Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ειδήσεις σχετικά με τον κοινωνικό και πολιτιστικό βίο των Τούρκων της Πελοποννήσου (17ος-19ος αι.). İbrahim Alper Arisoy, Καθηγητής Πανεπιστημίου Σμύρνης – Δημήτρης Μιχαλόπουλος, Ιστορικός, Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015.


 

Evliyâ Çelebi

Πέρα από ορισμένες δευτερεύουσες πηγές που αφορούν το θέμα μας εμμέσως η ανακοίνωση αυτή κατά κύριο λόγο βασίζεται στο έργο του Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την Πελοπόννησο περί τα μέσα του 17ου αιώνα.

Φαίνεται ότι κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας οι Τούρκοι κάτοικοι της Πελοποννήσου αποτελούσαν μία ετερογενή κοινότητα, διασκορπισμένη μέσα στη χερσόνησο. Εκτός από το ότι δημογραφικώς αποτελούσαν μειονότητα, διαπιστώνονταν κοινωνικές, οικονομικές καθώς και εθνοτικές διαφορές μεταξύ τους. Οι διαφορές αυτές είχαν να κάνουν με τον τόπο κατοικίας και το επάγγελμα. Λόγω αυτής της ετερογένειας, στις πηγές, κυρίως τις αρχειακές, εντοπίζονται ενδιαφέροντα στοιχεία ως προς τα διάφορα κοινωνικο-πολιτιστικά στρώματα των Μουσουλμάνων του Μοριά.

Στην εργασία μας αυτή στόχος είναι να προβληθούν ορισμένα στοιχεία του πολιτιστικού βίου των Οθωμανών της Πελοποννήσου. Με την έννοια «πολιτισμός» νοούνται βέβαια η γλώσσα, η λογοτεχνία, ο θρησκευτικός βίος και η καθημερινή ζωή. Έχοντας υπόψη αυτά λοιπόν μπορούμε πια να προσεγγίσουμε κατ᾽ αρχάς το κοινωνικό υπόβαθρο.

 

Α’. Κοινωνική διαμόρφωση

 

Μετά την επέκταση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο δεν υπήρξε εκεί μαζική εισροή Τούρκων. Ωστόσο, οι πολεμιστές και τα διοικητικά στελέχη της Υψηλής Πύλης, που μαζί με τις οικογένειές τους εγκαταστάθηκαν στη χερσόνησο, συνέπηξαν σταδιακώς τον εκεί πυρήνα της οθωμανικής/τουρκικής κοινότητας. Αυτοί, όπως φαίνεται, καθώς και ουλεμάδες (<ulemâ [τουρκ.]<ủlamā [αραβ.]), δηλαδή ιεροδίκες, μαζί με μέλη των – μυστικιστικού χαρακτήρα – σουφιστικών θρησκευτικών ταγμάτων αποτέλεσαν τη βάση του μουσουλμανικού στοιχείου του Μοριά. Η αρχική εγκατάστασή τους έγινε σε οχυρωμένα μέρη και λιμάνια· στη συνέχεια όμως, μέσω εξισλαμισμών και μικτών γάμων αυξήθηκαν αριθμητικώς και ξαπλώθηκαν και σε άλλες περιοχές του Μοριά.

 

Βοεβόδας (Τούρκος διοικητής) της Αθήνας. Χαλκογραφία σε χαρτί. Giovanni Battista Lusieri (;), 1814.

 

Οι Τούρκοι πάντως κάτοικοι της Πελοποννήσου είναι δυνατόν να χωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες· συγκεκριμένα εκείνους που κατοικούσαν σε κέντρα αστικά και όσους διέμεναν σε αγροτικές περιοχές. Προφανές παραμένει όμως ότι μέσα σε αυτές τις δύο κύριες ομάδες μπορούσε κανείς να διακρίνει πολλές οιονεί υποδιαιρέσεις. Οι Οθωμανοί/Τούρκοι π.χ., οι οποίοι διαβιούσαν σε ορεινά μέρη, διέφεραν από εκείνους των παραλίων και των κοιλάδων· και βέβαια ανάλογες διαφοροποιήσεις διαπιστώνονται και στους κόλπους του πληθυσμού των αστικών κέντρων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή εξέγερση του 1862: Αίτια και συνέπειες της αποτυχίας – Δημήτρης Μιχαλόπουλος, Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015.


 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Ο βασιλιάς Όθων της Ελλάδος έχασε, ως γνωστόν, τον θρόνο του λόγω της επιτυχούς επανάστασης που εκδηλώθηκε στην Αθήνα τη νύκτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου 1862. Το βασιλικό ζεύγος ακριβώς τις ημέρες εκείνες βρισκότανε σε περιοδεία, στην Πελοπόννησο, και, όταν τελικώς κατάφερε να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, ήτανε πια πολύ αργά. Η νέα, επαναστατική τάξη πραγμάτων είχε επιβληθεί – με αποτέλεσμα ο Όθων και η Αμαλία να εγκαταλείψουν τον ατμοδρόμωνα «Αμαλία», με τον οποίο είχανε επιστρέψει στα ανοιχτά του Πειραιά, το μεγαλύτερο και ουσιαστικώς μοναδικό αξιόμαχο σκάφος του τότε Βασιλικού Ναυτικού, και με βρετανικό πολεμικό πλοίο, τη «Σκύλλα», να φύγουν στην Τεργέστη και από εκεί στη Βαυαρία.

Κάτι που πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί είναι το ότι εκείνη η επανάσταση, ή του Οκτωβρίου του 1862, στην Ελλάδα δεν είχε αποκλειστικώς αντιδυναστικό χαρακτήρα. Την έξωση του Όθωνος ακολούθησαν σφοδρές και συχνά βίαιες συζητήσεις, τόσο μέσα στη χώρα μας όσο και το εξωτερικό, σχετικώς με το αμέσως μελλοντικό πολίτευμα στο εξής της Ελλάδος.

Πολλοί υπήρξαν, πράγματι, εκείνοι που εκείνη την εποχή υποστήριξαν την εγκαθίδρυση τύπου προεδρικής δημοκρατίας· υπήρξαν μάλιστα και ορισμένοι παράγοντες που θέλησαν η δημοκρατία αυτή να έχει «κόκκινη σημαία», ομοσπονδιακή δομή και σοσιαλιστική απόχρωση – με αποτέλεσμα το κατάστημα της Β’ εν Αθήναις των Ελλήνων Συνελεύσεως, που συνήλθε λίγο μετά την ανατροπή της πρώτης δυναστείας, να παραμείνει για καιρό διακοσμημένο με κόκκινες ταινίες. Αλλά αυτό ειδικά το θέμα προφανώς κείται πέρα από το θεματικό πλαίσιο αυτής της ανακοίνωσης.

Η έξωση του Όθωνος έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σχεδόν παράλογο από  τις ελληνικές παροικίες στη δυτική Ευρώπη και σε όσα αστικά κέντρα μέσα στην Ελλάδα επηρεάζονταν από αυτές. Στην Ερμούπολη της Σύρου π.χ. ένας νεαρός… αυτοκτόνησε από τη χαρά του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυμαχία του Καφηρέα και η θυσία του Επιδαύριου πυρπολητή Μιχάλη Οικονομόπουλου – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, «Πελοποννησιακά», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ΄ – 2022.


 

Την ίδια ημέρα της μάχης στο Μανιάκι, δηλ. την 20η  Μαΐου 1825, έγινε και η ιστορική ναυμαχία στο ακρωτήρι Κάβο Ντόρο, στο στενό του Καφηρέα της Νότιας Εύβοιας, όπου η β´ μοίρα του ελληνικού στόλου κατατρόπωσε τον μεγαλύτερο σε αριθμό, μέγεθος και εξοπλισμό «βυζαντινό εχθρικό στόλο» Αιγυπτίων και Τούρκων.

Γεώργιος Σαχτούρης

Μέσα από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους εκείνης της περιόδου προκύπτουν άγνωστες πτυχές της σπουδαίας αυτής ναυμαχίας, όπως η θυσία του μπουρλοτιέρη Μιχάλη Οικονομόπουλου από την Επίδαυρο, ο οποίος ανατίναξε την πρώτη ναυαρχίδα του εχθρικού στόλου. Εκθέσεις επίσης των ναυάρχων της β´ μοίρας του ελληνικού στόλου Γεωργίου Σαχτούρη και Γεωργίου Ανδρούτσου περιγράφουν την καταλυτική συμβολή που είχε στην εξέλιξη της ναυμαχίας η ανατίναξη της λεγόμενης «καπετάνισσας» του βυζαντινού στόλου από δύο πυρπολικά (ηφαίστεια), του Σπετσιώτη Λάζαρου Μουσιού και του Υδραίου Γιάννη Μαντρόζου.

Τα πυρπολικά τα χρόνια του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, λόγω της ειδικής τους αποστολής, έφεραν την χαρακτηριστική ονομασία «ηφαίστεια» και η Διοίκηση τα θεωρούσε «προπύργιο» του ελληνικού στόλου. Σε έκθεσή του επίσης ο Ανδρέας Μιαούλης προς την Διοίκηση έγραφε ότι θα έπρεπε να κατασκευάζονται συνέχεια πυρπολικά, επειδή ήταν το μόνο όπλο, το οποίο μπορούσε να βλάψει τον εχθρό, το οποίο «και πολλαπλασιάζει την μικρότητα των δυνάμεών μας», ενώ και οι πρόκριτοι των Σπετσών τόνιζαν ότι οι καθημερινές διά θαλάσσης νίκες του ελληνικού στόλου και οι ζημιές του εχθρού ήταν αποτέλεσμα της δράσης των πυρπολικών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έγγραφα Επιστράτευσης της Επαρχίας Ναυπλίου το 1825 και η θυσία στο Μανιάκι  – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ’ – 2022.


 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το καλοκαίρι του 1824 κυκλοφορούσαν έντονα οι φήμες ότι ο αιγυπτιακός στόλος του Μεχμέτ Αλή με 200 πλοία και 12.000 οπλίτες ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν από την Αλεξάνδρεια με προορισμό τα νησιά των Σπετσών και της Ύδρας. Αρχές Ιουλίου 1824 η Διοίκηση εν μέσω εμφυλίων διαιρέσεων και συγκρούσεων υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα ασφαλείας των Σπετσών και ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος διέταξε στρατιωτικά σώματα από τις επαρχίες Άργους και Κυνουρίας με αρχηγούς τους Δημήτρη Τσώκρη και Παναγή Ζαφειρόπουλο, αντίστοιχα με 200 οπλίτες ο καθένας, να κινήσουν προς το νησί των Σπετσών.

Διατάχθηκε επίσης και η επαρχία Ναυπλίου με 200 στρατιώτες υπό την ηγεσία των Μήτρου Λυγουριάτη, Αναγνώστη Κακάνη και Αναγνώστη Τασόπουλου να κινήσουν για τις Σπέτσες και υπό τις οδηγίες του Νικηταρά να προκαταλάβουν κατάλληλες θέσεις, που θα εμπόδιζαν την αναμενόμενη εχθρική απόβαση στο νησί. Ανάλογες διαταγές εκδόθηκαν και για την Ύδρα. Οι διαταγές όμως της Διοίκησης συνάντησαν δυσκολίες στην υλοποίησή τους και δεν εκτελέσθηκαν. Οι εμφύλιες διαιρέσεις είχαν δηλητηριάσει την υπακοή και την συνοχή στις τάξεις των στρατιωτικών.

[…] Ο αναμενόμενος στόλος των Αιγυπτίων υπό τον Ιμπραήμ πασά – γιό του Μεχμέτ Αλή – είχε φθάσει ανενόχλητος στον Μεσσηνιακό κόλπο και ξημερώματα της 10ης Φεβρουαρίου 1825 εμφανίσθηκε ανοικτά της Σαπιέντζας, απέναντι από τα φρούρια της Μεθώνης και Κορώνης. Ένα ψαροκάικο από την Κορώνη μέτρησε πενήντα δύο εχθρικά πλοία και ενημέρωσε τις αρχές. Οι πληροφορίες έφθασαν αμέσως και στην Διοίκηση στο Ναύπλιο, που έστειλε ταχέως σειρά διαταγών για να κινηθούν κατάλληλα στρατεύματα προς τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Την 12η Φεβρουαρίου το Εκτελεστικό έγραφε στο Υπουργείο Πολέμου ότι ο εχθρικός στόλος έφθασε στον Μοθοκόρωνα και ήταν ενδεχόμενο η απόβαση να γίνει στα εκεί παράλια η ακόμη και στην περιοχή της Πάτρας, αφού δεν υπήρχε κάποια σίγουρη πληροφορία. Το Υπουργείο έπρεπε να διαβιβάσει αμέσως ανάλογες διαταγές στους αρχηγούς των στρατευμάτων, που θα έπρεπε να αποτρέψουν την απόβαση του εχθρού, προκαταλαμβάνοντας τις αναγκαίες θέσεις.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Διαταγές των πρώτων ημερών στάλθηκαν από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη στους στρατηγούς αδελφούς Νικόλαο και Παναγιώτη Γιατράκο και στον Βάσο Μαυροβουνιώτη στα Κοντοβούνια, οι οποίοι έπρεπε να αποτρέψουν την εχθρική απόβαση στα παράλια του Μοθοκόρωνα. Στους στρατηγούς αυτούς έγραφε ότι είχαν ήδη ενημερωθεί και οι πρόκριτοι Ύδρας και Σπετσών να βάλουν στα πανιά των πολεμικών «τις προσδιορισθείσες μοίρες» και να κινήσουν αμέσως με κατεύθυνση τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Έγγραφα στάλθηκαν τις ίδιες ημέρες και στους δημογέροντες του Νεοκάστρου με σκοπό να τους καθησυχάσουν από την παρουσία των εχθρικών δυνάμεων, υπογραμμίζοντάς τους το αξιόμαχο των πελοποννησιακών στρατευμάτων και ιδιαίτερα των 12.000 Ρουμελιωτών, που θα ματαίωναν τα σχεδια του εχθρού.

Επιστολή επίσης του Προέδρου Κουντουριώτη τους έγραφε ότι 4.000 στρατιώτες «από την αρμάδα της Κυβερνήσεως» υπό την οδηγία των έμπειρων στρατηγών Βάσου Μαυροβουνιώτη, Κίτσου Τζαβέλα και Γιατράκου είναι έτοιμοι να κινηθούν προς την περιοχή, όπως και τα ελληνικά πλοία, που «θέλει εξολοθρευθούν καθώς και άλλοτε αυτοί οι αράπηδες καθότι ετόλμησαν να πατήσουν τα ιερά εδάφη…».

Ακολούθησε η απόβαση των Αιγυπτίων στη Μεθώνη, όπου και εκτός του φρουρίου στήθηκαν τουλάχιστον εξακόσιες σκηνές. Οι πρώτες πληροφορίες από τον Γενικό Αστυνόμο Νεοκάστρου και Μεθώνης Ν. Τζικλητήρα ανέφεραν ότι αποβιβάστηκαν «4.000 στρατιώτες, από τους οποίους τετρακόσιοι ιππείς» με 18 κανόνια μπρούτζινα του κάμπου και 3 η 4 «μουρτάρια», ενώ τα καράβια του Ιμπραήμ κίνησαν για την Κρήτη για να φέρουν 12.000 ακόμη στρατιώτες. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ φώναξε έναν Κεφαλλονίτη καραβοκύρη και τον ρώτησε που είναι ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας και άλλοι και απόρησε όταν έμαθε ότι είναι στο Ναύπλιο. Την 3η ώρα της ίδιας ημέρας και υπό ραγδαία βροχή μονάδα του εχθρικού ιππικού κινήθηκε προς διερεύνηση της περιοχής μέχρι τον Άγιο Ηλία στα Χίλια Χωριά, όπου προέβη και στην αρπαγή τροφίμων, «επήραν μία στάνην και δύο βόδια…». Τα χωριά άδειασαν, ο κόσμος έφυγε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου στο πλαίσιο της Μεταβυζαντινής παράδοσης


 

Προϋπόθεση αναφοράς στον αγιογράφο Γεώργιο Μάρκου είναι η ιχνηλάτηση του χωροχρονικού του στίγματος, δηλαδή της εποχής και του ευρύτερου χώ­ρου όπου γεννήθηκε και έδρασε.

Χρονικά ο Μάρκου εντάσσεται στο τέλος σχεδόν της εποχής της μεταβυζα­ντινής τέχνης. Πώς, όμως, προσδιορίζεται η τέχνη αυτή; Μεταβυζαντινή ονομάζεται η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, που αναπτύχθηκε μετά την άλωση της Πόλης και η οποία στην ελλαδική περιοχή τελειώνει το 1830 με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν πλέον αλλάζουν ριζικά σ’ αυτό οι συνθήκες που επέβαλαν την επιβίωση της μεσαιωνικής παράδοσης[1].

Η νέα κατάσταση, που δημιουργείται για τον Ελληνισμό με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας και, τελικά, την άλωση της Πόλης έχει άμεσες επιπτώσεις και στην τέχνη. Οι βυζαντινές παραδόσεις συνεχίζονται κάτω από συνθήκες πενίας, φθοράς, δυσπραγίας και τρόμου. Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις κα­ταφεύγουν σε περιοχές έξω από τον έλεγχο του οθωμανικού σαρικιού (Κρήτη, Επτάνησα, Βενετία, κλπ.) και ξαναδημιουργούν. Παράδειγμα η κρητική λογοτε­χνία, το θέατρο, η κρητική σχολή ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής στο Ηράκλειο κοκ.

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ψηφιδωτό από τον Πατριαρχικό Οίκο στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Σωτήρη Βάρβογλη (1944-2023).

Το γενικό χαρακτηριστικό της μεταβυζαντινής τέχνης, κυρίως της ζωγρα­φικής, κατά τους 15ο έως και το 17ο αιώνες – την περίοδο δηλαδή της Ανα­γέννησης και του Μπαρόκ – είναι ο αυστηρός συντηρητισμός της, μια στάση που πηγάζει από τη θέση της επίσημης Εκκλησίας, όπως τη χάραξε ο πρώτος μεταβυζαντινός Πατριάρχης, ο Γεώργιος Σχολάριος, φανατικός πολέμιος του ανακαινιστή Γεωργίου Γεμιστού, δηλαδή απόλυτη αντίδραση στην Καθολική Εκκλησία και σε ό,τι την εκπροσωπούσε. Αυτό, όμως, σήμαινε και αντίδραση σ’ ό,τι προερχόταν από τη δυτική Ευρώπη σ’ οποιοδήποτε τομέα της πνευματική ζωής κι αν αναφερόταν.

Από τη γενική αυτή αρχή της δογματικά αδιάφθορης συντήρησης προήλθε κατά καιρούς και η ανάγκη επιστροφής σε παλιότερα ζωγραφικά πρότυπα, βυ­ζαντινά (της Μακεδονικής Σχολής ή της Παλαιολόγειας περιόδου) ή και μεταβυ­ζαντινά (π.χ. ζωγραφική του Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά).

Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η φανατικά συντηρητική τάση δεν είχε μόνο την αρνητική της διάσταση, αλλά εξυπηρετούσε και τη ζωτική ανάγκη ενός έθνους να διατηρήσει την ταυτότητά του κάτω από άκρως αντίξοες συν­θήκες, συνθήκες που δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια των υψιπετών τολμημάτων μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Η μεταβυζαντινή τέχνη μέσα από τη φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία της ταυτίζεται με το χειμαζόμενο αλλά ζωντανό Ελληνισμό και επηρεάζεται από τις ιστορικές του τύχες.

Η μεταβυζαντινή, λοιπόν, τέχνη διακρίνεται από τους επιστήμονες σε τέσσε­ρις περιόδους[2]:

Η πρώτη, από την άλωση έως το 1527 περίπου, σημαδεύεται από τη διαμόρ­φωση της Κρητικής Σχολής. Στο Ηράκλειο της Κρήτης την περίοδο αυτή εντο­πίζονται 120 ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι της Κρήτης καλούνται να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις μιας ευρύτατης γεωγραφικά, θρησκευτικά και εθνικά πελατείας – κυρίως σε φορητές εικόνες – και έτσι ταλαντεύονται ανάμεσα στην ιταλική τέχνη του 14ου-15ου αιώνα και την τελευταία φάση της Παλαιολόγειας τέχνης. Παρά τα κάποια δυτικά δάνεια παραμένουν βασικά πιστοί στην ορθόδοξη παρά­δοση και διαμορφώνουν την περίφημη Κρητική Σχολή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μνήμες και βιώματα – Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


 

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου που φέρει το όνομα του σο­φού Παλαμήδη, γιου του Ναυπλίου, συστάθηκε το 1951 σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση «ΥΑ 104842 ΦΕΚ 223/Β/12-11-1951» του τότε Υπουργού Παιδείας Ν. Μπακόπουλου. Η απόφαση αυτή λήφθηκε κατόπιν σχετικής αναφοράς του Προοδευτικού Συλλόγου «Ο Παλαμήδης» να υπαχθεί η ήδη υπάρχουσα βιβλιοθήκη του Συλλόγου στις διατάξεις του άρθρου 20, παραγ. 2 του Α. Ν. 1362/1949, για τις Δημόσιες Βιβλιοθήκες, προσφέροντας εκτός από τα βιβλία, τα υπάρ­χοντα έπιπλα και σημαντικό χρηματικό ποσό. Παράλληλα καθοριστι­κής σημασίας υπήρξε η παραχώρηση από το Δήμο Ναυπλιέων, υπό το Δήμαρχο Δ. Σαγιά, πτέρυγας του δημοτικού οικήματος της πρώην Αστικής Σχολής Κορασίδων και πολυϊατρείου στη συνέχεια, όπου ήδη στεγαζόταν ο Προοδευτικός Σύλλογος «Ο Παλαμήδης», προκειμένου να στεγασθεί εις το διηνεκές η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Η ίδρυση της Δημόσιας Βιβλιοθήκης «Ο Παλαμήδης» στην πόλη του Ναυπλίου, στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου, αποτέλεσε μία «πολιτιστική επανάσταση».

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι η ευοίωνη αυτή εξέλιξη για την πόλη και την πατρίδα μας έχει την αφετηρία της το έτος 1946, όταν στην καθημαγμένη πόλη του Ναυπλίου, ένα χρόνο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μία μικρή ομάδα φιλοπρόοδων πολιτών αποτελούμενη από τους Τ. Τούμπα, Π. Σπυροπούλου, Α. Αναγνωστόπουλο, Α. Σταυρόπουλο, Β. Χαραμή, Κ. Κατσίγιαννη, Σ. Κωστούρου, Δ. Βασιλείου, Ρ. Γραικό, Α. Λεκάκη, Ευαγ. Μπακέα ίδρυσαν τον Προ­οδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Σκοπός του Συλλόγου ήταν ο εξωραϊσμός της πόλης και η διατήρηση της ιστορικής πόλης και των κτιρίων της πόλης, η διοργάνωση εκδηλώσεων καθώς και η ίδρυση βιβλιοθήκης.

Ο Σύλλογος αρχικά, πριν να μεταστεγασθεί στο νεοκλασικό κτίριο της Βιβλιοθήκης, στεγάσθηκε στην ανατολική πλευρά της πλατείας Συ­ντάγματος, αμέσως νοτιότερα του παλιού μεγάλου τζαμιού, γνωστού ως Τριανόν, σ’ ένα μικρό ισόγειο δωμάτιο υστερονεοκλασικού κτιρίου, με ένα τραπέζι και δύο καρέκλες[1]. Το νεοκλασικό αυτό κτίριο κατεδαφίσθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950 και στη θέση του ανοικοδομή­θηκε το υπάρχον παρακείμενο, άκομψο ξενοδοχείο, που δεν εναρμονί­ζεται με τα κτίρια της παλιάς πόλης.

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου στεγάζεται σ’ ένα λαμπρό, ισό­γειο, ελαφρώς ανυψωμένο με τρία σκαλοπάτια υστερονεοκλασικό κτί­ριο, που κτίσθηκε αμέσως εσωτερικά των ενετικών τειχών της βόρειας πλευράς, μετά την κατεδάφισή τους το 1866-1868, σε χώρο που αρχι­κά προοριζόταν για την ανοικοδόμηση της αγοράς της πόλης.

Το 1874 η Δημοτική Αρχή αποφάσισε την κατασκευή της «Δημοτικής Σχολής Κορασίδων» (Σχολείο Θηλέων) και το κτίριο κατασκευάσθηκε γύρω στα 1876[2]. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό ισόγειο υστερονεοκλα­σικό κτίριο, με μνημειακή προεξέχουσα αετωματική κύρια είσοδο και έξι συμμετρικά εκατέρωθεν παράθυρα διακοσμημένο με ανοιχτά χρώ­ματα, διακοσμητικές κορνίζες και κατακόρυφους διακοσμητικούς πεσ­σούς που τονίζουν την αρχιτεκτονική διάρθρωση του κτιρίου. Κάτω από τη στέγη φέρει χαρακτηριστική διακόσμηση από ιωνικούς, υστερονεοκλασικούς γεισίποδες (δόντια), ενώ λίγο χαμηλότερα η πλατειά οριζόντια ταινία, ζωφόρος, που είναι διακοσμημένη με το γαλάζιο χρώ­μα του ουρανού, που έλκει την καταγωγή της από την ανάλογη γαλάζια διακόσμηση των επιστύλιων των αρχαίων ναών αλλά και πολυτελών αρχαίων κλασικών κατοικιών. Η κύρια πρόσοψη της βιβλιοθήκης απει­κονίζεται στον έγχρωμο πίνακα της επτανήσιας ζωγράφου από την Κεφαλλονιά, Ντιάνας Αντωνακάτου, που απεικόνισε και αποθανά­τισε με το χρωστήρα της την πόλη του Ναυπλίου αλλά και την Αργολί­δα κατά την μεταπολεμική περίοδο.

 

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» (πίνακας Ντ. Αντωνακάτου).

 

Ο ευρύχωρος αύλειος χώρος φυτευμένος με πορτοκαλιές και λε­μονιές με χαμηλό περίβολο, με λιτή μεταλλική πόρτα και χαμηλά κι­γκλιδώματα σε μαύρο χρώμα, διακριτά από την ανοιχτόχρωμη ήρεμη διακόσμηση του κτιρίου αποτελεί ένα άλσος σε απαράμιλλο ανάλαφρο συνδυασμό με το πρόσχαρο, λαμπρό κλασικιστικό μνημείο της αρχιτε­κτονικής. Μέσα στο άλσος εκατέρωθεν του διαδρόμου υπάρχουν προ­τομές των ποιητών της πόλης, Α. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη και του Θ. Κωστούρου. Ο παλιός φοίνικας που εικονίζεται στον πίνακα, δίνει την έννοια του ύψους και το όλο σκηνικό αποπνέει μία διάχυτη ηρεμία και γαλήνη για τους μαθητές, τους πολίτες και τους επισκέπτες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Από τον τάφο του Φορωνέος στο Άργος – Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Φορωνεύς: Η νομοθεσία, περ.1348-50, Andrea and Nino Pisano. Ο Αντρέα Πιζάνο (Andrea Pisano) ήταν Ιταλός γλύπτης και αρχιτέκτονας. Museo dell’ Opera del Duomo Φλωρεντία.

Από τα τριάντα περίπου ιερά και ναούς και τα άλλα τόσα μνημεία μικρότερων διαστάσεων (μνημειακών τάφων και άλλων) που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας κατά την περιήγησή του στο Άργος, στο 2ο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., ελάχιστα έχουν εντοπιστεί. Από τα μνημεία που παρέμειναν ορατά από την αρ­χαιότητα έως τις μέρες μας, το μεγάλο Θέατρο, τα ρωμαϊκά λουτρά, γνωστά ως «Θέρμες Α» και το «Κριτήριο»-Νυμφαίο της Λάρισας, μόνο το πρώτο ταυτίστηκε άμεσα με το θέατρο που αναφέρει ο Παυσανίας. Για τα δύο άλλα υπάρχει διαφωνία απόψεων. Τα υπόλοιπα μνημεία τα κάλυψε ο χρόνος και χάθηκαν τα ίχνη τους. Από τότε που άρχισαν οι ανασκαφικές έρευνες για την αναζήτηση της αρχαίας πόλης, στις αρχές του 20ου αιώνα, η σκαπάνη των αρχαιολόγων έχει φέρει στο φως αρκετά τους τμήματα. Άγνωστη όμως ακόμη παραμένει η θέση του ιερού του πολιούχου θεού της αρχαίας πόλης, του Απόλλωνος Λυκείου, που ο Παυσανίας περιγράφει ως επιφανέστερο και που το αναφέρει πρώτο, όταν φτάνει στην πόλη από το Ηραίο.

Σε δύο περιπτώσεις, την αποκάλυψη του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου του Προφήτη Ηλία και του ιερού της Αφροδίτης στα νότια της πόλης, η ταύτιση ήταν άμεση, γιατί τα ανασκαφικά στοιχεία συμ­βάδιζαν, με τις πληροφορίες που οι επιστήμονες μπόρεσαν να αντλήσουν από άλλες πηγές, κυρίως την ίδια την περιήγηση του Παυσανία. Για άλλα μνημεία όπως η λεγόμενη «Υπόστυλη αίθουσα» και το «Νυμφαίο» στην αρχαία Αγορά, τα αρχαιολογικά δεδομένα δεν είναι επαρκή και υπάρχει και σ’ αυτά διαφωνία α­πόψεων. Τέλος, σε αρκετές περιπτώσεις, η ύπαρξη συγκεκριμένων μνημείων είναι τεκμηριωμένη από λίθους, κυρίως ενεπίγραφους, που βρέθηκαν αποκομμένα από το μνημείο στο οποίο ανήκαν, όπως τον περίβολο των «Επτά επί Θήβας»[1], το λίθο με επιγραφή από το ναό της Αθηνάς Σάλπιγγος και τα θραύσματα δωρικών ημικιόνων από την αφετηρία του αρχαίου Σταδίου.

Σ’ αυτήν την κατηγορία προστέθηκε ο ενεπίγραφος λίθος που ήρθε στο φως τον Ιούλιο του 1994, κατά τη διάνοιξη χάνδακα για την τοποθέτηση αποχετευτικού αγωγού λυμάτων στην οδό Γούναρη. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο λίθο από λευ­κό ασβεστόλιθο, μεγάλων διαστάσεων και σχήμα τραπεζοειδές. Στην πρόσθια κύρια του όψη φέρει χαραγμένο το παρακάτω επιτύμβιο επίγραμμα με τίτλο «Φορωνέος». Το αποτελούν τέσσερα κανονικά ελεγειακά δίστιχα, δηλαδή με ένα εξάμετρο και ένα πεντάμετρο αντίστοιχα το καθένα.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα λουτρά του Αρχαίου θεάτρου Άργους – Οι λεγόμενες «Θέρμες Α» | Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Οι εντυπωσιακοί πλινθόκτιστοι τοίχοι που υψώνονται κοντά στο μεγάλο αρχαίο Θέατρο του Άργους απεικονίζονται σε πολλές από τις γκραβούρες που μας άφησαν οι ταξιδιώτες που επισκέφτηκαν την πόλη του Άργους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.[1] Το υπόλοιπο όμως του μεγάλου οικοδομήματος στο οποίο ανήκουν οι τοίχοι, βυθίστηκε στη λήθη κάτω από τα χώματα που κάλυψαν τα ερείπιά του. Το έφεραν πάλι στο φως οι ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν από τους αρ­χαιολόγους της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, τον René Ginouvès, κατά τα έτη 1954 και 1955 και τον Πιέρ Οπέρ (Pierre Aupert) από το 1972 έως το 1989. Σήμερα ορίζει σ’ όλο του το μήκος τη νότια πλευρά της αρχαίας οδού που συνέδεε το Θέατρο με την αρχαία Αγορά. Από την πρώτη ανασκαφική εκστρατεία αποκαλύφθηκαν εγκαταστάσεις μεγάλων δημόσιων ρωμαϊκών λουτρών και το κτήριο ονομάστηκε «Θέρμες Α». Αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια αρχιτεκτονικά στοιχεία που οδήγησαν τους ανασκαφείς στο συμπέρασμα ότι το κτήριο δεν είχε αρχικά οικοδομηθεί ως λουτρικό συγκρότημα, αλλά ως ιερό.

 

Άργος, Ρωμαϊκά λουτρά ή «Θέρμες Α», Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας, λιθογραφία, σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Γάλλος σχεδιαστής, αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος Th. du Moncel το 1843.

 

Διαπιστώθηκαν τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις: η πρώτη στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα (90-100 π.Χ.), η δεύτερη μισό αιώνα περίπου αργότερα, την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού και η τελευταία στα τέλη του 3ου αι. – αρχές 4ου αι. μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Γόρδιου του Γ’. Το κτήριο ήταν αρχικά ιερό αφιερωμένο σε θεότητες συνδεμένες με την ίαση, ενώ στην τελευταία του οικοδομική φάση ο χώρος διαμορφώθηκε ως δημόσια λουτρά. Και στις τρεις φάσεις το νερό κατείχε ση­μαντική θέση και το μετέφεραν υδαταγωγοί από το υδραγωγείο του Κεφαλαρίου, στα νοτιοδυτικά του κτηρίου (εικ. 1, Υ1). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το κρασί στους οθωμανικούς χρόνους – Ευαγγελία Μπαλτά | Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, ΕΙΕ


 

Το κρασί στους οθωμανικούς χρόνους αποτελεί ένα προκλητικό αντικείμενο έρευνας και άκρως ενδιαφέ­ρον, καθώς ελάχιστα έχει μελετηθεί. Θα σας παρουσιάσω τον πολιτισμό του κρασιού στην οθωμανική αυτοκρατορία, την πρόσληψή του από δυο κόσμους: τον κόσμο των κατακτητών, τον μουσουλμανικό, και τον κόσμο των κατακτημένων, από τους οποίους θα μας απασχολήσει μόνον ο χριστιανικός.

Εκ προοιμίου υπογραμμίζω ότι δεν υπάρχει στο Κοράνι, όπως συνήθως ακούμε να επαναλαμβάνεται, κάποια ρητή απαγόρευση του κρασιού. Υπάρχουν χωρία όπου ο Προφήτης Μωάμεθ υπόσχεται στους πιστούς του μαζί με άλλες απολαύσεις και ποταμούς εκλεκτού κρασιού, σε άλλα εδάφια όμως τους προτρέπει να μην προσέρχονται στην προσευχή σε κατά­σταση μέθης και αλλού πάλι οι πιστοί παρακινούνται να αποφεύγουν το κρασί ως έργο του Σατανά. Γενικώς διίστανται οι γνώμες κατά πόσον το Κοράνι απαγο­ρεύει ή όχι το κρασί και τα λοιπά οινοπνευματώδη ποτά, θεωρείται ότι η απαγόρευση της οινοποσίας συνδέεται κατά κύριο λόγο με την κατοπινή ισλαμική θεολογική παράδοση και τις διάφορες ιερατικές σχολές ερμηνείας του Κορανίου. Τα hadis (παραδόσεις που σχετίζονται με λόγους του Προφήτη) υπαγόρευαν την αποχή από το κρασί, καθώς Hamr (=κρασί) είναι Haram (=απαγορευμένο). Αναφέρω ένα τέτοιο hadis όπως διαμορφώθηκε στα τουρκικά: «Sarhoşluk veren her şey hamr ve sarhoşluk veren her şey haram»: Το κρασί είναι από τα πράγματα που φέρνουν μέθη και καθετί που φέρει μέθη απαγορεύεται από τη θρη­σκεία.

Αυτές τις υποδείξει ακολούθησε ο μουσουλμανικός κόσμος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όχι βέβαια όλος. Μόνο οι σουνίτες, διότι σιίτες, σουφί, αλεβίδες και λοιπές ισλαμικές σέκτες, από τους Κιζιλμπάσηδες της Ροδόπης ως τους μπεκτασήδες της Ανατολίας  και τους εκλεπτυσμένους Πέρσες σουφί, όχι μόνο δεν απέκλεισαν ποτέ την οινοποσία αλλά ύμνησαν το κρασί στην ποίηση τους και το συμπεριέλαβαν στο τυπικό των ιεροτελεστιών τους.

Οι σουνίτες υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. δηλαδή π πλειονότης, ήσαν αναγκασμένοι να ζήσουν σε έναν χώρο όπου υπήρχε η οικονομία και ο πολιτισμός του αμπελιού. Ζούσαν σε μια αυτοκρατορία που ξεκίνησε από την Ανατολή, τη γενέτειρα του αμπελιού, και εξα­πλώθηκε προς Δυσμάς, στον χώρο της Μεσογείου όπου, από την αρχαιότητα, κυριαρχούσε το σχήμα σιτάρι, αμπέλι, ελιά. Καλλιεργούσαν λοιπόν κι αυτοί αναγκαστικά αμπέλια για να ζήσουν, κατανάλωναν σταφύλια, πεκμέζ (πρόκειται για βρασμένο μούστο, το γνωστό πετιμέζι) σταφίδες, και ορισμένοι, και κρα­σί παρά τις προσταγές του Ισλάμ.

 

Εορτασμός νίκης στο στρατόπεδο του Τιμούρ. Ο ίδιος κάθεται σε πρόχειρα φτιαγμένο θρόνο και παρίστανται ευγενείς, σωματοφύλακες, χορεύτριες και μουσικοί. Μικρογραφία από το χφ. Zafernâme του Serefeddin Ali Yezdî 1436. Siraz, Iran, Turk ve Islam Eserlerì Müzesi, Istanbul.

 

Την οινοποσία μου­σουλμάνων μαρτυρούν περιηγητές αλλά και οθωμανικές πηγές, όπως για παράδειγμα κώδικες καδήδων, όταν σ’ αυτούς τους τελευταίους, κατέφευγαν οι μουσουλμάνες με το συχνότατο αίτημα διαζυγίου για την κατ’ εξακολούθηση οινοποσία και μέθη του συζύγου τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αμπέλι και κρασί στον παραδοσιακό πολιτισμό της Πελοποννήσου. Μια εθνογραφική προσέγγιση – Ευδοκία Ολυμπίτου


 

Η τριλογία «αμπέλι, ελιά, σιτάρι» και «κρασί, λάδι, ψωμί», οι τυπικές, δη­λαδή, καλλιέργειες της μεσογειακής χλωρίδας και τα αντίστοιχα βασικά στοι­χεία της ελληνικής διατροφής, αποτελούν τις περισσότερο διαδεδομένες αγρο­τικές δραστηριότητες που συγκροτούν ένα πλούσιο συμβολικό πολιτιστικό σύ­στημα. Οι τοπικές εμπειρικές γνώσεις και παραδόσεις διαχέονται, ταξιδεύουν, διαδίδονται σε διαφορετικούς τόπους, όχι μόνον σε αυτούς που παράγουν τα προϊόντα αυτά, αλλά και σε όλους εκείνους που τα καταναλώνουν. Επιπλέον, κοινές ανάγκες και παρόμοιες συνθήκες διαμορφώνουν έναν μάλλον κοινό εθι­μικό κώδικα στην κατανάλωσή τους, στις σχετικές θρησκευτικές πρακτικές και τη λαϊκή λατρεία των αγροτικών, κυρίως, αλλά και των αστικών περιοχών.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στο κρασί, επιχειρούμε να προσεγγί­σουμε τον πλούσιο χώρο της λαϊκής εμπειρικής γνώσης και κοσμοθεωρίας που αναζητά ορθολογικές αλλά και μεταφυσικές, μαγικοθρησκευτικές λύσεις προκειμένου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του καθημερινού του βίου, αλλά και να ερμηνεύσει ό,τι διαταράσσει την ασφαλή μονοτονία της ζωής του. Ο χαρα­κτήρας του κειμένου είναι μάλλον περιγραφικός και ελλειπτικός, αφού αποτε­λεί μία, κατ’ ανάγκην, σύντομη περιήγηση σε αυτό το πολύπλευρο τοπίο των εθιμικών κοινοτήτων και ιδιαιτεροτήτων, στο οποίο το κρασί διατηρεί πρω­τεύοντα ή και κυρίαρχο ρόλο.

Στα πλαίσια ενός κόσμου που διαβίωνε και δρούσε με συλλογικές μορφές και τρόπους, το κρασί συμπλήρωνε και ενίσχυε κάθε μορφής δεσμούς, συνο­δεύοντας τόσο τη χαρά όσο και τη λύπη – από την κοινή εργασία στο χωράφι έως το γάμο ή το πένθος, την κοινοτική γιορτή, την αρχή και το τέλος κάθε κύ­κλου της αγροτικής ζωής. Σχεδόν ταυτόσημο με κάθε ευχή και πρόποση, κυρίως για καλή υγεία, ήταν απαραίτητο στη χριστιανική τελετουργία, άξιο ως προσφορά και δώρο σε κάθε περίσταση. Συνοδεύει όλα τα γλέντια, επισφραγί­ζει συμφωνίες και συμφιλιώσεις[1], είναι απαραίτητο κέρασμα στην έναρξη και την ολοκλήρωση των αγροτικών εργασιών, στο λιοτρίβι όταν βγει το καινού­ριο λάδι[2] ή ακόμη σε όσους συμμετέχουν σε τελετές θεμελίωσης κτισμάτων[3].

Το κρασί συμπλήρωνε την καθημερινή λιτή διατροφή αλλά και τα γιορταστι­κά γεύματα πλούσιων και φτωχών, αστών και αγροτών. Ακροβατώντας ανάμεσα στη λελογισμένη χρήση και την υπερβολική κατανάλωση, μπορούσε να είναι θρη­σκευτικά και κοινωνικά αποδεκτό ή κατακριτέο, καθοσιωμένο ή αμαρτωλό.

Προικοσύμφωνα, διαθήκες, δωρεές, αφιερώσεις, πράξεις αγοραπωλησίας και διάφορα χρονικά που μνημονεύουν καλές και κακές χρονιές, ασθένειες των αμπελιών και τις οικονομικές τους επιπτώσεις, αλλά και ιστορικά ανέκδο­τα μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την αξία των αμπελώνων για τις κοινωνίες του παρελθόντος[4]. Εκτός από τα δικαιοπρακτικά έγγραφα, ποικίλες γραπτές και προφορικές μαρτυρίες διασώζουν μεγάλο πλούτο πληροφοριών που αναφέρονται στον υλικό και πολιτισμικό βίο των παραδοσιακών κοινωνι­κών σχηματισμών, καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους ένα βασι­κό διατροφικό αγαθό του ελληνικού χώρου τροφοδοτεί παραδόσεις και θρύ­λους, συνοδεύει τελετουργίες και επενδύεται με πολλαπλούς συμβολισμούς.

 

Πελοπόννησος, σχέδιο του Olfert Dapper, μια παραστατική απεικόνιση στην οποία η Πελοπόννησος μοιάζει με αμπελόφυλλο. Olfert Dapper, «Naukerige Beschryving van Morea», Amsterdam 1688, Συλλογή Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων (δάνειο από ΜΙΕΤ, Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος-18ος αιώνας, ΜΙΕΤ 2006).

 

Η αμπελοκαλλιέργεια στην Πελοπόννησο

 

Η γεωγραφία του αμπελιού στην περιοχή της Πελοποννήσου είναι ιδιαίτε­ρα εκτεταμένη, αν και ορίζεται από το γεωφυσικό περιβάλλον και το κλίμα. Ονόματα χωριών και μικροτοπωνύμια όπως Αμπέλι, Αμπελά, Αμπελάκι, Αμπελάκια, Αμπελιώνα, Αμπελώνας, Αμπελόκαμπος, Αμπελόκηποι, Αμπελος, Αμπελόφυτο, ή Παλιάμπελο, που απαντώνται στην Πελοπόννησο, είναι και αυτά εν­δεικτικά της εξάπλωσής του.[5] Παρόλο που το αμπέλι αποδίδει σε σχετικά σύ­ντομο χρονικό διάστημα: «αμπέλι του χεριού σου και ελιά από τον παππού σου», συνήθιζαν να λένε στην Πελοπόννησο, για ορισμένες περιοχές «τα πολλά τ’ αμπέλια και τα λίγα πρόβατα είναι φτώχεια…».[6] Ωστόσο, για τους ορεινούς πλη­θυσμούς, οι προφορικές μαρτυρίες σημειώνουν ότι η εποχή του τρύγου έδινε τη δυνατότητα να αναζητήσουν εποχική εργασία σε αμπελουργικές περιοχές.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »