της Αργολιδοκορινθίας, το κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων, του τομέα υγιεινής, του 1935, το τοποθέτησε στην περιοχή Φανερωμένης Χιλιομοδίου. Σανατόριο στη Φανερωμένη δεν έγινε ποτέ, αλλά για νοσοκομείο στην Αργολιδοκορινθία είχε προκριθεί η περιοχή του Ναυπλίου ή η περιοχή μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, αφού για μη ερμηνεύσιμους λόγους, υπήρχε η άποψη πως το νοσοκομείο έπρεπε να γίνει κοντά στη θάλασσα.

Ο τοπικός τύπος υποστήριξε με πάθος πως το νοσοκομείο της Αργολιδοκορινθίας (δεν υπήρχε ούτε στην Κόρινθο), έπρεπε να γίνει σε θέση που να εξυπηρετεί τόσο την Κόρινθο, όσο και το Ναύπλιο και την Κυνουρία. Αυτή η θέση ήταν το Άργος. Η πλάστιγγα φάνηκε να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του Άργους, όταν εμφανίστηκε το Κληροδότημα Δεσμίνη – Καλλιοντζή.

Η Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Καλλιοντζή[1] μία εκ των τεσσάρων θυγατέρων του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου, γεννήθηκε στο Άργος το 1855 και πέθανε στην Αθήνα το 1932. Ο σύζυγός της Δημήτριος Καλλιοντζής, γεννημένος και αυτός στο Άργος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στην Αθήνα. Το ζεύγος Καλλιοντζή απέκτησε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και τον Χαρίλαο, που είχαν την ατυχία να πεθάνουν σε ηλικία 10 και 25 ετών αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Αικατερίνη έχασε και το σύζυγό της το 1909, αλλά παρέμεινε στην Αθήνα.

 

Η Αικατερίνη Καλλιοντζή σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Το 1924 με ιδιόχειρη διαθήκη άφηνε την περιουσία της για την ίδρυση νοσοκομείου στο Άργος. Λίγες ημέρες προ του θανάτου της, άλλαξε τη διαθήκη και άφησε την περιουσία της στον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη, μετά την προφορική διαβεβαίωση πως και αυτός θ’ αφήσει την περιουσία του για τον ίδιο σκοπό.

Δημοσθένης Δημητρίου Δεσμίνης[2] (1868-1936) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Κληροδότησε την περιουσία του, μαζί με αυτή της θείας του Αικατερίνης Καλλιοντζή, την οποία είχε κληρονομήσει, για την ανέγερση νοσοκομείου στο Άργος. Η διαθήκη του που συντάχτηκε την 24η Ιανουαρίου 1936, δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 30 Μαρτίου 1936.

 

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Με τη διαθήκη άφησε στην Αγγελική, σύζυγο Γ. Γεροντόπουλου, το γένος Δημ. Γκομόζη και στο γιό της Δημήτριο Γ. Γεροντόπουλο, μια οικία με τον περιβάλλοντα χώρο της, στη συνοικία Αγία Φωτεινή της Αθήνας, σε ανταμοιβή των πολυετών υπηρεσιών και περιποιήσεων προς αυτόν. Το σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας του άφησε στο ίδρυμα που με τη διαθήκη συνέστησε, με την επωνυμία «Δημοτικόν Νοσοκομείον Άργους». Σκοπός η δημιουργία και λειτουργία νοσηλευτικού ιδρύματος, «για τη νοσηλεία απόρων της επαρχίας Άργους και των πλησίον περιφερειών, το οποίο θα συμπληρώση μίαν μεγάλην έλλειψιν της ιδιαιτέρας μου παρτίδος του Άργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κεφαλάρι Άργους


 

….Μετά μικρόν αι άμαξαι παρελθούσαι και τον σιδηροδρομικόν σταθμόν του Κεφαλαρίου εισήλθον εις την προς δυσμάς οδόν, την άγουσαν προς τας πηγάς.

Το ταξίδιον έγινε τερπνότερον. Εκτείνεται εκεί γραφική οδός εν μέσω δύο ποταμίων κλάδων του Ερασίνου, λήγουσα εις αρχαίον και ήδη κινούμενον υδρόμυλον, υπό υψηλάς και πλήρεις ακμής λεύκας. Αι νήσσαι του υδρομύλου λευκότεραι και της χιόνος και σφριγώσαι και παίζουσαι εις τα διαυγή ρείθρα του ποταμού, προσθέτουσιν εν έτι θέλγητρον εις το θελκτικόν εκείνον τοπείον.

Μετά τινα ελιγμόν ο στίχος των αμαξών εισήλθεν εις την άγουσαν προς τάς πηγάς του Ερασίνου τελευταίαν οδόν. Ήδη επιφαίνεται θαυμάσιον το συνηρεφές αυτού άλσος, βαθμηδόν μεγεθυνόμενον και περικαλλέστερον. Εισήλθον εις το ωραίον άλσος και έφθασαν εις τους κήπους των καταστημάτων του άλλοτε πυριτοποιείου…. Εκείθεν προχωρούσαι αι άμαξαι διήλθον την μαγευτικήν δενδροστοιχίαν, την από των καταστημάτων μέχρι των πηγών του Ερασίνου εκτεινομένην…. Δεν γνωρίζει τις τι να πρωτοθαυμάση εις την δενδροστοιχίαν εκείνην, ής ομοίαν δεν έχει όλη η Αργολίς…

Δημήτριος Βαρδουνιώτης, εφημ. «Δαναός», αριθ. 27, 1896.

 

Κεφαλάρι: χωριό της επαρχίας Άργους και δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Άργους. Ευρίσκεται πέντε χιλιόμετρα  νότια της πόλης μας με πληθυσμό 773 κατοίκους (απογραφή 2001). Το Κεφαλάρι υπαγόταν στον Δήμο Αργείων από το 1834 που συστάθηκε ο Δήμος και είχε πληθυσμό τότε 50 κατοίκους. Έγινε κοινότητα το 1914 με το νόμο ΔΝΖ/1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων…» του Ελ. Βενιζέλου και ξανάγινε δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Άργους με τον «Καποδιστριακό» νόμο 2539/97.

 

Κεφαλάρι. Φωτογραφία Φάνης Τσίρος.

Κεφαλάρι. Φωτογραφία Φάνης Τσίρος.

 

Το Κεφαλάρι είναι πανέμορφο χωριό. Τα σπίτια του είναι απλωμένα σε μεγάλη έκταση και κτισμένα ανάμεσα σε πανύψηλα δένδρα και περιβόλια. Δυτικά του χωριού υψώνεται το όρος Χάον. Η λέξη ετυμολογείται πιθανότατα από το ρήμα χαίνω (χάσκω), επειδή στις νότιες υπώρειες του όρους υπάρχει σπήλαιο βάθους 110 μ. περίπου. Το σπήλαιο[1] αυτό χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο και κατοικία από ανθρώπους της προϊστορικής περιόδου, όπως καταδεικνύουν ίχνη και διάφορα ευρήματα, που έφεραν στο φως Γερμανοί σπηλαιολόγοι το 1970. Το σπήλαιο, επίσης, χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλές καταφύγιο κατά τους βομβαρδισμούς τον Απρίλιο 1941.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Βιομήχανοι – υφαντουργοί Άργους


 

Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία του Άργους ήταν τα εργοστάσια υφαντουργίας. Τα εργοστάσια αυτά, τα οποία λειτούργησαν σε γενικές γραμμές από τη δεκαετία 1930 μέχρι και τη δεκαετία 1990, απασχόλησαν εκατοντά­δες εργάτες και εργάτριες. Πολλές οικογέ­νειες στήριξαν την οικονομία τους στα υ­φαντουργεία, τα οποία κατά την περίοδο της ακμής τους αποτελούσαν τον σημαντι­κότερο ίσως οικονομικό παράγοντα της πό­λης. Όμως, η ανθηρή υφαντουργία του Άρ­γους, όπως και όλης της Ελλάδας, δέχτηκε από τη δεκαετία 1970 ισχυρό πλήγμα εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού και οδη­γήθηκε στην κατάρρευση και στο σφράγι­σμα των εργοστασίων.

Πριν προχωρήσουμε στη βιομηχανι­κή υφαντουργία της πόλης μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναζητήσουμε τις ρίζες της, ό­χι στην αρχαία ή τη βυζαντινή εποχή, αλλά στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Εισαγωγικά

 

Αναζητώντας τις απαρχές της αρχεια­κής υφαντουργίας στα τέλη του 19°“ αιώ­να, διαπιστώνουμε ότι οι πληροφορίες που μας παρέχονται από πρωτογενείς πηγές εί­ναι ελάχιστες. Στην εφημερίδα «Δαναός» του ομώνυμου Συλλόγου (φ. 7/4-2-1896) υπάρχει ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τις υφάντριες, το οποίο θεωρούμε σκό­πιμο να παραθέσουμε:

Υφαντουργία. Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουρ­γία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυ­τής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης ερ­γασίαν εις απόρους και φίλεργους γυναίκας, οίαι εισίν αι επαρχιώτιδες και δη αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα διά των προχείρων μέσων λειτουργούντα δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόο­δος αληθής, πρόοδος πραγματική.

Επίσης, ο Ιωάννης Κοφινιώτης στην Ιστορία του για το Άργος (1892) μας πλη­ροφορεί ότι «σήμερον πολλά υφαντουργεί­α λειτουργούσι κατακευάζοντα περί τα δύο εκατομμύρια πήχεις υφασμάτων βαμβακε­ρών διαφόρων ειδών, άτινα πωλούνται καθ ’ άπασαν την Πελοπόννησον, ιδία όμως, εν τη Κορινθία. Προς τούτοις ιδρύθη και ατμοκίνητον βαφείον, εν ω βάπτονται τα εις την υφαντουργίαν χρήσιμα νήματα».

Με βάση τις πηγές αυτές καταλήγου­με στο συμπέρασμα ότι στα τέλη του 18ου αι. είχε αναπτυχθεί η οικοτεχνία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η υφαντουργία του «Δα­ναού» και τα υφαντουργεία του I. Κοφινιώτη είναι έννοιες συναφείς· και δεν εννοούν φυσικά κάποιες βιομηχανικές μονάδες, διό­τι δεν υπήρχαν βιομηχανίες την εποχή ε­κείνη. Είναι σαφής η πληροφορία ότι (σε ελεύθερη απόδοση:) φτωχές αλλά προκομ­μένες (φίλεργοι) γυναίκες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής (επαρχιώτιδες) ύφαιναν και συντηρούσαν τις οικογένειές τους και ότι τα υφαντά τους πωλούνταν σ’ όλη την Πελοπόννησο και πιο πολύ στην Κορινθία, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Κοφινιώτης λίγα χρόνια πιο πριν, ο οποίος δίδει και το μέγεθος του μόχθου (δύο εκατομ­μύρια πήχεις). Ο ενθουσιασμός του αρθρογράφου του «Δαναού» είναι ολοφάνερος: «Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγ­ματική».

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Όταν, όμως, μία υφάντρια υφαίνει ε­παγγελματικά, προτιμά να έχει έτοιμη την πρώτη ύλη, για να αποδώσει. Δεν μπορεί ν’ ασχολείται με την κατεργασία ή τη βαφή του νήματος ή με το στήσιμο του αργα­λειού, δηλαδή το διάσιμο. Έ­τσι, η ανάγκη και η ζήτηση της αγοράς έ­φεραν το πρώτο ατμοκίνητο βαφείο. Στη συνέχεια ιδρύθηκαν προφανώς κι άλλα. (Το «ατμοκίνητον βαφείον» του Κοφινιώτη έ­γινε «Βαφεία ατμοκίνητα» του Δαναού).

Αλλά την εμπορία των υφαντών την είχαν οι έμποροι, οι οποίοι ήλεγχαν τις α­γορές. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γυρο­λόγοι πραματευτές. Μία υφάντρια και μά­λιστα επαρχιώτισσα δεν είχε αυτή τη δυ­νατότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές εμφα­νίζονται οι πρώτοι υφαντουργοί, πρωτίστως έμποροι, οι οποίοι είχαν κάποια εμπειρία από τις υφαντουργικές δραστηριότητες της εποχής τους, και αναπτύσσουν μία πολύ κα­λή συνεργασία με τις υφάντριες.

 

Το ξεκίνημα

 

Στην αρχή οι βιομήχανοι υφαντουρ­γοί Άργους του περασμένου αιώνα, οι ο­ποίοι μνημονεύονται παρακάτω, ξεκίνησαν την ύφανση με χειροκίνητους ξύλινους αρ­γαλειούς, οι οποίοι κατασκευάζονταν από ντόπιους μαραγκούς. Στις περισσότερες πε­ριπτώσεις έδιναν δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους. Οι βιομήχανοι στα πρώτα στάδια της επαγγελματι­κής τους καριέρας ήταν απλοί βιοτέχνες, όπως και οι συνάδελφοί τους που παρέμειναν βιοτέχνες, αλλά οι πρώτοι εξελίχθηκαν σε βιομήχανους, προϊόντος του χρόνου.

 

Βιοτέχνες υφαντουργοί Άργους, 1969 (αρχ. Ευάγγελου Γιαννακόπουλου).

 

Αυτοί, λοιπόν, είχανε στην α­ποθήκη τους μια διάστρα και ετοίμαζαν το στημόνι, καρφώνοντας παλούκια στον τοί­χο. Δηλαδή, το διάσιμο γινότανε με πρω­τόγονο τρόπο, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, αν κάποια γυναίκα θέλει να υφάνει. Στη συνέχεια ο βιοτέχνης έδινε το στημόνι στην υφάντρια, καθώς επίσης και το νήμα σε κούκλες για το υφάδι. Το νήμα – εννοείται – πάντοτε βαμμένο. Πολλές φο­ρές η υφάντρια δεν ύφαινε σε δικό της αρ­γαλειό· της τον χορηγούσε ή της τον χάρι­ζε ο βιοτέχνης υφαντουργός, ο οποίος πλή­ρωνε την κατασκευή του. «Δεν ξέρω ιστο­ρικά αν όλοι πλήρωναν την κατασκευή του αργαλειού, μας είπε ο Σπύρος Νικολόπουλος, αλλά τουλάχιστο ο πεθερός μου ο Νάσκος έτσι ξεκίνησε». Άλλοι, πάλι, υφαντουργοί ξεκίνησαν διαφορετικά. Ο Μα­ρίνος π.χ. άνοιξε υφαντήριο το 1933 στην οδό Ζαΐμη με δέκα περίπου ξύλινους αρ­γαλειούς. Κάθε επιχείρηση έγραψε τη δι­κή της ιστορία μέσα στο χρόνο από το ξε­κίνημά της μέχρι την παρακμή της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »